Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι (Three Billboards Outside Ebbing, Missouri) (2017) του Μάρτιν ΜακΝτόνα | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

ΗΠΑ Φράνσις Μακντόρμαντ Odeon Ηνωμένο Βασίλειο Αστυνομική Αγγλικά 2017 Άμπι Κόρνις 115′ Γούντι Χάρελσον Έγχρωμη Σαμ Ρόκγουελ 18 Ιανουαρίου 2018 Μάρτιν ΜακΝτόνα

Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι (Three Billboards Outside Ebbing, Missouri) (2017)

Σκηνοθεσία: Μάρτιν ΜακΝτόνα

Ηθοποιοί: Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Γούντι Χάρελσον, Σαμ Ρόκγουελ, Άμπι Κόρνις

Είδος: Δράμα, Κωμωδία, Αστυνομική

Ημερομηνία Εξόδου: 18 Ιανουαρίου 2018

Σεμινάριο Ιστορίας-Θεωρίας-Κριτικής Κινηματογράφου 2018

ΣΥΝΟΨΗ

Το «Τρεις Πινακίδες Έξω Από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» είναι ένα σκοτεινό, κωμικό δράμα από τον βραβευμένο με Όσκαρ, Μάρτιν ΜακΝτόνα (Αποστολή στη Μπριζ). Μετά από μήνες χωρίς να έχει βρεθεί ο ένοχος στην υπόθεση δολοφονίας της κόρης της, η Μίλντρεντ Χέιζ (βραβευμένη με Όσκαρ, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ) κάνει μία τολμηρή κίνηση, παραγγέλνοντας τρεις πινακίδες στην είσοδο της κωμόπολης όπου κατοικεί, με ένα αμφιλεγόμενο μήνυμα για τον Ουίλιαμ Γουίλομπι (υποψήφιος για Όσκαρ, Γούντι Χάρελσον), τον σεβάσμιο αρχηγό της αστυνομίας στην περιοχή. Όταν ο δεύτερος στην ιεραρχία, Αξιωματικός Ντίξον (Σαμ Ρόκγουελ), ένας ανώριμος «μαμάκιας» με ροπή προς τη βία, ανακατεύεται στην υπόθεση, η μάχη μεταξύ της Μίλντρεντ και του νόμου στο Έμπινγκ επιδεινώνεται.

Synopsis EN

THREE BILLBOARDS OUTSIDE EBBING, MISSOURI is a darkly comedic drama from Academy Award® winner Martin McDonagh (IN BRUGES).

After months have passed without a culprit in her daughter’s murder case, Mildred Hayes (Academy Award® winner Frances McDormand) makes a bold move, commissioning three signs leading into her town with a controversial message directed at William Willoughby (Academy Award® nominee Woody Harrelson), the town’s revered chief of police. When his second-in-command Officer Dixon (Sam Rockwell), an immature mother’s boy with a penchant for violence, gets involved, the battle between Mildred and Ebbing’s law enforcement is only exacerbated.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

http://www.foxsearchlight.com/threebillboardsoutsideebbingmissouri/

Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο

Γλώσσα: Αγγλικά

Διάρκεια: 115′

Σενάριο: Μάρτιν ΜακΝτόνα

Παραγωγή: Πίτερ Τσέρνιν, Γκρέιαμ Μπρόντμπεντ, Μάρτιν ΜακΝτόνα

Μοντάζ: Τζον Γκρέγκορι

Σχεδιασμός παραγωγής: Ίνμπαλ Γουάινμπεργκ

Φωτογραφία: Μπεν Ντέιβις

Διανομή:

Odeon (Ελλάδα)

O Μάρτιν ΜακΝτόνα («Αποστολή στην Μπριζ»), επιστρέφει με το σκοτεινό χιούμορ που αγαπήσαμε, σε μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

4 βραβεία στις Χρυσές Σφαίρες 2018, στις κατηγορίες Καλύτερη Ταινία Δράμα, Α’ Γυναικείος Ρόλος σε Δραματική Ταινία: Φράνσις ΜακΝτόρμαντ , Β’ Ανδρικός Ρόλος: Σαμ Ρόκγουελ και Καλύτερο Σενάριο (είχε συγκεντρώσει 6 υποψηφιοιότητες, δηλ. επιπλέον «Καλύτερης Σκηνοθεσίας» και «Καλύτερης Μουσικής»).

9 Υποψηφιότητες στα British Academy Film Awards (BAFTA), στις κατηγορίες Καλύτερη ταινία, Καλύτερη σκηνοθεσία, Α’ Γυναικείος Ρόλος και Β’ Ανδρικός Ρόλος

Στο Top 10 των ταινιών της χρονιάς, σύμφωνα με το Αμερικάνικο Ινστιτούτο Κινηματογράφου

Τι συμβαίνει όταν η συσσωρευμένη οργή έρχεται αντιμέτωπη με ζητήματα ηθικής σε μια μικρή φιλήσυχη κωμόπολη;

«Ποιος είναι ο νόμος για το τι μπορείς ή δεν μπορείς να γράψεις σε μία πινακίδα;» – Μίλντρεντ Χέιζ

Ένα «ηφαίστειο» εκρήγνυται στο κινηματογραφικό ταξίδι του Μάρτιν ΜακΝτόνα στις μικρές κωμοπόλεις της Αμερικής, «Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι», όταν μία μητέρα οδηγείται στα άκρα από τον άλυτο φόνο της κόρης της. Είναι η τρίτη ταινία του Μάρτιν ΜακΝτόνα, του Ιρλανδού θεατρικού συγγραφέα, σεναριογράφου και σκηνοθέτη, γνωστού για το υπερ-επιτυχημένο θρίλερ, «Αποστολή στην Μπριζ», που προτάθηκε για Όσκαρ σεναρίου και βραβεύτηκε με το αντίστοιχο BAFTA, και την crime κωμωδία, «Επτά Ψυχοπαθείς».

Όλα ξεκινούν με τη Μίλντρεντ Χέιζ και τις τρεις πινακίδες που νοικιάζει στην οδό Ντρινκγουότερ. «Αποφάσισα πως ο αγοραστής των πινακίδων ήταν μία ταραγμένη μητέρα, και από εκεί και έπειτα, όλα πήραν το δρόμο τους», θυμάται ο ΜακΝτόνα. «Η Μίλντρεντ ήταν ένας δυνατός, αποφασισμένος και οργισμένος άνθρωπος, αλλά ταυτόχρονα, κάτι είχε σπάσει μέσα της. Αυτή ήταν η γέννηση της ιστορίας».

Ήταν μία ιστορία που θα οδηγούσε στο ερμηνευτικό σόου της βραβευμένης με Όσκαρ, Φράνσις ΜακΝτορμαντ, ως μία μοντέρνα, γυναικεία παραλλαγή του κλασικού ήρωα των γουέστερν. «Πιάστηκα πολύ από τον Τζον Γουέιν όσον αφορά στην ιδέα του παρουσιαστικού, επειδή πραγματικά δεν είχα κάποιο γυναικείο είδωλο στο μυαλό μου», εξηγεί η ΜακΝτόρμαντ. «Η Μίλντρεντ ανήκει περισσότερο στην παράδοση του μυστήριου άντρα στα Σπαγκέτι Ουέστερν, αυτού που έρχεται περπατώντας στη μέση του δρόμου, τραβάει το περίστροφο του και τους διαλύει όλους αν και είναι σημαντικό, πιστεύω, πως το μόνο όπλο που χρησιμοποιεί ποτέ η Μίλντρεντ, είναι η εξυπνάδα της».

«Μπορούσα να το δω στο περπάτημα και το ύφος της», λέει ο ΜακΝτόνα. «Νομίζω πως ο Τζον Γουέιν έγινε σημείο αναφοράς, σε κάποιο βαθμό, για την Φράνσις. Αλλά βλέπω επίσης και τον Μπράντο, και τον Μοντγκόμερι Κλιφτ.»

Η Μίλντρεντ σηματοδοτεί την πρώτη φορά που ο ΜακΝτόνα γράφει έναν γυναικείο πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία, αλλά ίσως πρόκειται για τον πιο ανελέητο χαρακτήρα του. Πλάι στους ΜακΝτόνα και ΜακΝτόρμαντ, στην καρδιά της ταινίας θα δούμε και τους εξαιρετικούς Γούντι Χάρελσον, Σαμ Ρόκγουελ, Άμπι Κόρνις, Τζον Χοκς, Λούκας Χέτζις και Πίτερ Ντίνκλατζ.

«Απ΄ ό,τι φαίνεται, η τοπική αστυνομία είναι απασχολημένη βασανίζοντας μαύρους για να ασχοληθεί με την εξιχνίαση πραγματικών εγκλημάτων. Σκέφτηκα ότι ίσως αυτές οι πινακίδες μπορεί να τους αφυπνίσουν λίγο» – Μίλντρεντ Χέιζ

Στον πυρήνα του «Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι», βρίσκεται η διαμάχη της Μίλντρεντ με τον αρχηγό της αστυνομίας του Έμπινγκ. «Η ιστορία είναι ένας πόλεμος μεταξύ δύο ανθρώπων, που ο καθένας έχει ένα κάποιο δίκιο», σημειώνει ο ΜακΝτόνα, «και εκεί αρχίζει όλη η ένταση και το δράμα». Αυτές οι εντάσεις μετατρέπονται σε εξερεύνηση του τί μπορεί να συμβεί όταν η οργή δε μπορεί να συγκρατηθεί. Όσο η ένταση κλιμακώνεται, η ταινία εξερευνά τα θέματα του διχασμού, της οργής και της ηθικής.

Ο ΜακΝτόνα προσθέτει: «Που πας όταν βρίσκεσαι σε μία κατάσταση απώλειας και οργής που είναι αδιέξοδη; Τι μπορείς να κάνεις, εποικοδομητικό ή καταστροφικό; Είναι μία ενδιαφέρουσα ιδέα να εξερευνήσεις, το τι συμβαίνει όταν ίσως δεν υπάρχει καμία ελπίδα σε μία κατάσταση, αλλά αποφασίζεις να το παλέψεις μέχρι αυτή η ελπίδα να έρθει. Νομίζω αυτός είναι ο λόγος που αυτή η ταινία μοιάζει διαφορετική από τις άλλες crime ταινίες: Υπάρχει αυτό το ερώτημα στον αέρα, ‘κι αν δεν υπάρχει λύση σε αυτό το έγκλημα;’».

Ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα για τον σκηνοθέτη ήταν να ισορροπήσει το σκοτεινό κωμικό στοιχείο της ιστορίας, με την συναισθηματική αποστολή της Μίλντρεντ. Ήταν σίγουρος πως το χιούμορ θα δήλωνε «παρών», μαύρο και επιθετικό, ακόμα κι όταν άφηνε τους χαρακτήρες του να αντιδρούν με απελπισία απέναντι στην απώλεια, την αδικία και την αδιαλλαξία.

Το φιλμ, λέει ο ΜακΝτόνα, είναι το πιο τραγικό που έχει γράψει μέχρι σήμερα, αλλά είναι και μία αναζήτηση της ελπίδας. «Το ξεκίνημα είναι αρκετά λυπητερό, αλλά υπάρχει μεγάλη δόση κωμωδίας μέσα του, και ελπίζω πως είναι και αρκετά συγκινητικό. Νομίζω πως έτσι αντιλαμβάνομαι τη ζωή. Βλέπω λύπη σε κάποιους τομείς, αλλά πάντα ρέπω προς τη θετική πλευρά των πραγμάτων, με χιούμορ, όσο μαύρο κι αν είναι αυτό».

Κριτική

Οι Τρεις Πινακίδες Έξω Από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι

Από Χρήστο Μήτση – 18/01/2018 [4/5]

Νοικιάζοντας τρεις διαφημιστικές πινακίδες στην είσοδο της πόλης, μια μητέρα καταγγέλλει την τοπική αστυνομία ως ανίκανη να βρει τον ένοχο για τη δολοφονία της κόρης της, μέσα από τις ανακοινώσεις που αναρτά. Ένα πολυεπίπεδο σενάριο οδηγεί ένα πικρό μα ταυτόχρονα αισιόδοξο δράμα πάνω σε μια επαρχιακή Αμερική γεμάτη από τη μία σκοτεινές και από την άλλη διασκεδαστικές αντιφάσεις. Μεγάλο οσκαρικό φαβορί, βραβευμένο με τέσσερις Χρυσές Σφαίρες.

«Βιάστηκε και δολοφονήθηκε». «Και ακόμη καμία σύλληψη». «Πώς κι έτσι, αστυνόμε Γουίλουμπι;» Με το ξεκίνημα της ταινίας η Μίλντρεντ νοικιάζει τις τρεις άδειες δια­φημιστικές πινακίδες στην είσοδο του Έμπινγκ, στο Μιζούρι, και αναρτά αυτές τις ανακοινώσεις. Έχουν περάσει μήνες από το βιασμό και τη δολοφονία της κόρης της χωρίς η τοπική αστυνομία να έχει διαλευκάνει την υπόθεση, οπότε η μεσήλικη, χωρισμένη ηρωίδα, η οποία ζει πλέον με τον έφηβο γιο της, πιστεύει πως δεν μπορεί να αφήσει τα πράγματα στην τύχη τους.

Με δυναμικό βλέμμα, πικρόχολο­ χιούμορ και αποφασιστικότητα­ στην κάθε κίνηση, η Μίλντρεντ της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ (έτοιμη για το δεύτερο ερμηνευτικό της Όσκαρ) κερδίζει άμεσα τη συμπάθειά μας. Απέναντί της στέκεται η ένστολη εξουσία της πόλης, με αντιπροσώπους τον μειλίχιο σερίφη Γουίλουμπι και τον ρατσιστή, οξύθυμο βοηθό του Ντίξον (ένας απολαυστικός Σαμ Ρόκγουελ). Στη μέση όλων αυτών, οι κάτοικοι του Έμπινγκ δυσανασχετούν με τις εξελίξεις και την αρνητική δημοσιότητα που αυτές επιφέρουν, νιώθοντας μάλλον αμήχανα. Από τη μία συμπονούν τη Μίλντρεντ και από την άλλη συμπαθούν τον δίκαιο αστυνομικό διευθυντή.

Σε παρόμοια θέση, ο Βρετανός Μάρτιν ΜακΝτόνα της οσκαρικά­ υποψήφιας «Αποστολής στην Μπριζ» και της θεατρικής επιτυχίας­ «Ο πουπουλένιος» ξετυλίγει την πλοκή τού δεξιοτεχνικά γραμμένου δράματός του, αρχίζοντας μεθοδικά, αργά και περίτεχνα να μας αποκαλύπτει την «άλλη πλευρά του νομίσματος». Τη σχέση της Μίλντρεντ με την κόρη, τον γιο και τον πρώην­ σύζυγό της, αυτήν του Ντίξον με τη μητέρα του κι εκείνη του Γουίλουμπι με την οικογένειά του. Η βιτρίνα καθεμίας από αυτές κρύβει μυστικά για το εσωτερικό της και η αλληλεπίδρασή τους ξετυλίγει μια (ιλαρο)τραγωδία σαιξπηρικών διαστάσεων, γεμάτη ανατροπές κι εκπλήξεις. Εκπλήξεις που έχουν να κάνουν με τα περίπλοκα και βαθιά αντιφατικά, βγαλμένα από την αληθινή ζωή κίνητρα των χαρακτήρων, των οποίων οι πράξεις φέρνουν συχνά το αντίθετο αποτέλεσμα από τις αγνές ή εκδικητικέςπροθέσεις που τις προκάλεσαν.

Ανάμεσα στην αστεία και τη δραματική της διάσταση, λοιπόν, η αναστάτωση που φέρνουν οι τρεις πινακίδες στο Έμπινγκ γίνεται ο καταλύτης για να έρθουν στο προσκήνιο όλες οι ανεξέλεγκτες και απωθημένες δυνάμεις που συγκροτούν τη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία, όπου η μισαλλοδοξία, ο αλτρουισμός, η προκατάληψη και η ελπίδα βαδίζουν χέρι χέρι. Με βιτριολική ειρωνεία, διεισδυτική ματιά στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, συγκινητική μελαγχολία, αναφορές στο γουέστερν, στους αδερφούς Κοέν και στη Φλάνερι Ο’Κόνορ («Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν»), ο ΜακΝτόνα τις περιπλέκει με πολιτικά μη ορθή διάθεση και μοναδική κινηματογραφική δεινότητα, αποσπώντας 4 Χρυσές Σφαίρες (ταινίας, σεναρίου, α΄ γυναικείου ρόλου και β΄ αντρικού) και βάζοντας πλώρη για άλλα τόσα Όσκαρ.

ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 115΄. Διανομή: ODEON.

http://www.athinorama.gr

Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι Three billboards outside Ebbing, Missouri ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Δραματική ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 2017 ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Μ. Βρετανία/ΗΠΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 115 ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡ. Σκηνοθεσία: Μάρτιν ΜακΝτόνα Πρωταγωνιστούν: Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Γούντι Χάρελσον, Σαμ Ρόκγουελ

Μετά από μήνες που δεν έχει βρεθεί ο ένοχος στην υπόθεση δολοφονίας της κόρης της, μια μητέρα κάνει μια τολμηρή κίνηση, παραγγέλνοντας τρεις πινακίδες στον δρόμο που οδηγεί στην κωμόπολή της, οι οποίες έχουν ένα αμφιλεγόμενο μήνυμα για τον σεβαστό σερίφη της περιοχής.

Από τον ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ [4,5/5]

Όταν η Μίλντρεντ Χέιζ νοικιάζει τρεις πινακίδες ακριβώς δίπλα στο σημείο όπου πριν από καιρό βιάστηκε και δολοφονήθηκε η κόρη της, λίγο έξω από την κωμόπολη του Έμπινγκ, στο Μιζούρι, όπου ζει με τον έφηβο γιο της και εργάζεται σε ένα κατάστημα δώρων, φαίνεται εντελώς αποφασισμένη να περάσει το μήνυμα πως δεν θα περιμένει άλλο τις τοπικές αρχές να βρουν τον ένοχο. Η ανάρτησή της στις παλιωμένες επιγραφές, μια δήλωση που καταλήγει σε προσωπική ερώτηση χωρισμένη σε τρία μέρη, θορυβεί τον σκληρό, στακάτο διευθυντή της αστυνομίας Γουίλομπι (Χάρελσον) και τον ανισόρροπο, στα όρια του γραφικού, βοηθό του, Ντίξον (Ρόκγουελ), και προκαλεί ενοχλητικά τηλεοπτικά ρεπορτάζ, καταλύοντας την τάξη και την ασφάλεια μιας ξεχασμένης, αφιλόξενης επαρχιακής ζώνης με αυθαίρετο πρωτόκολλο εξουσίας και άτυπα ρατσιστική εσωστρέφεια. Η Αμερικανίδα ηθοποιός, στον καλύτερο ρόλο της μετά το Φάργκο, στην απέναντι πλευρά του νόμου, με μια τεράστια, απολαυστική ερμηνεία, φτιάχνει χώρο από μόνη της και προσκαλεί τον θεατή σε ένα οδυνηρό road trip δικαίωσης και εκδίκησης Η Χέιζ δεν θα κάτσει με σταυρωμένα χέρια. Θα κινήσει γη και ουρανό για να φτάσει στην κάθαρση, αλλά, για να το πετύχει, θα χρειαστεί έναν βοηθό. Αντίστοιχα, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μάρτιν Μακντόνα θα ενισχύσει έναν από τους περιφερειακούς χαρακτήρες μετά το δεύτερο μισό, επιστρατεύοντας την πιο γνωστή από τις ιδιότητές του, εκείνη του θεατρικού συγγραφέα, πλαισιώνοντας την ποθούμενη κάθαρση της Χέιζ με μια άλλου είδους λύτρωση. Η επώδυνη μεταστροφή (που δεν αποκαλύπτω, για την απόλαυση του δραματικού μυστικού της ταινίας) δεν είναι ένα απλό τέχνασμα αλλά η προσωποποίηση της νέας τάξης πραγμάτων, η ματιά του Ιρλανδού δημιουργού στο φυλετικό ζήτημα της βαθιάς Αμερικής. Με μια γυναίκα μεσήλικη, αλλά πολεμίστρια στην ψυχή, να εκδικείται για τον άδικο χαμό της κόρης της και έναν cool «σερίφη» να αναλαμβάνει να συγυρίσει το έκρυθμο καθεστώς του Έμπινγκ, η τράπουλα ανακατεύεται και η ανοχή φθίνει. Ιστορικά, ο νέος νόμος αντικαθίσταται, αλλά δεν εφαρμόζεται άμεσα ούτε καν διώκεται καίρια. Το πλήγμα που δέχεται χρειάζεται χρόνο για να αφομοιωθεί. Το τέλος εποχής, που ενδεχομένως συμβαίνει τώρα στην Αμερική, σχολιάζεται από τον Μακντόνα με ευφυΐα και διακριτικότητα. Δεν είναι ανάγκη να μπουν τα τανκς για να ισοπεδώσουν το άντρο της παραβατικότητας (ο Μακντόνα κατανοεί τα ημιτόνια της δράσης, σε αντίθεση με τους αδρούς χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν), γιατί τον άχαρο ρόλο της μπουλντόζας έχει καπαρώσει η Χέιζ και εκτελεί υποδειγματικά η σπουδαία Φράνσις Μακντόρμαντ στην παράσταση της χρονιάς. Η Αμερικανίδα ηθοποιός, στον καλύτερο ρόλο της μετά το Φάργκο, στην απέναντι πλευρά του νόμου, με μια τεράστια, απολαυστική ερμηνεία, φτιάχνει χώρο από μόνη της και προσκαλεί τον θεατή σε ένα οδυνηρό road trip δικαίωσης και εκδίκησης με αδιανόητα καλογραμμένους διαλόγους, απανωτές ανατροπές, αλλαγές ταχύτητας χωρίς αυθαιρεσίες και μπαράζ από εκρήξεις χιούμορ από τον δημιουργό της Αποστολής στη Μπριζ. Έχοντας πενθήσει την άδικα και βίαια δολοφονημένη κόρη της, η Μίλντρεντ Χέιζ, μια μάνα-άντρας και γυναίκα ευαίσθητη και απογοητευμένη μαζί, κουράστηκε να κλαίει σιωπηλά και είναι αποφασισμένη να τσακίσει, ψυχολογικά και στο ξύλο, όσους δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, δηλαδή τον Γούντι Χάρλεσον και τον Σαμ Ρόκγουελ, αλλά και όποιον της πάει κόντρα ή σκεφτεί να την προσβάλει, ανεξάρτητα από ηλικία, φύλο, ή συγγένεια η σκηνή με τον πρώην σύζυγο και τη νεαρή σύντροφό του, η οποία δουλεύει σε ζωολογικό κήπο και κάνει το λάθος να παίξει με τα λόγια και το νόημά τους, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα. Το τέλος εποχής, που ενδεχομένως συμβαίνει τώρα στην Αμερική, σχολιάζεται από τον Μακντόνα με ευφυΐα και διακριτικότητα. Με μοϊκάνα, εργατική φόρμα και αρβύλες, η πρωταγωνίστρια του αδελφών Κοέν υιοθετεί μια sui generis εκκεντρικότητα με απόηχους του Τζον Γουέιν, γλαρώνοντας το βλέμμα και μισανοίγοντας το στόμα της, σαν να έχει κατέβει οπλισμένη στα χαρακώματα και να γνωρίζει εκ των προτέρων πως η βλακεία και η αδιαφορία του κόσμου θα της στοιχίσουν. Σε κάθε της κίνηση δίνει μια μάχη πρωτότυπη, άνευ όρων, ανασαίνει βαριά, φτύνει τον αέρα στα μούτρα των αντιπάλων, κηρύσσει ανένδοτο σαν να πρωταγωνιστεί στην Αιχμάλωτη της Ερήμου του Τζον Φορντ, αψηφώντας τις συνέπειες, παρασύροντας το έργο σε γλιστερές, αστείες και πικρές πίστες. Πότε μαύρη κωμωδία υψηλού επιπέδου και πότε δράμα που καίει τα σωθικά, η ταινία Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι, που απέσπασε 4 Χρυσές Σφαίρες για την παραγωγή, το σενάριο, την κυρία «Φραν ΜακΝτι» και τον φοβερά ψυχαγωγικό Σαμ Ρόκγουελ, δεν σταματά να ξαφνιάζει με τη ζωηράδα της, σαν αλλόκοτο γουέστερν που αγκαλιάζει μια αληθινή τραγωδία.

Πηγή: www.lifo.gr

7.01.2018

Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι

Πορτρέτο του σύγχρονου αμερικανικού Νότου

Κριτική Κωνσταντίνος Καϊμάκης [4/5]

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν θα είναι το «Τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» η έκπληξη των φετινών Όσκαρ αλλά για ένα πράγμα είμαστε βέβαιοι: Το βαθιά σκοτεινό, ιδιότυπα κωμικό, κάποιες στιγμές σπαραχτικά συγκινητικό και ενίοτε καυστικό δράμα του Μάρτιν ΜακΝτόνα (ήταν υποψήφιος για το πρωτότυπο σενάριο του υπέροχου «Αποστολή στη Μπριζ» το 2008) θα συντροφεύει τη σκέψη μας για καιρό. Ο λόγος δεν έχει να κάνει μόνο με την αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική αξία του φιλμ (είναι σαν οι αδερφοί Κοέν να συνεργάζονται με τον Ντέιβιντ Λιντς σε ένα φιλμ που κάλλιστα θα μπορούσε να ονομαστεί «Fargo – Twin Peaks») αλλά κυρίως με την αποφασιστικότητα του ΜακΝτόνα να μιλήσει μέσα από τον αγώνα της Μίλντρεντ για όλα τα στραβά και άδικα της «βαθιάς» Αμερικής, ανοίγοντας ταυτόχρονα την κουβέντα περί δικαίων και αδίκων σε μια ζωή που μοιάζει με σύντομο, κακόγουστο ανέκδοτο. Εκεί, στο Μιζούρι, τα απολειφάδια του ρατσισμού πρωτοστατούν ανοίγοντας διαύλους τρομακτικής βίας (τι σκηνή αυτή του μονοπλάνου με τον αστυνομικό [Σαμ Ρόκγουελ] να ξυλοφορτώνει τον υπεύθυνο των διαφημιστικών πινακίδων, πετώντας τον από το παράθυρο!) και εγείροντας τρομερά ηθικά διλήμματα για τους ήρωες πριν οδηγηθούν στο πηχτό σκοτάδι του ανοιχτού φινάλε, που ορίζει πάντως την επόμενη μέρα σε διαφορετική πλέον βάση. Ο απέραντος αμερικανικός ορίζοντας, το ανέκφραστο βλέμμα της αποφασισμένης και τσαντισμένης Μίλντρεντ, ένας κόσμος που παραδίδεται στην απύθμενη βία και βλακεία, η ανοιχτή ακόμα πληγή του ρατσισμού, αλλά κυρίως η «αλλαγή» του τραμπούκου σερίφη προσφέρουν ένα πολυεπίπεδο προβληματισμό πάνω στα παιχνίδια της μοίρας και την ανθρώπινη φύση. Το πικρόχολο σχόλιο του ΜακΝτόνα για έναν κόσμο που βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση και κατάρρευση όλων των πνευματικών-ουμανιστικών αξιών του δεν σηκώνει κουβέντα. Όμως την ίδια ώρα που ο κυνισμός του σαρώνει τα πάντα, ο Βρετανοϊρλανδός βρίσκει το κουράγιο να αναζητήσει την ελπίδα. Το αν θα τα καταφέρει δεν είναι στο χέρι του. Το ανοιχτό φινάλε οδηγεί τη σκέψη η οποία «ανοίγει» χάρη στο καταπληκτικό σεναριακό εύρημα των τριών πινακίδωνσε περαιτέρω στοχασμό και κάνει το στωικό βλέμμα των σημαδεμένων ηρώων να αγναντεύει για πρώτη φορά την πιθανότητα αυτό το ταξίδι να έχει διαφορετικό (πιο αισιόδοξο;) φινάλε. Μεγάλες ερμηνείες από τους Φράνσις ΜακΝτόρμαντ και Σαμ Ρόκγουελ, που προβάλλουν ως φαβορί για τη βραδιά των Όσκαρ, καθώς στις επερχόμενες υποψηφιότητες θα βρίσκονται σίγουρα στην πεντάδα, όπως άλλωστε και η ταινία που συγκέντρωσε 4 νίκες (Καλύτερης Ταινίας, Α΄ Γυναικείου Ρόλου για τη Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Β΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Σαμ Ρόκγουελ και Σεναρίου) στις Χρυσές Σφαίρες.

http://www.athensvoice.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ 08 JAN 2018 Δημήτρης Δημητρακόπουλος

[4,5/5]

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα («In Bruges», «Επτά Ψυχοπαθείς»), επιστρέφει στο σινεμά με μια ταινία που επιτίθεται στις αισθήσεις, την καρδιά και το μυαλό, αποδεικνύοντας ότι κανένας τίτλος τέλους δεν μπορεί να ανακόψει την ορμή μιας εξαιρετικής ταινίας. Χρυσές Σφαίρες Καλύτερης Ταινίας, Α’ Γυναικείου Ρόλου για την Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Β’ Ανδρικού Ρόλου για τον Σαμ Ρόκγουελ και Σεναρίου.

Μια μητέρα στη μικρή πόλη του Εμπινγκ, στο Μιζούρι, αναζητά ακόμη απαντήσεις για το φόνο της κόρης της λίγους μήνες πριν, ένα έγκλημα που δεν έχει διαλευκανθεί ακόμα λόγω της απραγίας του τοπικού σερίφη. Ή τουλάχιστον, έτσι υποστηρίζει η ίδια, έχοντας στο μυαλό της μια ολόκληρη λίστα ενεργειών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην πιθανή σύλληψη του δράστη. Οταν, λοιπόν, αποφασίσει να αγοράσει τρεις παλιές διαφημιστικές πινακίδες στον εγκαταλειμμένο παλιό δρόμο που οδηγεί στην πόλη για να δημοσιοποιήσει την κατηγορία της (αν και «οι ερωτήσεις δεν αποτελούν κατηγορίες», όπως πολλαπλώς επισημαίνεται στην ταινία), οι πράξεις της όχι απλώς θα εκθέσουν τον σερίφη αλλά θα στρέψουν και ολόκληρη την πόλη εναντίον της, ανοίγοντας παλιές πληγές, ξύνοντας τραύματα που δεν έχουν ακόμα επουλωθεί και αποκαλύπτοντας έναν ανεμοστρόβιλο αντικρουόμενων συναισθημάτων, που ενσωματώνουν το χιούμορ, τη συγκίνηση και την ουσία της θλίψης σε μια τραγική αφήγηση που προδίδει την ιδιοφυΐα του Μάρτιν ΜακΝτόνα («In Bruges», «Επτά Ψυχοπαθείς»), με κάθε πιθανό τρόπο.

Χρησιμοποιώντας επιλεκτικά τα στοιχεία ενός γουέστερν, ο ΜακΝτόνα παρατηρεί την ηρωίδα του να επιμένει στην ηθική της πυξίδα, να αγωνίζεται για τα πιστεύω της και να προσπαθεί να κάνει το καλό όπως εκείνη το αντιλαμβάνεται, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα που δεν έχει ανάγκη από τα όπλα (πέρα από μερικές σπιτικές βόμβες μολότοφ) καθώς τίποτα δεν ξεπερνά τη διαύγεια και τη δύναμη των λέξεών της. Οπως θα ανέμενε κανείς από το σύμπαν του ΜακΝτόνα, κάθε γραμμή των διαλόγων αποτελεί και μια νοηματική έκρηξη, είναι όμως αυτή η μοναδική ικανότητα της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ να αποτυπώνει οργανικά και ανατριχιαστικά κάθε συναισθηματική μετάπτωση που μετατρέπει την σταυροφορία της από προσωπικό θρήνο σε ένα ταξίδι προς την αλήθεια των γεγονότων, των ανθρώπων γύρω της και, κυρίως, του εαυτού της.

Γιατί η Μίλντρεντ της είναι και κυνηγός και θήραμα, πολλές φορές την ίδια ακριβώς στιγμή, κρύβοντας πίσω από το αυστηρό της προσωπείο μια ευαισθησία που η ΜακΝτόρμαντ αφήνει να γίνει εμφανής μέσα από τις μικροκινήσεις του προσώπου της, τις σιωπές της, τα ξεσπάσματά της, τις αλλαγές της ματιάς της. Η ηρωίδα της δεν είναι ποτέ μια άκαρδη, εμμονική προσωπικότητα, όπως και κανείς γύρω της δεν είναι ένα εχθρικό στερεότυπο ή, εξίσου μονοδιάστατα, ένα απλό εμπόδιο στο δρόμο της. Η Μίλντρεντ της ΜακΝτόρμαντ θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν η καλύτερη στιγμή της καριέρας της, αν η καριέρα της δεν ήταν ήδη γεμάτη με ανατριχιαστικές ματιές στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η ερμηνεία της στις «Τρεις Πινακίδες Εξω από το Εμπινγκ, στο Μιζούρι» είναι απλώς η επιβεβαίωση του μεγαλείου της, χωρίς να χρειάζεται κραυγαλέα δάκρυα ή κραυγές για να αποτυπώσει τις μεταπτώσεις του χαρακτήρα της.

Η ταινία του Μάρτιν ΜακΝτόνα, όπως και το σύνολο σχεδόν του έργου του, αφορά το θυμό, τη θλίψη και τον τρόπο που τα δύο αυτά συναισθήματα αλληλεπιδρούν, όμως εδώ δίνεται επιπλέον έμφαση στην απαγκίστρωση από το παρελθόν και τη διάθεση των ανθρώπων να αλλάξουν, επενδύοντας ισόποσα στον τρόμο του παρελθόντος και την αισιοδοξία για το μέλλον. Στις «Τρεις Πινακίδες…» οι διάλογοι του ΜακΝτόνα είναι εξαντλητικά αστείοι, εξοντωτικά συναισθηματικοί και πάντα αληθινοί, πίσω από ένα μόνιμα υπερρεαλιστικό πρίσμα που παραδόξως κανονικοποιεί κάθε υπερβολή. Η ταινία ουσιαστικά φανερώνει όλες τις δυνάμεις του θεατρικού ΜακΝτόνα και τις αξιοποιεί κινηματογραφικά με τον ιδανικό τρόπο, όπως φαίνεται και στην ίσως πιο χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας, όπου (σε μονόπλανο), ένας αστυνομικός εισβάλει σε ένα κτήριο για να πετάξει κάποιον από το παράθυρο, μια σκηνή που φλερτάρει και με το slapstick και με την κοινωνική σάτιρα αλλά και με τους πολύπλοκους χαρακτήρες και τις απρόβλεπτες πράξεις τους, που πάντα αγαπά ο ΜακΝτόνα.

Και υπάρχει πληθώρα από τέτοιους χαρακτήρες στην ταινία, είτε πρόκειται για τον πληθωρικό αλλά και καταπιεσμένο Ντίξον του Σαμ Ρόκγουελ, είτε για τον θεωρητικά κακό της υπόθεσης Σερίφη Γουίλομπι του Γούντι Χάρελσον, που ανατρέπει στην πορεία κάθε σχετικό στερεότυπο για να προσφέρει ένα ηθικό αντιστάθμισμα που δε διαφέρει και πολύ από την ουσία της Μίλντρεντ. Ο ΜακΝτόνα προβάλλει τόσο τις διαφορές όσο και τις ομοιότητες των δύο ηρώων του και ο κοινός τόπος τους προσφέρει την πιο έντονη δυναμική της αφήγησης, κυρίως όταν και οι δύο παρατούν στιγμιαία τις άμυνές τους. Οι «Τρεις Πινακίδες Εξω από το Εμπινγκ, στο Μιζούρι» είναι μια ταινία εκρήξεων που κερδίζει την ισχύ της στις ήσυχες στιγμές και κάθε ένας χαρακτήρας συμβάλλει καθοριστικά στο στήσιμο αυτού του επιθετικού αλλά πληγωμένου μικρόκοσμου που αναζητά την προσωπική του λύτρωση.

Πέρα όμως από την ιδιοφυή δηκτικότητα των διαλόγων, πέρα από τις λιτές μουσικές γραμμές του Κάρτερ Μπεργουέλ, πέρα από τις έντονα συναισθητικές ερμηνείες ολόκληρου του καστ, οι «Τρεις Πινακίδες Εξω από το Εμπινγκ, στο Μιζούρι» είναι μια ταινία για την ελπίδα, το μέλλον και την αντίσταση στην αλλαγή, γεμάτο πολύπλοκες καταστάσεις αλλά πάντα διαυγή ματιά. Μπορεί να μην θυμίζει δομικά σε τίποτα αρχαία τραγωδία, όμως λίγοι σκηνοθέτες αντιλαμβάνονται τόσο καλά την έννοια της κάθαρσης όπως αποδεικνύει εδώ ο ΜακΝτόνα. Και αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή μιας (ήδη) εκπληκτικής ταινίας που κανένας τίτλος τέλους δεν μπορεί να ανακόψει την ορμή της.

http://flix.gr/

**** 1/2 Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι

Κριτική Νίνος Φενέκ Μικελίδης

Three Billboards Outside Ebbing, Missouri. ΗΠΑ, 2017. Σκηνοθεσία-σενάριο: Μάρτιν ΜακΝτόνα. Ηθοποιοί: Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Γούντι Χάρελσον, Σάμ Ρόκγουελ, Άμπι Κόρνις. 115 λεπτά.

Ένα βουτηγμένο σε μαύρη ατμόσφαιρα, διανθισμένο με χιούμορ, θρίλερ είναι η ταινία «Οι τρεις πινακίδες έξω από το ‘Εμπινγκ, στο Μιζούρι» του Βρετανού σκηνοθέτη Μάρτιν ΜακΝτόνα, δημιουργού του εξαιρετικού εκείνου γκανγκστερικού θρίλερ, «Αποστολή στο Μπριζ». Θρίλερ που φέρνει στο νου τις ταινίες των αδερφών Κοέν τόσο χάρη στην ατμόσφαιρα της ταινίας όσο και με την παρουσία της πρωταγωνίστριας, και μούσας των ταινιών των Κοέν, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ.

Οι μισοχαλασμένες πινακίδες έξω από το Έμπινγκ που βλέπουμε στα πρώτα πλάνα της ταινίας του Μακντόνα, παίζουν σημαντικό ρόλο στην όλη εξέλιξη της πλοκής. Μισοτρύπιες, αφημένες σε ένα εγκαταλειμμένο (εξαιτίας του νέου αυτοκινητόδρομου) δρόμο, οι πινακίδες θα «ζωντανέψουν» όταν η δίκαια οργισμένη Μίλντρεντ (μια εξαιρετική ΜακΝτόρμαντ, σ’ ένα δυναμικό ρόλο που θυμίζει τον Τζον Γουέιν στα γουέστερν του, βραβευμένη ήδη για το ρόλο της με τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης γυναικείας ερμηνείας) τις νοικιάζει για να αναρτήσει το προκλητικό της μήνυμα στον αστυνόμο της πόλης σχετικά με την αδιαφορία της αστυνομίας για την ανακάλυψη του δολοφόνου που βίασε και σκότωσε τη νεαρή της κόρη ενώ αυτή καιγόταν.

Οι κάτοικοι του Έμπινγκ δεν είναι και τόσο αθώοι, όπως τονίζει, η ηρωίδα. Το ίδιο ένοχοι με τη σιωπή και την αδιαφορία τους για αυτά που συμβαίνουν, με μια αστυνομία που (τουλάχιστο κάποια από τα μέλη της) προτιμούν να βασανίζουν τους μαύρους για το παραμικρό παρά να στρέφονται στην εξιχνίαση του φρικτού εγκλήματος, αμέσως εξεγείρονται με το προκλητικό μήνυμα της Μίλντρεντ.

Στην ταινία, όπως σταδιακά ανακαλύπτουμε, κανένας δεν είναι εντελώς αθώος ή εντελώς ένοχος. Κι αυτό οφείλεται στο σωστά δομημένο, και με καλή ανάπτυξη των χαρακτήρων, σενάριο, που έγραψε ο ίδιος ο ΜακΝτόνα, παράλληλα με έξυπνα αναπτυγμένες καταστάσεις και εξαιρετικούς, ζωντανούς, γεμάτους χιούμορ και ειρωνεία, διαλόγους, από τους οποίους δεν λείπει και η κριτική πάνω στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία. Σενάριο που ο Μακ Ντόνα αναπτύσσει με σιγουριά, διορατικότητα και ωραία στημένα πλάνα, για να μας προσφέρει μια από τις καλύτερες ταινίες της νέας χρονιάς.

https://www.enetpress.gr/

KΡITIKH Από τον Πάνο Γκένα [3,5/5]

Τους τελευταίους μήνες το «Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι», έγινε το σιωπηλό αουτσάιντερ που ξεκίνησε φεστιβαλική καριέρα (Βενετία και Τορόντο), κι έφτασε να κερδίζει τις Χρυσές Σφαίρες, πλήθος υποψηφιοτήτων σε βραβεία Σωματείων και υψηλές θέσεις σε λίστες Ενώσεων Κριτικών. Με επόμενη στάση τα Όσκαρ, οι «Τρεις Πινακίδες» απευθύνουν τις ερωτήσεις τους δημόσια στις αίθουσες και είναι έτοιμες για διάλογο.

Μήνες μετά την άγρια δολοφονία της κόρης της, που δεν έχει διαλευκανθεί, η Μίλντρεντ Χέιζ αποφασίζει να θέσει σε εφαρμογή ένα παράτολμο εγχείρημα. Νοικιάζει τρεις διαφημιστικές πινακίδες στην είσοδο του Έμπινγκ και με ένα γραπτό μήνυμα προκαλεί την τοπική αστυνομία. Σε μόνιμη, κοινή θέα, οι τρεις πινακίδες και το περιεχόμενό τους, θα προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις στην κωμόπολη.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Μάρτιν ΜακΝτόνα της εξαιρετικής κινηματογραφικής «Αποστολής στη Μπριζ» (αλλά και του άνισου «Εφτά Ψυχοπαθείς») είναι αποδεδειγμένα ένας σαρδόνιος παρατηρητής της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης μέσα στα πιο σκοτεινά της πλαίσια. Προκλητικός, αθυρόστομος και ανατρεπτικός θεατρικός συγγραφέας με έφεση σε χαρακτήρες που βιώνουν «αποκλεισμούς», συνήθως σε επαρχιακές πόλεις, επιλέγει συχνά μία βίαιη κατακλείδα ως λύτρωση και έχει «οριοθετήσει» εδώ και είκοσι χρόνια την ταμπέλα του «κακού παιδιού» του θεάτρου με έργα όπως «Η Βασίλισσα της Ομορφιάς», ο πασίγνωστος «Πουπουλένιος» και το πιο πρόσφατο «Δήμιοι» (Hangmen). Διόλου τυχαία στη νέα, τρίτη ταινία του με τίτλο «Τρεις Πινακίδες Έξω Από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» τοποθετεί ως κύριο «πρωταγωνιστή» τρία πλαίσια που μέσα από την απλή τους γραφή, δρομολογούν τις εξελίξεις πέρα από αυτά. Πολυβραβευμένος συγγραφέας και σεναριογράφος που γνωρίζει καλά ποια στοιχεία πρέπει να τοποθετήσει στο κάδρο, έτσι ώστε να πυροδοτήσει σκέψεις, ιδέες και συζητήσεις έξω από αυτό, στις «Τρεις Πινακίδες» ο ΜακΝτόνα προκαλεί ευθέως τους πολίτες της (φανταστικής) πόλης του Έμπινγκ, αλλά και τους θεατές της ταινίας του.

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα δανείζεται ως πινακίδα το κινηματογραφικό κάδρο και με μία έξοχη κινηματογραφική ρητορική σας απευθύνει το λόγο. Σκεφτείτε καλά πριν απαντήσετε.

Ποια είναι τα όρια που περιχαρακώνουν την ανθρωπιά, τι βρίσκεται έξω από αυτά και οδηγεί στην κτηνωδία; Στις «Τρεις Πινακίδες», ο κυνισμός και η συμπάθεια εναλλάσσουν την κωμωδία και το δράμα με σεναριακή επιδεξιότητα (και επιδειξιομανία) που έχει στόχο να δώσει στο κοινό τις απαραίτητες πληροφορίες του δράματος, αλλά ταυτόχρονα να ανατρέψει τις προσδοκίες. Στην ταινία ο ΜακΝτόνα μέσα από τρεις πινακίδες και τρεις χαρακτήρες, εξετάζει την επιδραστική δύναμη του λόγου (οι λέξεις στις πινακίδες, αλλά και οι λέξεις ενός γράμματος στην ταινία είναι αφορμή για εξελίξεις) καθώς επίσης και το αν ένα μοιραίο γεγονός μπορεί να σταθεί δυνατός καταλύτης για να μεταλλάξει προς το καλύτερο ή το χειρότερο έναν άνθρωπο. Ο ίδιος δεν παίρνει θέση, αλλά προκαλεί τον θεατή. Όλοι οι βασικοί ήρωες του Έμπινγκ έχουν μία προσωπική και εσφαλμένη αίσθηση δικαίου και την εφαρμόζουν χωρίς να ενδιαφέρονται για τα ηθικά πλαίσια που διέπουν τους κοινωνικούς κανόνες.

Η Μίλντρεντ Χέιζ της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ είναι μία «μάνα κουράγιο», αλλά και μία ετοιμοπόλεμη, πικρόχολη γυναίκα. Η Μίλντρεντ νιώθει πως τα λόγια και οι πράξεις της απαλλάσσονται από την κριτική και την κοινή λογική, γιατί το οικογενειακό της δράμα τη δικαιώνει. Ο ΜακΝτόνα τη ντύνει με στολή εργασίας-στολή πολέμου, έτσι ώστε να θυμίζει τα «We Can Do It!» προπαγανδιστικά πόστερ του 1943 που τη δεκαετία του ‘80 χρησιμοποιήθηκαν για την προώθηση του φεμινιστικού κινήματος. Στο ρόλο, η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, που κέρδισε πρόσφατα (και δίκαια) τη Χρυσή Σφαίρα Α’ Γυναικείου σε δραματική ταινία, είναι έτοιμη για το δεύτερο Όσκαρ της καριέρας της μετά το «Φάργκο». Σε κάθε σκηνή ενσαρκώνει την απελπισία, την οργή, την παράνοια του χαρακτήρα με απόλυτο σωματικό έλεγχο, φωνητική εκφραστικότητα και διακριτικές συσπάσεις του προσώπου. Το σενάριο όμως δεν της χαρίζεται. Μία πληροφορία είναι ικανή για να γκρεμίσει το οικοδόμημα της χαροκαμένης μάνας και να φέρει τον θεατή αντιμέτωπο με τις τύψεις μιας γυναίκας και των επιλογών της.

Στην ίδια θεματική που αναπτύσσει τις αμφισημίες, ο αρχηγός της αστυνομίας της περιοχής Ουίλιαμ Γουίλομπι (Γούντι Χάρελσον) και το δεξί του χέρι, ο αξιωματικός Ντίξον (Σαμ Ρόκγουελ), θα έρθουν αντιμέτωποι με τη μανία της Μίλντρεντ και τη δημόσια έκθεση των «Τριών Πινακίδων». Ο πρώτος ως εκπρόσωπος του δικαίου θα πρέπει να επανεξετάσει τις προτεραιότητές του, επαγγελματικές και οικογενειακές, ενώ ο δεύτερος, ένας προβληματικός, ρατσιστής αστυνομικός που θεωρεί πως έχει ικανή εξουσία για να επιβάλλεται με τη βία, είναι ένας συμπλεγματικός «μαμάκιας». Ο ΜακΝτόνα προκαλεί συνεχώς τους χαρακτήρες του εντός οθόνης, από σκηνή σε σκηνή. Δεν τους δικαιολογεί και δεν τους δίνει συγχωροχάρτι, αλλά εκθέτει τις κυριολεκτικές και μεταφορικές εκρήξεις τους στην κρίση των θεατών. Και ως δαιμόνιος δημιουργός για να δυσκολέψει περισσότερο το κοινό στα ηθικά διλήμματα της ταινίας, επιλέγει στο κάστινγκ δυο πολύ καλούς ηθοποιούς, στους οποίους οι θεατές είναι ήδη θετικά προσκείμενοι.

Σε έναν κόσμο που έχει μάθει πια να επικοινωνεί καθημερινά με γραπτά μηνύματα, στις «Τρεις Πινακίδες» το σπουδαιότερο, και πιο συναρπαστικό, θέμα είναι η δημόσια απεύθυνση των ερωτημάτων και οι απαντήσεις/αντιδράσεις που προκαλούν. Κάποια είναι επιφανή με πηχυαία γράμματα και έχουν αναρτηθεί σε πινακίδες. Κάποια είναι υποδόρια κι εκτός πλαισιού, αλλά εξίσου (αν όχι περισσότερο) σημαντικά. Για παράδειγμα είναι πιο σημαντικό το οικογενειακό δράμα της Μίλντρεντ (κυριάρχο γεγονός στην ταινία) ή τα βασανιστήρια του Ντίξον σε ένα μαύρο κρατούμενο (που μένουν εκτός κάδρου, αλλά επανέρχονται στο προσκήνιο ως πληροφορία); Οι άνθρωποι τελικά όντως αλλάζουν ή απλά ξεγελούν εαυτούς ως μεταμελημένοι; Η αυτοδικία είναι έκφραση δικαιοσύνης η παράνοιας; Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα δανείζεται ως πινακίδα το κινηματογραφικό κάδρο και με μία έξοχη κινηματογραφική ρητορική σας απευθύνει το λόγο. Σκεφτείτε καλά γιατί οι ερωτήσεις είναι της ταινίας, αλλά οι απαντήσεις δικές σας.

http://www.cinemagazine.gr/

Από τις Χρυσές Σφαίρες γραμμή για τα Όσκαρ

Συντάκτης: Λήδα Γαλανού

«Οι τρεις πινακίδες έξω από το Εμπινγκ, στο Μιζούρι» ★★★★½

(Three Billboards Outside Ebbing, Missouri, ΗΠΑ, Ην. Βασίλειο, 2017, 115′)

σκηνοθεσία: Μάρτιν ΜακΝτόνα

ηθοποιοί: Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Σαμ Ρόκγουελ, Γούντι Χάρελσον

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα, σκηνοθέτης το 2008 του αξέχαστου «In Bruges», Βρετανός με εξαιρετική κατανόηση της νοοτροπίας της μικρής αμερικανικής πόλης, κάνει μια ταινία που περικλείει την ουσία της στον τίτλο της: είναι κυριολεκτικός, όπως η ταινία είναι ρεαλιστική και επίκαιρη στο ζήτημα της αποδοχής και της συμπόνιας και μαζί υπαινίσσεται το σαρκαστικό χιούμορ που διαπερνά ολόκληρο το φιλμ.

Κεντρική ηρωίδα της ταινίας είναι η Μίλντρεντ, μια τραγική μητέρα που βλέπει την αστυνομία να ολιγωρεί στην έρευνα για τη φρικτή δολοφονία της κόρης της. Βρίσκοντας τον δικό της τρόπο να ασκήσει πίεση, νοικιάζει τις τρεις μεγάλες διαφημιστικές πινακίδες που βρίσκονται στον δρόμο όπου έγινε το έγκλημα κι εκεί εκθέτει την οργή της για τον σερίφη και τους άντρες του. Η πράξη της, όχι μόνο θα τη φέρει σε απ’ ευθείας σύγκρουση με τον εν λόγω σερίφη (τρυφερό, αγαπητό και στα τελικά στάδια του καρκίνου) και το πρωτοπαλίκαρό του (έναν φαινομενικά βίαιο κι ανεγκέφαλο ρατσιστή), αλλά θα φέρει και την ίδια και όλους τους εμπλεκόμενους αντιμέτωπους με την υπέρτατη ευθύνη τους, αυτή της ανθρωπιάς.

Ηδη βραβευμένη με τέσσερις Χρυσές Σφαίρες (Καλύτερης Ταινίας, Σεναρίου, Α’ Γυναικείου και Β’ Ανδρικού) και βαδίζοντας ταχύτατα για τα φετινά Οσκαρ, η ταινία του ΜακΝτόνα κερδίζει από τις αντιθέσεις της. Το εγκαταλελειμμένο τοπίο της Americana, ιδανικό έδαφος για ένα αλλόκοτο γουέστερν, μετατρέπεται γρήγορα σε πεδίο τρομοκρατικών ενεργειών ή απρόσμενων συμμαχιών. Η σκληροτράχηλη Μίλντρεντ της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ (σε μια αληθινά σαρωτική, γεμάτη ψυχή, χιούμορ και έλεγχο ερμηνεία) αφήνει κάθε τόσο να φανεί η οδύνη κι η ζεστασιά της.

Τόσο ο Γούντι Χάρελσον ως σερίφης, σ’ έναν μικρό αλλά θαυμάσιο ρόλο, όσο κι ο αστυνομικός τού Σαμ Ρόκγουελ, που έχει και την πιο απολαυστική μεταστροφή από τους ήρωες της ταινίας, είναι γραμμένοι με τη συναρπαστική μεταβλητότητα του υδράργυρου. Η πνευματική και ιδεολογική παρακμή του αμερικανικού Midwest εναλλάσσεται με μονολόγους γραμμένους σαν θεατρική πρόζα, με τη μεγαλοπρέπεια και την οξυδέρκεια του Σέξπιρ. Και το διαρκές κωμικό στοιχείο εμπεριέχει τη βιαιότητά του, προκαλώντας το γέλιο μέσα από την τρομερή ανθρώπινη σκληρότητα.

Μπορεί στο δεύτερο μέρος της η ταινία να γίνεται πιο προβλέψιμη σεναριακά, ή και πιο εύκολα ακραία, αλλά παραμένει ένα από τα πιο γοητευτικά φιλμ της χρονιάς και μαζί μια εύστοχη παρότρυνση κατά των εύκολων κρίσεων, κατά των στερεότυπων και υπέρ της απλής, μάλλον υποτιμημένης, ανθρώπινης ανοχής και φροντίδας.

http://www.efsyn.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: