Ο Μπουντί σώθηκε από τον πνιγμό (1932) του Ζαν Ρενουάρ με ελεύθερη είσοδο, ανάλυση και συζήτηση το Σάββατο 3 Μαρτίου 2018 στις 19.00 στο Πολιτιστικό Κέντρο «Ο Καύκασος»

BOUDU POSTER 001

Το Σάββατο 3 Μαρτίου 2018 στις 19.00 στο Πολιτιστικό Κέντρο «Ο Καύκασος» (Πατησίων 81, εντός Στοάς, 1ος όροφος) θα προβληθεί η αριστουργηματική ταινία  του Ζαν Ρενουάρ «Ο Μπουντί σώθηκε από τον πνιγμό» (1932) με ελεύθερη είσοδο (προαιρετική συνεισφορά), ανάλυση και συζήτηση .

Στις 16.00 το τρίτο μάθημα της Ιστορίας, Θεωρίας και Κριτικής Κινηματογράφου με θέμα ο Κινηματογράφος από το 1915-1940. [Ντέηβιντ Γουόρκ Γκρίφιθ, Σκανδιναβική Σχολή-Σουηδικός Κινηματογράφος, εξπρεσιονισμός, ιμπρεσιονισμός, σουρεαλισμός, ντανταϊσμός, ρώσικη πρωτοπορία δεκαετίας του 20, ποιητικός ρεαλισμός, γκαγκστερική ταινία δεκαετίας του 30, Ζαν Ρενουάρ, Ρενέ Κλερ, Κινηματογράφος Χολιγουντιανός Περιόδου-Υπόλοιπων Χωρών στον Κόσμο-Ντοκιμαντέρ (Νανούκ του Βορά 1922 του Φλάερτυ) -Animation].

Boudu_sauve_des_eaux

Σεμινάριο Ιστορίας-Θεωρίας-Κριτικής Κινηματογράφου 2018
στο Πολιτιστικό Κέντρο «Ο Καύκασος»

Εργαστήρι Κινηματογράφου Δήμου Ζωγράφου και το 2018

Ο Ρενουάρ είχε ήδη γυρίσει 11 ταινίες προτού τον επιλέξει ο Simon ο οποίος αποφάσισε να διασκευάσει ένα θεατρικό έργο του Ρενέ Fauchois. Oι δυο τους είχαν συνεργαστεί τρεις φορές κατά το παρελθόν την εποχή της γένεσης του κινηματογράφου και ήταν και οι δύο ανερχόμενες προσωπικότητες που διαπνέονται από ένα αίσθημα ελευθερίας και την επιθυμία να εξερευνήσουν άγνωστες περιοχές.

Σαν μία τερατώδης Αφροδίτη ο αλήτης Μπουντύ του Simon αναγεννιέται από το νερό η ευγένεια της οικογένειας Λεστιγκουά, η γενναιοδωρία και ο πλούτος της τον έφεραν πίσω σε μία ζωή που ο ίδιος ήθελε να εγκαταλείψει. Βέβαια δεν μπορούμε να αποφύγουμε συγκρίσεις με το χαρακτήρα του Τσάρλι Τσάπλιν σε μία παρόμοια κατάσταση. Πράγματι οι δυο αλήτες έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά το αίσθημα της επιβίωσης, την αμοραλιστική σχέση με τους κανόνες της κοινωνίας, την επικέντρωση στην αντίθεση ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους, την ακατανίκητη ορμή για σεξ. Οι διαφορές όμως ανάμεσά τους αποκαλύπτουν τη δύναμη αυτής της ταινίας τη σχέση της με το βοντβίλ, αλλά και τη ρήξη της με αυτό (τις συμβάσεις δηλαδή του αστικού θεάτρου) καθώς και την παρουσία και τον τρόπο έκφρασης του Simon.

ΠΗΓΗ: 1001 ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΧΛΙΑΣ

jean-renoir

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

(1894-1979)

Κανείς δεν αμφιβάλλει πια ότι ο Ζαν Ρενουάρ (Jean Renoir) είναι ένας από τους πέντε-έξι μεγαλύτερους δημιουργούς του κινηματογράφου. Όχι μόνο έπλασε νέους κόσμους και καινούριες μορφές, όχι μόνο διέσχισε σαν ογκόλιθος σχεδόν πενήντα χρόνια του γαλλικού (και του αμερικανικού) κινηματογράφου αλλά προσέφερε το εύρος και την πυκνότητα της κλασικής όσο και της πρωτοποριακής τέχνης, την ποιότητα του μυθιστορήματος, του θεάτρου και της ζωγραφικής και ιδιαίτερα τον παλμό, την αναπνοή, τον αυθορμητισμό της ζωής, τα πάθη και τα αισθήματα των ανθρώπων, τη λαμπρότητα και την πλαστικότητα του φωτός. Όλες μαζί τις ιδιότητες που συνεισέφερε ο κινηματογράφος στην τέχνη του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε κάτω από τη βαριά σκιά του διάσημου ζωγράφου πατέρα του, του ιμπρεσιονίστα Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ, αλλά, αντίθετα με άλλους γόνους μεγάλων προσωπικοτήτων, αυτός όχι μόνο κατάφερε να σταθεί στα πόδια του αλλά και πέρασε στην αθανασία για την προσφορά του ως σκηνοθέτη της 7ης Τέχνης.

Με ένα απόλυτα προσωπικό στιλ ανάμεσα στο λυρικό και το ρεαλιστικό, ήταν ο πρώτος που παρουσίασε συστηματικά το ύφος που οι ιστορικοί ονομάζουν ποιητικό ρεαλισμό. Κορυφαίος στιλίστας (η ταινία του «Ο κανόνας του παιχνιδιού» θεωρείται μία από τις δέκα σημαντικότερες της ιστορίας του κινηματογράφου), η θεματολογία του αναπτύχθηκε σταδιακά σαν κοινωνική τοιχογραφία της σύγχρονης Γαλλίας, αγκαλιάζοντας όλες τις κοινωνικές τάξεις και δραστηριότητες. Τιμήθηκε με το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας για την ταινία του «Οι σκλάβοι της γης».

Άνθρωπος του πνεύματος και πολύπλευρο ταλέντο, εξωτερίκευσε τις ανησυχίες του ποικιλοτρόπως. Συγγραφέας με πολύ δυνατή πένα, σεναριογράφος, παραγωγός, ηθοποιός με εξαιρετικά χαρακτηριστικά στις ερμηνείες του και, φυσικά, σκηνοθέτης, από εκείνους που με την ματιά του άλλαξαν τον τρόπο που βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε το σινεμά. Οι ταινίες του «Grand illusion» (1937) και «The rules of the game» (1939), συγκαταλέγονται στις κορυφαίες κινηματογραφικές δημιουργίες όλων των εποχών. Επιδραστικότατες, όπως και η ίδια του η οπτική, αλλά και συνάμα σημείο αναφοράς στις μεγάλες στιγμές της έβδομης τέχνης. Με 40 ταινίες στο ενεργητικό του, απέσπασε μερικά από τα μεγαλύτερα βραβεία παγκοσμίως, ειδικά στα Ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Ένας πραγματικός θρύλος του σινεμά…

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

Elena et les Hommes Ελενα (1956)

French Cancan Καν-Καν (1954)

The Woman on the Beach Στην Αβυσσο του Πάθους (1947)

The Southerner Σκλάβος της Γης (1946)

This Land Is Mine Το Ξύπνημα του Σκλάβου (1943)

La Regle du Jeu Ο Κανόνας του Παιχνιδιού (1939)

La Bete Humaine Το Ανθρώπινο Κτήνος (1938)

La Marseillaise Η Μασσαλιώτιδα (1938)

La Grande Illusion Η Μεγάλη Χίμαιρα (1937)

Le Crime de Monsieur Lange Το Εγκλημα του Κυρίου Λανζ

Partie de Campagne Εκδρομή στην Εξοχή (1936)

Toni Τονί (1935)

Boudu Sauve des Eaux Ο Μπουντί Σώθηκε (1932)

La Chienne Η Σκύλα (1931)

La Petite Marchande d`Allumettes Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα (1928)

Nana (1926)

BOUDU SIMON 001

ΜΙΣΕΛ ΣΙΜΟΝ (1895-1975)

Ο ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ

Από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του παγκόσμιου κινηματογράφου στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Γιος ενός παραγωγού λουκάνικων, ο Μισέλ Σιμόν στρατολογήθηκε στο ελβετικό στρατό κατά την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά τον αποστράτευσαν λόγω φυματίωσης.

Ο Σιμόν ήταν πολυπράγμων: μποξέρ, φωτογράφος, γενικά πολυτεχνίτης και με… άναρχες ιδέες. Στη Γενεύη όπου βρέθηκε το 1920, ξεκίνησε η καριέρα του ως ηθοποιού. Η φήμη του σύντομα μεγάλωσε και μετακόμισε στο Παρίσι το 1923, όπου εμφανίζεται στην πρώτη ταινία του 1925 (την ίδια χρονιά έπαιξε για πρώτη φορά και στο θέατρο). Με την έλευση του ήχου στον κινηματογράφο, ο Σιμόν εδραιώθηκε ως κορυφαίος ηθοποιός της Γαλλίας, κάνει αξέχαστη δουλειά για τον Ζαν Ρενουάρ στις περισσότερες από τις ταινίες του. Στη δεκαετία του 1950 εργάστηκε λιγότερο συχνά, εν μέρει εξαιτίας ενός ατυχήματος που παρέλυσε μέρος του σώματος και το πρόσωπό του. Παρά το γεγονός αυτό, ο ίδιος εξακολουθεί να εμφανίζεται σε ταινίες μέχρι το θάνατό του, το 1975.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

Le boucher, la star et l’orpheline 1975

Blanche 1972

Contestazione generale 1970

The Train 1965

Le diable et les dix commandements 1963

Austerlitz 1960

Tempi nostril 1954

Fabiola 1951

Les disparus de Saint-Agil 1939

Η ατάλαντη 1934

Η σκύλα 1031

Casanova 1929

Feu Mathias Pascal 1926

1937_marseillaise_1200-jean-renoir

On the set of La Marseillaise” Jean Renoir and cinematographer Jean Bourgoin (behind the camera), 1937

Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ

Η σκηνοθεσία του Ρενουάρ είναι λιτή και ρέει με τέτοιο τρόπο ώστε κανείς δε πολυστέκεται στην τεχνική. Μια τεχνική που φτάνει την τελειότητα, δίνοντας την αίσθηση του φευγαλέου και αντιφατικού συνόλου στο οποίο ο θεατής συμμετέχει αναγκαστικά. Ο Ρενουάρ, γιός του διάσημου ζωγράφου Ογκυστ Ρενουάρ, δίνει την εντύπωση ώρες ώρες ότι δε σκηνοθετεί, αλλά ζωγραφίζει, όπως ο πατέρας του.

Ήταν για πολλά χρόνια ένας παραγνωρισμένος σκηνοθέτης που δε διέθετε το λούστρο του Κλαιρ και του Καρνέ. Ο Ρενουάρ έπρεπε να περιμένει το τέλος του πολέμου για να πάρει τη θέση που του άξιζε, κύρια χάρη στις κριτικές του Αντρέ Μπαζέν που επαινούσε το σεβασμό του Ρενουάρ στη συνέχεια του δραματικού χώρου και τον θεωρούσε άτρωτο στο πέρασμα του χρόνου. Μια αντιπαράθεση ενός φιλμ του Αϊζενστάιν ή του Βίνε με ένα του Ρενουάρ αποσαφηνίζει αυτό που υποστήριζε ο Μπαζέν: είναι η αντίθεση ανάμεσα σ’ ένα κόσμο μεταφορικής παράθεσης διαφορετικών σκηνών και σ’ ένα κόσμο οργανικής συνέχειας, ανάμεσα σε μια κάμερα που εμφανώς οργανώνει τα γεγονότα και σε μια κάμερα που εμφανώς οργανώνει τα γεγονότα και σε μια κάμερα που λειτουργεί σαν παράθυρο στον κόσμο .

Όπως είχε γράψει και η Πενελόπ Χιούστον, «ο Ρενουάρ φιλμάρει, ότι υπάρχει έξω από την κάμερα και ανεξάρτητα απ’ αυτή , βάζοντας απλώς την κάθε σκηνή στην υπηρεσία της». Προφανώς πρόκειται για μια ψευδαισθητική αντίθεση, γιατί, ότι βλέπουμε στην οθόνη έχει οργανωθεί από πριν και εκτός από μερικά είδη του σινεμά-βεριτέ, «έχει μπει στην υπηρεσία της κάμερας». Όμως ο Ρενουάρ ήταν κατά μεγάλο μέρος υπεύθυνος για ένα τρόπο οργάνωσης ριζικά διαφορετικό από οτιδήποτε είχε γίνει πριν, κι αυτό είναι φανερό ήδη από τον καιρό του «Nana» («Νανά»), 1926. Οι πρώτες αξιομνημόνευτες ομιλούσες ταινίες του ήταν, πέρα από τη «Σκύλα»), το αστυνομικό φιλμ «La nuit de carrefour» («Η νύχτα στο σταυροδρόμι»), 1932, το «Boudou sauve des eaux» («Ο Μπουντύ σώζεται από τον πνιγμό»),1932 και το κατά παραγγελία «Le crime de monsier Lange» («To έγκλημα του κυρίου Λανζ»), 1935.

Είναι περισσότερο ο τρόπος που ο Ρενουάρ αντιλαμβάνεται τη παρουσίαση των μεταναστών στον Τόνι και συνεπώς η χρήση των τράβελινγκ και των διπλών εστιάσεων (και λιγότερο το μοντάζ του Αϊζενστάιν) που έκαναν τον Μπαζέν να το χαρακτηρίσει σαν σκηνοθέτη που ενδιαφέρεται για τη δημιουργία χαρακτήρων και καταστάσεων που αυτοεκφράζονται παρά για μια ιστορία. Η σύγκρουση και η αντίθεση είναι αναπόσπαστο κομμάτι των χαρακτήρων και των καταστάσεων, καθώς και των ίδιων των εικόνων, στα δύο γνωστότερα φιλμ του Ρενουάρ, το «La grande illusion» («Η μεγάλη χίμαιρα»),1937, και το «La regie du jeu» («Ο κανόνας του παιχνιδιού»),1939.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Ο Ζαν Ρενουάρ ξεκινά να δημιουργεί στη χρυσή εποχή του βουβού κινηματογράφου. Όταν βγαίνουν οι πρώτες ομιλούσες ταινίες του («On purge bébé και «Η σκύλα») είναι ήδη αναγνωρισμένος σκηνοθέτης. Η «Σκύλα», ένα κοινωνικό αναρχικό δράμα, θα επισημάνει την αρχή της ρεαλιστικής περιόδου για τον Ρενουάρ και τον γαλλικό κινηματογράφο. Ο σκηνοθέτης τότε αποδεικνύει ότι πράγματι κατέχει την τέχνη του, μαζί με τις αισθητικές προσδοκίες του, και τον θαυμασμό του για τον άμεσο ήχο σε αυτό το βαθύ έργο. Η «Σκύλα» γυρίζεται στη Μονμάρτη, μια μποέμ γειτονιά καλλιτεχνών, ζωγράφων και ποιητών ως επί το πλείστον, εξ ου και η επιλογή του Maurice Legrand να παρουσιάσει το χόμπι του, ως κύρια απασχόληση του.

Η ταινία έχει το ρεαλιστικό ύφος ενός ντοκιμαντέρ μιάς και είναι γυρισμένη σε φυσικά ντεκόρ, και αυτό της δίνει μία αυθεντικότητα. Ο Ντανιέλ Σερσό, βιογράφος του Ρενουάρ, επισημάνει: «Οι σκηνές του δρόμου, η πανταχού παρουσία της Μονμάρτης, οι σκάλες της και τα τόσο χαρακτηριστικά φανάριά της, δίνουν στο έργο την αίσθηση ότι οι σκηνές έχουν ληφθεί επί τόπου». Πέρα από την όψη εθνογραφικού και κοινωνιολογικού εγγράφου της ταινίας, την αντανάκλαση του παριζιάνικου κόσμου, ο Ρενουάρ αιχμαλωτίζει το αόρατο, το τι κρύβεται πίσω από το μέτωπο, μέσα στο κρανίο του καθενός.

Η κεντρική πλοκή της ταινίας παίχτηκε και στην αληθινή πορεία των ηθοποιών. Ο Michel Simon ήταν ερωτευμένος με την Janie Marèse, αλλά αυτή προτιμούσε την παρέα του Georges Flamant, κάτι που ενθάρρυναν παραγωγός και σκηνοθέτης για να πάρουν τις καλύτερες πιθανές ερμηνείες. Ο Flamant, όμως, ήταν άπειρος στην ηθοποιία κι επαγγελματίας κακοποιός. Όταν τελείωσαν τα γυρίσματα, ο αδέξιος οδηγός Flamant πήρε μια βόλτα την Marèse, τράκαρε κι αυτή σκοτώθηκε.

Στην κηδεία, ο Michel Simon λιποθύμησε και με υποστήριξη μπόρεσε να δει τον τάφο της κοπέλας. Αργότερα, απείλησε με όπλο τον Renoir, χρεώνοντας του τον θάνατο. Ο σκηνοθέτης απάντησε: «Σκότωσε με, αν το θες. Αλλά εγώ, έκανα την ταινία»!

boudu

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.