Δουνκέρκη (2017) Dunkirk Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Η ταινία «Δουνκέρκη» ξεκινά, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες των Βρετανών και των Συμμάχων είναι περικυκλωμένοι από δυνάμεις του εχθρού. Παγιδευμένοι στην παραλία, με τις πλάτες τους στην θάλασσα έρχονται αντιμέτωποι με μια ανέφικτη κατάσταση, καθώς ο εχθρός πλησιάζει.

Η ιστορία ξεδιπλώνεται στη στεριά, στη θάλασσα και στον αέρα. Αεροπλάνα spitfires της RAF (Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας της Μεγάλης Βρετανίας) έρχονται αντιμέτωπα με τον εχθρό πάνω από το Κανάλι προσπαθώντας να προστατεύσουν τους ανυπεράσπιστους άνδρες στην στεριά. Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες μικρές βάρκες επανδρωμένες με απλούς πολίτες και στρατιώτες κάνουν μια απέλπιδα προσπάθεια, με κίνδυνο της ζωής τους, σε μια μάχη ενάντια στο χρόνο, προσπαθώντας να σώσουν έστω και ένα μέρος του στρατού τους.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Χώρα: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ολλανδία
Γλώσσα: Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά
Διάρκεια: 106′
Διανομή: Tanweer (Ελλάδα), Warner Bros.
Εταιρείες Παραγωγής: Warner Bros., Dombey Street Productions, Kaap Holland Film
Εφέ: Double Negative
Σενάριο: Κρίστοφερ Νόλαν
Παραγωγή: Έμα Τόμας, Κρίστοφερ Νόλαν
Φωτογραφία: Χόιτε Βαν Χόιτεμα
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Νέιθαν Κρόλεϊ
Μοντάζ: Λι ΣμιθΜουσική: Χανς Ζίμερ
Κοστούμια: Τζέφρι Κέρλαντ

Release Dates:
Belgium, France 19 July 2017
UK, USA 21 July 2017
Ο Κρίστοφερ Νόλαν («Interstellar», «Inception», τριλογία «The Dark Knight») σκηνοθετεί και υπογράφει το σενάριο στην επική, δραματική ταινία «Δουνκέρκη», το νέο του κινηματογραφικό project, τρία χρόνια μετά το «Interstellar».

Στην «Δουνκέρκη» πρωταγωνιστεί ένα εντυπωσιακό καστ, ανάμεσα στους οποίους οι Φιόν Γουάιτχεντ, Τομ Γκλιν-Κάρνι, Τζακ Λόουντεν, Χάρι Στάιλς, Ανιουρίν Μπαρνάρντ, Τζέιμς Ντ’Άρσι, Μπάρι Κέογκαν, Κένεθ Μπράνα («My Week with Marilyn», «Hamlet», «Henry V»), Κίλιαν Μέρφι («Inception», τριλογία «The Dark Knight»), Μαρκ Ράιλανς («Bridge of Spies», «Wolf Hall») και Τομ Χάρντι («The Revenant», «Mad Max: Fury Road», «Inception»).

Τα γυρίσματα της ταινίας, που πραγματοποιήθηκαν στην Γαλλία, την Ολλανδία, την Μεγάλη Βρετανία και το Λος Άντζελες, έγιναν με έναν συνδυασμό καμερών IMAX® και φιλμ 65mm.

Πληροφορίες σχετικά με την παραγωγή

Ο πρωτοποριακός σκηνοθέτης, συγγραφέας και παραγωγός Κρίστοφερ Νολάν μεταφέρει το κοινό από τους σκοτεινούς δρόμους της Γκόθαμ στο παρασκήνιο μίας συγκλονιστικής ιστορίας: στο θαύμα της Δουνκέρκης.
Η ταινία ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ βασίζεται στο περιστατικό της εκκένωσης της ομώνυμης περιοχής της Γαλλίας, το οποίο έλαβε χώρα στους πρώτους μήνες του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου και είχε άμεσο αντίκτυπο στη συνολική έκβαση του πολέμου. Στόχος του Νόλαν ήταν να μεταφέρει την ιστορική αυτή στιγμή στη μεγάλη οθόνη, δημιουργώντας μία επική ταινία δράσης, ένα πολεμικό δράμα που να κόβει την ανάσα. Ωστόσο, η για πολλά χρόνια παραγωγός και συνεργάτιδα του Νόλαν, Έμα Τόμας, συμπληρώνει ότι εκτός από μία ταινία δράσης, η ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ είναι και μια πολύ ανθρώπινη ιστορία, που μπορεί να αγγίξει τον καθένα. Εξάλλου, ο Νόλαν τοποθετεί στο επίκεντρο της ταινίας τους χαρακτήρες της ιστορίας: τους στρατιώτες στην παραλία, τους πιλότους στον αέρα, τους αμάχους στις βάρκες.

Η ιστορία ξεκίνησε στα τέλη Μαΐου του 1940, όταν οι βρετανικές δυνάμεις, μαζί με τα γαλλικά, βελγικά και καναδικά στρατεύματα εγκλωβίστηκαν στις παραλίες της Δουνκέρκης. Αν και η Βρετανία ήταν μόλις 26 μίλια μακριά, δεν υπήρχε τρόπος να διασχίσουν την Μάγχη. Η ρηχή παραλία, με την παλίρροια να φτάνει στα 21 πόδια, καθιστούσε αδύνατο στα μεγάλα βρετανικά ναυτικά πλοία να προσεγγίσουν και να διασώσουν τους άνδρες. Ωστόσο, η ελπίδα ξεπήδησε από ένα στόλο μη στρατιωτικών «μικρών πλοίων» που ξεκίνησαν από τη νότια ακτή της Αγγλίας για να μεταφέρουν τους στρατιώτες στα σπίτια τους, στο πλαίσιο μίας επιχείρησης με την κωδική ονομασία Operation Dynamo.

Ο ιστορικός σύμβουλος της ταινίας, Τζόσουα Λεβάιν, συγγραφέας του βιβλίου Forgotten Voices of Dunkirk, τονίζει ότι η εκκένωση του 1940 αποτελεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια βρετανική ιστορία. Ήταν ένα τεράστιο γεγονός που εξακολουθεί να έχει διεθνή σημασία, γιατί εάν ο βρετανικός στρατός είχε αποδεκατιστεί ή αιχμαλωτιστεί σε εκείνο το σημείο, η Βρετανία θα είχε σχεδόν εξαναγκαστεί να παραδοθεί, αλλάζοντας έτσι το ρου της ιστορίας. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο, ότι η φαινομενικά αδύνατη διάσωση του βρετανικού στρατού έμεινε γνωστή ως το «Θαύμα της Δουνκέρκης».

Ήταν με το μικρό ιστιοπλοϊκό ενός φίλου, που ο Νολάν και η Τόμας επισκέφθηκαν για πρώτη φορά την Δουνκέρκη στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το ταξίδι αυτό θα τους έδινε μια εντελώς νέα οπτική για το σημαντικό αυτό ιστορικό γεγονός, για το οποίο είχαν μόνο διαβάσει. Εξαιτίας του κακού καιρού, το ταξίδι τους στα στενά της Μάγχης διήρκεσε 19 ώρες! Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη, ακόμα και χωρίς το φόβος των βομβών, όπως το 1940. Συνεπώς, εκείνο που έκανε περισσότερο εντύπωση στον Νόλαν ήταν το ποσό ριψοκίνδυνη ήταν η απόφαση των αμάχων που έμπαιναν με τα μικρά τους σκάφη σε μια ζώνη πολέμου. Για πολλά μίλια δεν έβλεπαν παρά καπνό και φωτιές. Η αποφασιστικότητα τους αποδεικνύει το ομαδικό και αλληλέγγυο πνεύμα τους.

Ο Νόλαν αναφέρει, «Ήθελα για πολλά χρόνια να παρουσιάσω τα γεγονότα της ιστορίας, από τη γη, τη θάλασσα και τον αέρα. Ειδομένα δηλαδή από τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην παραλία, από εκείνους που έρχονταν να βοηθήσουν με τα σκάφη τους, αλλά και από τους πιλότους που προσπαθούσαν να τους προστατεύσουν από ψηλά.

Ο χρόνος για την επιχείρηση Dynamo στη Δουνκέρκη λειτούργησε διαφορετικά για τα τρία σώματα πολέμου και αυτό αποτυπώνεται και στο σενάριο της ταινίας: ο στρατός ξηράς χρειάστηκε να περιμένει μία ολόκληρη εβδομάδα στις γαλλικές ακτές, για το ναυτικό η όλη ιστορία ήταν υπόθεση μιας ημέρας, ενώ για τους πιλότους των αεροσκαφών μία ώρα ήταν υπεραρκετή. Με τον τρόπο αυτό ο Νόλαν «φωτίζει» το προσωπικό ταξίδι κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, σε όποιο σημείο και αν βρίσκεται.

Για τη συγγραφή του σεναρίου, ο Νολάν διάβασε πολλά βιβλία και μαρτυρίες και συνεργάστηκε εκτενώς με τον Λεβάιν, συγγραφέα του βιβλίου Forgotten Voices of Dunkirk, για τον οποίο λέει ότι «αμέσως κατανόησε τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην ψυχαγωγία και την ιστορική ακρίβεια που επιδιώκαμε.» Στο πλαίσιο αυτό, ο Λεβάιν τους έφερε σε επαφή με βετεράνους της επιχείρησης Dynamo. Ωστόσο, ο Κρις δεν ήθελε να βάλει λόγια στα στόματα αυτών των πραγματικών ηρώων ή να αλλάξει τις ιστορίες τους για να υπηρετήσει την αφήγηση ή να εντείνει το δραματικό στοιχείο. Οπότε αποφάσισε να προσεγγίσει την ιστορία χρησιμοποιώντας φανταστικούς χαρακτήρες εμπνευσμένους από τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνά του.
Ο Νολάν συνεργάστηκε και στην ταινία ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ με τη δημιουργική του ομάδα, συμπεριλαμβανομένου του διευθυντή φωτογραφίας Χόιτε Βαν Χόιτεμα, του υπεύθυνου οργάνωσης παραγωγής Νέιθαν Κρόλεϊ, του ενδυματολόγου Τζέφρι Κούρλαντ, του μοντέρ Λι Σμιθ, του υπεύθυνου ειδικών εφέ Σκοτ Φίσερ και του υπευθύνου οπτικών εφέ Άντριου Τζάκσον.

Ο πρωταρχικός στόχος του Νόλαν ήταν να κάνει το κοινό να αισθανθεί ότι βρίσκεται στην παραλία, στο πλοίο που διασχίζει το κανάλι και στο πιλοτήριο των Spitfires. Παρόλο που ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε IMAX κάμερες στην ταινία The Dark Knight, στην ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ένα συνδυασμό ΙMAX και 65 mm. Έτσι είχε τη δυνατότητα να κάνει εντυπωσιακά πανοραμικά πλάνα, δημιουργώντας αμεσότητα και εντείνοντας τη συναισθηματική φόρτιση. Ακόμα ένα χαρακτηριστικό των ταινιών του Νόλαν, που διακρίνει κανείς και στην ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ, είναι η προτίμησή του να συλλαμβάνει τη δράση στην κάμερα και να αποφεύγει τα ψηφιακά εφέ και το CGI.

Προσθέτοντας στο ρεαλισμό της ταινία, οι ηθοποιοί και το συνεργείο είχαν την ευκαιρία να κινηματογραφήσουν ένα τμήμα της ΔΟΥΝΚΕΡΚΗΣ στην πραγματική παραλία, ακριβώς την ίδια εποχή του χρόνου που συνέβη και η εντυπωσιακή εκκένωση.

Η επιλογή των ηθοποιών

Ο Κρίστοφερ Νόλαν θέλησε να χαρακτηρίζονται από αυθεντικότητα και οι επιλογές του για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της ταινίας. Αναζήτησε ηθοποιούς που ήταν κοντά στις ηλικίες των χαρακτήρων, φρέσκα πρόσωπα, ώστε το κοινό να μπορεί να βιώσει αυτά τα γεγονότα μέσα από τα μάτια τους. Μερικοί απ ‘αυτούς ήταν σχεδόν παιδιά.

Μια από τις ανακαλύψεις του ήταν ο Φιόν Γουάιτχεντ, ο οποίος κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη, ενσαρκώνοντας τον Τόμι. Καταφέρνει να διαφύγει από τη γειτονική πόλη που βρισκόταν, όμως εγκλωβίζεται στην παραλία της Δουνκέρκης μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες άλλους στρατιώτες, περιμένοντας τη μοίρα του. Περιγράφοντας τον χαρακτήρα του, ο Γουάιτχεντ λέει: «Ο Τόμι είναι το είδος του κλασικού, μέσου στρατιώτη. Είναι πολύ νέος και άπειρος και πιθανότατα δεν συνειδητοποιεί τι τον περιμένει. Αλλά είναι επινοητικός και αποφασισμένος να κάνει ό, τι μπορεί για να επιβιώσει.» Λίγο μετά την άφιξή του στην παραλία, ο Τόμι συναντά τον Γκίμπσον, έναν συμπατριώτη του. Το σχέδιό τους να διαφύγουν, τους φέρνει στο μόλο όπου συναντούν τον Αλεξ (Χάρι Στάιλς). Για τον Στάιλς, δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι ο Τόμι, ο Γκίμπσον και ο Άλεξ θ’ ανακαλύψουν γρήγορα αυτό που τους «δένει»: ο δρόμος για την ελευθερία τους είναι ο μόλος, μια επικίνδυνη προβλήτα οκτώ ποδιών που επιβλέπει ο διοικητής Μπόλτον (Κένεθ Μπράνα).

Ο Μπόλτον είναι ο υπεύθυνος για τον εφοδιασμό των πλοίων και των σκαφών, για το που μπορούν να αγκυροβολήσουν, να περισυλλέξουν τους στρατιώτες και στη συνέχεια ν’ απομακρυνθούν. Και αυτή η διαδικασία πρέπει να ολοκληρώνεται γρήγορα, με τη μέγιστη αποτελεσματικότητα, επειδή οι Γερμανοί τους χτυπούν από παντού. Ο Μπόλτον έχει μια θέση μεγάλης ευθύνης σε μια περιοχή-κλειδί. Οφείλει να διατηρεί την ψυχραιμία του, ακόμα και υπό μεγάλη πίεση, να παίρνει αποφάσεις ζωής και θανάτου. Ωστόσο, γνωρίσει ότι είναι πρακτικά αδύνατον ν’ απομακρυνθούν όλοι, οπότε η θέση του είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Ένα από τα σκάφη που έρχονται από την Αγγλία είναι το Moonstone, ένα μικρό, ξύλινο γιοτ που ανήκει στον κ. Ντόσον (Μαρκ Ράιλανς). Ο Ντόσον είναι ένας από τους πολλούς εκατοντάδες Άγγλους αμάχους που ανταποκρίθηκαν στην κλήση του στρατού, να πάρουν τα σκάφη τους, να διασχίσουν την Μάγχη και να περισυλλέξουν τους στρατιώτες από την Δουνκέρκη. Μαζί του έχει τον 19χρονο γιο του, Πίτερ (Τομ Γκλιν-Γκάρνεϊ), που κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στην ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ. Καθώς ο κ. Ντόσον και ο Πίτερ ετοιμάζονται να επιβιβαστούν, ο φίλος του Πίτερ, ο Τζορτζ, πηδάει στο Moonstone, αποφασισμένος να μοιραστεί αυτό που φαντασιώνεται ότι θα είναι η πρώτη του πραγματική περιπέτεια.

Ωστόσο, δεν είναι όλοι οι επιβάτες του Moonstone πρόθυμοι να φτάσουν στη Δουνκέρκη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, ο Ντόσον και τα αγόρια του περισυλλέγουν έναν επιζήσαντα μίας τορπιλακάτου. Ο Κίλιαν Μέρφι δεν έχει όνομα την ταινία. Είναι απλά ακόμα ένας τρομοκρατημένος στρατιώτης, που δεν έχει καμία πρόθεση να επιστρέψει στην κόλαση από την οποία έχει μόλις δραπετεύσει. Ο χαρακτήρας του δείχνει το βαθύ αποτύπωμα που μπορεί να αφήνει ο πόλεμος στην ψυχή ενός ανθρώπου και παρόλο που δεν είναι συγκεκριμένος, ο Μέρφι λέει ότι δεν είχε κανένα δισταγμό να πάρει το ρόλο, απλά και μόνο για την ευκαιρία να δουλέψει ξανά με τον Νόλαν.

Στη στεριά: μία εβδομάδα

Τα γυρίσματα της ταινίας χωρίζονται και επικεντρώνονται εκεί ακριβώς όπου εκτυλίσσεται και η πραγματική ιστορία: στη γη, στη θάλασσα και στον αέρα. Η απόφαση των δημιουργών να επικεντρωθεί η χερσαία κινηματογράφηση στον τόπο όπου συνέβησαν τα γεγονότα πριν από περίπου οκτώ δεκαετίες ήταν μία από τις πιο σημαντικές αλλά και δημιουργικές.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έπρεπε να κάνουν για την προετοιμασία των γυρισμάτων στην ιστορική παραλία ήταν να ψάξουν εξονυχιστικά την περιοχή για τυχόν χειροβομβίδες που μπορεί να βρίσκονταν ακόμα θαμμένες στην άμμο. Ωστόσο, μακράν η δυσκολότερη δουλειά ήταν να αποκαταστήσουν ό,τι είχε παραμείνει από τον ανατολικό μόλο του 1940. Η παραλία της Δουνκέρκης είναι εξαιρετικά ρηχή, καθιστώντας αδύνατο για τα μεγάλα πλοία να προσεγγίσουν ακτή. Έτσι, οι στρατιώτες στοιβάχτηκαν σ’ αυτό το στενό κυματοθραύστη, περιμένοντας τη σωτηρία τους.

Οι καιρικές συνθήκες ήταν ακόμα μία πρόκληση για την παραγωγή. Παρότι, τα γυρίσματα γίνονταν αρχή του καλοκαιριού και ήλπιζαν ότι ο καιρός θα ήταν καλός, δυστυχώς διαψεύστηκαν. Οι ημερομηνίες των γυρισμάτων συνέπεσαν με τις ημερομηνίες της επετείου της πραγματικής εκκένωσης (27 Μαΐου – 4 Ιουνίου). Αλλά παρόλο που τις κρίσιμες εκείνες μέρες της πραγματικής εκκένωσης του 1940 ο καιρός ήταν ήρεμος, τις ημέρες των γυρισμάτων, η Δουνκέρκη χτυπήθηκε από μεγάλη κακοκαιρία. Μια καταιγίδα ήταν τόσο δυνατή που γκρέμισε κομμάτια του μόλου που είχε μόλις ξαναχτίσει η παραγωγή.

Ο καιρός δεν ήταν το μόνο πράγμα που δυσκόλεψε τα γυρίσματα στην ακτογραμμή. Η παλίρροια ήταν και αυτή ένα εξίσου μεγάλο εμπόδιο για την παραγωγή όπως και για τον στρατό εκκένωσης το 1940. Και όπως ήταν αναμενόμενο, η απότομη μεταβολή των καιρικών συνθηκών δημιουργούσε πολλά προβλήματα και στο script της ταινίας.

Ακόμα ένα δύσκολο εγχείρημα ήταν αυτό του ενδυματολόγου Τζέφρι Κούρλαντ, καθότι έπρεπε να ντύσει εκατοντάδες κομπάρσους. Ο ίδιος έκανε εκτεταμένες έρευνες. Διάβασε βιβλία, επισκέφτηκε το eBay και αγόρασε παλιά περιοδικά της περιόδου. Επίσης, παρακολούθησε παλιά δελτία ειδήσεων, με σημαντικές μαρτυρίες και ντοκουμέντα της εποχής. Η κύρια πρόκληση για την ομάδα του Κούρλαντ ήταν ότι κάθε στολή έπρεπε να ραφτεί από το μηδέν. Η παραγωγή δεν νοίκιασε κανένα ρούχο γιατί φοβήθηκε ότι μπορεί να καταστρέφονταν κατά τη διάρκεια των δύσκολων γυρισμάτων.

Η προσοχή στη λεπτομέρεια δεν περιορίστηκε μόνο στα ρούχα, αλλά και σε πιο μικρές λεπτομέρειες. Ο Στάιλς θυμάται την πρώτη μέρα που έβαλε τη στολή του και βγήκε έξω και ο Κρις Νόλαν του επεσήμανε ότι τα κορδόνια στις μπότες του ήταν δεμένα με λάθος τρόπο. Του εξήγησε ότι οι Βρετανοί στρατιώτες δεν έδεναν σταυρωτά τα κορδόνια τους, ακόμα μία απόδειξη ότι είχε ερευνήσει εξονυχιστικά την περίοδο.

Στη θάλασσα: Μια μέρα

Ενώ μερικές από τις σκηνές στη θάλασσα γυρίστηκαν κοντά στη Δουνκέρκη, οι περισσότερες από τις σκηνές στο Moonstone γυρίστηκαν στην Ολλανδία σε μια ρηχή τεχνητή λίμνη που ονομάζεται Ijsselmeer (το βάθος της είναι 12 με 14 πόδια). Προετοιμάζοντας τα γυρίσματα στο νερό, ο Νόλαν οργάνωσε πολλές εξορμήσεις με το συνεργείο του. Η ιδέα ήταν να πραγματοποιηθούν τα γυρίσματα με κάμερα χειρός, όπου και όσο αυτό ήταν δυνατόν. Το σκάφος κάμερας που χρησιμοποιήθηκε για την ταινία, ήταν μια έξυπνη προσαρμογή του εξοπλισμού Edge που ο Νόλαν είχε χρησιμοποιήσει για τις σκηνές με τις «οδομαχίες» στο σίκουελ του Σκοτεινού Ιππότη.

Για να βοηθήσει στη συγκέντρωση όλων των πλοίων και σκαφών που απαιτούνταν για την παραγωγή, ο Νέιθαν Κρόλεϊ συνεργάστηκε με τον Νιλ Άντρεα, ο οποίος τον βοήθησε να εντοπίσει δεκάδες εναπομείναντα σκάφη εκείνης της περιόδου, σε εννέα διαφορετικές χώρες. Κατά τη διάρκεια της μέρας των γυρισμάτων στη θάλασσα συγκεντρώθηκαν 62 σκάφη στη Μάγχη. Η ομάδα ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένη καθώς μεταξύ αυτών ήταν και μερικά από τα σκάφη που είχαν πραγματικά αποπλεύσει από την Αγγλία το 1940 για να διασώσουν τους άνδρες από την παραλία της Δουνκέρκης, τα οποία είχαν συντηρηθεί από τον σύλλογο Dunkirk Little Ships.

Η παραγωγή αγόρασε και ένα γραφικό γιοτ 40-ποδιών, που ναυπηγήθηκε το 1939, για να χρησιμεύσει ως το Moonstone του κ. Ντόσον. Στο σκάφος θα κυκλοφορούσαν ηθοποιοί, το συνεργείο, ενώ θα έπρεπε να τοποθετηθούν πάνω του κάμερες, οπότε δεν ήθελαν να έχουν περιορισμούς για το πώς θα το χρησιμοποιήσουν. Ο Βαν Χόιτεμα αναφέρει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για αυτόν ήταν να βρει τρόπο να χωρέσει τις ογκώδεις και βαριές κάμερες στο μικρό του κατάστρωμα.

Τα γυρίσματα των σκηνών στο κανάλι της Μάγχης και στη λίμνη σήμαιναν ότι και άλλα τμήματα του συνεργείου παραγωγής έπρεπε να είναι στο νερό, σχηματίζοντας το δικό τους στόλο. Εκτός από τα σκάφη κάμερας, υπήρχαν βάρκες ασφαλείας, σκάφη για το μακιγιάζ και τα χτενίσματα, σκάφη για την γκαρνταρόμπα και πολλά ακόμα. Ακόμη και τα γεύματα του συνεργείου και των ηθοποιών έπρεπε να μεταφέρονται στο νερό.

Ωστόσο, δεν ήταν εφικτό να γίνουν όλα τα γυρίσματα στα νερά της Μάγχης ή του Ijsselmeer. Κάποια από αυτά πραγματοποιήθηκαν στο Stage 16 στο στούντιο της Warner Bros., που διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες δεξαμενές νερού στον κόσμο. Εκεί έγιναν τα γυρίσματα στους εσωτερικούς χώρους πλοίων. Κάποια εξωτερικά έγιναν και στη λίμνη Falls Lake στα Universal Studios, όπου μεταξύ άλλων, προκλήθηκε η βύθιση και ενός πλοίου αξίας 120.000 λιρών.

Στον αέρα: μία ώρα

Καθώς το Moonstone κατευθύνεται προς την Δουνκέρκη, ο κ. Ντόσον, ο Πίτερ και ο Τζορτζ είναι ενθουσιασμένοι βλέποντας ένα RAF Spitfire να πετάει πάνω από τα κεφάλια τους. Για τους ηθοποιούς, αυτό δεν ήταν οπτικό εφέ: όντως τρία vintage Spitfires βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στον ουρανό, ακριβώς από πάνω τους. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της παραγωγής, ο Νόλαν μπήκε ο ίδιος σ’ ένα Spitfire και παρότρυνε τόσο τον Βαν Χόιτεμα όσο και τον Κρόλεϊ να τον συνοδέψουν, ώστε να νιώσουν πραγματικά τη δυναμική των θαυμάσιων αυτών αεροπλάνων που βοήθησαν στη σωτηρία των ανδρών στη Δουνκέρκη.

Για να καταγράψει τις έντονες εναέριες μάχες της ταινίας, ο Νόλαν έφτασε και πάλι στα άκρα, αξιοποιώντας στο έπακρο ό,τι θα μπορούσε να επιτευχθεί με μεγάλες κάμερες. Αναφέρει, «Θέλαμε να δείξουμε τα πάντα από την άποψη των πιλότων, αλλά χρησιμοποιώντας κάμερες IMAX. Ήταν μια μεγάλη πρόκληση να έχουμε αυτήν την τεράστια κάμερα στο πιλοτήριο του Spitfire, αλλά ήμασταν αποφασισμένοι να το καταφέρουμε.»

Το πρώτο βήμα ήταν η απόκτηση των αεροπλάνων. Ο Νέιθαν Κρόλεϊ εξασφάλισε τρία Spitfires – δύο Mark 1s και ένα Mark 5 – καθώς και ένα ισπανικό HA-1112 Buchón για να ντουμπλάρουν τα γερμανικά ME-109s, γνωστότερα ως Messerschmitts. Για να είναι πιο κατανοητή η κινηματογραφική αφήγηση, η παραγωγή αποφάσισε να βάψει κίτρινη τη μύτη των ME-109 Messerschmitts, παρόλο που αυτό συνέβη στην πραγματικότητα μετά το 1942. Ωστόσο, σκέφτηκαν ότι με τον τρόπο αυτό το κοινό θα μπορούσε να τα ξεχωρίζει ευκολότερα από τα γερμανικά αεροσκάφη.

Για να γυρίσει αυτές τις σκηνές δράσης, ο Βαν Χόιτεμα συνεργάστηκε με τον άνθρωπο που ονομάζεται «γκουρού του φακού» της Panavision, τον Νταν Σασάκι. Ο Σασάκι σχεδίασε έναν περιστρεφόμενο φακό τύπου periscope που του επέτρεψε να χωρέσει κάθετα τη μεγάλη κάμερα IMAX στον περιορισμένο χώρο ενός cockpit. Με τον τρόπο αυτό μπορούσαν να κινηματογραφήσουν το οπτικό πεδίο του πιλότου, τη στιγμή που κοιτάζει το τζάμι του αεροπλάνου. Ο Βαν Χόιτεμα προσέλαβε επίσης τον μηχανικό αέρος Άντι Μακ Κλάσκι για να δημιουργήσει μια πλατφόρμα που να επιτρέπει στην IMAX κάμερα να τοποθετείται με ασφάλεια στο Yak.

Επίσης, κάμερες τοποθετήθηκαν και σε ένα ελικόπτερο, αλλά και σ’ ένα αεροπλάνο Αerostar. Ο Νόλαν για αυτό το κομμάτι της ταινίας, αποφάσισε να μην χρησιμοποιήσει green ή blue screens. Προτίμησε να γυρίσει τις σκηνές με τέτοιο τρόπο, ώστε πάντα να έχουν φόντο πραγματικό νερό, πραγματικό ουρανό και φυσικό φωτισμό.

Ο ήχος της Δουνκέρκης

Όταν ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα της ΔΟΥΝΚΕΡΚΗΣ , ο Νόλαν συναντήθηκε ξανά με δύο παλιούς και μακρόχρονους συνεργάτες του, τον μοντέρ Λι Σμιθ και τον συνθέτη Χανς Ζίμερ, για να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο επικό πολεμικό δράμα του. Ο ήχος και η μουσική «παντρεύτηκαν» αρμονικά για να υπογραμμίσουν τον αγώνα ενάντια στον χρόνο.

Ο υπεύθυνος για τον ήχο Ρίτσαρντ Κινγκ ηχογράφησε τον κινητήρα του Moonstone, καθώς και άλλων πλοίων και στη συνέχεια έστειλε το υλικό στη διάθεση του Χανς Ζίμερ. Επεξεργάστηκαν με τέτοιο τρόπο τον ήχο του κινητήρα, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι συνεχώς επιταχύνει. Επίσης, ο Χανς κατέγραψε τον ήχο του ρολογιού του Κρις Νόλαν, που συνδυαζόμενο με τη μουσική, ενέτεινε το αίσθημα αγωνίας. Ύστερα από πρόταση του Νόλαν, ο Ζίμερ «ανάμιξε» στη μουσική του το «Nimrod», του Έντουαρντ Έλγκαρ, καθώς είναι τόσο αγαπητό στους Άγγλους όσο και η ίδια η ιστορία της Δουνκέρκης.

«Βλέποντας την ταινία, θέλουμε το κοινό να νιώσει ότι βρίσκεται στην παραλία της Δουνκέκρης, ότι είναι στο κατάστρωμα του Moonstone και στο πιλοτήριο ενός Spitfire», καταλήγει ο Νόλαν. «Θέλουμε να του προσφέρουμε ένα πολύ έντονο ταξίδι. Να ζήσει μία ολοκληρωμένη εμπειρία. Σαν να είναι πραγματικά εκεί και να μπορεί να νιώσει ό,τι και οι στρατιώτες της Δουνκέρκης το 1940.»

Συνοπτική Κριτική
από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο

Ατόφια κινηματογραφική εμπειρία που πλάθει εικόνες που προκαλούν δέος, στερείται όμως της δυνατότητας να προκαλέσει στον θεατή συναισθηματική σύνδεση με τους ήρωες.

Αναλυτική Κριτική 3 / 5

Δουνκέρκη
Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο 24/08/2017

Περικυκλωμένοι από τον εχθρό, στρατιώτες της Μεγάλης Βρετανίας στη Δουνκέρκη κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναζητούν τρόπους να διασωθούν. Ατόφια κινηματογραφική εμπειρία που πλάθει εικόνες που προκαλούν δέος, στερείται όμως της δυνατότητας να προκαλέσει στον θεατή συναισθηματική σύνδεση με τους ήρωες.

Το Μάη του 1940 το λιμάνι της Δουνκέρκης στα Στενά της Μάγχης ήταν το τελευταίο οχυρό των Συμμαχικών Δυνάμεων απέναντι στο ναζιστικό στρατό που τις είχε περικυκλώσει. Η απώλεια της Δουνκέρκης θα έφερνε το Χίτλερ στο κατώφλι της Μεγάλης Βρετανίας και θα σήμαινε την ολοκληρωτική επικράτησή του στην κεντρική Ευρώπη. Ο Τσόρτσιλ το ήξερε, οι στρατηγοί του το ίδιο, κι ακόμα περισσότερο οι στρατιώτες που έβλεπαν την πολεμική μηχανή των ναζί να καταπίνει τη μία χώρα μετά την άλλη. Πίστευαν πως η Αγγλία θα ήταν επόμενη.
Αντιμέτωποι με την ήττα, οι Βρετανοί αξιωματικοί αποφασίζουν τη διάσωση των περίπου 400.000 στρατιωτών που είχαν απομείνει με κάθε δυνατό μέσο, κίνηση που προκάλεσε την κινητοποίηση έως και πολιτών που με δικά τους σκάφη διέσχισαν τη Μάγχη για να τους βοηθήσουν. Η μοναδική αυτή πράξη αυτοθυσίας και αλληλεγγύης εμπνέει τον Κρίστοφερ Νόλαν να γυρίσει μια ταινία όπου δεν υπάρχει ένας ήρωας, αλλά χιλιάδες. Οι «μικροί», οι «ασήμαντοι», αυτοί που καλούνται να διεξάγουν με το σώμα τους τον πόλεμο βρίσκουν απάντηση στην απόγνωση βοηθώντας ο ένας τον άλλο. Ο αγώνας για την επιβίωση είναι κοινός, χωρίς να λείπουν οι εξάρσεις πανικού και ιδιοτέλειας που πηγάζουν στα κατώτερα ανθρώπινα ένστικτα, καθώς κανείς δεν θέλει να μείνει πίσω.

Η χαρακτηριστική στη φιλμογραφία του Νόλαν χρήση μη γραμμικής αφήγησης εδώ ενώνει σε ένα κοινό φιλμικό παρόν γεγονότα τριών διαφορετικών στιγμών, που συνέβησαν σε γη, ουρανό και θάλασσα, τα πεδία όπου διεξήχθη ο πόλεμος. Ο χρόνος, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία στο νολανικό σινεμά, συμπυκνώνεται σε μια ασταμάτητη διαδοχή προβλημάτων που καλούνται να ξεπεράσουν οι στρατιώτες, υπό τα πυρά του εχθρού ο οποίος επιτίθεται κατά κύματα. Αξίζει να σημειωθεί πως ενώ η ιστορία τοποθετείται κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αντίπαλος αναφέρεται αόριστα ως ο «εχθρός», ενώ δεν κάνει παρά έμμεσα την εμφάνισή του. Ο κίνδυνος πλανάται ως διαρκής απειλή δίχως πρόσωπο.
Η αριστοτεχνική φωτογραφία του Χόιτε βαν Χοϊτέμα, όπως και ο σχεδιασμός στον -εκκωφαντικό- ήχο του Ρίτσαρντ Κινγκ μετατρέπουν τη «Δουνκέρκη» σε μια βιωματική εμπειρία, με τις ανατριχίλες των στρατιωτών να διαπερνούν την οθόνη. Το δέος αυτής της απόλυτα κινηματογραφικής εμπειρίας προδίδει την προσήλωση του Νόλαν περισσότερο στην εικόνα παρά στη δραματουργία. Η εντυπωσιακή απεικόνιση των γεγονότων στερείται συναισθηματικής σύνδεσης με τους ήρωες, ενώ αποφεύγεται η ουσιαστική ανάπτυξη της μεταξύ τους πλοκής. Η γυρισμένη σε 65mm «Δουνκέρκη» είναι ένα επίτευγμα κόντρα στην ψηφιακή εποχή, πλασμένο με τα υλικά μιας σπουδαίας ταινίας, προσπερνά όμως την ανάγκη για ταύτιση με τα πρόσωπα που απεικονίζονται στην οθόνη.
Μεγάλη Βρετανία, Ολλανδία, Γαλλία, ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 106΄. Διανομή: TANWEER

«ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ» ΤΟΥ ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΝΟΛΑΝ: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΦΟΡΑ
Αν αγαπάς το σινεμά, είναι πολύ δύσκολο να μην εκτιμήσεις τη «Δουνκέρκη»

Δουνκέρκη
Dunkirk
του Κρίστοφερ Νόλαν
ΚΡΙΤΙΚΗ 16 AUG 2017
9 Στα 10 (4,5/5) Γιώργος Κρασσακόπουλος

Ο Κρίστοφερ Νόλαν ζωντανεύει μια αιματηρή σελίδα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια ταινία ήδη κλασική.

Η ταινία «Δουνκέρκη» ξεκινά, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες των Βρετανών και των Συμμάχων είναι περικυκλωμένοι από δυνάμεις του εχθρού. Παγιδευμένοι στην παραλία, με τις πλάτες τους στην θάλασσα έρχονται αντιμέτωποι με μια ανέφικτη κατάσταση, καθώς ο εχθρός πλησιάζει. Η ιστορία ξεδιπλώνεται στη στεριά, στη θάλασσα και στον αέρα. Αεροπλάνα spitfires της RAF (Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας της Μεγάλης Βρετανίας) έρχονται αντιμέτωπα με τον εχθρό πάνω από το Κανάλι προσπαθώντας να προστατεύσουν τους ανυπεράσπιστους άνδρες στην στεριά. Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες μικρές βάρκες επανδρωμένες με απλούς πολίτες και στρατιώτες κάνουν μια απέλπιδα προσπάθεια, με κίνδυνο της ζωής τους, σε μια μάχη ενάντια στο χρόνο, προσπαθώντας να σώσουν έστω και ένα μέρος του στρατού τους.

Σχεδόν εξ ορισμού, μια πολεμική ταινία αφηγείται μια ίσως δύσκολη, επώδυνη αιματοβαμμένη, μα μεγαλειώδη νίκη, μια ηρωική επέλαση, ένα παράδειγμα ανδρείας και μεγαλοπρέπειας. Την επιβεβαίωση της δύναμης και τους σθένους, την δικαίωση ενός αγώνα, μιας πατρίδας, κάποιων ιδανικών. Η «Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν, είναι η εξιστόρηση μιας ήττας, μιας υποχώρησης, μιας σχεδόν πανωλεθρίας, που όμως δοξάζει ένα διαφορετικό σθένος και μια σειρά από άλλα ιδανικά. Οχι αυτά μιας χώρας ή μιας «εθνικής αποστολής», μα των ανθρώπων, της προσωπικής τους ηθικής. Και κάπως έτσι ο Νόλαν κατορθώνει να κάνει το ακριβώς αντίθετο μιας πολεμικής ταινίας και μαζί ένα επικό φιλμ που κρατά την απεικόνιση των μαχών, της στρατηγικής και των ελιγμών στο περιθώριο, αλλά κατορθώνει να φέρει όλη την αγωνία και τον αντίκτυπο μιας παράλογης και απόλυτα σκληρής συνθήκης, στο προσκήνιο.

Το φιλμ του Νόλαν χτίζεται με εξαιρετική ευφυία κι απόλυτα αφαιρετικά, μα ολοκληρωτικά έντονα, πάνω σε τρεις άξονες. Τρεις αφηγηματικές γραμμές που κυλούν παράλληλα για να ενωθούν στο ίδιο χρονικό σημείο. Ο «Μωλος» ορίζει τον τόπο των νικημένων στρατιωτών που περιμένουν την απομάκρυνσή τους από τις Γαλλικές ακτές, την απελπισία απέναντι στις επιδρομές των γερμανικών αεροπλάνων, την αγωνία τους μπροστά στην απουσία των πλοίων που θεωρητικά θα τους μεταφέρουν στην σωτηρία. Στη «Θάλασσα», ο ιδιοκτήτης ενός μικρού πλοιαρίου ξεκινά από το Ντόβερ μαζί με τον γιο του και ένα ακόμη αγόρι για να φτάσει στην Γαλλία προκειμένου να σώσει όσους μπορεί. Ενας μόνο από τους εκατοντάδες βρετανούς που έκαναν το ίδιο. Και στον «Αέρα», ένας πιλότος με χαλασμένο τον δείκτη του ντεπόζιτου καυσίμων, θα πολεμήσει για να αναχαιτίσει τα αεροπλάνα που χτυπούν τους στρατιώτες στην ακτή.

Εναλλάσσοντας την δράση ανάμεσα σε αυτούς τους πόλους, η «Δουνκέρκη» δεν χτίζει το πορτρέτο τριών ηρώων αφού το φιλμ δεν έχει καν έναν τυπικό «ήρωα» με οποιαδήποτε σημασία της λέξης, κάποιον που θα οδηγήσει τους θεατές στην πολυπόθητη λύτρωση, μα περιγράφει το ένστικτο, την αγωνία της επιβίωσης, την δύναμη του «καθήκοντος», την ίδια την ανθρωπιά. Και κάπως έτσι το φιλμ βρίσκει με τον δικό του τρόπο την ηρωική πτυχή μιας πολεμικής ταινίας, όχι όμως επευφημώντας νικητές ή χτίζοντας θρύλους μα δοξάζοντας τον άνθρωπο στο πιο βαθύ, ουσιώδες κύτταρο του.

Παράλληλα το φιλμ του Νόλαν δοξάζει την ίδια την τέχνη και την τεχνική του σινεμά, αγγίζοντας το μεγαλειώδες μέσα από μια κινηματογραφική σύνθεση που δεν προσπαθεί ποτέ να εντυπωσιάσει με εύκολους τρόπους. Κι όμως οι εικόνες του είναι συναρπαστικές, η αγωνία του σχεδόν χειροπιαστή, η ένταση ασφυκτική και η συναισθηματική φόρτιση αμείωτα παρούσα, από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Η «Δουνκέρκη» έχει τον αέρα ενός σινεμά που είναι αυτοστιγμεί κλασικό μα και ταυτόχρονα απόλυτα σύγχρονο στον τρόπο που κοιτάζει την Ιστορία, την ιστορία του, τους χαρακτήρες και στο δρόμο που επιλέγει για να συνθέσει από τα υλικά του κάτι τόσο σπουδαίο. Μια ταινία που χτίζει πάνω σε μια ήττα έναν κινηματογραφικό θρίαμβο και που κατορθώνει να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο που ορίζεις την ίδια την έννοια του ηρωισμού και της νίκης. Ακόμη και μπροστά στο πρόσωπο μιας αληθινής τραγωδίας.

http://flix.gr/

Δουνκέρκη Dunkirk ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 2017 ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: ΗΠΑ/Μ. Βρετανία/Γαλλία/Ολλανδία ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 106 ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡ. Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν Πρωταγωνιστούν: Τομ Χάρντι, Κίλιαν Μέρφι, Μαρκ Ράιλανς

Εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες των Βρετανών και των Συμμάχων είναι περικυκλωμένοι από δυνάμεις του εχθρού. Παγιδευμένοι στην παραλία, με την πλάτη στη θάλασσα, έρχονται αντιμέτωποι με μια ανέφικτη κατάσταση, καθώς ο εχθρός πλησιάζει.

Από τον ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ (4,5/5)

Ως πλήρης αντίθεση προς την επιθετική, σαρωτική, σφαγιαστική απόβαση στη Νορμανδία στη «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» που σε αρπάζει στον ύπνο, η «Δουνκέρκη» ξεκινά με την εκκένωση μιας εξίσου αχανούς παραλίας από τους στρατιώτες, νεότατους στην πλειονότητά τους άνδρες, κυριευμένους από φόβο, στοιβαγμένους στο κρύο και τον άνεμο, παγωμένους και ακίνητους, περιμένοντας το σύνθημα ή ένα θαύμα για τη διάσωσή τους. Ο Κρίστοφερ Νόλαν δεν χάνει χρόνο στο να εγκαταστήσει μια πηχτή ατμόσφαιρα κινδύνου και απειλής, με τα παιδαρέλια να μυρίζουν το μπαρούτι και να τρέμουν από τον φόβο. Εκτεθειμένοι στα τρία στοιχεία της φύσης, δίνουν το έναυσμα για μια τριπλή αφήγηση ή, καλύτερα, δομική κατασκευή ‒ αναπόσπαστο όπλο του Νόλαν σε κάθε ταινία του. Από ξηράς, από θαλάσσης και από αέρος, τα αντίστοιχα υποκεφάλαια μπλέκουν σε διαφορετικές χρονικές ταχύτητες, καθώς η μονομαχία ενός πιλότου της Λουφτβάφε (του οποίου δεν βλέπουμε ποτέ το πρόσωπο) με έναν πιλότο της Ραφ, τον Τομ Χάρντι, κρατάει λιγότερο από την κινητοποίηση των πολιτικών πλοιαρίων για τη συνδρομή στη διάσωση, που με τη σειρά της διαρκεί λιγότερο από την αργή και προβληματική μετάβαση των Βρετανών, Γάλλων και Βέλγων στρατιωτών στα πολεμικά πλοία, που πλήττονται από τορπίλες και βόμβες. Ο Βρετανός σκηνοθέτης χωράει πολλά πρόσωπα που βγάζουν νόημα, άσχετα από το ποια διαθέτουν όνομα ή διατηρούν ελπίδες επιβίωσης μέχρι το τέλος, και αναδεικνύει τη σημασία μιας κρίσιμης στιγμής του πολέμου στο ξεκίνημά του Τα πάντα είναι θέμα χρόνου και το θέμα του χρόνου (κλασικά) απασχολεί τον Νόλαν, και δεν είναι ο μόνος λογιστικός και ποσοτικός μπελάς που ξεπερνά αριστοτεχνικά. Εκτός από τη διάταξη κορμιών στην ύπαιθρο και σε περιορισμένους χώρους, την τοποθέτηση βαρέων βαρών Imax cameras όπου μπορεί κανείς να φανταστεί και τη διαίρεση της δράσης σε τρία ανισομερή εδάφια που διασταυρώνονται με έναν τρόπο που δεν κολακεύει τον οκνηρό θεατή (δηλαδή τον τεμπέλη που θέλει την επεξήγηση σερβιρισμένη στο στόμα), ο Βρετανός σκηνοθέτης χωράει πολλά πρόσωπα που βγάζουν νόημα, άσχετα από το ποια διαθέτουν όνομα ή διατηρούν ελπίδες επιβίωσης μέχρι το τέλος, και αναδεικνύει τη σημασία μιας κρίσιμης στιγμής του πολέμου στο ξεκίνημά του, το 1940, όταν οι Αμερικανοί δεν είχαν μπει στη μάχη και οι Γερμανοί σφυροκοπούσαν με τη σιγουριά του κατακτητή. Παρά τη φήμη του, το πετυχαίνει μόλις σε 108, ως επί το πλείστον, οδυνηρά λεπτά, από ένα σενάριο 78 σελίδων, το μισό από το συνηθισμένο της φιλμογραφίας του. Η «Δουνκέρκη», που κινηματογραφικά ατύχησε το 1958 σε μια απλώς αξιοπρεπή βρετανική παραγωγή, και πολύ αργότερα συνοψίστηκε ως συνώνυμη του χάους και της παράνοιας σε μια σκηνή-κομψοτέχνημα, με συνεχές πλάνο 360 μοιρών, με τον Τζέιμς Μακαβόι από τον Τζο Ράιτ στην «Εξιλέωση». Η ιστορία της Δουνκέρκης ήταν μια πύρρειος «νίκη», ένα προκαθορισμένα χαμένο παιχνίδι για τους συμμάχους, που ωστόσο αναπτέρωσε το ηθικό για τη συνέχεια, λόγω της ενεργής και απρόσμενης εμπλοκής των πολιτών. Αυτή την ψυχική κινητοποίηση, τη χείρα βοηθείας ως αντίδοτο στον φόβο, ο Νόλαν την κατανόησε και την απογείωσε στην ταινία με όλες τις σκηνές του Μαρκ Ράιλανς στο ιδιωτικό του πλοιάριο, που με τον γιο του και ένα ακόμη νέο παιδί σώζουν έναν σοκαρισμένο στρατιώτη και προστρέχουν στις δυσκολίες επιβίβασης στα σκάφη του ναυτικού που είχαν καθυστερήσει να φτάσουν. Στο ντεμπούτο του, ο Φιν Γουάιτχεντ είναι καταπληκτικός, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει Στο μεταξύ, οι εναέριες καταδιώξεις είναι ένα τεστ για τις αισθήσεις και τα νεύρα και ομολογώ πως στην τεράστια λονδρέζικη αίθουσα όπου είδα τη γυρισμένη σε φιλμ 65mm παραγωγή μεταφέρθηκα με τη βία εκεί και κοιτούσα πώς να ξεφύγω. Αλλά η κύρια περιπέτεια του νεαρού Τόμι με τον τίτλο Mole (πολύ έξυπνα μεταφράζεται και ως προβλήτα αλλά και ως σπιούνος ή παρείσακτος ή τυφλοπόντικας, ακριβώς γιατί τρυπώνει στο πλοίο μεταφοράς, παριστάνοντας τον τραυματιοφορέα) στηρίζει περίφημα το φιλόδοξο κινηματογραφικό δημιούργημα, με ανατροπές στο προσδόκιμο ζωής καθενός από τους αναλώσιμους κομπάρσους του πολέμου, καθώς και κλειστοφοβία τόσο ρεαλιστική, που κόβεται με το μαχαίρι. Στο ντεμπούτο του, ο Φιν Γουάιτχεντ είναι καταπληκτικός, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Άρχων του μαξιμαλισμού, ο Νόλαν της «Δουνκέρκης» διακρίνεται για τις σοφές παραλείψεις του: δεν μπλέκει με τις πολιτικές αποφάσεις, τον «αρχικαπετάνιο» Τσόρτσιλ και τις αλλεπάλληλες συσκέψεις. Δεν δείχνει το πρόσωπο και την πρόθεση του εχθρού ‒ άλλωστε το πρώτο δεν ενδιαφέρει ουσιαστικά, όπως και στο «Hurt Locker» της Κάθριν Μπίγκελοου με τους θολούς στόχους, και η πρόθεση είναι τόσο γνωστή, που οι διάλογοι θα ήταν περιττοί. Δεν κάνει τον έξυπνο παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει και δεν αστοχεί στο συναίσθημα. Όντως, η ταινία δεν παύει να φαντάζει σαν μια σαφώς πιο αφομοιωμένη στο περιεχόμενό της κατασκευή, και μάλιστα δηλώνεται από την αρχή ως τέτοια, με τα τρία κεφάλαια και το παιχνίδι με τον χρόνο. Αν, ωστόσο, το concept αποτελεί εγγενές ιδίωμα (ελάττωμα ή προτέρημα, ανάλογα με το γούστο του καθενός) του Νόλαν, εδώ λειτουργεί πιο αόρατα και υπηρετεί πλήρως τον σκοπό του, χωρίς εκκρεμότητα και ξέφτισμα. Ως πολεμικό δράμα, η «Δουνκέρκη» δεν μοιάζει με καμία άλλη ταινία, ενώ σίγουρα δανείζεται από πολλές, εντός και εκτός είδους ‒ ανάμεσα στις ταινίες που έδειξε ο Νόλαν στους συνεργάτες του, στο στάδιο της προετοιμασίας, ήταν το «Speed» και το πρώτο «Alien»! Η κλίμακα και οι λεπτομέρειες είναι απίστευτες και το μέγεθος δεν καταπίνει ποτέ την οικειότητα, τον ιδρώτα και την ανάσα. Όταν έρθει η ώρα των βραβείων, σε επίπεδο υποψηφιοτήτων τουλάχιστον, δεν γίνεται να αγνοηθεί η καθηλωτική, καθόλου φιλτραρισμένη και ωραιοποιημένη φωτογραφία του Χόιτε βαν Χόιτεμα, η πεντατονική, άλλοτε πομπώδης και άλλοτε «ωρολογιακή» μουσική του Χανς Ζίμερ, η καλλιτεχνική διεύθυνση, οι περιφερειακές ερμηνείες και βέβαια η σκηνοθεσία του Κρίστοφερ Νόλαν, ο οποίος δεν έχει ποτέ τιμηθεί, παρά την τεράστια επιτυχία του με ταινίες που δίνουν καλό όνομα στην κινηματογραφική ψυχαγωγία. Η «Δουνκέρκη» είναι η καλύτερη ταινία του και το πρώτο του αριστούργημα. Πηγή: http://www.lifo.gr

Κείμενο: Old Boy
Email: oldboy@elculture.gr

Συχνά, όταν ένας σκηνοθέτης κάνει μια ταινία διαφορετική από αυτές που μας έχει συνηθίσει, αναρωτιέμαι αν θα καταλαβαίναμε, ή αν εν πάση περιπτώσει θα μπορούσαμε να μαντέψουμε, ότι είναι δική του. Και κάθε φορά που το αναρωτιέμαι, καταλήγω πως το πιθανότερο είναι ότι, όχι, δεν θα μπορούσαμε. Γιατί είναι άλλο να γνωρίζεις ότι η «Δουνκέρκη» είναι μια ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν και να εντοπίζεις μέσα της στοιχεία που το μαρτυρούν και νομίζω εντελώς άλλο να πρέπει να το βρεις στα τυφλά. Δεν είναι τραγουδιστής ο σκηνοθέτης να αναγνωρίζεις αμέσως τη φωνή του. Και το «μπορώ να δω και μέσα σε αυτή τη διαφορετική ταινία σου μερικά βασικά σου χαρακτηριστικά» είναι διαφορετικό από το ότι αυτά είναι τόσο κυρίαρχα, ώστε βλέποντας την ταινία θα πήγαινε το μυαλό μου σε ‘σένα και όχι σε κάποιον άλλον, εξαιτίας άλλων χαρακτηριστικών που επίσης έχει η ταινία.

«Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν

Κλείνοντας με τις εισαγωγικές παρατηρήσεις, ακόμη κι αν δεν συμφωνώ, μπορώ πάντως να καταλάβω πολύ πιο εύκολα όσους υποστηρίζουν ότι η «Δουνκέρκη» είναι αριστούργημα από εκείνους που λένε ότι με τη «Δουνκέρκη» ο Νόλαν φτιάχνει το δικό του αριστούργημα: νομίζω ότι δεν μπορείς να εκτιμάς στα αλήθεια το σινεμά του για να το πεις αυτό ή ότι ενδεχομένως σε χαλάει κιόλας και θεωρείς ότι εδώ απαλλάχθηκε από τι άραγε; Από ό,τι έκανε τον Νόλαν – Νόλαν;

H μάχη της Δουνκέρκης υπήρξε μια μεγάλη στρατιωτική ήττα των συμμάχων, αλλά η εκκένωση της Δουνκέρκης (λιμανιού στο βόρειο τμήμα της Γαλλίας, απέναντι από τη Βρετανία), χάρη στην οποία 338.226 άντρες μέσα σε ένα διάστημα λίγων ημερών, στα τέλη Μαΐου και τις αρχές Ιουνίου του 1940, κατόρθωσαν να διαφύγουν από τη θάλασσα στη Βρετανία, μολονότι περικυκλωμένοι από τα γερμανικά στρατεύματα, ονομάστηκε «θαύμα της Δουνκέρκης» και έπαιξε μεγάλο ρόλο στρατιωτικά, αλλά και από πλευράς ηθικού. Σύμφωνα με όσα λέει η ταινία, οι Βρετανοί, φοβούμενοι την επικείμενη επίθεση των Γερμανών στο δικό τους πλέον έδαφος, δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την κινητοποίηση μεγάλου μέρους του στόλου τους και της αεροπορίας τους στη διάσωση. Καθοριστικότατη συμβολή έτσι είχε η επίταξη πλήθους ιδιωτικών πλοιαρίων, ψαράδικων, γιοτ, ιστιοπλοϊκών καΐκιών κλπ, τα οποία επανδρωμένα από απλούς πολίτες κατέφθασαν και παρέλαβαν τους αποκλεισμένους στρατιώτες.

Ο Νόλαν στήνει την ταινία του μέσω τριών παράλληλων αφηγήσεων, οι οποίες αφορούν διαφορετικές εκτάσεις χρόνου: αέρας – μια ώρα, θάλασσα – μια μέρα, γη (μώλος) – μια εβδομάδα. Στα πρώτα λεπτά του έργου σκέφτεσαι ότι ο Νόλαν φιλοδοξεί να φτιάξει μια άψογη αναπαράσταση της εκκένωσης της Δουνκέρκης. Ότι ο σκηνοθέτης – Θεός γυρνά πίσω στο χρόνο προσπαθώντας να τα δει όλα και να τα δείξει όλα. Όσο περνάει όμως η ώρα αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είναι αυτός ο στόχος του. Ότι ναι μεν θέλει να φτιάξει τη μεγάλη ταινία για τη Δουνκέρκη, αλλά όχι ως ανταποκριτής από το μέτωπο. «Ο ζωγράφος δεν πασχίζει να ανασυνθέσει ένα περιστατικό, μα να συνθέσει ένα ζωγραφικό γεγονός», λέει ο Ζωρζ Μπρακ στο «Η Μέρα και η Νύχτα».

«Η “Δουνκέρκη” είναι ένα αναμφίβολο κινηματογραφικό γεγονός που ο Νόλαν συνθέτει δεξιοτεχνικά»

Και μπορεί η «Δουνκέρκη» να μην είναι ένα έργο κάποιας ξεκάθαρης πολιτικής στόχευσης, μπορεί η «Δουνκέρκη» να έχει εντελώς σχηματικούς χαρακτήρες (συνειδητά πάντως και όχι επειδή προσπάθησε και απέτυχε), είναι όμως ένα αναμφίβολο κινηματογραφικό γεγονός που ο Νόλαν συνθέτει δεξιοτεχνικά, με την έννοια που αναφέρει ο Μπρακ. Στην ιστορία που θέλει να πει, σε αυτά που θέλει να δείξει, η κάμερά του είναι παντού, εποπτεύει το χώρο, καταγράφει ό,τι πρέπει να καταγραφεί, δεν της ξεφεύγει τίποτα. Και μπορεί όντως για τα δικά του μέτρα και για τα μεγέθη που μας είχε συνηθίσει, η μια ώρα και τα τρία τέταρτα διάρκειας της ταινίας να φαντάζουν πολύ λίγα, είναι όμως -ακριβώς επειδή επιλέγει να μη σπαταλήσει χρόνο σε οτιδήποτε δεν είναι δράση- μια ώρα και τρία τέταρτα εντελώς γεμάτα με θέαμα.

«Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν

Στη διάκριση πολεμικών – αντιπολεμικών ταινιών, γνώμη μου είναι ότι η «Δουνκέρκη» δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αν βέβαια υπήρχε μόνο το σκέλος το αεροπορικό, τότε, ναι, θα την έλεγες πολεμική ταινία. Αλλά το σκέλος το αεροπορικό είναι συνολικότερα το λιγότερο εμπνευσμένο, είναι αυτό που θα μπορούσε να είχε γυριστεί και από λιγότερο σημαντικούς σκηνοθέτες. Εν πάση περιπτώσει τον Νόλαν δεν τον κινητοποιεί το να στείλει ένα μήνυμα, είτε ηρωισμού, ανδρείας και ιδανικών για τα οποία αξίζει να σκοτώσεις και να σκοτωθείς (οπότε θα μιλούσαμε για πολεμική ταινία) είτε ανάδειξης της κτηνωδίας του πολέμου (οπότε θα μιλούσαμε για αντιπολεμική). Ο Νόλαν οραματίστηκε τη «Δουνκέρκη» του ως ευκαιρία και υλικό για να κάνει σινεμά. Το σινεμά δεν είναι το μέσο με το οποίο ο Νόλαν θέλει να πει οτιδήποτε για τον πόλεμο ή για μια ένδοξη ιστορία της πατρίδας του με την οποία μεγάλωσε. Ακόμη και ο περίφημος λόγος του Τσόρτσιλ στο τέλος («Θα τους πολεμήσουμε στις ακτές και τους δρόμους – Δεν θα παραδοθούμε ποτέ»), δεν ακούγεται για να γεμίσουμε με περηφάνια, ακούγεται μάλλον γιατί έχει μια ωραία μουσικότητα, ακούγεται ως ένα ακόμη μέλος της κινηματογραφικής ορχήστρας του Νόλαν.

Το σινεμά του Νόλαν (για το οποίο έχουμε μιλήσει στο παρελθόν εδώ, εδώ κι εδώ) είναι κατεξοχήν αρχιτεκτονικό σινεμά. Στη «Δουνκέρκη» η κατασκευή του είναι πολύ λιγότερο περίπλοκη από το σύνηθες, σε επίπεδο τεκταινομένων (και η όποια τελική σύνδεση των τριών ιστοριών είναι υποτιμητικό για το μέγεθός του να λέμε πως αποτελεί κάποιο επίτευγμα), παραμένει όμως εντελώς μα εντελώς εντυπωσιακή σε επίπεδο πραγματοποίησης αυτών των εντυπωσιακών εικόνων, εικόνες που σχεδίασε στο μυαλό του και μετά κατάφερε να τις παραδώσει με τρόπο ενίοτε καθηλωτικό. Το βασικό προτέρημα της ταινίας είναι ότι αποτελεί μια σπονδή στο κινηματογραφικό θέαμα, δείχνοντάς μας ότι αυτό μπορεί ακόμη να γίνεται έξυπνα και με όραμα. Ότι σε μια βιομηχανία που πριμοδοτεί το κενό θέαμα, υπάρχει ακόμα μια εναλλακτική. Ότι μπορεί ακόμη να υπάρχει ένα θέαμα μη κούφιο. Αν αγαπάς το σινεμά, είναι πολύ δύσκολο να μην εκτιμήσεις τη «Δουνκέρκη». Για το γεγονός ότι είναι διαφορετική. Για το γεγονός ότι αποδεικνύει πως δεν είναι απαραίτητο μια ταινία να έχει ούτε ιδιαίτερο βάθος, ούτε να ξεχειλίζει συγκίνηση, για να είναι σημαντική. Από τη στιγμή που ο Νόλαν είχε τη δυνατότητα να έχει μεγάλα μπάτζετ, προσπαθούσε να παντρέψει ουσία και θέαμα. Εδώ αφήνει στην άκρη τη φιλοδοξία του να πει κάτι και πέφτει με τα μούτρα στη φιλοδοξία του να δείξει κάτι. Πετυχαίνει. Το δείχνει εντυπωσιακά, το δείχνει χορταστικά. Να το παραγνωρίσεις θα ήταν εντελώς άδικο. Να σου αρκέσει ως θεατής όμως είναι άλλης τάξης ζήτημα. Προσωπικά προσδοκώ τον επόμενο λαβύρινθο που θα φτιάξει, την επόμενη μεγάλη ιδέα που θα τον συναρπάσει, προσδοκώ μια ταινία που να τη βλέπεις και να καταλαβαίνεις αμέσως ότι είναι Νόλαν.

http://www.elculture.gr/

DUNKIRK
Νάσσος Ζώτης 24 Αυγούστου 2017 Ταινίες
Ελληνικός Τίτλος: 24 Αυγούστου 2017

Ετος Πρώτης Προβολής: 21 Ιουλίου 2017

Κατά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, οι συμμαχικές δυνάμεις βρίσκονται στην Γαλλία και πιο συγκεκριμένα στην παραλία της Δουνκέρκης. Εκεί περικυκλώθηκαν από τον γερμανικό στρατό, με αποτέλεσμα να διαταχθεί από το Βρετανικό Ναυαρχείο η επιβίβαση του στρατού σε πλοία και η μεταφορά του στην Αγγλία. Η επιχείρηση με κωδικό όνομα Ντυναμό, στέφτηκε με επιτυχία καθώς από τους 400.000 στρατιώτες σώθηκαν οι 350.000.

TI EΧΟΥΜΕ ΕΔΩ
Στο άκουσμα της μεταφοράς στην μεγάλη οθόνη ενός ιστορικού γεγονότος που αφορά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, σίγουρα κανείς δεν ενθουσιάζεται. Όμως όταν ακούσαμε πως αυτό το project είναι εμπνευσμένο και θα σκηνοθετηθεί από τον Christopher Nolan, τότε η καρδιά μας φτερούγισε γιατί αν μη τι άλλο ξέραμε, ότι θα δούμε κάτι εντυπωσιακά διαφορετικό.

Εδώ λοιπόν έχουμε την 10η ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη η οποία θα ακολουθήσει τα βήματα των προηγούμενων στο box office. Πρόκειται για την μικρότερη σε διάρκεια ταινία του (μόλις 1ω κ 45λ) κάτι που κανείς μεγάλος σκηνοθέτης σε πολεμική ταινία δεν έχει κάνει.

Η ταινία διαφέρει αρχικά στο storytelling. Έχει 3 διαφορετικές ιστορίες με διαφορετική διάρκεια η κάθε μία αλλά διαδραματίζονται ταυτόχρονα και η μία επηρεάζει την άλλη. Ο τρόπος όμως που μας παρουσιάζονται κατά την εξέλιξη της ταινίας είναι μοναδικά έξυπνος, που μόνο ο Nolan θα μπορούσε να φέρει εις πέρας.

Στην στεριά, στην θάλασσα και στον αέρα οι χαρακτήρες της ταινίας προσπαθούν να επιβιώσουν και να προστατέψουν ο ένας τον άλλον για να πραγματοποιηθεί η αποβίβαση με επιτυχία. Εδώ αξίζει να πούμε πως κινούμαστε συνέχεια μέσα από την πλευρά των συμμάχων, χωρίς να δούμε ούτε μία φορά την πλευρά των Γερμανών. Ο αντίπαλος στρατός φάνηκε μόνο εξ αποστάσεως, γεγονός που κάνει το κοινό να μπει στην θέση των κυνηγημένων. Οι συνθήκες μοιάζουν πραγματικές, παρά το γεγονός ότι δεν είδαμε σταγόνα αίμα (καθώς το rating παραμένει PG-13) ωστόσο, πονέσαμε, ματώσαμε, κρατήσαμε την ανάσα μας για ώρα και φοβηθήκαμε πως δεν θα τα καταφέρουμε.

Στην ταινία δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές, δεν υπάρχει ανάπτυξη χαρακτήρων και δεν βλέπουμε την ιστορία και το παρελθόν κάποιου. Πως βρέθηκε εκεί και με ποιον τρόπο καθώς και ποιο είναι το κίνητρο του για να γυρίσει πίσω. Δεν χρειάστηκε να δούμε ότι κάποιος θέλει να γυρίσει πίσω στην αγαπημένη του γυναίκα, ή στα παιδιά του κοιτάζοντας φωτογραφίες η μοιράζοντας προσωπικές ιστορίες. Για τον Nolan ο πόλεμος είναι απλός και ξεκάθαρος. Η μάζα πολεμάει για την επιβίωση και με κίνητρο, να γυρίσουν σπίτια τους.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Πάμε στα πρακτικά του θέματος. Ο Nolan ως λάτρης των practical effects και εχθρός του CGI, αποφάσισε να γυρίσει αυτή την ταινία μόνο με αληθινές σκηνές. Βούλιαξε αληθινά πλοία και πέταξε αληθινά αεροπλάνα (τα οποία κατέστρεψε). Ο ίδιος πέταξε με ένα Spitfire, για να νιώσει πως είναι να πετάς και τι πλάνα θέλει να τραβήξει. Η WB, ξόδεψε 5 εκατομμύρια δολάρια για τα αεροπλάνα που αγόρασε και κατέστρεψε.

Με την γυναίκα του στο πλάι, έκαναν την διαδρομή από την Αγγλία στο Dunikrk όπως έκαναν οι στρατιώτες τότε, μέσα σε 19 ώρες. Με άλλα λόγια η προετοιμασία του για την ταινία ήταν κάτι παραπάνω από επαγγελματική.

Να αναφέρουμε πως η ταινία γυρίστηκε εξολοκλήρου με κάμερες IMAX 70mm, εξοπλισμό που πλέον ξέρει να χειρίζεται καλά, με αποτέλεσμα τον ακραίο ρεαλισμό και την εντυπωσιακή εικόνα, την οποία μπόρεσαν να δουν και να απολαύσουν θεατές σε 125 αίθουσες των 70mm κατά την 1η εβδομάδα προβολής, αλλά όχι εμείς. Μην παραξενευτείτε όταν πάτε cinema, και δείτε την οθόνη να μικραίνει αριστερά και δεξιά, λόγω του διαφορετικού aspect ratio.

Ως διευθυντή φωτογραφίας ο Nolan επέλεξε τον συνεργάτη του από το Interstellar, Hoyte Van Hoytema. Έξυπνη χρήση του φυσικού φωτισμού μιας και η περισσότερη δράση λαμβάνει μέρος στην παραλία, και εντυπωσιακά κάδρα τα οποία παραπέμπουν σε κινηματογράφο άλλης εποχής.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω δεν υπήρξαν πρωταγωνιστές, απλά κέντρα της προσοχής μας. Προφανώς ονόματα όπως Tom Hardy, Mark Rylance, Kenneth Branagh και άλλοι θα σας τραβήξουν την προσοχή, χωρίς όμως οι ερμηνείες τους να θεωρούνται ότι επισκιάζουν την συνολική παρουσία της ταινίας.

Η δράση, η ένταση, η αγωνία, ο φόβος είναι μερικά από τα συναισθήματα που κατακλύζουν όλη την διάρκεια του Dunkirk, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Όλα αυτά συμβαδίζουν με την μουσική του Hans Zimmer (προφανώς) η οποία σε κάνει να αγχώνεσαι για την επιβίωση. Δεν θα ακούσεις κάποιο μουσικό θέμα που θα σου μείνει, γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός. Για να την κάνει όμως όσο πιο αγχώδη μπορούσε, ενσωμάτωσε ήχο ρολογιού, τον οποίο ηχογράφησε από ένα ρολόι τσέπης του ίδιου του Nolan.

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΤΟ ΔΩ
Θα μπορούσα να γράψω σελίδες, τόσο για τον ίδιο όσο και για την ταινία του. Δείτε και το πρόσφατο αφιέρωμα μας που τις κατατάσσουμε από την χειρότερη προς την καλύτερη.

Το Dunkirk, είναι η απόδειξη ότι ένας σωστός και επαγγελματίας σκηνοθέτης με όραμα και καθαρή οπτική, μπορεί να ασχοληθεί με όποιο θέμα θέλει (είτε φαντασίας, είτε εποχής, είτε ιστορικό, είτε Batman) και να πετύχει. Θα σας έλεγα αν είστε στο εξωτερικό, να την δείτε σε κινηματογράφο IMAX, διότι εκεί φαίνεται η αξία της ταινίας. Εδώ απλά χάνουμε την ουσία. Παρόλα αυτά όμως, είναι μία ταινία με ζωντανά εφέ, αγωνία, δράση, ωραία μουσική και πάνω από όλα μία διαφορετική όψη πολεμικού film.

Αξίζει να αναφέρουμε πως η πληρωμή του Nolan, θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες στην ιστορία του cinema, διότι έφτασε τα 20εκατομυρια δολάρια ανεξαρτήτως εσόδων και πορείας στο Box Office.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ

ΣΕΝΑΡΙΟ 8
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ 9
ΜΟΥΣΙΚΗ 8
ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ 7

8 SCORE

http://filmakias.gr/

Κριτική: Δουνκέρκη – Dunkirk (8/10)

Η πολυαναμενόμενη ταινία του καλοκαιριού, αλλά και μια από τις ταινίες της χρονιάς, καθώς κάθε δημιουργία του Christopher Nolan αποτελεί είδηση.
Αυτή τη φορά ο Nolan αλλάζει θεματολογία και αφήνει τα σκεπτόμενα και επικών διαστάσεων sci-fi blockbuster που μας είχε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, και ασχολείται με μια αληθινή ιστορία από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εδώ επικεντρώνεται στα γεγονότα που ακολούθησαν τη μάχη της Δουνκέρκης που πραγματοποιήθηκε το 1940 με μεγάλη νίκη των Γερμανών, με την ταινία να παρακολουθεί την προσπάθεια των Βρετανών στρατιωτών να διαφύγουν από την παραλία όπου είχαν αποκλειστεί.

Ο Nolan, με πρωτόγνωρο θα λέγαμε ρεαλισμό και περιεκτικότητα (λιγότερο από 2 ώρες διάρκεια), μας μεταφέρει και εμάς στο πολεμικό σκηνικό με μια ολοζώντανη σκηνοθεσία, βάζοντάς μας δίπλα στους στρατιώτες.
Η αφήγηση εξελίσσεται με μια παράλληλη, αλλά όχι πάντα γραμμική χρονικά, εξιστόρηση σε 3 χώρους (από τη θάλασσα που ερχόταν βοήθεια, από τον αέρα που ερχόταν κάλυψη, και από τη στεριά που προσπαθούσαν να διαφύγουν), διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό ισορροπία και ακρίβεια.

Εξαιρετικό οπτικά, είτε με ζωντανά κοντινά, είτε με εντυπωσιακές πανοραμικές λήψεις, αλλά και ακουστικά, με τις συνθέσεις του Hans Zimmer.
Ο Zimmer, μόνιμος συνεργάτης του Nolan, δημιουργεί μια όχι από τις πιο εμπνευσμένες μουσικές του, αλλά άψογα εναρμονισμένη με την εξέλιξη, με ένα «υπόγειο» μουσικό χαλί που γιγαντώνει την αγωνία.

Μεγάλο ενδιαφέρον όμως έχει η γενικότερη προσέγγιση του Nolan.
Βλέποντας το αποτέλεσμα, αυτό που έχουμε δεν είναι άλλη μια πολεμική ταινία, αλλά μια ταινία επιβίωσης.

Μπορεί το σκηνικό να θυμίζει το Saving Private Ryan, αλλά με μια αντίθετη διαδρομή και ιδεολογία, ο Nolan δεν κάνει μια υπερηρωική και πατριωτική ταινία όπως αυτή του Spielberg, αλλά μια ταινία για αντιήρωες.
Για μικρά παιδιά, αθώα και μη πολιτικοποιημένα, που λειτουργούν ως πιόνια στον παραλογισμό του πολέμου, και το μόνο που επιθυμούν είναι να επιβιώσουν και να γυρίσουν στην πατρίδα τους.

Για αυτό το λόγο περιορίζει στο ελάχιστο τους διαλόγους, δεν αναπτύσσει τους περισσότερους χαρακτήρες (για πολλούς δεν μαθαίνουμε καν τα ονόματα), ενώ στους ρόλους των στρατιωτών χρησιμοποιεί ένα νεανικό και αρκετά άγνωστο καστ, ώστε να ταυτιστούμε με την εικόνα νεαρών παιδιών, όπως αυτά που υπηρετούν στον πόλεμο.

Τα πιο γνωστά ονόματα του καστ τα συναντάμε σε β’ ρόλους.
Ο εξαιρετικός Mark Rylance (The BFG) τον οποίο οι περισσότεροι μάθαμε στο Bridge of Spies, έχει τον μεγαλύτερο και πιο ανεπτυγμένο χαρακτήρα, ο Kenneth Branagh (Jack Ryan: Shadow Recruit) και μόνο με την παρουσία του πείθει σε ρόλο αξιωματικού, ενώ δίπλα του βλέπουμε τους γνώριμους πλέον σε ταινίες του σκηνοθέτη, Cillian Murphy (Anthropoid) και Tom Hardy (The Revenant).

Οι θαυμαστές του Hardy βέβαια μπορεί να διατυπώσουν κάποια παράπονα, καθώς στο σύνολο σχεδόν της ταινίας ο Άγγλος ηθοποιός είναι για άλλη μια φορά μασκοφορεμένος.
Εξαιρετικά καλογυρισμένη αντιηρωική ταινία γύρω από τον πόλεμο, εντυπωσιακή οπτικοακουστικά, που σε καθηλώνει στην παρακολούθηση.

Στους κινηματογράφους από 24 Αυγούστου.

Γιώργος Νυκταράκης.

http://www.filmboy.gr/

ΔΟΥΝΚΕΡΚΗ
DUNKIRK

του Γιάννη Φραγκούλη

Στις 24/8/2017 στις κινηματογραφικές αίθουσες. Μετά την ανάγνωση αυτής της κριτικής μπορείτε να διαβάσετε τις κριτικές των άλλων κριτικών κινηματογράφου που παρατίθενται μετά από αυτό το κείμενο.

Οι πολεμικές ταινίες ουσιαστικά συναγωνίζονται αυτές που πολλοί μεγάλοι σκηνοθέτες έχουν παράξει. Είναι, σε κάθε περίπτωση, ένα τέστ, θα μπορούσε κάποιος να κάνει μία ταινία που θα μπορέσει να σταθεί στην οθόνη δίπλα σε αυτές τις εικόνες που οι άντρες, περισσότερο, και, λιγότερο, οι γυναίκες έχουν ζήσει, χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε τεχνικό μέσο; Με αυτή την ταινία του Christophe Nolan η απάντηση είναι ένα βέβαιο «ναι»!

Η «Δουνκέρκη» είναι μία ασυνήθιστη γραμμική αφήγηση του σεναριογράφου και σκηνοθέτη («Memento», «The dark jnight», η τριλογία, «Interstellar»), εστιασμένη στα συμμαχικά στρατεύματα που ανακαλύπτουν ότι έχουν περικυκλωθεί στη Δουνκέρκη, στη Γαλλία, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν υπάρχει αυστηρά πολιτικό περιεχόμενο, δεν είναι ανήσυχες οι οικογένειες για την επιστροφή των στρατιωτών, εστιάζει περισσότερο στην αγωνία των ίδιων των στρατιωτών που θέλουν να τελειώσουν αυτό που ξεκίνησαν να κάνουν. Ο Nolan επιχειρεί μία αφήγηση που μπαίνει μέσα στα ιστορικά γεγονότα, χωρίς να επιχειρεί μία βίαιη διείσδυση, όπως φαίνεται από την αρχή, τέμνει τον αφηγηματικό χρόνο, διαπερνά ακόμη μία φορά τον αφηγηματικό χώρο, έτσι το κάθε τεταρτημόριο επικοινωνεί με τα άλλα, ο θεατής μπορεί εύκολα να συνδυάσει τα γεγονότα, κερδίζει χρόνο και έχει όλη την άνεση να αναπτύξει τα συναισθήματα.

Ο σκηνοθέτης ήταν ευχαριστημένος με τη Warner Bros που έδωσε σε «αυτή την αγγλική ταινία, βρετανικό προϋπολογισμό», όπως ανέφερε στην πρεμιέρα της ταινίας του, στην πραγματικότητα, ήταν αναγκαίο, για να έχει την επιθυμητή ποιότητα, έπρεπε να πληρώσει για πρόσθετα εφέ, πλοία, αεροπλάνα και αρκετό κάστινγκ για να μπορεί να φανεί ότι πρόκειται για μία πολεμική ταινία. Έχουμε να κάνουμε με μία ιστορία που εδράζεται στο έδαφος, στη θάλασσα και στον αέρα, τα τρία στοιχεία που ενδιαφέρουν το διευθυντή φωτογραφίας Hoyte van Hoytema.

Τα Spitfire κάνουν άγρια μάχη στον ουρανό, είναι στην πράξη όμορφα, δίνουν την εντύπωση της μετωπικότητας, ότι έρχονται καταπάνω μας, σου δίνουν την εντύπωση ότι παίζεις ένα βίντεο-παιχνίδι, σε μία κονσόλα, σε μία μελλοντική διάσταση. Στη γη και στη θάλασσα, ο καπνός που βρίσκεται πάνω από τους νεκρούς, ακόμα και ο άνεμος που ουρλιάζει, δε δίνουν την εντύπωση ότι οι στρατιώτες μπορούν να ξεφύγουν, αντίθετα στη θάλασσα, με τα πληγωμένα πλοία, η κατάσταση είναι απελπιστική. Η κάμερα κινείται και μένει σε ασυνήθιστες θέσεις, για να αποτυπώσει τη μανία του πολέμου, σε σχέση με την ειρηνική μορφή του νερού. Ο πόλεμος αποτυπώνεται σαν τέτοιος, το ψυχολογικό του αντίκτυπο είναι μεγαλύτερο.

Ο ήχος και το μοντάζ του σίγουρα θα μετρήσει για τα Όσκαρ, η μουσική, από το συχνό συνεργάτη του Nolan, το Hans Zimmer, είναι αρκετά ικανοποιητική, όπως πάντα. Οι Mark Rylance, Tom Hardy, Cillian Murphy και Kenneth Branagh κάνουν μία τρομερά ταλαντούχα τετράδα, μέχρι τώρα είχαν χρησιμοποιηθεί σε δεύτερους ρόλους, εδώ φαίνονται σαν πατρικές φιγούρες, κατά κάποιο τρόπο.

Ο Murphy έχει μπει σε ένα μικρό αλλά συναισθηματικά καίριο ρόλο, ενός σοκαρισμένου αξιωματικού, ο Branagh παίζει έναν κλασικό, σκληροτράχηλο διοικητή, ο Rylance είναι αυτός έχει τρομερή αποφασιστικότητα και είναι ήρεμος, κατά τη διάρκεια της μάχης, ως ένας πεζοναύτης, αυτός που θα μείνει μέσα στη μάχη, ακόμα και σε μία μικρή βάρκα, ο Hardy είναι απίστευτα κακός ως πιλότος της RAF, δείχνεται περισσότερο όταν μπαίνει στο εχθρικό πεδίο, αλλά σε τραβά προς τον ουρανό, σε καλεί να συμμετάσχεις μαζί του. Αυτές οι ερμηνείες μας μιλούν για τον πόλεμο τονίζοντας ότι αυτός είναι μία υπόθεση των νέων. Οι Fionn Whitehead, Tom Glynn-Carney, Barry Keoghan και Harry Styles είναι οι έφηβοι που μπαίνουν μέσα στο πεδίο του τρόμου και μεγαλώνουν μέσα από την αποδοχή των μεγαλύτερων.

Θα ήταν σωστό να ξεχωρίζαμε το παίξιμο του Harry Styles, ο Nolan τον αγκαζάρισε για συγκεκριμένο λόγο. Είναι πολύ ικανός και η ηθοποιία του δεν μπορεί να βγει σαν αγγούρι έξω από το σύνολο, αμέσως τον αποδέχεσαι ως ένα στρατιώτη, αναγνωρίσιμο ναι μεν, ενταγμένο δε μέσα στο σύνολο που λέγεται στρατός. Δεν έχει ειδικές σκηνές που βγάζουν μάτι, αλλά είναι στιβαρός, κάνει τη δουλειά του σοβαρά και ανεβάζει όλη την ομάδα μαζί του. Υπάρχει όμως μία παρατήρηση, όσον αφορά στο κάστινγκ: όλοι οι νέοι ηθοποιοί είναι τόσο ομοιόμορφα σμιλευμένοι και δείχνονται ωραίοι, είναι σα να έχουμε μοντέλα που πολύ δύσκολα θα τα ξεχωρίσουμε και θα τα βγάλουμε από την αφήγηση, όπως είναι μοιραίο σε ένα πόλεμο, δεν είναι επιμελώς τσαλακωμένοι.

Κρίνοντας τη δράση και τη μυθοπλασία της, ως ένα παιχνίδι επιβίωσης, η «Δουνκέρκη» δεν έχει τον κινηματογραφικό σουρεαλισμό του «Apocalypse now» ή τις οδυνηρές ιδιορρυθμίες του «Saving private Ryan», δείχνει τον πόλεμο με διαφορετικό μάτι, με την εσωτερική οπτική του πολέμου, δεν έχει να κάνει με τον πατριωτισμό ή με μία κλινική περίπτωση της τρομολαγνείας, συνδυάζει το θρίλερ με την πολεμική δράση. Ο Nolan φτάνει στην κορυφή της φιλμικής του σταδιοδρομίας, επαναπροσδιορίζει την πολεμική ταινία, της βγάζει ότι επικό και αν έχει, μας μιλά με πρώτο ενικό πρόσωπο και μας δείχνει με άμεσο τρόπο τον τρόμο του πολέμου, έτσι όπως το βιώνουν τα δρώντα πρόσωπά του.

http://www.filmandtheater.gr/

Συντάκτης: Λήδα Γαλανού
Δουνκέρκη ★★★★½☆

(Μεγ. Βρετανία, Ολλανδία, Γαλλία, ΗΠΑ, 2017, 106’)

σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν
ηθοποιοί: Φιόν Γουάιτχεντ, Τομ Γκλιν-Κάρνι, Τζακ Λόουντεν, Χάρι Στάιλς, Ανιουρίν Μπάρναρντ, Τζέιμς Ντ’Aρσι, Μπάρι Κέογκαν, Κένεθ Μπράνα, Κίλιαν Μέρφι, Μαρκ Ράιλανς, Τομ Χάρντι
Αν δεν ήταν τόσο νωρίς στη σεζόν, θα μιλούσαμε για την ταινία της χρονιάς. Ο Κρίστοφερ Νόλαν αφήνει για λίγο τη φαντασία και στέκεται στη γη, στην Ιστορία, κάνοντας μια ξεκάθαρα (αντι)πολεμική ταινία, με τη φιλοδοξία του κλασικού σινεμά και την επίτευξη ενός πρωτότυπου, καθηλωτικού, ρεαλιστικού, ευαίσθητου έπους του απλού ανθρώπου.

Τόσο απλά όσο δηλώνει ο τίτλος της, η ταινία παρακολουθεί τη μάχη της Δουνκέρκης: την άνοιξη του ’40, οι συμμαχικές δυνάμεις, 400.000 Βρετανοί, Γάλλοι, Βέλγοι και Καναδοί, εγκλωβίστηκαν από την επέλαση των Γερμανών στη Γαλλία, στην παραλία της παραμεθορίου Δουνκέρκης, μόλις 40 χιλιόμετρα θάλασσας από τη βρετανική ακτή του Ντόβερ, χωρίς τρόπο να περάσουν απέναντι στην (προσωρινή, έστω), σωτηρία.

Η ταινία του Νόλαν είναι, από τη μια πλευρά, μια αδιανόητα ακριβής και άμεση απόδοση των ημερών κι από την άλλη, μια υπερβατική ματιά σε κάθε εχθρική απειλή: ούτε για μια στιγμή δεν αναφέρονται οι λέξεις Γερμανία, ναζί, ούτε ένα έμβλημα δεν εμφανίζεται στη διάρκειά της κι η μόνη ταυτότητα που αληθινά τιμάται, είναι η βρετανική, τότε και τώρα, από τον Αγγλο Νόλαν, δυο στιγμές μετά το Brexit.

Η αφήγηση δεν είναι γραμμική: κινείται σε τρεις χρόνους, ο καθένας από τους οποίους έχει διαφορετική διάρκεια δράσης. Οι στρατιώτες περιμένουν σε τρόμο και αδράνεια για περίπου μία εβδομάδα στην ακτή, οι αεροπόροι της RAF προσπαθούν, για λίγες εφιαλτικές ώρες, ν’ αποτρέψουν τους βομβαρδισμούς των αντιπάλων κι ένα μάτσο βαρκάρηδες από το Ντόβερ διανύουν, μέσα σε μια μέρα, τη Μάγχη για να φορτώσουν στρατιώτες και να τους μεταφέρουν πίσω.

Κι είναι αυτή η εντατική εναλλαγή που προσδίδει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον κι αυξάνει σε πυρετικό σημείο την αίσθηση του χάους – δεν έχει σημασία να προσπαθείς, κάθε στιγμή, να ξεχωρίζεις τι συμβαίνει πότε και πού, αρκεί να παραδοθείς στον από κάθε πλευρά κίνδυνο.

Μακριά από μεγαλόστομους στόχους, ο Νόλαν έχει την οξυδέρκεια να βάλει την κάμερά του χαμηλά, ανάμεσα στα σώματα, τα πόδια, τα μάτια των στρατιωτών, όχι να παρατηρήσει, αλλά να γίνει συμμέτοχος στον εγκλωβισμό και στην αγωνία τους, σ’ αυτή την ιστορία επιμονής για επιβίωση.

Στο φιλμ του δεν υπάρχουν «ήρωες» δραματουργικά, γιατί δεν υπάρχουν ήρωες ιδεολογικά, ούτε και πρωταγωνιστές, παρότι μια σειρά εκπληκτικών ηθοποιών δίνουν μικρές, αριστοτεχνικές ερμηνείες.

Οι πρωταγωνιστές της «Δουνκέρκης» είναι η αίσθηση του πολέμου από απόσταση αναπνοής (όσο αυτή υπάρχει ακόμα) κι η δύναμη του «μικρού» ανθρώπου, αλλά με τον πιο ειλικρινή τρόπο και τη μεγαλύτερη ανάταση, που φέρνει μαζί της και μια εξ ορισμού πίκρα.

Με τα παστέλ, βγαλμένα από τη φύση, γκρίζα χρώματα της χειμωνιάτικης θάλασσας της ανθρωπότητας αποτυπώνει δράση και συναισθήματα ο διευθυντής φωτογραφίας Χόιτε βαν Χόιτεμα («Interstellar», «Spectre», «Her»), ο Χανς Τσίμερ παιδεύει την ηχητική μπάντα και γράφει μουσική με πρωτοτυπία και αυτοσυγκράτηση. Ωστόσο, αυτή είναι μια ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν κι ας μην παραδίνεται παρά λίγο και πετυχημένα στην αγάπη του για την εικαστική πολυπλοκότητα.

Την οραματίστηκε, την έγραψε, τη σκηνοθέτησε, τη διεκδίκησε και τη μοιράστηκε, προσφέροντας αριστουργηματικό ανθρωποκεντρικό σινεμά και βαθιά, ενστικτώδη συγκίνηση.

https://www.efsyn.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.