Η Αποπλάνηση (The Beguiled) (2017) σκηνοθεσία Σοφία Κόπολα | αναλυτική παρουσίαση-trailer-η γνώμη των κριτικών

Χώρα: ΗΠΑ

Γλώσσα: Αγγλικά

Διάρκεια: 93′

Διανομή: UIP (Ελλάδα), Universal Pictures International, Focus Features

Εταιρείες Παραγωγής: American Zoetrope, FR Productions

Τι θα γίνει Την Κυριακή στο Σχολείο του Σινεμά στις 17.00;;;;

Ένα αινιγματικό θρίλερ αποπλάνησης της Σοφία Κόπολα (The Virgin Suicides, Lost In Translation), με τον Κόλιν Φάρελ, τη Νικόλ Κίντμαν και την Κίρστεν Ντανστ που κέρδισε κοινό και κριτικούς αποσπώντας το βραβείο σκηνοθεσίας στο φετινό φεστιβάλ των Καννών.

Η Σοφία Κόπολα στην ταινία αυτή μάς ταξιδεύει στο 19ο αιώνα, λίγα χρόνια αφότου ξέσπασε ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος, σκηνοθετώντας και υπογράφοντας το σενάριο της κινηματογραφικής μεταφοράς του μυθιστορήματος του Τόμας Κάλιναν, υιοθετώντας τη γυναικεία αφηγηματική ματιά. Η Κόπολα συνεργάζεται και πάλι με την Κίρστεν Ντανστ και την Ελ Φάνινγκ, ενώ συμπράττει για πρώτη φορά με τον βραβευμένο με Χρυσή Σφαίρα Κόλιν Φάρελ και τη βραβευμένη με Όσκαρ Νικόλ Κίντμαν. Σχολιάζει η Κόπολα «Πάντοτε με ενδιέφερε ο τρόπος που οι γυναίκες αλληλεπιδρούν. Έχω δει πώς μπορεί να αλλάξει η μεταξύ τους δυναμική όταν εμφανίζεται ένας άντρας. Κι αυτή τη φορά πρόκειται για γυναίκες διαφορετικών ηλικιών που αντιδρούν διαφορετικά στην παρουσία του άντρα. »

Σχολιάζει η τακτική συνεργάτιδα της Κόπολα, Κίρστεν Νταντς «Η ιστορία ανήκει στο είδος της αμερικανικής, γοτθικής λογοτεχνίας του Νότου. Δεν πρόκειται για ταινία τρόμου, αν και υφέρπει ο τρόμος. Είναι γεμάτη ένταση και καταστροφή. Κι όλα γίνονται μεταξύ γυναικών, πράγμα που τη κάνει ακόμα πιο επιβλητικά σαγηνευτική. […] Όταν μου είπε την ιδέα της η Σοφία, δύο χρόνια πριν, κατάλαβα πως αυτό που την τράβηξε στην ιστορία ήταν ο εγκλεισμός και η απομόνωση όλων αυτών των γυναικών.[…] Υπάρχει θάνατος στην ταινία, αλλά η ταινία πραγματεύεται και τον τρόπο που κάποιος πεθαίνει μέσα του.» Συμπληρώνει η Ελ Φάνινγκ «Αυτό που με τράβηξε στην ιστορία είναι πως τη δύναμη την έχουν οι γυναίκες, παρόλο που η ιστορία λαμβάνει χώρα στον Αμερικανικό Εμφύλιο.» Αναφερόμενη στην τελετουργική ρουτίνα των γυναικών επισημαίνει «Σηκώνονται το πρωί, ασχολούνται λίγη ώρα με τον κήπο. Μετά ακολουθούν η προσευχή, τα μαθήματα μουσικής και γαλλικών, το δείπνο και στη συνέχεια πάνε για ύπνο. Ώσπου κάποια στιγμή όλο αυτό αρχίζει να καταρρέει. Περιθάλπουν τον πληγωμένο στρατιώτη και από εκείνη τη στιγμή αρχίζει και εμφανίζεται ο εγωισμός τους.»

Η ταινία συνειδητά γυρίστηκε σε φιλμ και μεγάλη σημασία δόθηκε στη γλώσσα του σώματος των πρωταγωνιστών. Ακόμα, δεδομένου πως η ιστορία διαδραματίζεται μια δεκαετία πριν την ευρεία χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας, όλη η ταινία γυρίστηκε με φυσικό φωτισμό καθώς και με το φωτισμό που παρείχαν τα κεριά. Ελάχιστη ήταν η χρήση στουντιακού φωτισμού. Επίτηδες, ακόμα, απουσιάζει σχεδόν τελείως από την ταινία η μουσική. Το βασικό μουσικό μοτίβο είναι οι εκρήξεις που ακούγονται στο βάθος, αρκετά μακριά τους, αλλά και απειλητικά κοντά.

Από καιρό ήθελε ο Κόλιν Φάρελ να συνεργαστεί με την Κόπολα, όπως επίσης και να ενσαρκώσει κάποιον χαρακτήρα εκείνης της εποχής. Όταν, λοιπόν, τον προσέγγισε για αυτήν την ταινία, ο Φάρελ είχε μόλις ολοκληρώσει τα γυρίσματα μιας άλλης ταινίας (του Γιώργου Λάνθιμου) όπου πάλι συμπρωταγωνιστούσε με την Νικόλ Κίντμαν.

Η ταινία γυρίστηκε στη Λουϊζιάνα και για άλλη μια φορά η Κόπολα ήθελε να κάνει τα γυρίσματα σε πραγματικό περιβάλλον. Έτσι προκειμένου να «στεγαστεί» κινηματογραφικά το οικοτροφείο επιλέχτηκε η ιδιόκτητη έπαυλη που δεσπόζει στη φυτεία Madewood, που βρίσκεται δύο ώρες, οδικώς, έξω από τη Νέα Ορλεάνη.

Συνοπτική κριτική (Αθηνόραμα)

Βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάνες για το «ηλεκτρισμένο» ριμέικ ενός κλειστοφοβικού γουέστερν του 1971 που υιοθετεί τη γυναικεία και τολμηρά κυνικήοπτική πάνω στον πόλεμο των δύο φύλων και τον διαρκή αμερικανικό «εμφύλιο». Η Κόπολα έχει ενισχύσει το στοιχείο του θρίλερ και την υποβλητική, γοτθική ατμόσφαιρα, η Νικόλ Κίντμαν είναι για άλλη μία φορά αφοπλιστική, ενώ η ταινία πιθανότατα θα κάνει αισθητή την παρουσία της και στα επερχόμενα Όσκαρ.

Κριτική

Η Αποπλάνηση

Από Χρήστο Μήτση – 06/07/2017

Στη Βιρτζίνια του 1864 ένας τραυματισμένος στρατιώτης των Βορείων βρίσκει καταφύγιο σε ένα οικοτροφείο θηλέων, όπου ξυπνάει καταπιεσμένα ένστικτα και φονικές αντιπαλότητες. Βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάνες για το «ηλεκτρισμένο» ριμέικ ενός κλειστοφοβικού γουέστερν του 1971, που υιοθετεί τη γυναικεία και τολμηρά κυνικήοπτική πάνω στον πόλεμο των δύο φύλων και τον διαρκή αμερικανικό «εμφύλιο».

Ο υποψήφιος για δύο Όσκαρ σεναριογράφος και δηλωμένος κομουνιστής Άλμπερτ Μαλτζ είχε συμπεριληφθεί στη διαβόητη μακαρθική Μαύρη Λίστα και ήταν ένας από τους «Δέκα του Χόλιγουντ», τους κινηματογραφιστές που απολύθηκαν το 1947 από τη δουλειά τους και φυλακίστηκαν επειδή αρνήθηκαν να καρφώσουν συναδέλφους τους στην επιτροπή αντιαμερικανικών ενεργειών. Ανάμεσα σε άλλα, έγραψε το «Cloak and Dagger» (1946 ) του Φριτς Λανγκ και τη «Γυμνή Πόλη» (1948 ) του Ζιλ Ντασέν, με «βιτρίνα» τον Μάικλ Μπλάνκφορτ το «Σπασμένο Βέλος» (1950 ) του Ντέλμερ Ντέιβς και αργότερα τα «Οι Γύπες Πετούν Χαμηλά» (1970 ) και «Ο Προδότης» (1971 ), αμφότερα με σκηνοθέτη τον Ντον Σίγκελ και πρωταγωνιστή τον Κλιντ Ίστγουντ.

Βασισμένος σε μυθιστόρημα του ­Τόμας Κάλιναν, ο «Προδότης» είναι ένα ιδιότυπο γουέστερν που μας μετέφερε στη Βιρτζίνια του εμφυλίου την ώρα που έξω από την κινηματογραφική αίθουσα ο πόλεμος του Βιετνάμ κορυφωνόταν και δίχαζε την αμερικανική κοινή γνώμη. Στο φιλμ ένας τραυματισμένος στρατιώτης των Βορείων βρίσκει καταφύγιο σε ένα οικοτροφείο θηλέων. Η πρόθεση των γυναικών είναι να τον παραδώσουν στις περιπόλους των Νοτίων, όμως η διευθύντρια αποφασίζει να τον κρύψει και να τον περιθάλψει, γεγονός που θα ξυπνήσει κρυφούς πόθους και σφοδρούς ανταγωνισμούς ανάμεσα στις κοπέλες, τους οποίους ο στρατιώτης θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί για να διαφύγει. Πρόκειται για ένα κλειστοφοβικό δράμα που φλερτάρει με το θρίλερ και μια αλληγορία πάνω τόσο στη μάχη των δύο φύλων όσο και στην αμερικανική εσωτερική πολιτικοκοινωνική αντιπαράθεση της εποχής, ένα από τα ­λιγότερο γνωστά διαμάντια της φιλμογραφίας του Ίστγουντ.

Ευαίσθητη πάνω στα θέματα γυναικείας ενηλικίωσης («Αυτόχειρες Παρθένοι», «Χαμένοι στη Μετάφραση», «Μαρία Αντουανέτα» ), η Σοφία­ Κόπολα διασκευάζει έπειτα από 36 χρόνια την ταινία του Σίγκελ, μένοντας πιστή στην πλοκή, μεταθέτοντας όμως ελαφρά το δραματικό βάρος προς τη θηλυκή πλευρά, η οποία είναι η πλέον αντιφατική και (γι’ αυτό ) η πιο ενδιαφέρουσα. Γύρω από την αυστηρή και πειθαρχημένη μις Μάρθα τής για άλλη μία φορά υποδειγματικής Νικόλ Κίντμαν, διαφορετικές γυναικείες ψυχοσυνθέσεις δελεάζονται και απωθούνται από το επιβλητικό αρσενικό, αλλάζοντας έτσι τη δυναμική της απομονωμένης μικροκοινωνίας.

Η Κόπολα φορτίζει­ με μεγάλη ένταση την αναταραχή που προκαλεί ο στριμωγμένος από τις περιστάσεις στρατιώτης (ο οποίος εκμεταλλεύεται την εξουσία του φύλου του ) και η οποία δεν αργεί να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Κρατώντας τον πόλεμο σε απόσταση, σπρώχνει σε δεύτερο επίπεδο την πολιτική παραβολή κι επικεντρώνεται στη μάχη μεταξύ αρσενικού και θηλυκού, δυναμώνει το σασπένς κι επιβάλλει μια γοτθική, απειλητική ατμόσφαιρα (φωτογραφία από τον Φιλίπ λε Σουρ του «The Grandmaster» του Γουόνγκ Καρ-Βάι ), για να κερδίσει το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κανών και πιθανότατα αρκετές υποψηφιότητες στα επερχόμενα Όσκαρ.

ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 94΄. Διανομή: UIP.

http://www.athinorama.gr/

Η Αποπλάνηση

The Beguiled

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Δραματική

ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 2017

ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: ΗΠΑ

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93

ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡ.

Σκηνοθεσία: Σοφία Κόπολα

Πρωταγωνιστούν: Νικόλ Κίντμαν, Κόλιν Φάρελ, Κίρστεν Ντανστ

Ενώ βρίσκεται φυλακισμένος στο Ομοσπονδιακό Οικοτροφείο Θηλέων, ένας τραυματισμένος στρατιώτης κερδίζει με τον τρόπο του τις καρδιές των μοναχικών γυναικών, προκαλώντας τες να στραφούν η μία ενάντια στην άλλη και τελικά εναντίον του.

Από τον

ΘΟΔΩΡΗ

ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

Η ταινία The Beguiled έχει μια παράξενη φεστιβαλική διαδρομή: το πρωτότυπο φιλμ του 1971, σε σκηνοθεσία Ντον Σίγκελ, με τον Κλιντ Ίστγουντ, είχε προταθεί για το Φεστιβάλ Καννών εκείνης της χρονιάς με τη μεσολάβηση του επιδραστικού παράγοντα Πιερ Ρισιάν, αλλά οι Αμερικανοί παραγωγοί αρνήθηκαν τη συμμετοχή. Σαράντα έξι χρόνια μετά, το remake της Σοφία Κόπολα βρήκε μια θέση στο Διαγωνιστικό Τμήμα και τιμήθηκε με το Βραβείο Σκηνοθεσίας μόλις η δεύτερη γυναίκα που το καταφέρνει. Έτσι, η ιστορία ενός στρατιώτη που τραυματίζεται στο μέτωπο και καταλήγει στα περιποιητικά χέρια (και στα διψασμένα μάτια) ενός μικρού οικοτροφείου που εκπαιδεύει κορασίδες για να γίνουν σωστές κυρίες αλλάζει οπτική, και «εκθηλύνεται», σύμφωνα με την πάγια πρακτική της Αμερικανίδας σκηνοθέτιδος να διαβάζει την πλοκή μέσα από το πρίσμα του γυναικείου ψυχισμού εξαίρεση το Somewhere.

Η δεσποινίς Μάρθα της Νικόλ Κίντμαν κρατά τις ισορροπίες, ακολουθώντας τις χριστιανικές αρχές της ελεημοσύνης, τις ανθρώπινες της συμπόνιας και τις προσωπικές μιας γυναίκας με σύντομο «κοσμικό» παρελθόν και ισχυρή αίσθηση της προστασίας, μια αυτοάμυνα συντήρησης μαζί με την ευθύνη για το ντρεσαρισμένο ποίμνιο.

Ο πληγωμένος ήρωας δεν είναι πλέον το αρσενικό, απειλητικό αρπακτικό του Προδότη, όπως είχε μεταφραστεί η εκδοχή του Σίγκελ, αλλά ένας ύποπτος παρείσακτος σε έναν γυναικωνίτη, όπου τα μέλη, από την διευθύντρια και τη δασκάλα μέχρι τις μαθήτριες, τον κοιτάζουν αρχικά με φόβο και στη συνέχεια εξετάζουν όλες τις πιθανές, λογικές λύσεις για να τον ξεφορτωθούν ή να τον κρατήσουν, αλλά και να τον αξιοποιήσουν, αν μπορούν. Η έπαυλη, σαν ιερό που στεγάζει καλούς τρόπους και εκλεπτυσμένο πολιτισμό εν μέσω βαρβαρότητας, αποδίδεται εμφατικά, σαν ελληνικός ναός (με τις ιωνικές κολόνες και την Greek Revival τεχνοτροπία που είχε εξαπλωθεί το 19ο αιώνα σε ένα κομμάτι της ψαγμένης Αμερικής), αντιτίθεται στον ειδυλλιακό περίγυρο, που απεικονίζεται με μαλακό φως και παστοράλ αντανακλάσειςμια όαση που λειτουργεί ως ουδέτερο καταφύγιο. Η δεσποινίς Μάρθα της Νικόλ Κίντμαν κρατά τις ισορροπίες, ακολουθώντας τις χριστιανικές αρχές της ελεημοσύνης, τις ανθρώπινες της συμπόνιας και τις προσωπικές μιας γυναίκας με σύντομο «κοσμικό» παρελθόν και ισχυρή αίσθηση της προστασίας, μια αυτοάμυνα συντήρησης μαζί με την ευθύνη για το ντρεσαρισμένο ποίμνιο. Οι υπόλοιπες κυμαίνονται από την αθωότητα ως την πονηριά, με ενδιάμεσο σταθμόκλειδί τον πιο δύσκολο ρόλο, αυτόν της Εντουίνα της Κίρστεν Ντανστ, μιας εγκλωβισμένη ψυχής, που τοποθετείται ανάμεσα στο καθήκον και την απόδραση, την ερωτική αλλά και την πνευματική. Ανέκαθεν το ντεκόρ απασχολούσε σοβαρά τη Σοφία Κόπολα και η περίοδος του Αμερικανικού Εμφυλίου δεν αποτελεί μόνο μια αφορμή για ένα υπέροχο, συμβολικό σκηνικό αλλά και πρόθεση για αναφορά στα διλήμματα απέναντι στην υποδοχή και στη μεταχείριση του Ξένου ειδικά όταν η σύγχρονη Αμερική προδίδει την έννοια της μετανάστευσης, ξεχνώντας πανηγυρικά τους καλούς της τρόπους αλλά και τους νόμους που τη θεμελίωσαν ως έθνος.

Η πηγή της ταινίας, το μυθιστόρημα του Τόμας Κάλιναν, γράφτηκε το 1966 και σαφώς μιλάει για μια Αμερική στα πρόθυρα του διχασμού, άσχετα με τον χειρισμό του Ντον Σίγκελ και τη μάλλον απρόσμενη απόφαση του να καταπιαστεί με τόσους γυναικείους χαρακτήρες. Για την Κόπολα, η μετατόπιση του βλέμματος είναι φυσική και συμβαίνει οργανικά. Στην πιο άμεση ταινία της, περισσότερο και από τις Αυτόχειρες Παρθένους, καταφέρνει να διαβιβάσει τον προβληματισμό της για τη φύση και τη θέση της γυναίκας σε μια ακραία κατάσταση, χρησιμοποιώντας τον χαρακτήρα του λοχία Τζον Μακμπάρνι ως καταλύτη. Το κάνει αποτελεσματικά, με απλότητα και αφηγηματική οικονομία, χωρίς τη φιλοδοξία που πριν από χρόνια τής στοίχισε μια διχαστική υποδοχή για την αδικημένη, παραγνωρισμένη Μαρία Αντουανέτα, και πάλι στις Κάννες.

www.lifo.gr

ΚΡΙΤΙΚΗ 25 JUN Πόλυ Λυκούργου

6 Στα 10

Mε μαγική, υπνωτική κινηματογράφηση (που της χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες), πιο ανθρώπινους ήρωες, ένα βλέμμα κατανόησης και δαιμονισμένο χιούμορ, η Σοφία Κόπολα κατεβάζει τους τόνους στην ταινία του Ντον Σίγκελ, αλλά και ταυτόχρονα και την ένταση του σασπένς.

Βιρτζίνια, 1864. Ο Νότος διανύει την τρίτη χρονιά του Εμφυλίου Πολέμου, που έχει αποδειχθεί καταστροφικός. «Ο Νότος δεν συνειδητοποιεί τα τεράστια υλικά αποθέματα του Βορρά και ο Βορράς δεν συνειδητοποιεί το πείσμα για αντίσταση του Νότου» είχε πει προφητικά ο Στρατηγός Λι και είχε δίκιο. Οι οικογένειες που έχουν υποστεί το μεγαλύτερο πλήγμα έχουν αφήσει τα παιδιά τους σε οικοτροφεία, για να βρίσκουν τουλάχιστον πιο εύκολα ένα ζεστό φαγητό κι ένα ασφαλές περιβάλλον. Εκεί έχουν ξεχαστεί τα πέντε κορίτσια της ιστορίαςπολλά από αυτά έχοντας χάσει γονείς κι αδέλφιαστο σχολείο θηλέων της Μάρθα Φάρνσγουορθ, όπου καλλιτεργούν τον κήπο και διδάσκονται γαλλικά, οικοκυρικά, καλούς τρόπους. Οταν η μικρή Εϊμι, στη συνηθισμένη της βόλτα στο δάσος για να μαζέψει μανιτάρια, πέφτει πάνω σέναν λαβωμένο στρατιώτη του Βορρά, αυτοί οι καλοί τρόποι και το χριστιανικό καθήκον την οδηγούν να τον βοηθήσει. Να φέρει τον εχθρό στο σπίτι. Ολα τα κορίτσια, τόσο τα μικρότερα όσο και τα έφηβα, αλλά και οι δύο καθηγήτριεςη σοβαρή, συντηρητική Εντουίνα αλλά και η ίδια η μεσήλικη δειυθύντρια Φάρνσγουορθ αντιμετωπίζουν τον ερχομό του ξένου με ένα αρχικό φόβο, αλλά και αδιαπραγμάτευτο ηθικό χρέος. Να τον βοηθήσουν, να τον γιατρέψουν και μετά να τον παραδώσουν στον Συνομοσπονδιακό στρατό ως αιχμάλωτο. Σταδιακά όμως, ο στρατιώτης βρίσκει τον τρόπο να πλανέψει («beguile») τα κορίτσιανα ξυπνήσει ένστικτα κι ανάγκες που οι γυναίκες κουβαλούσαν σε λήθαργο: είτε γιατί άργησε η ενηλικίωσή τους, είτε γιατί λόγω πολέμου τούς είχε προσπεράσει οδηγώντας σε αδιέξοδη μοναξιά. Όσο ο αιχμάλωτός τους προσπαθεί να επιβιώσει και τις χειρίζεται για το συμφέρον του, τόσο ο γυναικείος ανταγωνισμός οδηγεί την ατμόσφαιρα στα άκρα. Και στο τέλος, ποιος εξαπατά ποιον;

Το 1971 η ομώνυμη ταινία του Ντον Σίγκελ, με πρωταγωνιστές τον Κλιντ Ιστγουντ στο ρόλο του λοχία Τζον ΜακΜπάρνεϊ και την Τζέραλντιν Πέιτζ ως διευθύντρια Μάρθα Φάρνσγουορθ είχε αφήσει το σημάδι της. Ενα γεμάτο σασπένς θρίλερ, όπου για πρώτη φορά η γυναικεία σεξουαλικότητα και διεκδίκηση έπαιρναν έναν πρωταγωνιστικό, ζοφερό ρόλο που κινούσε τα νήματα της πλοκής. Σκοτεινό, τολμηρό, αιχμηρό το «Beguiled» του Σίγκελ παρουσιάζε τον άντρα ως θήραμα και θύμα και τις γυναίκες ως κυνηγούς. Με ένα τίμημα, βέβαια. Οι πρωταγωνίστριες ήταν αρκετά σχηματικά κατασκευασμένες, στερεότυπα στερημένες, ανταγωνιστικές και σατανικές. Από την παρθένα μέχρι τη γεροντοκόρη κι από την ανταγωνιστική πιτσιρίκα στην καψωμένη έφηβηένας εύκολος αφηγηματικός δρόμος.

Πιστεύουμε ότι για αυτό η Σοφία ΚόπολαΑυτόχειρες Παρθένοι», «Χαμένοι στη Μετάφραση», «Somewhere») θέλησε να επαναφέρει αυτή τη συγκεκριμένη ιστορία στο κινηματογραφικό προσκήνιο. Στην πρώτη της αναμέτρηση με την πρόκληση ενός remake, η σκηνοθέτης που βυθίζεται πάντα με κατανόηση και τρυφερότητα στην γυναικεία καρδιά, θέλησε κι εδώ να αποδώσει με δικαιοσύνη την πλευρά των κοριτσιώντα κίνητρα και τις προθέσεις τους. Η δική της Μάρθα Φάρνσγουορθ (με την Νικόλ Κίντμαν να ισορροπεί με χειρουργική ακρίβεια στο ρόλο) δεν είναι μία κομπλεξική, εκδικητική, στεγνή μεγαλοκοπέλα. Την ξαναέγραψε με ανθρωπιά, καλοσύνη, αίσθηση δικαίουπαρόλη την πειθαρχία και την αυστηρότητα που απαιτεί η θέση της. Η Κάρολ της Ελ Φάνινγκ δεν είναι μια απροκάλυπτα ξαναμμένη έφηβη, η οποία δε σταματά σε τίποτα. Είναι ένα κορίτσι με υγιή σεξουαλική περιέργεια. Η κουμπωμένη, πουριτανή Εντουίνα (η Κίρστεν Ντανστ της προσδίδει ισόποσα θλίψη και δύναμη) παίρνει το πάνω χέρι, έστω κι αργά στο να διεκδικήσει την ευτυχία τηςμε όποιο τίμημα. Κι όσο για τον λοχία του Κόλιν Φάρελ, η Κόπολα τον απογυμνώνει: ξεσκεπάζει μαζί με το σώμα του και τα κίνητρά του, τον δείχνει όσο χειριστικό και ωφελιμιστή είναι. Οι γυναίκες δεν «τρελάθηκαν». Τις τρέλανε εκείνοςείχε ρόλο κι ευθύνη σε αυτό.

Με μία κινηματογράφηση απάραμιλλης ομορφιάς, η Κόπολα πηγαίνει κι ένα βήμα πιο πέρα. Αποτυπώνει τα ληθαργικά τοπία του Νότου ως μεταφορά των ξεχασμένων, όσο οι άντρες πολεμούν, γυναικών: οι ακίνητες θεώρατες λεύκες που δεσπόζουν επιβλητικά και γεμίζουν την ατμόσφαιρα με ένα απόκρυφο πέπλο γύρης, τα βαλτωμένα νερά με τη σήμα κατατεθέν υγρασία να εντείνει την ηδονή της εικόνας, το πανόραμα της φύσηςόλα χρησιμοποιούνται υπόκωφα ως ο αφηγητής της ιστορίας, ως ένας ακόμα χαρακτήρας. Ενα ακόμα στοιχείο κατανόησης της ιστορικής στιγμής, της γυναικείας απομόνωσης, του λαβωμένου κοινωνικού ιστού.

Η Κόπολα επιλέγει να κρατήσει χαμηλόφωνους και βραδυφλεγείς ρυθμούς, όσο ο Σίγκελ έφτανε την υστερία στα κόκκινα. Να ενισχύσει το περιβάλλον της ταινίας με ελαφρότητα, σαρκασμό, δαιμονισμένο χιούμορ. Ειδικά οι σκηνές ενός καθωσπρεπισμού που καταρρέει με κρότο, οι διάλογοι στα γεύματα, οι ανταγωνιστικές θηλυκές σπόντες (όσο οι γυναίκες διεκδικούν την προσοχή και την προτίμηση του αρσενικού) αλλά κι ο τρόπος που οργανώνεται η εκδίκηση, έχουν ένα τόνο σαφέστατα σαρκαστικό και κατάμαυρα αστείο.

Όλες αυτές οι καλές προθέσεις όμως έχουν ένα μεγάλο μειονέκτημα: με τους χαρακτήρες πιο ανθρώπινους, την ένταση χαμηλωμένη και το χειρισμό στο correct, έχει χαθεί η αιχμηρότητα, η τολμηρότητα και η εξτρίμ διάσταση genre τρόμου και γκόθικ σασπένς, αλλά και του κοινωνικού σχόλιου για το σεξουαλικό παιχνίδι γάτaςποντικιού ανάμεσα στα δύο φύλα. Χωρίς διέγερση, εμμονές, φρενίτιδα, παραλήρημα η μακάβρια κοινή συνενοχή του τέλους δεν κολλάει τόσο. Δεν σε αφήνει με το ίδιο σοκ, την ενόχληση και την εσωτερική αναστάτωση της ταινίας των 70ς.

Πέρα από συγκρίσεις κι επί μέρους αντιρρήσεις όμως, η κάμερα της Κόπολα έχει πάντα αυτή την ήρεμη δύναμη, τη ξεκάθαρη γοητεία και τη γλυκύτητα με την οποία πλησιάζει και το πιο σκληρό θέμα της, που τελικά σε παρασύρει. Το βλέμμα της σκηνοθέτιδας είναι η πραγματική αποπλάνηση της ταινίας, πέρα και πάνω από ήρωες και ιστορίες.

http://flix.gr/

** Η αποπλάνηση Νίνος Φενέκ Μικελίδης

The Beguiled. ΗΠΑ, 2017. Σκηνοθεσία: Σοφία Κόπολα. Σενάριο: Ηθοποιοί: Νικόλ Κίντμαν, Κόλιν Φαρέλ, Ελ Φάνινγκ, Άντισον Ρίκε,

Με τις σεξουαλικές εντάσεις και τις αντιπαλότητες σ’ ένα οικοτροφείο κοριτσιών στον αμερικανικό Νότο στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου καταπιάνεται η βραβευμένη με Όσκαρ Αμερικανίδα Σοφία Κόπολα στην ταινία της «The Beguiled», ριμέικ στην πραγματικότητα της ομότιτλης ταινίας που γύρισε το 1971 ο Ντον Σίγκελ, με τον ελληνικό τίτλο «Ο δραπέτης», και με πρωταγωνιστή τον Κλιντ Ιστγουντ, στο ρόλο ενός τραυματισμένου στρατιώτη του Βορρά που βρίσκει άσυλο στο οικοτροφείο.

Γυναίκες όλων των ηλικιών, ξεκινώντας από τη 13χρονη Μαίρη (Άντισον Ρίκε), που ανακαλύπτει τον πληγωμένο στρατιώτη και τον μεταφέρει στο οικοτροφείο, περνώντας από τη νεαρή Αλίσια (Ελ Φάνινγκ) και φτάνοντας ως την Εντουίνα (Κίρστεν Ντανστ) και τη διευθύντρια του οικοτροφείου, Μάρθα (Νικόλ Κίντμαν), που η παρουσία του μοναδικού άντρα (Κόλιν Φαρέλ) ανατρέπει την καθημερινή, ανιαρή ζωή τους, με τον στρατιώτη να προσπαθεί να τις εκμεταλλευτεί. Όταν όμως η Μάρθα, εξαιτίας ενός ατυχήματος, αναγκάζεται να του κόψει το ένα πόδι, που ο στρατιώτης θεωρεί ως εκδίκηση από μέρους της, τα πράγματα θα οδηγήσουν σε ένα ξέσπασμα με τραγικά αποτελέσματα.

Εκεί όμως που ο Σίγκελ είχε δώσει μια πιο ρεαλιστική και πιο έντονη, από σεξουαλικής πλευράς, ατμόσφαιρα, με τις γυναίκες να αποκαλύπτουν τη ζωώδικη πλευρά τους, η Κόπολα επέλεξε να δώσει μια πιο ήπια, αποστειρωμένη εκδοχή, με το πρώτο ειδικά μέρος να μοιάζει περισσότερο σαν συνέχεια της ταινίας της, «Μαρία Αντουανέτα», με τα κορίτσια να περιφέρονται και να φλερτάρουν με λεπτότητα, σχεδόν παιχνιδιάρικα, τον στρατιώτη, να τον διασκεδάζουν με ωραία δείπνα και μουσική στο ωραία φωτογραφημένο αρχοντικό της Βιρτζίνια, που φέρνει στο νου αρχοντικά από το «Οσα παίρνει ο άνεμος» – ακόμη και μια σκηνή, όπως εκείνη όπου η Κίντμαν πλένει τον μισόγυμνο, αναίσθητο Φαρέλ, δεν κατάφερε να έχει τον ερωτισμό που απαιτούσε.

Με την απλή αυτή, επιφανειακή, προσέγγιση δεν βγαίνει στην επιφάνεια το πάθος των σεξουαλικά καταπιεσμένων, απομονωμένων σε οικοτροφείο, γυναικών, με τις καλύτερες τελικά από εικαστικής πλευράς σκηνές να είναι εκείνες όπου ο κάμεραμαν Φιλίπ Λε Σουρντ εμπνέεται από τον «Μπάρι Λίντον» για να τις φωτίσει, μόνο με το φως των κεριών, ενώ, αντίθετα, ο Φαρέλ, εκεί που χρειαζόταν να δώσει μια πιο σκληρή, μάτσο συμπεριφορά στο ρόλο του, αντιδρά με υπερβολική συχνά ευγένεια στις διάφορες προτάσεις των γυναικών, περισσότερο σαν τζέντλεμαν του Νότου παρά σαν αγροίκος, πονηρός, στρατιώτης του Βορρά, με τη σκηνοθέτρια να αποφεύγει να δώσει άμεσα και σε όλη τη φρίκη της (όπως αντίθετα είχε κάνει ο Σίγκελ) τη σκηνή του ακρωτηριασμού του ποδιού του στρατιώτη.

Με την Κόπολα, δυστυχώς, να περιορίζεται στο να δώσει μια φεμινιστική πλευρά στο ψυχόδραμά της, εκεί που η ιστορία απαιτούσε ένα ωμό, βουτηγμένο στα πάθη και την εκδίκηση, θρίλερ, όπως το είχε πετύχει η ταινία του Σίγκελ και το μυθιστόρημα του Τόμας Κάλιναν, A Painted Veil, στο οποίο βασίστηκαν οι δυο ταινίες.

https://www.enetpress.gr/

Ο πόλεμος των δύο φύλων σε δαντελένιο ντεκόρ

Συντάκτης: Λήδα Γαλανού

Το μυθιστόρημα του Τόμας Κάλιναν του 1966, «Η αποπλάνηση», που το 1971 μετέφερε στο σινεμά ο Ντον Σίγκελ, διασκευάζει η Σοφία Κόπολα, με πρωταγωνιστές τους Νικόλ Κίντμαν, Κίρστεν Ντανστ, Ελ Φάνινγκ, Κόλιν Φάρελ. Ακόμα μεταξύ άλλων, στους κινηματογράφους οι ταινίες «Spider-Man: Η επιστροφή στον τόπο του», «Ο πιλότος», «Απροσδόκητος έρωτας».

Η αποπλάνηση, (The Beguiled, ΗΠΑ, 2017, 93’) ★★★☆☆

σκηνοθεσία: Σοφία Κόπολα

ηθοποιοί: Νικόλ Κίντμαν, Κίρστεν Ντανστ, Ελ Φάνινγκ, Κόλιν Φάρελ

Σε μια σύγχρονη auteur εξελίσσεται η Σοφία Κόπολα, μια δημιουργός που όχι απλώς επιμελείται και υπογράφει με τη δική της ταυτότητα την κάθε πτυχή των ταινιών της, αλλά και το ώς τώρα έργο της («Αυτόχειρες παρθένοι», «Χαμένοι στη μετάφραση», «Μαρία Αντουανέττα», «Somewhere», «The Bling Ring») διατρέχουν οι ίδιοι προβληματισμοί σε όσο διαφορετικό περιβάλλον κι αν διατυπώνονται.

Η Κόπολα έχει το δικό της, κομψό, cool, σκοτεινό κοριτσίστικο σύμπαν κι εκεί προσκαλεί τις ταινίες της να ζήσουν και να ωριμάσουν.

Αυτή τη φορά η Κόπολα διασκευάζει το μυθιστόρημα του Τόμας Κάλιναν του 1966, που το 1971 μετέφερε στο σινεμά ο Ντον Σίγκελ.

Στην ταινία, στον ρόλο που έκανε κλασικό τότε η Τζέραλντιν Πέιτζ, η Νικόλ Κίντμαν υποδύεται τη διευθύντρια ενός σχολείου θηλέων στον αμερικανικό Νότο, στη διάρκεια του εμφύλιου, που μαζί με τη δασκάλα (Κίρστεν Ντανστ) και πέντε μαθήτριες (επικεφαλής η Ελ Φάνινγκ) αναγκάζονται να περιθάλψουν έναν τραυματία στρατιώτη των Βορείων (ο Κόλιν Φάρελ αναμετριέται με την αρρενωπότητα του Κλιντ Ιστγουντ της πρώτης βερσιόν), ο οποίος απειλεί ν’ ανατινάξει τις ισορροπίες με την αντρική παρουσία του.

Κι έτσι μια ιστορία με τον χαρακτήρα του pulp novel ή της b-movie, φτιαγμένη για να καταδείξει τη δύναμη της αντρικής σεξουαλικότητας πάνω στην πιο ευάλωτη γυναικεία φύση, αντιστρέφει την ταυτότητά του, ξετυλίγεται από τη γυναικεία πλευρά και μεταμορφώνεται σε μια μαύρη, θριαμβευτική, γεμάτη κυνισμό ματιά στη γυναίκα όλων των εποχών και στον νεο-φεμινισμό.

Η «Αποπλάνηση» είναι αμφίδρομη κι έχει το επάνω χέρι όποιος προλάβει πιο γρήγορα να εκμεταλλευτεί τον αισθησιασμό του: κι αυτός ως επί το πλείστον δεν είναι ο λαβωμένος, σφετεριστής, ακαταμάχητος Βόρειος που θέλοντας και μη -κυρίως μη- εξαρτάται από την ευγένεια και τις καλές προθέσεις των οικοδεσποινών του.

Με τη χαρακτηριστική μουσική των Phoenix, το μοντάζ της Σάρα Φλακ και κυρίως τη φωτογραφία του Φιλίπ λε Σουρ (υπεύθυνου για τίποτε λιγότερο από το «The Grandmaster» του Γουόνγκ Καρ-Γουάι), η Κόπολα ντύνει την ταινία της με λευκή γάζα και λευκή δαντέλα -και τα δύο διάφανα υλικά που σκίζονται εύκολα- και τη σκεπάζει με την πνιγηρή ομίχλη του έλους και της υγρασίας, με το θρόισμα της κλαίουσας ιτιάς καθώς την παγιδεύει σε μια αριστοκρατική έπαυλη του Νότου.

Η εικόνα της έχει την ονειρική, ρετρό θαμπάδα όλων των ταινιών της. Ο Κόλιν Φάρελ είναι τόσο σέξι, τόσο συνοφρυωμένος, τόσο μελαχρινός, τόσο πρότυπο του άντρα-πειρασμού που η μορφή του και μόνο αρκεί για να ενσαρκώσει τον ρόλο του, ωστόσο δεν μένει εκεί, ο δικός του δεκανέας Τζον ΜακΜπέρνι είναι γεμάτος ενέργεια και πολύπλοκες διακυμάνσεις νικητή και ηττημένου.

Αντίστοιχα οι θεαματικές πρωταγωνίστριες της ταινίας, η καθεμιά ξεχωριστά κι ακόμα περισσότερο ως ομάδα, αναλαμβάνουν τους ρόλους τους με πυγμή και μαζί χιούμορ, ξεδιπλώνοντας κάθε πτυχή της γυναικείας εσωτερικής (και εξωτερικής ασφαλώς) δύναμης.

Σε αυτό το σύνολο με την πυκνή ατμόσφαιρα και τις απολαυστικές ερμηνείες, η Κόπολα μεταφέρει την πληροφορία της σεξουαλικής καταπίεσης, του αδιέξοδου πόθου, του ερωτισμού ως εργαλείο εξουσίας.

Αλλά δεν αξιοποιεί το βάθος των ερεθισμάτων που της δίνονται, μένει στη φόρμα, στην επιφάνεια και στη δαντελένια αισθητική της, αναφέροντας, αλλά όχι εμβαθύνοντας, ούτε κι αφήνοντας τα ένστικτα να συγκρουστούν σε μια κορύφωση, παρά το γεμάτο σαρδόνιο χιούμορ φινάλε της ταινίας.

Το «The Beguiled» είναι μια ταινία που αποπλανεί τα μάτια, όχι τόσο το μυαλό, υπερβολικά ήσυχη για ν’ αποκτήσουν κύρος τα νοήματα που θέλει ν’ αποδώσει.

Είναι ωστόσο μια ταινία βαθιά γυναικεία, με την πιο αιχμηρή και σύγχρονη σημασία αυτού του όρου στο σινεμά και στη ζωή, γι’ αυτό κι άξια του Φοίνικα Σκηνοθεσίας που κέρδισε στο φετινό Φεστιβάλ Κανών -μόλις η δεύτερη γυναίκα σκηνοθέτης στην Ιστορία- κι ένα φιλμ που θα συζητιέται σίγουρα για καιρό, αν όχι για όσα κατάφερε, σίγουρα για όσα θέλησε και για τη φινέτσα με την οποία περιποιήθηκε τα πιο ζωώδη και πιο διαχρονικά ένστικτα στην πάλη των δύο φύλων, έναν άλλο εμφύλιο.

https://www.efsyn.gr

Η Αποπλάνηση , 2017

(The Beguiled)

Είδος

Μελόδραμα εποχής

06 Ιουλίου 2017

Με φεμινιστικές αποχρώσεις, η Κόπολα μεταφέρει στο σινεμά ένα μελόδραμα γοτθικού τρόμου για έναν πληγωμένο δεκανέα του Αμερικανικού Εμφύλιου που βρίσκει καταφύγιο (και μια ιδιότυπη «λύτρωση») σε ιεροδιδασκαλείο γυναικών.

Η νέα ταινία της Κόπολα, που έκανε πρεμιέρα τον Μάιο στις Κάννες, μεταφέρει στο πανί το μυθιστόρημα του Τόμας Κάλιναν, «The Painted Devil» (1966), το οποίο είχε πρωτοδιασκευάσει πριν από 46 χρόνια ο Ντον Σίγκελ με τον Κλιντ Ίστγουντ και την Τζεραλντίν Πέιτζ στους ρόλους του Φάρελ και της Κίντμαν αντίστοιχα. Δεδομένου δε ότι η Κόπολα κράτησε τον ίδιο τίτλο της ταινίας του 1971, ε, μπορεί να εκληφθεί και ως ριμέικ της. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου σε ένα απόμερο ιεροδιδασκαλείο γυναικών του Νότου, όπου έξι-επτά θηλυκά διαφόρων ηλικιών ζουν μελετώντας τις γραφές, γαλλικά και πιάνο. Μια μέρα, η 11χρονη οικότροφος, Έιμι (Λόρενς), εκεί που μαζεύει μανιτάρια βρίσκει καταγής έναν βαριά πληγωμένο στρατιώτη. Πρόκειται για τον ιρλανδό δεκανέα των Βόρειων, Τζον ΜακΜπέρνι (Φάρελ), που έχοντας αποφασίσει να λιποτακτήσει κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να πάει και από φίλια και από εχθρικά πυρά. Η πρεσβύτερη και διευθύντρια του σεπτού οικοτροφείου, Μάρθα (Κίντμαν), με την ομόφωνη συναίνεση των υπόλοιπων γυναικών, αποφασίζει να μην παραδώσουν τον τραυματία στους Νότιους, αλλά να τον περιθάλψουν μέχρι να γίνει καλά.

Πλην όμως, η παρουσία ενός κλινήρη, ημίγυμνου και αναμφίβολα σέξι (αχ, Κόλιιιιν!) άντρα μοιραία θα αναστατώσει και τα άλλα δυο ενήλικα θηλυκά του σπιτιού την Εντγουίνα (Ντανστ) και την Αλίσια (Φάνινγκ). Πράγμα που ο χειριστικός Τζον θα χρησιμοποιήσει δεόντως για ίδιον όφελος εξάλλου, η γοητεία που πάντα ασκούσε στους γύρω του είναι ένα από τα βασικά εφόδια επιβίωσής του. Μόνο που οι αναπόφευκτες αντιζηλίες μεταξύ των γυναικών, και οι επακόλουθες μελοδραματικές εξελίξεις μες στο οικοτροφείο κάποιος θα κουτρουβαλιαστεί στις σκάλες, μια σφαίρα θα σωριάσει με πάταγο έναν βαρύ πολυέλαιο στο πάτωμαθα θέσουν εν αμφιβόλω την εν λόγω επιβίωση…

Τατιάνα Καποδίστρια

http://tospirto.net

Η ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ (2017)

(THE BEGUILED)

ΕΙΔΟΣ: Δράμα

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σοφία Κόπολα

ΚΑΣΤ: Κόλιν Φάρελ, Νικόλ Κίντμαν, Κίρστεν Ντανστ, Ελ Φάνινγκ

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93′

ΔΙΑΝΟΜΗ: UIP

του Ηλία Φραγκούλη

Αμερικανικός Εμφύλιος. Λαβωμένος στρατιώτης των Βορείων κρύβεται σε εχθρικά εδάφη και εντοπίζεται από ανήλικο κορίτσι, μαθήτρια ιδιωτικού σχολείου θηλέων το οποίο θα τον περιθάλψει μέχρι την ανάρρωσή του. Η διαμονή του εκεί θα… ξυπνήσει τη γυναικεία φύση, την αντιπαλότητα που θα προκαλέσουν τα πάθη, αλλά και το ένστικτο επιβίωσης κάθε θηλυκού.

Μια γυναίκα μπορεί να καυλώσει έναν άνδρα με την ίδια ευκολία που μπορεί και να τον ευνουχίσει. Ασχέτως ηλικίας! Είναι μια ιδιαίτερα τολμηρή σκέψη, η οποία ίσως δεν περνά άμεσα από το μυαλό του θεατή της «Αποπλάνησης», αλλά σίγουρα γίνεται κατανοητή στην (ήδη all-time classic) σκηνή του δείπνου, παρουσία του μοναδικού άρρενος «καλεσμένου» όλων των θηλυκών του σχολείου, που για πρώτη φορά φτιασιδώνονται «στην τρίχα» για να διεκδικήσουν το μεγαλύτερο μερίδιο εκτίμησης και προσοχής τού… θηράματός τους.

Περισσότερο μια νέα μεταφορά του βιβλίου του Τόμας Κάλιναν παρά ένα «remake» του σαφώς ξεπερασμένου «Προδότη» (1971) του Ντον Σίγκελ, το φιλμ της Σοφία Κόπολα νοιάζεται κυρίως για τις ερμηνείες που δίνει στη γυναικεία ιδιοσυγκρασία, μέσα σε ένα κλειστό περιβάλλον το οποίο ασφυκτιά από τις σχέσεις ζήλιας και προδοσίας που αναπτύσσονται μεταξύ των ηρωίδων, με το μυαλό και το κορμί να σιγοβράζουν υπό την καταπίεση των κοινωνικών ρόλων αλλά και της «καλής συμπεριφοράς». Μην ξεχνάμε ότι ο χώρος δράσης είναι ένα αυστηρό ιδιωτικό σχολείο θηλέων, στο οποίο πλούσιες οικογένειες του αμερικανικού Νότου έστελναν τις θυγατέρες τους όχι μόνο για να διδαχθούν τα βασικά αλλά και για να επιστρέψουν στα αρχοντικά τους με τα… γαλλικά και το πιάνο τους, έτοιμες να νυμφευθούν (πιθανότερα) με ένα όσο το δυνατόν καλύτερο… συνοικέσιο συμφερόντων.

Σ’ αυτό το τεράστιο, επιβλητικό σπίτι του Νότου, ξαφνικά, οι κανόνες θα αντιστραφούν. Τα «φυλακισμένα» (από τα ήθη και τις αρχές τους) κορίτσια θα γίνουν οι… «δεσμοφύλακες» του ενός και μοναδικού άνδρα που θα γίνει (ουσιαστικά) ο κρατούμενός τους, θυμίζοντάς τους την πραγματική τους φύση. Ο πόθος θα αποσυντονίσει την όποια ισορροπία προσπαθούσαν να συγκρατήσουν μέχρι πρότινος οι (πιο ενήλικες, προφανώς, αν και όχι απαραίτητα «ώριμες») δασκάλες του σχολείου και κάπου εκεί θα ξεκινήσει ένα γαϊτανάκι κατάκτησης του αρσενικού, που μπορεί να υπόσχεται (από) την πρώτη σεξουαλική εμπειρία ή (και) ένα μέλλον φυγής από τον αυστηρό κλοιό ενός συνολικά «οικότροφου» βίου.

Ίσως να υπήρξε και η Κόπολα μια τέτοια περίπτωση, καθώς μεγάλωνε κάτω από τη σκιά της φήμης του πατέρα της, μέσα σε μια οικογένεια που ταυτίστηκε με τον χώρο του κινηματογράφου, γι’ αυτό και καταλαβαίνει ολόσωστα τους υπαινιγμούς του σεναρίου και καταφέρνει εδώ να κάνει ένα θαυμαστό comeback που αιτιολογεί την οντότητά της και τη σημασία του δικού της ονόματος, πια, με μια ταινία η οποία ταυτίζεται εσωτερικά με την ίδια. Η επιτυχία της «Αποπλάνησης» είναι ξεκάθαρα ολόδική της. Η νατουραλιστική αίσθηση του φωτός των εσωτερικών πλάνων (που ειδικά στα νυχτερινά τους διαγράφουν την ποιότητα της κινηματογράφησης με φιλμ), το ταίριασμα του αργού (αρχικά) ρυθμού με το ολοένα και πιο κλειστοφοβικό περιβάλλον του σπιτιού, η σχεδόν απειλητική παρουσία της φύσης εκεί έξω, η απουσία μουσικής (και η εξαιρετική επιλογή του ηλεκτρονικού soundscape που δημιούργησαν οι Phoenix για την κορύφωση του φινάλε), τα πάντα συντελούν σε μια άρτια σκηνοθετική δουλειά που κάπου μπορεί να φέρνει στον νου και «Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων» (1975) του Πίτερ Γουίαρ, χωρίς όμως τον αινιγματικό μυστικισμό που συνοδεύει το στοιχείο της φύσης εκεί.

Έργο παρατηρητικότητας, που δοκιμάζει την υπομονή στο συναίσθημα τόσο των ηρωίδων του όσο και του θεατή, ενδεχομένως, «Η Αποπλάνηση» υποστηρίζεται από ένα απίστευτα λειτουργικό καστ (ειδικά στις γυναίκες) το οποίο έχει τοποθετηθεί καίρια… ηλικιακά, τονίζοντας το γεγονός ότι πίσω από την επιφάνεια κάθε θηλυκού, τα χρόνια δεν φέρνουν καμία διαφορά στη συμπεριφορά. Όλες τους έχουν γεννηθεί γι’ αυτόν τον πόλεμο. Η ηλικία ορίζει μονάχα τη θέση μάχης…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αναμφισβήτητα η καλύτερη ταινία του φετινού καλοκαιριού, ένα έργο που θα άντεχε στον ανταγωνισμό της κάθε εποχής, και μαζί μια δυναμική επιστροφή για τη Σοφία Κόπολα που λίγο έλειψε να μπει για τα καλά στη λίστα των «ξεγραμμένων» ύστερα από δύο τεράστιες αποτυχίες («Somewhere», «Οι Ύποπτοι Φορούσαν Γόβες»). Όχι ένα στερεοτυπικά γυναικείο φιλμ, σίγουρα, η «Αποπλάνηση» προσφέρει απολαύσεις για κάθε φύλου θεατή, αρκεί να μην περιμένει κανείς εκρήξεις δράσης ή αναφορές στο εμπόλεμο background. Σταδιακά, αποκτά διαστάσεις ψυχολογικού θρίλερ που αγγίζει κάπου και το goth, κάτι που θα ανακουφίσει σίγουρα τους (συνηθισμένους σε άλλους φιλμικούς ρυθμούς) αβόλευτους στο πρώτο μέρος του φιλμ. Είναι προφανώς μια πιο «παλιομοδίτικη» ταινία, που αναδίδει μια κάποια αίσθηση σεβεντίλας σκοπίμως, άρα το πιο adult κοινό θα την καταλάβει καλύτερα. Οι fans της Σοφία Κόπολα να σκεφτούν κάτι πιο κοντά στο «Αυτόχειρες Παρθένοι».

http://freecinema.gr/

Κάννες 2017: Στην «Αποπλάνηση» της Κόπολα, ο πόθος δε φέρνει ούτε λύτρωση ούτε συμφιλίωση

Παρότι πολύ δύσκολα θα βρεθεί στα βραβεία του φετινού φεστιβάλ, το νέο φιλμ της Κόπολα αποτελεί, ανεξάρτητα απ’ τις επιμέρους ατέλειες, την πρώτη ελπιδοφόρα ένδειξη για μια φιλμογραφία που βυθιζόταν σταθερά έπειτα απ’ τους «Χαμένους στη Μετάφραση».

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Για αρχή, οφείλω να πω πως κρατούσα μικρό καλάθι για την «Αποπλάνηση», το νέο φιλμ της Σοφία Κόπολα, πριν τη σημερινή πρωινή προβολή του στις Κάννες. Είναι που προσωπικά έχω χάσει εδώ και καιρό τη μεγάλο μέρος της πίστης μου στην σκηνοθέτιδα των αγαπημένων «Χαμένων στη Μετάφραση» και βεβαίως του τολμηρού ντεμπούτου των «Αυτόχειρων Παρθένων». Όχι πως η «Μαρία Αντουανέτα» άξιζε την περιφρόνηση που έλαβε, κάθε άλλο, όπως και να έχει όμως κάθε της ταινία μετά τους «Χαμένους» και μέχρι το «The Bling Ring» (κυκλοφόρησε ως «Οι Ύποπτοι Φορούσαν Γόβες» στα ελληνικά) κατέληγε τουλάχιστον ένα σκαλί πιο κάτω απ’ την προηγούμενη. Με την «Αποπλάνηση» όμως κάτι φαίνεται να αλλάζει. Όχι θεαματικά, αλλά να αλλάζει παρόλα αυτά.

Η τελευταία της ταινία αποτελεί τη δεύτερη κινηματογραφική εκδοχή που γνωρίζει το μυθιστόρημα του Τόμας Κάλιναν, «A Painted Evil», έπειτα από τον «Προδότη», το φιλμ του Ντον Σίγκελ με πρωταγωνιστή τον Ίστγουντ. Και παρότι μπορεί να θεωρηθεί ριμέικ διαφοροποιείται αισθητά απ’ αυτό, προσεγγίζοντας αυτή τη φορά την ιστορία απ’ τη σκοπιά των γυναικείων χαρακτήρων, αλλάζοντας το φινάλε και διατηρώντας αποστάσεις απ’ τον πιο θρίλερ χαρακτήρα που είχε η ταινία του Σίγκελ.

Η «Αποπλάνηση» (ο πρωτότυπος τίτλος «The Beguiled» σημαίνει «Ο Παραπλανημένος») εκτυλίσσεται στη Βιρτζίνια του 1864, στο τέλος του αμερικανικού εμφυλίου, και αφηγείται την αναστάτωση που προκαλεί στις ζωές των λιγοστών γυναικών ενός κλειστού σχολείου θηλέων ο ερχομός ενός τραυματισμένου στρατιώτη των Βορείων (Κόλιν Φάρελ). Οι «νότιες» κοπέλες περιθάλπουν τον εχθρό, ωστόσο σύντομα η παρουσία του θα ξυπνήσει ερωτικά πάθη που οδηγούν τα γεγονότα σε απρόβλεπτο μονοπάτι.

Νικόλ Κίντμαν (διευθύντρια), Κίρστεν Ντανστ (δασκάλα) και Ελ Φάνινγκ (μαθήτρια) αποτελούν κεντρικές φιγούρες ενός οικοτροφείου που μοιάζει περισσότερο με καταφύγιο απ’ τον πόλεμο ή αν προτιμάτε ένα «εκκολαπτήριο καλών τρόπων», το οποίο έχει μάθει να ζει υπό τους ήχους των κανονιοβολισμών. Ερμηνευτικά οι παρουσίες τους είναι παραπάνω από επαρκείς, ξεπερνώντας ακόμα και αυτή τη σχηματικότητα των χαρακτήρων που υποδύονται, με την Κόπολα να εξερευνά πάνω στον υποδόριο ανταγωνισμό τους τη σκοτεινή πλευρά του πόθου. Πάνω στον Φάρελ απ’ την άλλη, η Αμερικανίδα σκηνοθέτις χτίζει μια εκδοχή της απαγορευμένης επιθυμίας, την οποία ηλεκτρίζουν απ΄ τη μία η ιδιότητα του εχθρού και απ’ την άλλη οι σκιώδεις ψυχολογικοί χειρισμοί του απέναντι στις γυναίκες. Την ίδια στιγμή βέβαια, δε γίνεται να παραβλέψουμε το μαύρο χιούμορ της ταινίας, για χάρη του οποίου φροντίζει πρώτη και καλύτερη η Φάνινγκ.

Ορισμένες απότομες μεταβάσεις της πλοκής κάνουν την «Αποπλάνηση» να μπαλανσάρει δραματουργικά, ακριβώς τη στιγμή που μοιάζει έτοιμη να απογειωθεί μόνο και μόνο απ’ την υποβλητική της ατμόσφαιρα.

Αν κάτι διαφεντεύει οπτικά την «Αποπλάνηση», δεν είναι άλλο απ’ την ιδιαιτέρως υποβλητική φωτογραφία του Φιλίπ λε Σουρντ, η οποία υπό το φως των κεριών στα εσωτερικά πλάνα παραπέμπει ευθέως στο «Μπάρι Λίντον». Τούτη μάλιστα η φωτιστική λιτότητα λειτουργεί σε αρμονία με τη σκηνοθετική απλότητα που υιοθετεί η Κόπολα, μέσα από αρκετά γενικά και μεσαία πλάνα τα οποία δεν ενδιαφέρονται να κυνηγήσουν τις ούτως ή άλλως ανεπαίσθητες εκφράσεις στα πρόσωπα των ηρωίδων. Η «ησυχία» αυτή όμως καθώς και το πόσο προσεκτικά καδράρεται όλο αυτό το υπόγειο παιχνίδι διεκδίκησης πίσω απ’ την κλειστή πόρτα του δωματίου του στρατιώτη, κάνει τις απότομες μεταβάσεις της πλοκής να φαίνονται όλο και πιο άγαρμπες ή αδικαιολόγητες, ιδίως κατά το δεύτερο μισό της ταινίας.

Το ατύχημα στη σκάλα, το απρόσμενο ερωτικό ξέσπασμα της Ντανστ αμέσως μετά από ένα ξέσπασμα οργής του Φάρελ, η παθητική στάση που εκείνη ακολουθεί στη συνέχεια, ή το πόσο μηχανικά εξελίσσονται τα γεγονότα κατά το φινάλε, κάνουν την «Αποπλάνηση» να μπαλανσάρει δραματουργικά, ακριβώς τη στιγμή που μοιάζει έτοιμη να απογειωθεί μόνο και μόνο απ’ την υποβλητική της ατμόσφαιρα. Ακόμα κι έτσι όμως, η αίσθηση που αφήνει το φιλμ παραμένει συγκρατημένα θετική.

http://www.cinemag.gr

Sofia Coppola «Η αποπλάνηση» // Κριτική κινηματογράφου

Ιούλιος 11, 2017

Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

Η ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ

THE BEGUILED

Είμαστε στη Βιρτζίνια το 1864. Ένας στρατιώτης των Βορείων τραυματίζεται και βρίσκει καταφύγιο σε ένα οικοτροφείο θηλέων. Κανονικά θα πρέπει να τον παραδώσουν στις περιπόλους των Νοτίων, αλλά η διευθύντρια αποφασίζει να τον περιθάλψει και, κατά συνέπεια, να τον κρύψει. Αυτό ξυπνάει πόθους στα κορίτσια, αλλά, πολύ περισσότερο, και σε αυτόν για να ξυπνήσουν μέσα του τα βίαια ένστικτά του. Η ταινία γυρίστηκε την εποχή του πολέμου των ΗΠΑ με το Βιετνάμ, άρα μπορούσε να γίνει ένας άμεσος παραλληλισμός. Αυτό το ριμέικ έγινε το 2017, πάλι σε πολεμικό κλίμα, και κέρδισε το βραβείο καλύτερου σκηνοθέτη στις Κάννες, για τη Sofia Coppola, ενώ είχε προταθεί για το Χρυσό Φοίνικα, στο ίδιο Φεστιβάλ, όπως και για το βραβείο των κριτικών στο Indiewire, καλύτερης ξένης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ της Ιερουσαλήμ και του Μονάχου, όπως και για την Καλύτερη Ταινία στο Φεστιβάλ του Σύδνεϋ.

Η Sofia Coppola μας δίνει ένα ευχάριστο μελόδραμα που εστιάζει στον αμερικάνικο νότο. Ένας γοητευτικός στρατιώτης του στρατού των Βορείων, στο εχθρικό πεδίο, κατά τη διάρκεια του αμερικάνικου εμφυλίου, αφήνεται στη φροντίδα των γυναικών, σε ένα οικοτροφείο. Όσοι κατοικούν σε αυτό σκέφτονται διάφορα, ευφάνταστα θέματα που κινητοποιούν την απόλαυσή τους, η οποία έχει λανθάνουσες ερωτικές επιθυμίες, για έναν άνθρωπο που θα έπρεπε να ήταν εχθρός τους.

Είναι ένα ριμέικ της ταινίας που γυρίστηκε το 1971, βασισμένη στη νουβέλα του Thomas Cullinan, σκηνοθετημένη από το Don Siegel, με πρωταγωνιστή τον Clint Eastwood. Έχουμε μία ψυχοδυναμική αφήγηση που βασίζεται στα συναισθήματα για τους μαύρους και το ναρκισσισμό που ο απόηχος τους έχει δημιουργήσει και στις δύο πλευρές, και στους Νότιουςπολέμιους των υποστηρικτών των μαύρωνκαι στους Βόρειουςυποστηρικτές της ελευθερίας του ανθρώπου.

Η Coppola διηγείται την ιστορία με τρομερό γούστο και με ένταση, δένοντας μεταξύ τους εικόνες από την πρώτη σκηνή με την τελευταία, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η αφηγηματική απόλαυση στο θεατή, ακόμη, με ψυχρό τρόπο μας αφήνει να καταλάβουμε με ποιο τρόπο ο τίτλος, «Ο παραπλανημένος» στην κυριολεκτική μετάφραση, έχει να κάνει με τους διαφορετικούς χαρακτήρες, όπως υπάρχουν στην αφήγηση.

Ο Collin Farrell ενσαρκώνει το Τζον ΜακΜπάρνεϊ, ένα Ιρλανδό στρατιώτη, τυχοδιώκτη, που συντάσσεται με το στρατό των Βορείων, προσδοκώντας μία καλύτερη τύχη. Τώρα είναι κατεστραμμένος. Είναι τραυματισμένος στο πόδι, τρομοκρατημένος που έχει πιαστεί και βρίσκεται στην άλλη πλευρά. Είναι απογυμνωμένος από το ιδεολογικό του φορτίο, με άλλα λόγια διατηρεί την αντιπαλότητα με τους Νότιους, οι οποίοι τον έχουν εγκλωβίσει.

Στην ταινία είναι οδυνηρό όταν ανακαλύπτουμε ότι οι σκλάβοι τους είναι ήδη «φευγάτοι», άρα και σε αυτούς εστιάζεται ένα μέρος της συμπάθειάς μας. Εδώ λοιπόν ανακαλύπτουμε τη γυναικεία και φεμινιστική ματιά της Coppola, σε αυτή την ιστορία, κάτι που ο Don Siegel δεν έκανε. Είναι πιο φινετσάτο, χωρίς καμία σεξιστική φαντασία και φλασμπάκ, τα οποία είχε ο Siegel. Αντίθετα η Coppola μας χτυπά το καμπανάκι για την απειλή που θα προκύψει.

Ο ΜακΜπάρνεϊ βρίσκεται στο σημείο να έχει χάσει τη συνείδησή του και να ξεφύγει όταν ανακαλύπτει, στο γειτονικό δάσος, την εντεκάχρονη Άμι και, με μία εκπληκτική γοητεία ξεδιπλώνει το ταλέντο του για την επιβίωση, της προτείνει να την πάει στο σχολείο. Η διευθύντρια, Μάρθα, και η βοηθός της, Εντβίνα, ήταν απογοητευμένες, αλλά κινητοποιήθηκαν με αφορμή την κατάστασή του, ήταν η ευκαιρία που τους προσφερόταν για να δείξουν τη χριστιανική τους φιλανθρωπία, ξεκινώντας από την πεποίθηση ότι ο πόλεμος, με κάποιο τρόπο έχει τελειώσει. Αφού δεν υπάρχει κάποιο άλλο αρσενικό, το μοναδικό είναι ο βάτραχος της Άμι, βρήκαν ενδιαφέροντα αυτόν τον προσβεβλημένο άντρα που είναι ανίκανος να υπερασπίσει τον εαυτό του, βρίσκεται στο έλεός τους. Ο ΜακΜπάρνεϊ φαίνεται ότι ελκύει την κατσούφα Αλίσια, 18 ετών, που την ενσαρκώνει η Elle Fanning.

Με δεδομένο ότι τα κορίτσια είχαν μπερδευτεί και αναζητούσαν την έγκριση, η Μάρθα αποφασίζει να μην το δώσει στις ομοσπονδιακές περιπολίες, οι οποίες συχνά πέρναγαν από αυτό το μέρος, αλλά να τον περιποιηθεί, να του επιτρέψει να απασχολείται στον κήπο, να περιποιείται τα λουλούδια και να κρύβεται από τα αδιάκριτα βλέμματα των φίλων της. Κρυμμένος και «τιμωρημένος», ο ΜακΜπάρνεϊ αισθάνεται ασήμαντος κάτω από τα προσεχτικά βλέμματα των νεαρών γυναικών. Είναι η συνταγή για την καταστροφή. Η ένταση μπορεί να προκληθεί από το όπλο που είχε αφήσει ο πατέρας της Μάρθας σε αυτήν. Οι ήχοι του πολέμου, από την άλλη, λένε στον ΜακΜπάρνεϊ ότι το μέτωπο δεν είναι πολύ μακριά, άρα θα έχει την ευκαιρία να φύγει κάποια στιγμή.

Είναι καταπληκτική η διασκέδαση που επιφυλάσσουν οι γυναίκες στο δείπνο και στις μουσικές εκδηλώσεις για τους καλεσμένους τους. Η καλοσύνη και οι καλοί τρόπο της Μάρθας, εδώ την ενσαρκώνει η Nicole Kidman, είναι μία από τις ευχάριστες στιγμές της ταινίας. Το συναίσθημα απογειώνεται όταν βλέπουμε το οικοτροφείο ως ένα κήπο όπου σπέρνεις όμορφα λουλούδια και ανθίζουν, με τον πλέον παραδοσιακό τρόπο.

Θα κρατήσουμε κάποιες πολύ καλές σκηνές που θα μας δώσουν διαφορετικές συμπεριφορές προς ξεχωριστές κατευθύνσεις. Το σπάσιμο ενός κολιέ, οι χάντρες του χύνονται στο πάτωμα, αντί να είναι σε ένα γυναικείο λαιμό. Ένας πολυέλαιος που πέφτει στο πάτωμα μετά από έναν πυροβολισμό, κάτι που δε χρειάζεται μεταφορικής ερμηνείας, έρχεται όμως με την προηγούμενη σκηνή να δηλώσει τον πόλεμο και τις αψιμαχίες μέσα σε μία κοινωνία που γεννά αυτόν τον πόλεμο. Κάπως έτσι εκδηλώνεται μία δραματική ταινία, με στοιχεία θρίλερ, που ακουμπά τη νουάρ ατμόσφαιρα.

https://www.timesnews.gr/

7/7/17

Η Αποπλάνηση (The Beguiled) – Review / Κριτική

της Sofia Coppola. Με τους Colin Farrell, Nicole Kidman, Kirsten Dunst, Elle Fanning, Angourie Rice, Oona Laurence, Emma Howard, Addison Riecke

Η άλλη όψη του νομίσματος

του zerVo (@moviesltd)

Είναι 1971 και λίγο πριν καταπιαστεί με το σίριαλ του Dirty Harry, ο σκηνοθέτης Don Siegel μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το φημισμένο μυθιστόρημα του Thomas Cullinan, The Beguiled, που μόλις πέντε χρόνια πριν είχε αποτελέσει δυνατό μπεστ σέλλερ, με πρωταγωνιστές τον αγέρωχο Μπλοντ και την Οσκαρούχα Geraldine Page. Ένα δράμα πολεμικό, με κοινωνικές προεκτάσεις, όπου ο βασικός χαρακτήρας της πλοκής, που βέβαια ενσάρκωνε ο Clint, είναι το θύμα μιας φράξιας απομονωμένων, λόγω των αιματηρών ταραχών, γυναικών. Κοντά μισό αιώνα μετά, η κόρη Coppola παίρνει το πρωτότυπο θέμα και το αναλύει από την αντίθετη ακριβώς σκοπιά, αποκαλύπτοντας μέσα από την σπουδαίου ταλέντο δημιουργική της ματιά, την άλλη όψη, του ίδιου νομίσματος

Η Αποπλάνηση (The Beguiled)

1864. Η Αμερική για τρίτο συνεχόμενο χρόνο μαστίζεται από την εμφύλια σύρραξη, που έχει αποφέρει τον θάνατο περισσότερων του ενός εκατομμυρίου ψυχών, στρατιωτών και πολιτών. Την ώρα που στρατιές των Γιάνκηδων περικυκλώνουν τον Νότο, ένας μαχητής της Ένωσης, βαρύτατα τραυματισμένος, θα βρεθεί μακριά από την διμοιρία του, χαμένος στα ελώδη δάση της Βιρτζίνια, καρτερώντας τον θάνατο του. Σαν από θαύμα, μια νεαρή κοπέλα θα τον ανακαλύψει σχεδόν σε κωματώδη κατάσταση και αψηφώντας τον κίνδυνο θα τον κουβαλήσει ολομόναχη στο σπίτι που διαμένει, για να του προσφερθούν οι πρώτες βοήθειες. Εκεί, στο Παρθεναγωγείο που εσώκλειστες, πλην ασφαλείς από τα πυρά των μαχών, παραμένουν ελάχιστες, ούτε μια χούφτα, μαθήτριες, που εκτός από τις αρχές της οικοκυρικής, διδάσκονται και τους ηθικούς κανόνες, κάτω από την αυστηρή επίβλεψη της Κυρίας Μάρθα Φάρνσγουορθ.

Η έλευση του όμορφου δεκανέα Τζον Μακ Μπάρνευ στο νεοκλασικό σπίτι / κολέγιο, θα σημάνει αυτόματα συναγερμό για όλες τις θηλυκές υπάρξεις που ζουν μέχρι ώρας φιλήσυχα και ακολουθώντας θρησκευτικά πρωτόκολλα συμβίωσης. Τόσο γιατί πρόκειται, όπως προδίδει η μπλε στολή του, για έναν δεδηλωμένο εχθρό, που οι φήμες αναφέρουν πως οι σύντροφοί του, έχουν προβεί σε ανείπωτες θηριωδίες κατά του άμαχου πληθυσμού. Όσο όμως γιατί όλες τους, από την εφηβικής ηλικίας μικρότερη, μέχρι την μεσήλικη διευθύντρια, γοητεύονται από την παρουσία ανάμεσα τους ενός άντρα, που αυτόματα ξυπνάει μέσα τους, ερωτικά ένστικτα.

Συνεπώς η πρώτη αντίδραση, εντελώς αντίθετη με την κοινή λογική, της γυναικείας ομήγυρης, θα είναι αφού ο ξένοςανεπιθύμητο επισκέπτη θα τον αποκαλέσουν αρχικάγιάνει και σταθεί πάλι στα πόδια του, να μην τον καταδώσει στους φαντάρους της Συνομοσπονδίας, αλλά να τον κρύψουν εντός του απόμερου κτιρίου, δίνοντας του την ευκαιρία να σωθεί. Σταδιακά όμως, εκείνος θα εισβάλλει ολοένα και περισσότερο στην ενεργή καθημερινότητα του κοινόβιου, συνεπώς τα σκιρτήματα των κοπελούδων, θα δώσουν την θέση τους στα μυστικά φλερτ, που άμεσα θα σημάνουν υποβόσκουσα διαμάχη, για το ποια από όλες πιθανότατα θα κερδίσει την καρδιά του Δεκανέα.

Για όσους θυμούνται την ταινία του Siegel, το κοινό στοιχείο με την παρούσα περίπτωση περιορίζεται μόνο στην βασική σεναριακή ιδέα, αφού ναι μεν τα πάντα κυλούν περίπου πανομοιότυπα, η απόδοση τους όμως, δίνεται από το κιάλι το θηλυκό, το αδύναμο που λέγαμε μια φορά κι έναν καιρό, πριν την σκυτάλη στον προσδιορισμό πάρει η λέξη ωραίο. Πίσω από τους στιβαρούς τοίχους του ελληνικής αρχιτεκτονικής γιγάντιου κτιρίου, που περιβάλλεται από έναν αναλόγου μεγέθους κήπο, οι μικρές κυρίες, όμως, ενορχηστρωμένες άριστα από την μέντορα τους, έχουν διδαχθεί εκτός από το βελόνι και την κλωστή, το πως να παίρνουν στα χέρια τους καταστάσεις δύσκολες και επικίνδυνες, λειτουργώντας όλες μαζί, σαν μια γροθιά. Ενότητα που θα τεθεί σε αμφιβολία με την έλευση του ευειδή Βόρειου φαντάρου, ενόσω καθεμιά τους, ακόμη και εκείνες που η ηλικία δεν το επιτρέπει, θα ριχτούν ανταγωνιστικά στον στίβο της διεκδίκησης. Ή μήπως απλά πρόκειται για μια μικρή δοκιμασία, μια διαβολή, που η ανώτερη δύναμη έστειλε για να τσεκάρει την αλληλεγγύη και την συνοχή της ομάδας, που τόσο καιρό εσώκλειστη μοιάζει καλά προετοιμασμένη για τέτοιου είδους απειλές;

Όπως συμβαίνει στις περισσότερες ταινίες της Sofia Coppola έτσι κι εδώ αποξαρχής διαφαίνεται το βασικό στοιχείο της δημιουργικής της πλεύσης. Η θυγατέρα του F.F. είναι και η πρώτη μαστόρισσα στο κτίσιμο ατμόσφαιρας κι αυτό ακριβώς πετυχαίνει ακολουθώντας ένα σταθερό τέμπο αφήγησης, τυλίγοντας τον μικρόκοσμό της με ένα πανέμορφης αισθητικής περιτύλιγμα νότιας σαβάνας και ανεβάζοντας το κλειστοφοβικό συναίσθημα, στέλνοντας την κάμερα της να κινηθεί διαρκώς ανάμεσα σε σκιές, ημιφωτισμένους με κεριά διαδρόμους, σε μόλις δύο, τρία δωμάτια, του θηριώδους αρχοντικού. Ψίθυροι, θροΐσματα, φυσικοί εξωτερικοί ήχοι, από τζίτζικες μέχρι μακρινές εκρήξεις των πυροβόλων, σταδιακά εναλλάσσουν το μοτίβο, που από ρομαντικά χαριτωμένο, θα μεταβληθεί σε μακάβριο θρίλερ στην δεύτερη και σημαντικότερη πράξη του δράματος.

Εκεί που οι χαρακτήρες, αναλυμένοι από το σκριπτ μέχρι πόντου, παίρνουν φωτιά και δεν ακολουθούν πλέον το πολιτικά ορθό της διδαχής. Επτά, οκτώ περσόνες, όχι παραπάνω, που στήνουν έναν τραγικό χορό με δύο προφανείς αντιπάλους: Τα φορέματα ενάντια στην στολή. Τα φουρό κόντρα στο περίστροφο. Την δεδομένη ερωτική ανάγκη αντίθετα στην υπαρκτή ευκαιρία της λαγνείας. Δεν είναι τύχη, είναι κατόρθωμα που η Coppola παίρνει από όλους τους συμμετέχοντες στο πόνημα της, το εκατό τοις εκατό των δυνατοτήτων του, στην απόδοση των ρόλων. Από την Kidman, που 27 χρόνια τώρα, αποτελεί εγγύηση, ακόμη και σε τόσο απαιτητικές παραστάσεις, στην ενσάρκωση της (ζωντο)χήρας που έχει να νιώσει δεκαετία και βάλε αντρικό χάδι, ως την Dunst που ονειρεύεται την στιγμή που ο πόλεμος θα σωθεί κι εκείνη θα καταφέρει να αποδράσει από τον βάλτο του Νότου και την απίστευτα ελκυστική Fanning, που μπορεί να κρατά για πάρτη της πιο αδύναμο συγκριτικά ρόλο, τον ισοσκελίζει με το σεξ απίλ του τρόπου που ρίχνει στο μάγουλο την μπούκλα. Καταλύτης της σχέσης που διαταράσσεται ο ιδανικά κασταρισμένος Colin Farrell, με ιδανικό χρόνο εμφάνισης του στις σεκάνς, δεν αναπλάθει την μορφή του Eastwood, αλλά ενός διαφορετικού αρσενικού, που βρίσκει στο πουθενά, πρόσφορο μουντό έδαφος για να το μπογιατίσει με ερωτισμό.

Ο συνδυασμός ρεαλισμού και αλληγορίας, σημασιών που βαδίζουν αντάμα ίσαμε το τέλος, ανάβει τον σπινθήρα για όχι και λίγες μεταφιλμικές συζητήσεις γύρω από το στήσιμο και την έκβαση της μάχης των φύλων. Με το θήλυ να υπερισχύει στην χρονική κατανομή, η προσέγγιση των ερωτηματικών που γεννά το The Beguiled, λογικά, έχουν εκείνο στο επίκεντρο. Που εντέλει στο φινάλε βγήκε κερδισμένο, ηττημένο ή μία η άλλη, δεν συνέβη τίποτα κι όλα είναι όπως πριν; Δύσκολη απάντηση, στην σκέψη πως κάποτε, ομάδα αποτελούσαν οι γυναίκες, αποκλειστικά μέχρι δύο τον αριθμό. Κάτι έχει αλλάξει όμως και αντιφατικά μέσα από το δράμα εποχής, μια άκρως μοντέρνα σκηνοθέτις, φωτογραφίζει με χάρη και φιλμική ικανότητα, τις συνασπιστικές τάσεις του φύλου της, που διέπονται, τόσο απλά, απλούστατα, από λογική και ψυχραιμία.

http://www.moviesltd.gr

Κριτική: Η Αποπλάνηση – The Beguiled

Βρισκόμαστε εν μέσω του Εμφυλίου Πολέμου στην Αμερική και συγκεκριμένα στη Βιρτζίνια, περιοχή των Νοτίων.

Εκεί, ένας τραυματίας στρατιώτης των Βορείων, εντοπίζεται από ένα νεαρό κορίτσι το οποίο θα τον βοηθήσει να φτάσει στο σχολείο στο οποίο ζει.

Ένα σχολείο θηλέων στο οποίο δεν υπάρχουν άλλοι άντρες.

Και η παρουσία του σίγουρα θα φέρει αναταραχή στις ήσυχες ζωές των ενοίκων.

Η Sofia Coppola επιστρέφει στον κινηματογράφο, αυτή τη φορά κάνοντας ένα remake της ομώνυμης ταινίας του 1971 του Don Siegel, με πρωταγωνιστή τότε τον Clint Eastwood.

Αν και τα τελευταία χρόνια μετά το Lost in Translation έδειχνε και η ίδια λίγο χαμένη στη μετάφραση, αυτή τη φορά καταφέρνει να πλησιάσει τον καλό της εαυτό, χρησιμοποιώντας ένα ιδιαίτερο υλικό το οποίο έχει να προσφέρει πολλά.

Εδώ μας μεταφέρει με επιτυχία στο κλίμα της εποχής και μας μεταδίδει όλες τις στερεότυπες αντιλήψεις του Νότου, οι οποίες γίνονται ακόμα πιο έντονες μέσα σε ένα κλειστό και υπερπροστατευτικό περιβάλλον.

Έτσι η παρουσία ενός εξωτερικού παράγοντα, και πόσο μάλλον αντρικού φύλου μέσα σε ένα σχολείο θηλέων, θα φέρει αναπόφευκτες εντάσεις, ερωτική αναστάτωση και συγκρούσεις, που όλα καθοδηγούνται από την περιέργεια, τη ζήλεια, τις κρυμμένες επιθυμίες, και τα καταπιεσμένα όνειρα.

Όλα αυτά δίνονται με μια όμορφη, κυρίως εσωτερική σκηνοθεσία από την Coppola, με μια στατικότητα που δίνει βαρύτητα στο όλο εγχείρημα, και τις όμορφες εναλλαγές με εξωτερικά πλάνα.

Όμως σε μια αναπόφευκτη σύγκριση με την παλιά ταινία, αυτό το φιλμ χάνει σε ένταση και τόλμη, και δεν καταφέρνει να γίνει τόσο σοκαριστικό όσο το πρωτότυπο.

Και αυτό κυρίως από σεναριακής άποψης καθώς δεν έχουμε ιδιαίτερα επικριτικούς διάλογους ως προς τις συνθήκες ζωής της εποχής (οι οποίες πάντως δίνονται με μεγάλη ακρίβεια οπτικά), αλλά ούτε και μια πιο αναλυτική σκιαγράφηση των χαρακτήρων, παρόλες τις πετυχημένες επιλογές των ηθοποιών.

Θα ξεχωρίζαμε την Nicole Kidman (Lion) στην οποία ταιριάζει η «ψυχρή» κακία που κρύβει ο χαρακτήρας της, αλλά και ο Colin Farrell (Fantastic Beasts and Where to Find Them)με την Kirsten Dunst (Hidden Figures) δείχνουν να βρίσκονται στο στοιχείο τους.

Το αποτέλεσμα είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία όμως δεν καταφέρνει να εντυπωσιάσει και να αγγίξει πιο βαθιά καίρια θέματα με τα οποία ασχολείται.

Γιώργος Νυκταράκης.

http://www.filmboy.gr/

Η ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

WRITTEN BY ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ

08/07/2017

Ο ΑΛΜΠΕΡΤ ΜΑΛΤΕΖ έγραψε το 1971 το σενάριο του ΠΡΟΔΟΤΗ και μετά από 46 χρόνια η ταινία ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ, remake της παλιάς ταινίας,σκηνοθετήθηκε από την ΣΟΦΙΑ ΚΟΠΟΛΛΑ , που βραβεύθηκε με όσκαρ.

Ενώ μαίνεται η μάχη βορείωννοτίων, το 1864,σε κοντινή απόσταση από σχολείο νεαρών θηλέων στο νότο, βρέθηκε τραυματισμένος μισθοφόρος δεκανέας των βορείων, που μεταφέρθηκε για περίθαλψη εντός του χώρου κατοικίας και μαθημάτων των μαθητριών.

Οι αρχικές αντιπάθειες προς τον εχθρό μεταβάλλονται γιατί νεαρές μαθήτριες και διδακτικό προσωπικό, σε έξαρση της φιλαρέσκειάς τους, αισθάνονται κολακευμένες από τη παρουσία του άντρα και προσπαθούν να τον κρατήσουν κοντά τους και να μη τον παραδώσουν στο στρατό των νοτίων.

Μετά από το πρώτο σοκ και την ίασή του ο δεκανέας φλερτάρει με τις περισσότερες από τις εσώκλειστες μαθήτριες και τις δασκάλες και στη προσπάθειά του να αποπλανήσει νεαρά μαθήτρια, αντιμετωπίζεται από ερωτευμένη δασκάλα βίαια και πέφτοντας από τη σκάλα τραυματίζεται βαρειά και ακρωτηριάζεται.

Η μεταβολή του πλέον σε θηρίο είναι έκδηλη και οι απειλές προς τις επτά εσώκλειστες είναι εμφανέστατη.

Οι γυναίκες σκαρφίζονται ένα σατανικό σχέδιο για να τον ξεφορτωθούν.

Ένα άκρως ατμοσφαιρικό έργο, με αδύναμο όμως σενάριο αλλά εξαιρετική σκηνοθεσία και υπέροχες ερμηνείες από όλους και ιδιαίτερα από τον ΚΟΛΙΝ ΦΑΡΕΛ, στο ρόλο του δεκανέα και την ΝΙΚΟΛ ΚΙΝΤΜΑΝ στο ρόλο της διευθύντριας, κλειστοφοβικό και δραματικό, κράτησε το ενδιαφέρον των θεατών αμείωτο, μέχρι τέλους.

Με τον πόλεμο να περνά σε δεύτερη μοίρα, η διαμάχη καλούκακού και άντραγυναικών να κυριαρχεί, σαν εντυπωσιακά στοιχεία μπορούν να αναφερθούν η μεταβαλλόμενη κολακεία του αδύναμου σε απειλή εναντίον των ευεργετριών του, όπως και η ερωτικά κλιμακούμενη διάθεση των γυναικών προς το άρρεν.

Αρκετά ενδιαφέρον έργο, κινούμενο μεταξύ ρομαντισμού και θρίλερ, ανέδειξε με τόλμη τα χαρακτηριστικά των εσώκλειστων σε σχολεία, όπως και τη μετατροπή της κολακείας ενός αδύναμου σε βίαιο , όταν νοιώσει δυνατός.

cityculture.gr/ γράφει ο Βαγγέλης Ραφτόπουλος   

http://cityculture.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s