Μαζί ή Τίποτα (Aus dem Nichts / In the Fade) (2017) Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών, συνεντεύξεις Φατίχ Ακίν

Μαζί ή Τίποτα (Aus dem Nichts / In the Fade) (2017)

Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν

Ηθοποιοί: Νταϊάν Κρούγκερ, Νούμαν Ακάρ, Ούλριχ Τουκούρ, Γιοχάνες Κρις, Ντένις Μοσκίτο, Γιοχάνες Κρις, Σάμια Σανκρίν

Ημερομηνία Εξόδου: 22 Φεβρουαρίου 2018

mazi i tipota poster

ΣΥΝΟΨΗ

Σεμινάριο Ιστορίας, θεωρίας και κριτικής κινηματογράφου το Σάββατο 24.2.2018 στις 16.00
στο Πολιτιστικό Κέντρο «Ο Καύκασος»

 

Σαγιάτ Νόβα, Το Χρώμα του Ροδιού (1968) του Σεργκέι Παρατζάνοφ το Σάββατο 24.2.2018 στις 19.00
στο Πολιτιστικό Κέντρο «Ο Καύκασος» με ελεύθερη είσοδο ανάλυση και συζήτηση

 

Από το πουθενά, η ζωή της Κάτια καταρρέει όταν ο κουρδικής καταγωγής σύζυγός της, Νούρι και ο μικρός τους γιος, Ρόκο, σκοτώνονται σε μια βομβιστική επίθεση. Με τη βοήθεια φίλων και συγγενών, η Κάτια καταφέρνει να αντέξει το σοκ και προσπαθεί να σταθεί και πάλι στα πόδια της.

Όμως, η αναζήτηση των ενόχων και η διαλεύκανση των κινήτρων πίσω από τη δίχως νόημα τραγωδία περιπλέκει το πένθος της Κάτια και κρατά ανοιχτές τις πληγές της. Ο Ντανίλο, δικηγόρος και καλύτερος φίλος του Νούρι, εκπροσωπεί την Κάτια στη μετέπειτα δίκη ενάντια σε δύο υπόπτους: ένα νεαρό ζευγάρι που κινούνταν σε νεοναζί κύκλους. Η απόφαση του δικαστηρίου φέρνει την Κάτια στα άκρα, αλλά δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική: απαιτεί δικαιοσύνη.

Synopsis EN

Katja’s life collapses after the death of husband and son in a bomb attack. After the time of mourning and injustice, here comes the time of revenge.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Χώρα Παραγωγής: Γερμανία, Γαλλία

Γλώσσα: Γερμανικά, Αγγλικά, Ελληνικά

Σενάριο: Φατίχ Ακίν

Διάρκεια: 106′

Διανομή: Rosebud .21, Seven Films (Ελλάδα), Warner Bros.

Εταιρείες Παραγωγής: Bombero International, Macassar Productions

Εφέ: ScanlineVFX

Release Dates:

France 26 May 2017 (Cannes Film Festival)

Australia 17 June 2017 (Sydney Film Festival)

Germany 23 November 2017

AKA: In the Fade

Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας

Επίσημο Διαγωνιστικό στο 70ο Φεστιβάλ Καννών 2017: ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΤΑΪΑΝ ΚΡΟΥΓΚΕΡ

Μέσα στις εννέα τελικές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας 2018

mazi i tipota i gnomi ton kritikon

Ένα μεγάλο μέρος της ταινίας, γυρίστηκε στην Αττική (Μαραθώνας, Σούνιο, Βαρυπόμπη) τον περασμένο Δεκέμβριο, σε συνεργασία με την εταιρεία παραγωγής BLACK ORANGE (Το Τελευταίο Σημείωμα).

Σημαντικός αριθμός ελλήνων συντελεστών δούλεψαν για την ολοκλήρωση της ταινίας, ενώ σε χαρακτηριστικούς ρόλους συμμετέχουν ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης και η Γιούλα Μπούνταλη.

Στην ταινία πρωταγωνιστεί η Diane Kruger, η οποία βραβεύτηκε για τη συγκλονιστική της ερμηνεία στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών.

Συγκινητική, αιχμηρή, και πέρα για πέρα επίκαιρη: η νέα ταινία του πολυβραβευμένου Φατίχ Ακίν («Μαζί, Ποτέ», «Η Άκρη του Ουρανού», «Soul kitchen», «Ο Ήχος της Πόλης»), που συζητήθηκε όσο λίγες στο Φεστιβάλ Καννών, έρχεται για να αφηγηθεί μια ιστορία απώλειας και εκδίκησης που θα καθηλώσει.

Εμπνευσμένος από μια σειρά δολοφονιών από νεοναζί με θύματα οκτώ Τούρκους, έναν έλληνα και μια γερμανίδα αστυνομικό και μία από τις μεγαλύτερες μεταπολεμικές δίκες στην ιστορία της Γερμανίας, ο Φατίχ Ακίν στήνει δεξιοτεχνικά ένα δραματικό θρίλερ που σόκαρε το κοινό του Φεστιβάλ Καννών με το αμφιλεγόμενο αλλά και φοβερά επίκαιρο θέμα του. Άξια σύμμαχός του, η Νταϊάν Κρούγκερ στον πρώτο της γερμανόφωνο ρόλο, η οποία δίνει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της ως μια γυναίκα που χάνει την οικογένειά της σε μια τυφλή τρομοκρατική επίθεση και ξεκινά ένα σκοτεινό ταξίδι μέσα από τη θλίψη, την οργή και τη δίψα για δικαιοσύνη.

mazi i tipota 001

Συνάντηση με τον σκηνοθέτη ΦΑΤΙΧ ΑΚΙΝ

Πώς ξεκίνησε το πρότζεκτ;

Η έμπνευση μού ήρθε από τους φόνους που διέπραξαν οι Γερμανοί νεοναζί της Εθνικοσοσιαλιστικής Παρανομίας (Nationalsozialistischer Untergrund) με ξενοφοβικά κίνητρα από το 2000 ως το 2007 σε όλη τη Γερμανία. Ήταν σοκ για μένα, αφού είμαι τούρκικης καταγωγής. Ο αδελφός μου, μάλιστα, γνώριζε ένα από τα θύματα στο Αμβούργο. Το μεγάλο σκάνδαλο ήταν ότι η αστυνομία επικέντρωσε την έρευνά της στην κοινότητα γύρω από τα θύματα και προσπάθησε να βρει το κίνητρο στα ναρκωτικά ή τον τζόγο. Η πίεση από την αστυνομία ήταν τέτοια, που ακόμη και ο Τύπος και οι ίδιες οι κοινότητες άρχισαν να έχουν παρόμοιες υποψίες.

Τι είναι αυτό που κινητοποιεί την Κάτια;

Άρχισα να κάνω έρευνα σχετικά με την έννοια της εκδίκησης. Υπάρχει πραγματικά; Ποιος θα την αποζητούσε; Θα την αποζητούσα κι εγώ; Η Κάτια έχει τον δικό της ηθικό κώδικα, τον δικό της ορισμό για τη δικαιοσύνη. Με αυτήν την έννοια η Κάτια συμβολίζει κάτι αδρανές μέσα σε όλους μας – κάτι που πρέπει πάντα να παραμένει αδρανές. Δε με ενδιέφερε η οπτική γωνία των δολοφόνων. Ήμουν πολύ ξεκάθαρος για το πού ήθελα να στρέψω το ενδιαφέρον μου, την ευαισθησία μου. Το «In the Fade» εξελίχθηκε σε μια πολύ προσωπική ταινία για μένα. Παρόλο που πρόκειται για μια ξανθιά, γαλανομάτα Γερμανίδα, ο χαρακτήρας της Κάτια είναι το alter ego μου. Η ταινία μιλά για το οικουμενικό συναίσθημα της θλίψης και τα πολλά της επίπεδα.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον συνσεναριογράφο, Χαρκ Μπομ;

Ήταν μέρος του πρότζεκτ από την αρχή. Είναι δικηγόρος και φυσικά αυτό με βοήθησε πολύ. Και οι δύο ήμασταν στο ακρωτήριο της δίκης του NSU στο Μόναχο. Αυτό μου έδωσε την έμπνευση να μελετήσω την υπόθεση, την οποία και μετά συζήτησα με τον Χαρκ. Με αυτήν την έννοια, ανέλαβε τον ρόλο της επίβλεψης των δικαστικών σκηνών.

Πώς επιλέξατε την Νταϊάν Κρούγκερ;

Γνώρισα την Νταϊάν το 2012 στις Κάννες. Ήμουν εκεί για την προβολή του ντοκιμαντέρ μου «Polluting Paradise» και κάναμε ένα μικρό πάρτι στην παραλία. Η Νταϊάν βρέθηκε στο πάρτι και άρχισε να μου μιλά στα γερμανικά. Είπε ότι ήθελε να κάνουμε ταινία μαζί, αν παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Της το υποσχέθηκα και η μέρα που εκπλήρωσα την υπόσχεσή μου ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα: αναζητούσα την κεντρική ηθοποιό του «In the Fade» και σκέφτηκα την Νταϊάν. Και εκείνη ενθουσιάστηκε!

Δε μετάνιωσα ποτέ για αυτή μου την επιλογή, έπαιξε καταπληκτικά. Είναι ατρόμητη και περίεργη και αυτά την κάνουν σπουδαία ηθοποιό. Μπορεί να δοκιμάσει τα πάντα. Επιπλέον, είναι φοβερά συγκεντρωμένη. Πραγματικά πιστεύω ότι απολαμβάνει τη δουλειά, ακόμη και στις πιο επώδυνες σκηνές. Πιστεύω επίσης ότι η Νταϊάν δίνει μια τόσο ξεχωριστή ερμηνεία γιατί, ως διεθνής σταρ, περίμενε χρόνια για έναν μεγάλο γερμανόφωνο ρόλο, αφού μεγάλωσε στο Ανόβερο και θεωρεί τον εαυτό της γερμανίδα. Της άρεσε πολύ που έπαιζε στη μητρική της γλώσσα, αφού με αυτόν -σε αντίθεση με τους συνηθισμένους ρόλους της στα αγγλικά ή τα γαλλικά- μπορούσε να εκφραστεί ακόμη πιο ελεύθερα, στη γλώσσα με την οποία μεγάλωσε. Συνειδητοποίησα ότι έχει αλάνθαστο ένστικτο και αμέσως διαισθάνεται όταν κάτι δεν πάει καλά σε κάποια σκηνή. Γι’ αυτό τη συμβουλευόμουν πολύ σε τέτοιες περιπτώσεις.

Πώς δουλέψατε με τον διευθυντή φωτογραφίας, Ράινερ Κλάουσμαν;

Μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας με τον Ράινερ, είμαστε σαν παντρεμένοι. Η επικοινωνία μας στο γύρισμα έχει καταλήξει σε μουγκρητά γιατί δεν έχουμε τίποτα άλλο να συζητήσουμε! Ο Ράινερ πάντα με παροτρύνει να δοκιμάζω νέα πράγματα και ποτέ δε με εμποδίζει. Με στηρίζει πάντα, αλλά ξέρει και πώς να με φρενάρει, όταν ξεχνάω τους αρχικούς μου στόχους ή εγκλωβίζομαι σε αδιέξοδα. Μου λέει ευθέως όταν θεωρεί ότι κάτι είναι γελοίο ή δεν καταλαβαίνει το σκεπτικό μου πίσω από ένα πλάνο ή ενίοτε με κατηγορεί ότι διαλέγω ένα πλάνο για αισθητικούς και μόνο λόγους…

Μιλήστε μας για τη συνεργασία σας με τον Τζος Ομ από το συγκρότημα Queens of the Stone Age.

Άκουγα πολύ τη μουσική τους όταν έγραφα το σενάριο. Έχουν πεσιμιστικά τραγούδια και συνειδητοποίησα ότι ήταν η σωστή ατμόσφαιρα για την ταινία. Έκανα μια playlist με τραγούδια του συγκροτήματος για τον χαρακτήρα της Κάτια και ζήτησα από την υπεύθυνη να εξασφαλίσει τα δικαιώματα από το συγκρότημα. Εκείνη μου πρότεινε να ρωτήσω το συγκρότημα απευθείας. Μίλησα με Τζος, που είναι ο ιδρυτής της μπάντας και βασικός τραγουδιστής. Είδε ένα πρώτο cut της ταινίας και του άρεσε πολύ! Ήταν απασχολημένος με το νέο άλμπουμ του, αλλά δέχθηκε να δουλέψει στην ταινία. Δεν είχε πολύ χρόνο, όμως κατάφερε να γράψει απίστευτη μουσική. Είναι θλιμμένη, όμορφη, μοναδική. Πάντα ήθελα να κάνω ένα θρίλερ ή τουλάχιστον να δουλέψω με κάποια στοιχεία του είδους αυτού. Αυτή η μουσική έχει δώσει την αύρα αυτή στην ταινία.

mazi i tipota 002

Μαζί ή Τίποτα

Από Χρήστο Μήτση 22/02/2018

Η ζωή της Κάτια καταρρέει όταν ο κουρδικής καταγωγής άντρας και ο μικρός γιος της σκοτώνονται σε βομβιστική επίθεση. Προσπαθώντας να συνέλθει, θα βρεθεί μάρτυρας στη δίκη δύο υπόπτων νεοναζί, για τους οποίους όμως δεν υπάρχουν ατράνταχτα ενοχοποιητικά στοιχεία. Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας και βραβείο γυναικείας ερμηνείας στις Κάνες για ένα επίκαιρο, σκληρό και τολμηρό στις απόψεις του κοινωνικό σχόλιο με αμφιλεγόμενο φινάλε.

Μετά την αριστουργηματική «Άκρη του Ουρανού» και το διασκεδαστικότατο «Soul Kitchen», η λαμπρή κινηματογραφική καριέρα του Φατίχ Ακίν δέχτηκε μια απρόσμενη «Μαχαιριά». Το φιλόδοξο ιστορικό έπος του πάνω στη σφαγή των Αρμενίων αποδείχτηκε πραγματική καταστροφή, τόσο καλλιτεχνική όσο κι εμπορική, σε σημείο που δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι προδίκασαν την οριστική διαγραφή του από την άτυπη λίστα των πρωτοκλασάτων Ευρωπαίων σκηνοθετών. Αλλά ο 45χρονος Τουρκογερμανός­ δεν παρέδωσε τα όπλα. Θύμισε σε όλους πως είναι ακόμη ενεργός πρόπερσι, με το συμπαθές, μικρής εμβέλειας νεανικό road movie «Βερολίνο, Αντίο» και αμέσως μετά επέστρεψε με ένα τολμηρό κοινωνικό θρίλερ που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Στη χώρα μας για έναν παραπάνω λόγο, καθώς η Ελλάδα πρωταγωνιστεί στην ταινία με πολλαπλό τρόπο.

Ο Ακίν εμπνεύστηκε την ιστορία του από τους οργανωμένους φόνους Τούρκων, Κούρδων κι Ελλήνων μεταναστών, τους οποίους διέπραξαν Γερμανοί νεοναζί κατά την προηγούμενη δεκαετία, αλλά και από το μεροληπτικό τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να τους διαλευκάνει η αστυνομία. Έτσι έγραψε μαζί με τον ηθοποιό και σεναριογράφο («Βερολίνο, Αντίο») Χαρκ Μπομ την ιστορία της Κάτια, μιας Γερμανίδας που, παρά τις αντιρρήσεις των δικών της, παντρεύεται τον κουρδικής καταγωγής και καταδικασμένο για διακίνηση ναρκωτικών Νούρι. Λίγα χρόνια αργότερα όμως θα χάσει αυτόν και τον μικρό τους γιο Ρόκο σε βομβιστική επίθεση.

Στην προσπάθειά της να ξεπεράσει το τεράστιο σοκ, θα βρεθεί ακροάτρια αλλά και μάρτυρας στη δίκη δύο νεαρών νεοναζί που κατηγορούνται για την τρομοκρατική ενέργεια. Αν και τους ενοχοποιεί πληθώρα στοιχείων, πολλές λεπτομέρειες παραμένουν θολές και η κατάθεση ενός Έλληνα ξενοδόχου (ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης σε μια ανατριχιαστικά πειστική ερμηνεία), μέλους της Χρυσής Αυγής, τους δίνει αμφισβητούμενο άλλοθι. Με ταχύ ρυθμό και καθαρή αφήγηση, η ταινία ξεκινάει σαν ένα οδυνηρό ρέκβιεμ πάνω στην απώλεια, άμεσα συνδεδεμένο με την ξενοφοβική και τυπολατρική στάση της εξουσίας­ απέναντι σε μια γκρίζα κοινωνική πραγματικότητα.

Ο Φατίχ Ακίν καταγγέλλει την εύκολη ποινικοποίηση της καθημερινότητας, αποκαλύπτει την πολιτική διάσταση της (μη) απονομής δικαιοσύνης και με straight forward, «αμερικανικό» τρόπο στήνει ένα δικαστικο-ψυχολογικό αγωνιώδες δράμα για τη θλίψη, την οποία η αδικία (παιδί πολύ συγκεκριμένων μηχανισμών) μετατρέπει σε οργή και ασυγκράτητη επιθυμία για εκδίκηση. Στην καλύτερη και βραβευμένη στις Κάνες ερμηνεία της, η Νταϊάν Κρούγκερ αποδίδει συγκινητικά το παγιδευμένο σε έναν κύκλο βίας ανήμπορο θύμα, το οποίο είναι καταδικασμένο να τον ανατροφοδοτήσει, ως ανελέητος θύτης πλέον. Και με αυτήν την «καταδίκη» είναι που κορυφώνει (στην Ελλάδα) τολμηρά και αμφιλεγόμενα το επίκαιρα στρατευμένο δράμα του ο Ακίν, αποσπώντας την ξενόγλωσση Χρυσή Σφαίρα και ξεκινώντας μια πολιτικά και φιλοσοφικά θερμή αντιπαράθεση.

Γερμανία, Γαλλία. 2017. Διάρκεια: 105΄. Διανομή: ROSEBUD.21 / SEVEN FILMS.

http://www.athinorama.gr/

Η ζωή μιας γυναίκας καταρρέει όταν ο κουρδικής καταγωγής σύζυγός της και ο μικρός τους γιος σκοτώνονται σε μια βομβιστική επίθεση. Με τη βοήθεια φίλων και συγγενών καταφέρνει να αντέξει το σοκ και προσπαθεί να σταθεί και πάλι στα πόδια της. ΘΟΔΩΡΗΣ

ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 22.2.2018 [3,5/5]

Ο Φατίχ Ακίν ποτέ δεν τοποθετήθηκε εκτός πολιτικής στις ταινίες του, αλλά με το Μαζί ή Τίποτα κάνει την ισχυρότερη πολιτική του δήλωση, έστω κι αν προβληματιστούν όσοι επιθυμούν καθαρές κινηματογραφικές λύσεις. Χωρισμένο σε τρία μέρη, το δράμα ξεκινά όταν ο σύζυγος και ο μικρός γιος της Κάτια ανατινάζονται από στοχευμένη βομβιστική επίθεση. Στο δικαστήριο, ο Ακίν, μέσω του σεναρίου του, λέει αυτά που πιστεύει για τη γερμανική κοινωνία και την γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη συλλογική ηθική ευθύνη και στην εφαρμογή της ευνομούμενης δημοκρατίας. Προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί, η Κάτια περνάει τα επώδυνα στάδια της απώλειας, την ίδια στιγμή που το πένθος της διακόπτεται βίαια από την αρνητική στάση της αστυνομίας κατά τη διάρκεια της έρευνας για τα αίτια και τους ενόχους. Ο σύζυγός της, ο κουρδικής καταγωγής Νούρι, είχε καταδικαστεί και φυλακιστεί για διακίνηση ναρκωτικών και η επιχείρηση που είχε στήσει ήταν μια έκφραση της κοινωνικής μεταμέλειας και της αλλαγής του τρόπου ζωής του. Ερευνώντας το παρελθόν του, οι Αρχές υποψιάζονται ξεκαθάρισμα λογαριασμών: ισλαμιστές τρομοκράτες, συμμορίες, ακόμη και Αλβανούς, εκτός από τους προφανείς δράστες. «Οι ναζί σκότωσαν τον άνδρα μου» ωρύεται η Κάτια, ώσπου ένα νεαρό ζευγάρι που σχεδίασε την επίθεση οδηγείται σε δίκη κι εκεί αρχίζει το μεσαίο κομμάτι της ταινίας, με την Κάτια ανάμεσα στην ψυχική ανάρρωση και τα βέλη που δέχεται από τον σαρκαστικό συνήγορο υπεράσπισης των κατηγορουμένων τον υποδύεται απολαυστικά ο Γιοχάνες Κρις, σε μια έξυπνα μεθοδευμένη πλατφόρμα αποκατάστασης της αλήθειας. Στο δικαστήριο, ο Ακίν, μέσω του σεναρίου του, λέει αυτά που πιστεύει για τη γερμανική κοινωνία και την γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη συλλογική ηθική ευθύνη και στην εφαρμογή της ευνομούμενης δημοκρατίας. Επιλέγοντας μια πολύ λευκή γυναίκα, πρόδηλα τευτονικής «καταγωγής» γυναίκα, όπως η Κάτια, ο Ακίν προκαλεί περισσότερο τους αντιπάλους να την αντιμετωπίσουν με περιφρόνηση και δευτερεύον μίσος. Είναι μια παραστρατημένη Άρια που μπλέχτηκε με έναν «λεχρίτη», θα πρέπει να σκέφτηκαν όχι μόνο οι ορκισμένοι νοσταλγοί του Χίτλερ αλλά, σιωπηλά, πολλοί συντηρητικοί χριστιανοδημοκράτες νοικοκυραίοι. Και σαν να πραγματεύεται μια σύγχρονη τραγωδία, ο Ακίν επιζητεί την κάθαρση μέσα από τους θεσμούς ως νομοταγής πολίτης, θέτοντας ένα μεγάλο ερωτηματικό. Η Κρούγκερ κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στο περσινό Φεστιβάλ Καννών, και κάλλιστα θα μπορούσε να είχε πλασαριστεί στην πεντάδα των πρώτων γυναικείων ρόλων στα Όσκαρ. Γι’ αυτό και κυνηγά τη λύτρωση στο τρίτο μέρος, εκτός των συνόρων της χώρας του, στην Ελλάδα, βρίσκοντας το φιτίλι στο παράρτημα του νεοναζισμού στη χώρα μας, τη Χρυσή Αυγή, με εκφραστή τον, άμα τη εμφανίσει, εξαιρετικά φοβιστικό Γιάννη Οικονομίδη. Σεναριακά (και πολιτικά) συμφωνώ απόλυτα με το φινάλε που σκέφτηκε ο τουρκικής καταγωγής Γερμανός σκηνοθέτης, αφού έβαλε την Κάτια/Κρούγκερ να βρει μόνη της την άκρη σε μια χώρα άγνωστη προς αυτήν και ελάχιστα ηλιόλουστη, τουριστική και κλισέ, όπως απαιτούν οι περιστάσεις. Δεν επινόησε μια πιθανότητα τερματισμού αλλά έναν δόκιμο επίλογο, καθόλου αυθαίρετο, αν και όχι συμπαθή ή αρεστό. Ωστόσο, ο σκηνοθετικός του ρυθμός είναι πεσμένος όσο περιπλανιέται στις ελληνικές ημιαστικές και αγροτικές περιοχές (τόσο οικείες σ’ εμάς και περίπου εξωτικές για τους υπόλοιπους θεατές) και χάνει το focus που έχτισε με ορμή και ένταση στα δυο τρίτα. Αυτή που δεν χάνει beat είναι η Κρούγκερ σε μια απρόσμενα εντυπωσιακή ερμηνεία, στην πρώτη (!) της εμφάνιση σε γερμανόφωνη παραγωγή. Κυριαρχεί σε κάθε πλάνο του Μαζί ή Τίποτα και μεταδίδει την απόγνωσή της χωρίς τον συνήθη λατίνικο μελοδραματισμό, σκληρά και ορμητικά, σαν μια λογική γυναίκα που δεν θέλει να καταβληθεί από μια ανεξήγητη αδικία. Σε αυτό το πνεύμα κινείται και στο τρίτο μέρος, έχοντας «αποτοξινωθεί» από τις μάταιες κινήσεις στη χώρα της και τις απαραίτητες συναντήσεις με τους ανθρώπους που της έχουν απομείνει. Η Κρούγκερ κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στο περσινό Φεστιβάλ Καννών, και κάλλιστα θα μπορούσε να είχε πλασαριστεί στην πεντάδα των πρώτων γυναικείων ρόλων στα Όσκαρ. Αλλά όλες οι καλές δεν χωράνε.

Πηγή: www.lifo.gr

Κωνσταντίνος Καϊμάκης [3/5]

Το ρεσιτάλ ερμηνείας της Νταιάν Κρούγκερ

Συγκινητικό στις καίριες στιγμές του, τρομακτικό όταν αντικρίζουμε το πρόσωπο της βίας και αγωνιώδες όταν το θρίλερ ξετυλίγεται με κοφτές εικόνες, το «Μαζί ή τίποτα» είναι μια αιχμηρή πολιτική ταινία με ανθρώπινο προφίλ. Το αυγό του φιδιού εξακολουθεί να επωάζεται στη σύγχρονη Γερμανία αλλά και την Ελλάδα κι άλλες χώρες της προηγμένης Δύσης, όπως δείχνει το φιλμκαι αυτό μόνο ασχολίαστο δεν γίνεται να περάσει σύμφωνα με τον Φατίχ Ακίν. Ο τουρκογερμανός σκηνοθέτης, σοφά σκεπτόμενος μετά την αποτυχία της προηγούμενης δουλειάς του, επιστρέφει στη θεματική των πρώτων ταινιών του (μοντέρνα κοινωνικά δράματα) κι αφήνει πίσω τα άδοξα σημάδια της «Μαχαιριάς» και του ιστορικού δράματος, είδος που δείχνει ότι δεν «κατέχει». Καταφέρνει έτσι να περάσει ένα μήνυμα (αφύπνισης και ανάπτυξης δράσης) κόντρα στα εθνικιστικά λογύδρια και τα φαινόμενα νεοναζισμού, βάζοντας στο κέντρο του κάδρου ένα συνηθισμένο, καθημερινό χαρακτήρα. Στο σύγχρονο «In the fade» που κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσου φιλμ αλλά απέτυχε να μπει στην αντίστοιχη οσκαρική πεντάδα, ο Ακίν αφηγείται μια προσωπική τραγωδία που έχει τις ρίζες της στη σημερινή ρητορική μίσους και την άνοδο της άκρας δεξιάς (σε έναν μικρό ρόλο ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης υποδύεται το μέλος της Χρυσής Αυγής και φίλο των βομβιστών) ελέω ξενοφοβίας και ρατσισμού. Η ερμηνεία της Ντάιαν Κρούγκερ είναι ένα πραγματικό επίτευγμα, μια ερμηνεία ζωής που δικαίως τιμήθηκε στις Κάννες. Όμως αν υπάρχει κάτι που στέκει ισάξια δίπλα της είναι η απόφαση του σκηνοθέτη να απλώσει την τραυματική περιπέτεια της ηρωίδας του σε πεδία που μιλούν για πολλά παραπάνω από μια ιστορία απόδοσης δικαιοσύνης και εκδίκησης. Η ηρωίδα δεν έχει μόνο να παλέψει με το σοκ της απώλειας αλλά και με τις οικογενειακές «παρενέργειες» (μάταια περιμένει η αυταρχική μητέρα της και τα πεθερικά της να δείξουν κατανόηση στο δράμα που ζει αφήνοντας τις πολιτισμικές ή θρησκευτικές διαφορές τους στην άκρη) ή τις αδυναμίες ενός ολόκληρου συστήματος. Όμως ο θεσμός της δικαιοσύνης είναι εκείνος που δέχεται τα πιο πολλά πυρά από τον σκηνοθέτη. Στην προσπάθειά της να φέρει τη ζωή της σε μια κανονικότητα, η Κάτια με οδύνη διαπιστώνει ότι η πραγματικότητα την ξεπερνάει, η απώλεια είναι δυσβάστακτη και το μόνο κίνητρο που της δίνει ζωή είναι η εκδίκηση.

Το φιλμ χωρίζεται σε τρία μέρη. Τα δύο πρώτα που είναι και τα καλύτερα της ταινίας διαδραματίζονται στο Αμβούργο, τη γενέτειρα και αγαπημένη πόλη του Ακίν. Εκεί περιγράφεται με αλάνθαστη αφήγηση το χρονικό της φρίκης που ξεκινάει με το τρομοκρατικό χτύπημα (μια πραγματικότητα που απεικονίζει ο Ακίν με έντονο ρεαλισμό, αξιοπιστία και έμφαση στην ανατριχιαστική λεπτομέρεια) και ολοκληρώνεται στη δικαστική αίθουσα. Το τρίτο και πιο αδύναμο είναι γυρισμένο στην Ελλάδα και αποτελεί την απόπειρα της ηρωίδας να αποδώσει δικαιοσύνη σύμφωνα με το δικό της ένστικτο. Το κινηματογραφικό άγγιγμα πάνω στην ανθρώπινη τραγωδία που είναι διακριτικό στα 2/3 της ταινίας και αποφασισμένο να βάλει όλα τα στοιχεία της (πολιτικά, θρησκευτικά, κοινωνικά) στη σωστή σειράεδώ εξαφανίζεται. Λες και ο σκηνοθέτης έχει χάσει την προηγούμενη έμπνευσή του κατασκευάζει ένα αδύναμο τρίτο μέρος όπου η ηρωίδα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μοναξιά και το κενό της επόμενης μέρας. Αν δεν υπήρχε η Κρούγκερ να σηκώσει συγκινητικά το βάρος και αυτού του μέτριου κομματιού, η ταινία μπορεί και να έχανε τις θετικές εντυπώσεις που έχτισε στο προηγούμενο διάστημα.

http://www.athensvoice.gr/

Τατιάνα Καποδίστρια [3/5]

Ωραία φωτογραφία, φλέγον θέμα και σαρωτική πρωταγωνίστρια, σ’ ένα μείγμα κοινωνικού ρεαλισμού, δικαστικού θρίλερ και ταινίας εκδίκησης, γύρω από νεοναζιστική βομβιστική ενέργεια που αφήνει μια Γερμανίδα χωρίς άντρα και παιδί.

Φορμαρισμένος ξανά και κοινωνικοπολιτικά καίριος επιστρέφει ο Τουρκογερμανός σκηνοθέτης, μετά την άστοχη «Μαχαιριά» και το αδιάφορα συμπαθές «Βερολίνο, αντίο». Μέσα από εύγλωττα ιδιωτικά βιντεάκια, γνωρίζουμε τσακ-μπαμ την Κάτγια (Κρούγκερ, πολύ καλή και βραβευμένη στις Κάννες), μια νεαρή Γερμανίδα με τατού, χάλια βαμμένο μαλλί και κάπως λαϊκό υπόβαθρο, και τον Νούρι (Ακάρ), τον Κούρδο έμπορο ναρκωτικών, που η ξανθογάλανη Άρια παντρεύεται ενόσω εκείνος κάνει φυλακή. Άλμα λίγα χρόνια αργότερα. Ο Νούρι έχει πια ανοίξει φοροτεχνικό-ταξιδιωτικό γραφείο στην τουρκική γειτονιά του Αμβούργου, η Κάτγια του κρατάει τα βιβλία, κι ο εξάχρονος γιός τους (Σαντάνα), μεγαλώνει αγαπησιάρικα. Μια ισχυρότατη βόμβα με καρφιά, που εκρήγνυται έξω από το γραφείο του Νούρι, αφήνει στον τόπο τον άντρα και το παιδί της Κάτγια. Παλεύοντας με την απερίγραπτη οδύνη της απώλειας, με τις προκαταλήψεις της αστυνομίας που αναζητά σύνδεση της έκρηξης με το παράνομο παρελθόν του Νούρι (ή μήπως ήταν ισλαμιστής;), αλλά και με την ετεροχρονισμένη απόρριψη της μάνας της (Νόιχοϊζερ), η αποσβολωμένη γυναίκα χάνει κάθε ελπίδα όπως δείχνει ξεκάθαρα η πολύ δυνατή σκηνή στην μπανιέρα. Ξαφνικά, όμως, φως: ζευγάρι Γερμανών (Μπράντχοφ και Χίλσντορφ) με δεδηλωμένες ναζιστικές συμπάθειες (και επαφές με την ημέτερη Χρυσή Αυγή, ένα μέλος της οποίας υποδύεται ο Οικονομίδης) συλλαμβάνεται με την κατηγορία της τοποθέτησης της φονικής βόμβας. Κι όταν η δικαιοσύνη θα αποτύχει να αποδώσει αυτό που ευαγγελίζεται, η χαροκαμένη Κάτγια θα πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Ο αναπάντεχος, τραγικός επίλογος θα γραφτεί σε ελληνική παραλία (στον Σχινιά, νομίζω), όπου οι δυο αθωωμένοι Νεοναζί διακοπάρουν με το αυτοκινούμενό τους «και έξοδα του κράτους», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται.

Το θέμα της ταινίας νεοναζιστική τρομοκρατία + σπαρακτική αυτοδικία είναι από μόνο του αβανταδόρικο. Στα συν, και η ατμοσφαιρική φωτογραφία του Ράινερ Κλάουσμαν (μόνιμου συνεργάτη του Ακίν), με τα βροχερά πλάνα του Αμβούργου, την εύρυθμη, ψυχρή καθαρότητα της δίκης, ή το ελληνικό φως, κάτω από το οποίο ευδοκιμούν πασιφανώς και τέρατα. Για να λέμε την πάσα αλήθεια, βέβαια, κάποιοι δεύτεροι χαρακτήρες, σαν τον… ναζιστικά αντιπαθή συνήγορο υπεράσπισης (Κρις, καλός), είναι μονόπαντοι και προσχηματικοί. Όμως δεν πολυπειράζει, αφού η ταινία είναι χτισμένη πάνω στον χαρακτήρα της Κάτγια. Και η καλλονή Κρούγκερ, παίζοντας πρώτη φορά στη μητρική της γλώσσα (!), είναι καθηλωτική, μεταφέροντας όλη την οδύνη, την οργή και τις αντιφάσεις αυτής της τραγικής γυναίκας. Και κάτι τελευταίο: τι άστοχες η αγγλική και ελληνική απόδοση του γερμανικού τίτλου! Ένα απλό «Στα καλά καθούμενα» θα ήταν πιο συνεπές…

http://tospirto.net/

Μαζί ή Τίποτα

ΚΡΙΤΙΚΗ Πόλυ Λυκούργου [3/5]

Ο Φατίχ Ακίν επιστρέφει με ένα προκλητικό θρίλερ εκδίκησης με ηχηρό πολιτικό μήνυμα και κερδίζει τη Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης Ταινίας. Η Νταϊάν Κρούγκερ στην πιο μεστή ερμηνεία της καριέρας της. [H ταινία θα παίζεται από τις 15 Φεβρουαρίου αποκλειστικά στο Ολύμπιον. Στις αίθουσες θα βγει κανονικά από τις 22 Φεβρουαρίου.]

Τίποτα δεν σταματά την Κάτια, τη 35χρονη Γερμανίδα που πανρεύεται τον τουρκικής καταγωγής Νούρι, ακόμα και μέσα στη φυλακή. Εκείνος, πρώην έμπορος ουσιών αλλά τώρα αποφασισμένος να αλλάξει τη ζωή του, εκείνη φοιτήτρια ανθρωπολογίας που αψηφά την επικριτική της μητέρα, δεν ανταλλάζουν βέρες αλλά χαράζουν στα δάχτυλά τους τατουάζ – σύμβολα της δικής τους αιώνιας αγάπης και δέσμευσης. Εξι χρόνια μετά τους συναντάμε στη γειτονιά τους στο Kρόιτσμπεργκ – εκείνος δουλεύει στο φορολογικό γραφείο που έχει στήσει για να βοηθά τους Τούρκους μετανάστες, εκείνη φέρνει τον εξάχρονο γιο τους για να περάσει την μέρα με τον μπαμπά του. Μόνο που δε θα είναι μία συνηθισμένη μέρα για την οικογένειά τους. Μία βόμβα εκρήγνυται ακριβώς μπροστά από το γραφείο του Νούρι και η Κάτια χάνει τον σύντροφό της, το παιδί της και τη γη κάτω από τα πόδια της μέσα σε μια στιγμή. Η πραγματική όμως τραγωδία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Γιατί το ωστικό κύμα που προκαλεί αυτή η έκρηξη έχει να κάνει με πολλά περισσότερα. Ποιος ευθύνεται; Γείτονες, media, φίλοι αλλά και οι ίδιοι οι γονείς τεντώνουν το δάχτυλο στο παρελθόν του Νούρι. Η αστυνομία ψάχνει ενόχους σε γνωστά ρατσιστικά μονοπάτια (ακόμα και το σκίτσο μιας γυναίκας που περιγράφει η Κάτια μεταφράζεται σε «ανατολικοευρωπαία»). Η πραγματικότητα όμως είναι ακόμα πιο ζοφερή: το χτύπημα ήταν εθνικιστικό, οι ένοχοι είναι Γερμανοί, και το νεοναζιστικό φασιστικό ρεύμα που δε δέχεται οποιαδήποτε διαφορετικότητα να συνυπάρχει, ηχηρά παρόν. Θα μπορέσει να επέλθει μία λύση μέσα από το δημοκρατικό δικαστικό σύστημα; Ή η αυτοδικία είναι ο μόνος δρόμος;

Ο Φατίχ Ακίν («Μαζί, Ποτέ», «The Cut», «Crossing the Bridge», «Soul Kitchen») κατασκευάζει ένα θρίλερ εκδίκησης με πολιτικό περίγραμμα και αφυπνιστικό μήνυμα για την εκρηκτική αύξηση εγκλημάτων μίσους που πλήττουν τη Γερμανία τα τελευταία χρόνια. Μία χώρα που έχει περάσει πάνω από μισό αιώνα παλεύοντας ενοχικά με τα φαντάσματα του παρελθόντος, αλλά δεν έχει καταφέρει να ξεριζώσει τις επικίνδυνες εθνικόφρονες κορώνες του κοινωνικού της ιστού. Η διαφορετικότητα δεν έχει γίνει ποτέ πραγματικά αποδεκτή στη Γερμανια και τώρα που όλη η Ευρώπη μοιάζει να γέρνει ανησυχητικά προς την άκρα δεξιά, οι ρατσιστικές εκδηλώσεις έχουν ανασηκώσει κεφάλι, μαζί με το θρασύ τεντωμένο δεξί χέρι τους.

Αυτό όμως που πρώτα ενδιαφέρει τον Ακίν είναι η προσωπική ιστορία. Ο άνθρωπος που βάλλεται στο επίκεντρο αυτού του πολιτικού παραλογισμού. Με κάμερα στον ώμο (θυμίζοντας το «Μαζί, Ποτέ») βουτά με ενέργεια, φρεσκάδα, τρέλα και τρυφερότητα στην πρώτη σεκάνς – στο γάμο στις φυλακές. Δύο εναντίον όλων, ερωτευμένοι, γελαστοί, αν και έγκλειστοι, δέσμιοι σ’ ένα πρόχειρα στημένο πανηγύρι. Για αυτό και τα κοντινά στην οικογένεια που σχηματίστηκε, έξι χρόνια μετά. Το αξιολάτρευτο μυωπικό πιτσιρίκι τους, την οικειότητά τους, τους καθημερινούς διαλόγους. Οταν όλο αυτό ανατινάσσεται, κυριολεκτικά, ο φακός του Ακίν θα μείνει κολλημένος στο πρόσωπο της ηρωίδας του. Οχι μόνο γιατί μέσα από κάθε της σπαραγμό, παίρνει τις σωστές, ανθρώπινες διαστάσεις το αντίκτυπο ενός εγκλήματος μίσους, αλλά ίσως και γιατί θέλει να τονίσει την μοναξιά της. Μια μοναξιά τόσο προσωπική, όσο και πολιτική: μόνη απέναντι σ’ ένα σύστημα που δεν προσφέρει ασφάλεια, ούτε δικαιοσύνη, ούτε τιμωρία, ούτε κάθαρση.

Παρακολουθώντας, στο πρώτο μέρος της ταινίας, την καθημερινότητα μετά την τραγωδία, ο Ακίν θέλει να συλλάβει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από βόμβες: την κανονικοποίηση της ξενοφοβίας κι έτσι τη βουβή συναίνεση απέναντι στο ρατσισμό. Κι αν οι δικαστικές σεκάνς θυμίζουν λίγο περισσότερο τηλεοπτικό μελόδραμα, κι όχι το παρορμητικό σινεμά του, το μήνυμα αυτής ακριβώς της θεσμικής μοναξιάς είναι ξεκάθαρο.

Κάπως έτσι ο Ακίν δικαιολογεί την τελευταία πράξη εκδίκησης. Η ηρωίδα του πρέπει να δικαιώσει το σαμουράι τατουάζ της, ακολουθώντας τους ενόχους στην Ελλάδα (όπου έχουν συνδέσμους με τη Χρυσή Αυγή – μάλιστα ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης κάνει μία guest, αλλά καίρια εμφάνιση).

Κάπου εκεί η ταινία χάνει τόσο την κινηματογραφική της στιβαρότητα και πρωτοτυπία (εφόσον δηλώνει ιστορία εκδίκησης, μπορούμε να φανταστούμε την κατάληξη), όσο και τον άξονά της στο πολιτικό της δίλημμα. Ενώ το φινάλε θα έπρεπε να δυναμιτίζει τις αισθήσεις, η επιλογή του μοιάζει περισσότερο να γειώνει τις προσδοκίες μας για κάτι θα ξεκινούσε έναν ουσιώδη διάλογο για τη ζοφερή επικαιρότητα μας.

Παρόλα αυτά ο Ακίν καταθέτει ένα σινεμά που έχει βλέμμα, δύναμη, άποψη κι ενέργεια. Και πάνω από όλα μία εξαιρετική πρωταγωνίστρια, άξια βραβείου. Μεγάλη έκπληξη η Νταϊάν Κρούγκερ με μία ερμηνεία που οι μικρές, κλεφτές στιγμές αξίζουν ακόμα περισσότερο από τα μπραβάντο ξεσπάσματα. Την πιστεύεις, τη νιώθεις, την συμπονάς, βρίσκεσαι δίπλα της σε όλη την κάθοδό της στην κόλαση.

Κρίμα που το fade to black τέλος δεν τη δικαιώνει.

http://flix.gr

ΜΑΖΙ Ή ΤΙΠΟΤΑ (2017)

του Ηλία Φραγκούλη [1/5]

Γυναίκα χάνει σύζυγο και ανήλικο παιδί από βομβιστική επίθεση νεοναζί στη Γερμανία. Η αστυνομία ανακαλύπτει τους ενόχους, ο δικαστικός αγώνας ξεκινά, όμως τα στοιχεία καταρρέουν και το παρελθόν του θύματος προδιαγράφει διχαστικά την έκβασή του. Αν ο Νόμος κάνει τα «στραβά μάτια», πώς βρίσκεις το δίκιο σου;

Η φιλμογραφία και η συνολική καριέρα του Φατίχ Ακίν έχει περάσει από κάμποσες «συμπληγάδες», με το «Head–On» (Χρυσή Άρκτος καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 2004) να παραμένει ό,τι πιο στέρεο, τίμιο και πετυχημένο αφηγηματικά μας έχει δώσει ως σκηνοθέτης. Ο Ακίν επιχείρησε να ξανοιχτεί σαν ένας ακόμη φεστιβαλικός «δημιουργός», όμως παρέμεινε εγκλωβισμένος σε μια (σχεδόν) μελοδραματική γραμμή και θεματικές που τον τοποθετούσαν με το ένα πόδι στην πατρίδα που γεννήθηκε (Γερμανία) και το άλλο στην πατρίδα που ένιωθε μέσα του (Τουρκία). Μετά την τεράστια ήττα της «Μαχαιριάς» (2014) και το ευχάριστο «διάλειμμα» του «Βερολίνο, Αντίο» (2016), ο Ακίν δείχνει να προσανατολίζεται σε ένα πιο εύπεπτο σινεμά, σίγουρα ακομπλεξάριστο και απομακρυσμένο από τα καλλιτεχνικά στερεότυπα των ευρωπαϊκών διαγωνιστικών προγραμμάτων. Έτσι, το «Μαζί ή Τίποτα» θαρρείς πως μοιάζει με… εξεταστική για ένα ενδεχόμενο πέρασμα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και σε όσο πιο mainstream παραγωγές γίνεται. Ουδείς μπορεί να τον κατηγορήσει γι’ αυτό. Μπορεί, όμως, να τον… «δικάσει» για τούτο το συνονθύλευμα δραματικών (και ιδεολογικών) κλισέ.

Η Γερμανίδα Κάτια παντρεύεται τον τουρκικής καταγωγής Νούρι ενώ εκείνος εκτίει την ποινή του στη φυλακή. Στην πορεία, ζουν ως ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που θέλει να αντιμετωπίσει το μέλλον αφήνοντας πίσω το βεβαρημένο ποινικό μητρώο εκείνου. Γίνονται γονείς, εργάζονται, ανήκουν πια στο σύστημα, είναι κοινωνικά αποδεκτοί για την κανονικότητά τους. Μια βομβιστική επίθεση αφήνει εκείνη χήρα και τα πάντα γύρω της να συνθλίβονται. Λύπη, δυστυχία, οργή, μίσος, μια αλύτρωτη κατάσταση που κάνει την Κάτια να χάνει και τον εαυτό της ακόμη, καθώς συγκρούεται με την Αστυνομία για το παραμικρό, έχοντας από την άλλη ανοίξει και δύο διαφορετικά μέτωπα αγώνων και διεκδικήσεων μεταξύ γονιών και πεθερικών. Η είδηση της ανακάλυψης των ταυτοτήτων των ενόχων τής δίνει έναν λόγο ύπαρξης και η απόδοση δικαιοσύνης γίνεται το μόνο πράγμα που ζητά από τον κόσμο όλο.

Μέχρι εδώ καλά. Ο έμπειρος θεατής, βέβαια, έχει εντοπίσει τα στοιχεία στα οποία θα «πατήσει» το δικαστικό δράμα και ίσως αισθάνεται και λίγο «περίεργα» για την επιλογή της νεοναζιστικής ταυτότητας των ενόχων. Τους οποίους ο Ακίν έχει δείξει με το δάχτυλο ως τέτοιους, μην αφήνοντας την παραμικρή αμφιβολία! Συνολικά, η προσέγγιση κάθε πορτρέτου (βλέπε και casting) είναι τόσο σχηματική, που μετατρέπει το φιλμ σε μια μορφή παρωδίας, η οποία ίσως ταυτίζεται με τον τρόπο που ο σκηνοθέτης βλέπει πώς λειτουργεί η Δικαιοσύνη. Έτσι, αντί να βασίζει το σασπένς του στην εμφάνιση των στοιχείων και των καταθέσεων, ο Ακίν επιλέγει την πιο συναισθηματική οδό, «εκνευρίζοντας» τον θεατή με την εξέλιξη της δίκης. Θέλουμε να δικαιωθεί η Κάτια, αυτό το ψυχικό ράκος που έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της με ένα εντελώς ξαφνικό «μπαμ», αλλά ταυτόχρονα χειραγωγούμαστε από τις σεναριακές ευκολίες που τοποθετούν το κακό σε ένα πλαίσιο δαιμονοποίησης απόλυτα προφανές.

Μετά την ετυμηγορία, το «Μαζί ή Τίποτα» χάνει τ’ αυγά και τα πασχάλια, καταδικάζοντας το σύνολο της προσπάθειας για ένα «politically correct» κατηγορώ της αφύπνισης και της επικίνδυνης διασποράς του ρατσισμού στη Γερμανία (ή και σε ολόκληρη την Ευρώπη), το οποίο θυμίζει έντονα mainstream αμερικανικές παραγωγές (αν αφαιρέσουμε την ιδιαιτερότητα του ναζιστικού προφίλ ως ιδεολογικού αφηγήματος και αφορμής, θα ονομάτιζα τη σχετικά πρόσφατη περίπτωση του «The Brave One» του Νιλ Τζόρνταν, στο οποίο επίσης έχουμε ηρωίδα τόσο έντονα τραυματισμένη από την απώλεια του συντρόφου της), αλλά με «κερασάκι» το ζήτημα των μεταναστών και του γερμανικού διχασμού που πατά πάνω σε «φαντάσματα» πατριδολατρείας που φτάνουν μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε περίπτωση που δεν αντιλήφθηκες τον υπαινιγμό μου μέσα από το παράδειγμα, το μελόδραμα δίνει τη θέση του στο ένστικτο εκδίκησης και η Κάτια μετατρέπεται σε τιμωρό και ηρωικό σύμβολο αυτοδικίας, που θα ταξιδέψει οπουδήποτε χρειαστεί για να ολοκληρώσει την αποστολή της!

Εδώ είναι που το φιλμ καταποντίζεται ολοκληρωτικά, με την ηρωίδα να φτάνει στην Αθήνα για να εντοπίσει τους συνδέσμους τής… Χρυσής Αυγής με το ζεύγος των ενόχων. Ο χαρακτηρισμός τής παρωδίας ταιριάζει όλο και περισσότερο στο θέαμα το οποίο αντιμετωπίζουμε, μαζί με απιθανότητες που δεν θα αποκαλύψω προς αποφυγήν spoilers (αλλά και για να μην χαλάσω τα… αστεία της πλοκής). Θα σταθώ μόνο στο ωραίο εύρημα (σχεδόν αποκλειστικά για το ελληνικό κοινό, βέβαια) της σύντομης εμφάνισης του σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη, τον οποίον είχαμε πρωτοδεί στη δίκη ως μάρτυρα υπεράσπισης των ενόχων με άλλοθι που φωνάζει ψευδορκία. Η ερμηνεία του είναι απολαυστική, αλλά το σχετικό badass attitude τού «είμαι ο κακός και γαμάω» δεν ξεφεύγει της προκάτ οπτικοποίησης. Η Ντιάνε Κρούγκερ στον ρόλο της Κάτια διασώζεται ως ο πραγματικός στυλοβάτης της ταινίας, που καταλήγει σε μια αποθέωση λαϊκισμού, η οποία ίσως ικανοποιήσει μια αντίστοιχη μερίδα θεατών, αφήνοντας άλλους στα όρια του γέλιου ή του άβολου σαστίσματος για τον χαμένο χρόνο της ζωής τους εντός της αιθούσης…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Καλογυρισμένο, ανεκτό στο πλαίσιο ενός δικαστικού δράματος φιλμ, που επιλέγει την πιο άγρια σχηματοποίηση σε χαρακτήρες και καταστάσεις, για να οδηγηθεί σε ένα χοντροκομμένο melo με επιπλέον προτάσεις της επίλυσης των προβλημάτων δια της οδού της αυτοδικίας! Οι οπαδοί ενός πιο λαϊκίστικου σινεμά θα βρουν στοιχεία απόλαυσης εδώ, το γυναικείο κοινό ή μητέρες θα βγάλουν και κανένα χαρτομάντιλο, αλλά τα σχόλια έξω από τους κινηματογράφους θα αντικατοπτρίζουν σίγουρα τη διαίρεση του κοινού. Ολόκληρο το κομμάτι της ταινίας που αφορά τις αναζητήσεις της ηρωίδας στην Αττική περιγράφεται απλά ως τραγέλαφος.

http://freecinema.gr/

Μαζί ή Τίποτα

Εγκλωβισμένος στις συμβάσεις ενός mainstream σινεμά που δεν του ταιριάζει απόλυτα, ο Φατίχ Ακίν με την καινούρια του ταινία επιχειρεί μια επίκαιρη πολιτική δήλωση για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη αλλά προσεγγίζει επιδερμικά το θέμα του, με αποτέλεσμα να μην προσφέρει οτιδήποτε φρέσκο, τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από άποψη φόρμας.

Από τον Κωστή Θεοδοσόπουλο [2,5/5]

Εμπνευσμένος από τις δολοφονίες μεταναστών που έλαβαν χώρα στην Γερμανία κατά την διάρκεια των 00s, o Φατιχ Ακίν τοποθετεί στο επίκεντρο της ιστορίας του την τραγική φιγούρα της Κάτια (Βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Καννών για την Νταϊάν Κρούγκερ) η οποία βλέπει τον Τούρκο σύζυγό της να πεθαίνει μαζί με τον μοναχογιό τους μετά από έκρηξη βόμβας μπροστά από το γραφείο του. Οι πρώτες έρευνες της αστυνομίας αποβαίνουν άκαρπες αλλά σύντομα αποκαλύπτεται ότι υπεύθυνοι για το τυφλό χτύπημα είναι ένα ζευγάρι νεοναζί. Έχοντας χάσει για πάντα τους πιο αγαπημένους της ανθρώπους, η βυθισμένη στην θλίψη Κάτια αποφασίζει να φτάσει στα άκρα προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη.

H ραγδαία άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη της οικονομικής κρίσης είναι ένα εντελώς γνώριμο φαινόμενο στα μέρη μας και αυτός ίσως είναι ένας από τους λόγους που ο Ακίν επιλέγει ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του να διαδραματιστεί στην Ελλάδα, με τις συμμετοχές-έκπληξη στο καστ του Γιάννη Οικονομίδη (στον ρόλος ενός χρυσαυγίτη) και της Γιούλας Μπούνταλη. Επίσης γνωστή, είναι και η διαφθορά ενός σημαντικού κομματιού της αστυνομίας, της δικαστικής εξουσίας αλλά και των μίντια που, όπως στην ταινία έτσι στην πραγματικότητα, αρέσκονται στο να διαστρεβλώνουν γεγονότα, παραπλανώντας και κατευθύνοντας την κοινή γνώμη. Όσα ακολούθησαν των δολοφονιών Φύσσα και Γρηγορόπουλου είναι αρκούντως ενδεικτικά.

Δυστυχώς, στο «Μαζί ή Τίποτα», ο Γερμανός – τουρκικής καταγωγής σκηνοθέτης, προσεγγίζει ελαφρώς επιδερμικά το θέμα του και δεν καταφέρνει να εμβαθύνει στον βαθμό που θα επέτρεπε στο φιλμ του να προβληματίσει πέρα από ένα προφανές πρώτο επίπεδο. Αν και αρκετά εύστοχα ο Ακίν και ο συν-σεναριογράφος του Χαρκ Μπομ αφιερώνουν την δεύτερη πράξη της ταινίας στις καταθέσεις των μαρτύρων στην δίκη που ακολουθεί της σύλληψης των νεοναζί, κάποια κραυγαλέα σεναριακά κενά προδίδουν την αφηγηματική συνοχή και αφαιρούν από τις σκηνές την στιβαρότητα που αρμόζει σε ένα δικαστικό δράμα. Έτσι, η ταινία εκτυλίσσεται ως μια απλή αλληλουχία γεγονότων η οποία ολοκληρώνεται με ένα φινάλε μουδιασμένο και αβέβαιο.

Μπορεί να έφυγε θριαμβευτής από την απονομή των Χρυσών Σφαιρών κερδίζοντας το βραβείο Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, παρόλα αυτά, ο συμπαθέστατος δημιουργός του «Μαζί Ποτέ» και της «Ακρης του Ουρανού» παραμένει καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας εγκλωβισμένος στις συμβάσεις ενός mainstream σινεμά του οποίου δεν είναι μετρ και μοιραία το «Μαζί ή Τίποτα» στέκεται αδύναμο να προσφέρει οτιδήποτε φρέσκο τόσο στην φόρμα όσο και στο περιεχόμενο.

http://www.cinemagazine.gr/

mazi i tipota 003

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Φατίχ Ακίν: «Το ξεκίνημα για την ταινία ήταν οι νεοναζιστικές επιθέσεις που με εξόργισαν»

Συνέντευξη στον Νίνο Φένεκ Μικελίδη

Τον Φατίχ Ακίν τον έχω συναντήσει αρκετές φορές τόσο σε διάφορα φεστιβάλ όσο και στην Ελλάδα. Σκηνοθέτης που με τις ταινίες του καταπιάστηκε, σε βάθος και με δύναμη, με τη ζωή, τα προβλήματα και τους αγώνες επιβίωσης των Τούρκων της Γερμανίας, δείχνοντας συχνά την πολιτισμική σύγκρουση ανάμεσα σε δυο διαφορετικές κοινωνίες.

Από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Τούρκους σκηνοθέτες, γεννημένος στο Αμβούργο της Γερμανίας, ο Ακίν κατάφερε να ξεχωρίσει αρκετά νωρίς με τις μικρού μήκους ταινίες του που προβλήθηκαν, και κέρδισαν βραβεία, σε διεθνή φεστιβάλ. Για να γίνει, στη συνέχεια, παγκόσμια γνωστός και να κερ5δίσει διάφορα διεθνή βραβεία, με μεγάλου μήκους ταινίες όπως το «Μαζί, ποτέ!» (Χρυσή Άρκτος του Βερολίνου, 2004), «Soul Kitchen» (Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, φεστιβάλ Βενετίας, 2009), «Η μαχαιριά» (Ειδική μνεία, φεστιβάλ Βενετίας, 2014), «Βερολίνο, αντίο» (Βραβείο Νεανικού Κοινού, στα Βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας, 2016).

Αυτές τις μέρες προβάλλεται στη χώρα μας η νέα του ταινία, «Μαζί ή τίποτα» που κέρδισε ήδη τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και χάρισε στην πρωταγωνίστριά του, Νταϊάν Κρούγκερ, το βραβείο ερμηνείας στο περσινό φεστιβάλ των Κανών. Πρόκειται για μια ταινία γύρω από μια Γερμανίδα, η οποία, όταν ο Τούρκος σύζυγός της και το παιδί της σκοτώνονται σε τρομοκρατική επίθεση από μια ομάδα νεοναζί στο Αμβούργο, αποφασίζει να εκδικηθεί το θάνατό τους όταν τα γερμανικά δικαστήρια δεν καταφέρνουν να απονείμουν την απαραίτητη δικαιοσύνη. Συνάντησα τον Φατίχ στις Κάνες, όπου μπορέσαμε να μιλήσουμε για την ταινία του και την πολιτική της αξία.

Πώς αποφάσισες να δώσεις το ρόλο στη Νταϊάν Κρούγκερ;

Τη συνάντησα για πρώτη φορά στην παραλία το 2012. Είχε έρθει σε ένα πάρτι που είχα διοργανώσει και κουβεντιάσαμε για λίγο, στα γερμανικά, συμπαθήσαμε από την αρχή ο ένας τον άλλο, και μου είπε πως θα ήθελε να συνεργαστεί μαζί μου. Της είπα πως όταν έχω ένα χαρακτήρα που της ταιριάζει θα τη φώναζα. Έτσι, όταν έγραψα αυτό το σενάριο, τη φώναξα.

Ποια ήταν τα στοιχεία εκείνα που σε τράβηξαν σ’ αυτήν;

Είδα όλες τις ταινίες της, και είναι πολλές. Είδα σ’ αυτά πως μπορούσα να συνεργαστώ μαζί της, μη ξεχνάς πως έχω συνεργαστεί με χειρότερα πρόσωπα (γελά). Συμπαθήσαμε ο ένας τον άλλο, αισθανόμαστε σεβασμό ο ένας για τον άλλο. Είδα πως ήταν πολύ γενναία, της ζήτησα μάλιστα να με βοηθήσει να επιλέξω τους άλλους χαρακτήρες και ανακάλυψα πόσο καλή ήταν. Φτιάξαμε το ρόλο της μαζί. Της έδωσα χώρο να κινηθεί άνετα.

Αλλά διάβασα πως στο αρχικό σενάριο ο κύριος χαρακτήρας ήταν άντρας και τον μετατρέψατε σε γυναίκα. Είναι αλήθεια;

Ναι, ήταν διαφορετικό σενάριο. Το υλικό ήταν το ίδιο αλλά η ίδια ιστορία. Η ταινία είχε ήδη χρηματοδοτηθεί αλλά την ακύρωσα. Γύρισα μια άλλη ταινία ενδιάμεσα, το «Βερολίνο, αντίο» κι ενώ δούλευα σ’ εκείνη την ταινία ξανάγραψα το σενάριο έχοντας στο μυαλό μου τη Νταϊάν. Για μένα ήταν πιο ενδιαφέρον να έχω ηρωίδα γυναίκα.

Το φινάλε ήταν το ίδιο με το αρχικό ή το άλλαξες;

Όχι, κράτησα το ίδιο.

Για σας το φινάλε αυτό εκφράζει μια αίσθηση αδιεξόδου ή έλλειψη εμπιστοσύνης στο δικαστικό σύστημα;

Στο πλάνο στο φινάλε βλέπεις τον ορίζοντα ανάποδα, όπως ακριβώς αισθάνομαι μερικές φορές. Εξαρτάται από τους Γερμανούς πώς θα το ερμηνεύσουν αυτό. Αυτές οι νεοναζιστικές επιθέσεις, στις οποίες είναι βασισμένη η ιστορία της ταινίας, με εξόργισαν. Αυτό ήταν και το ξεκίνημα για να γράψω κάτι.

Χρειάζεται να γνωρίζει κανείς τι συμβαίνει ακριβώς για να καταλάβει την ταινία;

Δεν περιμένω από όλο τον κόσμο να γνωρίζει. Είναι σοκαριστικό το πόσο λίγοι Γερμανοί το γνωρίζουν. Και μάλιστα μορφωμένοι άνθρωποι. Αλλά ενώ εργαζόμουν στην ταινία μου, και μετά την έρευνα που έκανα, προσπάθησα να κάνω ένα σχόλιο σ’ αυτά που συμβαίνουν.

Σήμερα η ταινία σου είναι πολύ σημαντική, ιδιαίτερα με την αυξανόμενη τρομοκρατία. Εσύ ως μέλος της τουρκικής μειονότητας στη Γερμανία, αισθάνεσαι, με αυτά που συμβαίνουν, να υπάρχει μεγαλύτερο μίσος εκ μέρους της γερμανικής κοινωνίας.

Όχι, καθόλου. Αγαπώ τη γερμανική κοινωνία και δεν το εννοώ ειρωνικά. Ζούμε σε μια εποχή πολέμου αν και μερικοί δεν δείχνουν να το γνωρίζουν ή δεν θέλουν να το αντιμετωπίσουν. Ο πόλεμος σήμερα είναι διαφορετικός από τους πολέμους που γνωρίζαμε. Δεν υπάρχει στρατός με τανκς εκεί κι εδώ σε πεδία μάχης. Οι στόχοι σήμερα έχουν αλλάξει. Ένα τμήμα του κόσμου στον οποίο ζούμε αντανακλάται στην ταινία μου.

Η άνοδος του νεοναζισμού έχει σχέση και με τον πόλεμο στη Συρία, με τη μετανάστευση… Όλα είναι δεμένα. Εγώ παίρνω μια μικρή λεπτομέρεια από τον πόλεμο, η ταινία μου δεν είναι για τον πόλεμο, είναι για τη μητέρα. Δεν θέλω να χαρακτηρίσω την ταινία μου πολιτική. Εξαρτάται από εσένα και όλους όσους τη βλέπουν να τη χαρακτηρίσουν πολιτική ή όχι. Το πολιτικό θέμα είναι στο φόντο. Για μένα είναι το προσωπικό πορτρέτο μιας μητέρας. Αυτό το βρήκα πιο ενδιαφέρον. Κάτι όπως αυτό που έκανα και με τη «Μαχαιριά», όπου είχαμε το πορτρέτο ενός πατέρα. Οι δυο ταινίες συσχετίζονται.

Πιστεύεις πως οι αδυναμίες του δικαστικού συστήματος είναι, μέχρι σε ένα βαθμό, υπεύθυνες και για την αύξηση των ριζοσπαστικών αντιδράσεων και των τρομοκρατικών επιθέσεων;

Πιστεύω πως η βία προκαλεί περισσότερη βία.

Μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεις τον πατέρα του νεοναζί, που είναι έτοιμος να μιλήσει ενάντια στο γιο του γιατί δεν επικροτεί τις πράξεις του…

Η ταινία έχει πολλά επίπεδα κι η ταινία ασχολείται και με τους γονείς. Εδώ έχουμε δυο θύματα, γιατί και ο πατέρας έχει χάσει το παιδί του. Με ενός άλλου είδους θάνατο. Δεν ξέρω το θα έκανα εγώ προσωπικά αν το παιδί μου σκότωνε κάποιο. Θα εξακολουθούσα να τον αγαπώ αλλά δεν ξέρω αν θα τον παρέδιδα στη δικαιοσύνη.

Πίσω από αυτά υπάρχει και ο πόνος της μητέρας που έχασε το παιδί και τον άντρα της…

Ναι, και να μπορείς να ελέγξεις αυτό τον πόνο είναι πολύ δύσκολο.

Στα γυρίσματα ετοιμάζεις το κάθε τι από πριν;

Όχι πάντα. Αφήνεις και κάτι στην τύχη. Όπως η σκηνή με το πουλί, που έτυχε να πετάει από δίπλα και είπα στον οπερατέρ μου να στρέψει την κάμερα σ’ αυτό και να το τραβήξει… Και είχαμε ένα πολύ όμορφο πλάνο…

Πώς βλέπεις τώρα την ταινία σου στις Κάνες; Τι σημαίνει για σένα ένα τέτοιο φεστιβάλ;

Είναι η μεγαλύτερη σκηνή στον κόσμο. Δίνει την ευκαιρία σε όλους να τη δουν και έχει και το μεγαλύτερο τμήμα Αγοράς. Την πούλησα ήδη σε πολλές χώρες. Άξιζε να έρθει κανείς εδώ. Βέβαια δεν είναι πάντα το καλύτερο μέρος για τις ταινίες όλων των ειδών. Έχω πάει και στο Βερολίνο και στη Βενετία με άλλες ταινίες μου, που πίστευα πως εκεί ήταν καλύτερα γι’ αυτές.

Ετοιμάζεις κάποια νέα ταινία;

Αυτή τη στιγμή έχω καμιά δεκαριά σχέδια… Θα δούμε.

https://www.enetpress.gr/

Νίνος Φένεκ Μικελίδης

*** 1/2 Μαζί ή τίποτα

Aus dem Nichts/In the Fade. Γερμανία/Γαλλία, 2017. Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν. Σενάριο: Φατίχ Ακίν, Χαρκ Μπόμπ. Ηθοποιοί: Νταϊάν Κρούγκερ, Ντένις Μοσκίτο, Νούμαν Άκαρ, Γιοχάνες Κρις, Γιάννης Οικονομίδης. 106 λεπτά.

Σε ένα πολύ επίκαιρο θέμα, εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα, στρέφεται ο Φατίχ Ακίν στην ταινία του «In the Fade» (Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας): εκείνο μιας Γερμανίδας, της Κάτια, που ο Τούρκος άντρας της και το παιδί της δολοφονούνται σε τρομοκρατική επίθεση νεοναζιστικής ομάδας στο Αμβούργο, και η οποία, όταν η δικαιοσύνη απαλλάσσει τους ενόχους λόγω έλλειψης αρκετών στοιχείων, αποφασίζει να στραφεί σ’ ένα δικό της τρόπο εκδίκησης.

Η ταινία του Ακίν παρουσιάζεται ακριβώς σε μια περίοδο ανόδου των ακροδεξιών φασιστικών κομμάτων και της δολοφονικής δράσης των μελών τους σε ολόκληρη την Ευρώπη, μαζί και την Ελλάδα (στην ταινία ο σκηνοθέτης συνδυάζει το νεοναζιστικό ζευγάρι με μέλη της Χρυσής Αυγής, με τον γνωστό Κύπριο σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη να ερμηνεύει τέλεια τον Χρυσαυγίτη που ψεύδεται στο δικαστήριο για να σώσει τους δυο εγκληματίες).

Στο πρώτο μέρος, και παρά την επιμονή της αστυνομίας πως πρόκειται για επίθεση είτε ισλαμιστών τρομοκρατών είτε συμμοριών, επειδή ο άντρας της ήταν Τούρκος και πρώην διακινητής ναρκωτικών, παρακολουθούμε τις προσπάθειες της γυναίκας (μια πολύ καλή Νταϊάν Κρούγκερ) και του δικηγόρου της να ξεσκεπάσουν τους νεοναζιστές ενόχους στη δίκη που ακολουθεί, ενώ ο δικηγόρος του ζευγαριού των εγκληματιών αντιδρά, με τρόπο υπεροπτικό, για να αποδείξει την «αθωότητά» τους, με τη βοήθεια του Έλληνα Χρυσαυγίτη οι σκηνές του δικαστηρίου είναι από τις καλύτερες της ταινίας. Ο Ακίν ξέρει να κρατάει το σασπένς μέχρι το τέλος αν και, η λύση που δίνει στο δεύτερο μέρος με τη μορφή ενός θρίλερ εκδίκησης, με ωραίες πρέπει να πω σκηνές γυρισμένες σε όμορφους χώρους της Ελλάδας με τη γυναίκα να μετατρέπεται σε ερασιτέχνη ντετέκτιβ, αδυνατίζει κάπως την κορύφωση που περιμέναμε, αν και, η Νταϊάν Κρούγκερ, με την έξοχη ερμηνεία της (που της απέσπασε και το αναντίστοιχο βραβείο στο φεστιβάλ των Κανών), καταφέρνει τελικά να σε παρασύρει στην οποιαδήποτε απόφαση της.

https://www.enetpress.gr/

«Η Χρυσή Αυγή εκπροσωπεί το τέλος της δημοκρατίας»

17.02.2018

Συντάκτης: Λήδα Γαλανού

«Μαζί ή τίποτα» δηλώνουν ο εκρηκτικός Γερμανός σκηνοθέτης, γιος Τούρκων μεταναστών, με πλήρη συνείδηση της καταγωγής του και η όμορφη σταρ με τις κοινωνικές ευαισθησίες. Ενα θαρραλέο εγχείρημα, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, που βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης Ταινίας και χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κανών στην Κρούγκερ, στον πιο ώριμο ρόλο της καριέρας της. Ερμηνεύει μια Γερμανίδα που βρίσκεται αντιμέτωπη με την ύψιστη απώλεια, όταν ο Κούρδος άνδρας και ο γιος της σκοτώνονται σε τρομοκρατική επίθεση νεοναζί

Ο Φατίχ Ακίν είναι εκρηκτικός και ως σκηνοθέτης και ως άνθρωπος. Πιάνοντας το διεθνές σινεμά από τα μαλλιά, ήδη από το «Head On» του 2004, ο Γερμανός σκηνοθέτης, γιος Τούρκων μεταναστών και με πλήρη συνείδηση της καταγωγής του, ταρακουνά τακτικά τα νερά του σινεμά μέχρι σήμερα.

Η Νταϊάν Κρούγκερ, γεννημένη στη Γερμανία, είναι μια γνήσια σταρ, έχοντας παίξει για σκηνοθέτες από τον Λικ Μπεσόν ώς τον Κουέντιν Ταραντίνο, μια από τις ομορφότερες γυναίκες του πλανήτη και πάντα κοινωνικά ευαισθητοποιημένη.

Οι δυο τους έδωσαν ψυχή και ουσία στο «Μαζί ή τίποτα», που τιμήθηκε φέτος με τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και χάρισε στην Κρούγκερ, που έπαιξε πρώτη φορά εδώ και χρόνια στη μητρική της γλώσσα, τον Χρυσό Φοίνικα Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κανών.

Η ταινία ακολουθεί την πορεία της Κάτια, μιας Γερμανίδας συζύγου και μητέρας, που βρίσκεται αντιμέτωπη με την ύψιστη απώλεια, όταν ο Κούρδος άνδρας κι ο γιος της σκοτώνονται σε τρομοκρατική επίθεση νεοναζί. Μετά το πένθος, θα έρθει η ανάγκη για εκδίκηση.

Το Alter ego της ηρωίδας του

«Περίμενα πολύ καιρό για έναν ρόλο στη Γερμανία» εξομολογείται η Νταϊάν Κρούγκερ. «Τέτοιους ρόλους ψάχνω· όταν ωριμάζεις αναζητάς ολοκληρωμένους ρόλους, αλλά δεν προκύπτουν τόσο συχνά. Παρότι για χρόνια δεν ζω εκεί, είμαι Γερμανίδα και πρέπει να πω ότι, ζώντας πάλι στη Γερμανία για τέσσερις μήνες, κάποια πράγματα μου έγιναν τόσο προφανή για την ηρωίδα, η κουλτούρα μας είναι τόσο εγγεγραμμένη μέσα μου, που ένιωσα σαν να γύρισα σπίτι. Δεν χρειαζόταν να σκεφτώ ποιο είναι το κοινωνικό της υπόβαθρο, τα ξέρω όλα αυτά εξαρχής».

Γεννημένη το 1976 στη Σαξονία, η Κρούγκερ μπόρεσε να μιλήσει την ίδια γλώσσα με τον Φατίχ Ακίν και όχι μόνο κυριολεκτικά:

«Μεγάλωσα στην εξοχή μου λένε συνέχεια ότι δείχνω πολύ σοφιστικέ, αλλά δεν μεγάλωσα έτσι, ζούσα σ’ ένα μικρό χωριό 2.000 κατοίκων. Κανείς στην οικογένειά μου δεν έχει κάνει ποτέ τίποτα καλλιτεχνικό, η μητέρα μου δούλευε στην τράπεζα, έφυγα από το σπίτι πάρα πολύ μικρή. Ο Φατίχ είναι γιος μεταναστών, έχει μέσα του αυτό το στοιχείο που τον κάνει να θέλει να πετύχει, έχει ένα δυνατό αίσθημα δικαίου και οι προκαταλήψεις που καμιά φορά οι Γερμανοί έχουν εναντίον των Τούρκων μεταναστών είναι κάτι που νιώθει έντονα. Αλλά είναι πολύ ευαίσθητος. Πόσες φορές ένα άνδρας σκηνοθέτης γράφει με τέτοιο βάθος έναν γυναικείο χαρακτήρα; Μοιάζει πολύ με την ηρωίδα μου, είμαι το alter ego του σ’ αυτήν την ταινία».

Η επιλογή της μοιραίας επίθεσης νεοναζί, ως μοχλό βίας στην ταινία του, έμοιασε αυτονόητη για τον Φατίχ Ακίν.

«Με εκπλήσσει το πόσο ο κόσμος από άλλες χώρες δεν ξέρει για τους νεοναζί στη Γερμανία. Ηταν μια ευκαιρία να το μοιραστώ αυτό. Αλλά ακόμα και στη Γερμανία πολύς κόσμος δεν ξέρει αρκετά, ή τα ξεχνούν πολύ γρήγορα. Είμαστε πολύ καλοί στο να ξεχνάμε πράγματα. Ο νεοναζισμός στη Γερμανία είναι πραγματικό ζήτημα, δεν είναι απλώς κάτι που συζητιέται γύρω γύρω».

Η πλοκή της ταινίας, φυσικά, συμπεριλαμβάνει και αναφορές (με συγκεκριμένους και καθοριστικούς ήρωες του σεναρίου), στη Χρυσή Αυγή και στον σύνδεσμό της με τη γερμανική νεοναζιστική παράταξη.

«Η αναφορά μου προέκυψε επειδή, όταν μελέτησα τους φακέλους της δίκης στην οποία βασίζεται η ταινία, παρατήρησα ν’ αναφέρεται ότι στο κοινό, στο δικαστήριο, ήταν κάποιοι με μπλούζες με το λογότυπο της Χρυσής Αυγής. Αυτό μου φάνηκε αμέσως ενδιαφέρον, οπότε έκανα την έρευνά μου, συναντήθηκα με κάποιους δημοσιογράφους στην Ελλάδα, έμαθα κι ότι ένας από τους ηγέτες τους έχει ένα ξενοδοχείο στην Αθήνα. Μου φάνηκε σημαντικό να συνδέσω την ταινία με την Ελλάδα: εκεί γεννήθηκε η δημοκρατία, εκεί τώρα βρίσκεται και η παράταξη που εκπροσωπεί το τέλος της δημοκρατίας. Προσθέτει ένα επιπλέον επίπεδο στην ιστορία».

«Η βία προκαλεί βία»

Ωστόσο, για τον Φατίχ Ακίν οι άξονες της ταινίας είχαν κι έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα:

«Επέλεξα να μιλήσω για τους νεοναζί, επειδή εγώ, ο ίδιος, μπορώ να γίνω στόχος αυτών των ομάδων. Αυτό με κάνει να θυμώνω, με αναστατώνει. Ο θυμός μού δίνει τη δύναμη να καθίσω να γράψω. Στην πορεία, βέβαια, κατάλαβα ότι έγραψα μια ταινία για μια μητέρα: για το πώς μπορεί να βρει μια κάθαρση, ή μια φωνή, ή μια ταυτότητα, όποιο θύμα χάνει το παιδί του. Οι νεοναζί είναι αυτό που απασχολεί εμένα προσωπικά, αλλά είναι ανταλλάξιμο με κάθε περίπτωση βίας. Κι η ταινία είναι ο δικός μου τρόπος να πω το απλό, ότι η βία προκαλεί βία».

Για την πορεία εκδίκησης της Κάτια, η Νταϊάν Κρούγκερ μιλά διαλλακτικά:

«Η ταινία είναι μια πρόταση, για ν’ αποφασίσει μόνο του το κοινό τι θα έκανε. Δεν είναι η θέση μου να κρίνω την ηρωίδα μου, πρέπει να προσπαθήσω να φορέσω τα παπούτσια της, δεν μπορώ να φανταστώ τι σημαίνει να χάνεις ένα παιδί ή έναν σύζυγο σε μια τρομοκρατική επίθεση. Δεν ξέρω τι θα έκανα εγώ, αλλά ξέρω ότι εκείνη ακολούθησε το δικό της μονοπάτι και αυτό προσφέρει στο κοινό, είτε για να το σκεφτεί είτε για ν’ αποφασίσει».

Ο Ακίν έντυσε τα συναισθήματα της ταινίας με τα δικά του:

«Οταν έγραφα, σκεφτόμουν πολύ τη γυναίκα μου, τη Μονίκ, ξέρετε, είναι παντρεμένη με Τούρκο κι αναρωτιόμουν πώς θα χειριζόταν εκείνη μια τέτοια κατάσταση. Με βοήθησε πολύ να σκέφτομαι τη δική μου οικογένεια και τις δικές μου σκέψεις για την οικογένεια. Σε πολλές ταινίες σήμερα, ο εχθρός βρίσκεται μέσα στην οικογένεια. Αυτό το χρησιμοποιήσαμε, στον τρόπο που δείξαμε την ευρύτερη οικογένεια των ηρώων. Αλλά η εσωτερική οικογένεια, μαμά, μπαμπάς, παιδί, αυτό είναι το ασφαλέστερο μέρος σε μια οικογένεια κι αυτό είναι που καταστράφηκε. Κι εγώ πιστεύω σ’ αυτό. Η στενή μου οικογένεια είναι η ασφάλειά μου».

Οπως είναι φυσικό, γράφοντας την ταινία, ο Ακίν επηρεάστηκε από την επικαιρότητα:

«Οταν ετοιμάζαμε την ταινία, έγιναν πολλές τρομοκρατικές επιθέσεις: το Βερολίνο, η Νίκαια, το Παρίσι, η Κωνσταντινούπολη, το Πακιστάν, ένα σωρό. Λυπάμαι πολύ μ’ αυτά τα συμβάντα και πάντα σκέφτομαι περισσότερο τα θύματα, αυτούς που έχασαν τα παιδιά τους, τους φίλους, τους γονείς τους. Οι σκέψεις μου για τη θλίψη δεν αλλάζουν, όπου κι αν βρίσκομαι. Το συναίσθημα είναι το ίδιο, είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Ο κόσμος ήταν ίδιος και πριν το Μάντσεστερ και μετά αλλά όχι για τα θύματα, ο κόσμος τους έχει αλλάξει εντελώς. Και φοβάμαι ότι θα βιώνουμε τέτοια περιστατικά και περισσότερο στο μέλλον».

«Μαζί πηδήξαμε στον γκρεμό»

Με τον ίδιο τρόπο, η Νταϊάν Κρούγκερ βρήκε τα δικά της σημεία ταύτισης με την ηρωίδα της:

«Εχω μεγάλη κατανόηση για την Κάτια, η πραγματικότητα σου θυμίζει ότι καθημερινά δημιουργούνται Κάτιες, οι γυναίκες, οι μητέρες, οι πατέρες, οι σύζυγοι που μένουν πίσω από αυτές τις φρικτές επιθέσεις και νιώθω μια ευθύνη, γιατί ποτέ δεν βλέπεις τι συμβαίνει στους ανθρώπους που μένουν πίσω. Σοκάρομαι με κάθε είδηση, αλλά, ίσως, όπως κι άλλοι άνθρωποι, αποστασιοποιούμαι λίγο, αυτά τα γεγονότα σταδιακά γίνονται εικόνες και νούμερα, όλοι σοκάρονται για μια μέρα, όταν ακούς, πέθαναν 22, νεκροί 100, βλέπεις τηλεόραση, ο κόσμος ποστάρει στο Instagram και, ταυτόχρονα, κανείς δεν μιλά ποτέ για το τι γίνονται οι άνθρωποι που έμειναν πίσω, μετά από έξι μήνες, πώς μπορείς να συνεχίσεις να ζεις.

»Εχω ευαισθητοποιηθεί περισσότερο ως προς αυτό. Η ταινία βασίζεται σε πραγματική ιστορία, οπότε η επίθεση είναι πραγματικό συμβάν. Κι είναι μια επίθεση νεοναζί, αλλά εύκολα θα μπορούσε να είναι από τζιχαντιστές, ή από έναν άλλον τρελό που ρίχνει μια βόμβα. Είναι μια ταινία για την αδικία που συμβαίνει στους ανθρώπους. Για μένα, ναι, είναι μια ταινία για το ταξίδι μιας μητέρας και για τη θλίψη άρα δυστυχώς είναι επίκαιρη, αλλά δεν προσπαθεί να δώσει εξηγήσεις».

Ο Φατίχ Ακίν και η Νταϊάν Κρούγκερ συνδέθηκαν πολύ στη δημιουργία του «Μαζί ή τίποτα».

«Χτίσαμε αυτή την ηρωίδα μαζί με την Νταϊάν», λέει ο Ακίν, «έχει πολλά στοιχεία από τις προσωπικότητες και των δυο μας και τα χρησιμοποιήσαμε σαν κομμάτια Lego, μαζί με τη φαντασία μας. Είναι πολύ δημιουργικό, αν έχεις τον σωστό συνεργάτη, να χτίζεις κάτι μαζί του. Ηταν μια ανταλλαγή, ιδεών και συναισθημάτων, σαν δυο κομμάτια του παζλ να έχεις την τύχη να ταιριάζουν τέλεια μαζί».

«Προετοιμαζόμουν γι’ αυτή την ταινία για ασυνήθιστα πολύ καιρό» εξηγεί η Κρούγκερ.

«Σωματικά και πνευματικά και συναισθηματικά, η ηρωίδα απέχει πολύ από το πού βρίσκομαι στη ζωή μου. Μεγάλωσα στη Γερμανία, οπότε γνωρίζω την Κάτια, αλλά είναι κι ένα αγρίμι, είναι μαχητική. Ο Φατίχ είναι ένας πολύ απαιτητικός σκηνοθέτης, όπως ξέρετε και πράγματι θα σου ζητήσει να πηδήξεις στον γκρεμό μαζί του κι εγώ είπα ναι σε όλα. Μετακόμισα στη Γερμανία, έζησα στη γειτονιά όπου θα ζούσε η Κάτια, πήγα στα μπαρ όπου θα πήγαινε και για οκτώ εβδομάδες διαβάζαμε καθημερινά το σενάριο, μιλούσαμε εκτεταμένα για το ποια είναι. Ενιωσα ότι μέσα στις οκτώ αυτές εβδομάδες, σταδιακά, όλα άρχισαν ν’ αλλάζουν πάνω μου, άρχισα ν’ ακούω διαφορετική μουσική, ντυνόμουν αλλιώς. Η Κάτια με άλλαξε, όντως, δεν είμαι η ίδια, ακόμα και τώρα, για μένα υπάρχει το πριν και το μετά».

Ο Ακίν και η Κρούγκερ παρουσίασαν πρώτη φορά την ταινία τους στο Φεστιβάλ Κανών, αλλά εκεί ήταν και που γνωρίστηκαν, πέντε χρόνια νωρίτερα. «Γνωριστήκαμε στην παραλία των Κανών, σ’ ένα πάρτι για το ντοκιμαντέρ μου “Ο Παράδεισος δεν είναι εδώ”, το 2012», θυμάται ο Ακίν.

«Ηρθε και μου είπε ότι γνώριζε τη δουλειά μου και της άρεσε. Μόλις προέκυψε αυτή η ταινία, για την οποία χρειαζόμουν μια γυναίκα… της άριας φυλής, ήρθε στο μυαλό μου η συνάντησή μας».

Την οποία η Κρούγκερ θυμάται με πιο γλαφυρό τρόπο!

«Πήγα μόνη μου και τον γνώρισα, σε αυτό το πάρτι στις Κάνες. Ημουν μέλος της κριτικής επιτροπής εκείνη τη χρονιά, επίσης ήμουν πολύ μεθυσμένη πράγμα χρήσιμο γιατί είμαι πολύ συνεσταλμένη, συνήθως δεν πηγαίνω σε κάποιον να του πω, σε παρακαλώ πάρε με να δουλέψω για σένα! Οπότε χρειάστηκα λίγα σφηνάκια βότκα για βοήθεια κι ήταν κι αυτός μεθυσμένος επίσης, οπότε τον πολιόρκησα και του είπα πόσο μ’ αρέσει η δουλειά του, συμπαθήσαμε αμέσως ο ένας τον άλλον. Πέρασαν πέντε χρόνια, αλλά βρήκαμε την ευκαιρία μας».

«Είμαι πολύ φιλόδοξη»

Η ερμηνευτική αναγνώριση και τα βραβεία έρχονται σ’ ένα σημείο της καριέρας της Νταϊάν Κρούγκερ που μοιάζει, πια, ν’ αξιοποιεί τους ώς τώρα κόπους της:

«Φυσικά είμαι πολύ φιλόδοξη», λέει η ηθοποιός, «έφυγα από το χωριό μου για να καταφέρω αυτό εδώ που ζω τώρα. Ηθελα να δω τον κόσμο, δεν ταίριαζα στον δικό μου κόσμο, δεν ήμουν δημοφιλής στο σχολείο, ένιωθα ότι κανείς δεν είχε τα δικά μου ενδιαφέροντα κι ήθελα να φύγω και ν’ ανακαλύψω αυτό που αγαπούσα. Πεινούσα για εμπειρίες και πήγα στο Παρίσι κι άνοιξαν τα μάτια μου. Αλλά είναι και η τύχη σημαντικός παράγοντας και οι άνθρωποι που συναντάς στον δρόμο σου και που θέλουν να σε βοηθήσουν να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου».

Επιπλέον, ο ρόλος έδωσε στην Κρούγκερ την ευκαιρία να ανασύρει τη μητρική κουλτούρα της: «Είμαι Γερμανίδα ονειρεύομαι στα γερμανικά κι όταν οι φίλοι μου, αγγλόφωνοι, γαλλόφωνοι, ακούνε ότι αρχίζει κι εμφανίζεται η γερμανική προφορά μου, τρομάζουν, καταλαβαίνουν ότι είμαι θυμωμένη ή αναστατωμένη. Και, αν δεν το ξέρετε, τα γερμανικά είναι η διεθνής γλώσσα για το ημέρωμα των άγριων ζώων!»

Από την πλευρά του, ο Φατίχ Ακίν, παρορμητικός και παθιασμένος πάντα, βλέπει την καριέρα του, λίγα χρόνια μετά την αποτυχία της «Μαχαιριάς», ξανά σε ανοδική πορεία:

«Θυμάστε το “Rocky”; Ο Ρόκι Μπαλμπόα μιλάει στον γιο του και του λέει, σημασία δεν έχει πόσο δυνατά θα χτυπήσεις, αλλά πόσο δυνατά μπορείς να χτυπηθείς και ν’ αντέξεις. Αντεξα».

https://www.efsyn.gr

Συντάκτης: Λήδα Γαλανού

Μαζί ή τίποτα ★★★☆☆

(Aus dem Nichts, Γερμανία, Γαλλία, 2017, 106′)

Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν

Ηθοποιοί: Νταϊάν Κρούγκερ, Νουμάν Ακάρ, Ντένις Μοσκίτο

Αν έως τώρα έχουμε γνωρίσει τον Φατίχ Ακίν («Μαζί, ποτέ», «The cut», «Crossing the bridge», «Soul kitchen»), τον τουρκικής καταγωγής Γερμανό δημιουργό, ως ένα σκηνοθέτη γεμάτο ένταση, αστική σκληρότητα, πολιτική ματιά, στο «Μαζί ή τίποτα» μοιάζει να συμπυκνώνει τα γνωρίσματα του σινεμά του σ’ ένα όλο ενέργεια δίωρο ανθρώπινης δύναμης και πολιτικού κατηγορώ.

Η Κάτια είναι μια 35χρονη Γερμανίδα, παντρεμένη με τον Γερμανο-Κούρδο Νουρί, μητέρα ενός μικρού αγοριού. Τη μέρα που θ’ αφήσει για λίγο το αγοράκι στο γραφείο του μπαμπά θα χτυπήσει η τραγωδία. Μια ομάδα νεοναζί θα βάλουν βόμβα στο γραφείο και θα σκοτώσουν τον Νουρί και τον μικρό.

Η Κάτια νιώθει το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της: για λίγο. Αφού πενθήσει, αφού σπαράξει, αφού ξεσπάσει την οργή της, θ’ αναζητήσει εκδίκηση. Μέσα κι έξω από τον νόμο, θα αγωνιστεί για να τιμωρηθούν οι εγκληματίες που της στέρησαν την οικογένεια και την αγάπη της. Εκεί θα χωρέσει κι ολόκληρη η αναφορά στην ελληνική Χρυσή Αυγή, στους συνδέσμους της με τους νεοναζί στην υπόλοιπη Ευρώπη κι εκεί, εύστοχα και δυναμικά, ο Γιάννης Οικονομίδης θα υποδυθεί τον φασίστα που γνωρίζουμε από τη δική μας επικαιρότητα.

Ο Φατίχ Ακίν κάνει μια ταινία που τρέχει με ορμή και που φλέγεται, εσωτερικά, με το πάθος και τον πόνο μιας γυναίκας που μετρά την ύψιστη απώλεια. Στην ιστορία της Κάτια αποτυπώνει αμέτρητες ιστορίες των ανθρώπων που μένουν πίσω, μετά από τρομοκρατικά χτυπήματα, αναγκασμένοι να επιβιώσουν. Η ηρωίδα του είναι παντοδύναμη ως μάνα κι ασταμάτητη και, μαζί, τόσο ανθρώπινη και εύθραυστη.

Οι οικογενειακοί δεσμοί, οι ετοιμόρροπες φιλίες, όλα έχουν τη θέση τους στο «Μαζί ή τίποτα», με τον τεταμένο ρεαλισμό του, την αγωνία του θρίλερ και τη μορφή και τα φώτα του δρόμου. Κι ως Κάτια, η Νταϊάν Κρούγκερ δείχνει για πρώτη φορά, εκτός από την ομορφιά της, τα δόντια της στην υποκριτική, διαμορφώνοντας τίποτα λιγότερο από τον γυναικείο ρόλο της χρονιάς.

Η μοναδική στιγμή που Φατίχ Ακίν μοιάζει να χάνει τον έλεγχό του, είναι, καθοριστικά, στο φινάλε του, γραμμένο με εμπάθεια και με μια ροπή προς την αυτοδικία που, πραγματικά, ανατρέπει τον πολιτικό κι ανθρώπινο σχολιασμό που τόσο ευαίσθητα και ρεαλιστικά έχει στήσει.

https://www.efsyn.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: