Romeo Castelluci και Socìetas Raffaello Sanzio: Democracy in America *Γιώργος Π. Πεφάνης

Παράσταση που θα αιφνιδιάσει κάπως όσους έχουν συνηθίσει τη σπάνη των λέξεων και την πολυσημία των εικόνων και των εκπληκτικών ήχων του Scott Gibbons στο θέατρο των Socìetas Raffaello Sanzio. Υποψιάζομαι ότι θα γραφτούν πολύ καλά σχόλια για το εικαστικό και μουσικό μέρος της παράστασης, τους υπέροχους φωτισμούς του ίδιου του Castellucci, για τους πέντε performers και τους δώδεκα χορευτές, αλλά στο σύνολο δεν θα αρέσει σε αρκετούς από αυτούς, θα την θεωρήσουν «εγκεφαλική», «κουρασμένη», ίσως και «φλύαρη». Νομίζω όμως ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα.

Η αναφορά τίτλου και οι δημοσιογραφικές επισημάνσεις φέρνουν στο παρασκήνιο της παράστασης το ομώνυμο έργο του Alexis de Tocqueville [1] ως αφορμή «ελεύθερης έμπνευσης» του Castelluci. Αν δεχθούμε αυτήν την άποψη θα το κάνουμε με αρκετές επιφυλάξεις και μόνο στο πλαίσιο μιας ειρωνικής ματιάς του ιταλού σκηνοθέτη περί της αφετηρίας και της εξέλιξης μιας φιλελεύθερης σκέψης που απεχθανόταν την μετριοκρατία και έθετε σε δεύτερο πλάνο την ισότητα προκειμένου να αναδείξει το ιδανικό της ατομικής ελευθερίας.
Η παράσταση δεν σχολιάζει άμεσα τις πολιτικές θέσεις του Tocqueville, αλλά εστιάζει στις απαρχές της αμερικανικής κοινωνίας, στους εποίκους και στους γηγενείς πληθυσμούς. Το ένα πεδίο εστίασης είναι η προσαρμογή των εποίκων στη Νέα Γη και τη νέα τους ζωή και το άλλο, το δράμα της ανθρώπινης γλώσσας όταν φτάνει στα όριά της, που αφορά και στους δύο πληθυσμούς.
Αν και φαίνονται ξεχωριστά, τα δύο πεδία είναι συνυφασμένα. Η γλώσσα, που τώρα συμπρωταγωνιστεί στη σκηνή, προϋποτίθεται στη συγκρότηση κάθε ανθρώπινης κοινότητας και οποιασδήποτε κοσμοθεωρίας. Η παράσταση επιστρέφει στην απαρχή μιας δημοκρατίας για να ανιχνεύσει το τέλος της γλώσσας ως τέτοιας. Όχι τον θάνατό της, αλλά το όριό της, εκεί που σβήνουν τα νομοθετήματα και οι παραπομπές της, εκεί που ακυρώνεται ο επικοινωνιακός της ρόλος. Η προσαρμογή των εποίκων είναι πρωτίστως προσαρμογή της γλώσσας-κόσμου τους σε μια νέα πραγματικότητα, όπου τα αξιώματα και οι αξίες που φέρει μαζί του ο λόγος δεν φαίνεται να έχουν πλέον κανένα ειδικό βάρος.
Με τη γλώσσα συνδέεται άμεσα και η γυναικεία μορφή, η γυναίκα-μητέρα και η μητέρα-γη. Η γυναίκα φαρμακός, φάρμακο και φαρμάκι, ιερό και αποδιοπομπαίο πρόσωπο, στον πουριτανισμό παραμένει μόνο ένα φαρμάκι για τα ήθη και τις μεταφυσικές πεποιθήσεις της κοινότητας και πρέπει να τιμωρηθεί. Είναι το φαρμάκι που χύνεται από τη γλώσσα λίγο προτού καταρρεύσει.
Η παράσταση παρουσιάζει και το θυσιαστικό μοτίβο, αλλά με έναν πλάγιο, υπονομευτικό τρόπο. Η αναγωγή στον αβρααμικό μύθο με την αναίρεση της θυσιαστικής πράξης και την απαξίωση της άνευ όρων φιλο-ξενίας.

Για τον Castellucci η πατρική θυσία του υιού σε μια απροσμέτρητη, όσο και απόλυτα σκοτεινή βούληση αντικαθίσταται σχεδόν παρωδιακά από τη μητρική «θυσία» της κόρης όχι πλέον σε κάποιον θεό, αλλά στον θεό της υλικής ανάγκης. Το μικρό παιδί μόνο μεταφορικά «θυσιάζεται», στην ουσία πωλείται, ανταλλάσσεται με ένα εργαλείο επιβίωσης. Και αυτή είναι η μόνη απάντηση. Γιατί πώς αλλιώς να αντιδράσει κανείς σε έναν κόσμο που ψυχρά και σιωπηλά σε αφήνει να πεθάνεις από την πείνα; Πώς αλλιώς να αντιδράσει μια μητέρα που αρρωσταίνει όταν πασχίζει να συντηρηθεί από μια άλλη μητέρα, τη μητέρα γη, η οποία είναι απολύτως άγονη και το μόνο που μπορεί να προσφέρει πέρα από τη σκόνη και το χώμα, είναι μερικές μικρές σάπιες πατάτες;
Η γυναίκα αιμορραγεί στην ουρήθρα, όπως αιμορραγούσε και εκείνη η άλλη γυναίκα του Go down Moses μέσα σε βρώμικες τουαλέτες. Όπως εκεί, έτσι και εδώ, η γυναικεία αιμορραγία δεν έχει να κάνει με καμία ένδειξη γονιμότητας, κανένα ίχνος ζωής, είναι μόνο προμήνυμα θανάτου. Και ανταλλάσσει την κόρη για να ζήσει αυτή και να λάβει το αντίτιμο της πράξης της με μερικούς μπαγιάτικους καρπούς που μόλις βγήκαν από τα σωθικά της μητέρας γης.
Ο Castellucci έχει στο μυαλό του τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, και αυτό φαίνεται από τις κόκκινες ενδυμασίες των καρδιναλίων που κατακλύζουν τη σκηνή της Νέας Γης και της νεαρής Δημοκρατίας. Όπως εκείνα τα παιδιά στο Περί της εννοίας του προσώπου του Υιού του Θεού που πετούσαν με θράσος πέτρες με ήχο χειροβομβίδας στον πίνακα του Υιού του Θεού, έτσι και τώρα η γυναίκα λιθοβολεί βέβηλα την πίστη στον Θεό, λιθοβολεί τον άντρα της και τον ίδιο της τον εαυτό λέγοντας ότι ο Θεός δεν είναι εδώ όταν τον επικαλείσαι, όταν προσεύχεσαι σε αυτόν, αλλά όταν τον βλασφημείς. Οι ουρανοί είναι άδειοι, τουλάχιστον από τους αγγέλους. Ο Θεός δεν υπάρχει, τουλάχιστον ο καλός και ελεήμων Θεός. Υπάρχουν μόνο οι δαίμονες του πόνου, της απώλειας και της αργόσυρτης αρρώστιας.
Σε αυτό το οδυνηρό πλαίσιο, όπου καταρρέει η πίστη και η πίστη στην πίστη, που αποσπώνται ανατριχιαστικά οι αρμοί του λόγου, της λογικής και της ίδιας της σκέψης, αναδύεται το φαινόμενο της γλωσσολαλίας. Διαβάζουμε στους υπέρτιτλους ότι η νεαρή Αγνή Όζμαν έλαβε το «δώρο των γλωσσών» το 1901 όταν, μέσα από μια ακατανόητη ψυχική κατάσταση ενόρασης, ένα είδος καταληψίας, άρχισε να ομιλεί σε ακατάληπτη γλώσσα. Ήταν, έτσι είπαν, μια άμεση απόδειξη του βαπτίσματος στο Άγιο Πνεύμα. Το ίδιο θα συμβεί και στην Ελίζαμπεθ του Castellucci, αλλά τη στιγμή ακριβώς που χάνει την πίστη της, όχι στο φως του φωτισμού, αλλά στο σκοτάδι της απελπισίας.
Εδώ θα μπορούσαμε ίσως να βρούμε μια νύξη και στη μεγάλη τραγική γλώσσα που χάθηκε (μαζί με τη δημοκρατία, θα έλεγα) στην ανερμάτιστη εποχή της κενής επικοινωνίας. Η απόφανση «ο Θεός δεν είναι εδώ παρά μόνο όταν τον βλασφημείς» είναι από μόνη της μια οριακή τελετουργική ενέργεια, μια ομιλιακή πράξη στο τέλος όλων των μεγάλων ομιλιών, στο τέλος της γλώσσας και του νοήματος, μια νιτσεϊκή γλωσσική χειρονομία, ένα κύκνειο άσμα του δυτικού πολιτισμού, όταν όλα τα άσματα γίνονται ουρλιαχτά.

Με τη γλωσσολαλία ο Castellucci κρύβει και σημαίνει ταυτόχρονα, σημαίνει κρυπτικά όλη τη δύναμη της κατάρρευσης των ειδώλων, την υπόκωφη βουή του λυκόφωτος, αλλά και τη μαγική ενέργεια που απελευθερώνεται όταν η γλώσσα αρχίζει να λέει περισσότερα ή πολύ λιγότερα απ’ ό,τι περιμένουμε να πει, απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει να ακούμε, να εννοούμε ή να φανταζόμαστε, όταν η γλώσσα δεν γράφεται πλέον ως προϊόν μιας γραμματικής, δεν αναπτύσσεται ως εκδίπλωμα μιας συντακτικής κανονικότητας, δεν «μιλιέται» ως αντικείμενο ενός υποκειμένου, αλλά ομιλεί τα υποκείμενα τη στιγμή που εκφέρουν τους ήχους της.
Φωνήματα χωρίς ίχνος σημασιακής μονάδας, εκφορές χωρίς αναφερόμενα, μόνο ήχοι, μια lingua generalissima χωρίς κέντρο και όρια, κάτι σαν γλώσσα που δεν είναι γλώσσα, αλλά μας χειραγωγεί κυριολεκτικά σε ασύντακτους και αχαρτογράφητους επιτελεστικούς δρόμους, που μόνο ένας σαμάνος, ένας τρελός, ένας δαιμονισμένος (ίσως από τους δαίμονες που έχουν παραμείνει στους ουρανούς), ένας μανιακός ή ένας possédé μπορεί να διαβεί.
[1] Alexis de Tocqueville: Η δημοκρατία στην Αμερική, Στοχαστής, Αθήνα 1997 (11835, 1840).
*Ο Γιώργος Π. Πεφάνης είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας και Θεωρίας του Θεάτρου και του Δράματος στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και κριτικός θεάτρου. 

Πρώτη Δημοσίευση Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017 στο  http://www.cnn.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s