Δολοφονικά αμαξίδια (Tiszta szívvel / Kills on Wheels) (2016) Κυριακή 11.3.2018 στις 20.00 στον κινηματογράφο Αλέκα με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση

Την Κυριακή 11.3.2018 στις 20.00 στον κινηματογράφο Αλέκα (Πλατεία Γαρδένια) στο πλαίσιο του αφιερώματος Ραντεβού στο Cinema με τους μεγάλους δημιουργούς θα προβληθεί με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση μετά την προβολή η πολυβραβευμένη Ούγγρικη ταινία του Ατίλα Τιλ Δολοφονικά αμαξίδια (Tiszta szívvel / Kills on Wheels) (2016). 

The act of killing Τζόσουα Οπενχάιμερ- Του θεού η χώρα Φράνσις Λι-Δολοφονικά αμαξίδια Ατίλα Τίλ-No budjet story – Ρένου Χαραλαμπίδη Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή-Δευτέρα 9,10,11,12 Μαρτίου 2018 στις 20.00 στον κινηματογράφο Αλέκα με ελεύθερη είσοδο

Σεμινάριο Ιστορίας-Θεωρίας-Κριτικής Κινηματογράφου 2018
στο Πολιτιστικό Κέντρο «Ο Καύκασος»

Εργαστήρι Κινηματογράφου Δήμου Ζωγράφου και το 2018

Ραντεβού στο cinema με τους μεγάλους δημιουργούς 2018 στο δήμο Ζωγράφου από 9 Μαρτίου έως 29 Απριλίου 2018 με ελεύθερη είσοδο

 

kills_on_wheels_poster

Δράμα Κωμωδία 2016 Δράσης Τριανόν Ουγγαρία 105′ Έγχρωμη 2 Φεβρουαρίου 2017 Ουγγρικά Μόνικα Μπαλσάι Λίδια Ντάνις Άνταμ Φέκετε Σάβολτς Τούροτσι Ζόλταν Φένιβεσι Ατίλα Τιλ

Δολοφονικά αμαξίδια (Tiszta szívvel / Kills on Wheels) (2016)

Σκηνοθεσία: Ατίλα Τιλ

Ηθοποιοί: Ζόλταν Φένιβεσι, Σάβολτς Τούροτσι, Άνταμ Φέκετε, Δρ. Ντούσαν Βιτάνοβιτς, Λίδια Ντάνις, Μόνικα Μπαλσάι, Τζούντιτ Στάλτερ

Είδος: Δράσης, Κωμωδία, Δραματική

Ημερομηνία Εξόδου: 2 Φεβρουαρίου 2017

ΣΥΝΟΨΗ

Ο πρώην πυροσβέστης Ρουπάζοφ, που μένει παράλυτος από ατύχημα, βγαίνει από τη φυλακή και πηγαίνει σε ένα κέντρο αποκατάστασης. Εκεί, συναντά τον 20χρονο Ζολί και τον καλύτερό του φίλο Μπάρμπα, χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων, που φιλοδοξούν να γίνουν σχεδιαστές κόμικ. Η ανορθόδοξη συμπεριφορά του Ρουπάζοφ εμπνέει τα δυο αγόρια να γευτούν στο έπακρο τη ζωή. Σύντομα, ο Ρουπάζοφ θα τους παρασύρει στο σκοτεινό κόσμο του εγκλήματος, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Ράντος, έναν αδίστακτο μαφιόζο. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται… Σ’ αυτή την αυθεντική κωμωδία δράσης, ο Ούγγρος σκηνοθέτης Ατίλα Τιλ επιχειρεί με χιούμορ και τρυφερότητα μια εξερεύνηση στις ζωές των πρωταγωνιστών που αγωνίζονται για πράγματα που οι μη ανάπηροι θεωρούν δεδομένα.

Synopsis EN

This is a meaningful action-comedy of a wheelchair-bound assassin gang. Driven by despair and fear of becoming useless, a 20 year-old boy, his friend, and an ex-fireman offer their services to the mafia. But things are not what they seem. The boundaries between reality and fiction blur and the story becomes a whirling kaleidoscope showing us gangsters and gunfights, but also the challenge of life in a wheelchair and the pain caused by a father’s rejection.

Βραβεία

2016

Χρυσός Αλέξανδρος και Βραβείο Α’ Ανδρικού Ρόλου στους: Ζόλταν Φένιβεσι, Σάβολτς Τούροτσι και Άνταμ Φέκετε – Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Βραβείο Σκηνοθεσίας (Χάλκινη Πυραμίδα) – Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καΐρου

Βραβείο Καλύτερου Σκηνοθέτη – Φεστιβάλ Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου Cinedays (Π.Γ.Δ.Μ.)

Βραβείο FIPRESCI και Βραβείο Οικουμενικής Κριτικής Επιτροπής – Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κότμπους (Γερμανία)

Βραβείο Κριτικής Επιτροπής Νέων, Βραβείο Γαλλικού Τύπου και Βραβείο Κοινού – Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Αρράς (Γαλλία)

Βραβείο Roger Ebert – Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφο του Σικάγο (ΗΠΑ)

Ειδικό Βραβείο Κριτικής Επιτροπής – Φεστιβάλ Κινηματογράφου CinÉast (Λουξεμβούργο)

Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερου ηθοποιού στον Σάβολτς Τούροτσι – Ούγγρικο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λος Άντζελες (ΗΠΑ)

Βραβείο Κοινού – Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Πάλικ (Σερβία)

Διαγωνιστικό τμήμα «Ανατολικά της Δύσης» – Ταινία Έναρξης, Διεθνής πρεμιέρα: 51ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κάρλοβι Βάρι

Η επίσημη πρόταση της Ουγγαρίας για τα Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας 2017

Σχετικά με τον σκηνοθέτη

Ο Ατίλα Τιλ γεννήθηκε το 1971 στη Βουδαπέστη και αποφοίτησε από το Τμήμα Intermedia του Ούγγρικου Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία Panic (Pánik) έκανε πρεμιέρα το 2008 στην Εβδομάδα Ούγγρικου Κινηματογράφου στη Βουδαπέστη και κέρδισε Βραβείο Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας, ενώ προβλήθηκε σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ. Γύρισε την πρώτη του μικρού μήκους Beast (Csicska) το 2011, ένα ανατριχιαστικό δράμα για τη σύγχρονη σκλαβιά. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στις Κάνες και περιόδευσε σε πάνω από 100 φεστιβάλ (συμπεριλαμβανομένου του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Πράγας), ενώ ήταν ανάμεσα στις υποψηφιότητες για Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Επίσης, εργάζεται για την τηλεόραση και είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες τηλεοπτικές προσωπικότητες με μεγάλο κύρος στην Ουγγαρία. Τα Δολοφονικά αμαξίδια (2016) είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του.

Σημείωμα σκηνοθέτη

Έχω γνωρίσει αρκετούς ανθρώπους χρήστες αμαξιδίων, ενώ έκανα εθελοντισμό για άτομα με αναπηρία. Αυτές οι προσωπικές συναντήσεις ήταν που με ενέπνευσαν να δημιουργήσω μια ιστορία για ένα αγόρι σε αναπηρικό αμαξίδιο, το οποίο προσπαθεί να ανακαλύψει την ταυτότητά του, αλλά και να προσδιορίσει τις σχέσεις με το περιβάλλον του, βρίσκοντας έναν τρόπο να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της ζωής μέσω του ακραία φαντασιακού του κόσμου. Ήταν καίριας σημασίας για μένα να κάνω μια ταινία για ανθρώπους με αναπηρία, που δεν τους υποδύονται ηθοποιοί, αλλά έχουν την ευκαιρία να υποδυθούν οι ίδιοι ρόλους και να είναι οι αληθινοί ήρωες.

Οι πρωταγωνιστές

Ζόλταν Φένιβεσι

Μόλις 23 ετών και φοιτητής στο Πανεπιστήμιο, ο Ζολί είναι ένας πραγματικός σταρ και το αναπηρικό του αμαξίδιο δεν τον περιορίζει με κανέναν τρόπο. Ο Ζολί δίνει συχνά το «παρών» σε σημαντικές επιδείξεις μόδας, ενώ ταυτόχρονα σπουδάζει, δουλεύει και δίνει συχνά εμψυχωτικές ομιλίες. Τα Δολοφονικά αμαξίδια είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, αλλά έχει επίσης εμφανιστεί σε διαφημιστική ταινία της Coca-Cola. Είναι ένα από τα βασικά μέλη του Ιδρύματος SUHANJ! (Whizz!) – του πρώτου πλήρως προσβάσιμου γυμναστηρίου της Ουγγαρίας για ΑμεΑ – ενώ ολοκλήρωσε με επιτυχία τον μαραθώνα της Νέας Υόρκης με το χειροκίνητο ποδήλατό του το 2014. Με το ψευδώνυμο «@wheelchairguy» έχει σήμερα 10.000 ακολούθους στο Instagram. Στην ταινία υποδύεται εν μέρει τον εαυτό του, έναν νεαρό αποφασισμένο να γευτεί στο έπακρο τη ζωή.

Σάβολτς Τούροτσι

Ο Ατίλα Τιλ δεν είναι ο μόνος που δεν μπορεί να φανταστεί τη δημιουργία μιας ταινίας χωρίς τον Σάβολτς Τούροτσι. Από τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς της Θεατρικής Εταιρίας Béla Pintér, ο Σάβολτς αρχικά εργάστηκε ως δικηγόρος, αλλά το ούγγρικο θέατρο και ο κινηματογράφος θα στερούνταν ένα μεγάλο ταλέντο αν είχε αποφασίσει να περιορίσει τις απαράμιλλες υποκριτικές του ικανότητες στην αίθουσα του δικαστηρίου. Στην Ουγγαρία είναι πολύ δημοφιλής και τον θεωρούν ως ένα «ακατέργαστο διαμάντι με μεγάλη γοητεία». Αυτό το διάστημα πρωταγωνιστεί στα γυρίσματα της δεύτερης σεζόν της σειράς Golden Life (Aranyélet) για το κανάλι HBO της Ουγγαρίας. Πρόσφατα, εμφανίστηκε στις κινηματογραφικές οθόνες στην ταινία Λευκός Θεός (2014) του Κόρνελ Μούντρουτσο που κέρδισε το πρώτο βραβείο στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» των Κανών και στο Παιδί της Τετάρτης (2015) της Λίλι Χόρβατ που κέρδισε το μεγάλο βραβείο του διαγωνιστικού τμήματος «Ανατολικά της Δύσης» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κάρλοβι Βάρι. Στα Δολοφονικά αμαξίδια υποδύεται τον Ρουπάζοφ, έναν παράλυτο πυροσβέστη, που παρασέρνει τον Ζολί και τον Μπάρμπα στον σκοτεινό κόσμο του εγκλήματος και της βίας.

Άνταμ Φέκετε

Μέλος της θεατρικής εταιρίας TÁP και πτυχιούχος δραματουργός του Πανεπιστημίου Τεχνών Θεάτρου και Κινηματογράφου, ο Άνταμ εργάζεται ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας και φυσικά, δραματουργός. Δεν απολαμβάνει μόνο να διαβάζει ποίηση, αλλά γράφει κιόλας ποιήματα και πολύ σπάνια τον βλέπει κάποιος χωρίς βιβλίο στο χέρι. Πρόκειται για μια συναρπαστική προσωπικότητα, που αποδεικνύει ότι η αναπηρία είναι ένας όρος άνευ σημασίας στις παραστατικές τέχνες. Στην ταινία υποδύεται τον Μπάρμπα, τον καλύτερο φίλο του Ζολί, και το πιο κακότροπο μέλος της συμμορίας.

Δρ. Ντούσαν Βιτάνοβιτς

Ο Ντούσαν είναι στην πραγματικότητα ένας εν ενεργεία νευροχειρουργός (η διδακτορική του διατριβή είχε θέμα τον Μπομπ Μάρλεϊ που διαγνώστηκε με όγκο στον εγκέφαλο). Το υποκριτικό του ταλέντο πρώτος ανακάλυψε ο Μπένεντεκ Φλίγκαουφ, που του έδωσε ρόλους στις ταινίες του Talking Heads και αργότερα στο Dealer. Ο Ατίλα Τιλ εντυπωσιάστηκε από την ερμηνεία του και του ζήτησε να συμμετέχει στην ταινία κι έτσι σήμερα, μετά από πολλά χρόνια απουσίας, ο Δρ. Βιτάνοβιτς επιστρέφει ξανά στη μεγάλη οθόνη σαν ένας σκοτεινός και χαρισματικός βασιλιάς του εγκλήματος.

Λίδια Ντάνις

Γνωστή για την εξωτική ομορφιά της, η Λίδια εργάζεται κατά κύριο λόγο ως θεατρική ηθοποιός κι ειδικεύτηκε στη θεατρική τέχνη στο Πανεπιστήμιο Τεχνών Θεάτρου και Κινηματογράφου υπό την καθοδήγηση του Γκέζα Χέγκεντους. Ξεκίνησε την επαγγελματική της καριέρα το 2007 στο κορυφαίο θέατρο της Βουδαπέστης Vígszínház και πολύ σύντομα κέρδισε το βραβείο της «Καλύτερης ηθοποιού κάτω των 30 ετών» στο Εθνικό Φεστιβάλ Θεάτρου του Pécs και το Αναμνηστικό Δαχτυλίδι Éva Ruttkai την ίδια ακριβώς χρονιά. Στα Δολοφονικά αμαξίδια υποδύεται την πρώην κοπέλα του Ρουπάζοφ.

Μόνικα Μπαλσάι

Μετά από αρκετούς πετυχημένους ρόλους στο θεατρικό σανίδι, η Μόνικα κέρδισε μεγάλη αναγνώριση πρωταγωνιστώντας στην ταινία Λίζα, η αλεπού ξωτικό (2014), μια ταινία που αγαπήθηκε πολύ από τα φεστιβάλ και το κοινό. Επίσης, εμφανίστηκε στη διεθνώς επιτυχημένη μικρού μήκους ταινία του Ατίλα Τιλ Beast, καθώς και στη δημοφιλή σειρά του HBO Társas játék (την ούγγρικη διασκευή του When Shall We Kiss?). Στα Δολοφονικά αμαξίδια υποδύεται τη μητέρα του Ζολί, που μεγάλωσε μόνη το γιο της.

Οι συντελεστές

Γιούντιτ Στόλτερ

Η Γιούντιτ Στόλτερ είναι μία από τις πιο δραστήριες παραγωγούς της Ουγγαρίας. Διευθύνει μια από τις ηγετικές κινηματογραφικές εταιρίες στην αγορά, τη Laokoon Filmgroup, μαζί με τους δύο συνιδιοκτήτες Γκαμπόρ Σίπος και Γκαμπόρ Ράχνα. Είναι κυρίως γνωστοί για το πρωτότυπο και τολμηρό δράμα για το ολοκαύτωμα, Ο γιος του Σαούλ (2015), που σάρωσε τα διεθνή βραβεία, συμπεριλαμβανομένων του Βραβείου Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας της Ακαδημίας, της Χρυσής Σφαίρας και του μεγάλου βραβείου στο φεστιβάλ των Κανών. Η εταιρία επικεντρώνεται στην ανάπτυξη και την παραγωγή υψηλής ποιότητας ταινιών, δημιουργικών ντοκιμαντέρ και μικρού μήκους ταινιών, αλλά δουλεύει με ένα ευρύ φάσμα κινηματογραφικών ειδών από σινεφίλ ταινίες έως διαφημιστικά και τηλεοπτικές σειρές. Μεταξύ άλλων, η Laokoon Filmgroup έχει συνεργαστεί με τον Φερνάντο Τρουέμπα, την Πενέλοπε Κρουζ, τον Φερνάντο Μποβάιρα, τον Φεντερίκο Μπρούτζα και τον Αντόνιο Μπαντέρας.

Τσόμπο Κολοτάς

Ο Τσόμπο Κολοτάς γεννήθηκε το 1982 και εργάζεται ως συνθέτης και σχεδιαστής ήχου με ειδίκευση στη μουσική επένδυση κινηματογραφικών ταινιών. Έχει συνθέσει μουσική για πολλές βραβευμένες ταινίες μυθοπλασίας, ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές σειρές, ταινίες μικρού μήκους και animation, όπως την πολυβραβευμένη ταινία «Μαύρη βούρτσα» (Fekete kefe) του Ρολάντ Βράνικ, που κέρδισε Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2005, και χάρισε στον ίδιο το Βραβείο Καλύτερης Μουσικής στο Φεστιβάλ Annonay το 2006. Με τον σκηνοθέτη Ατίλα Τιλ συνεργάζονται για πρώτη φορά στον κινηματογράφο στη νέα του ταινία Δολοφονικά αμαξίδια.

Δολοφονικά Αμαξίδια

Kills on Wheels / Tiszta Szivvel

3,5 / 5

Δραματική 2016 | Έγχρ. | Διάρκεια: 105′

Ουγγρική ταινία, σκηνοθεσία Ατίλα Τιλ με τους: Ζάμπολκς Θούροζι, Ζόλταν Φενίβεσι, Άνταμ Φέκετε

Δύο νεαροί με έντονα κινητικά προβλήματα γίνονται φίλοι με έναν ανάπηρο πρώην πυροσβέστη, ο οποίος έχει μόλις βγει από τη φυλακή και δουλεύει για έναν Σέρβο έμπορο ναρκωτικών.

Κριτική

Δολοφονικά Αμαξίδια

Από Χρήστο Μήτση 02/02/2017 [3/5]

Δύο νεαροί με έντονα κινητικά προβλήματα γίνονται φίλοι με έναν ανάπηρο πρώην πυροσβέστη, ο οποίος έχει μόλις βγει από τη φυλακή και δουλεύει για έναν Σέρβο έμπορο ναρκωτικών. Χρυσός Αλέξανδρος και βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για ένα ανορθόδοξο όσο και δυναμικό γκανγκστερικό θρίλερ, που είναι ταυτόχρονα ένα ευαίσθητο δράμα και μια συγκινητική ιστορία ενηλικίωσης.

Μετά τα πρόσφατα «Λευκός Θεός» και «Ο Γιος του Σαούλ», ακόμη ένα πρωτότυπο δράμα νεαρού σκηνοθέτη πιστοποιεί το σφρίγος του σύγχρονου ουγγρικού σινεμά. Η δεύτερη ταινία του Ατίλα Τιλ, ο οποίος έκανε ντεμπούτο με την κοινωνική δραμεντί «Panic» (2008), ξεκινάει από μια απόλυτα ριψοκίνδυνη ιδέα που φλερτάρει με τη μελοδραματική εκμετάλλευση. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, καθηλωμένοι σε αναπηρικό καροτσάκι, κάτι που όμως δεν τους εμποδίζει να συγκροτήσουν μια ανορθόδοξη, αλλά αποτελεσματική ομάδα εκτελεστών! Αρχηγός τους ο Ρουπάζοφ, ένας κακόθυμος, κυνικός πρώην πυροσβέστης που μόλις αποφυλακίζεται αναλαμβάνει δουλειές για τον Ράντος, έναν Σέρβο έμπορο ναρκωτικών.

Στην πρώτη εξ αυτών, η οποία καταλήγει στη δολοφονία τεσσάρων μελών μιας αντίπαλης συμμορίας, χρησιμοποιεί για βοηθούς δύο αθώους νεαρούς τροφίμους κέντρου αποκατάστασης. Τον Ζόλι, ο οποίος λόγω σοβαρών προβλημάτων στη σπονδυλική στήλη είναι καθηλωμένος σε καροτσάκι, και τον Μπάρμπα, ασθενή με μέτριας έντασης εγκεφαλική παράλυση, δυσκολία στην κίνηση και το παράξενο χόμπι να ψεκάζει αποσμητικό πάνω από τα ρούχα του όταν είναι αγχωμένος. Την πρώτη αποστολή διαδέχεται άλλη μία, η δολοφονία ενός «βρόμικου» μεγαλοδικηγόρου, αλλά η παρουσία των δύο νεαρών ενοχλεί τον Ράντος, ο οποίος επιβάλλει στον Ρουπάζοφ να τους ξεφορτωθεί… μια και καλή.

Ο αυθεντικός τίτλος του φιλμ, κάτι σαν «Από το Βάθος της Καρδιάς­ μου», αποδίδει πολύ καλύτερα τις προθέσεις του Τιλ από το αγγλόφωνο «Φόνοι Επί Τροχών». Διότι­, ενώ όλα όσα παρακολουθούμε περιγράφονται με αμεσότητα και νεύρο, μερικές σεκάνς δε είναι ιδιαίτερα αγωνιώδεις, το σκηνοθετικό βλέμμα είναι από τη μία ειρωνικό­, με διάθεση έντονου μαύρου χιού­μορ και από την άλλη τρυφερό και ειλικρινά ευαίσθητο στις κωμικοτραγικές περιπέτειες των τριών­ ηρώων. Ηρώων που πλημμυρίζουν οργή, απόγνωση αλλά κι ένα συγκινητικό πνεύμα αλληλοκατανόησης που φτάνει να γίνει μάθημα ζωής. Όπως και ο τρόπος με τον ο οποίο ο Τιλ προσεγγίζει τους τρεις «ελλειμματικούς» πρωταγωνιστές. σκηνοθετικά κοιτάζοντας τα πάντα από το ύψος του βλέμματός τους, το οποίο γίνεται και το «φυσιολογικό» βλέμμα της ταινίας, ενώ σεναριακά τους μετατρέπει έξυπνα σε ένα είδος υπερηρώων (η ιδέα και η αφηγηματική χρήση του κόμικς είναι αριστουργηματική).

Και όλα αυτά με μια αφοπλιστική αίσθηση ρεαλισμού, την οποία ενισχύει η ερμηνευτική παρουσία του έμπειρου Ζάμπολκς Θούροζι («Λευκός Θεός»), του νεαρού αθλητή με ειδικές ανάγκες Ζόλταν Φενιβέσι και του ηθοποιού, δραματουργού και ποιητή Άνταμ Φέκετε, ο οποίος μοιράζεται τα προβλήματα υγείας του ήρωά του Μπάρμπα. Δικαίως οι τρεις τους μοιράστηκαν το βραβείο ερμηνείας στο τελευταίο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου η ταινία απέσπασε και τον Χρυσό Αλέξανδρο.

Ουγγαρία. 2016. Διάρκεια: 105΄. Διανομή: FILMCENTER ΤΡΙΑΝΟΝ.

http://www.athinorama.gr/

Δολοφονικά Αμαξίδια

Kills on Wheels

του Ατίλα Τιλ

ΚΡΙΤΙΚΗ 30 JAN 2017

3/5 Λήδα Γαλανού

Ταινία ενηλικίωσης, γκανγκστερικό θρίλερ και υπερηρωικό animation, όλα χωρούν στα θαρραλέα αμαξίδια από την Ουγγαρία που κέρδισαν τον Χρυσό Αλέξανδρο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Ρουπάζοφ είναι ο πρώην πυροσβέστης που μια γενναία επιχείρηση καθήλωσε σε αναπηρικό αμαξίδιο. Αλλά ο Ρουπάζοφ είναι αποφασισμένος να σταθεί στα δυο του πόδια, πάση θυσία. Τουλάχιστον, έτσι όπως η ιστορία του ξετυλίγεται στο κόμικ των έφηβων Ζόλικα και Μπάρμπα που επίσης πάσχουν από κινητικά προβλήματα. Μέχρι τη στιγμή που ο Ρουπάζοφ, που φέρει μικρές ομοιότητες και με τον πατέρα του Ζόλικα, θα εμφανιστεί στον «πραγματικό» κόσμο και θα παρασύρει τα δυο αγόρια σ’ έναν αγώνα ταχύτητας με τη ζωή, με όχημα τα αμαξίδια.

Σ’ αυτόν τον αγώνα, ο Ρουπάζοφ θα διδάξει στ’ αγόρια τα μυστικά της ωριμότητας. Θα τους βάλει να οδηγούν αυτοκίνητο. Θα τους βγάλει στα κλαμπ να πιουν και να ξεφαντώσουν. Θα τους πείσει ότι η ζωή υπάρχει για να τη ζεις πατώντας στα δυο σου πόδια, έστω και καθιστός. Ακόμα σημαντικότερο, θα τους μάθει ότι μπορείς πολύ εύκολα να διαπράττεις τα τρομερότερα εγκλήματα, από ληστεία μέχρι φόνο και να τη σκαπουλάρεις με άνεση: γιατί κανείς, ποτέ, δε θα υποψιαστεί τον ανάπηρο στο καροτσάκι!

Ο Ούγγρος Ατίλα Τιλ, τη στιγμή ακριβώς που η χώρα του χαρακτηρίζεται από την άνοδο του ρατσισμού, παρουσιάζει μια ταινία που δε μιλά για τον ρατσισμό, απλώς τον αποκλείει, οριστικά, στην πράξη. Οι δυο πρωταγωνιστές του είναι μη επαγγελματίες ηθοποιοί, οι ίδιοι με τα κινητικά προβλήματα των ηρώων τους και, πράγματι, στέκονται θαυμάσια απέναντι στον Ζάμπολτς Θουρόζι του «White God». Οι τρεις τους συνθέτουν ένα αταίριαστο γκρουπ έτοιμο για περιπέτεια, σ’ ένα φιλμ που διατρέχει τα είδη, από το βαλκανικό γουέστερν στο γκανγκστερικό θρίλερ κι από την εφηβική κομεντί στο υπερηρωικό animation.

Κρατώντας σταθερή την κάμερά του (στο ύψος ενός ανθρώπου που κάθεται, για την ακρίβεια), μπροστά στους ήρωές του επίμονα από την αρχή, κάνει πρώτα τον θεατή να νιώσει άβολα με τη σωματική παραμόρφωση ή αδυναμία, για να το υπερβεί αμέσως με τη μέθοδο της εξοικείωσης και του χιούμορ. Η πλοκή είναι προβλέψιμη, αλλά οτιδήποτε άλλο δεν είναι. Με μια θεαματική σκηνή φόνου στο μέσο του, το φιλμ του Ατίλα Τιλ είναι ελαφρύ και διασκεδαστικό, χειριζόμενο ανθρώπους και ήθη που έχουν μάθει να ζουν στο σκοτάδι της διάκρισης. Και δεν το κάνει βαρυσήμαντα, αλλά με την πιο αφοπλιστική διάθεση για κινηματογραφικό και κοινωνικό παιχνίδι.

http://flix.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ [3/5]

Μετά το ντεμπούτο του στο Panic, ο Ατίλα Τιλ γράφει και σκηνοθετεί μια φιλόδοξη δραματική κομεντί μικρής κλίμακας, με γούστο και ανατροπές, τα Δολοφονικά Αμαξίδια, που τιμήθηκαν με Χρυσό Αλέξανδρο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και βραβεύτηκαν στα φεστιβάλ του Σικάγο και του Καΐρου. Είναι η ιστορία δύο νέων ανδρών που έχουν γίνει φίλοι στο κέντρο αποκατάστασης όπου νοσηλεύονται και σχεδιάζουν ένα κόμικ με ήρωα έναν παραπληγικό πυροσβέστη που τραυματίστηκε κι έμεινε παράλυτος. Ο 20χρονος όμορφος και πάντα μελαγχολικός Ζόλι έχει κι αυτός πρόβλημα εκ γενετής με τα πόδια του και κινείται σε αμαξίδιο, ενώ ο Μπάρμπα πάσχει από ήπιας μορφής εγκεφαλική παράλυση και έχει τη συνήθεια να ψεκάζει με αποσμητικό τα ρούχα του, όποτε καταλαμβάνεται από άγχος και νευρικότητα – μπορεί όμως να οδηγεί αυτοκίνητο. Η ικανότητά του αυτή αποδεικνύεται πρακτικότατη, όταν η τέχνη συναντά τη ζωή και οι δύο φίλοι γνωρίζονται με τον Ρουπάσοφ, μια παραλλαγή του πρωταγωνιστή του κόμικ, που στην περίπτωση αυτή είναι ένα εκτελεστής σε καροτσάκι, λιγδωμένος, τραχύς και ριψοκίνδυνος, ένας αρνητικός άνδρας που παλεύει για να αποδεχτεί την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει και φλερτάρει στα ίσα με τον θάνατο, ως το μοναδικό αντίδοτο για να σταθεί στα πόδια του. Η συμπεριφορά του απέναντι στον Μπάρμπα και κυρίως στον Ζόλι, ο οποίος τον βλέπει ως ακραία πατρική φιγούρα (ο πραγματικός του πατέρας τον εγκατέλειψε όταν ήταν μικρός, επιδεινώνοντας τη σχέση του με τη μητέρα του), είναι συνεχώς εριστική, αλλά ο Ζόλι τον ακολουθεί στο μπλέξιμό του με έναν Βαλκάνιο μαφιόζο. Τα νέα παιδιά κρατάνε τσίλιες σε φονικές παραγγελιές. Άλλωστε, ποιος θα υποψιαστεί ανάπηρους ανθρώπους, αν βέβαια εκτελέσουν σωστά το σχέδιο και διαφύγουν σαν κύριοι; Τα Δολοφονικά Αμαξίδια μπορούν να συνεπάρουν τους θεατές χωρίς να τους εκβιάσουν με οίκτο και εύκολες ιδέες. Ο χαρακτήρας του Ρουπάσοφ (ο Σάβολτς Τούροτσι που είχαμε δει στο εξαιρετικό White God) ξεφυτρώνει οργανικά από το ταλαντούχο χέρι του Ζόλι και η ουσιαστική ενηλικίωσή του δεν περιορίζεται στην ελπίδα μιας ακριβής ιατρικής επέμβασης που θα διορθώσει το πρόβλημά του αλλά στη δράση, στη σωματική εμπλοκή, στη συμμετοχή του σε κάτι που αψηφά την προδιαγεγραμμένη αδυναμία του. Ο Τιλ ορθώς δεν γλιστράει στην κωμωδία. Διατηρεί έναν δραματικό τόνο και εμπιστεύεται το δυνατό του σενάριο, αλλά και τους δύο ερασιτέχνες ηθοποιούς, που στ’ αλήθεια πάσχουν από κινητικό και νευρολογικό πρόβλημα αντίστοιχα. Ο Ζόλταν Φένιβεσι και ο Άνταμ Φέκετε εγγυώνται τη σπάνια αυθεντικότητα που δεν είχαν οι Άθικτοι, μια καλοφτιαγμένη, αλλά μελό κομεντί, που χειραγωγούσε τα συναισθήματα με μια έντεχνη (όχι δόλια, αλλά λίγο πονηρή) εκμετάλλευση του καθηλωμένου Φρανσουά Κλιζέ. Το ενδιαφέρον κοντράστ της ταινίας του Τιλ έγκειται στο σχεδόν ταραντινικό σύμπαν που σχεδιάζουν οι πρωταγωνιστές και στις ρεαλιστικές παραμέτρους της κατάστασής τους. Με τις αδυναμίες τους ο Τιλ κάνει χιούμορ, μιλώντας όμως με την κάμερα και τους ρυθμούς, όπως, για παράδειγμα, όταν ο Ρουπάσοφ θέλει να ξεφύγει και αναγκάζεται να τσουλήσει το αμαξίδιο σε ανηφόρα, βρίσκει κλειδωμένη τη θύρα εξόδου, ακούει τις σειρήνες της αστυνομίας και οι συνεργοί καλούνται να τον βοηθήσουν, βρίσκοντας λύση σε χρονικό διάστημα που δεν συνάδει με τις αστραπιαίες, κινηματογραφικές αποδράσεις που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Τα Δολοφονικά Αμαξίδια μπορούν να συνεπάρουν τους θεατές χωρίς να τους εκβιάσουν με οίκτο και εύκολες ιδέες. Η ελαφρώς γκανγκστερική πλοκή καταλήγει σε ένα ευπρόσδεκτο, αλλά απρόσμενο φινάλε, που δεν αποσυνδέεται από την πρόθεση της ιστορίας, αν και δεν κολλάει ακριβώς στη συνολική πρόθεση της ταινίας. Χάριν του κόμικ και της υπέρβασης που υπονοεί, ωστόσο, ισχύει. Πηγή: http://www.lifo.gr

ΚΟΠΡΟΣΚΥΛΑ ΚΙ ΑΝΑΠΗΡΟΙ

Με αφορμή τα «Δολοφονικά Αμαξίδια» του Ατίλα Τιλ

Κείμενο: Old Boy

Email: oldboy@elculture.gr

Τρεις άντρες με ειδικές ανάγκες. Καθηλωμένοι σε αμαξίδιο οι δύο, όρθιος, αλλά με μορφή παράλυσης που του δημιουργεί κινητικά προβλήματα, ο τρίτος. Ο ένας από τους τρεις τους υποδύεται τον ανάπηρο. Είναι ηθοποιός. Στα «Δολοφονικά Αμαξίδια» παίζει έναν ακόμη ρόλο στην καριέρα του. Όταν ο σκηνοθέτης λέει «cut», μπορεί αν θέλει να σηκώνεται από το αμαξίδιο, να παίζει ποδόσφαιρο, να κάνει κωλοτούμπες. Οι άλλοι δύο όμως το μόνο που υποδύονται είναι τους συγκεκριμένους χαρακτήρες στο έργο.

Τα προβλήματα υγείας δεν τα υποδύονται. Τα έχουν και ζουν με αυτά. Και αυτή είναι μια θεμελιώδης συνθήκη της ταινίας, μια συνθήκη που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αισθητικής και ηθικής της ταυτότητας (όσο δόκιμη μπορεί εν πάση περιπτώσει να είναι η λέξη «ηθική» σε τέτοιες περιπτώσεις). Γιατί αν είχαμε στους πρωταγωνιστικούς ρόλους μόνο ηθοποιούς, μόνο αναπαράσταση, μόνο μίμηση, πέραν του ότι θα βρισκόμασταν ξανά ενώπιον του φαινομένου «Δες πόσο εντυπωσιακά στραβώνει το κορμί του ο τάδε ηθοποιός» (τελευταίο παράδειγμα που έρχεται πρόχειρα στο μυαλό ο Έντι Ρεντμέιν ως Στίβεν Χόκινγκ στη «Θεωρία των Πάντων») και δεν θα ερχόμαστε έτσι ενώπιοι ενωπίω με το όντως «στραβό» κορμί του Ζόλταν Φενιβέσι, κυρίως θα είχαμε μια χειρονομία που θα έλεγε εμπράκτως το εξής: «Αγαπητοί άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, αυτή εδώ είναι μια ταινία που γυρίσαμε εμείς, μια ομάδα αρτιμελών ανθρώπων του κινηματογράφου, για εσάς. Εσάς, που σας αναλογεί μόνο ο ρόλος του θεατή. Γιατί ακόμη κι αν πρόκειται για μια ιστορία για ανθρώπους με ειδικές ανάγκες, μην περιμένετε να πρωταγωνιστήσετε οι ίδιοι. Δεν είστε για αυτά. Παραμείνετε καθηλωμένοι κι αφήστε μας εμάς να κάνουμε σινεμά».

Αλλά για να αποφύγω τις τυχόν παρεξηγήσεις, ενώ τα «Δολοφονικά Αμαξίδια» σαφώς και είναι μια ταινία που τα προβλήματα υγείας των ηρώων της είναι στην καρδιά της, δεν επικεντρώνεται σε αυτά τα προβλήματα και την προσπάθεια αντιμετώπισής τους κ.λ.π, αλλά διηγείται μια απολαυστική ιστορία που έχει μέσα άφθονη δράση, τοπικές μαφίες, φιλίες που σχηματίζονται, έρωτες του παρελθόντος που δεν λένε να σβήσουν, οικογενειακά τραύματα, μαύρο, αλλά και άλλων αποχρώσεων, χιούμορ.

Ένας εκ των τριών πρωταγωνιστών ήταν πυροσβέστης κι έπαθε το ατύχημα εν υπηρεσία, προσπαθώντας να βγάλει κάποιον από τη φωτιά. Αλλά από ήρωας μετατρέπεται σε αντιήρωα, αφού οδηγείται στο έγκλημα και στη φυλακή. Ακόμη και μέσα εκεί συνεχίζει το γαϊτανάκι της βίας. Η ιστορία μας ξεκινά όταν έχει αποφυλακιστεί και γνωρίζει τους δυο νεαρότερους φίλους, οι οποίοι έχουν εκ γενετής τα δικά τους προβλήματα υγείας. Επιδεικνύουν μια περιστασιακή μικροπαραβατικότητα που είναι περισσότερο ένα παιχνίδι και μια αταξία, αλλά εκείνος θα τους παρασύρει σε ένα εντελώς άλλης πίστας γαϊτανάκι. Γιατί, ούτε λίγο ούτε πολύ, αναλαμβάνει συμβόλαια ως εκτελεστής ενός εμπόρου ναρκωτικών. Φιλοδοξεί να μαζέψει γρήγορα λεφτά που θα του επιτρέψουν να ξαναπερπατήσει (φυσιολογικά ή τεχνητά, δεν τον νοιάζει, τα λεφτά όλα μπορούν να τα αγοράσουν λέει), αν δηλαδή αυτό είναι όντως το κίνητρό του και δεν έχει μπει σε μια διαδικασία όπου βρίσκει στη βία ένα καταφύγιο εκδικητικής λύτρωσης και ταυτόχρονα την αυτοκαταστροφική προσμονή της δικής του τελικής λύτρωσης. Ο έμπορος ναρκωτικών είναι Σέρβος και βρίσκεται σε πόλεμο με έναν ντόπιο έμπορο, όπως ακριβώς συνέβαινε στο έξοχο νορβηγικό «Με Σειρά Εξαφάνισης». Είτε έχουμε να κάνουμε με αναφορά σε εκείνη την ταινία, είτε είναι μια απλή σύμπτωση (αν και ακόμη και ο ντόπιος ανταγωνιστής φέρνει εμφανισιακά στο Νορβηγό συνάδελφό του), οι δυο ταινίες έχουν κοινά στοιχεία που δεν περιορίζονται στο υπόγειο χιούμορ τους ή τον χλευασμό των στερεοτύπων.

Ο επαγγελματίας δολοφόνος στο καροτσάκι έχει κότσια, ψυχραιμία, μπορεί να εκτελεί χωρίς τύψεις, αλλά αυτά είναι προσόντα που προφανώς έχουν και άλλοι στο επάγγελμα. Εκείνος όμως έχει ένα επιπλέον προσόν που τον κάνει ακαταμάχητο. Δεν γεμίζει το μάτι, τον βλέπεις κυριολεκτικά και μεταφορικά αφ’ υψηλού, δε σου προκαλεί ανησυχία και υποψία, αλλά λύπη και συμπάθεια. Έτσι σε μια σειρά σκηνών εκτελεί. Και μια από αυτές είναι σκηνή ανθολογίας. Σε μια κεντρική πλατεία της Βουδαπέστης εκτελεί το θύμα του, το θύμα έχει μπράβους, οι μπράβοι έχουν βγάλει τα πιστόλια τους και κοιτάνε παντού, προσπαθούν να δουν από πού ήρθε η σφαίρα, μέσα στο πλήθος ο άνθρωπος ο καθηλωμένος στο αμαξίδιο τους κοιτά με απορία κι αθώο βλέμμα, αυτός είναι ο τελευταίος που θα μπορούσαν ποτέ να υποψιαστούν, κοιτούν για κάποιον άνθρωπο ακόμη πιο ζόρικο από τους «φυσιολογικούς», όχι για κάποιον πολύ πιο αδύναμο.

Κι ενώ η ταινία λειτουργούσε ούτως ή άλλως εξαιρετικά και θα μπορούσε να είναι ήδη πολύ ικανοποιημένη με τον εαυτό της, έρχεται στο τέλος να βάλει μια -καθόλου αυθαίρετη κι από το πουθενά πάντως, το ακριβώς αντίθετο- τρικλοποδιά και να μας περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, να βάλει τα τεκταινόμενα και τον ίδιο της τον εαυτό σε ένα κουτάκι μπαμπούσκας, να παίξει με το βαθμό ευπιστίας μας ως θεατές, να θέσει όλη την ιστορία της σε μια εντελώς διαφορετική προοπτική.

Ο αρτιμελής πρωταγωνιστής Ζάμπολκς Θούροζι είναι ένας πολύ σημαντικός ηθοποιός. Έχει αυτή την αύρα τη μεταφυσική που σου μαρτυρά ότι η διαφορετικότητα έχει πολλές διαστάσεις. Υπό μια έννοια κι οι ηθοποιοί που έχουν αυτή την αύρα έχουν διαφορετικά σώματα, αφού αυτό που εκπέμπει το δικό τους πρόσωπο, το δικό μας δεν μπορεί. Δίπλα του οι Ζόλταν Φενιβέσι και Άνταμ Φέκετε μπορεί να μην έχουν την ίδια αύρα, αλλά αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι προδίνουν την ταινία, ότι η ταινία μπατάρει από τις δικές τους ερμηνείες ή ότι χρειάζεται να επιστρατεύσουμε συγκαταβατικό βλέμμα για τις υποκριτικές τους ικανότητες. Δεν κάνουν αυτοί κάτι λάθος. Ο άλλος δίπλα τους είναι ξεχωριστός. Εν προκειμένω, αυτοί έχουν τα σώματα τα δικά μας κι ο άλλος το διαφορετικό.

Αν τα τελευταία χρόνια τρεις άλλοι Ούγγροι σκηνοθέτες, ο Μπέλα Ταρ με το «Άλογο του Τορίνο» ή ο Λάζλο Νέμες με το «Γιο του Σαούλ» κι ο Κορνέλ Μουντρούτσο με το «Λευκό Θεό» κινηματογράφησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ιστορίες Αποκάλυψης, ο Ατίλα Τιλ με τα «Δολοφονικά Αμαξίδια», μολονότι προφανώς και δεν διαπραγματεύεται το πιο ευχάριστο θέμα του κόσμου, έρχεται να σπάσει αυτόν τον κύκλο του ζόφου. Αν ο «Λευκός Θεός» ήταν μια αλληγορία για τον ρατσισμό, την καταπίεση και την εξέγερση των κολασμένων, εδώ έχουμε να κάνουμε πολύ λιγότερο με αλληγορία και περισσότερο με μια πολιτική ταινία υπό την έννοια ότι δίνει πρωταγωνιστικό και δυναμικό ρόλο σε άτομα με ειδικές ανάγκες.

Ενδεχομένως το ότι μια χώρα, όπως η Ουγγαρία του Ούρμπαν, πρωτοστατεί ευρωπαϊκά στην ακροδεξιά φασίζουσα ατζέντα, δεν συνεπάγεται εξ ορισμού ότι αντιμετωπίζει τους πολίτες της με όρους ευγονικής και βλέπει τους ανάπηρους με ενόχληση. Ωστόσο, όπως και να έχει, δεν μπορεί παρά να επισημανθεί ότι δυο σημαντικές ταινίες από την Ουγγαρία των τελευταίων ετών δίνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε σκύλους (με σαφή συμβολική αναφορά) και σε άτομα με ειδικές ανάγκες. Η κάμερα παύει να κοιτάει ψηλά και στρέφει το βλέμμα της χαμηλά. Στο ύψος σκυλιών που τρέχουν αλαφιασμένα, στο ύψος ανθρώπων που κινούνται σε αμαξίδια. Κι αν ο «Λευκός Θεός» έχει μια αναμφίβολη δύναμη εικόνων που δεν μπορούν να βγουν εύκολα από το μυαλό, εικονοποιώντας αταβιστικούς φόβους και αποτελώντας κινηματογραφική εμπειρία, τα «Δολοφονικά Αμαξίδια» μπορεί να μην φτάνουν σε τέτοια επίπεδα εικόνας, αλλά καταφέρνουν να μην χάσουν ποτέ τη μπάλα όπως τη χάνει ο «Λευκός Θεός», καταφέρνουν το αμάλγαμα των ειδών που πραγματοποιούν να μην τους ξεφύγει σε αναληθοφάνεια. Και το ότι δεν τους ξεφεύγει, ενώ θα το δικαιούνταν, είναι ένα ακόμα συν που πρέπει να πιστωθεί στον Ατίλα Τιλ. Για να ξεφύγουν από τα όρια της εθνικής κινηματογραφίας, οι ταινίες χρειάζεται και αυτού του είδους την αναζήτηση, την αναζήτηση ιστοριών που δεν έχουν ειπωθεί, το στρέψιμο του βλέμματος σε περιοχές μη προφανείς. Αλλά αυτό αν δεν συνδυάζεται με ισχυρά κινηματογραφικά βλέμματα, όπως στην περίπτωση των συγκεκριμένων Ούγγρων σκηνοθετών, θα εξέπιπτε σε στείρο εντυπωσιασμό. Τίποτα το στείρο λοιπόν δεν υπάρχει στα «Δολοφονικά Αμαξίδια». Όλα είναι γόνιμα.

http://www.elculture.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: