Στα Ίχνη του Ανέμου (Wind River, 2017) του Τέιλορ Σέρινταν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών, κριτικές

Στα Ίχνη του Ανέμου

Wind River

3,5 / 5

Θρίλερ 2017 | Έγχρ. | Διάρκεια: 110′

Aμερικανική ταινία, σκηνοθεσία Τέιλορ Σέρινταν με τους: Τζέρεμι Ρένερ, Ελίζαμπεθ Όλσεν, Γκράχαμ Γκριν, Τζούλια Τζόουνς

Μια νεαρή πράκτορας του FBI, ένας βετεράνος ανιχνευτής και ο τοπικός σερίφης συνεργάζονται για να διαλευκάνουν το φόνο μιας κοπέλας στην περιοχή ενός ορεινού ινδιάνικου καταυλισμού στο Γουαϊόμινγκ.

Συνοπτική κριτική (Αθηνόραμα, Χρήστος Μήτσης)

Ο σεναριογράφος των «Sicario» και «Πάση Θυσία» γράφει και σκηνοθετεί ένα ρεαλιστικό, αγωνιώδες όσο και συγκινητικά πικρό νεο-γουέστερν/ιστορία επιβίωσης σε μιαν άλλη, ξεχασμένη Αμερική. Βραβείο κοινού στο Κάρλοβι Βάρι και σκηνοθεσίας στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα των Κανών.  [Είναι μια ενδιαφέρουσα, συμπαθητική ταινία. Δεν φεύγεις δυσαρεστημένος. Όμως πάσχει από την «ασθένεια του σεναριογράφου» του κλασικού χολιγουντιανού αφηγηματικού κινηματογράφου. Όλα είναι τακτοποιημένα και ηθικά φτιαγμένα. Κάπως έτσι μπαίνει στο παιχνίδι η πράκτορας του f.b.i. που άνθρωπος είναι και αυτή και συγκινείται. Και έχοντας προβλήματα στη σχέση του, με τη γυναίκα του, ένα φλερτάκι που αναπτύσσεται μεταξύ τους δεν φαντάζει ανήθικο. Υπάρχουν και άλλα τακτοποιημένα απόλυτα σημεία, που μειώνουν την εμβέλεια του εγχειρήματος, αλλά αξίζει να την δείτε οπότε να μην τα αποκαλύψουμε όλα, σίγουρα ένα ενδιαφέρον θέμα που όμως δεν απογειώνεται σκηνοθετικά παρόλες τις καλές προθέσεις. 2,5/5 Γ.Κ.]

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Χώρα Παραγωγής: Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, ΗΠΑ

Γλώσσα: Αγγλικά

Διάρκεια: 110′

Διανομή: Spentzos Film (Ελλάδα), The Weinstein Company, STX Entertainment, GEM Entertainment, VVS Films, Voltage Pictures

Εταιρείες Παραγωγής: Acacia Filmed Entertainment, Film 44, Ingenious Media, Savvy Media, Holdings, Star Thrower Entertainment, Synergics Films, Thunder Road Pictures, Tunica-Biloxi Tribe of Louisiana, Voltage Pictures, Wild Bunch

Σενάριο: Τέιλορ Σέρινταν (σεναριογράφος των SICARIO:Ο ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ και ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ)

Κριτική

Στα Ίχνη του Ανέμου

Από Χρήστο Μήτση  03/08/2017  [3,5/5]

Μια νεαρή πράκτορας του FBI, ένας βετεράνος ανιχνευτής και ο τοπικός σερίφης συνεργάζονται για να διαλευκάνουν το φόνο μιας κοπέλας στην περιοχή ενός ορεινού ινδιάνικου καταυλισμού. Ο σεναριογράφος των «Sicario» και «Πάση Θυσία» γράφει και σκηνοθετεί ένα ρεαλιστικό, αγωνιώδες όσο και συγκινητικά πικρό νεο-γουέστερν/ιστορία επιβίωσης σε μιαν άλλη, ξεχασμένη Αμερική. Βραβείο Σκηνοθεσίας στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα των Κανών.

Ξεκινώντας την καριέρα του ως δευτεροκλασάτου τηλεοπτικού ηθοποιού, ο Τέιλορ Σέρινταν εξελίχτηκε πρόσφατα σε έναν πολύ ενδιαφέροντα κινηματογραφικό δημιουργό με αναγνωρίσιμη υπογραφή. Η σεναριακή αρχή έγινε πρόπερσι, με την αστυνομική περιπέτεια του Ντενίς Βιλνέβ «Sicario: Ο Εκτελεστής», ενώ πέρυσι ακολούθησε το περιπετειώδες δράμα «Πάση Θυσία» του Ντέιβιντ Μακένζι, το οποίο του χάρισε οσκαρική υποψηφιότητα για πρωτότυπο σενάριο. Και οι δύο ταινίες συγγενεύουν τόσο με την αστυνομική περιπέτεια όσο και με το γουέστερν, μιλούν για χαρακτήρες που αγωνίζονται να προσαρμοστούν σε έναν εχθρικό, ακατανόητο γι’ αυτούς κόσμο κι έχουν ως φόντο τον ανοιχτό ορίζοντα του αμερικανικού Νότου.

Το «Στα Ίχνη του Ανέμου» μεταφέρει το σκηνικό βορειότερα, στο χιονισμένο Γουαϊόμινγκ, όμως η δραματική λειτουργία του φυσικού τοπίου παραμένει η ίδια. Είναι αυτή μιας αφιλόξενης χώρας με δικούς της κανόνες επιβίωσης, όχι πολύ διαφορετικούς από εκείνους της Άγριας Δύσης, την οποία το αμερικανικό όνειρο δεν έχει επισκεφθεί ποτέ. Γι’ αυτό και οι πολλοί ινδιάνικοι καταυλισμοί στη μέση του ορεινούπουθενά, όπως το Γουίντ Ρίβερ, όπου ο Κόρι, έμπειρος ανιχνευτής και κυνηγός άγριων ζώων που απειλούν τα κοπάδια της περιοχής, βρίσκει ένα πρωί το πτώμα μιας νεαρής ινδιάνας. Μαζί με μια φιλότιμη μα άπειρη πράκτορα του FBI και τον ινδιάνο τοπικό σερίφη αναζητούν αυτόν που της επιτέθηκε και τη βίασε προτού εκείνη ξεφύγει και πεθάνει από το κρύο στο χιονισμένο βουνό.

Μετά το «Vile», μια αδέξια ταινία τρόμου του 2011, ο Σέρινταν περνάει ξανά πίσω από την κάμερα για μια ολότελα δική του κινηματογραφική κατάθεση πάνω σε μια Αμερική που έρχεται από το παρελθόν, ζει σιωπηλά στα όρια του χάρτη και χάνεται αργά μέσα σε νέους καιρούς και νέα ήθη. Με αυτά τα τελευταία προσπαθεί έτσι κι αλλιώς να φέρει σε επαφή τους ήρωές του ο Τεξανός δημιουργός, πάντα όμως με ανεπιτυχή τρόπο. Όπως ο Κόρι, ο οποίος προσπαθεί εδώ και χρόνια να συμβιβαστεί με την έννοια της (ύψιστης ) απώλειας, αν και ξέρει πως αυτό δεν θα συμβεί. Θα κάνει όμως ό,τι περνάει από το χέρι του για να ζήσει (και να επιβιώσει ) μαζί της, διατηρώντας κόντρα στους «πολιτισμένους» κανόνες, αλλά απόλυτα σύμφωνα με τους νόμους της φύσης που τον περιβάλλει, τις δικές του ηθικές αρχές. Αυτές τις οποίες θα μοιραστεί με την αγωνίστρια πράκτορα Τζέιν και τον συμπάσχοντα Μάρτιν, πατέρα της νεκρής κοπέλας. Και όλα αυτά μέσα από τη φόρμα ενός παλιομοδίτικα μοντέρνου θρίλερ, αργού, δραματικού και με άμεσες αναφορές στην παράδοση του γουέστερν, το οποίο απέσπασε το βραβείο κοινού στο Κάρλοβι Βάρι κι εκείνο της σκηνοθεσίας στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα των Κανών.

ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 110΄. Διανομή: ΣΠΕΝΤΖΟΣ FILM.

**** Στα ίχνη του ανέμου (Νίνος Φενέκ Μικελίδης 4/5)

Wind River. ΗΠΑ, 2017. Σκηνοθεσία-σενάριο: Τείλορ Σέρινταν. Ηθοποιοί: Τζέρεμι Ρένερ, Ελίζαμπεθ Όλσεν, Κέλσι Άσμπιλ, Τζούλια Τζοόυνς, Γκρέαμ Γκριν. 107΄

Τα στοιχεία του θρίλερ με το αναγκαίο σασπένς μαζί με θέματα τοποθετημένα στους επιβλητικούς χώρους και την ομορφιά των παγωμένων εκτάσεων του νέο-γουέστερν, συνδυάζει στην όμορφη αυτή, συναρπαστική, με έμμεσες πολιτικές αναφορές, βραβευμένη στις Κάνες (βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα») ταινία του, ο γνωστός μέχρι πρόσφατα για τα ωραία του σενάρια («Πάση θυσία», «Σικάριο, ο εκτελεστής») αλλά και τις ερμηνείες του, Τέιλορ Σέρινταν.

Η ταινία ξεκινάει με το βιασμό και την άγρια δολοφονία ενός κοριτσιού στις απόμερες, παγωμένες εκτάσεις ενός ινδιάνικου καταυλισμού του Γουαϊόμινγκ, γνωστού ως Wind River. Για την εξιχνίασή της, η νεοσύλλεκτη πράκτορας του FBI, Τζέιν Μπάνερ (μια πολύ καλή Ελίζαμπεθ Όλσεν), που αναλαμβάνει την υπόθεση, ζητά τη βοήθεια του κυνηγού/ιχνιλάτη, Κόρι Λάμπερτ (με τον Τζέρεμι Ρένερ, να δείχνει αναπλάθει με ξεχωριστή δύναμη το ρόλο)

Στην εξοντωτική πορεία τους, μέσα από τις αχανείς, παγωμένες, με τις συχνές χιονοθύελλες, εκτάσεις της περιοχής, γύρω από τον ινδιάνικο καταυλισμό, ο σιωπηλός, θλιμμένος (με μια τραγωδία στο παρελθόν, για την οποία θα πληροφορηθούμε στη συνέχεια) Κόρι και η άπειρη, άσχετη, σχεδόν γελοία (ακόμη και στο ντύσιμό της) με το χώρο, Τζέιν, θα αντιμετωπίσουν το φόβο και τη δυσπιστία, ιδιαίτερα από τους καταπιεσμένους, έγκλειστους σ’ ένα αφιλόξενο χώρο, Ινδιάνους του καταυλισμού (έμμεσο σχόλιο του Σέρινταν για τη σημερινή, άθλια κατάσταση των εγκαταλειμμένων στη μοίρα τους αυτόχθονων Αμερικανών), πριν τελικά οδηγηθούμε στην αναπάντεχη λύση του μυστηρίου.

Με τον Σέρινταν να βρίσκει στην ευκαιρία, στη διάρκεια της πορείας (πορείας, αξίζει να αναφέρω, που μου θύμισε εκείνη του Ρόμπερτ Μίτσαμ στο ασυνήθιστο, εξαιρετικό, αν και υποτιμημένο, γουέστερν «Track of the Cat» του Γουίλιαμ Γουέλμαν), να αναπτύξει σωστά τους δυο χαρακτήρες, χάρη στο καλογραμμένο, με σωστό ρυθμό σενάριο, και να δημιουργήσει τη σωστή, συχνά ποιητική, ατμόσφαιρα, τόσο χάρη στη φωτογραφία του όσο και στη μουσική των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις. Πλάι στις εξαίρετες ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών αξίζει να αναφέρω κι εκείνη του Γκρέαμ Γκριν στο ρόλο του Ινδιάνου σερίφη. 

https://www.enetpress.gr/

Στα Ίχνη του Ανέμου

Wind River

του Τέιλορ Σέρινταν

ΚΡΙΤΙΚΗ 30 JUL 0 Σχόλια

Πόλυ Λυκούργου 5 Στα 10

Ο σεναριογράφος των «Sicario» και «Πάση Θυσία» ολοκληρώνει την τριλογία του για τη χαμένη Αμερική σκηνοθετώντας ένα μοντέρνο, χιονισμένο γουέστερν καλών προθέσεων και μεγάλων απογοητεύσεων. Βραβείο Σκηνοθεσίας, «Ενα Κάποιο Βλέμμα», Κάννες 2017.

Ενα κορίτσι τρέχει ημίγυμνο και ξυπόλητο στη χιονισμένη απεραντοσύνη του ορεινού Γουαϊόμινγκ. Είναι μία έφηβη Ινδιάνα – φανερά τρομοκρατημένη, σαν λαβωμένο αγρίμι. Μέρες μετά, ο Κόρι Λάμπερτ, ο ειδικός κυνηγός της περιοχής που οι κάτοικοι προσλαμβάνουν για να σκοτώνει τις τίγρεις που αποδεκατίζουν τα κοπάδια τους, ανακαλύπτει το παγωμένο πτώμα της. Το σοκ του είναι διπλό: το βιασμένο κορίτσι που έτρεχε να ξεφύγει ήταν φίλη με την κόρη του κι αυτό ξυπνά ακόμα πιο δύσκολες αναμνήσεις. Οταν μία πράκτορας του FBI έρχεται από την πρωτεύουσα για να ηγηθεί των ερευνών, ο Κόρι θα γίνει ο οδηγός της, ιχνηλατώντας τα στοιχεία του εγκλήματος στο χιόνι και προσπαθώντας να σβήσει τα δικά του τραύματα.

To «Στα Ιχνη του Ανέμου» δεν είναι στ’ αλήθεια ντεμπούτο (το 2011 είχε σκηνοθετήσει μία ταινία τρόμου, το «Vile»), αλλά σίγουρα αποτελεί άφιξη. Ηταν φυσικό ακόλουθο για τον Τέιλορ Σέρινταν να σκηνοθετήσει. Τα βραβευμένα του σενάρια («Sicario», «Πάση Θυσία») έχουν ήδη έτοιμη εικόνα, ρυθμό, διαστάσεις, βάθος. Και πάνω από όλα, είναι ένας από τους ελάχιστους (και για αυτό το «Πάση Θυσία» επικοινώνησε τόσο πολύ με τον κοινό) έτοιμους auteurs: δεν έχει απλώς κάτι να πει. Νιώθει την αναγκαιότητα να το πει. Ο Σέρινταν είναι ένας νουάρ ποιητής που υιοθετεί το ρόλο του λαογραφικού παρατηρητή για να αφουγκραστεί και να αποκαλύψει την σκοτεινή αμερικανική καρδιά, να ιχνηλατήσει σαν τον Κόρι Λάμπερτ τις πληγές αυτής της χώρας, να επιστρέψει στο σημείο που όλα πήγαν στραβά. Πώς ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών είναι μάταιος, το έγκλημα έχει φωλιάσει και στις δύο πλευρές του νόμου. Πώς η οικονομική κρίση είναι αδιέξοδος μονόδρομος, ο καπιταλισμός έστειλε το λογαριασμό στη χώρα που τον γέννησε. Και τώρα: πώς ο ρατσισμός δεν εξαρθρώθηκε ποτέ. Είναι γηγενής.

Οπως ο ήρωάς του, ο Σέρινταν επιχειρεί (με τις καλύτερες προθέσεις) να ακολουθήσει τον μίτο που θα τον οδηγήσει κάπου που δε θέλουμε στ’ αλήθεια να κοιτάξουμε, αλλά το κάνουμε. Σαν να προσπερνάμε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Πόσο έχουμε τακτοποιημένη τη λευκή μας ανωτερότητα, πόσο αναλώσιμες είναι οι ζωές των κατοίκων σε καταυλισμούς, πόσο η βία απέναντι στις γυναίκες συναντά το κουκούλωμα και την απέραντη σιωπή του χιονισμένου τοπίου;

Ο Σέρινταν (με τη βοήθεια του διευθυντή φωτογραφίας του Μπεν Ρίτσαρντσον) θα χρησιμοποιήσει αυτό ακριβώς το τοπίο για το μοντέρνο γουέστερν του. Το χιόνι προκαλεί το ίδιο δέος και την ίδια απελπισία όπως αντικρίζει κανείς το αδιέξοδό του (γεωγραφικό και προσωπικό) στην άμμο, στην έρημο. Αγονο, απέραντο, ανίκητο μοιάζει να συμβολίζει την συστημική κυριαρχία. Μοιάζει να καλύπτει το πραγματικό πρόσωπο μιας ξεχασμένης ενδοχώρας με αφημένους στη μοίρα τους κατοίκους (θυμηθείτε πώς είχε λειτουργήσει και στο «Winter’s Bone» της Ντέμπρα Γκράνικ).

Το «Στα Ιχνη του Ανέμου» είχε τη ραχοκοκκαλιά και τη δυναμική για να είναι αριστούργημα. Δεν είναι. Αρχικά, γιατί (παρόλο το βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών) ο Σέρινταν είναι ακόμα άπειρος σκηνοθέτης, ανέτοιμος να συλλάβει με τον τρόπο του Βιλνέβ ή του ΜακΚένζι την μεγάλη εικόνα της ταινίας του αν και υπάρχουν στιγμές που το ταλέντο του για να αποτυπώσει και να διατηρήσει ένταση σε εκπλήσσει, όπως η σεκάνς που 10 άντρες σηκώνουν τα όπλα ο ένας στον άλλον, ή μία πράκτορας, μόνη, χτυπά την πόρτα του βασικού ενόχου.

Το βασικότερο και το βαθύτερο τραύμα της ταινίας όμως είναι ο μελοδραματισμός και ο διδακτισμός της. Οσο στο «Πάση Θυσία» οι ήρωες μιλούσαν όσο έπρεπε για τα κακώς κείμενα της ένοχης Αμερικής, εδώ φλυαρούν, απαγγέλουν, κυρήττουν. Ετσι οι ισορροπίες χάνονται, ο λευκός ήρωας ανάμεσα στους γηγενείς μοιάζει με αντιήρωα που σώζει τη μέρα, ο «κακός» είναι εξίσου σχηματικός, η κάθαρση εξωφρενική. Και είναι κρίμα γιατί, ως ηθοποιός κι ο ίδιος, ο Σέρινταν πετυχαίνει να εκμαιεύσει υπέροχες ερμηνείες. Ο Τζέρεμι Ρένερ δίνει μία άλλη διάσταση στον μοναχικό και μόνο καουμπόι, βουβά λαβωμένος, ηττημένος αλλά και αποφασισμένος για εξιλέωση. Η πραγματική αποκάλυψη όμως είναι η Ελίζαμπεθ Ολσεν. Κάνει κάτι περισσότερο από το να κουβαλά το αθώο, εκφραστικό πρόσωπό της ως δόλωμα στη βιαιότητα του περιβάλλοντος. Αποδεικνύει ότι υπάρχει μία ατσάλινη πλευρά στην εύθραυστη γυναικεία φύση, την οποία κουβαλά και την αποκαλύπτει με δεξιοτεχνία και δυναμισμό.

Είναι βέβαιο ότι ο Σέρινταν θα συνεχίσει να κάνει ταινίες από αναγκαιότητα. Θα γράφει σενάρια που νιώθει στα σωθικά του και θα πιάνει κι εμάς από τα δικά μας. Κι αυτά είναι τα σωστά ίχνη να ακολουθήσει κανείς για να γίνει κάποια στιγμή και μεγάλος σκηνοθέτης. Το πιστεύουμε.

http://flix.gr/

Στα ίχνη του ανέμου

Στον καιρό των νέο-ινδιάνων

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΪΜΑΚΗΣ [2,5/5]

03.08.2017

ΚΡΙΤΙΚΗ

Ενα κορίτσι τρέχει ημίγυμνο και ξυπόλητο στη χιονισμένη απεραντοσύνη του ορεινού Γουαϊόμινγκ.

Από ηθοποιός της τηλεόρασης και σκηνοθέτης της μιας και μόνο ταινίας (κι αυτής σπλάτερ- το «Vile» από το 2011), ο Τέιλορ Σέρινταν την τελευταία τριετία αναδείχτηκε σε γραφιά υψηλών επιδόσεων («Sicario, ο εκτελεστής», «Πάση θυσία») φτάνοντας μέχρι την πεντάδα των οσκαρικών πρωτότυπων σεναρίων με το νεογουέστερν του Μακένζι. Σαν σε συνέχεια εκείνου του φιλμ, το δεύτερο σκηνοθετικό πρότζεκτ του έχει και πάλι στοιχεία δανεισμένα από την Άγρια Δύση, με τη διαφορά πως ο καυτός ήλιος της ερήμου έχει αντικατασταθεί από το θαμμένο στο χιόνι σκηνικό του Γουαϊόμινγκ και ο γερο-σερίφης του Τζεφ Μπρίτζες από τις σκιές των απογόνων εκείνων των ξεχασμένων πρώτων αυτόχθονων κατοίκων της αμερικανικής ηπείρου. Η χρονική στιγμή της πλοκής αφορά στο σήμερα περιγράφοντας μια κοινότητα- φάντασμα με περιθωριακούς ινδιάνους που προσπαθούν να επιβιώσουν στο αφιλόξενο μέρος που τους πέταξαν. Φυσικά η συνύπαρξη με τους εχθρικούς λευκούς έχει πολλά προβλήματα, τα οποία διογκώνονται όταν το νεκρό σώμα μιας νεαρής ινδιάνης ξεθάβεται από το χιόνι. Αστυνομικό θρίλερ, κοινωνικό δράμα και πολιτική αλληγορία, η νέα επίσκεψη του ταλαντούχου Σέρινταν στην καρδιά του σκότους αποδεικνύει αρκετούς ακόμη λόγους για να συγκρατήσουμε το όνομα του στη λίστα των μελλοντικών εκπλήξεων. Ακόμη κι αν η σκηνοθετική ματιά του θέλει ακόμη δουλειά (αρκετά σημεία επανάληψης παρά τα κολπάκια με την σπαστή αφήγηση και τα φλας μπακ), ενώ από ένα σημείο και ύστερα καταλαβαίνεις με ακρίβεια που θα καταλήξει το σενάριο.

http://www.athensvoice.gr/

Κριτική: Στα Ίχνη του Ανέμου – Wind River

Ένας άντρας (Jeremy Renner, Arrival) ο οποίος εργάζεται ως κυνηγός στα δάση της πολιτείας του Wyoming, ανακαλύπτει τυχαία το πτώμα μιας κοπέλας.

Μαζί με μια νεαρή υπάλληλο του FBI (Elizabeth Olsen, Captain America: Civil War) και τις τοπικές αρχές, θα βρεθούν στην αναζήτηση των υπεύθυνων για να αποδώσουν δικαιοσύνη.

Αλλά σε ένα τέτοιο μέρος, οι συνθήκες ταυτίζουν την έννοια της δικαιοσύνης με της εκδίκησης.

Ο Taylor Sheridan, σεναριογράφους των Sicario και Hell or High Water, ολοκληρώνει την άτυπη τριλογία του που περιστρέφεται γύρω από καίρια κοινωνικά θέματα που απασχολούν την Αμερική.

Στο Sicario επικεντρώνεται στα καρτέλ ναρκωτικών και τις συναλλαγές με το Μεξικό, στο Hell or High Water κάνει μια κριτική στο γενικότερο οικονομικό σύστημα, και εδώ καταπιάνεται με τις συνθήκες ζωής των ιθαγενών.

Όσων απέμειναν δηλαδή.

Με ένα στήσιμο που θυμίζει αυτό του Hell or High Water, ο Sheridan στη δεύτερη σκηνοθετική του προσπάθεια δημιουργεί ένα ακόμα σύγχρονο western, με έντονη δραματικότητα και χαμηλών ρυθμών αλλά κρυφής έντασης αφήγηση, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον.

Το αποτέλεσμα είναι μια δραματική ταινία εκδίκησης με λίγες αλλά δυνατές στιγμές δράσης, και μπόλικο συναισθηματισμό που συνδυάζεται κατάλληλα με μια θλιμμένη μουσική που ταιριάζει στο παγωμένο τοπίο.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο δίνει ψήφο υπεράσπισης στους αυτόχθονες κατοίκους της Αμερικής, καθώς τοποθετεί την ιστορία στο Wind River της πολιτείας Wyoming το οποίο αποτελεί καταυλισμό των ιθαγενών.

Αυτό γίνεται είτε άμεσα με το θάνατο της νεαρής κοπέλας, είτε ενημερωτικά μέσω των πληροφοριών που μας δίνει στο τέλος της ταινίας για τις αμέτρητες εξαφανίσεις ιθαγενών, είτε έμμεσα με αρκετούς παραλληλισμούς που μπορεί να δει κανείς μέσα στην ταινία (το πλάνο με την Αμερικανική σημαία κρεμασμένη ανάποδα είναι χαρακτηριστικό).

Ερμηνευτικά, ο Jeremy Renner εκμεταλλεύεται έναν από τους καλύτερους ρόλους του, και με μια μόνιμη θλίψη στο βλέμμα του η οποία πηγάζει από το σκληρό παρελθόν του, μας μεταδίδει όλη τη συναισθηματική φόρτιση του ήρωα έχοντας ορισμένες συγκινητικές στιγμές.

Δίπλα του η Elizabeth Olsen (με την οποία συναντιέται ξανά μετά τους ρόλους τους ως Avengers), παρά το νεανικό της στυλ δίνει μια πειστική ερμηνεία ως φιλότιμη πράκτορας του FBI που προσπαθεί να αποδώσει δικαιοσύνη.

Μια πολύ καλή ταινία για όσους τους αρέσει ο λίγο πιο ψαγμένος και ανεξάρτητος Αμερικανικός κινηματογράφος, όπου η δραματικότητα υπερτερεί της ηρωικής δράσης.

Μπορεί να μην μοιάζει για καλοκαιρινή ταινία αλλά αξίζει μια ευκαιρία.

Στους κινηματογράφους από 3 Αυγούστου.

Γιώργος Νυκταράκης. [7/10]

http://www.filmboy.gr

Στα Ίχνη του Ανέμου (Wind River)

ΓΙΩΤΑ ΤΣΙΟΡΒΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 3, 2017 [3,5/5]

Σε μια απομονωμένη -και καλυμμένη απο το χιόνι- περιοχή της Αμερικής βρίσκεται νεκρή μια νεαρή κοπέλα. Οι κάτοικοι της περιοχής -Ινδιάνοι οι περισσότεροι- και η τοπική αστυνομία, σε συνεργασία με το FBI, προσπαθούν να δώσουν λύση στο μυστήριο του θανάτου της. Η νεοσύλλεκτη Τζέιν φτάνει στην περιοχή και με την βοήθεια του Κόρι, ενός κυνηγού άγριων ζώων, θα προσπαθήσει να εντοπίσει τον ένοχο του εγκλήματος.

Ο Taylor Sheridan, εκτός απο το σενάριο, αναλαμβάνει και την σκηνοθεσία. Έχοντας στην σεναριακή του βαλίτσα ήδη το Sicario και το Hell or High Water (υποψήφιο για Όσκαρ σεναρίου) έχει αποδείξει ότι δεν κάνει εκπτώσεις στην σύνθεση μιας ιστορίας. Μέσα απο τα λόγια και τις πράξεις των ηρωών του βάζει όλα τα απαραίτητα λιθάρακια για το χτίσιμο της αφήγησής του. Αποφεύγοντας τις φλυαρίες στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαμορφώνει το σκηνικό χωρίς προχειρότητα και βιασύνη. Το παγωμένο τοπίο είναι ικανό να σε συνεπάρει, αλλά στην ιστορία του Sheridan λειτουργεί μονο βοηθητικά και όχι ουσιαστικά. Η ουσία του Wind River παραμένει στην ιστορία, η οποία ξετυλίγεται αργά και σταθερά δινοντας με κάθε σκηνή στον θεατή τόσα στοιχεία όσα χρειάζεται για μην φτάσει, πριν από το τέλος της ταινίας, πρώτος στην λύση του αινίγματος.

Ο κυνηγός του Jeremy Renner παλεύει με άγρια θηρία είτε αυτά έχουν την ανθρώπινη μορφή, είτε την μορφή ενός θηλυκού λιονταριου. Αποτελει τον συνδετικό κρίκο μεταξυ των Ινδιάνων και της πράκτορα του FBI, που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στον απαιτητικό ρόλο που ξαφνικά της ανατέθηκε. Η Elizabeth Olsen, διατηρώντας την νεανική της φρεσκάδα, εξελίσσει την ηρωίδα της μέσα από τις καταστάσεις που αυτή βιώνει. Τρακαρισμένη αρχικά και αποφασισμένη στο τέλος καταφέρνει να σύρει τον χορό στην εξυχνίαση μιας -χωρίς αποδείξεις- εγκληματικής πράξης.

Στο Wind River τα καλά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης επιβραβεύονται και τονίζονται ως τον ηθικό δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί ακόμα και με δυσάρεστες συνέπειες, αντίθετα τα στοιχεία εκείνα που αποτελούν ντροπή για το ανθρώπινο γένος τιμωρούνται, οχι απαραίτητα απο τον νομο.

Η σκηνοθετική ψιλοβελονιά του Sheridan (βραβειο καλύτερης σκηνοθεσίας Ένα Κάποιο Βλέμμα στις Κάννες) δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερο σύμμαχο από το σενάριο που έχει να οπτικοποιήσει. Παρ’ όλα αυτά όμως η ευρηματικότητα στην μονταζιακή σύνθεση διατηρεί την δυναμική στο ξεδίπλωμα της ιστορίας και η σκηνή στο τροχόσπιτο αφήνει τον θεατή καθηλωμένο στο «τράβηγμα της κουρτίνας» που δεξιοτεχνικά εναλλάσσει ο Sheridan.

Η εύρεση του δολοφονου δεν ειναι μια πρωτότυπη κινηματογραφική υπόθεση, όμως τα χιονισμένα τοπία του Wind River δεν θα απογοητεύσουν τον θεατή που αναζητά την ανθρωπιά και την επιβολή της δικαιοσύνης πίσω από την καλοχτισμένη αγωνία μιας αστυνομικής ιστορίας.

http://cinepivates.gr/

ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ (2017)

(WIND RIVER)

ΕΙΔΟΣ: Αστυνομικό Μυστηρίου

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τάιλερ Σέρινταν

ΚΑΣΤ: Τζέρεμι Ρένερ, Ελίζαμπεθ Όλσεν, Γκιλ Μπέρμιγχαμ, Κέλσι Άσμπιλ

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 107′

ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

της Βικτωρίας Μιχαήλ [2/5]

Χρόνια παντρεμένος Ινδιάνα Γιάνκης δασονόμος, σε καρτέρι για φονικό ζώο, βρίσκει πτώμα καταδιωγμένης κοπέλας σε καταυλισμό Ερυθροδέρμων ψυγείο. Βοηθώντας πελαγωμένη μικρή «ξένη» τού FBI να ανακαλύψει τι συνέβη, θα πέσει επάνω σε κάτι πολύ οικείο. Να πεθάνει το κτήνος. (Αλλά πώς) θα επιβιώσουν οι υπόλοιποι;

Είσαι ηθοποιός που πορεύεται με μικρούς ρόλους στην τηλεόραση αλλά θρέφει βάσιμα τη φιλοδοξία του σεναριογράφου. Μετά τα υλοποιημένα «Sicario: Ο Εκτελεστής» και «Πάση Θυσία», για το οποίο τσίμπησες και μία υποψηφιότητα για Όσκαρ, είσαι μια απ’ τις πιο so hot right now πένες της showbiz. Διαπραγματεύεσαι και πετυχαίνεις να αναλάβεις την πρώτη σου δουλειά πίσω από την κάμερα, βγάζοντας γι’ αυτήν από τα κιτάπια το πρώτο σενάριο που είχες ολοκληρώσει αλλά δεν είχες καταφέρει να πουλήσεις. Είναι σαν το «Thunderheart» (1992) χωρίς το κλου μυστικισμού, σε διάκοσμο «Παγωμένο Ποτάμι» (2008) μα με τις γυναίκες ριγμένες, κουβαλώντας τα issues και των δύο παράλληλα με τις υφέρπουσες ενοχές σου ως whitey Αμερικανακίου κι ένα εγερτήριο σάλπισμα υπέρ των καθημαγμένων αυτοχθόνων ενώ ουσιαστικά πατάει ακριβώς πάνω στα σημάδια του αγγλοϊσπανόφωνου hit του Βιλνέβ. Το Sundance σε χειροκροτεί, το Ένα Κάποιο Βλέμμα των Καννών σε φιλοξενεί και σε βραβεύει ως σκηνοθέτη από πάνω. Το αξίζεις;

Πυροβολήστε με αλλά με την καμία, λέω, αποδεχόμενη το ελαφρυντικό τής όχι για σκότωμα πρώτης ταινίας του Τάιλερ Σέρινταν, η οποία ολοκληρώνει μια κατά δήλωσή του τριλογία της μεθορίου ως ο πιο αδύναμος κρίκος της. Όπως και στην υπερτιμημένη περσινή θητεία του υπό τον Μακένζι, το αστυνομικό σκέλος αποτελεί το δόλωμα για το… κοινό και ταυτόχρονα το άλλοθι ώστε τα βέλη να βρουν τους φορείς των malaises εις βάρος μιας μη προνομιούχας γεωγραφίας των the Americas και τους (με υψηλό τίμημα) αλλοτριωμένους ή ανθιστάμενους θεματοφύλακές της. Οι εδώ μαστιζόμενοι τελευταίοι των Μοϊκανών είναι ξανά οι επαρχιώτες (στην έκκληση για βοήθεια των οποίων οι πρωτευουσιάνικες Αρχές ανταποκρίνονται με μια 1ον γυναίκα 2ον άκαπνη) ορεινοί του Γουαϊόμινγκ, μέλη των Σοσόν και Αράπαχο που φυλ(λ)ορροούν ως εξ αίματος κι αγχιστείας οικογένειες, που κρατάνε με νύχια και με δόντια την κληρονομιά τους ως πολιτισμοί, που χάνουν τους εαυτούς τους ως απολειφάδια σ’ ένα σύγχρονο τοπίο Σειρηνών που τους αποκόβει απ’ τις ρίζες τους. Ο χειμώνας της ψυχής τους ντύνεται στα λευκά, μπαίνει στον πάγο από τον χειμώνα της πλάσης. Το χώμα βάφεται κόκκινο από ένα πολύ πιο χειροπιαστό έγκλημα, εις βάρος ενός ακόμα αθώου ανάμεσά τους. Ένα δικό τους κι ένα ξένο χλωμό πρόσωπο μπορούν να διακρίνουν μέσ’ απ’ την ομίχλη και ν’ αποδώσουν (με βάση ποιο δίκαιο, όμως) τα πρέποντα;

Εννοείται, εξίσου χλωμό όμως βλέπω και το αν ο Σέρινταν κατορθώνει είτε να κάνει άρρηκτα αδερφοποιτό το whodunit procedural με το fresco ντουβρουτζά couleur locale κοινότητας, είτε να μείνει αλώβητος από το στουντιακό επ’ ώμου κλώτσημα της indie καραμπίνας του. Το ευαίσθητο έμπα μ’ ένα αναγνωσμένο off ποίημα του θύματος κατά την ασθμαίνουσα τελευτή του προοιωνίζεται στο ανάποδο (και μοιάζει ελάχιστη αποζημίωση για) το ακόμη κι απρόθετα σε βαθμό σεξισμού μάτι, exotica ή μη: οι τρεις μόνες ντόπιες που εκτός της (επίσης χαρακτηριστικά υπερ-ευειδούς) πρακτικά σκιτζίδικης Ομοσπονδιακού κοσμούν με το πρόσωπό τους την ταινία είναι «μωράκια» κι η (χοντρή) τέταρτη… παίρνεται μονίμως με το πρόσωπο καλυμμένο υπό το πρόσχημα του θρήνου της. Θα μπορούσε να είναι σχόλιο στη φαλλοκρατία της παράδοσης του ethnic μικροκόσμου και του bureau ταυτόχρονα, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια; Καθόλου δε νομίζω, αλλά ακόμα κι αν ναι, είναι αποτυχημένο. Όχι ότι η καταδίκη της αντρίλας, εξωθημένης στα εγκληματικά άκρα από τον αποκλεισμό της στην υποθερμική εσχατιά, υπηρετείται καλύτερα από εκείνο το γραφικό «τι περιμένεις να κάνουμε εδώ μες στο ψοφόκρυο μόνοι μας;» στο κρεσέντο κάθαρσης της ταινίας.

Η είσοδος της παρείσακτης μπατσίνας με sine qua non οδηγό τον ομόχρωμό της caucasian κυνηγό στα κατατόπια, που προϋποθέτει μια σχετική μύηση στο εκεί decorum και συνεπάγεται κάποιες όχι χωρίς χιούμορ ή διεισδυτικότητα πολιτισμικές αντιπαραθέσεις, δεν σκοντάφτει ηχηρά καθεαυτή αλλά δεν φοράει αλεξίσφαιρο σκιαγραφήσεων των παθών της community ή των μονάδων ένθεν κακείθεν, κάτι που δεν καταφέρνει παρά τους πετυχημένους νταουνιάρικους τόνους της ούτε η λάου λάου εισχώρηση στα επί προσωπικού δράματα των κεντροχαρακτήρων πέριξ της crime scene (εκτός της ατζαμούς fed, αυτή μένει απλώς τέτοια, το απέξω όμμα μας στα κατά βάθος σεκλετιασμένα Σπασμένα Φτερά, που λέει ο λόγος). Η αποκάλυψη καθ’ ολοκληρίαν τού κορμού (#diplhs) του εγκλήματος σ’ ένα επεισόδιο δωματίου σχετικά νωρίς μέσα στο στόρι δίκην ενός απροειδοποίητου flashback δικαιώνεται ως επιλογή της αφήγησης με καθεαυτό συναισθηματικό αντίκτυπο, αλλά το σκάσιμο της εξομολογητικά ρητής σύνδεσης του θανατικού με μια έως τούδε απωθημένη εμπειρία από την περσόνα πυξίδα μας μοιάζει να μην το χωρούσε αλλιώς ο Avid, να βόλευε μόνο ούτως πώς τον Σέρινταν, εξού και μοιάζει μισοέκθετο ως μόντα. Το γιατί, δε, ένα ακόμη κουφάρι πέραν του αρχικού εγκαταλείπεται ηλιθίως στη φύση από όποιον το ξέκανε προς πιθανή άγραν των οργάνων του Νόμου (και την εύκολη εξυπηρέτηση της πλοκής), θα ήθελα ειλικρινά να μου απαντηθεί από όσους το διαβάζουν το σκανδιναβικό μπεστσελεράκι τους και θα θεωρήσουν ότι ο Σέρινταν ως εγκέφαλος του US στάκαμαν πιάνει εξίσου χαρτωσιά.

Δεν θα το κρατήσουμε μανιάτικο: η ίντριγκα μένει όρθια, το οφθαλμόν αντί οφθαλμού ξεστοίχειωμα (τρόπον τινά, ο ντουβρουτζάς δεν αίρεται φτηνά κι έτσι πρέπει) makes a case for itself, η ατμόσφαιρα υπάρχει. Και πέραν ενός salvo στο ύπαιθρο, τόσο κακογραμμένου, κακοπαιγμένου και κακοπλανοθετημένου (εδώ είναι που ο, αν και σπουδαγμένος υποκριτής, άπειρος ως δάσκαλος ερμηνειών Σέρινταν ουρλιάζει) που ο Ταραντίνο θα γελάσει χαιρέκακα, η σποραδικά εκρηκτική δράση (κι όχι μόνο, μια χωρίς FX λήψη με τη λέαινα και τα μικρά της φάτσα μέσα στο λαγούμι τους είναι επίτευγμα) μπαίνει καλά στο viseur του Μπεν Ρίτσαρντσον, dp του «Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου», βοηθούσης της ειδοποιού διαφοράς των μπιλοζιριών και της άπλετα φορεμένης νιφάδας που ντύνουν μια παντός καιρού χειμαζόμενη φάρα και τις πληγωμένες family της. Η διανομή; Την παίρνεις πιο ζεστά αν σκεφτείς ότι ενώνει τον Hawkeye και τη Scarlet Witch των «The Avengers» με τον Punisher του τηλεοπτικού «Daredevil» (χαρά η Marvel…), αλλά δεν είναι καθόλου τιμητική για τον πλήρως παγιδευμένο στον τύπο τού sniper πρώτο (θυμηθείτε τον και στο all-white 1ο 3ο του «Η Κληρονομιά του Μπορν») και τη στη γύρα για δουλίτσα την οποία πια βρίσκει μόνο σε genre-ιές δεύτερη (προσέξτε ένα déjà vu απ’ το «Σιωπηλό Σπίτι»). Ο Τζον Μπέρνθαλ αποδίδει πιο ανεκτά καθώς… πετάγεται οψιμότερα απ’ όλους στην υπόθεση και οι εκ καταγωγής αυτόχθονες (αρκετούς τους ξέρετε από το «Λυκόφως») φυλάττουν Θερμοπύλες πιο λιγόλογα και καλύτερα. Απλώς αυτό το βάπτισμα του πυρός το Τόμαχόκ μου δεν θα τ’ αποφύγει. Και το δικό τους, υποψιάζομαι…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το «Sicario: Ο Εκτελεστής» ήταν πιο επεξεργασμένα στιλάτο, το «Πάση Θυσία» πιο παντελονάτα κοινωνικό, τούτο το «τρεις και τόνε πιάσαμε» του μυαλού και των δύο πιο εθνοτικά πονετικό. Λιγότερο σεσημασμένο απ’ το «CSI» και τα τηλεοπτικά τοιαύτα αλλά και λιγότερο έξυπνο από ένα βορειοευρωπαϊκής καταγωγής και πολικών βαθμών polar (με αμφότερα μοιράζεται «σκηνικά»), κάνει σήματα καπνού που θα διαβαστούν απ’ το σχετικό κοινό και δεν παίρνει το scalp των απέξω. Θα αρκέσει μέχρι τον κινηματογραφικό «Χιονάνθρωπο» του Νέσμπο αλλά, μα τον Μανιτού, αθώο κριμάτων δεν το λες και ενίοτε σ’ αφήνει και κόκαλο.

http://freecinema.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s