Loving Vincent (2017) Ο αγαπημένος σου Βίνσεντ της Ντορότα Κομπιέλα και του Χιου Γουέλτσμαν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Loving Vincent

Ο αγαπημένος σου Βίνσεντ

65.000 φιλμικά καρέ-ελαιογραφίες από 125 ζωγράφους συνθέτουν την πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου ζωγραφισμένη εξολοκλήρου στο χέρι

Από 12 Οκτωβρίου 2017 στους κινηματογράφους

BLADE RUNNER (1982) του Ρίντλεϊ Σκοτ την Κυριακή 15.10.2017 με ελεύθερη είσοδο, ανάλυση και συζήτηση

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2017 σε 8 Μαθήματα από 4 Νοεμβρίου 2017 κάθε Σάββατο στις 16.00

Σεμινάρια Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου, Ιστορίας Κινηματογράφου και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ στο Σχολείο του Σινεμά
από την τελευταία εβδομάδα του Οκτωβρίου 2017

 

Προκαλεί δέος

Variety

Εκπληκτική

The Independent

Δεν έχουμε δει τίποτα παρόμοιο”

The Telegraph

Κινηματογραφικό φαινόμενο”

Αθηνόραμα

Loving Vincent

Ο αγαπημένος σου Βίνσεντ

«Μόνο μέσα από τους πίνακές μας μπορούμε να μιλάμε.»

Το έγραψε ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ σε μια επιστολή, μια βδομάδα πριν από το θάνατό του

Διάρκεια: 94 λεπτά

Τεχνική: Κινούμενη ελαιογραφία

Μια συμπαραγωγή Πολωνίας-Ηνωμένου Βασιλείου με τη συμμετοχή του Κατάρ

Βραβεία

  • Βραβείο Κοινού – Διεθνές Φεστιβάλ Κιν/φου Ταινιών Animation του Ανσί, 2017
  • Καλύτερο Τρέιλερ Animation, Καλύτερα Γραφικά σε Τρέιλερ – Βραβεία Χρυσό Τρέιλερ, 2017
  • Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Animation – Διεθνές Φεστιβάλ Κιν/φου της Σανγκάης, 2017
  • Βραβείο Κοινού – Φεστιβάλ Κιν/φου Ostend, Βέλγιο, 2017

Η ταινία

Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που έγινε όλη με ζωγραφική στο χέρι. Το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι της Ντορότα Κομπιέλα και του Χιου Γουέλτσμαν, η παραγωγή από τις εταιρείες BreakThru Films της Πολωνίας και Trademark Films της Βρετανίας.

Η ταινία δίνει ζωή στους πίνακες του Βίνσεντ Βαν Γκογκ για να διηγηθούν την ξεχωριστή του ιστορία. Κάθε ένα από τα 65.000 καρέ της ταινίας είναι και μια ελαιογραφία ζωγραφισμένη με το χέρι από 125 επαγγελματίες ζωγράφους, που ταξίδεψαν από όλο τον κόσμο για να έρθουν στα στούντιο της Πολωνίας και της Ελλάδας και να πάρουν μέρος στην παραγωγή. Το ίδιο ξεχωριστή, όπως και οι πίνακές του, ήταν η παθιασμένη και κακότυχη ζωή του, και ο μυστηριώδης του θάνατος.

Για κανέναν καλλιτέχνη δεν έχουν δημιουργηθεί τόσοι θρύλοι, όσο για τον Βαν Γκογκ. Τον έχουν αποκαλέσει μάρτυρα, λάγνο σάτυρο, τρελό, ιδιοφυία και ρέμπελο. Ο αληθινός Βίνσεντ αποκαλύπτεται αμέσως από τις επιστολές του, και γίνεται ακαθόριστος μέσα από τους μύθους και το χρόνο. Ο Βίνσεντ έγραψε στην τελευταία του επιστολή: «Μόνο μέσα από τους πίνακές μας μπορούμε να μιλάμε». Τον πιστεύουμε και θα αφήσουμε τους πίνακες να πουν την αληθινή ιστορία του Βίνσεντ Βαν Γκογκ.

Στην αρχή έγιναν τα γυρίσματα ζωντανής δράσης με ηθοποιούς και μετά η ταινία ζωγραφίστηκε με το χέρι καρέ-καρέ. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας διάλογος μεταξύ των ηθοποιών που ερμηνεύουν τα διάσημα πορτρέτα του Βίνσεντ και των καλλιτεχνών κινούμενης ζωγραφικής που έβαλαν τους χαρακτήρες μέσα στο χρώμα. Στην ταινία πρωταγωνιστούν διάσημα πρόσωπα για να ταιριάζουν με τους διάσημους πίνακες που αναπαριστούν:

– Ντάγκλας Μπουθ (Το πεπρωμένο της Τζούπιτερ, Νώε) ως Αρμάν Ρουλέν

– Έλινορ Τόμλινσον (Πόλνταρκ, Τζακ, ο κυνηγός γιγάντων) ως Αντελίν Ραβού

– Τζερόμ Φλιν (Game of Thrones) ως γιατρός Γκασέ (το πορτρέτο του είχε το ρεκόρ του πιο ακριβού πίνακα για δεκατέσσερα χρόνια, το μεγαλύτερο διάστημα όλων των εποχών)

– Σίρσα Ρόναν (υποψήφια για Όσκαρ για το Μπρούκλιν και την Εξιλέωση) ως η κόρη, Μαργκερίτ Γκασέ

– Κρις Ο’Ντάουντ (Οι Φιλενάδες, The IT Crowd) ως ταχυδρόμος Ζοζέφ Ρουλέν

– Τζον Σέσιονς (Διαφθορά, Συμμορίες της Νέας Υόρκης) ως ο προμηθευτής χρωμάτων του Βίνσεντ, μπάρμπα-Τανγκί

– Άινταν Τέρνερ (Χόμπιτ, Πόλνταρκ) ως ο βαρκάρης από τον πίνακα του Βίνσεντ «Οι όχθες του Ουάζ στο Οβέρ»

– Έλεν Μακρόρι (Χάρι Πότερ) ως Λουίζ Σεβαλιέ, οικονόμος του γιατρού Γκασέ

– και πρώτη εμφάνιση σε ταινία του θεατρικού ηθοποιού Ρόμπερτ Γκούλαζικ, ως Βίνσεντ Βαν Γκογκ

***

Βασικό Συνεργείο

Σκηνοθεσία: Ντορότα Κομπιέλα και Χιου Γουέλτσμαν

Παραγωγοί: Χιου Γουέλτσμαν, Σον Μπόμπιτ και Άιβαν Μάκταγκαρτ

Εκτελεστικοί παραγωγοί: Ντέιβιντ Πάρφιτ και Λόρι Ούμπεν και Σαρλότ Ούμπεν

Σενάριο: Ντορότα Κομπιέλα και Χιου Γουέλτσμαν

Οπερατέρ: Τρίσταν Όλιβερ και Λούκας Ζαλ

Κοστούμια: Ντορότα Ροκουέλπο

Μοντάζ: Γιουστίνα Βιερζίνσκα και Ντορότα Κομπιέλα

Υπεύθυνος Ζωγραφικής: Πιοτρ Ντόμινακ

Υπεύθυνος οπτικών εφέ: Λούκας Μάκιεβιτς

Συνθέτης: Κλιντ Μανσέλ

Διεύθυνση παραγωγής: Τόμεκ Βότσνιακ

Πρωταγωνιστούν

Αρμάν Ρουλέν: Ντάγκλας Μπουθ

Βίνσεντ Βαν Γκογκ: Ρόμπερτ Γκούλαζικ

Αντελίν Ραβού: Έλινορ Τόμλινσον

Γιατρός Γκασέ: Τζερόμ Φλιν

Μαργκερίτ Γκασέ: Σίρσα Ρόναν

Ταχυδρόμος Ρουλέν: Κρις Ο’Ντάουντ

Μπάρμπα-Τανγκί: Τζον Σέσιονς

Βαρκάρης: Άινταν Τέρνερ

Λουίζ Σεβαλιέ: Έλεν Μακρόρι

Εταιρείες παραγωγής

BreakThru Films, παραγωγός εταιρεία

Trademark Films, συμπαραγωγός εταιρεία

SilverReel Entertainment, χρηματοδότηση

Cinema Management Group, διεθνείς πωλήσεις

Συμπαραγωγοί

Δήμος του Βρότσαβ – Πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης 2016

OdraFilm/Κινηματογραφικό Ταμείο Κάτω Σιλεσίας

CeTA (Κέντρο οπτικοακουστικής τεχνολογίας)

Με τη στήριξη των

Κινηματογραφικό Ινστιτούτο Πολωνίας

Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Ντόχα

MEDIA

UnibailRodamco

***

Περίληψη

Ο Αρμάν Ρουλέν, γιος ταχυδρόμου, αναζητά τον Τεό, αδερφό του διάσημου ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Έχει στα χέρια του την τελευταία επιστολή που έγραψε ο Βίνσεντ, πριν αυτοκτονήσει. Όταν ανακαλύπτει ότι ο Τεό έχει πεθάνει, προσπαθεί να μάθει όσα περισσότερα μπορεί για την εκπληκτική, παθιασμένη ζωή του Βίνσεντ και να ανακαλύψει την αλήθεια για τον μυστηριώδη θάνατό του.

Σύνοψη

Γαλλία, καλοκαίρι του 1891. Ο ταχυδρόμος Ζοζέφ Ρουλέν (Κρις Ο’Ντάουντ) πατέρας του Αρμάν Ρουλέν (Ντάγκλας Μπουθ), ενός ανεύθυνου και ανερμάτιστου νεαρού, του δίνει ένα γράμμα για να το παραδώσει στο Παρίσι. Πρέπει να το παραδώσει στον αδελφό του φίλου του πατέρα του, Βίνσεντ Βαν Γκογκ, που μόλις είχαν μάθει ότι αυτοκτόνησε. Ο Αρμάν είναι πολύ δυσαρεστημένος με την αποστολή. Τον ενοχλεί η σχέση του πατέρα του με τον Βίνσεντ, έναν αλλοδαπό ζωγράφο που είχε κόψει το αφτί του και τον είχαν κλείσει στο τοπικό άσυλο.

Στο Παρίσι δεν μπορεί να βρει τον Τεό, αδελφό του Βίνσεντ. Η έρευνά του τον οδηγεί σ’ έναν προμηθευτή χρωμάτων τον μπάρμπα-Τανγκί (Τζον Σέσσιονς), ο οποίος του λέει ότι ο Τεό πέθανε λίγο μετά τον Βίνσεντ, προφανώς καταρρακωμένος από το θάνατο του μεγάλου του αδελφού.

Ο Τανγκί διηγείται πόσο βοήθησε ο Τεό τον Βίνσεντ στην εκπληκτική μεταμόρφωσή του. Από ένας άχρηστος στα 28 του, αποτυχημένος ήδη σε τρεις καριέρες που ζούσε σ’ έναν αχυρώνα στο Μπορινάζ του Βελγίου, την περιοχή των ορυχείων, μ’ έναν πάκο βιβλία και μη γνωρίζοντας τι θα κάνει παραπέρα, δέκα χρόνια αργότερα, την εποχή του θανάτου του, είχε γίνει το νέο καλλιτεχνικό αστέρι του Παρισιού. Ακούγοντας ο Αρμάν αυτή την ιστορία αρχίζει να πιστεύει ότι ίσως είχε κρίνει λάθος το φίλο του πατέρα του και θέλει ειλικρινά να μάθει γιατί μετά από τόσο αγώνα, ο Βίνσεντ διάλεξε να αυτοκτονήσει τη στιγμή που ήταν στο κατώφλι της επιτυχίας. Ο μπάρμπα-Τανγκί δεν είχε απαντήσεις.

Κι έτσι ο Αρμάν ταξιδεύει ως τον τελευταίο προορισμό του Βίνσεντ, στο ήσυχο χωριό Οβέρ-σιρ-Ουάζ, μια ώρα έξω απ’ το Παρίσι, για να συναντήσει το γιατρό Πολ Γκασέ (Τζερόμ Φλιν), γιατρό του Βίνσεντ τις τελευταίες βδομάδες της ζωής του, για να βρει μια απάντηση. Ο γιατρός λείπει για δυο μέρες, ο Αρμάν αποφασίζει να τον περιμένει, και σ’ αυτό το διάστημα οι χωρικοί του λένε διαφορετικές θεωρίες για τους λόγους της αυτοκτονίας του Βίνσεντ και για το ποιος ευθύνεται.

Στο Οβέρ-σιρ-Ουάζ, ο Αρμάν μένει στο πανδοχείο των Ραβού, εκεί όπου έμεινε και ο Βίνσεντ τις τελευταίες δέκα μέρες της ζωής του και όπου στις 29 Ιουλίου 1890 πέθανε από μια σφαίρα στην κοιλιά. Ο Αρμάν γνωρίζεται με την Αντελίν Ραβού (Έλινορ Τόμλινσον), κόρη του πανδοχέα. Ενώ περιμένει την επιστροφή του γιατρού Γκασέ, ο Αρμάν μιλάει επίσης με την οικονόμο του γιατρού, Λουίζ Σεβαλιέ (Έλεν Μακρόρι), την κόρη του Μαργκερίτ Γκασέ (Σίρσα Ρόναν), και στις όχθες του ποταμού, εκεί όπου περνούσε τον καιρό του ο Βίνσεντ, γνωρίζεται με τον Βαρκάρη (Άινταν Τέρνερ).

Ο Αρμάν έχει την αίσθηση ότι του κρύβουν την αλήθεια και αισθάνεται σαν ένα πιόνι ανάμεσα στις αλληλεπικαλυπτόμενες έχθρες των ντόπιων. Ωστόσο είναι αποφασισμένος να ανακαλύψει την αλήθεια, για χάρη του πατέρα του, για τη μνήμη του Βίνσεντ και για τον εαυτό του. Ένας καβγάς με την ντόπια αστυνομία, μια αναπάντεχη συνάντηση μ’ έναν άλλο γιατρό, και επιτέλους η συνάντηση με τον άπιαστο γιατρό Γκασέ, οδηγούν σε απρόσμενες και σπαραξικάρδιες αποκαλύψεις. Κάνουν όμως και τον Αρμάν να κατανοήσει και να εκτιμήσει την παθιασμένη και εκπληκτική ζωή του Βίνσεντ Βαν Γκογκ.

***

Η τεχνική της ελαιογραφίας σε κινούμενο σχέδιο

Οι χαρακτήρες της ταινίας ερμηνεύονται από ηθοποιούς. Οι ηθοποιοί είτε δούλεψαν σε πλατό που κατασκευάστηκαν ειδικά για να μοιάζουν με πίνακες του Βαν Γκογκ, είτε σε green screen. Οι πίνακες του Βαν Γκογκ και τα κινούμενα σχέδια επεξεργασμένα σε υπολογιστή προσαρμόστηκαν σε αυτά τα πλάνα. Τα γυρίσματα έγιναν στο Λονδίνο στα στούντιο Three Mills και στο στούντιο CeTA στο Βρότσλαβ. Στο έμπειρο κινηματογραφικό συνεργείο συμμετείχαν οι οπερατέρ Λούκατς Ζαλ (υποψήφιος για Όσκαρ για την ταινία Ίντα) και ο Τρίσταν Όλιβερ (Ο απίθανος κύριος Φοξ, Οι κότες το ’σκασαν). Τα πλάνα από τα γυρίσματα ήταν ο οδηγός για τους δημιουργούς κινούμενου σχεδιασμού των πινάκων.

Η τεχνοτροπία μιας ταινίας διαφέρει από αυτήν ενός πίνακα. Ο πίνακας αφορά μια συγκεκριμένη στιγμή στο χρόνο, παγωμένη. Η ταινία είναι ρευστή, μοιάζει να κινείται στο χωροχρόνο. Πριν λοιπόν, και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, η ομάδα Σχεδιασμού-Ζωγραφικής επί ένα χρόνο ανασύνθεταν τη ζωγραφική του Βίνσεντ σε ένα μέσο όπως το φιλμ. Παρουσιάζονται 94 πίνακες που είναι πολύ κοντά στα πρωτότυπα και άλλοι 31 που είτε εμφανίζονται κατά μεγάλο μέρος ή εν μέρει.

Οι πίνακες του Βίνσεντ έχουν διαφορετικά σχήματα και μεγέθη και οι σχεδιαστές-ζωγράφοι έπρεπε να αποφασίσουν ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος παρουσίασής τους μέσα στο κάδρο της κινηματογραφικής οθόνης. Μ’ άλλα λόγια, έπρεπε να ξεφύγουν από τα κάδρα των πινάκων και συγχρόνως να διατηρήσουν την αίσθηση και την έμπνευση των πρωτότυπων έργων. Έπρεπε επίσης να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τις «εισβολές», όπου ένας χαρακτήρας ζωγραφισμένος με ένα συγκεκριμένο στιλ μπαίνει σ’ έναν άλλο πίνακα του Βίνσεντ ζωγραφισμένο με διαφορετικό στιλ. Για σεναριακούς επίσης λόγους έπρεπε να αλλάξουν πίνακες που απεικονίζουν ημέρα, σε νυχτερινούς, όπως και πίνακες που απεικονίζουν το φθινόπωρο ή το χειμώνα και έπρεπε να μεταβληθούν σε καλοκαίρι σε σκηνές του ταξιδιού.

Οι σχεδιαστές-ζωγράφοι χαρακτήρων ειδικεύτηκαν στο να οραματιστούν τους ηθοποιούς μέσα στα διάσημα πορτρέτα ώστε να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά τους, και συγχρόνως να φαίνεται ότι μοιάζουν και έχουν τον αέρα του χαρακτήρα στον πίνακα. Έγιναν 377 πίνακες στη διάρκεια του Σχεδιασμού-Ζωγραφικής.

Μετά οι δημιουργοί κινουμένων σχεδίων των πινάκων χρησιμοποίησαν τα σχετικά πλάνα και τα ζωγράφισαν από πάνω σύμφωνα με το στιλ (πινελιές, χρώμα, impasto) που είχε οριστεί από το Σχεδιασμό Ζωγραφικής και ζωγράφισαν το πρώτο καρέ που τράβηξαν σε καμβά διαστάσεων 67 επί 49 εκατοστά. Ύστερα το μετέτρεψαν σε κινούμενο σχέδιο ζωγραφίζοντας ξανά, ταιριάζοντας τις πινελιές, το χρώμα και το impasto του προηγούμενου καρέ, σε όλα τα σημεία του καρέ που κινούνται. Κάθε καρέ καταγράφεται με μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή Canon D20 με ανάλυση 6k.

Οι δημιουργοί δούλεψαν για 2 χρόνια σε όλη την εξέλιξη του έργου, σε σταθμούς εργασίας κινούμενης ζωγραφικής (Painting Animation Work StationsPAWS) που σχεδιάστηκαν από την BreakThru Films. Οι PAWS έδωσαν τη δυνατότητα στον ζωγράφο να επικεντρώνεται όσο το δυνατό περισσότερο στη ζωγραφική και στην κίνηση χωρίς να ασχολείται με το φωτισμό και την τεχνολογία. Επιπλέον υπήρξε συνοχή στις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν στους 97 PAWS σε 3 στούντιο και σε 2 χώρες. Οι 12 από αυτές τις φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης απαρτίζουν κάθε δευτερόλεπτο της ταινίας. Μετά από τη φωτογράφιση των καρέ χρειάστηκε απλώς κάποια διόρθωση φωτισμού, γιατί οι λαμπτήρες αλλάζουν θερμοκρασία όταν γίνεται το κινούμενο σχέδιο και κάποια χρωματική διόρθωση μεταξύ των πλάνων, και τέλος. Οι θεατές πρόκειται να δουν 65.000 φωτογραφίες υψηλής ευκρίνειας πραγματικών ελαιογραφιών.

Επιλεγμένες πρωτότυπες ελαιογραφίες από την ταινία, πωλούνται στο http://lovingvincent.com/

***

Βίνσεντ Βαν Γκογκ – Μια σύντομη παρουσίαση

«Μόνο μέσα από τους πίνακές μας μπορούμε να μιλάμε»

Ο Βίνσεντ γεννήθηκε στην Ολλανδία και ήταν ο μεγαλύτερος επιζών γιος ενός πάστορα. Οι γονείς του προέρχονταν από καλοστεκούμενες οικογένειες. Ο Βίνσεντ πήρε το όνομα του μεγαλύτερου και άκληρου αδελφού του πατέρα του, Βίνσεντ «Σεντ» Βαν Γκογκ, που είχε κάνει περιουσία ως διακεκριμένος έμπορος τέχνης. Οι γονείς του σκέφτονταν το δικό του συμφέρον όταν του έδωσαν το όνομα του θείου του, για να αναλάβει αυτός την προσοδοφόρα επιχείρηση. Ο Βίνσεντ πήγε πράγματι να εργαστεί στην επιχείρηση όταν ήταν 16 χρονών. Ενώ όταν ήταν παιδί δεν είχε δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον ή κλίση για την τέχνη, έπεσε με τα μούτρα για να μάθει τα πάντα. Αλλά η εγκυκλοπαιδική μόρφωση δεν βοήθησε και τον είχαν παραμερισμένο, επειδή πίστευαν ότι ήταν ανίκανος να συνδιαλέγεται με τους πελάτες. Τελικά, τον απέλυσαν. Η απόλυση ήταν ταπεινωτική για τους γονείς του και ο Βίνσεντ προσπάθησε να επανορθώσει. Κάνοντας κακή αρχή ως δάσκαλος στην Αγγλία και μετά βοηθός βιβλιοπώλη στη Χάγη, αποφάσισε να μελετήσει και να γίνει πάστορας σαν τον πατέρα του. Αυτό όμως, οδήγησε σε μεγαλύτερο εξευτελισμό, όταν έγινε φανερό ότι δεν είχε τα ακαδημαϊκά προσόντα για να πετύχει στις εξετάσεις, παρόλο που οι γονείς του φρόντισαν να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα για ένα χρόνο. Ωστόσο ο πατέρας του κατάφερε να του εξασφαλίσει μια θέση, έστω κι αν ήταν στη χαμηλότερη βαθμίδα της εκκλησιαστικής κλίμακας: βοηθός ενός ευαγγελικού ιεροκήρυκα στην απελπιστικά φτωχή περιοχή ορυχείων του Μπορινάζ. Τον απέλυσαν και από αυτή την ταπεινή θέση γιατί ήταν «υπερβολικά θρήσκος». Έδινε στους ανθρακωρύχους την περιουσία της εκκλησίας, τα τρόφιμά του, ακόμα και τα ρούχα του.

Ο Βίνσεντ ήταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Αρνούμενος βοήθεια από την οικογένειά του, ζούσε σ’ έναν αχυρώνα στο Μπορινάζ. Τον επισκέφτηκε ο αγαπημένος, μικρός του αδελφός Τεό –που αντίθετα απ’ τον Βίνσεντ ήταν πετυχημένος έμπορος τέχνης– και προσπάθησε να τον συνεφέρει από την κατάθλιψη. Του πρότεινε να αξιοποιήσει την αγάπη του για την τέχνη και να δουλέψει για να γίνει καλλιτέχνης. Ο Βίνσεντ, στα 27 του, αρπάχτηκε απ’ αυτό το σωσίβιο και άρχισε να μαθαίνει μόνος του να σχεδιάζει με τη βοήθεια εγχειριδίων που του έδινε ο Τεό. Φυσική κλίση στο σχέδιο δεν είχε, ήταν όμως εργατικός και δουλεύοντας κυριολεκτικά μέρα και νύχτα, άρχισε σταθερά να βελτιώνεται.

Τον πήρε υπό την προστασία του ο θείος του εξ αγχιστείας, Άντον Μοβ, ο διασημότερος εν ζωή ζωγράφος της Ολλανδίας. Παρόλα αυτά ο Βίνσεντ μάλωσε με το θείο του, εν μέρει επειδή φιλοξενούσε στο στούντιό του μια ιερόδουλη με το παιδί της. Η ιστορία αυτή σκανδάλισε όλη του την οικογένεια και ύστερα από πιέσεις του Τεό που τον στήριζε οικονομικά, επέστρεψε στο πρεσβυτέριο των γονιών του. Όσο γρήγορα βελτιωνόταν η δουλειά του –εκεί τέλειωσε το πρώτο του αριστούργημα, τους Πατατοφάγους – τόσο γρήγορα διαλυόταν η σχέση του με την οικογένειά του. Ο Βίνσεντ δήλωσε ότι ήταν σε πλήρη αντίθεση με την Εκκλησία και είχε πικρούς καβγάδες με τον πατέρα του. Όταν ο πατέρας του πέθανε πρόωρα από έμφραγμα, η μητέρα και οι αδελφές του έριξαν το φταίξιμο στο Βίνσεντ, λέγοντας ότι το άγχος που προκάλεσε στον πατέρα του, τον έστειλε στον τάφο μια ώρα αρχύτερα.

Μετά από κάποια μικρά και αποτυχημένα διαστήματα στην Αμβέρσα και στα βαλτοτόπια του Ντρέντε, ο Βίνσεντ εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στην πόρτα του Τεό, στο Παρίσι. Χάρη στις διασυνδέσεις του Τεό, ο Βίνσεντ βρέθηκε στο ατελιέ του Κορμόν, πλάι σε ιδιοφυείς νέους ζωγράφους, όπως ο Τουλούζ-Λοτρέκ και ο Εμίλ Μπερνάρ.

Οι πιο νέοι και, όπως λεγόταν, οι πιο ταλαντούχοι ζωγράφοι απέφευγαν τον Βίνσεντ, ώσπου η γκαλερί που δούλευε ο Τεό του ζήτησε να αγοράσει ιμπρεσιονιστική τέχνη. Κι έτσι ο Τεό έγινε ο πιο «περιζήτητος» φίλος για τους ζωγράφους του καινούριου στιλ, αλλά και ο Βίνσεντ, περιζήτητη παρέα. Τους επόμενους τρεις μήνες ο Βίνσεντ και ο Τεό ήταν το κέντρο μιας ομάδας από τους πιο ενδιαφέροντες ζωγράφους. Αλλά το μόνιμο γλεντοκόπι έβλαπτε την υγεία του Τεό και ο Βίνσεντ ένιωθε ότι η δουλειά του βάλτωνε. Κι έτσι έφυγε μόνος του για το νότο αναζητώντας ήλιο και ανθάκια, σαν αυτά στα γιαπωνέζικα σχέδια με τα οποία είχε ξετρελαθεί.

Στην Αρλ της Προβηγκίας όπου πήγε, αναπάντεχα έπεφτε χιόνι, σύντομα ωστόσο έλιωσε και άρχισαν να ξεπετάγονται τα λουλούδια. Και μέσα στον Βίνσεντ όμως, άρχισε ν’ ανθίζει ένα νέο στιλ ζωγραφικής. Είναι αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε σαν το στιλ του Βίνσεντ. Η σύνθεση της ολλανδικής του περιόδου, με τα νέα στιλ που έμαθε στο Παρίσι και με τη μελέτη των γιαπωνέζικων μεταξοτυπιών. Μαζί με την τεράστια παραγωγή καινούριων έργων, ο Βίνσεντ συνέλαβε το σχέδιο να στήσει ένα εργαστήρι καλλιτεχνών όπου θα έρχονταν κι άλλοι καλλιτέχνες απ’ την ομάδα του Παρισιού, κι έτσι, νοίκιασε το Κίτρινο Σπίτι. Πήγε μόνο ο Γκογκέν που δελεάστηκε από τη δωρεάν διαμονή. Ο μήνας του μέλιτος τέλειωσε γρήγορα, καθώς αυξήθηκε ο ανταγωνισμός και η πίκρα μεταξύ τους. Το Κίτρινο Σπίτι τρανταζόταν από εκρηκτικούς καβγάδες, ώσπου ένα βράδυ, μετά από καβγά ο Βίνσεντ έκοψε το αφτί του και έκανε δώρο το κομμάτι στην αγαπημένη του πόρνη. Ο Γκογκέν έφυγε το επόμενο πρωί και έβαλαν τον Βίνσεντ στο τοπικό άσυλο. Μετά από δυο βδομάδες έδειχνε να έχει συνέλθει από την κρίση, αλλά μετά από ένα μήνα η υγεία του επιδεινώθηκε και πάλι. Οι γείτονες υπέγραψαν ένα αίτημα προς το δήμαρχο να τον διώξει, και ύστερα από τόση πίεση ο Βίνσεντ πήγε μόνος του σε μια ιδιωτική ψυχιατρική κλινική στο Σεν Ρεμί στις Μικρές Άλπεις. Για ένα χρόνο περνούσε περιόδους που ήταν εντελώς καλά και περιόδους με τρομακτικές κρίσεις, ώσπου θεώρησε ο ίδιος ότι ήταν αρκετά καλά για να φύγει.

Πήγε στο βορρά για να είναι κοντά στο Τεό, αλλά δεν ήθελε τη φασαρία και τους περισπασμούς του Παρισιού και μετακόμισε σ’ ένα ήσυχο θέρετρο, στο χωριό Οβέρ-σιρ-Ουάζ, μια ώρα έξω απ’ το Παρίσι. Το χωριό, από παλιά τραβούσε τους καλλιτέχνες σαν μαγνήτης που ακολουθούσαν τα βήματα του Σαρλ Ντομπινί, και πολλά από τα μεγάλα σπίτια ήταν τα εξοχικά πλούσιων Παριζιάνων. Εκτός από τη φήμη της ανοχής στους ζωγράφους, ο άλλος λόγος που πήγε εκεί ο Βίνσεντ ήταν ο γιατρός Πολ Γκασέ που ειδικευόταν στη θεραπεία της μελαγχολίας των καλλιτεχνών. Ήταν παθιασμένος υποστηρικτής των νέων ζωγράφων του Παρισιού και γιατρός άλλων ζωγράφων, όπως ο φίλος των Βαν Γκογκ, ο Πισαρό. Ο Γκασέ ήταν και ο ίδιος κατά κάποιον τρόπο ζωγράφος, και φιλοδοξούσε να γίνει κάτι παραπάνω, ήθελε να γίνει ένας ζωγράφος-τζέντλεμαν.

Ο Βίνσεντ αρχικά φάνηκε να πηγαίνει καλά στο Οβέρ και αφοσιώθηκε στη δουλειά του και στη φιλία του με το γιατρό Γκασέ. Συνέχισε ν’ ανησυχεί για πολλές πλευρές της ζωής του: τα χρήματα, την κατάσταση της υγείας του, τον αδελφό του και το καινούριο του μωρό, την απομόνωσή του απ’ τους ανθρώπους. Φαίνεται επίσης, ότι είχε δημιουργηθεί ψυχρότητα στη σχέση του με τον Γκασέ. Δέκα βδομάδες μετά την άφιξή του στο Οβέρ και αφού είχε ζωγραφίσει 70 πίνακες, ένα κυριακάτικο βράδυ γύρισε στο πανδοχείο των Ραβού μ’ ένα θανάσιμο τραύμα στο στήθος. Δήλωσε ότι αυτοπυροβολήθηκε. Γύρισε χωρίς τα υλικά ζωγραφικής που είχε πάρει μαζί του φεύγοντας και χωρίς όπλο. Ποτέ δε βρέθηκαν τα υλικά ούτε το όπλο. Ο Βίνσεντ πέθανε μετά από δυο μέρες με τον αγαπημένο του αδελφό στο πλάι του.

***

Βιογραφικά συντελεστών

Ντορότα Κομπιέλα, σεναριογράφος και σκηνοθέτιδα

Αποφοίτησε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βαρσοβίας και τιμήθηκε με την «Υποτροφία του Υπουργού Πολιτισμού» για ξεχωριστές επιδόσεις επί μια τετραετία στη ζωγραφική και τις γραφικές τέχνες. Η Ντορότα ανακάλυψε το κινούμενο σχέδιο και τις ταινίες μέσω φίλων της και άρχισε με ενθουσιασμό να μαθαίνει αυτούς τους νέους καλλιτεχνικούς τομείς στην Κινηματογραφική Σχολή της Βαρσοβίας, στο Τμήμα Σκηνοθεσίας. Έχει σκηνοθετήσει μια μικρού μήκους ζωντανής δράσης The hart in hand (2006) και πέντε μικρού μήκους κινουμένων σχεδίων: The letter (2004), Love me (2004), Mr. Bear (2005), Chopins drawings (2011), και το Little postman (2011). To Little postman ήταν, και κατά την ίδια ακόμα είναι, η πρώτη στερεοσκοπική ταινία κινούμενης ζωγραφικής και πήρε το βραβείο καλύτερης στερεοσκοπικής ταινίας μικρού μήκους στο φεστιβάλ 3D του Λος Άντζελες, στο φεστιβάλ 3D Stereo Media στη Λιέγη και στο φεστιβάλ 3D Film & Music Fest στη Βαρκελώνη.

Για την έκτη μικρού μήκους ταινία της, το Loving Vincent, η Ντορότα σκόπευε να συνδυάσει το πάθος της για τη ζωγραφική και τις ταινίες και φιλοδοξούσε να ζωγραφίσει η ίδια όλη την ταινία. Αλλά όταν η ταινία μετατράπηκε σε μεγάλου μήκους, ήταν τόσο το βάρος της συγγραφής και της σκηνοθεσίας, ώστε περιορίστηκε στη διεύθυνση των 125 ζωγράφων. Το Loving Vincent είναι η πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους.

Χιου Γουέλτσμαν, συν-σεναριογράφος, συν-σκηνοθέτης και παραγωγός της BreakThru Films

Ο Χιου αποφοίτησε από την Οξφόρδη παίρνοντας πτυχίο Φιλοσοφίας, Πολιτικών επιστημών και Οικονομίας και με την αόριστη ιδέα ότι ήθελε να γυρίζει ταινίες. Έβγαζε τα προς το ζην διδάσκοντας ιστορία, πουλώντας χαλιά, ακόμα και πουλώντας ψάρια και συγχρόνως συμμετείχε σε διάφορες κινηματογραφικές κοοπερατίβες λαϊκής βάσης στο Λονδίνο. Μετά από κάποιες καταστροφικές εμπειρίες, όπου το δράμα παιζόταν πίσω από την κάμερα αντί μπροστά, ο Χιου επιδίωξε να εκπαιδευτεί στην Εθνική Σχολή Κινηματογράφου & Τηλεόρασης.

Η ταινία της αποφοίτησής του Crowstone πήρε το βραβείο Cinefoundation στο φεστιβάλ των Καννών, καθώς και το βραβείο Σαμ Μέντες-Σαίξπηρ. Η πρώτη του κινηματογραφική εμπειρία ήταν η παραγωγή ταινιών μικρού μήκους για τους Μόντι Πάιθον, και ύστερα ίδρυσε την εταιρεία BreakThru Films. Το 2008 βραβεύτηκε με Όσκαρ για την πρώτη μεγάλη του παραγωγή, Ο Πέτρος και ο λύκος. Η ταινία πήρε και αρκετά ακόμα μεγάλα βραβεία, όπως το Cristal στο φεστιβάλ του Ανεσί και το Rose dOr. Ο Πέτρος και ο λύκος έκανε πρεμιέρα στο κατάμεστο και με εξαντλημένα εισιτήρια Άλμπερτ Χολ με ζωντανή μουσική από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα, στη συνέχεια στο Χόλιγουντ Μπόουλ και έχει παρουσιαστεί σε 70 συναυλιακούς χώρους παγκοσμίως. Η επόμενη ταινία του, Magic Piano and the Chopin Shorts, έκανε πρεμιέρα στην Απαγορευμένη Πόλη του Πεκίνου με πιανίστα τον Λανγκ Λανγκ, ύστερα παίχτηκε στο South Bank Centre του Λονδίνου και στο Lincoln Centre της Νέας Υόρκης, και στη συνέχεια έχουν γίνει προβολές σε 30 μεγάλες αίθουσες, σε όλο τον κόσμο, με συνοδεία πιάνου.

Όταν ερωτεύτηκε την Πολωνή ζωγράφο και σκηνοθέτιδα Ντορότα Κομπιέλα, ο Χιου ερωτεύτηκε και το Loving Vincent και από τότε συνεργάζεται μαζί της.

Σον Μπόμπιτ, παραγωγός, BreakThru Films

Ο Σον αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια με μπάτσελορ στις διεθνείς σχέσεις και μετά από τρεις εβδομάδες κατέληξε στην Πολωνία με το Ειρηνευτικό Σώμα. Απολάμβανε τόσο τη ζωή του στην Πολωνία, ώστε όλη την ώρα ανέβαλε την επιστροφή του στις ΗΠΑ, βρίσκοντας συνέχεια δικαιολογίες. Στο διάστημα της παραμονής του άρχισε να ασχολείται με ένα διδακτορικό, δημοσιογραφούσε, ήταν μεταφραστής, και τελικά άνοιξε με φίλους του τη μεγαλύτερη αλυσίδα μούλτιπλεξ στην Πολωνία, τη Silver Screen, όπου στην αρχή ήταν οικονομικός διευθυντής και μετά γενικός διευθυντής. Μετά τη συγχώνευση με τη Multikino το 2010, ο Σον ήταν αποφασισμένος να μην ξαναδουλέψει τόσο σκληρά, όπως όταν είχε τη Silver Screen, αλλά ο Χιου τον έπεισε ότι αν πάει στην BreakThru και γίνει παραγωγός θα είναι μια δουλειά μερικής απασχόλησης. Παρόλο που τώρα πια δεν πιστεύει όλα όσα λέει ο Χιου, κόλλησε για τα καλά το μικρόβιο του σινεμά και είναι βέβαιο ότι θα κάνει κι άλλες παραγωγές ταινιών.

Άιβαν Μάκταγκαρτ, παραγωγός, Trademark Films

Ο Άιβαν πήγε στην Trademark ως παραγωγός/εκτελεστικός παραγωγός τον Οκτώβριο του 2010. Προηγουμένως ήταν Διευθυντής Πόρων για ΜΜΕ και Φιλμ στη χρηματοδοτική BMS Γαλλίας. Έχει πείρα 20 ετών στη χρηματοδότηση ταινιών και έχει εργαστεί σε διάφορες οικονομικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος ταινιών του BBC, του BBC Worldwide, της χρηματοδοτικής Baker Street Media και της εταιρείας παραγωγής του Στούαρτ Τιλ Signpost Films. Συμμετείχε στη χρηματοδότηση αρκετών επιτυχημένων βρετανικών ταινιών, όπως τα: Γυναίκες έτοιμες για όλα, Φεγγάρι, Κάν’ το σαν τον Μπέκαμ, Μπίλι Έλιοτ-Γεννημένος χορευτής και Μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων.

Ντέιβιντ Πάρφιτ, εκτελεστικός παραγωγός, Trademark Films

Ο Ντέιβιντ έχει δουλέψει επί 20 χρόνια ως ανεξάρτητος κινηματογραφικός και θεατρικός παραγωγός. Στους τίτλους ταινιών του συμπεριλαμβάνονται τα: Ερρίκος V, Οι φίλοι του Πίτερ, Πολύ κακό για τίποτα, Η τρέλα του Γεωργίου του Τρίτου, Φρανκενστάιν της Μαίρη Σέλλευ, Δωδέκατη Νύχτα, Τα φτερά της αγάπης (τα δύο τελευταία με υποψηφιότητες για τέσσερα Όσκαρ), Ερωτευμένος Σαίξπηρ (με επτά Όσκαρ και με τέσσερα βραβεία BAFTA, συμπεριλαμβανομένου αυτού της καλύτερης ταινίας), Συμμορίες της Νέας Υόρκης (ως σύμβουλος παραγωγής), Αιχμάλωτη καρδιά, Η κόρη του προέδρου, A bunch of amateurs, και Επτά μέρες με τη Μέριλιν. Τον Απρίλιο του 2007 μαζί με τη Φιόνα Ντάιερ έκαναν τη θεατρική παραγωγή του Elling, με εξαιρετικές κριτικές, αρχικά στο θέατρο Bush και ύστερα το ανέβασαν στο Γουέστ Εντ.

Είναι πρόεδρος του Οργανισμού Κινηματογράφου και ΜΜΕ Film London και έχει χρηματίσει πρόεδρος των Βρετανικών Βραβείων. Πριν ασχοληθεί με τον κινηματογράφο και το θέατρο ήταν ηθοποιός.

Έντουαρντ Νέλτνερ, εκτελεστικός παραγωγός, Cinema Management Group

Είναι ιδρυτής και διευθυντής της Cinema Management Group (CMG). Από την ίδρυσή της, η CMG είναι γνωστή για τα πρωτότυπα, εμπορικά δικαιώματα που παρέχει, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι επιτυχημένοι εμπορικοί τίτλοι Κοκκινοσκουφίτσα και Ζαμπίζια, πουλιά στον αέρα, καθώς και δραματικές και βραβευμένες ταινίες, όπως το Still Mine και το υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ GasLand. Εδώ και 25 χρόνια ο Νέλτνερ είχε το προνόμιο να παρέχει δικαιώματα σε περίπου 16 υποψήφιες ταινίες για Όσκαρ (πολλές από αυτές το πήραν). Μέσα σ’ αυτές είναι οι ταινίες: Ο Σολίστας του Σκοτ Χικ, Φρίντα της Τζούλι Τέιμορ, Οι Ώρες του Στίβεν Ντόλτρι, τα Kill Bill: vol. 1 & 2 του Κουέντιν Ταραντίνο και το Σικάγο του Ρομπ Μάρσαλ.

Κλιντ Μανσέλ, συνθέτης

Το μουσικό περιοδικό ΝΜΕ τον αποκάλεσε «ιδιοφυία της μουσικής επένδυσης». Έχει δημιουργήσει ορισμένες από τις πιο εμβληματικές συνθέσεις σε ταινίες, όπως οι: Ρέκβιεμ για ένα όνειρο, Μαύρος Κύκνος, Νώε, Η πηγή της ζωής και Το φεγγάρι.

Πιοτρ Ντόμινακ, υπεύθυνος ζωγραφικής

Αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Λοτζ και έκανε ό,τι δουλειές του πρόσφεραν φτάνει να είχαν σχέση με ζωγραφική. Σ’ αυτές συγκαταλέγονταν οι εμπορικές επιγραφές, πολύ μεγάλες τοιχογραφίες και θεατρικά σκηνικά. Όταν δεν υπήρχε κάτι για ζωγράφισμα, έκανε ευκαιριακές δουλειές μήπως προέκυπτε κάτι. Ανάμεσα στ’ άλλα, έκανε και τον ψήστη. Μία από τις ζωγραφικές δουλειές του ήταν το φόντο του δάσους και το φόντο της νύχτας με το φεγγαρόφωτο για το Ο Πέτρος και ο λύκος της BreakThru Films. Αργότερα προσλήφθηκε ως υπεύθυνος ζωγραφικής για την ταινία μικρού μήκους της Ντορότα Κομπιέλα The little postman και μετά κι από αυτό έγινε ο ένας από τη «συμμορία των τεσσάρων» ζωγράφων που ασχολήθηκαν με την Έρευνα & Ανάπτυξη και ζωγράφισαν το τρέιλερ του Loving Vincent. Ο Πιοτρ με την Ντορότα και τον Τόμεκ Βότσνιακ σχεδίασαν τους Σταθμούς Εργασίας Κινούμενης Ζωγραφικής.

Τόμεκ Βότσνιακ, διευθυντής παραγωγής

Άρχισε να δουλεύει στην BreakThru Films ως υπεύθυνος καινοτόμου τεχνολογίας στον Πέτρο και το λύκο και έκανε το ίδιο και για την ταινία Magic Piano and the Chopin Shorts. Μετά από αυτά έγινε διευθυντής των στούντιο της BreakThru στο Γκντανσκ και διευθυντής παραγωγής στο Loving Vincent. Ο Τόμεκ με την Ντορότα Κομπιέλα και τον Πιοτρ Ντόμινακ σχεδίασαν τους Σταθμούς Εργασίας Κινούμενης Ζωγραφικής.

Τρίσταν Όλιβερ, οπερατέρ

Οπερατέρ επί 26 χρόνια, ο Τρίσταν έχει δουλέψει σε όλους τους τομείς. Η πολύχρονη συνεργασία του με το σκηνοθέτη Νικ Παρκ συμπεριλαμβάνει τις βραβευμένες με Όσκαρ ταινίες μικρού μήκους με ήρωες τους Γουάλας και Γκρόμιτ, Wrong trousers, A close shave και Curse of the wererabbit. Οι συνεργασίες του με άλλους σκηνοθέτες πρόσφεραν τη νίκη στις μικρού μήκους ταινίες Stage Fright και The big story (Βρετανικά Βραβεία), την υποψηφιότητα της ταινίας Οι κότες το’ σκασαν (Βρετανικά Βραβεία) και τις υποψηφιότητες για Όσκαρ των ταινιών Ο απίθανος κύριος Φοξ και ParaNorman: Μια μεταφυσική ιστορία.

Λούκας Ζαλ, οπερατέρ

Υποψήφιος για Όσκαρ και για Βρετανικά Βραβεία για τη βραβευμένη με Όσκαρ Ίντα του Πάβελ Παβλικόφσκι. Για την Ίντα, την πρώτη του δουλειά σε μεγάλου μήκους ταινία, ο Λούκας κέρδισε πολλά βραβεία, όπως: το Golden Frog/Camerimage 2013, βραβεύτηκε στο 28ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Γκντίνια, στο 29ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βαρσοβίας, στο 20ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μινσκ, στο 20ο Φεστιβάλ Εβραϊκού Κινηματογράφου Βαρσοβίας, πήρε το βραβείο Spotlight του Αμερικανικού Σωματείου Οπερατέρ, βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κεντρικής Ευρώπης στο Μεντιάς, βραβείο των Κριτικών Κινηματογράφου του Σαν Φρανσίσκο, το Βραβείο Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Ο Λούκας αποφοίτησε το 2008 από την Εθνική Πολωνική Σχολή Κινηματογράφου του Λοτζ.

Λούκας Μακιέβιτς, υπεύθυνος οπτικών εφέ

Ο Λούκας πήρε πτυχίο στη σχολή Κινουμένων Σχεδίων της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Κρακοβίας. Μετά το πτυχίο του προσλήφθηκε στη CeTA στο Βρότσλαβ στο τμήμα CGI – Έλεγχος Κινούμενου Σχεδίου και Κίνησης. Όταν η CeTA έγινε συμπαραγωγός στο Loving Vincent, άρχισε να δουλεύει στην παραγωγή ως χειριστής Ελέγχου Κίνησης, χάρη όμως στη μεγάλη τεχνική του κατάρτιση, την κοφτερή καλλιτεχνική του ματιά, την αίσθησή του για το κινούμενο σχέδιο και την απέραντη υπομονή του, η Ντορότα και ο Χιου τον έκαναν υπεύθυνο των οπτικών εφέ.

Γιουστίνα Βιερζίνσκα, μοντέρ

Αποφοίτησε από την Κινηματογραφική Σχολή του Λοτζ. Η μικρού μήκους ταινία της αποφοίτησής της πήρε το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Ταϊβάν. Αμέσως μετά την αποφοίτησή της, άρχισε να δουλεύει στην BreakThru ως βοηθός μοντέρ στην ταινία The Magic Piano και σύμβουλος μοντάζ στα Chopin Shorts. Έκτοτε κάνει το μοντάζ στο Loving Vincent, επίσης δουλεύει στα οπτικά εφέ και κατά καιρούς, όποτε χρειάζεται, γίνεται και λίγο ηθοποιός.

***

Τα προφίλ των εταιρειών

BreakThru Films, εταιρεία παραγωγής

Η BreakThru Films είναι κινηματογραφική εταιρεία με έδρα στην Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι μεγαλύτερες παραγωγές τους είναι Ο Πέτρος και ο λύκος και The magic piano, οι οποίες έχουν βραβευτεί με Όσκαρ. Εκτός από αυτά, έχουν κάνει την παραγωγή σε 12 ταινίες κινουμένων σχεδίων, καθένα σε διαφορετικό στιλ, για τη συλλογή των μικρού μήκους Chopin Shorts, 5 ταινίες μικρού μήκους ζωντανής δράσης και ήταν παραγωγοί οπτικών εφέ για τη βιογραφική ταινία της Εντίθ Πιαφ Ζωή σαν τριαντάφυλλο. Εκτός από το Όσκαρ, οι ταινίες τους έχουν λάβει 35 διεθνή βραβεία καλύτερης ταινίας, όπως και στις κατηγορίες φωτογραφίας, στερεοσκοπίας και τεχνικών επιτευγμάτων.

Από το 2011 η εταιρεία καινοτόμησε με μια νέα μέθοδο παραγωγής, που συνδυάζει τη ζωντανή δράση, τις εικόνες/κινούμενα σχέδια μέσω υπολογιστή και ζωγραφική με το χέρι, για να δημιουργήσουν μια ταινία ζωγραφισμένη στο χέρι. Η πρώτη ήταν η μικρού μήκους ταινία της Ντορότα Κομπιέλα Little postman και τώρα ετοιμάζουν την παραγωγή της πρώτης τους ταινίας μεγάλου μήκους Loving Vincent. Η ομάδα παραγωγής ελπίζει ότι το κοινό θα ενθουσιαστεί με την προσέγγισή τους, ώστε να μπορέσουν να εφαρμόσουν αυτή την τεχνική σε περισσότερες ταινίες μικρού ή μεγάλου μήκους.

Trademark Films, συμπαραγωγός εταιρεία

Ιδρύθηκε το 2000 από τον Ντέιβιντ Πάρφιτ (βραβευμένο με Όσκαρ και Βρετανικά Βραβεία), και άλλα μέλη της ομάδας του παραγωγής. Η πρώτη παραγωγή της εταιρείας ήταν η καταξιωμένη μεταφορά σε ταινία του πολυαγαπημένου μυθιστορήματος της Ντόντι Σμιθ Αιχμάλωτη καρδιά. Ακολούθησαν οι ταινίες Η κόρη του προέδρου το 2003, A bunch of amateurs το 2009 και το 2011 η ταινία Επτά μέρες με τη Μέριλιν, με πρωταγωνίστρια τη Μισέλ Γουίλιαμς στο ρόλο της Μέριλιν Μονρόε και με τους Κένεθ Μπράνα, Έντι Ρεντμέιν και Τζούντι Ντεντς.

Η πρώτη τηλεοπτική παραγωγή της εταιρείας, ήταν η μίνι σειρά πέντε ωριαίων επεισοδίων Το τέλος της παρέλασης (για το BBC και την HBO), σε σενάριο του Τομ Στόπαρντ και σκηνοθεσία της Σουζάνα Γουάιτ, με πρωταγωνιστές τους Ρεμπέκα Χολ και Μπένεντικτ Κάμπερμπατς.

Η τελευταία παραγωγή τους ήταν η τηλεταινία The wipers times το 2013, σε σενάριο Ίαν Χίσλοπ και Νικ Νιούμαν, σκηνοθεσία Άντι ντε Εμονί, στην οποία πρωταγωνιστούν οι Μπεν Τσάπλιν, Τζούλιαν Ριντ Τατ, Εμίλια Φοξ και Μάικλ Πάλιν και αφηγείται το πώς ένας άνθρωπος μετέτρεψε τη φρικαλεότητα του Α΄ΠΠ σε μαύρη κωμωδία.

Cinema Management Group, διεθνείς πωλήσεις

Η CMG είναι μια ολοκληρωμένη εταιρεία διεθνών πωλήσεων, με πρόεδρο τον βετεράνο στις πωλήσεις και τη διανομή, Έντουαρντ Νέλτνερ. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2003 με αποκλειστικότητα για τις διεθνείς πωλήσεις της μεγάλου μήκους ταινίας κινουμένων σχεδίων Κοκκινοσκουφίτσα, μεγάλης κινηματογραφικής επιτυχίας, που τα κέρδη της διεθνώς ξεπέρασαν τα 110 εκατ. δολάρια. Από το 2003 και μετά, η CGM έχει προσθέσει πάνω από 100 ταινίες στο ενεργητικό της, ανάμεσά τους ποιοτικές ταινίες μεγάλου μήκους όλων των ειδών, ταινίες και σειρές κινουμένων σχεδίων 3-D, καθώς και βραβευμένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους και τηλεοπτικές σειρές.

Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Ντόχα

Το Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Ντόχα είναι ένας μη κερδοσκοπικός πολιτιστικός οργανισμός που ιδρύθηκε το 2010 από την πριγκίπισσα Αλ-Μαϊάσα μπιντ Χαμάντ μπιν Χαλίφα Αλ-Θανί. Το Ινστιτούτο ασχολείται αποκλειστικά με την κατανόηση του κινηματογράφου, την παιδεία και το χτίσιμο μιας δυναμικής κινηματογραφικής βιομηχανίας στο Κατάρ, που ως στόχο έχει την προώθηση των παραμυθάδων της περιοχής, συγχρόνως όμως σε παγκόσμιο πεδίο. Με θεμέλια τον πολιτισμό, την κοινότητα, την παιδεία και την ψυχαγωγία, το Ινστιτούτο είναι ένας συνολικός κινηματογραφικός πυρήνας στην Ντόχα, καθώς και ένα στήριγμα για την περιοχή και ολόκληρο τον κόσμο.

Βρότσλαβ – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2016

Το Βρότσλαβ ήταν για ένα χρόνο το πολιτιστικό κέντρο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Με την απόκτηση του τίτλου δόθηκε η ευκαιρία να σχεδιαστεί μια μακροπρόθεσμη πολιτιστική στρατηγική. Η ιδέα της «πολιτιστικής πρωτεύουσας» αναπτύσσεται συνεχώς μετά το 1985 και τώρα είναι από τις πιο γνωστές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το Βρότσλαβ πήρε τον τίτλο μετά από διαγωνισμό μεταξύ 11 πολωνικών πόλεων.

Odra-Film / Ταμείο Κινηματογράφου της Κάτω Σιλεσίας

Το Ταμείο Κινηματογράφου της Κάτω Σιλεσίας ιδρύθηκε το 2008. Λειτουργεί με τον τίτλο «Κινηματογραφικός διαγωνισμός Κάτω Σιλεσίας» (Διαγωνισμός Κάτω Σιλεσίας για την υποστήριξη της κινηματογραφικής παραγωγής). Δωρητές είναι οι αυτοδιοικήσεις της επαρχίας της Κάτω Σιλεσίας και η πόλη του Βρότσλαβ. Μετά από συμφωνία των δύο αυτοδιοικήσεων, το Ταμείο διευθύνεται από τον OdraFilm, τον Πολιτιστικό Οργανισμό της αυτοδιοίκησης της Κάτω Σιλεσίας, που είναι υπεύθυνος για την αναδιανομή των ταινιών και την προώθηση του κινηματογραφικού πολιτισμού. Ο OdraFilm είναι επίσης συμπαραγωγός στις ταινίες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ταμείο.

Κέντρο Οπτικοακουστικής Τεχνολογίας (CeTA)

Πρόκειται για κρατικό πολιτιστικό οργανισμό που εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Εθνικής Κληρονομιάς. Δημιουργήθηκε το Νοέμβριο του 2011 ως αποτέλεσμα του μετασχηματισμού των Κινηματογραφικών Στούντιο του Βρότσλαβ (Wroclaw Feature Film StudioWFF Wroclaw) και σήμερα είναι ο διάδοχος και προστάτης της πολύχρονης και πλούσιας παράδοσης των στούντιο WFF.

Ο CeTA δραστηριοποιείται στον τομέα προώθησης και ανάπτυξης των σύγχρονων τεχνολογιών πολυμέσων, στην εκπαίδευση (εργαστήρια, μαθήματα, σεμινάρια και διαλέξεις) και στη διάδοση του πολιτισμού (φεστιβάλ, συνέδρια, παρουσιάσεις). Τα κινηματογραφικά στούντιο και η επαγγελματική τεχνολογική στήριξη δίνουν τη δυνατότητα για την παραγωγή και συμπαραγωγή ταινιών. Η προηγμένη τεχνολογία που διαθέτει το ινστιτούτο και ένα έμπειρο προσωπικό από ειδικούς επιτρέπει, εκτός των άλλων, τη δημιουργία οπτικών ειδικών εφέ για χρήση στο σινεμά και στα ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένης της τηλεόρασης.

Ένα από τα καθήκοντα του Οργανισμού είναι η κατάρτιση στην οπτικοακουστική τέχνη, τα ειδικά εφέ και η ηλεκτρονική μετα-επεξεργασία. Επίσης, ο Οργανισμός πραγματοποιεί έρευνες με σκοπό τη βελτίωση των τεχνολογιών στην κινηματογραφία.

Ινστιτούτο Κινηματογράφου Πολωνίας

Το Ινστιτούτο Κινηματογράφου Πολωνίας (Polish Film InstitutePISF), είναι το νεότερο κινηματογραφικό ινστιτούτο της Ευρώπης και ιδρύθηκε το 2005, σύμφωνα με έναν νέο νόμο για τον κινηματογράφο που ψήφισε η πολωνική βουλή. Η δομή του είναι παρόμοια με τους μηχανισμούς στήριξης της κινηματογραφικής βιομηχανίας που υπάρχουν σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Κύριο καθήκον του είναι να προσφέρει στην πολωνική κινηματογραφική βιομηχανία έναν σύγχρονο μηχανισμό στήριξης – από την ανάπτυξη μιας ταινίας, μέχρι την παραγωγή, την προώθηση, τη διανομή και κυκλοφορία των πολωνικών και ευρωπαϊκών ταινιών. Στηρίζει τις ταινίες από τη σύλληψή τους ως την προβολή, με ιδιαίτερη έμφαση στις διεθνείς συμπαραγωγές.

Unibail-Rodamco

Η UnibailRodamco είναι κτηματομεσιτική εταιρεία, εισηγμένη στο χρηματιστήριο και μια από τις κορυφαίες στην Ευρώπη. Είναι η τρίτη μεγαλύτερη στον κόσμο. Μετά από την είσοδό της στο χρηματιστήριο του Παρισιού το 1972, σήμερα κατέχει ένα εξαιρετικό πορτφόλιο εκλεκτών εμπορικών ακινήτων που βρίσκονται στις μεγαλύτερες και πιο πλούσιες χώρες της Ευρώπης. Οι εργασίες της εταιρείας είναι σκόπιμα επικεντρωμένες σε μεγάλα εμπορικά κέντρα στις κυριότερες ευρωπαϊκές πόλεις, στα πιο σημαντικά κτίρια γραφείων στην καρδιά και στα δυτικά του Παρισιού, και στα μεγάλα συνεδριακά και εκθεσιακά κτίρια μέσα και έξω από το Παρίσι.

***

Βιογραφίες των βασικών χαρακτήρων

Αρμάν Ρουλέν – Ντάγκλας Μπουθ

Ο Ντάγκλας προκάλεσε την προσοχή του κοινού όταν υποδύθηκε τον Μπόι Τζορτζ στην ταινία του BBC2 Worried about the boy (2010). Πρωταγωνίστησε επίσης στις διασκευές του BBC, Μεγάλες προσδοκίες και Christopher and his kind (και οι δύο το 2011). Το 2013 πρωταγωνίστησε στη διασκευή του Κάρλο Καρλέι Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Το 2014 εμφανίστηκε στις ταινίες Νώε του Ντάρεν Αρονόφσκι και Η λέσχη της κομψής αλητείας του Λόουν Σέρφιγκ, και το 2015 συμπρωταγωνίστησε στην ταινία Το πεπρωμένο της Τζούπιτερ των αδελφών Γουατσόφσκι.

Βίνσεντ Βαν Γκογκ – Ρόμπερτ Γκούλαζικ

Ο Ρόμπερτ είναι Πολωνός θεατρικός ηθοποιός του θεάτρου Μοντιέσκα στη Λέγκνιτσα. Είναι ένα από τα σπουδαιότερα θέατρα της Πολωνίας, πασίγνωστο για το βάθος του ταλέντου των καλλιτεχνών του. Έχει ερμηνεύσει περισσότερους από 40 ρόλους σε επαγγελματικές θεατρικές παραγωγές.

Πριν από δύο χρόνια του τηλεφώνησε κάποιος λέγοντάς του ότι μοιάζει του Βαν Γκογκ –ήταν η πρώτη φορά που το ανέφερε κάποιος- κι ότι έπρεπε να πάει για οντισιόν την ίδια μέρα για να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία διεθνούς παραγωγής. Είχε μιλήσει ελάχιστα τα αγγλικά από τότε που τέλειωσε το σχολείο και ξαφνιάστηκε όταν τον έντυσαν με κοστούμι του ρόλου, τον μακιγιάρανε και έπρεπε να διαβάσει επιστολές του Βίνσεντ στα αγγλικά. Αυτό ήταν ή αρχή ενός μεγάλου ταξιδιού ανακάλυψης της ζωής και των έργων του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Ο Ρόμπερτ θεωρεί ότι είναι τυχερός γιατί αγαπάει τη δουλειά του και τώρα αγαπάει και τον Βίνσεντ.

Αντελίν Ραβού – Έλινορ Τόμλινσον

Η Έλινορ είναι γνωστή για τους ρόλους της, ως πριγκίπισσα Ίζαμπελ στην ταινία Τζακ ο κυνηγός γιγάντων (2013), ως Ίζαμπελ Νέβιλ στη σειρά The white queen, και ως Ντεμέλτσα Πόλνταρκ στη δραματική σειρά του BBC Πόλνταρκ.

Γιατρός Γκασέ – Τζερόμ Φλιν

Ο Τζερόμ έγινε γνωστός στη Βρετανία για τους ρόλους του ως Κένι «Ράμπο» Μπέινς στην τηλεταινία του 1986 Londons burning, ως Πάντι Γκάρβι, τυφεκιοφόρος του βασιλιά στη σειρά του ITV Soldier Soldier, και έγινε διεθνώς γνωστός ως Μπρον στη διάσημη σειρά της HBO Game of Thrones, μια διασκευή των μυθιστορημάτων του Τζορτζ Ρ.Ρ. Μάρτιν. Έχει επίσης υπάρξει ο νούμερο 1 τραγουδιστής ποπ στη Βρετανία.

Μαργκερίτ Γκασέ – Σίρσα Ρόναν

Η Σίρσα είχε δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ: μία για Όσκαρ Β΄ρόλου για την Εξιλέωση (2007), και μία για Όσκαρ Α΄ρόλου για το Μπρούκλιν. Ήταν επίσης, τρεις φορές υποψήφια για τα Βρετανικά Βραβεία, είχε δύο υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, δύο του Σωματείου Ηθοποιών Κινηματογράφου και έχει πάρει βραβείο Satellite (Σ.τ.Μ. Ακαδημία Διεθνούς Τύπου).

Ταχυδρόμος Ρουλέν – Κρις Ο’Ντάουντ

Ο Κρις είναι γνωστός ως Ρόι στην κωμωδία του Channel 4 The IT crowd. Ήταν ο δημιουργός και πρωταγωνιστής της σειράς Moone Boy που προβλήθηκε από το κανάλι Sky I μεταξύ 2012 και 2015, για την οποία βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα. Έχει παίξει σε διάφορες ταινίες, όπως οι: Φιλενάδες (2011), Καλά 40 (2012), The Sapphires (2012), Thor 2: Σκοτεινός κόσμος (2013), Γολγοθάς (2014) και St. Vincent, Ο αγαπημένος μου άγιος (2014). Πρωτοεμφανίστηκε στο Μπρόντγουεϊ στο έργο Άνθρωποι και ποντίκια το 2014 και προτάθηκε για βραβείο Tony.

Μπάρμπα-Τανγκί – Τζον Σέσιονς

Ο Τζον ήταν συμπρωταγωνιστής ως καρατερίστας σε πολλές ταινίες, όπως οι: Συμμορίες της Νέας Υόρκης, Η ανταρσία του Μπάουντι, και σε σκηνοθεσία Κένεθ Μπράνα Ερρίκος V. Είχε λάμψει στη σειρά του Channel 4 Porterhouse Blues, καθώς και στην έξοχη διασκευή των μυθιστορημάτων του Μέρβιν Πικ Gormenghast παραγωγής BBC. Εμφανίζεται τακτικά στην κωμική σειρά Whose line is it anyway και στο κωμικό τηλεπαιχνίδι QI.

Βαρκάρης – Άινταν Τέρνερ

Ο Άινταν είναι από τους πιο γνωστούς ηθοποιούς στη Βρετανία, επειδή ήταν πρωταγωνιστής στη σειρά του BBC Πόλνταρκ, καθώς και ο βρικόλακας Τζον Μίτσελ στη σειρά Being Human. Είναι επίσης, παγκόσμια γνωστός ως νάνος Κίλι στην τριλογία Χόμπιτ. Ψηφίστηκε ως ο πιο σέξι άντρας του 2016 από το περιοδικό Glamour.

Λουίζ Σεβαλιέ – Έλεν Μακρόρι

Η Έλεν ερμήνευσε την Τσέρι Μπλερ στην ταινία Η βασίλισσα (2006) και στην επόμενη Τhe special relationship. Επίσης, υποδύθηκε τη Ναρσίσα Μαλφόι στις τρεις τελευταίες ταινίες Χάρι Πότερ, τη Μάμα Τζιν στην ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε Χιούγκο (2011 ) και την Κλερ Ντάουαρ στην ταινία του Σαμ Μέντες Skyfall (2012).

***

Συνεντεύξεις

Ντορότα Κομπιέλα, σεναριογράφος και σκηνοθέτρια

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία;

Αποφάσισα ότι ήθελα να συνδυάσω τα δυο μου πάθη –τη ζωγραφική και τις ταινίες- και να γυρίσω μια ζωγραφισμένη ταινία. Ήμουν 30 χρονών όταν είχα αυτή την ιδέα, την ίδια ηλικία που είχε και ο Βίνσεντ όταν άρχισε να ζωγραφίζει. Περισσότερο από τα έργα του που τα λατρεύω, με ενέπνευσε το παράδειγμα της ζωής του. Πολεμούσα με την κατάθλιψη όλη μου τη ζωή και εμπνεύστηκα από τη δύναμη του Βίνσεντ να συμμαζέψει τα κομμάτια του από παρόμοια και τρομερά εμπόδια στη ζωή του, όταν ήταν ένας νέος άνθρωπος είκοσι χρονών, και μέσα από την τέχνη να βρει ένα τρόπο να φέρει την ομορφιά στον κόσμο. Τα γράμματά του με βοήθησαν σε μια κακή στιγμή της ζωής μου και με ενέπνευσαν να γυρίσω την ταινία.

Γιατί αποφασίσατε να κάνετε ταινία μεγάλου μήκους αντί μικρού, όπως ήταν το αρχικό πλάνο;

Όταν ο Χιου περίμενε τρεις ώρες στην ουρά για να μπει σε μια έκθεση Βαν Γκογκ με έπεισε να σκεφτούμε αν η ταινία μπορούσε να λειτουργήσει σαν μεγάλου μήκους. Αποφάσισα ότι θα ήταν δυνατό, αν γυριζόταν σαν μια σειρά από συνεντεύξεις με τους πίνακες του Βίνσεντ και παράλληλα με περάσματα σε κινούμενη ζωγραφική από έργα του με τοπία. Ανέπτυξα λοιπόν το σενάριο προς αυτή την κατεύθυνση και γύρισα ένα τρέιλερ-οδηγό για να προχωρήσω τη μέθοδο παραγωγής που είχα σκεφτεί. Οι αντιδράσεις αυτών που το είδαν με έπεισαν ότι θα λειτουργούσε και με κοινό: εντελώς άγνωστοι άνθρωποι, επαγγελματίες κινηματογραφιστές, καλλιτέχνες, σχεδιαστές κινουμένων σχεδίων και άτομα απ’ το κοινό, όλοι ενθουσιάστηκαν με την οπτική μας προσέγγιση.

Τι δυσκολίες συναντήσατε γυρίζοντας την ταινία;

Η μεγαλύτερη, με διαφορά, ήταν να ξαναγράψω το σενάριο για ταινία μεγάλου μήκους. Έβλεπα τον εαυτό μου σαν σκηνοθέτιδα και όχι σεναριογράφο. Είχα την αίσθηση ότι η ιδέα μου είχε πάρα πολλά κοινά με τα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους κι έτσι έβλεπα όσο περισσότερα έπεφταν στα χέρια μου. Έγραψα το πρώτο σχέδιο στα πολωνικά και έπρεπε να μεταφραστεί, που και κόστος είχε και ήταν χρονοβόρο. Βλέποντας λοιπόν ότι θα γυρίζαμε στα αγγλικά την ταινία, αποφάσισα να γράφω στα αγγλικά τα επόμενα προσχέδια. Κι έτσι τότε, ζήτησα τη βοήθεια του Χιου και τον έκανα συν-σεναριογράφο.

Πώς διαλέξατε σε ποιο μέρος της ζωής του Βίνσεντ θα εστιάζατε;

Έγραψα πολλές ιστορίες. Ιστορίες απ’ τη ζωή του, ιστορίες που άρχιζαν από συγκεκριμένους πίνακες, ιστορίες αποκλειστικά από την ολλανδική του περίοδο, ιστορίες όταν ήταν βυθισμένος στην μποέμικη ζωή της Μονμάρτρης. Αλλά το πρώτο πιο καθαρό σενάριο που δημιουργήθηκε ήταν για τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Αυτό είχε απήχηση. Επίσης αγαπούσα ιδιαίτερα τους συγκεκριμένους πίνακες, όπως και το γεγονός ότι ανάμεσά τους υπήρχαν πίνακες με άτομα με τα οποία είχε συχνή επαφή προς το τέλος: ο άπιαστος γιατρός Γκασέ, η μυστηριώδης κόρη του Μαργκερίτ Γκασέ που τη ζωγράφισε τρεις φορές αλλά και τις τρεις με το πρόσωπο πάντα κρυμμένο, και η Αντελίν, η δυναμική κόρη του πανδοχέα Ραβού που στο πανδοχείο του πέθανε ο Βίνσεντ.

Γιατί αποφασίσατε να έχετε τα φλάσμπακ σε ασπρόμαυρο;

Δύο ήταν οι λόγοι. Πρώτο, σκεφτήκαμε πως θα ήταν υπερβολή να βλέπει το κοινό τα έντονα χρώματα του Βίνσεντ για ενενήντα λεπτά. Δομήσαμε την ταινία με πολλά φλάσμπακ και αυτό μας έδωσε τη δυνατότητα να παρουσιάσουμε διαφορετικό στιλ γι’ αυτά τα μέρη. Δεύτερο, δε θέλαμε να φτιάξουμε ανύπαρκτους πίνακες του Βίνσεντ. Τα περισσότερα φλάσμπακ αφορούν κομμάτια της ζωής του που δεν τα ζωγράφισε. Αν τα φτιάχναμε εμείς με το στιλ του, θα έπρεπε να φανταστούμε απ’ το μηδέν πώς θα ζωγράφιζε αυτές τις σκηνές και πιστεύαμε ότι θα απομακρυνόμασταν πολύ από τη δουλειά του. Διαλέξαμε το ασπρόμαυρο, γιατί μεγάλο μέρος της έρευνάς μας ήταν σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες εκείνης της εποχής. Αυτές ήταν η έμπνευσή μας για να προσεγγίσουμε το ζωγραφικό στιλ των φλάσμπακ.

Γιατί ο τίτλος «Loving Vincent»;

Για διάφορους λόγους. Αυτή η ταινία είναι καρπός αγάπης. Δούλευα γι’ αυτήν ασταμάτητα για επτά χρόνια. Η αγάπη μου για τη δουλειά του Βίνσεντ, για τα γράμματά του και ο σεβασμός μου για τον αγώνα του, ήταν το στήριγμά μου αυτά τα επτά χρόνια. Δεν ήμουν η μόνη που έπρεπε να τον αγαπήσω. Η ομάδα των ζωγράφων ζωγράφισε υπομονετικά 65.000 καρέ ελαιογραφιών, κάνοντας ακόμα και δέκα μέρες για να ζωγραφίσει ένα δευτερόλεπτο της ταινίας, κινώντας κάθε πινελιά καρέ-καρέ. Αυτό χρειάζεται μεγάλη αφοσίωση και σεβασμό για τη δουλειά του. Επιπλέον, είναι μια αναφορά στο χαιρετισμό του Βίνσεντ στις επιστολές προς τον αδελφό του, που στο τέλος έγραφε «Ο αγαπημένος σου Βίνσεντ». Και ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι αποφασίσαμε να ρισκάρουμε και να γυρίσουμε την πρώτη ταινία στον κόσμο που είναι όλη ζωγραφισμένη, μιας και οι άνθρωποι σ’ όλο τον κόσμο αγαπούν ήδη τον Βίνσεντ. Ελπίζω ότι η ταινία θα δώσει έμπνευση στους ανθρώπους για να μάθουν περισσότερα για τον Βίνσεντ, να διαβάσουν τις επιστολές του, να δουν τους πίνακές του από κοντά. Ελπίζω ότι, έστω και στο ελάχιστο, βοήθησα να παρουσιάσω τον Βίνσεντ σε περισσότερους ανθρώπους. Πιστεύω ότι το άξιζε. Θέλω όλοι να αγαπούν τον Βίνσεντ!

Χιου Γουέλτσμαν, συν-σεναριογράφος, συν-σκηνοθέτης

και παραγωγός της BreakThru Films

Γιατί θελήσατε να κάνετε μια ταινία για τον Βαν Γκογκ;

Η φήμη του Βίνσεντ μεγαλώνει συνεχώς μετά το θάνατό του και η επιρροή του είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ. Οι πίνακές του μοιάζει σαν να μιλούν άμεσα στους ανθρώπους, ακόμα και σ’ αυτούς που ενδιαφέρονται λίγο ή καθόλου για τη ζωγραφική. Ήταν ένα ναυάγιο που είχε αποτύχει σε διάφορες δουλειές ως τα 28 του, και ενώ ήταν σε απελπιστική κατάσταση άρχισε να δουλεύει σαν καλλιτέχνης. Έπιασε για πρώτη φορά πινέλο όταν ήταν 28 χρονών και ύστερα από 10 χρόνια ήταν μια μεγαλοφυΐα της τέχνης. Μέσα σε 10 χρόνια δούλεψε απίστευτα σκληρά για να προσφέρει ένα σύνολο δουλειάς που φέρνει ψυχική ανάταση και παρηγοριά στους ανθρώπους. Είχαμε την αίσθηση ότι για να ειπωθεί συναισθηματικά η ιστορία του Βίνσεντ, έπρεπε να είναι στενά δεμένη με τους πίνακές του. Στη δική μας περίπτωση χρησιμοποιήσαμε το χρώμα και τους πίνακές του για να δημιουργήσουμε τη δομή του κόσμου της ταινίας μας.

Πώς διαλέξατε ποιους πίνακες του Βαν Γκογκ θα παρουσιάσετε;

Θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε την ώριμη περίοδό του γι’ αυτό διαλέξαμε την Αρλ και το Οβέρ και πολύ λίγο το Παρίσι. Διαλέξαμε πορτρέτα ανθρώπων που ήταν κοντά του σε κρίσιμες στιγμές εκείνη την περίοδο: ο ταχυδρόμος Ρουλέν, ο γιατρός Γκασέ, η Μαργκερίτ Γκασέ, ο μπάρμπα-Τανγκί, η Αντελίν Ραβού, και διαλέξαμε εσωτερικά και τοπία από εκείνα τα μέρη. Προσπαθήσαμε να συμπεριλάβουμε όσους περισσότερους πίνακες γινόταν. Σε όλη την ταινία υπάρχουν πάνω από 130 πίνακές του.

Πώς προετοιμαστήκατε για να γυρίσετε μια ταινία για τον Βαν Γκογκ;

Διαβάσαμε περίπου 40 διαφορετικές εκδόσεις για τον Βίνσεντ: βιογραφίες, ακαδημαϊκά δοκίμια, και μυθιστορήματα. Σε τέσσερα χρόνια επισκεφθήκαμε 19 μουσεία σε 6 χώρες και είδαμε περίπου 400 πίνακές του. Είδαμε επίσης την ταινία μεγάλου μήκους και ντοκιμαντέρ για τη ζωή του και πήραμε συνεντεύξεις από ειδικούς στο μουσείο Βαν Γκογκ.

Γιατί αποφασίσατε να κάνετε την ταινία με αληθινούς ηθοποιούς;

Ο ένας λόγος ήταν δημιουργικός και ο άλλος πρακτικός. Ο δημιουργικός ήταν πως ο Βίνσεντ δούλευε με αληθινούς ανθρώπους όταν έκανε τα πορτρέτα τους και ήθελε να μεταδώσει το συναίσθημα ενός αληθινού ανθρώπου. Θέλαμε κι εμείς αληθινούς ανθρώπους και να νιώθουμε τα συναισθήματά τους. Η μεταφορά των εκφράσεων ενός προσώπου ήταν πάντα μεγάλη πρόκληση για το κινούμενο σχέδιο. Γι’ αυτό το λόγο οι περισσότερες από τις μεγάλες ταινίες κινουμένων δεν έχουν ανθρώπινους χαρακτήρες ή είναι πολύ απλοποιημένοι και σαν καρικατούρες. Ο πρακτικός λόγος είναι ότι κάνοντας γύρισμα με ηθοποιούς, είχαμε έτοιμο υλικό μέσα σε μέρες, ενώ το κινούμενο θα μας έπαιρνε μήνες. Αλλά δεν είχαμε πειστεί ότι θα πετύχαινε αυτή η τεχνική, ώσπου είδαμε το τρέιλερ-οδηγό. Όταν είδαμε τα αποτελέσματα του πρώτου δοκιμαστικού, χαμηλού προϋπολογισμού, ξέραμε ότι κάτι καλό είχαμε βρει.

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες;

Να πείσουμε τους ανθρώπους ότι μπορεί να γίνει. Δεν ήταν εύκολο να βρεθούν οι κατάλληλοι συνεταίροι. Οι περισσότεροι ειδικοί χρηματοδοτήσεων ήταν ιδιαίτερα διστακτικοί για να ρισκάρουν για κάτι τόσο καινούριο. Ευτυχώς βρήκαμε κάποιους ξεχωριστούς και θαρραλέους ανθρώπους που πίστεψαν σ’ εμάς, και πίστεψαν ότι θα μπορέσουμε να ζωγραφίσουμε 65.000 ξεχωριστά καρέ σε καμβά, μεγέθους 103εκ. X 60εκ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είχαμε τη βραδύτερη μέθοδο γυρίσματος μιας ταινίας μεγάλου μήκους. Καταλαβαίνω λοιπόν, για ποιο λόγο ορισμένοι αμφέβαλαν αν θα τα καταφέρουμε.

Ντάγκλας Μπουθ

Γιατί θέλατε να κάνετε την ταινία;

Ο Χιου και η Ντορότα μου έδειξαν ένα μικρό βίντεο που είχαν γυρίσει με κινούμενη ζωγραφική και μου έκοψε την ανάσα! Ήταν το πιο εκπληκτικό πράγμα που είδα εδώ και πολύ καιρό. Μπήκα αμέσως στην ομάδα.

Τι γνώμη έχετε για τον χαρακτήρα που υποδύεστε; Τον Αρμάν Ρουλέν;

Ένας από τους λόγους που με γοήτευσε ο ρόλος είναι ότι η μητέρα μου είναι ζωγράφος και συχνά περιστοιχιζόμουν από πίνακες. Αυτό σχεδόν αντανακλάται στην ιστορία του Αρμάν, γιατί ο πατέρας του αγαπούσε τον Βαν Γκογκ και τη ζωγραφική και γι’ αυτό τον έστειλε σ’ αυτό το ταξίδι. Γι’ αυτό μ’ έστειλαν κι εμένα σ’ αυτό το ταξίδι, γιατί αγαπώ τους πίνακες της μητέρας μου. Και οι δυο μας (εγώ και ο Αρμάν) αγαπήσαμε τη δουλειά του Βαν Γκογκ και τον χαρακτήρα του.

Τι σας γοήτευσε; Η ιστορία του Βαν Γκογκ ή οι πίνακές του;

Κατ’ αρχάς, δεν ήξερα πολλά για τον Βαν Γκογκ. Μέσα από την ταινία έμαθα περισσότερα για τον άνθρωπο πίσω από τους πίνακες και, ξαφνικά, ζωντάνεψαν οι πίνακες! Ήταν από τους πρώτους ζωγράφους που άρχισαν να ζωγραφίζουν συναισθηματικά. Αυτή μου η ανακάλυψη, με γοήτευσε.

Πώς σας φάνηκαν τα γυρίσματα;

Είχα γύρισμα δύο εβδομάδων, ενώ οι ζωγράφοι δούλευαν δύο χρόνια. Δεν υπήρξε πίεση, δουλέψαμε χαλαρά, αλλά ήταν πολύ σύντομο, ενώ των ζωγράφων μεγάλης διάρκειας. Κάναμε γύρισμα 60 λεπτών ταινίας σε δύο βδομάδες κι ο χαρακτήρας μου εμφανίζεται σε κάθε σκηνή και κάνει συνεχώς διάλογο με κάποιον άλλο χαρακτήρα. Κάθε βράδυ λοιπόν, κλεινόμουν σ’ ένα δωμάτιο για να μαθαίνω τις ατάκες μου. Ήταν ένας απίθανος σίφουνας κινηματογραφικής εμπειρίας μαζί με μια ομάδα εξαιρετικών ηθοποιών.

Πώς αισθανθήκατε βλέποντας τη δουλειά των ζωγράφων;

Συνήθως γίνονται τα γυρίσματα και αυτό είναι το τελικό προϊόν. Εδώ πρόσθεταν ένα στρώμα μαγείας πάνω απ’ όλα όσα έκανα. Ήταν υπέροχο, εξαιρετικό να το βλέπεις! Μοιράζομαι την ερμηνεία μου μ’ έναν άλλο καλλιτέχνη, έναν ζωγράφο. Ερμηνεύουμε την ίδια στιγμή και οι δύο, σχεδόν δουλεύουμε παράλληλα. Πραγματικά ήταν απόλαυση να βλέπω την εξέλιξη της ταινίας. Κανονικά κάνεις ένα γύρισμα και η ταινία εξαφανίζεται πίσω από κλειστές πόρτες όπου τσακώνονται διάφοροι διευθυντές. Αλλά αυτή η ταινία αφορά μόνο την τέχνη και την προσπάθεια να γίνει όσο το δυνατό πιο όμορφη και αληθινή για τον Βίνσεντ. Πολλοί άνθρωποι αφιέρωσαν χρόνια απ’ τη ζωή τους κι έχουν επενδύσει στην ταινία, γιατί αγαπούν την τέχνη και αγαπούν τον Βίνσεντ. Είναι θαυμάσιο να βλέπεις να γεννιέται ένα έργο πάθους!

Σίρσα Ρόναν

Τι γνωρίζατε για τον Βαν Γκογκ πριν συμφωνήσετε να δουλέψετε στην ταινία;

Ήξερα λίγα πράγματα. Ήξερα προφανώς ότι θεωρήθηκε πολύ σημαντικός, όταν ανακαλύφθηκαν οι πίνακές του. Έμαθα πολλά απ’ το σενάριο. Το να βλέπεις τον εσωτερικό κόσμο ενός καλλιτέχνη, ενός ζωγράφου, έχει πάντα ενδιαφέρον, ιδιαίτερα αν αυτός είναι νεκρός από χρόνια. Είναι πολύ όμορφο που μαθαίνω περισσότερα, γιατί εκτός από την «Έναστρη Νύχτα» αγνοούσα ένα σωρό πράγματα γι’ αυτόν. Τώρα όλα αυτά είναι μέσα στο μυαλό μου (δείχνει τη βιογραφία του Βαν Γκογκ). Αισθάνομαι σαν εγκυκλοπαίδεια.

Τι ξέρατε για την ταινία πριν δεχτείτε να παίξετε;

Ήξερα ότι ήταν καινούρια ιδέα κι ότι ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Γι’ αυτό ήθελα να πάρω μέρος κι εγώ. Μ’ ενδιέφερε να δω πώς θα ήταν η διαδικασία. Ήξερα ότι θα μας ζωγράφιζαν στους πίνακες του Βαν Γκογκ. Είμαι ενθουσιασμένη!

Έχετε κάποιον αγαπημένο πίνακα;

Εκτός από το πορτρέτο της Μαργκερίτ Γκασέ, κάποιον σαν την «Έναστρη νύχτα» που είναι τόσο μυστηριώδης. Εκφράζει μια απλότητα κι αυτό το αγαπώ πολύ. Γνωρίζοντας λίγα περισσότερα για τον Βαν Γκογκ τώρα, για τον χαρακτήρα του και τα σκοτεινά μέρη που βρισκόταν, νομίζω ότι αυτός ο πίνακας με εκφράζει.

Πώς αισθάνεστε που κάνατε το βήμα για να γίνετε ένας από τους πίνακες του Βαν Γκογκ;

Ήταν σπουδαία! Πάντα μ’ αρέσει όταν η τεχνική πλευρά μιας ταινίας συναντάει την καλλιτεχνική. Αυτή τη φορά η ομάδα πέτυχε την απόλυτη ισορροπία.

Έλινορ Τόμλινσον

Πριν μπείτε στην ομάδα της ταινίας, πώς πιστεύατε ότι θα ήταν η παραγωγή;

Δεν είχα ιδέα τι να περιμένω! Ήμουν σαστισμένη και ενθουσιασμένη που θα ήμουν μέρος της πρώτης προσπάθειας! Είναι η πρώτη ταινία που είναι όλη ζωγραφισμένη! Εντυπωσιάστηκα όταν ήρθα εδώ. Δεν είχα ιδέα ότι θα ήταν τόσο μεγάλη υπόθεση! Δουλεύαμε με μια τεράστια green screen, σαν αυτές που βλέπεις στις αμερικάνικες πανάκριβες παραγωγές. Ήταν χαρά μου να δουλεύω με το Χιου και την Ντορότα. Έχουν απόλυτο έλεγχο του πλατό και ένα έξοχο όραμα για τα πάντα!

Τι γνωρίζατε για τον Βαν Γκογκ;

Πολύ λίγα, μόνο όσα είχα μάθει σαν παιδί στο σχολείο. Ήξερα για το αφτί -μάλλον η πιο διάσημη ιστορία. Αλλά δεν είχα ιδέα ότι, παραδόξως, αυτοκτόνησε, ούτε ότι υπήρχαν αμφιβολίες για τον τρόπο του θανάτου του. Είναι καταπληκτικό να τα ανακαλύπτεις αυτά στο σενάριο και να διαβάζεις διαφορετικές περιγραφές από διαφορετικούς χαρακτήρες!

Τώρα που δουλέψατε στην ταινία, έχετε κάποιον αγαπημένο πίνακα;

Νομίζω τον «Σταροχώραφο με κοράκια». Έχει κάτι απίστευτα σκοτεινό αυτός ο πίνακας που μ’ αρέσει πολύ.

Κρις Ο’Ντάουντ

Τι ήξερες για τον Βαν Γκογκ πριν αυτή την ταινία;

Όχι πολλά, αλλά τώρα νομίζω πως ξέρω ακόμα λιγότερα. Ήξερα κάποια έργα του, ήξερα ότι ήταν βασανισμένη ψυχή, κάτι λίγα για την περίοδο στο Μπρίξτον που τα έμαθα όταν είδα μια παράσταση στο Εθνικό Θέατρο στο Λονδίνο.

Και τι ήξερες για την ταινία πριν αποφασίσεις να υπογράψεις;

Τίποτα! Είδα όμως λίγα πλάνα απ’ τη δουλειά που γίνεται και σκέφτηκα, «Ποτέ μου δεν έχω δει κάτι τέτοιο!». Μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα! Αν ήξερα όμως, ότι θα είχα αυτή τη γενειάδα… (γέλιο)

Ποιος πίνακάς του σου αρέσει πιο πολύ;

Λατρεύω την «Έναστρη νύχτα». Νομίζω ότι ήταν σε κάποιο τοίχο όταν ήμουν παιδί, αλλά τώρα προτιμάω έναν άλλο, το «Ταχυδρόμος Ρουλέν». Μοιάζει σαν εκείνους τους γέρους παίκτες του κροκέ.

Πώς αισθάνθηκες βλέποντας τους πίνακες να ζωντανεύουν;

Ενδιαφέρουσα ερώτηση! Όταν δουλεύεις, δεν είναι απαραίτητο ότι καταλαβαίνεις ότι γίνεται αυτό. Μάλλον θα νιώσω περήφανος αργότερα γιατί, για την ώρα, δουλεύουμε σ’ αυτή την τεράστια πλαγιά με την πρασινάδα! Κατά την άποψή μου, αυτό είναι το λιγότερο καλλιτεχνικό απ’ όλα… Να στέκεις μπροστά σ’ ένα πράσινο κουτί! Όλη η μαγεία είναι στη ζωγραφική, στην τέχνη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s