Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΣΕ ΕΙΚΟΝΕΣ μια συνέντευξη του Σεργκέι Παρατζάνοφ

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΣΕ ΕΙΚΟΝΕΣ

μια συνέντευξη του Σεργκέι Παρατζάνοφ

του

Ron Holloway*

Αυτή η συνέντευξη ήταν η βάση για το κινηματογραφικό πορτρέτο του Paradjanov, “A Requiem” (1994). Έγινε την πρώτη Ιουλίου 1988, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, το πρωί της ημέρας που προβλήθηκε σε παγκόσμια πρώτη η ταινία του “Achik Kerib ”, στο Φεστιβάλ του Μο­νάχου. Ο Paradjanov είχε συνειδητοποιήσει τα προβλή­ματα που θα αντιμετώπιζε ο οπερατέρ. Κατά συνέπεια, συντόμευε ή επιμήκυνε τον χρόνο των απαντήσεών του για να κρατήσει τη σκηνική ροή, μιλούσε στην πραγματι­κότητα στην κάμερα.

Ο αναγνώστης πρέπει να ξέρει ότι ο Paradjanov μιλά συ­χνά με οπτικούς όρους και κάποιες λέξεις όπως “αρτιστί- σμους”, “καρδιόγραμμα”, “βιβλικό” έχουν, λοιπόν, ένα ιδιαίτερο νόημα για αυτόν. Επίσης οι αναφορές του στην “αβάνγκαρντ”, στον “σοσιαλιστικόρεαλισμό”, στον “νέο σοσιαλιστικό ρεαλισμό ” αντιτίθενται με τους προσδιορι­σμούς των λεξικών, σοβιετικών ή δυτικών. Κατά την άπο­ψή μας, οι θέσεις του είναι μία πιο ακριβή και πιστή αντα­νάκλαση αυτής της εποχής.

Για να τελειώσουμε, αυτή η συνέντευξη είχε σχεδιασθεί στην αρχή σαν το πρώτο ή μι συ ενός ντοκιμαντέρ 90 λε­πτών. Το δεύτερο μέρος θα έπρεπε να αναφέρεται στα γυ­ρίσματα της ταινίας του “Confession ”, στο σπίτι του στο Τμπίλισι, ένα σχέδιο που θα λάμβανε χώρα μέχρι τον Ιού­νιο του 1989, αλλά δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί. Θεω­ρούμε αυτή τη συνέντευξη σαν ένα συμπληρωματικό υλικό του ντοκιμαντέρ μας, 5 7 λεπτών, “Paradjanov ”, το οποί­ο μαζί με το “A Requiem ” είχαν παρουσιαστεί στα Φεστι­βάλ του Λος Αντζελες και της Βενετίας’.

Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών 1968 του Τζορτζ Α.Ρομέρο την Κυριακή 30.7.2017 στις 18.30 με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση. Προβολή αποσπασμάτων από όλες τις ταινίες του. Σεμινάριο Μοντάζ στις 15.30

Πως γίνατε σκη­νοθέτης;

Πιστεύω ότι κά­ποιος πρέπει να γεννηθεί σκηνοθέ­της. Είναι όπως η περιπέτεια ενός παιδιού. Παίρνετε το αρχικό υλικό α­πό άλλα παιδιά και γινόσαστε σκηνο­θέτης, δημιουργώ­ντας ένα μυστήριο.

Δίνετε μορφή σε πράγματα και δημιουργείται. Μπερ­δεύετε τους άλλους με το “αρτιστισμούς” σας, φοβί­ζοντας την μητέρας σας και την γιαγιά σας στη μέση της νύχτας. Είσαστε σαν τη θεία του Τσάρλι ή σαν τους ήρωες του Hans Christian Andersen. Κατόπιν ψάχνετε πούπουλα σε ένα δέμα, μεταμορφώνεστε σε κόκορα ή σε πουλί της φωτιάς. Αυτή η διαδικασία πάντα με απασχολούσε και είναι αυτό που ονομάζεται σκη­νοθεσία. Ένας σκηνοθέτης δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, ούτε ακόμα σε μία κινηματογραφική σχο­λή όπως η VGIK2, αυτό δεν μπορεί να μαθευτεί. Θα πρέπει να έχετε αυτό το χάρισμα στην κοιλιά της μητέρας σας, να γεννηθείτε με αυτό. Η μητέ­ρα σας πρέπει να είναι ηθοποιός, για να είστε ο κληρονόμος της. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήταν χαρισματικοί καλλιτεχνικά.

ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ

ΝΕΡΑΙΔΕΣ

Ποιο ήταν το θέ­μα της διπλωμα­τικής σας ταινί­ας στη VGIK;

Ο τίτλος της ήταν “Un Conte de Fees Moldaves” (Ένας Μύθος για τις Μολδαβές Νεράιδες), 1951, μια ταινία μικρού μήκους για τα παιδιά. Αφού την είδε, ο Alexandre Dovjenko είπε: “Ας την ξαναδούμε”· ήταν η πρώ­τη φορά στην ι­στορία της VGIK που η εξεταστική επιτροπή αποφά­σισε να δει μια δι­πλωματική ταινί­α για δεύτερη φο­ρά. Ο Rostoslav Yourenev, σήμερα ξακουστός κριτικός κινηματο­γράφου και τηλεόρασης, είχε πει: “Ο Paradjanov μιμήθηκε τον Dovjenko. Η ταινία του είναι μνη­μειώδης και επική. Είδε την «Zvenigora»”.

Ο Dovjenko πετάχτηκε πάνω: “Κάτσε κάτω, με­γάλε βλάκα, και άκουσε με. Δεν έχει δει την «Zvenigora»”. Κατόπιν πρόσθεσε: “Που είσαι νε­αρέ;”. Σηκώθηκα και με ρώτησε: “Πες μου την αλήθεια, έχεις δει την «Zvenigora»;”. Απάντησα αρνητικά. “Βλέπετε, αυτά είναι μπούρδες!”, συμπέρανε ο Dovjenko. Ο Yourenev δεν ήταν γνωστός εκείνη την εποχή: ήταν ένας νεαρός λεπτός και αρκετά ασθενικός που έτρεχε από τον ένα σκη­νοθέτη στον άλλο. Είναι πιθανόν ότι η διπλωμα­τική μου ταινία ήταν κοντά σε αυτό που θα εξέ­φραζα σαν σκηνοθέτης.

Αυτή η ταινία μικρού μήκους έχει χαθεί;

Όχι, βρίσκεται στο σπίτι μου.

Τότε γιατί δεν προβλήθηκε στο αφιέρωμα; Απλά την ξέχασα. Μόνο η “Andriech”, μια βερσιόν πιο μεγάλη, προβλήθηκε εδώ· αλλά, δυστυ­χώς, σε ένα κοινό ενηλίκων και όχι παιδιών.

Πως ήταν τα μαθήματα που παρέδιδαν οι Alexandre Dovjenko και Igor Savtchenko;

Οι Dovjenko και Savtchenko ήταν εχθροί· πολε­μούσαν ο ένας τον άλλο χωρίς σταματημό και δεν συμφωνούσαν. Και οι δύο ήταν ταλαντούχοι και ξεχωριστοί. Ο δεύτερος δούλευε στο στιλ του Πο­λωνού ζωγράφου Jan Matejko, πειραματιζόταν ξε­κινώντας από τις φόρμες της Αναγέννησης. Ο πρώτος αναπολούσε ένα μήλο, ένα γέρο, ένα κύ­κνο που πετά· η τέχνη του ήταν επηρεασμένη α­πό την επική παιδική του ηλικία. Η συνάντηση αυτού του εστέτ και αυτού των αρχαϊκών προφη­τών προκαλούσε συγκρούσεις στο εργαστήριο του Dovjenko3.

Ο Savtchenko πέθανε νέος, μόλις 43 ετών. Εννο­είται ότι στο φέρετρό του φαινόταν σαν γέρος. Ήμαστε σήμερα είκοσι χρόνια μεγαλύτεροι από αυτόν. Οι φοιτητές του είναι πιο μεγάλοι από ότι ήταν ο δάσκαλός τους. Ο Vladimir Naoumov εί­ναι τώρα 60 χρονών και εγώ 64. Η απώλεια του Savtchenko πλήγωσε πολύ τον Dvojenko, μέχρι τα βάθη της καρδιάς του. Ασχολιόταν με τις εξε­τάσεις μας, υπέγραφε τα διπλώματά μας: ήταν έ­νας άνθρωπος πολύ γενναίος. Ήταν ιδιαίτερα εν­θουσιασμένος με την δουλειά των Alexandre Alov και Naoumov, όπως και με αυτή του Felix Mironer, που έχει σήμερα πεθάνει.

Φαίνεται ότι η VGIK ξέβραζε ταλέντα εκείνη την εποχή.

Υπήρχαν πολλές προσωπικότητες ενδιαφέροντες μεταξύ μας -μεταξύ των οποίων και ο Dovjenko, βεβαίως. Κλαίω τους θανόντες, τους συντρόφους των σπουδών μου· τέσσερις από αυτούς δεν είναι πλέον στη ζωή. Πρόσφατα συγκεντρωθήκαμε, το­ποθετήσαμε στο τραπέζι τέσσερα άδεια πιάτα και ανάψαμε τέσσερα κεριά, κατόπιν σκεφτήκαμε τους φίλους μας που μας εγκατέλειψαν: ο Alov που πέρασε τη ζωή του κινηματογραφώντας με τον Naoumov· ο Mironer που γύρισε με την Marlen Khoutsiev την ταινία “Le Printemps dans la Rue Zaretchna’ia” (Η Ανοιξη στην Οδό Ζαρε- τσνάια), 1956· οι Grisha (Grigori) Aronov και Seva (Vsevolod) Voronin. Τέσσερις φίλοι μας ε- γκατέλειψαν, ποιος θα ήταν ο επόμενος; Επιλεχτήκαμε από τον Savtchenko, ένα χαρισμα­τικό άνθρωπο. Μας αγαπούσε, μας έκανε είδωλα και μας επηρέασε. Περίμενε την ημέρα που θα κάναμε θαύματα. Ήταν ευτυχισμένος όταν οι Khoutsiev και Mironer υπέγραψαν συμβόλαιο με την GLKVK4 για το πρώτο τους σενάριο, “Le Printemps dans la Rue Zaretchna’ia”. Δεν ήταν μό­νο φοιτητές αλλά κινηματογραφιστές που είχαν χρήματα. Ο Alov και ο Naoumov γύρισαν μαζί τις ταινίες “Jeunesse Inquiete” (Ανήσυχη Νεολαί­α), 1954, “Pavel Kortchaguine” (1956) και “Le Vent” (Ο Άνεμος), 1959. Ήταν οι πιονιέροι της αβάν γκαρντ.

ΠΕΡΙ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ

Τι σημαίνει σκηνοθεσία για εσάς; Η πραγμα­τική ζωή; Ή τι είναι το όνειρο, το μυστήριο;

Η σκηνοθεσία είναι ουσιαστικά να μετατρέπου­με την αλήθεια σε εικόνες: η μελαγχολία, η ελπί­δα, η αγάπη, η ομορφιά. Μερικές φορές διηγού­μαι σε άλλους τις ιστορίες που βρίσκονται στα σενάριά μου και τους ρωτάω: “Τις εφηύρα ή εί­ναι αληθινές;”. Όλοι λένε ότι είναι φτιαχτές. Και απαντάω: ‘Όχι, είναι απλώς η αλήθεια έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι”.

Οι πρώτες σας ταινίες γυρίστηκαν με μια ρεα­λιστική διάθεση, αλλά, μετά από χρόνια, αλ­λάξατε το στιλ σας.

Η δουλειά μου δεν ικανοποιούσε αυτή την επο­χή. Ο χρόνος ήταν ρεαλιστικός: η γενιά, το πίσω πλάνο, ο καμβάς στον οποίο ζωγράφιζα. Εργαζό­μουν και υπέφερα κάτω από τρεις δεσπότες: ήταν στο Κρεμλίνο. Σήμερα, η περεστρόικα θέλει να γίνει το καρδιόγραμμα του παρόντος. Κάποια μέ­ρα ίσως, ένα βιβλίο θα βγει και θα αναφέρεται σε αυτές τις χρονιές σαν ένα καρδιόγραμμα. Σχεδιά­ζοντας τις πορείες του καθεστώτος, ο Στάλιν έρι­ξε τις τιμές των καλτσών. Και οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι: τις πλήρωναν δύο καπίκια λιγότε­ρο. Κάθε έξι μήνες έριχνε τις τιμές των καλτσών και των ολόσωμων μαγιό, αλλά αυτές του ψω­μιού δεν άλλαζαν. Οι σοβιετικές ταινίες αυτής της εποχής -καν όχι μόνο ον δικές μου- είναι σαν ένα καρδιόγραμμα του τρόμου και του φόβου. Του φόβου να χάσετε τη ταινία σας, να πεινάτε. Φο­βόσαστε για την δουλειά σας.

Είσαστε ένας σκηνοθέτης ταινιών ή ένας καλ­λιτέχνης γραφίστας;

Είμαι ένας καλλιτέχνης γραφίστας και ένας σκη­νοθέτης που αναζητεί να δώσει μορφή σε εικό­νες. Ο Savtchenko, ο μέντοράς μας, μας ενεθάρρυνε να σχεδιάζουμε τις σκέψεις μας, να τους δί­νουμε μια “πλαστική” φόρμα. Στο σχολείο, μας πήγαιναν σε ένα θεατρικό έργο και μας έλεγαν: “Σχεδιάστε αυτό που θέλετε”.

Φαινόσαστε ευτυχισμένος από την αποδοχή που το κοινό επιφύλαξε στο γραφιστικό έργο σας, στο Μόναχο;

Μου άρεσε που έδειξαν την δουλειά μου σε μια έκθεση. Έφερα μαζί μου μια εικοσάδα έργα: δεν είναι πολλά, αλλά αρκετά για να σχηματιστεί μια άποψη. Μεταξύ αυτών, υπάρχει ένα μπουκέτο με λουλούδια, ένα κολάζ που αφιερώνεται στις μα­νάδες του Μονάχου που έχασαν τους γιους τους στον πόλεμο. Είναι ένα μπουκέτο λουλουδιών το­ποθετημένο σε ένα καθρέπτη -μια αναπαράστα­ση όχι τόσο συνηθισμένη. Για τις μάνες που, ό­πως οι ρωσίδες μάνες, είχαν πάρα πολύ υποφέρει κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Έφερα μαζί μου έργα πραγματικά αξιομνημόνευ­τα. Είχα προσκαλεστεί στην ορθόδοξη ελληνική εκκλησία, εδώ στο Μόναχο. Πήγα στο γραφείο και μίλησα με τον παπά, στην αίθουσα υποδοχής είχαν κρεμάσει κάποια έργα των παιδιών. Παρου­σίαζαν το βασιλικό ζεύγος: το πρίγκιπα Βλαδίμη­ρο και την πριγκίπισσα Όλγα. Όλα διαπραγμα­τεύονταν αυτό το θέμα: σχέδια πολύ καλά, πρω­τόλεια. Καταστρατηγούσαν τους κανόνες του σο­σιαλιστικού ρεαλισμού. Ακόμη ο πρίγκιπας Βλα­δίμηρος αναπαριστάνονταν όπως ήταν: ασθενι­κός, με κοντά πόδια. Είναι οι καλύτερες αναμνή­σεις μου από την Γερμανία, αυτά τα σχέδια…

Ο ΟΡΟΣ ΑΡΤΙΣΤΙΣΜΟΥΣ

Χρησιμοποιήσατε πιο πριν τον όρο “αρτιστί- σμους”, τι εννοείτε με αυτόν;

Δεν μπορώ να ξεφύγω. Πρέπει να εξιδανικεύσω τον Λένιν σα σκηνοθέτη, θαυμάζω το “αρτιστί- σμους” του: οι καλλιτεχνικές του παρορμήσεις, το ταλέντο του ρήτορα. Ο εγκέφαλός του ήταν υπέροχος, γιγαντιαίος, όπως αυτός ενός προφή­τη. Ο κόσμος δεν ήταν τόσο μεγάλος για αυτόν.

Κάποια μέρα, το αρτιστίσμους του τον καθοδή­γησε να εμφανισθεί σε ένα τεθωρακισμένο αυτο­κίνητο σαν να ήταν μια θεατρική σκηνή. Ήταν εκεί, μονολιθικός. Οι πολιτικοί, οι φίλοι… Ο­ποιοσδήποτε μπορεί να έχει ταλέντο. Δεν μου α­ρέσουν οι κοιμισμένοι άνθρωποι. Ο Μπρέσνιεφ έκανε προσπάθειες να μου αρέσει, προσπαθούσε να με απελευθερώσει, αλλά κοιμόταν. Θέλουμε χαρισματικούς ρήτορες. Αγαπάμε τους πολιτικούς που μιλούν χωρίς να διαβάζουν σημειώσεις και που οι σύζυγοί τους είναι όρθιες δίπλα τους. Αλ­λά σε κάποιους δεν τους αρέσει όταν μια γυναί­κα, χαρισματική και έξυπνη, βρίσκεται δίπλα σε έναν πολιτικό. Οι διευθύνοντες δεν ήταν συνηθι­σμένοι σε αυτό· χάλαγαν τις παρέες τους. Αυτοί ήταν παθολογικά τέρατα. Ξέρω γιατί μιλάω! Κοι­τάξτε πόσο η γυναίκα του υπουργού Εξωτερικών, Έντουαρντ Σεβαρνάντζε, είναι γοητευτική και μα­γευτική, ακόμα και αν είναι παρούσα χωρίς να πει μια λέξη. Κατάγεται από τον Καύκασο. Αυτή η γυναίκα ξέρει να φορέσει ένα καπέλο. Σαν σκη­νοθέτης δίνω μεγάλη προσοχή σε λεπτομέρειες σαν αυτές. Ένα καπέλο είναι ένα σημάδι καλλιτε­χνικής τάσης, ένα αρτιστίσμους. Εκτός των άλ­λων, είναι ένα σημείο της έννοιας της ετικέτας.

Τι σημαίνει για σας η έννοια του σοσιαλιστι­κού ρεαλισμού;

Δεν μπορούμε πραγματικά να τον προσδιορίσου­με. Δεν είναι μια εγκυκλοπαιδική έννοια, δεν υ­πάρχει παρά στα βιβλία μας. Πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ετικέτα του σοσιαλιστι­κού ρεαλισμού για ταινίες όπως “Chapaiev” (1934) των Vassiliev, “La Jeunesse de Maxime” ή “Le Quartier de Vyborg” (1939) του Kozintsev και του Trauberg, για το “L’Arc-en- Ciel” (1944), του Mark Donsko’i. Και τα ντοκι­μαντέρ μας που αναστατώνουν; Είναι αυτός ο σο­σιαλιστικός ρεαλισμός; Ήταν η κινηματογραφι­κή μας αναγέννηση αναγκαία για να κλονίσουμε τον κόσμο! Αλλά ο πολιτισμός των προσωπικο­τήτων εκεί τέλειωσε. Έπρεπε να εκθειάζουμε υ­περβολικά το καθεστώς των κακοποιών-δεσπο- τών. Ταλαντούχοι σκηνοθέτες πούλαγαν την ψυ­χή τους για να γυρίσουν ταινίες όπως “Le Serment” (1940) ή “La Chute de Berlin” (1949), του Tchiaoureli, έργα υποβαλλόμενα από τους καλλιτέχνες της αυλής. Ήρθε ο καιρός να τους καταδικάσουμε τελειωτικά.

Γιατί ο Mikhail Tchiaoureli, που ήταν αναγνω­ρισμένος σαν ένας εξαιρετικός γεωργιανός κι­νηματογραφιστής, έγινε ο βάρδος του Στάλιν στην οθόνη;

Κάποιοι καλλιτέχνες μπορούσαν να πουληθούν, όπως ο Tchiaoureli ή ο Vladimir Petrov. Αλλοι είχαν επίσημες θέσεις. Ήταν οι “εγκέφαλοι” που στελέχωναν τα γραφεία, όπως ο Mikhail Bleiman και ο Grigori Zheldovich. Αν και ταλαντούχοι, εί­χαν μερίδιο ευθύνης στο ναυάγιο του κινηματο­γράφου μας και, μαζί με αυτόν, των μεγάλων σκη­νοθετών μας. Έτσι ο μεγάλος Eisenstein πέθανε μη αξιοποιώντας καθόλου το μεγάλο δυναμικό του. Ο μεγάλος Mikhail Romm πέθανε φοβισμέ­νος και κατεστραμμένος. Επίσης ο Donsko’i, ο ι­δρυτής του σοβιετικού νεορεαλισμού, που έκανε τα “L’Arc-en-Ciel” και “Les Indomptes”, δεν μπό­ρεσε να αναπτύξει το δυναμικό του. Ήταν μια τρο­μερή τραγωδία.

ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΣ ΝΕΟΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Ο σοβιετικός ρεαλισμός είναι μια πολύ γνωστή έκφραση, αλλά ο σοβιετικός νεορεαλισμός;

Δεν υπάρχουν βιβλία, περιοδικά ή συμπόσια που να αναφέρονται σε αυτή την εποχή. Όλοι σιω­πούν. Και μπορεί η επόμενη γενιά να τα έχει ξε- χάσει όλα. Ή κάποιος ενθουσιώδης θα γράψει μια εργασία πάνω σε αυτή την εποχή συμβουλευόμε- νος τα αρχεία. Εάν θα έπρεπε να ανοίξω τα δικά μου, θα ανακαλύπταμε τρεις καταδίκες που μου στέρησαν την ελευθερία μου, ακόμη και μια κα­ταδίκη του δικαστηρίου που εκτιμά ότι ήμουν έ­νας σουρεαλιστής που θεωρεί τη κοινωνική δομή σαν μια χίμαιρα. Σαν να ήμουν μια χίμαιρα ξεπε­σμένη σε μια άκρη της Παναγίας των Παρισίων με ένα τεράστιο ρύγχος και συμπαγή ξυλοπέδιλα που κυριεύει το Παρίσι με το βλέμμα του! Ήμουν μια χίμαιρα που ξύπνησε και περίμενε τον ερχο­μό μιας νέας μέρας.

Πόσες ταινίες γυρίσατε στην Ουκρανία;

Οκτώ. Η ενάτη ήταν “Les Chevaux de Feu/Les Ombres des Ancetres Oublids” (1964). Βρήκα, λοιπόν, το θέμα μου, το κέντρο του ενδιαφέρο­ντος μου, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι. Επικεντρώθηκα στην εθνογραφία, στο Θεό, στην αγάπη και την τραγωδία. Αυτό είναι για μένα ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία. Α- φότου γύρισα αυτή την ταινία, η τραγωδία με ε­ντυπώσιασε.

Τι έγινε στο Υπουργείο Κινηματογράφου όταν είδαν το “Les Chevaux de Feu”;

Όταν οι διευθύνοντες είδαν την ταινία κατάλα­βαν ότι έσπαγε τους κανόνες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και την κοινωνική υπόσταση που κυ­ριαρχούσε στον κινηματογράφο αυτή την εποχή. Αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε: δύο μέ­ρες αργότερα ο Mikhail Kotsioubinski γιόρταζε τα γενέθλιά του· έκλεινε τα εκατό χρόνια. Είχαν λοιπόν δηλώσει: “Σύμφωνοι, ας αφήσουμε να προβληθεί η ταινία του”. Η ταινία βγήκε στη δια­νομή· θα μπορούσαν κατόπιν να το απαγορέψουν και να δώσουν ένα τέλος σε αυτή την ιστορία. Αλλά όταν η ιντελιτζέντσια το είδε, “ανακατεύ­τηκε”. Η “Les Chevaux de Feu” προκάλεσε αλυ­σιδωτές αντιδράσεις. Το υπουργείο μου ζήτησε να γυρίσω μια βερσιόν στα ρώσικα. Η ταινία, πράγματι, ήταν γυρισμένη στα ουκρανικά, αλλά επίσης στη διάλεκτο γκουτσούλ. Αρνήθηκα κα­τηγορηματικά το ντουμπλάζ.

Εγκαταλείψατε, λοιπόν, την Ουκρανία για να γυρίσετε το “Sayat Nova”, στην Αρμενία.

Μου αρέσει πολύ αυτή η ταινία. Είμαι υπερήφα­νος για αυτή. Κατ αρχήν, είμαι ευτυχισμένος που δεν έφερε το Χρυσό Λιοντάρι ή τον Αργυρό Φοί­νικα. Αυτό είναι ένα δεδομένο. Κατόπιν, έπρεπε να την γυρίσω σε καταστάσεις πολύ δύσκολες. Δεν είχα τα απαραίτητα τεχνικά μέσα, το φιλμ Kodak, ούτε την εμφάνιση του φιλμ στη Μόσχα. Απολύτως τίποτε. Δεν είχα αρκετούς προβολείς, μηχανές που θα δημιουργούσαν άνεμο, καμιά δυ­νατότητα ειδικών εφέ. Ακόμη, η ποιότητα του φιλ­μ ήταν απαράδεκτη.

Το αποτέλεσμα ήταν η αναδημιουργία ενός πρω­ταρχικού ρεαλιστικού χώρου, όπως ένα κανονικό χωριό σε μια συνηθισμένη στέπα. Μικρές γαλο­πούλες που έμοιαζαν με μικρές γαλοπούλες… έ­να παραμύθι που γεννήθηκε από μια ρεαλιστική κατάσταση. Χρησιμοποίησα διαφορετικά μέσα για να δώσω την εντύπωση του “υπερρεαλισμού”. Αν είχα ανάγκη μια τίγρη, θα έκανα μια από ένα παιχνίδι -και θα ήταν περισσότερο ένα εφέ παρά μια αληθινή τίγρη. Μια χάρτινη τίγρη για να φο­βηθεί ο ήρωας θα ήταν πιο ενδιαφέρον.

ΕΝΑ ΜΑΓΙΚΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ

Συμφωνείτε με το ότι το “Sayat Nova” είναι “μια ταινία του Καυκάσου”;

Για μένα, μου φαίνεται ότι είναι ένα σεντούκι με περσικά διαμάντια. Εξωτερικά τυφλώνει τα μά­τια, βλέπετε τις πολύτιμες μινιατούρες. Και, όταν το ανοίγετε, βλέπετε περισσότερα παιχνίδια. Η μη­τέρα του ήρωά μου έκανε δεκαπέντε φούστες κούρδικες για μας. Ήταν μια Κούρδα που εργα­ζόταν, καθάριζε δρόμους, κράταγε σπίτια. Αυτές οι φούστες πέρναγαν από το κεφάλι, κατόπιν σκέ­παζαν τα μπράτσα. Το εφέ έμοιαζε με κάποιο σε μια ταινία του Παζολίνι. Δεν θέλω να το κρύψω, αντίθετα να το υπογραμμίσω.

To “Sayat Nova” φαίνεται να είναι επηρεασμέ­νο από τον Παζολίνι.

Πολλοί θέλουν να μιμηθούν αυτό που είναι στη μόδα. Αλλά, μόλις αρχίζουν να το κάνουν, κατα­λαβαίνουν ότι είναι φτωχές και άθλιες υπάρξεις που ξέπεσαν στη ζητιανιά. Αντίθετα, είναι αλή­θεια ότι βαδίζουμε στα χνάρια των άλλων. Αν κά­ποιος μου έλεγε: “Οι ταινίες σας μοιάζουν με αυ­τές του Παζολίνι”, θα αισθανόμουν πιο μεγάλος, θα ανέπνεα καλύτερα. Επειδή ο Παζολίνι είναι έ­νας θεός για μένα, ένας θεός της αισθητικής, ένας δάσκαλος του στιλ, κάποιος που εξέφρασε την παθολογία μιας εποχής. Πέρασε στη τέχνη των κουστουμιών και των χειρονομιών. Κοιτάξτε τον “Oedipe Roi”. Είναι ένα εμπνευσμένο έργο: οι ηθοποιοί του, η έννοια του θηλυκού και του αρ­σενικού.

Αλλες επιρροές στο έργο σας; Ο Φελίνι, ίσως; Υπάρχει κάτι μαγικό που με συνεπαίρνει στις ται­νίες του Φελίνι. Το απίστευτο χάρισμά του για το φαντασιακό είναι εκπληκτικό. Αλλά δεν οδηγεί παρά σε μια κατεύθυνση: τον φενακισμό. Υπάρ­χει σε αυτόν ένα πολύ μεγάλο πάθος να δημιουρ­γεί πρόσωπα πιο σπουδαία από ότι στη ζωή. Δεί­τε το “Et Vogue le Navire”, μια μεγάλη ταινία πά­νω στην τραγωδία μιας εποχής, πάνω σε μια τρα­γουδίστρια (Εντμα Τέτουα), πάνω στον πόλεμο… Όλα γίνονται στη γέφυρα ενός πλοίου… Αυτό το πέταγμα της στάχτης μια διάσημης τραγουδί­στριας της Σκάλας, τι ωραία ιδέα! Πως μπορούμε να πούμε ότι ο Φελίνι αυτοκαταστρέφεται; Αντί­θετα, είναι μία από τις καλύτερες ταινίες του. Και κοιτάξτε τον “Casanova”.

Είστε υπερήφανος για τον εθνογραφικό χαρα­κτήρα των ταινιών σας μετά τα “Chevaux de Feu”, αλλά κάποιοι κριτικοί υποστηρίζουν ότι τα επόμενα έργα σας -το αρμένικο ντοκιμαντέρ “Okop Ovnatanian”, το “Sayat Nova” και το σχέδιο για την ουκρανική ταινία μεγάλου μή­κους “Les Fresques de Kiev”- είχαν επίσης ένα εθνικό άρωμα. Και εσείς είσαστε σε αντιπαρά­θεση με τις αρχές.

Η φύση μας απελευθερώνει και μας ξαναπαίρνει στην αγκαλιά της. Πρέπει να σεβόμαστε τη φύ­ση: την αλήθεια της, το ιδανικό της, τον μητρικό και τροφικό της χαρακτήρα. Η φύση δημιουργεί συγχρόνως τον πατριωτισμό και τον φανατισμό για να αμυνθεί των αρχών της κυβέρνησης, να αγαπήσει τη χώρα της με στοργή. Ήμουν ένας Αρ­μένιος στην Ουκρανία. Πήρα είκοσι τρία χρυσά μετάλλια για το “Chevaux de Feu”, το πρώτο στη Μαρ ντελ Πλάτα, το τελευταίο στο Σαντίξ. Ή­μουν γνωστός και εκτιμη μένος στην Ουκρανία. Οι Ουκρανοί με αγαπούσαν.

Η γυναίκα μου ήταν Ουκρανή, ο γιος μου επίσης. Αλλά σε κάποιους, δεν τους άρεσε αυτό. Με συ­νέλαβαν και με φυλάκισαν για πέντε χρόνια. Μια περίοδο πολύ δύσκολη.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

Τι συνέβη στη φυλακή; Πως καταφέρατε να επιβιώσετε;

Η απομόνωση στις σοβιετικές φυλακές ήταν πο­λύ δύσκολα υποφερτή. Θα μπορούσα να είχα κα­ταστραφεί και να χάσω το επάγγελμά μου. Θα μπορούσα να είχα γίνει εγκληματίας σε αυτό το χώρο. Υπήρχαν φυλακισμένοι με βεβαρημένο ποι­νικό μητρώο, άνθρωποι πολύ επικίνδυνοι. Αλλά η τέχνη μου με έσωσε. Ἄρχισα να σχεδιάζω. Με­τά από τέσσερα χρόνια και έντεκα μέρες με ελευ­θέρωσαν. Χάρις στον Luis Aragon και την Elsa Triolet, στον καλό μου φίλο Herbert Marshall, στον John Updike, βρήκα την ελευθερία μου. Μου χάρισαν τους έντεκα μήνες και τις δεκαοχτώ μέ­ρες που μου έμεναν να κάνω. Αλλωστε, οι φυλα­κισμένοι με αγαπούσαν και είχα την αποστολή να ακούω τις εξομολογήσεις τους. Οι τραγωδίες και τα εγκλήματα που διέπραξαν αντηχούσαν στο αυτί μου, ήταν σαν ένα σενάριο ή μια γοητευτική διήγηση. Ήταν πολλά τα δώρα που μου πρόσφε- ραν, κάποιες αφηγήσεις και έξι σενάρια -και τέσ­σερα από αυτά θα γίνουν ταινίες στο προσεχές μέλλον. Τα υπόλοιπα θα είναι το μυστικό μου. Θα δημοσιευθούν ίσως κάποια μέρα, κάποια θα καταλήξουν στην οθόνη ή θα μείνουν για πάντα φυλαγμένα στη καρδιά μου. Η παραμονή μου στη φυλακή ήταν κουραστική, αλλά την εγκατέλειψα πιο πλούσιος, συγγραφέας τεσσάρων σεναρίων. Ένα από αυτά θα γίνει παραγωγή σε λίγο. Ο σκη­νοθέτης Youri Ilienko θα γυρίσει το “Le Lac des Cygnes-La Zone” που μιλά για το χώρο των ε­γκληματιών, την παθολογία του. Σας φυλακίζουν για δέκα μέρες και αρρωσταίνετε παθολογικά, πνευματικά και σεξουαλικά… για να επιζήσετε.

Τι κάνατε τότε;

Άρχισα να σχεδιάζω, στράφηκα προς την γραφι- στική τέχνη. Έφυγα από τη φυλακή με ενδιαφέ­ροντα σχέδια δημιουργημένα σε κατάσταση απο­μόνωσης. Οι φίλοι μου εκτιμούν ότι μέσα σε τό­σα σκουπίδια πέτυχα μια εκπληκτική καθαρότη­τα στη δουλειά μου και στην πνευματικότητά μου. Όταν ξαναβρέθηκα σε χειρότερες καταστάσεις φυ­λάκισης, κατάλαβα ότι δεν είχα άλλη επιλογή: ή θα εξαφανιζόμουν ή θα γινόμουν καλλιτέχνης. Έ­τσι έκανα οχτακόσια σχέδια στη φυλακή. Το ου­σιαστικό μέρος της δουλειά μου εκτέθηκε στο Ερεβάν. Η έκθεση διήρκεσε τρεις μήνες και στις 15 Μαΐου, τελευταία μέρα της έκθεσης, η ουρά ήταν ένα χιλιόμετρο.

Η τελευταία σας ταινία, “Achik Kerib”, είναι μια ταινία για παιδιά, όπως η πρώτη σας, “Andriech”.

Ναι. Η “Andriech” είναι πολύ κοντά στην “Achik Kerib”, όντας διαφορετική. Αυτό έχει να κάνει με τη γνώση, την εμπειρία και την εποχή. Αυτή την εποχή υπήρχε η αθωότητα και το πάθος της νιότης. Έπρεπε να κάνω την “Andriech” αυτο­σχεδιάζοντας.

ΕΝΑΣ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ

Πως δημιουργήθηκε η “Achik Kerib”;

Όταν ήμουν επτά χρόνων, ήμουν άρρωστος με στηθάγχη και η μητέρα μου διάβασε το Achik Kerib, ένα παραμύθι του Mikhail Lermontov. Δεν είναι πολύ γνωστό και δεν το μελετούν πλέον στο σχολείο. Μια Τουρκάλα από τον Καύκασο διηγήθηκε αυτό τον μύθο στον Lermontov, που ήταν τόσο μεγάλος ποιητής όσο Πούτσκιν. Ο Lermontov με συγκινούσε πολύ, όταν ήμουν παι­δί θυμάμαι να έχω κλάψει επειδή η Μαγκούλ Μιζερί περίμενε τον αγαπημένο της. Έπρεπε να πα­ντρευτεί έναν άλλο άντρα και ήθελε να πεθάνει. Κατέφυγε στο ξίφος και στο δηλητήριο για να μην προδώσει την αγάπη της. Τελικά, ο Ασίκ Κερίμπ επιστρέφει. Αυτό τελειώνει σαν μια αμερικάνικη ταινία, με χάπι εντ.

Ξεκίνησα να ψάχνω τον Ασίκ Κερίμπ, αυτό τον μνημειώδη μουσουλμάνο, που ήθελε να διασχί­σει τον κόσμο για να κερδίσει αρκετά χρήματα με σκοπό να αγοράσει την ελευθερία της Μαγκούλ Μιζερί. Βρήκα ένα νέο, ένα Κούρδο, γείτονά μου. Στα εικοσιδύο του χρόνια ήταν ένας αλήτης: είχε χτυπήσει ένα αστυνομικό και επιτέθηκε σε ένα φύλακα ενός κτιρίου επειδή ήθελε να διαφύγει α­πό τη στέγη. Είχε κλέψει αυτοκίνητα, τσακωνό­ταν χωρίς σταματημό όταν τον γνώρισα. Τον ρώ­τησα αν δεχόταν να σταματήσει να φέρεται σαν μέλος σπείρας για ένα χρόνο. Μου απάντησε: “Μπορώ να σταματήσω για πάντα. Εξαρτάται α­πό τι μου προσφέρεται”. Οι Κούρδοι δεν είναι μουσουλμάνοι. Ήταν χριστιανός, στην ταινία κά­νει τον μουσουλμάνο.

Η μουσική είναι αξιομνημόνευτη στην “Achik Kerib”…

Είναι μουσουλμανική μουσική. Δεν είναι από τον Καύκασο. Είναι το μουσουλμανικό μυράμ, ένα ραψωδιακό τραγούδι. Ο ραψωδός γυρνά τον κό­σμο τραγουδώντας ραψωδίες. Ο μουσουλμάνος εισέρχεται στον χριστιανικό κόσμο, στη Γεωργί­α, στο επεισόδιο του “Κατεστραμμένου μοναστη­ριού”. Είναι η άποψη του μοναδικού Θεού, δεν υπάρχει παρά ένας μόνο Θεός. Είναι η έννοια του γεωργιανού λαιτμοτίβ: η γεωργιανή χορωδία, τα παιδιά της Γεωργίας τον σώνουν από τα χέρια των ομοθρήσκων του όταν τον χτυπούν οι μουσουλ­μάνοι για να αποδείξουν ότι “στη γη των εχθρών, είναι εχθρός”. Ουσιαστικά είναι αυτό που εκφρά­ζει η μουσική.

Προσέλαβα ένα Αζεριανό συνθέτη, τον ταλαντού­χο Iavanchir Kuliyev. Κατάλαβε αυτό που ήθελα. Η δουλειά του ήταν εξαιρετική. Του έβαλα πολλά εμπόδια για να τα ξεπεράσει και τα κατάφερε τέ­λεια. Επίσης, χρησιμοποιήσαμε ευρωπαϊκή μου­σική, το “Αβέ Μαρία”, του Schubert, του Gluck, το μοτίβο του Πάθους. Η ρευστότητα της μουσι­κής της έδινε ένα σύγχρονο ύφος. Θέλαμε το ευ­ρωπαϊκό κοινό να συνδέσει το “Αβέ Μαρία” με τον μουσουλμανικό κόσμο.

Μου φαίνεται ότι υπήρχε θρησκευτική μουσι­κή.

Ναι, το όργανο. Είναι στο επεισόδιο “Ο Θεός εί­ναι ένας”, στη Γεωργία, όπου παίζουν την μουσι­κή a capella, στην εκκλησία. Το υπόλοιπο είναι το μυράμ. Ως προς το εάν το κοινό θα καταλάβει την ταινία, είναι ένα άλλο θέμα… Παιδιά από έ­να ορφανοτροφείο τραγουδούν στην ταινία. Από την επαρχία, από τις στέπες, από το βουνό, έρχο­νται στο σχολείο μόνο για να μάθουν να τραγου­δούν το μυράμ. Μια παιδική χορωδία μπορεί να σηκώσει ένα τεράστιο συναισθηματικό βάρος στην ταινία. Είναι σπάνιες οι ταινίες και πολύ λί­γοι είναι οι σκηνοθέτες που δρασκελίζουν τα σύ­νορα ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ο Yilmaz Guney ήταν από αυτούς. Είναι εκπληκτικό που ένας Α­νατολίτης μπόρεσε να κάνει ταινίες για την Ευ­ρώπη. Ο πολιτισμός του επεκτείνεται από την Α­νατολή έως τη Δύση.

Οι τρεις τελευταίες σας ταινίες -“Sayat Nova”, “La Legende de la Forteresse de Souram” και “Achik Kerib”- σχηματίζουν ίσως μια τριλογί­α, θεματικά και αισθητικά.

Μαζέψαν αυτές τις ταινίες σε μια τριλογία για να μας δώσουν το βραβείο Λένιν! Και για να έχουν την αποδοχή του κοινού. Είναι αυτό που συνέβη στον Tenguiz Abouladze και στις τρεις ταινίες του: την εξαιρετική “Priere” (1969), “L’Arbre du Desir” (1977) και “Repentir” (1986), που δεν έ­χουν πραγματικά σχέσεις μεταξύ τους. Τις ομα­δοποίησαν για να έχουν ένα λόγο να του δώσουν το βραβείο Λένιν. Το κοινό τους στοιχείο είναι το παρόμοιο στιλ, ο δυνατός εκφραστικός σχεδιασμός.

Δεν έχω ανάγκη αυτής της υπερφίαλης τιμής. Οι ταινίες μου έχουν το ίδιο στιλ, αυτό είναι που τις ενοποιεί. Η ζωή μου το μαρτυρεί. Δεν ήθελα να ιδρύσω μια σχολή ούτε να διδάξω σε καμία. Αυ­τός που προσπαθεί να με μιμηθεί έχει χάσει. Έ­χουμε μια ομάδα νέων σκηνοθετών χωρίς ταλέ­ντο, νέους νεόπλουτους που έρχονται στον κινη­ματογράφο για να γίνουν σκηνοθέτες. Θα ήταν προτιμότερο να αναρωτηθούν πως θα μπορούσαν να γίνουν κινηματογραφιστές για όλη τη ζωή τους.

ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ…

Εδώ και πολύ καιρό ετοιμάζεται την επόμενη ταινία σας, “Confession”.

Οφείλω στην Αρμενία μια κινηματογραφική εξο­μολόγηση, κάτι σαν μια προσωπική βίβλο. Αυτό αφορά τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, την απο­μόνωσή μου στη φυλακή, τα όνειρά μου. Και την τραγωδία ενός νεκροταφείου που καταστράφηκε για να γίνει πολιτιστικό πάρκο προς τιμή του Serguei Kirov. Το νεκροταφείο έπρεπε να εξαφα­νιστεί για να τιμηθεί ο κομουνιστής Kirov. Ο σο­βιετικός πατριώτης φτάνει και τα φαντάσματα κυνηγιόνται. Δεν ξέρουν που θα πάνε καν βρίσκουν καταφύγιο σε μένα, ο ζωντανός κληρονόμος τους. Αλλά δεν μπορώ να τους δεχτώ. Είμαι υποχρεω­μένος να ειδοποιήσω την τοπική αστυνομία που θα περάσει τη νύχτα μαζί μου, που δεν έχω ηλε­κτρικό και δεν έχω κάποιο ασφαλιστικό πράκτο­ρα. Θέλουν απλώς να μείνουν μαζί μου και πρέ­πει να πεθάνω μπροστά τους για να αποδείξω ότι τους αγαπώ.

Είναι ένα καθήκον που έχω ως προς τον λαό μου. Είμαι ένας Αρμένιος από την Γεωργία. Γύρισα ταινίες στην Ουκρανία· υπέφερα πίσω από τα κά­γκελα στη Γεωργία και στην Ουκρανία. Μερικές φορές, ξυπνάω τη νύχτα και φαντάζομαι ότι μου έχουν επιτεθεί οι ψείρες. Μπορεί να μπείτε καθα­ρός στη φυλακή, αλλά πολύ γρήγορα, σε δύο ώ­ρες, θα σας κυριέψουν.

Έχετε επίσης ένα σχέδιο για τον Φάουστ.

Ναι· αλλά πιο μπροστά, θα έπρεπε να πάω στην Αμερική για να μεταφέρω το “The Song of Hiawatha”, του Longfellow. Είναι ένα σπουδαίο βιβλίο. Είναι ακόμα γνωστό στους ανθρώπους της γενιάς μου στη Ρωσία. Αλλά είναι δύσκολο να βρούμε μια μετάφραση γιατί κανένας δεν ενδια­φέρεται να την επανατυπώσει. Θέλω να το γυρί­σω στις ΗΠΑ, στα μέρη του Longfellow. Μου φαίνεται φυσικό, οι Ινδιάνοι, τα φτερά, τα άλογα, τα κορίτσια με το μελαχρινό δέρμα, οι όμορφοι ήρωες. Ένας έξυπνος παραγωγός θα ήξερε να βρει τους τρόπους, να κάνει τις καλές επαφές. Η φύση θα ασχοληθεί με τα υπόλοιπα. Η φύση έχει δη­μιουργήσει ένα ωραίο ντεκόρ και τα κοστούμια των Hiawatha ήδη υπάρχουν. Απλά πρέπει να α­ποφασίσω τον αριθμό των φτερών για την στολή του αρχηγού. To “The Song of Hiawatha” είναι μια παραλλαγή σε ένα βιβλικό θέμα. Ακόμη και το “Achik Kerib” είναι μια μουσουλμανική πα­ραλλαγή της Βίβλου ως προς την θέση του ήρωα έναντι της φύσης, του χιούμορ, των γυναικών, του κακού, της ομορφιάς.

Και η ταινία σας για τον Φάουστ;

Ο Φάουστ είναι ένα πρόβλημα της Γερμανίας, των κυβερνήσεων της Ανατολής και της Δύσης. Για μένα, οι Γερμανοί είναι ένας μεγάλος λαός. Σε πείσμα του τείχους που τους χωρίζει, έχουν την ίδια ιστορία και ένα κοινό μέλλον. Ελπίζω να φτά­σουν σε μια αξιόλογη θέση. Η ταινία δεν πρέπει να έχει μια κατεύθυνση εμπορική, αλλά πρέπει να γίνει για την καλλιτεχνική της αξία. Ο Φάουστ είναι μια σημαντική ιστορία για την ερχόμενη γε­νιά. Η παρούσα γενιά δεν μπορεί να μορφωθεί. Η τηλεόραση κυβερνά τη ζωή της, μασάνε τσίχλες και φοράνε κάποια ρούχα. Αλλά η επόμενη γενιά θα ξέρει να ξεπεράσει όλα αυτά. Εμείς, οι καλλι­τέχνες, οι σκηνοθέτες, οι πολιτικοί θα πρέπει να εξασφαλίσουμε την εκπαίδευση των μελλοντικών γενιών. Οι αυριανοί Γερμανοί είναι ακόμη σε καλούπι. Αυτοί, οι “μικροί Γερμανοί”, έχουν ανά­γκη από τον Φάουστ, αν θέλουν να γίνουν οι “με­γάλοι Γ ερμανοί”.

Σήμερα το βράδυ είναι η παγκόσμια πρώτη του “Achik Kerib”. Γιατί διαλέξατε το Φεστιβάλ του Μονάχου για να παρουσιάσετε την ταινία σας;

Προτιμώ να δείξω τον “Achik Kerib” στο Μόνα­χο παρά κάπου αλλού. Μου αρέσει πολύ αυτή η ταινία. Κάθε καλλιτέχνης πρέπει να ξέρει πότε θα πεθάνει. Θα ήθελα να πεθάνω μετά από αυτή την ταινία επειδή είμαι πολύ περήφανος για αυτή. Αυ­τή η ταινία είναι αφιερωμένη στον φίλο μου Andrei Tarkovski. Ζητώ ένα λεπτό σιωπής στη μνήμη του ηθοποιού Andrei Tarkovski.

*Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε στο περιοδι­κό “Positif’, τ. 480, Φεβρουάριος 2001, και έχει μεταφραστεί από τα αγγλικά από τον Michel Ciment.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Την εισαγωγή αυτή την υπογράφουν οι Ron και Dorothea Holloway (σ.τ.μ.).

  2. Η εθνική σχολή κινηματογράφου στη Ρωσία (σ.τ.μ.)

  3. Για τον Dovjenko στο VGIK βλέπε Otar Iosseliani, “En etudiant aupres de Dovjenko”, περ. Positif, τ. 473-474, σελ. 142.

  4. To εθνικό πρακτορείο διανομής στη Σοβιε­τική Ένωση.

ΒΙΟ-ΦΙΛΜΟΓΡΑ ΦΙΑ

Ο Sarkis Paradjanian (όπως ήταν το πραγματικό του όνομα), γεννήθηκε στις 18 Μαρτίου 1924, στη Τι­φλίδα, Γεωργία, αρμενικής καταγωγής, και πέθανε το 1990. Πολυτάλαντος καλλιτέχνης (ζωγράφος, μουσικός, σκηνοθέτης) σπούδασε στο Μουσικό Ω­δείο του Κιέβου (1942-45), θέλοντας να γίνει τρα­γουδιστής, κατόπιν κινηματογράφο στο VG1K, με δασκάλους τους Igor Savchenko και Lev Kuleshov. Η πτυχιακή του ταινία ήταν η “Moldavian Fairy Tale”, πάνω στα δημοτικά τραγούδια. Συνεργάστη­κε με στούντιο του Κιέβου στην Ουκρανία, γύρισε

ταινίες περίφημες για την λυρική τους έκφραση και την μεγάλη αισθητική τους ομορφιά. Μη δεχόμενος τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, απελευθερώθηκε γυρ- νώντας το “Shadows of Our Forgotten Ancestors” (1964). Η ταινία γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε σειρά από Φεστιβάλ, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο στο Μαρ ντε Πλάτα και το βραβείο καλύτερης ξένης ται­νίας της Βρετανικής Ακαδημίας. Κατηγορήθηκε α­πό τις Σοβιετικές αρχές για τον “ξεπεσμένο” φορ­μαλισμό του και τον πολιτικό συμβολισμό του. Μη έχοντας την αποδοχή των αρχών, έκανε τα πράγμα­τα χειρότερα για αυτόν, υποστηρίζοντας πολιτικούς κρατούμενους. Συνελήφθη και κατηγορήθηκε για Ουκρανικό εθνικισμό, εξορίστηκε στα στούντιο του Αμό Μπεκ-Ναζάροφ, στην Αρμενία, όπου τα σενά­ριά του και οι προτάσεις του πολλές φορές απορρίφθηκαν. Η μόνη εξαίρεση ήταν το “Sayat Nova”, μια ταινία^ια ένα ποιητή-επαναστάτη της Αρμενί­ας του 18 αιώνα. Κυνηγήθηκε για τις ταινίες του και φυλακίστηκε πολλές φορές, κατηγορήθηκε για ομοφυλοφιλία, για το ότι έφερε μολυσματικές ασθέ­νειες όπως και για “τάσεις αυτοκτονίας”. Για πέντε χρόνια εκτοπίστηκε σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, απελευθερώθηκε, κατόπιν διεθνής κα­τακραυγής το 1978. Επέστρεψε στη Τιφλίδα, όπου έμεινε με τους συγγενείς του, επιζόντας πουλώντας παλιά αντικείμενά του. Του απαγορεύτηκε η έξοδος στο εξωτερικό και το 1982 φυλακίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα. Ο ερχομός του Γκορμπατσόφ ή­ταν μια ευκαιρία για τον Παρατζάνοφ να δείξει το σκηνοθετικό του ταλέντο, αλλά μετά από πέντε χρό­νια πέθανε από μακρόχρονη ασθένεια καρκίνου, σε ηλικία 66 ετών, πριν να κάνει μια αυτοβιογραφική ταινία, “Confession”. Οι αναμνήσεις του από την φυλακή συνοψίστηκαν στην ταινία “Swan Lake-The Zone” (1990), με διευθυντή φωτογραφίας τον περί­φημο φωτογράφο Yuri Illienko. Έγραφε τα σενάριά του μόνος του ή με συνεργάτες του.

Moldavian Fairy Tale” (1951), διπλωματική, “Andriesh” (1954), συν-σκηνοθεσία με τον Υ. Bzelian, “The First Lad” (1958), «Ukrainian Rhap­sody” (1961), “The Stone Flower” (1963), “Dumka/ The Ballad” (1964), “Shadows of Our Forgotten Ancestors” (1965), “Sayat Nova/The Colorof Pomegranates/Red Pomegranate” (1969), επιτρεπόμενη το 1972, “Return to the Life” (1978), μικρού μήκους, “The Legend of the Suram Fortress” (1985), συν- σκηνοθεσία με τον Dodo Abashidze, “Arabesques on Themes from Pirsomani” (1986), ντοκιμαντέρ, “Ashik Kerib” (1988), “Swan Lake-The Zone” (1990) (σ.τ.μ.).

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΥΧΟΣ 6

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s