Το Τελευταίο Σημείωμα (2017) του Παντελή Βούλγαρη την Παρασκευή 13.4.218 με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση παρουσία του ίδιου στον κινηματογράφο Αλέκα

Στο πλαίσιο του αφιερώματος “Ραντεβού στο σινεμά με τους μεγάλους δημιουργούς 2018” στον κινηματογράφο Αλέκα του δήμου Ζωγράφου θα προβληθεί η τελευταία ταινία του Παντελή Βούλγαρη Το Τελευταίο Σημείωμα (2017) την Παρασκευή 13.4.218 στις 20.00 με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση παρουσία του δημιουργού.

Την επιμέλεια των προβολών έχει αναλάβει ο Γιάννης Καραμπίτσος, σκηνοθέτης, μοντέρ και κριτικός κινηματογράφου ο οποίος προλογίζει  τις ταινίες και συντονίζει τη συζήτηση με το κοινό και τους δημιουργούς μετά από κάθε προβολή.

Ραντεβού στο cinema με τους μεγάλους δημιουργούς 2018 στο δήμο Ζωγράφου από 9 Μαρτίου έως 29 Απριλίου 2018 με ελεύθερη είσοδο

Σεμινάριο Πρακτικής Κινηματογράφου: Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής,
Εικονοληψίας-Διεύθυνσης Φωτογραφίας και Μοντάζ:
Πρώτο Επίπεδο Αυτοτελές

Σεμινάριο Ιστορίας-Θεωρίας-Κριτικής Κινηματογράφου 2018

Ready Player One (2018) Σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ | Κριτική: Γιάννης Καραμπίτσος
ή πως μια μέτρια ταινία υψώνεται στα όρια του «αριστουργήματος» από μερίδα της κριτικής

 

to teleftaio simeioma Poster

Το Τελευταίο Σημείωμα (2017) Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης

Ηθοποιοί: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αντρέ Χένικε, Μελία Κρίλινγκ

Είδος: Δράμα, Βιογραφική

Ημερομηνία Εξόδου: 26 Οκτωβρίου 2017

ΣΥΝΟΨΗ

Τέσσερα χρόνια μετά την επιτυχημένη και πολυβραβευμένη «Μικρά Αγγλία», ο Παντελής Βούλγαρης, σκηνοθέτης των μεγάλων και αγαπημένων από τον κόσμο κινηματογραφικών επιτυχιών «Νύφες», «Ψυχή Βαθιά», «Η Φανέλα με το 9», «Πέτρινα Χρόνια» επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με την ταινία «Το Τελευταίο Σημείωμα». Στη νέα του κινηματογραφική δουλειά ο Βούλγαρης καταπιάνεται με μια από τις πιο γνωστές σελίδες της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, την εκτέλεση από τους Γερμανούς κατακτητές 200 αγωνιστών την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, ως αντίποινα για τη δράση της ελληνικής αντίστασης.

To Teleftaio Simeioma

(2017) on IMDb

SYNOPSIS En

Four years after the successful and award-winning «Little England», Pantelis Voulgaris, director of the great and beloved films «Brides», «With Heart and Soul», «The Striker with No 9», «Stone Years» returns to the big screen with «The Last Note». In his new film, Voulgaris deals with one of the most important chapters of modern Greek history: the execution of 200 Greek resistance fighters by the German occupiers on May 1st, 1944 in Kaisariani, as reprisal for the Greek Resistance ambush against Nazis. Pantelis Voulgaris, with Ioanna Karystiani («Little England», «Brides») who wrote together the script, will take us to the concentration camp of Chaidari, the period before Labor Day (1st May), and will introduce us to the people behind the tragic events. Leading character of the story is the 34-year-old Napoleon Soukatzidis, a Cretan with Asia Minor origin, who fought and was held in prisons and exiles since 1936.

The execution of 200 Greek resistance fighters by the German occupiers on May 1st, 1944 in Kaisariani, as reprisal for the Greek Resistance ambush against Nazis.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

https://www.facebook.com/ToTeleftaioSimeioma

https://www.tanweer.gr/movies/το-τελευταίο-σημείωμα/

AKA: The Last Note, To Teleftaio Simeioma

Χώρα: Ελλάδα

Γλώσσα: Ελληνικά

Διάρκεια: ‘

Διανομή: Tanweer (Ελλάδα)

Σενάριο: Ιωάννα Καρυστιάνη, Παντελής Βούλγαρης

Διεύθυνση φωτογραφίας: Σίμος Σαρκετζής («Νοτιάς», «Μικρά Αγγλία»)

Μοντάζ: Τάκης Γιαννόπουλος («Μικρά Αγγλία», «J.A.C.E.», «Νύφες»)

Σκηνικά: Σπύρος Λάσκαρης («Η Ρόζα της Σμύρνης», «Νοτιάς», «Τετάρτη 4:45»)

Κοστούμια: Γιούλα Ζωϊοπούλου («Η Ρόζα της Σμύρνης», «Μικρά Αγγλία»

Μουσική: Αλέξανδρος Βούλγαρης [The Boy] («Νήμα», «Όντως Φιλιούνται», «Park»)

Παραγωγή: Γιάννης Ιακωβίδης, Black Orange («Μικρά Αγγλία», «Ψυχή Βαθιά», «Bank Bang»)

Συμπαραγωγή: COSMOTE TV, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε (ΕΡΤ), Μικρά Αγγλία Α.Ε.

Πρωταγωνιστούν: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αντρέ Χένικε, Μελία Κράιλινγκ

και

Τάσος Δήμας, Αινείας Τσαμάτης, Βασίλης Κουκαλάνι, Λουκάς Κυριαζής, Μιχάλης Αεράκης, Δημήτρης Καλογεράκης, Κωνσταντίνα Χατζηαθανασίου, Μανώλης Μαυράκης, Γιώργος Καραμαλέγκος, Ιώ Ασηθιανάκη, Μανώλης Ψαρουδάκης, Βασίλης Σύρρος, Χάρης Αργυρόπουλος, Μηνάς Μησόρης, Νεκτάριος Ξανθουδάκης, Μάρκος Ρενιέρης, Τάσος Καϊσαρλής, Θεώνη Κουτσουνάκη, Γιάννης Σίνης, Κυριάκος Κώτσογλου, Χρήστος Κωνσταντακόπουλος, Αντρέας Χατζημαρκάκης, Αντώνης Παλιεράκης, Γκάρι Τζέιμς Μπόρλαντ, Στέλλα Ψαρουδάκη.

Ο Παντελής Βούλγαρης, με την Ιωάννα Καρυστιάνη («Μικρά Αγγλία», «Νύφες») να υπογράφει το σενάριο, θα μας μεταφέρουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου το διάστημα πριν την Πρωτομαγιά του ’44, και θα μας γνωρίσουν τους ανθρώπους πίσω από τα τραγικά γεγονότα.

Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ο 34χρονος Ναπολέων Σουκατζίδης, Κρητικός μικρασιατικής καταγωγής, αγωνιστής του λαϊκού κινήματος και κρατούμενος σε εξορίες και φυλακές από το 1936.

Την περίοδο της φυλακής του στο Χαϊδάρι, εκτελούσε χρέη διερμηνέα του Γερμανού Διοικητή του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ. Μπροστά από τα μάτια του περνούσε όλο το δράμα της γερμανικής αγριότητας στα Κατοχικά χρόνια, με τον ίδιο συνεχώς μάρτυρα βασανιστηρίων, τραγικών περιστατικών και βαριάς ατμόσφαιρας στους θαλάμους με το πλήθος των συγκρατούμενων του. Πολλές ζωές, πολλές μικρές ιστορίες φόβου, φιλίας, συντροφικότητας, ελπίδας, ονειροπόλησης.

Έξω από το στρατόπεδο, η μνηστή του Ναπολέοντα, Χαρά Λιουδάκη, με σθένος, καρτερία και βαθιά αγάπη στεκόταν δίπλα στον αρραβωνιαστικό της, έστω κι αν οι συναντήσεις τους ήταν για ελάχιστες στιγμές στα επισκεπτήρια, και πάντα υπό την επιτήρηση ενόπλων φρουρών.

Η τύχη του Ναπολέοντα και άλλων 199 συγκρατούμενων του αποφασίζεται μετά την ενέδρα της ελληνικής αντίστασης στον Στρατιωτικό Διοικητή Λακωνίας, σε χαράδρα της περιοχής των Μολάων. Ο θάνατος του Διοικητή Κρες και τριών Γερμανών της συνοδείας του επιφέρει ως αντίποινα την εκτέλεση 50 Ελλήνων για κάθε ένα Γερμανό.

Ο Σουκατζίδης είναι στη λίστα των 200 μελλοθάνατων. Την ημέρα της εκτέλεσης βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλλημα ζωής, όταν ο Φίσερ, που μέσα στα χρόνια ανέπτυξε σεβασμό για τον Έλληνα διερμηνέα, του δίνει τη δυνατότητα να εξαιρεθεί βάζοντας στη θέση του ως διακοσιοστό άλλον.

Στο «Τελευταίο Σημείωμα» πρωταγωνιστούν ο Ανδρέας Κωνσταντίνου («Ουζερί Τσιτσάνης», «Μικρά Αγγλία»), στο ρόλο του Ναπολέων Σουκατζίδη, ο Γερμανός ηθοποιός Αντρέ Χένικε («Μια Επικίνδυνη Μέθοδος», «Pandorum», «Η Πτώση») ως ο Καρλ Φίσερ και η ελληνοαμερικανίδα ηθοποιός Μελία Κρίλινγκ («Tyrant», «The Borgias») ως η Χαρά Λιουδάκη.

Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν (ξεκίνησαν 20 Μαρτίου 2017) στις Φυλακές Ιτζεδίν και σε επιλεγμένες τοποθεσίες της Κρήτης. Η Περιφέρεια Κρήτης, ο Δήμος Χανίων, φορείς και εκατοντάδες πολίτες πλαισίωσαν με πολύ αγάπη την όλη προσπάθεια.

Η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη, «Το Τελευταίο Σημείωμα», είναι συνάμα ιστορία και μυθοπλασία, ένα κινηματογραφικό «σημείωμα» μνήμης, σεμνότητας και αναστοχασμού.

ΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

Ναπολέων Σουκατζίδης ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στην Προύσα της Μικράς Ασίας το 1909 και μεγάλωσε στο Αρκαλοχώρι Ηρακλείου Κρήτης, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένεια του μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Απόφοιτος της Ανώτατης Εμπορικής, αγωνιστής του λαϊκού κινήματος, κομμουνιστής, πρόεδρος του σωματείου εμποροϋπαλλήλων Ηρακλείου. Για τη συνδικαλιστική του δράση, η μεταξική δικτατορία τον έστειλε σε εξορίες και φυλακές. Κρατούμενος χωρίς διακοπή από το 1936 έως το τέλος της ζωής του το 1944.

Πέρασε από τον Αϊ Στρατή, την Ακροναυπλία, τις φυλακές Λαρίσης, το Χαϊδάρι.

Καλλιεργημένος, μορφωμένος και πολύγλωσσος, μιλούσε πέντε γλώσσες. Γνώστης και της γερμανικής, στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου ήταν διερμηνέας.

Την Πρωτομαγιά του 1944 ο Γερμανός Διοικητής του Χαϊδαρίου Καρλ Φίσερ του πρότεινε να του χαρίσει τη ζωή υπό τον όρο να εκτελεστεί άλλος κρατούμενος στη θέση του. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε, ακολούθησε τους 199 συντρόφους του ως τον τοίχο του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής.

Στο «Τελευταίο Σημείωμα» τον Σουκατζίδη υποδύεται ο ηθοποιός Ανδρέας Κωνσταντίνου («Ουζερί Τσιτσάνης», «Όχθες», «Μικρά Αγγλία», συμπτωματικά Ηρακλειώτης και αυτός. Ψιλόλιγνος, αδυνάτισε κι άλλο, έφεξε για να είναι πειστικός κρατούμενος της Κατοχής.

Ξεσκόνισε και βελτίωσε τα γερμανικά του με δάσκαλο, το απαιτούσε ο ρόλος του διερμηνέα. Διάβασε με ζήλο ένα σωρό βιβλία, από το «Χαϊδάρι» του φυλακισμένου τότε εκεί γιατρού Αντώνη Φλούντζη έως το «Ο Τόπος του Εγκλήματος Γερμανία η ανοίκεια πατρίδα» του γερμανού ψυχιάτρου ψυχαναλυτή Titus Milech (Εκδόσεις Επιλογή/Θύραθεν). Είχε συνεχώς μαζί του το λεύκωμα με τα τελευταία σημειώματα μελλοθάνατων.

Διάβασε ποιήματα, άκουσε τραγούδια της εποχής, μίλησε με κόσμο που γνώριζε κάτι για κάποιον από τους 200, που είχε οικογενειακές εμπειρίες από την Κατοχή.

Στα γυρίσματα του θαλάμου καθόταν συχνά στο ράντσο του με ένα βιβλιαράκι στα χέρια, «Κρητικές Μαντινάδες» έκδοση του 1933 της εκπαιδευτικού και αγωνίστριας με το μοιραίο τέλος στον εμφύλιο, Μαρίας Λιουδάκη.

Η Μαρία, μεγάλη αδελφή της αρραβωνιαστικιάς του Σουκατζίδη, Χαράς, στον πρόλογο του βιβλίου ευχαριστεί πολύ το μικρό φιλοπρόοδο παιδάκι Ναπολέοντα Σουκατζίδη που τη βοήθησε συλλέγοντας τις καλύτερες μαντινάδες.

Καρλ Φίσερ ΑΝΔΡΕ ΧΕΝΙΚΕ

Όπως πολλοί αξιωματικοί των ΕΣ-ΕΣ, ο Φίσερ ήταν μορφωμένος, δικηγόρος στο επάγγελμα. Στο Χαϊδάρι αντικατέστησε τον κτηνώδη Ραντόμσκι, αχθοφόρο στο λιμάνι του Αμβούργου, επειδή στο στρατόπεδο σκότωσε ακόμη και γερμανό στρατιώτη για απλό παράπτωμα. Για τον λοχαγό Φίσερ, η Ελλάδα ήταν ο τελευταίος σταθμός της στρατιωτικής του θητείας μετά τα πεδία του πολέμου στην Πολωνία και την Σοβιετική Ένωση.

Ήρθε τον Φεβρουάριο του 1944. Ιδεολόγος Ναζί και έμπειρος.

Όταν προς το τέλος του πολέμου και τη διαφαινόμενη ήττα του Γ’ Ράιχ, ο Χίτλερ αποφάσισε την πολιτική της «καμένης Γης», των καταστροφών και των μαζικών εκτελέσεων, στην Ελλάδα, μόνον ο Γενικός Διοικητής στρατηγός της αεροπορίας της Βέρμαχτ, Φελμν και ο Πολιτικός Διοικητής διπλωμάτης Χέρμαν Νόιμπάχερ προσπάθησαν να καθυστερήσουν κάπως την εφαρμογή κάποιων εντολών. Ο ανώτατος Διοικητής των ΕΣ-ΕΣ και των αστυνομικών υπηρεσιών υποστράτηγος Βάλτερ Σιμάνα, γνωστός ως «χασάπης», ο Διοικητής του κολαστηρίου της Οδού Μέρλιν υποστράτηγος Βάλτερ Μπλούμε, εκλεκτός του Χίμλερ και όλοι οι αξιωματικοί των ΕΣ-ΕΣ υπερθεμάτισαν την πολιτική της «καμένης γης» και του «πολιτικού χάους».

Ο πιστός Φίσερ άρχισε να στέλνει δεκάδες αγωνιστές από το Χαϊδάρι στον τοίχο της Καισαριανής. Οι 200 ήταν η μαζικότερη εκτέλεση.

Αφού μπορούσε να βρει άλλον διερμηνέα γιατί θέλησε να εξαιρέσει τον Σουκατζίδη από τη λίστα των 200; Σίγουρα ο καλλιεργημένος, πολύγλωσσος, ακέραιος, θαρραλέος Σουκατζίδης ήταν μια προσωπικότητα που τον είχε εντυπωσιάσει, μια ιδιαίτερη περίπτωση που ήταν αδύνατον να μην τον ενδιαφέρει. Και ως νομικός, καθώς είχε αρχίσει πλέον η αντίστροφη μέτρηση για το Γ’ Ράιχ, θα πρέπει να έκανε σκέψεις για το τέλος. Ωστόσο, πιστός και πειθαρχημένος, προχώρησε σε εκατοντάδες εκτελέσεις. Στο «Τελευταίο Σημείωμα» τον λοχαγό Καρλ Φίσερ υποδύεται ο Γερμανός ηθοποιός Αντρέ Χένικε («Μια Επικίνδυνη Μέθοδος», «Pandorum», «Η Πτώση»). Του άρεσε πολύ το σενάριο, αλλά προτού πει το ναι ήρθε για λίγες μέρες στην Ελλάδα, να γνωρίσει από κοντά τον Παντελή Βούλγαρη.

Είδε μακέτες, φωτογραφικό υλικό, ρώτησε λεπτομέρειες, ήπιε μπύρες με τον σκηνοθέτη και τον «Σουκατζίδη», ενθουσιάστηκε με την παρέα, το πείσμα και την πίστη στο σχέδιο. Στάθηκε μπροστά στη Γιούλα Ζωϊοπούλου να του πάρει μέτρα για τη στολή αξιωματικού των ΕΣ-ΕΣ.

Στα γυρίσματα «Γερμανός». Στην ώρα του πάντα, οργανωμένος, διαβασμένος. Καλός συνεργάτης με τους ηθοποιούς, ισότιμος και με τους πάμπολλους κομπάρσους, έμαθε τα ονόματα σχεδόν όλων.

Τρελάθηκε με την εκρηκτική άνοιξη της Κρήτης, γύρισε την περιοχή, ανέβηκε ως και στο οροπέδιο Ασκύφου στα Σφακιά, μόνος, για να επισκεφθεί το μικρό Πολεμικό Μουσείο με εκθέματα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετά το τελευταίο των γυρισμάτων, αποχαιρέτησε και φίλησε εγκάρδια τους πάντες και κάπου παραπέρα αφιέρωσε στην Ιωάννα Καρυστιάνη ένα τραγούδι. Της τραγούδησε Θεοδωράκη σε αλάνθαστα ελληνικά! «Δεν ξέρω τι σημαίνουν τα λόγια», της είπε, «το έμαθα παπαγαλία γιατί μ’ αρέσει πολύ η μελωδία και ο ρυθμός».

Χαρά Λιουδάκη – ΜΕΛΙΑ ΚΡΑΪΛΙΝΓΚ

Η Κρητικιά αγαπημένη του Σουκατζίδη, έρωτας από τα χρόνια της ελευθερίας στο Ηράκλειο. Αρραβώνας που κράτησε τα 8 χρόνια των συνεχών διώξεων του Ναπολέοντα έως την εκτέλεση του την Πρωτομαγιά του 1944.

Με σπουδές διδασκάλισσας η Χαρά στην Κατοχή δούλευε στο Δρομοκαΐτειο Δημόσιο Ψυχιατρείο. Στο «Τελευταίο Σημείωμα» την υποδύεται η μεγαλωμένη στην Αθήνα Μελία Κράιλινγκ, με επώνυμο ξενικό από τον πατέρα της. Η Μελία εδώ και τρία χρόνια ζει και δουλεύει στην Αμερική, , με σημαντικούς ρόλους σε δημοφιλείς ταινίες και σειρές («Guardians of the Galaxy», «The Last Tycoon», «Tyrant». Εκεί έμαθε πως ο Παντελής Βούλγαρης έχει στα σκαριά την ταινία για τους 200 της Καισαριανής, πήρε το αεροπλάνο και ήρθε να τον συναντήσει.

τα γυρίσματα, στρατιώτης! Διαβασμένη, πειθαρχημένη, πάντα συγκεντρωμένη. Και ξετρελαμένη με την συντροφική ατμόσφαιρα. Έρχονταν στο Ιτζεδίν ακόμα και τις μέρες που δεν είχε δική της σκηνή για να μη χάσει ότι άλλο υπήρχε στο πρόγραμμα.

Το βράδυ μετά το τελευταίο της γύρισμα μάζεψε όλο τον κόσμο στην αίθουσα του μακιγιάζ, ανέβηκε σε μια καρέκλα και αφιέρωσε ονομαστικά δικές της αυτοσχέδιες μαντινάδες σε κάμποσους της ταινίας. Κατόπιν με την βαλίτσα της έτοιμη για το αεροδρόμιο, ξενύχτησε με τους συμπρωταγωνιστές της σε χανιώτικο μπαράκι, πίνοντας τσικουδιές και κλαίγοντας, δεν ήθελε να γυρίσει στο Λος Άντζελες.

Κώστας – ΤΑΣΟΣ ΔΗΜΑΣ

Οι φίλοι του θεάτρου ξέρουν καλά τον αισθαντικό και φίνο ηθοποιό Τάσο Δήμα. Εδώ και 30 χρόνια μόνιμος συνεργάτης του Θόδωρου Τερζόπουλου πρωταγωνιστεί σε πολλές παραστάσεις της ομάδας ΑΤΙΣ που ανέβηκαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ο Τάσος Δήμας παίζει στο σινεμά για πρώτη φορά. Υποδύεται των Κώστα, βετεράνο του λαϊκού κινήματος, μια ζωή σε εξορίες και φυλακές. Από την Ακροναυπλία της μεταξικής δικτατορίας στο Χαϊδάρι της Γερμανικής Κατοχής, ένας από την λίστα των 200 «εκλεκτών» της Ιστορικής Πρωτομαγιάς του 1944. Ο Τάσος Δήμας, πάντα στοχαστικός, ήσυχος έως και «κλειστός» στα γυρίσματα ήταν ανά πάσα στιγμή πρόθυμος να συζητήσει ευγενικά και χαμηλόφωνα με όλους τους ηθοποιούς, επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Στις δύσκολες στιγμές, ακόμη και το άγχος του έβγαζε γοητεία και υποβλητικότητα. Στο «γλέντι» των μελλοθάνατων, στην τελευταία νύχτα της ζωής τους, γύρισμα που κράτησε τρεις ολόκληρες νύχτες, χόρεψε με την ψυχή του. «Αυτό το ξέσπασμα των ανθρώπων ήταν ο λόγος που δέχτηκα να παίξω κι εγώ στο σινεμά», είπε συγκινημένος στον Βούλγαρη. Όταν «εκτελέστηκε», ξάπλα στο χώμα και κάτω από τον καυτό ήλιο, ως «νεκρός» δεν ανέπνεε ακόμη και στις πρόβες για την επόμενη σκηνή.

Χρήστος – ΑΙΝΕΙΑΣ ΤΣΑΜΑΤΗΣ

Ο αδύνατος, μελαχρινός με τα έντονα πίσσα μαύρα μάτια που κάθεται σιωπηλός δίπλα στον Παντελή Βούλγαρη ακούει όλες τις παρατηρήσεις και διορθώσεις για την κάθε σκηνή και όταν εκείνος σηκώνεται, του παίρνει και την καρέκλα του σκηνοθέτη. Αυτός είναι ο Αινείας, σπίρτο, με χιούμορ, και έτοιμος να πιάσει κουβέντα για τα τότε και τα τωρινά πολιτικά. Δεν ξεκολλούσε από το γύρισμα ακόμα και τις μέρες και νύχτες που ο ρόλος του κρατούμενου «Χρήστου» δεν ήταν στο όρντινο. Η αγαπημένη του Χρήστου, Ξένια, βασανίζεται στο άντρο της οδού Μέρλιν και μεταφέρεται στο Χαϊδάρι σε φορείο. Η δοκιμασμένη στους αγώνες και στα σίδερα φιλία του με τον Σουκατζίδη περνάει μια κρίση. Αλλά οι δυο τους, στο ξενύχτι του θανάτου, χορεύουν μαζί και στον τοίχο της Καισαριανής στέκονται δίπλα δίπλα.

Κόβατς ΛΟΥΚΑΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ

Στο «Τελευταίο Σημείωμα» ο 23χρονος νεαρός ηθοποιός Λουκάς Κυριαζής έχει το ρόλο του Κόβατς, του ουγγρικής καταγωγής Γερμανού στρατιώτη, διαβόητου για τη βίαιη μεταχείριση των κρατουμένων στο Χαϊδάρι. Στο στρατόπεδο σφυρίζουν τα γερμανικά του και το μαστίγιο του. Ο σεμνός και επιμελής Λουκάς είδε κλασσικές και σύγχρονες ταινίες που του υπέδειξε ο Παντελής Βούλγαρης, διάβασε πολύ, ασκήθηκε πολύ, δούλεψε τις εκρήξεις και τις μεταπτώσεις του (που απαιτούσε ο ρόλος του).

Έπιανε αμέσως το κλειδί της κάθε σκηνής του, ρουφούσε τις λεπτομέρειες τις ερμηνείες των έμπειρών στο θέατρο και στο σινεμά συναδέλφων του. Στα γυρίσματα, το «κάθαρμα», ο Κόβατς, κέρδισε το τσούρμο του συνεργείου, των ηθοποιών και των κομπάρσων.

Το Τελευταίο Σημείωμα

Από Χρήστο Μήτση 26/10/2017 [2,5/5]

Ντοκουμέντο και συναίσθημα συμπλέκονται σε ένα στιβαρά σκηνοθετημένο ιστορικό δράμα, που δεν μπορεί να αποφύγει εντελώς τον πειρασμό της εύκολης, εκβιαστικής συγκίνησης.

Η πρόσφατη ελληνική Ιστορία εμπνέει για άλλη μία φορά τον Παντελή Βούλγαρη, ο οποίος τη χρησιμοποιεί συχνά ως φόντο μιας συγκινητικής ανθρώπινης περιπέτειας, άλλοτε εν πολλοίς μυθοπλαστικής («Χάπυ Νταίη», «Ψυχή Βαθιά») και άλλοτε βασισμένης σε αληθινά γεγονότα και πρόσωπα («Ελευθέριος Βενιζέλος», «Πέτρινα Χρόνια»). Το «Τελευταίο Σημείωμα» αφηγείται την ιστορία του κομμουνιστή και συνδικαλιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ο οποίος συνελήφθη από το καθεστώς Μεταξά, εξορίστηκε και κατέληξε στις φυλακές Ακροναυπλίας, απ’ όπου παραδόθηκε στους Γερμανούς μαζί με εκατοντάδες άλλους πολιτικούς κρατούμενους.

Η ταινία τον συναντά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, όπου ασκεί χρέη διερμηνέα για τον διοικητή του, τον υπολοχαγό των SS Καρλ Φίσερ. Ο τελευταίος νιώθει αντιφατικά συναισθήματα γι’ αυτόν, τον παίρνει μαζί του σε εκδρομές, του προτείνει να φύγει με τη μνηστή του για τη Γερμανία, αλλά τον απειλεί και τον τιμωρεί όταν του μιλάει ειλικρινά και χωρίς δουλοπρέπεια.

Ένα από τα αφηγηματικά πλεονεκτήματα της ταινίας είναι ότι προσπαθεί όσο μπορεί να εστιάζει στα όσα διαδραματίζονται εντός του στρατοπέδου. Η περιγραφή είναι ρεαλιστική, με λιγοστές γραφικότητες (ο Ούγγρος δεσμοφύλακας, ο κρατούμενος που επιπλήττει τον Σουκατζίδη σαν ένα είδος ένοχης συνείδησης) και μερικές καλοστημένες λεπτομέρειες (το καρβέλι με τις τρεις χαρακιές-χαραμάδες ελπίδας και διαφυγής). Το βάρος όμως πέφτει στη σχέση του ναζί αξιωματικού με τον Έλληνα κρατούμενο, ένα δραματικά και ιδεολογικά πρωταγωνιστικό δίδυμο το οποίο αντιπαρατίθεται ψυχολογικά, πολιτικά κι εντέλει πολιτισμικά, με τον Σουκατζίδη (ένας λιτός, ερμηνευτικά αποτελεσματικότατος Ανδρέας Κωνσταντίνου) να έχει τη σεναριακή εύνοια καθότι αγέρωχος, πράος και θαρραλέος, πραγματικός ήρωας–, αλλά με τον εσωτερικά ταραγμένο Καρλ Φίσερ να κερδίζει τελικά τις εντυπώσεις, κυρίως χάρη στην ερμηνεία του έμπειρου Αντρέ Χένικε («Η Πτώση», «Victoria»).

Το σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη και του Παντελή Βούλγαρη κεντάει ψιλοβελονιά την (σχεδόν ερωτική) έλξη και ταυτόχρονα αναπόφευκτη απώθησή τους, η οποία συμπυκνώνει εύστοχα μια δυναμικά δραματική σύγκρουση χαρακτήρων, απόλυτα συνδεδεμένη με τη φονική σύγκρουση κρατών και ιδεολογιών που μαίνεται γύρω τους. Αυτό το γύρω τους, αντίθετα, αντιμετωπίζεται από την ταινία με ακαδημαϊκή ευπρέπεια, η οποία, πατώντας στη διεκπεραιωτική διήγηση γεγονότων (εντελώς περιττή η σκηνή δολοφονίας του υποστράτηγου Κρεχ) και στους σχηματικούς υποστηρικτικούς χαρακτήρες, οδηγεί το στόρι μέχρι την κορύφωσή του, την εκτέλεση των 200 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Κι ενώ έχει προηγηθεί ένα καλοσκηνοθετημένο, βαθιά ανθρώπινο αποχαιρετιστήριο γλέντι, εκεί όλα κινούνται στο ρελαντί κυριολεκτικά και μεταφορικά, οι μελοδραματικοί τόνοι ανεβαίνουν κατακόρυφα και η εύκολη συγκίνηση εκβιάζεται με έναν αταίριαστο μέχρι τότε χολιγουντιανά μεγαλόσχημο, εκκωφαντικό τρόπο.

Ελλάδα. 2017. Διάρκεια: 117΄. Διανομή: TANWEER.

http://www.athinorama.gr/

Το Τελευταίο Σημείωμα

του Παντελή Βούλγαρη

ΚΡΙΤΙΚΗ 22 OCT 2017

[3/5] Δημήτρης Δημητρακόπουλος

Ο Παντελής Βούλγαρης επιστρέφει στην πολύπαθη σύγχρονη ελληνική ιστορία για να αποδείξει για άλλη μια φορά, παρά τα ελαττώματα του «Τελευταίου Σημειώματος», την ειλικρίνεια των προθέσεών του και την εξαιρετική του ικανότητα να επικοινωνεί άμεσα με το κοινό.

Υπάρχει μόνιμα μια γνησιότητα στο σινεμά του Παντελή Βούλγαρη και ένα πάθος που αντικατοπτρίζεται τόσο στον συναισθηματισμό που διαποτίζει κάθε πλάνο όσο και στην προσεκτική επιλογή των λέξεων των πρωταγωνιστών του, οι οποίες συνήθως ξεπερνούν τους ήρωές τους για να αναδείξουν την εποχή τους, τα ήθη και όλες εκείνες τις μικρές παρόμοιες ιστορίες που παρέμειναν κρυφές στη ροή της Ιστορίας.

Έτσι και στο «Τελευταίο Σημείωμα», την πιο πρόσφατη ταινία του σκηνοθέτη, η ταινία δεν αφορά μόνο την ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, Κρητικού αγωνιστή του λαϊκού κινήματος που δούλεψε ως διερμηνέας των Γερμανών στη φυλακή του Χαϊδαρίου κατά τη διάρκεια της κατοχής, αλλά και όλους εκείνους που έζησαν, έδρασαν και στιγμάτισαν με το αίμα τους εκείνη την περίοδο, δημιουργώντας αθροιστικά ένα κοινωνικό ψηφιδωτό γεμάτο ιστορικές λεπτομέρειες και ανθρώπινες δυνατές στιγμές.

Γιατί η ταινία μπορεί να κλείνει με την πλήρη καταγραφή των ονομάτων των 200 ανθρώπων που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 ως αντίποινα στην ενέδρα της ελληνικής αντίστασης στον Στρατιωτικό Διοικητή Λακωνίας, σε χαράδρα της περιοχής των Μολάων, όμως στην πραγματικότητα το «Τελευταίο Σημείωμα» είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Πίσω από το σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη και του ίδιου του Παντελή Βούλγαρη φαίνεται η λεπτομερής κοινωνιολογική και ιστορική μελέτη παρόμοιων γεγονότων, πίσω από την ματιά του Παντελή Βούλγαρη γίνονται εμφανείς η αφοσίωση και η γνώση της ιστορίας, πίσω από την φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή, τα σκηνικά του Σπύρου Λάσκαρη και τα κοστούμια της Γιούλας Ζωϊοπούλου επιβεβαιώνεται η προσοχή στην αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής.

Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι Ναπολέων Σουκατζίδης τού (ποτέ κραυγαλέα αλλά πάντοτε ιδανικά εκφραστικού) Ανδρέα Κωνσταντίνου, ο οποίος έπειτα από διαδοχικές εξορίες και φυλακές από το 1936, βρίσκεται να εκτελεί χρέη διερμηνέα στον Γερμανό Διοικητή του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου, Καρλ Φίσερ (Αντρέ Χένικε). Εξω από το στρατόπεδο, η μνηστή του Ναπολέοντα, Χαρά Λιουδάκη (η Μελία Κράιλινγκ έχει το δύσκολο ρόλο να βασιστεί περισσότερο στη στάση του σώματος και το βλέμμα της παρά στα λόγια και αριστεύει), εργάζεται ως νοσοκόμα υπομένοντας καθημερινά την προσδοκία της επανασύνδεσης. Η ενέδρα στους Μολάους και οι τέσσερις νεκροί Γερμανοί που φέρνει ως αποτέλεσμα, πρόκειται να θέσουν σε διαφορετική ροή την ιστορία τους και να κάνουν ακόμα ασθενέστερη οποιαδήποτε ελπίδα.

Όμως το «Τελευταίο Σημείωμα» δεν είναι τόσο μια ταινία για την ελπίδα όσο για τη δύναμη των πιστεύω και την ισχύ των ιδεωδών και οι ποικίλες μικρές ιστορίες φόβου, συντροφικότητας, φιλίας αλλά και ονειροπόλησης των κρατούμενων στους θαλάμους, δίνουν στον Βούλγαρη και την Καρυστιάνη την ιδανική ευκαιρία να διευρύνουν τη ματιά τους και να μετατρέψουν τον Σουκατζίδη σε φορέα μιας ιστορίας με πολυάριθμες, εξίσου σημαντικές παραλλαγές. Η ουσιαστική δύναμη της ταινίας δεν βρίσκεται στη θορυβώδη επιφάνεια αλλά εντοπίζεται στις ήσυχες λεπτομέρειες, το δράμα παραδόξως δεν κορυφώνεται τη στιγμή του θανάτου αλλά στον πανηγυρισμό της ζωής (η σκηνή των παραδοσιακών χορών εντός της φυλακής αποτελεί και την καλύτερη σκηνή της ταινίας) και οι σημαντικότερες ατάκες δεν λέγονται από τους πρωταγωνιστές αλλά εμφανίζονται εμβόλιμες ως στιγμές από κάποια άλλη προσωπική ιστορία, που θα μπορούσε με τη σειρά της να αποτελεί μια εξίσου σημαντική ταινία.

Για αυτό και είναι εύκολο να συγχωρήσεις στην ταινία (αν και κατανοητό ως ένα βαθμό) την υπερδραματοποίηση ορισμένων στιγμών, την μάλλον υπερβολική χρήση του slow motion, την ανάγκη κατά στιγμές να τονιστούν με λόγια πράγματα που έχει ήδη κάνει σαφή η ευγλωττία των εικόνων, όπως και την αίσθηση ότι, ειδικά λόγω της πλούσιας έρευνας, πολλές ιστορίες αποζητούν (χωρίς τελικά να λαμβάνουν) περισσότερο χρόνο. Γιατί στην πραγματικότητα, το «Τελευταίο Σημείωμα» παραμένει μέχρι το τέλος μια ταινία προσωπική, ένα φιλμ που πιστεύει με πάθος στην αλήθεια της ψυχής του και μια δημιουργία ειλικρινής που βρίσκει άμεσα επικοινωνία με τον θεατή. Και αυτό είναι μάλλον το σημαντικότερο από όλα.

http://flix.gr/

Το τελευταίο σημείωμα 2017 Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης

Ένας κρατούμενος που εκτελεί χρέη διερμηνέα του Γερμανού διοικητή του στρατοπέδου κατά τη διάρκεια της Κατοχής βρίσκεται σε δίλημμα ζωής, όταν ο τελευταίος του προτείνει να εξαιρεθεί από μια λίστα 200 μελλοθάνατων, βάζοντας στη θέση του κάποιον άλλο.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 26.10.2017 [3,5/5]

Η εκτέλεση των 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944, η μαζικότερη που έγινε ποτέ στην Ελλάδα, απασχολεί τον Παντελή Βούλγαρη στο Τελευταίο Σημείωμα, από την εναρκτήρια σεκάνς ως το παρατεταμένο, ίσως υπερβολικά δραματικό φινάλε. Το επίκεντρο είναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης (δωρικός, πειστικός ο Ανδρέας Κωνσταντίνου), νέος, αγωνιστής, διερμηνέας του ναζί διοικητή στο Μπλοκ 15 στο Χαϊδάρι, το διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης ευθέως ανάλογο με τα κολαστήρια στη Γερμανία και στην Πολωνία την ίδια περίοδο. Ο Σουκατζίδης δέχτηκε το πόστο αναγκαστικά, απρόθυμα, και λόγω χαρακτήρα όχι αδιαμαρτύρητα, και έπαιξε έναν διπλό ρόλο, ειδοποιώντας τους κρατούμενους συντρόφους του όποτε μπορούσε να αποσπάσει πληροφορίες, την ίδια στιγμή που έκανε τη δουλειά του όσο πιο υπεύθυνα του ζητούσαν οι Γερμανοί. Η σχέση του με τη Χαρά (η Μελία Κράϊλινγκ έξοχη στη λιτή, τελευταία σκηνή της), μια νοσοκόμα που με καρτερία και περηφάνια τον επισκεπτόταν στη φυλακή, λειτουργεί ως υπενθύμιση αλλά και φαντασιακό παράθυρο σε μια ζωή που ίσως ανθούσε κάτω από καλύτερες συνθήκες και ο Βούλγαρης την τοποθετεί ανάμεσα στις προσωπικές συγκρούσεις του ήρωα, το κουράγιο που δεχόταν και έδινε στους συναγωνιστές του αλλά και τη δυσπιστία που αντιμετώπιζε από έναν καλό του φίλο, ο οποίος, δικαίως, δεν έβλεπε με καλό μάτι την ιδιαίτερη μεταχείριση της οποίας έτυχε από τον διοικητή (εξαιρετικός ο Αντρέ Χένικε). Ανάμεσα στον Σουκατζίδη και στον άτυπο προϊστάμενό του αναπτύσσεται η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της ταινίας, ένα παιχνίδι επιβολής και ανθεκτικότητας που συμπυκνώνει το παράλογο του πολέμου, την ιδεολογική διελκυστίνδα μεταξύ δύο έξυπνων και καθόλα λογικών ανδρών, μια άσκηση βαρβαρότητας με ανθρώπινες ανάσες. Επιπλέον, η ματιά του Σίμου Σαρκετζή και η μουσική με τους ήχους του The Boy προσδίδουν μια σύγχρονη στόφα σε ένα κλασικό στόρι που δεξιοτεχνικά ξεφεύγει από το μελό και τον διδακτισμό, με ήρεμη δύναμη και πίστη στους χαρακτήρες. Πηγή: www.lifo.gr

Κωνσταντίνος Καϊμάκης

Το τελευταίο σημείωμα (***)

Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης

Πρωταγωνιστούν: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Μελία Κράιλινγκ, Αντρέ Χένικε, Τάσος Δήμας

Η εκτέλεση 200 λαϊκών αγωνιστών από τους ναζί την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή, ως αντίποινα για τη δολοφονία του ναζί διοικητή της Λακωνίας από την ελληνική Αντίσταση, σημαδεύεται από την άρνηση του κρητικού Ναπολέοντα Σουκατζίδη, μεταφραστή του γερμανού διοικητή στις φυλακές Χαϊδαρίου, όταν ο τελευταίος του προτείνει να του χαρίσει τη ζωή και στη θέση του να εκτελεστεί κάποιος άλλος.

Η επιλογή του Παντελή Βούλγαρη να ταξιδέψει στο παρελθόν και την εποχή της ναζιστικής Κατοχής έχει διπλό στόχο. Αφενός να ενημερώσει το θεατή για τις παραμέτρους μιας ιστορίας μοναδικής αυτοθυσίας και ψυχικής δύναμης κι αφετέρου να τον συγκινήσει με τις λεπτομέρειες των τελευταίων έντονων ωρών που οι μελλοθάνατοι ζουν καθώς έρχονται αντιμέτωποι με όλο το νόημα της περήφανης και ασυμβίβαστης στάσης τους που δεν αφορά μόνο στο ναζιστικό καθεστώς, αλλά και τους προηγούμενους αγώνες τους (οι περισσότεροι από τους φυλακισμένους είναι μέλη του ΚΚΕ που μεταφέρονται από φυλακή σε φυλακή τα τελευταία 8 χρόνια) που έχουν ως αφετηρία την 4η Αυγούστου 1936 και τη δικτατορία Μεταξά. Η αλήθεια είναι πως ο έμπειρος σκηνοθέτης αφήνει όχι ακριβώς στην άκρη αλλά σίγουρα σε ανώδυνες συνθήκες τις ιδεολογικές και πολιτικές αρχές της τραγικής αυτής ιστορίας. Η ιστορία του Σουκατζίδη μοιάζει πρωτίστως σαν ένας προσωπικός άθλος, μια περιπέτεια που αφορά στον ίδιο και τον Φίσερ, το ναζιστή διοικητή του Χαϊδαρίου ο οποίος από σεβασμό και συμπάθεια προς το διερμηνέα του, αποφασίζει να του χαρίσει τη ζωή την ύστατη ώρα, παίρνοντας τη θέση του κάποιος άλλος, αλλά όπως πολύ σωστά του λέει ο μικρασιατικής καταγωγής Σουκατζίδης «με αυτή την πρότασή σας προσπαθείτε να με ατιμάσετε και δεν μπορώ να τη δεχτώ». Όμως ο ήρωας δεν είναι ένα αυτόφωτο πρόσωπο ακεραιότητας και μοναδικής περηφάνειας που ισορροπεί σε μια κατάσταση τρόμου (η ναζιστική θηριωδία φαίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα ακόμη κι από τον φιλότεχνο και ανθρώπινο εν μέρει Φίσερ) και αντλεί δύναμη κυρίως από τον έρωτα της αρραβωνιαστικιάς του Χαρούλας Λιουδάκη, που υποδύεται η ελληνοαμερικανίδα Μελία Κράιλινγκ. Ο Σουκατζίδης είναι ένας σπάνιος άνθρωπος, πατριώτης και λαϊκός αγωνιστής. Ένα ζωντανό πολιτικό σύμβολο που διαμορφώθηκε μέσω συγκεκριμένων ιδανικών και αρχών τα οποία ο Βούλγαρης δεν αναλύει σε βάθος προφανώς για να μην διχάσει και πάλι το έθνος. Η αλήθεια όμως δεν μπορεί να κοπεί στα δύο και κατανοώ από τώρα τις όποιες αντιδράσεις μπορεί να έχει η ταινία από το χώρο της Αριστεράς. Όσον αφορά το κατασκευαστικό κομμάτι του φιλμ, η επιλογή του σκηνοθέτη να στραφεί σε ένα ποιητικό λόγο που θα συνοδεύσει τα αναπόφευκτα φορτισμένα συναισθηματικά πλάνα του είναι σωστή. Το «τελευταίο σημείωμα» συγκινεί (ίσως περισσότερο από ότι θα έπρεπε στο τελευταίο ημίωρο), προβληματίζει, δίνει σημαντικές πληροφορίες από την τελευταία βραδιά στα κελιά των μελλοθάνατων όπου στήνεται ένα απίστευτο γλέντι με χορούς και τραγούδια. Αυτή η θαυμάσια χορογραφημένη σεκάνς μαζί με την αψεγάδιαστη ερμηνεία του Γερμανού Αντρέ Χένικε στο ρόλο του Καρλ Φίσερ ,είναι και τα πιο δυνατά όπλα του φιλμ που προβλέπεται να σπάσει ταμεία και… καρδιές!

http://www.athensvoice.gr/

Ένα μετα-παιχνίδι με την ιστορική μνήμη στο «Τελευταίο Σημείωμα»

26.10.2017 Συντάκτης: Λήδα Γαλανού

Το Τελευταίο Σημείωμα ★★★☆☆

(Ελλάδα, 2017, 106’)

Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης

Ηθοποιοί: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αντρέ Χένικε, Μελία Κράιλινγκ, Τάσος Δήμας, Αινείας Τσαμάτης, Βασίλης Κουκαλάνι

Ένα μετα-παιχνίδι με την ιστορική μνήμη στήνει στη νέα του ταινία ο Παντελής Βούλγαρης (μαζί με την Ιωάννα Καρυστιάνη στο σενάριο), αφηγούμενος ένα εμβληματικής σκληρότητας περιστατικό από την Κατοχή, αλλά δίνοντάς του την ώθηση που θα κάνει τον θεατή ν’ αναμετρηθεί με τη δική του θέση απέναντι στην ανθρώπινη ακεραιότητα.

Κεντρικό και υπαρκτό πρόσωπο της ταινίας ο Ναπολέων Σουκατζίδης, φυλακισμένος ως κομμουνιστής στο Χαϊδάρι το 1944 και διερμηνέας του Γερμανού διοικητή. Οι φευγαλέες ματιές στο περιβάλλον του, τούς υπόλοιπους κρατούμενους, τα πάθη, τη μελαγχολία, την καλλιτεχνική τους έκφραση, τη βία, τις γυναίκες της ζωής τους, πάντα απ’ έξω ή στα απέναντι κρατητήρια, συμπυκνώνονται προς το τέλος της ταινίας στην τραγική κορύφωση. Ο Σουκατζίδης και 199 συγκρατούμενοί του, πρόκειται να εκτελεστούν στην Καισαριανή, ως αντίποινα για τη δολοφονία του Στρατιωτικού Διοικητή στους Μολάους, από αντιστασιακούς, την Πρωτομαγιά εκείνης της χρονιάς.

Με την ταινία του, τιμώντας τη μνήμη του Σουκατζίδη αλλά, κυρίως, εξερευνώντας το αίσθημα της ευθύνης και τη διάσταση της θυσίας σ’ όποιον άνθρωπο, ο Βούλγαρης καταφέρνει να εξανθρωπίσει τον ήρωα και ανελκύσει στην ηρωική σφαίρα τις βασικές ανθρώπινες αρχές αυτές που, περισσότερο κι από άτομα ή στιγμές, βοηθά να μην ξεχνιούνται.

Η ταινία ξετυλίγεται με δυο διαφορετικά τέμπο. Όλο το πρώτο μέρος έχει μια αδράνεια, μπορεί να αποτυπώνει το αίσθημα του εγκλεισμού, αλλά δεν εμβαθύνει σε χαρακτήρες, δεν δίνει ένταση στη δράση, η αφήγηση μένει σχηματική και οι χαρακτήρες υπάρχουν μέσα σ’ ένα δεδομένο περιβάλλον, πνευματικό και τρυφερό, αλλά μονοδιάστατο.

Μόνο από τη στιγμή που οι διακόσιοι άνδρες, παραμονή τής «αναχώρησής» τους για άγνωστο τόπο, βρίσκονται μαζί σ’ ένα χώρο της φυλακής και γλεντούν, με την έκσταση του πένθους, τον αποχαιρετισμό τους, το φιλμ παίρνει ορμή, αποκτά βάρος, καθηλώνει και κάνει πολιτική με άξονα το συγκινησιακό φορτίο, αυτό δηλαδή που ο Βούλγαρης γνωρίζει καλά πώς να χτίζει.

Η φωτογραφία τού Σίμου Σαρκετζή είναι εξαιρετική, με τα αιχμηρά μπλε, το καθαρό ελληνικό φως των εξωτερικών και τη θαμπωμένη υφή των εσωτερικών, όπως και το soundtrack τού The Boy που δουλεύει, αυτή τη φορά, σε μεγάλη κλίμακα, με μελέτη και πάθος.

Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου, στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αποδεικνύεται ξανά δυνατός στην οθόνη, τόσο στις «ηρωικές» στιγμές του, όσο και στις σιωπές και τα βλέμματά του. Παρότι στις σκηνές της βίας ο Βούλγαρης επιλέγει να δώσει ανεξήγητα μεγάλη κινηματογραφική έμφαση, με επαναλήψεις πλάνων και slow motion που αγγίζουν το σπλάτερ, το αληθινό φινάλε της ταινίας είναι και το πιο συγκινητικό, ένας χωρίς λόγια αναλογισμός αυτών (των ανθρώπων, των πράξεων και των ιδεών), που μένουν πίσω.

Κι αν ο Παντελής Βούλγαρης είναι, τελικά, ο μόνος αξιοπρεπής σκηνοθέτης που αναλαμβάνει το ρόλο του ιστοριογράφου της νεώτερης Ελλάδας, το κάνει με ειλικρίνεια, σεβασμό και συναίσθημα.

http://www.efsyn.gr/

Σάββατο 28 Οχτώβρη 2017 – Κυριακή 29 Οχτώβρη 2017 ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το μήνυμα στο «Τελευταίο Σημείωμα»

Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά δεν πεθαίνει ποτέ…», έγραφε ένα απ’ τα δεκάδες σημειώματα τα σκορπισμένα κοντά στα άψυχα κορμιά των 200 κομμουνιστών – κρατούμενων στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου – που εκτελέστηκαν από τους ναζί κατακτητές την 1η Μάη του 1944 στην Καισαριανή. Και πραγματικά, το απαράμιλλο μεγαλείο που απέπνεε αυτός ο ανθός του Κομμουνιστικού Κόμματος με την περήφανη, την όρθια στάση του εμπνέοντας ένα πλήθος καλλιτεχνικών έργων εκείνη την περίοδο, εξακολουθεί, 73 χρόνια μετά, να συγκινεί την τέχνη, όπως έδειξε η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το Τελευταίο Σημείωμα» σε σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη και του ίδιου του σκηνοθέτη.

Το εγχείρημα ήταν τολμηρό, ειδικά γιατί το θέμα της ταινίας προϋποθέτει, εκτός από την καλή γνώση της ιστορίας και των μέσων της κινηματογραφικής τέχνης – που ο Παντελής Βούλγαρης αναμφισβήτητα διαθέτει – σοβαρή εξοικείωση με την κομμουνιστική ιδεολογία και δράση. Παρά τις δυσκολίες της, η ταινία δικαίωσε τη φιλοδοξία των δημιουργών της: Να ξυπνήσει τη διάθεση για να ψάξουμε περισσότερο την πρόσφατη ιστορία της ταξικής πάλης στη χώρα μας, ν’ αναζητήσουμε στην αγωνιστική κληρονομιά των γονιών και των παππούδων μας, στις πιο πολύτιμες παρακαταθήκες του χτες, απαντήσεις και αναλογίες για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε το σήμερα.

Και μόνο γιατί – σε καιρούς που ο κινηματογράφος βρίθει από ανώφελες έως βλαβερές χολιγουντιανές υπερπαραγωγές – οι εμπνευστές της ταινίας αναγνωρίζουν και αποδίδουν στην τέχνη την κοινωνικά χρήσιμη λειτουργία της, τους αξίζει έπαινος. Πολύ περισσότερο που το έργο παίρνει θέση και σ’ ένα ακόμη πιο κρίσιμο ζήτημα της πολιτικής και ιδεολογικής διαπάλης, τη διεθνή εκστρατεία του κεφαλαίου για ταύτιση του φασισμού με τον κομμουνισμό.

Απέναντι στον κόσμο του κυνισμού, της βαρβαρότητας, της κτηνωδίας που αντιπροσωπεύουν οι δυνάμεις του χιτλεροφασισμού, η ταινία ορθώνει έναν κόσμο αλληλεγγύης, ήθους, εντιμότητας, αξιοπρέπειας και βαθιάς ανθρωπιάς που φτάνει έως την ύστατη θυσία, χωρίς να κρύβει ότι βασικοί φορείς των ανώτερων αυτών ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου είναι οι κομμουνιστές, με επικεφαλής το στέλεχός τους Ναπολέοντα Σουκατζίδη, με κομματική αποστολή διερμηνέα του στρατοπέδου, ατσαλωμένο – όπως οι περισσότεροι από τους 200 – στα μεταξικά στρατόπεδα εξορίας και προπαντός στο μεγάλο ταξικό σχολειό της Ακροναυπλίας.

Αυτό, άλλωστε, είναι το περιεχόμενο και το βαθύτερο μήνυμα της ταινίας, που προεκτείνεται στο σήμερα: Η θεμελιωμένη στα πιο προωθημένα ανθρώπινα ιδανικά ηθική υπεροχή των λαϊκών αγωνιστών είχε τη δύναμη να σμπαραλιάσει, να συντρίψει, να εκμηδενίσει το μύθο του αήττητου, σιδερόφρακτου χιτλερικού οικοδομήματος, τη σάπια τενεκεδένια «υπεροχή» της «ανώτερης άριας φυλής», μια υπεροχή για την οποία καυχιέται άλλωστε στην αρχή της ταινίας ο Γερμανός διοικητής του στρατοπέδου, ο Φίσερ.

Με άλλα λόγια, «Το Τελευταίο Σημείωμα», χωρίς να έχει την πρόθεση να διδάξει ιστορία, σέβεται την ιστορικά χρήσιμη αλήθεια της. Οι δεσμώτες του Χαϊδαρίου δεν αποτελούν ένα παραδομένο στο έλεος της ταπείνωσης, του άγριου βασανισμού και της αγωνίας από το καθημερινό προσκλητήριο του θανάτου, μπουλούκι, αλλά μια συγκροτημένη κοινότητα, όπου καθένας δεν νιώθει μόνος, καθώς βρίσκει στα σπλάχνα της ανθρώπινη ζεστασιά και αμέριστη φροντίδα, παρηγοριά και συμπαράσταση για να νικά τον πόνο, το φόβο, την απελπισία, την παραίτηση και να ωριμάζει, να γίνεται ολοένα πιο άξιος αγωνιστής. Οι κρατούμενοι ετοίμασαν και χάρισαν ένα μακρύ παντελόνι στο δεκατριάχρονο σύντροφό τους με τα κοντά παντελονάκια, που ανδρώθηκε δίπλα τους και θα πάρει τη θέση τους, όταν αυτοί θα λείψουν.

Οργανωτής όλης αυτής της δουλειάς είναι το Κόμμα, που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του ηλικιωμένου και έμπειρου ανώνυμου καθοδηγητή. Η κομματική ηλικία του – καθόλου τυχαία – ταυτίζεται με τα χρόνια της μέχρι τότε ζωής του Κομμουνιστικού Κόμματος (1918 – 1944): «Εικοσιπέντε χρόνια αγώνα και θυσίας δεν πήγαν χαμένα. Πεθαίνω σαν άνθρωπος… Για μια δίκαιη κοινωνία…» λέει, όταν μαθαίνει για την επικείμενη εκτέλεση των 200 κομμουνιστών. Αυτός, δηλαδή το Κόμμα, είναι που – έχοντας στήσει έναν παράνομο μηχανισμό άμεσης πληροφόρησης για τα επίκαιρα πολιτικά γεγονότα – εμψυχώνει τους κρατούμενους με τις ειδήσεις για την προέλαση του Κόκκινου Στρατού και τις επιτυχίες των ΕΑΜικών και ΕΛΑΣίτικων δυνάμεων ενάντια στα κατοχικά στρατεύματα. Αυτός πάλι, με τις εύστοχες παρεμβάσεις του και τις νηφάλιες συμβουλές του, στηρίζει κάθε βήμα τους, εμποδίζοντάς τους να λυγίσουν, αποτρέποντας ακόμη και τον ίδιο τον Σουκατζίδη να παραιτηθεί από διερμηνέας, κάτω από την αφόρητη συνειδησιακή πίεση του σκληρού και άχαρου, μα καίριου αυτού ρόλου.

Ολοι οι ήρωες του Χαϊδαρίου, άλλωστε, αποδίδονται ρεαλιστικά στην ταινία. Δεν δείχνονται σαν υπερφυσικά, υπεράνθρωπα όντα, αλλά σαν κανονικοί, όπως κι εμείς άνθρωποι, υποφέρουν, λαχταρούν τις μικροχαρές, ερωτεύονται, παλεύουν με τις αντιφάσεις τους, αγαπούν με πάθος τη ζωή και γι’ αυτό πεθαίνουν γι’ αυτήν. Για να την ημερέψουν, να την ομορφύνουν.

Η ταινία, λιτή και αφαιρετική, δείχνει απλή και ευκολοδιάβαστη, μα δεν καταναλώνεται εύκολα στο σύνολό της. Μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση και απόλαυσή της έχει απαιτήσεις για οξυμένη παρατηρητικότητα, ιστορική γνώση και κινητοποίηση της σκέψης. Για παράδειγμα, χρειάζεται ένταση της προσοχής για να αντιληφθεί κανείς την αντίθεση ανάμεσα στους ανοργάνωτους κρατούμενους – που με σκοπό τον τέλειο εξευτελισμό τους οδηγούνται με τα εσώρουχα στην εκτέλεση, ένας τους μάλιστα εκλιπαρεί κλαίγοντας να τον λυπηθούν – και στους διακόσιους κομμουνιστές, που την παραμονή της εκτέλεσής τους πλένονται, χτενίζονται, φορούν τα «καλά» τους και ρίχνονται σε ένα τρικούβερτο, ολονύχτιο χορό, περιφρονώντας κι εξευτελίζοντας όχι μόνο τους κατακτητές, αλλά τον ίδιο το θάνατο. Με τα πρόσωπα σκοτεινά μέσα στην τρομερή τους προσπάθεια, αδέκαστα όμως και αποφασισμένα, και τα κορμιά συντονισμένα στο ρυθμό λεβέντικων παραδοσιακών τραγουδιών, σαν άξιοι κληρονόμοι της προγονικής φωτιάς για ανυποταγή, φεύγουν πάνοπλοι για την εκστρατεία της ζωής ενάντια στο θάνατο, σ’ αυτήν τη συγκλονιστική σκηνή της ταινίας.

«Πρωτομαγιά. Γειά σας όλοι. Πάμε στη μάχη», όπως έγραφε στο τελευταίο του σημείωμα ένας ακόμη εκτελεσμένος ήρωας της Καισαριανής. Και πραγματικά, στη σκηνή της εκτέλεσης, θα ταίριαζε μια πιο επική κινηματογραφική έκφραση αυτού του ηρωισμού, γιατί τέτοιος και μόνο τέτοιος ήταν στην πραγματικότητα, μεγαλειώδης και επικός. Οι κομμουνιστές του Χαϊδαρίου, διαλεχτά στελέχη του πιο συνειδητού τμήματος της εργατικής τάξης, ήξεραν πως δεν ήταν τυχαία η επιλογή τους για εκτέλεση, ούτε η μέρα που αυτή πραγματοποιήθηκε. Ηξεραν όλοι τους ότι αυτήν την κρίσιμη ώρα δεν είχαν κανένα δικαίωμα να εκφράσουν την ατομικότητά τους. Με την υποδειγματική στάση τους όφειλαν να στείλουν μήνυμα όχι μονάχα στην οικογένειά τους, ούτε καν μόνο στον ελληνικό λαό, που μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ μάχονταν ολοένα και πιο αποφασιστικά το φασίστα κατακτητή, αλλά στην παγκόσμια εργατική τάξη. Είναι το μήνυμα της αναπότρεπτης νίκης της στον τιτάνιο κι ασυμφιλίωτο αγώνα της, που θα καταργήσει τη βαρβαρότητα της ταξικής αδικίας και εκμετάλλευσης, όποια έκφραση κι αν αυτή παίρνει. Το μήνυμα της ακλόνητης βεβαιότητάς τους ότι το ιδανικό της κοινωνικής απελευθέρωσης δεν αποτελεί ουτοπία, αλλά επιστημονικά θεμελιωμένη και πρακτικά επιβεβαιωμένη αναγκαιότητα της ιστορίας. Αυτή η βεβαιότητα έθρεψε τέτοιους γενναίους επαναστάτες και θα εξακολουθεί πάντα ν’ αναθρέφει, ώσπου η ανθρωπότητα να εξανθρωπιστεί. Η εικόνα της τελευταίας ομάδας των εκτελεσμένων, που πέφτουν στη γη με αλύγιστη την υψωμένη σιδερένια τους γροθιά, αυτό είναι το τελευταίο σημείωμα των διακοσίων, η διαθήκη που μας εμπιστεύτηκαν.

Στα πλούσια συναισθήματα που διεγείρει η ταινία, σπουδαία είναι η συμβολή των ηθοποιών και ειδικά του πρωταγωνιστικού δίδυμου, του Ανδρέα Κωνσταντίνου στο ρόλο του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και του Αντρέ Χένικε στο ρόλο του Καρλ Φίσερ, ενώ καθόλου δεν υπολείπεται και η ερμηνεία του Τάσου Δήμα στο ρόλο του «καθοδηγητή».

Ε. Μ.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Οκτ 26, 2017 Αλφαβητικός κατάλογος ταινιών που έχει γίνει κριτική, Κριτικές ταινιών 0

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

του Στράτου Κερσανίδη

Στις 26/10/2017 στις κινηματογραφικές αίθουσες. Μετά την ανάγνωση αυτής της κριτικής μπορείτε να διαβάσετε τις κριτικές των άλλων κριτικών κινηματογράφου που παρατίθενται μετά από αυτό το κείμενο.

ΣΥΝΟΨΗ

Η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη αναφέρεται στην εκτέλεση, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, 200 κρατουμένων, κυρίως κομμουνιστών, σε αντίποινα για το θάνατο ενός Γερμανού υποστρατήγου και τριών στρατιωτών. Κύριο πρόσωπο είναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης.

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στην Προύσα το 1909 και μετά την Μικρασιατική καταστροφή μετακόμισε με την οικογένειά του στην Κρήτη. Από τα νεανικά του χρόνια οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ, ενώ, αν και σπούδασε οικονομικά, ασχολήθηκε με τον πολιτισμό. Δημοσίευσε πολλά δοκίμια ενώ ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη λαϊκή παράδοση καταγράφοντας χιλιάδες μαντινάδες, παραμύθια, γνωμικά της Κρήτης. Μετείχε ενεργά στο συνδικαλιστικό κίνημα, πρωτεργάτης και στέλεχος στο Εργατικό κέντρο Ηρακλείου και τον Ιούνιο του 1936 συνελήφθη μαζί με άλλους συντρόφους του και εκτοπίστηκε στον Άι-Στράτη. Μετά την κατάληψη της χώρας από τους ναζί, ο Σουκατζίδης, όπως και χιλιάδες άλλοι έλληνες κομμουνιστές, παραδόθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση στους κατακτητές και παρέμειναν φυλακισμένοι.

Το 1944 βρίσκει το Ναπολέοντα Σουκατζίδη στις φυλακές Χαϊδαρίου, να εκτελεί χρέη διερμηνέα για τον γερμανό διοικητή Καρλ Φίσερ. Εκεί τον «συναντά» ο Παντελής Βούλγαρης και τον κάνει κεντρικό πρόσωπο στη ταινία «Το τελευταίο σημείωμα».

Στο Χαϊδάρι ο διερμηνέας του γερμανού διοικητή έρχεται σε καθημερινή επαφή με τα βασανιστήρια και τη σκληρότητα του Φίσερ και του πρωτοπαλίκαρού του, Κόβατς. Η Χαρά, η αρραβωνιαστικιά του Ναπολέοντα, θα αντιμετωπίσει καρτερικά και με θάρρος την κατάσταση. Όταν στις 27 Απριλίου 1944, στους Μολάους Λακωνίας, ο γερμανός υποστράτηγος Κρεχ, δέχτηκε επίθεση από ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο ίδιος και τρεις γερμανοί στρατιώτες, οι κατακτητές αποφάσισαν να εκτελέσουν 200 κρατούμενους για αντίποινα. Ανάμεσά τους ήταν και ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο οποίος αρνήθηκε την προσφορά του Φίσερ, να του χαρίσει τη ζωή και να εκτελεστεί κάποιος άλλος στη θέση του. Έτσι, την Πρωτομαγιά του 1944, έγινε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής η εκτέλεση των 200 ελλήνων κομμουνιστών.

Η πραγματική Ιστορία περνά μέσα από τη μυθοπλασία και γίνεται μια συγκλονιστική ταινία. Μια ταινία για την πίστη και την προσήλωση των ανθρώπων σε ιδανικά, που βλέπουν πιο μακριά από το πεπερασμένο της δικής τους ζωής.

Από το πρώτο πλάνο βρίσκεσαι εγκλωβισμένος. Άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, σκάβουν τάφους. Μια νέα κοπέλα, σκαλίζει στην τσέπη ενός εκτελεσμένου και βρίσκει ένα σημείωμα. Αφού τελειώσει αυτή η σεκάνς η οποία ήδη έχει φορτώσει με μπόλικη συγκίνηση τους θεατές, η δράση πηγαίνει μερικές μέρες πριν, στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Η αφήγηση της καθημερινότητας του Σουκατζίδη και των άλλων κρατουμένων αρχίζει. Θάλαμος, ανακρίσεις, βασανιστήρια εικόνες σκληρού ρεαλισμού, αλλά πως αλλιώς να αφηγηθείς τη ναζιστική θηριωδία; Εδώ δε χωράνε αφαιρέσεις και μισόλογα, πρόκειται για την επιτομή της ανθρώπινης βαρβαρότητας.

Βλέπουμε βήμα-βήμα την πορεία προς το θάνατο, την καθημερινή βία, το φανατισμό των θυτών και τον ηρωισμό των θυμάτων. Η κάμερα βρίσκεται κοντά στους πρωταγωνιστές, αγγίζει τα πρόσωπά, τον ιδρώτα, τις πληγές τους. Και πλησιάζουμε προς την κορύφωση του δράματος, ενώ η συγκίνηση έχει πιάσει κόκκινο. Αλλά δεν τελειώνει, έχει κι άλλο. Είναι το γλέντι στους θαλάμους το τελευταίο βράδυ πριν την εκτέλεση. Η κάμερα στριφογυρίζει, χορεύει μαζί με τους ανθρώπους, ανασαίνει κι αγωνιά μαζί τους. Μια συγκλονιστική σεκάνς, από τις καλύτερες που έχω δει στον ελληνικό -και όχι μόνον- κινηματογράφο. Στην κυριολεξία ανατριχιαστικά συγκινητική. Το ίδιο και στην εκτέλεση. Οι άνθρωποι στήνονται κατά εικοσάδες μπροστά στο πολυβόλο. Κι αρχίζει το μακελειό, κορμιά πέφτουν, χαριστική βολή, οι ναζί φωτογραφίζουν. Και η κάμερα πάντοτε κοντά στους ανθρώπους, καταγράφει και αποτυπώνει τη μεγαλύτερη μαζική εκτέλεση που έγινε στην Κατοχή.

Καθίσταται εμφανές στην ταινία πως οι 200 που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 ήταν κομμουνιστές. Κι αυτό φαίνεται από την αρχή από το γεγονός ότι οι κρατούμενοι βρίσκονται ήδη στη φυλακή τουλάχιστον εδώ και 8 χρόνια, δηλαδή από τη δικτατορία του Μεταξά. Επίσης στη φυλακή υπάρχει καθοδήγηση και συνωμοτικότητα, καθαρά κομμουνιστικές πρακτικές. Και στο φινάλε, φαίνεται από τις σηκωμένες γροθιές των εκτελεσμένων και τα όσα φωνάζουν μπροστά στο απόσπασμα.

http://www.filmandtheater.gr/

του Αιμίλιου Χαρμπή

Φυλακή αλλά πολύ διαφορετικού είδους έχουμε και στην ελληνική ταινία της εβδομάδας. «Το τελευταίο σημείωμα» (**½) του Παντελή Βούλγαρη είναι ένας φόρος τιμής στους 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944, αλλά και γενικότερα σε όσους στήθηκαν στον τοίχο, αρνούμενοι να αποκηρύξουν την πατρίδα και την ιδεολογία τους. Πρωταγωνιστής του φιλμ είναι ο κομμουνιστής Ναπολέων Σουκατζίδης (Ανδρέας Κωνσταντίνου), πραγματικό πρόσωπο, κρατούμενος και μεταφραστής στη φυλακή του Χαϊδαρίου από όπου επιλέχθηκαν οι 200.

Ο Βούλγαρης συνθέτει, με υλικά κάπως «παλιά», αλλά και με ειλικρίνεια και ευθύτητα, τη σπαρακτική ιστορία εκείνων των ανθρώπων που πέρασαν οκτώ χρόνια στη φυλακή (παραδόθηκαν από το Μεταξικό καθεστώς κατευθείαν στους Γερμανούς) προτού οδηγηθούν τελικά στον θάνατο. Ο τρόπος του είναι μεν συμβατικός εξαίρεση αποτελεί η εκπληκτική σκηνή του γλεντιού, τη νύχτα πριν από την εκτέλεσηωστόσο η ιστορική και πολιτική αξία της ταινίας του είναι αναμφισβήτητη.

http://www.kathimerini.gr/

Σημείωμα για «Το τελευταίο σημείωμα»

Η ιστορία των 200 της Καισαριανής και η εκτέλεσή τους από τους Ναζί την Πρωτομαγιά του 1944 είναι από εκείνες τις ιστορίες που ανεβάζουν το μπόι του ανθρώπου ψηλότερα. H επιλογή του Παντελή Βούλγαρη να καταπιαστεί στην τελευταία του δουλειά «Το τελευταίο σημείωμα» – με τους 200 και να αφιερώσει την ταινία στην μνήμη τους, είναι από μόνη της εκδήλωση τιμής και αναγνώριση χρέους. Μπράβο στον Παντελή Βούλγαρη και στους συνεργάτες του.

του Νίκου Μπογιόπουλου

αναδημοσίευση από τον Ημεροδρόμο

Η ταινία, στο βαθμό που μπορούμε να μιλήσουμε όχι σαν «ερασιτέχνες κριτικοί» αλλά ως «επαγγελματίες» λάτρεις του κινηματογράφου, είναι σπουδαία. Εμπνευσμένη η σκηνοθεσία του Βούλγαρη. Εξαιρετικό το από κοινού με την Ιωάννα Καρυστιάνη σενάριό τους. Υψηλού επιπέδου η υποκριτική των ηθοποιών. Καθηλωτική η ατμόσφαιρα.

Προτρέπουμε να δείτε την ταινία. Μια ταινία που γενεσιουργός αιτία της είναι η εκτέλεση των 200. Που επιλέχτηκαν να εκτελεστούν από τους δημίους τους με ένα πολύ συγκεκριμένο κριτήριο: Ότι ήταν κομμουνιστές. Το τονίζουμε διότι αν δεν ήταν κομμουνιστές δεν θα είχαν εκτελεστεί με τον συγκεκριμένο, τουλάχιστον, τρόπο που συνέβη και περιγράφει η ταινία. Και επομένως δεν θα υπήρχε καν ταινία.

Όμως εδώ έχουμε το παράδοξο: Στην ταινία που είναι αφιερωμένη στους 200, την κρίσιμη στιγμή της κινηματογραφικής ροής, ό,τι προκάλεσε την εκτέλεση των 200, δεν λέγεται. Δεν αναφέρεται… Για να εξηγήσουμε τι δεν λέει η ταινία, ας θυμηθούμε τι έλεγε η διαταγή των Ναζί, όπως δημοσιεύτηκε στον Τύπο των Αθηνών, μια μέρα πριν από την εκτέλεση των 200:

Αυτά έλεγε η διαταγή. Μια διαταγή που ορθά ο Βούλγαρης έχει επιλέξει να την μεταφέρει στην οθόνη. Μόνο που στην σχετική σκηνή, κατά την μεταφορά της διαταγής στο «πανί», μια λέξη έχει χαθεί. Έχει αφαιρεθεί. Το σενάριο δεν την περιλαμβάνει. Το κοινό δεν την ακούει. Η λέξη της διαταγής που έχει εξαφανιστεί είναι η λέξη «κομμουνιστές».

Σε αυτό το τόσο κρίσιμο σημείο της ταινίας, όταν ανακοινώνεται η διαταγή εκτέλεσης των κομμουνιστών, η λέξη «κομμουνιστές» έχει απαλειφθεί. Και έχει αντικατασταθεί από τη λέξη «Έλληνες».

Και φυσικά ήταν Έλληνες οι 200. Όπως και οι άλλοι 100 κομμουνιστές που ήδη πριν από αυτούς τους «εφόνευσαν» (δείτε ξανά την διαταγή) άλλοι «Έλληνες εθελονταί», ταγματασφαλήτες και γερμανοτσολιάδες δηλαδή, γεγονός που πολύ «θολά» παρουσιάζεται στην ταινία.

Τόσο Έλληνες πατριώτες, δε, ήταν οι 200 (σσ: και τόσο ανθρώπινοι όπως προκύπτει από τα συγκλονιστικά στερνά τους σημειώματα που πετούσαν στο δρόμο από τα καμιόνια κατά την μεταγωγή τους από το Χαϊδάρι στην Καισαριανή) που, όπως έχει καταγραφεί από τις μαρτυρίες κατά την ώρα της εκτέλεσής τους, δίπλα στα λόγια τους για τους δικούς τους ανθρώπους, μαζί με τις ιαχές τους για το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ, το ΚΚΕ, την επανάσταση, τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο και την Κομμουνιστική Διεθνή (που επίσης δεν καταγράφονται στην ταινίααλλά ας το προσπεράσουμε).

Οι δημιουργοί της ταινίας γνωρίζουν άριστα πόσο κρίσιμο είναι το στοιχείο πως οι Ναζί επέλεξαν να εκτελέσουν τον Σουκατζίδη και τους 199 συντρόφους του γιατί ήταν Έλληνες κομμουνιστές. Αδιάψευστος μάρτυρας η ίδια η μαρτυρία των ίδιων των εκτελεστών τους. Αλλά αυτή η λέξη μαρτυρία αφαιρέθηκε.

Θα πει κανείς: Μα, ο κινηματογράφος ως Τέχνη, ακόμα κι όταν εμπνέεται από την Ιστορία, δεν είναι πιστή αποτύπωση της Ιστορίας. Σωστά. Αλλά μια απορία:

Από τη στιγμή που η Τέχνη καταπιάνεται με ένα ιστορικό γεγονός, γιατί το μυθοπλαστικό της στοιχείο εκδηλώνεται επιλεκτικά και «αφαιρετικά» σε συγκεκριμένο σημείο της πραγματικής Ιστορίας; Ακόμα ακόμα: Τι θα πάθαινε και η Έβδομη και όλες οι Τέχνες μαζί αν η διαταγή εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών είχε μεταφερθεί με την σωστή λέξη στην μεγάλη οθόνη;

Θα πει άλλος: Μα δεν έχει σημασία η αφαίρεση της λέξης «κομμουνιστές» από τη διαταγή, δεν έχει νόημα να στέκεται κάποιος «μεμψίμοιρα» σε αυτό, αφού η λέξη ακούγεται (όντως ακούγεται κάπως) λίγο πριν.

Απορία: Άμα «δεν έχει σημασία» η αφαίρεση, τότε γιατί διαπράχτηκε η αφαίρεση; Γιατί απαλείφτηκε η λέξη; Τι σημασία διέκριναν οι παραγωγοί της ταινίας στην απάλειψη μιας λέξης, αν η απάλειψή της «δεν έχει σημασία»;

Κι αφού «δεν έχει νόημα» η… «μεμψίμοιρη» παρατήρηση πως η λέξη αντικαταστάθηκε, τότε ποια είναι η «ευρύχωρη» εξήγηση στην πολύ απλή ερώτηση: Αν η αντικατάσταση της λέξης «δεν είχε νόημα», τότε ποιο το νόημα της αντικατάστασής της;

Και μάλιστα αυτό το «γιατί» μόνο αδικαιολόγητο δεν είναι όταν πρόκειται για μια ταινία που επαναλαμβάνουμε υπάρχει διότι εκτελέστηκαν 200 κομμουνιστές, οι οποίοι εκτελέστηκαν ακριβώς επειδή ήταν κομμουνιστές, και που αν δεν ήταν κομμουνιστές δεν θα είχαν εκτελεστεί, και επομένως δεν θα υπήρχε καν αυτή η κατά τα άλλα σπουδαία (δείτε τη) ταινία.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ (2017)

του Ηλία Φραγκούλη [4/5]

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου για διακόσιους αντιστασιακούς και κομμουνιστές που εκτελέστηκαν από τους Ναζί στην Καισαριανή κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Είναι παράξενοι καιροί. Σε ένα διαφορετικό χρονικό πλαίσιο, θα βλέπαμε το «Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη σαν ένα ιστορικό δράμα της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με κάπως πιο «αποστειρωμένη» ματιά. Θα το βλέπαμε σαν μια απλή ταινία. Σε τούτο το σήμερα, όμως, η κατάληξη του έργου βαραίνει την ψυχή του θεατή, από διαφορετικές σκοπιές και με ενδεχόμενους παραλληλισμούς με… την επικαιρότητα (μοιραία). Πολλαπλούς παραλληλισμούς. Που γίνονται πιο «προσωπικοί» για εμάς. Διότι το έγκλημα, το οποίο καταγράφει το φιλμ, ήταν πραγματικό και διαπράχθηκε σε ελληνική γη το ’44. Ουδείς αμφισβητεί τα γεγονότα αυτά. Και ουδείς μπορεί να βγάλει από το μυαλό του ότι πρόκειται για ανθρώπους που στερήθηκαν τη ζωή, και ως κρατούμενοι / φυλακισμένοι (επί σειρά ετών σε κάποιες περιπτώσεις) και ως θύματα εκτέλεσης κατόπιν. Άνθρωποι που μιλούσαν τη γλώσσα μας, που είχαν οικογένειες, συγγενείς, φίλους, γειτόνους. Συνανθρώπους. Μπορεί κάποιοι από όλους αυτούς να ήταν και δικοί μας πρόγονοι, κάτοικοι Αθηνών ή απλά… Έλληνες. Ήταν δικοί μας. Και αυτό αλλάζει την ψυχολογία του οποιουδήποτε κριτή τούτης της ταινίας, είτε στέκει απέναντί της ως θεατής είτε την αντιμετωπίζει με επιπλέον καλλιτεχνικές απαιτήσεις.

Το «Τελευταίο Σημείωμα» είναι ένα φιλμ που, κατά κάποιον τρόπο, δεν έχει ιστορία. Έχει, όμως, Ιστορία. Και αυτή είναι που του προσθέτει βαρύτητα. Και σε υποβάλλει στο να παρακολουθήσεις τη λιτή γραφή ενός από τους λιγοστούς ικανούς κινηματογραφιστές που έβγαλε αυτός ο τόπος. Από εκείνους που είχαν πλήρη συναίσθηση του τι αντιπροσωπεύει ένα φιλμικό κάδρο γεμάτο από ανθρώπινο ψυχισμό, με σεβασμό σε κάθε επί μέρους δουλειά συνεργάτη / συντελεστή και με καθοδήγηση σωστή έως το υποκριτικό μέρος. Ο Βούλγαρης και η Ιωάννα Καρυστιάνη απέφυγαν την ανάπτυξη μιας κάποιας πλαστής δραματουργίας στο σενάριο, προσθέτοντας κάτι παραπάνω στις ζωές των απλών πολιτών που πέρασαν τις τελευταίες τους μέρες σ’ εκείνο το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, υπό συνθήκες Κατοχής. Το σενάριο δεν περιλαμβάνει πρωταγωνιστές / ήρωες, πονεμένες υποπλοκές ή ερωτικές ιστορίες που κατέληξαν να καταπνίγονται μέσα σε αυτούς τους τοίχους. Είναι, βέβαια, μια ένσταση που θα μπορούσε να έχει κανείς, αλλά είναι μια επιλογή η οποία υπηρετείται με ειλικρίνεια από την αφήγηση, καταφέρνοντας να δώσει μεγαλύτερη υπόσταση σε μια μικρή χούφτα ανθρώπων, οι οποίοι θα αποκτήσουν σταδιακά σημασία χαρακτήρα. Εκεί ακριβώς διακρίνεται η λεπτότητα της σεναριακής γραμμής. Και οι ενστάσεις απομακρύνονται από τη σκέψη. Γιατί αρχίζει να πιάνει τόπο στα μέσα σου το έργο. Σταδιακά. Έστω κι ασυναίσθητα.

Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας ο Ναπολέων Σουκατζίδης, νεαρός αγωνιστής του λαϊκού κινήματος, κρατούμενος σε εξορίες και φυλακές από το 1936, ο οποίος εκτελεί χρέη διερμηνέα για τον Γερμανό Διοικητή του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ. Η δολοφονική ενέδρα αντιστασιακών κατά του Στρατιωτικού Διοικητή Λακωνίας, σε χαράδρα της περιοχής των Μολάων, προκαλεί ένα domino αντιδράσεων από τους Ναζί κατακτητές, οι οποίοι συνήθιζαν να εκτελούν πενήντα Έλληνες για κάθε δική τους ανθρώπινη απώλεια. Τέσσερις οι νεκροί, διακόσιοι προς εκτέλεση ως αντίποινα. Και ο κλήρος λαχαίνει στο Χαϊδάρι.

Αυτό είναι όλο κι όλο το «Τελευταίο Σημείωμα». Και όλοι μας ξέρουμε το φινάλε του. Μέχρι να φτάσουμε ώς εκεί, όλη αυτή η ζωή και η καθημερινότητα στο στρατόπεδο, αν και ενίοτε εξευτελιστική ή βασανιστική, σε κάνει σχεδόν να ξεχνάς την κατάληξη. Περιμένεις ότι κάποιοι θα επιζήσουν. Αισθάνεσαι αυτή την ανάγκη, να νοιαστείς. Όχι ζορισμένα. Αβίαστα. Κι έρχεται η νύχτα της ανακοίνωσης και καταλαβαίνεις ότι κανένας από αυτούς τους ανθρώπους που άρχισες να συνηθίζεις σαν χαρακτήρες δεν θα βρει τη λευτεριά της υπόλοιπης ζωής που του μένει, μα τη λευτεριά της λύτρωσης μονάχα. Και τα κελιά γλεντούν μια ολονυχτία για τους μελλοθάνατους, που λες και θα γίνουν αθάνατοι. Και φορτίζεται τόσο έντονα η ταινία, που σου έρχεται κόμπος στο λαιμό.

Και βλέπεις τη σύγκρουση και τις διαφορές δύο λαών, καθώς οι άνδρες στήνονται ανά είκοσι μπροστά στο απόσπασμα. Δεν είναι σχηματοποιημένα αυτά που δείχνει το «Τελευταίο Σημείωμα». Η μια πλευρά, του κατακτητή, εξοντώνει στυγερά, ποζάρει για τον φακό μιας κάμερας, αποτελειώνει εκείνους που ξεψυχούν, εγκληματεί γιατί σε αυτό πιστεύει. Η άλλη η πλευρά, απλά, σου υπενθυμίζει ότι έτσι θανατώθηκε κι έτσι γράφει την Ιστορία της. Πατριωτισμός; Ανδρεία; Βουβή απόγνωση μπροστά σε μια μοίρα που δεν αλλάζει; Κοιτάς και σαστίζεις. Κι αν θες να κάνεις κι έναν πιο πολιτικό παραλληλισμό με το σήμερα, ναι, γιατί να κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις; Όλα σε τούτον τον πολιτισμό ένα déjà vu είναι. Τα ίδια πράγματα ζούμε, ξανά και ξανά, χωρίς να μαθαίνει κανείς, χωρίς να διαφοροποιεί το παρελθόν προς το καλύτερο. Και εδώ δεν χωρούν ιδεολογίες. Στο χώμα, όλοι ίδιοι κείτονται. Αυτό που πρέπει να θυμούνται οι υπόλοιποι και οι (όποιες) γενιές που θα ακολουθήσουν είναι ότι εκείνα τα χρόνια (που δεν είναι δα και προϊστορικά…) υπήρξε μια φυλή που στ’ αλήθεια αποπειράθηκε να αποκτήσει την απόλυτη εξουσία στον κόσμο, πατώντας πάνω σε εκατομμύρια πτώματα. Για το φιλμ του Βούλγαρη, διακόσια από αυτά τα θύματα ήταν Έλληνες. Θυμάσαι, λοιπόν, πού ανήκεις; Ποιος είναι ο δικός σου λαός; Ο τόπος σου; Αυτές τις ωφέλιμες απαντήσεις δίνει τούτο το έργο.

Μερικοί από εμάς γεννιούνται άνθρωποι, μένουν άνθρωποι και «φεύγουν» σαν άνθρωποι. Κι αν δεν είναι η πατρίδα το «όχημα», ας είναι μια ιδέα, κάποιος κανόνας ηθικής, η συνείδηση η καθαρή. Όταν βγεις από το σινεμά, ζύγισέ τα όλα αυτά, κάνε την αυτοκριτική σου, ανασκάλισε την Ιστορία, και των μεν και των δε. Και κάνε πως συνεχίζεις να ζεις. Ή κάνε κάτι για να ζήσουν ακόμη περισσότεροι άνθρωποι γύρω σου, κοντά σου, δίπλα σου. Κατοχή έχουμε.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Θα σηκώνεται ο κόσμος όρθιος στα σινεμά και θα χειροκροτεί. Υπάρχει μεγαλύτερη ανταμοιβή; Crowd-pleaser με ψυχή, από τον τελευταίο των μεγάλων σκηνοθετών μιας γενιάς που άλλαξε σελίδα στο ελληνικό σινεμά, το «Τελευταίο Σημείωμα» ξυπνά μνήμες από το «Happy Day» και τα «Πέτρινα Χρόνια», θα συγκινήσει τις μάζες ως καθαρό, λαϊκό θέαμα, θα συγκλονίσει κάποιους ως υπενθύμιση ενός αποτρόπαιου παρελθόντος, θα προκαλέσει έντονες συζητήσεις. Σε κάθε περίπτωση, είναι Ιστορία που δεν ξεγράφεται. Θαυμάσια δουλειά συνόλου και επίπεδο παραγωγής που δεν σε κάνει να ντρέπεσαι για αυτό που παρακολουθείς. Θα υπάρξει και μια μερίδα θεατών που θα αισθανθεί «ξένη», που προτιμά να βλέπει Ναζί ήρωες σε παραγωγές της αλλοδαπής και μόνο, λες και επρόκειτο περί μυθοπλαστικού «ευρήματος». Πώς αλλιώς να το πω; Δεν θα αρέσει σε μερικούς… Ευρωπαίους.

http://freecinema.gr/

«ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ»: Η ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΠΟΥ ΤΙΜΑ

26 Οκτωβρίου 2017 του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη

Τιμά τους 200 της Καισαριανής, τιμά και την ταινία, τιμά κυρίως τον ΠΑΝΤΕΛΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ ως σκηνοθέτη που δεν φοβήθηκε τη συγκίνηση ούτε κι εκείνους που θα τον κατηγορούσαν για «εκβιασμό» αυτής.. Οι οποίοι, φαντάζομαι, θα κατηγορούσαν και τον Ευριπίδη αν έγραφαν κριτική στις μέρες του, κι όταν ο Ορέστης φώναζε στην Ιφιγένεια , την «εν Ταύροις», «Αδελφή μου!» στη σκηνή της αναγνώρισης και ράγιζαν και τα μάρμαρα.

Ο Παντελής Βούλγαρης κάνει μία από τις τρεις ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ κινηματογραφικές δουλειές του, δίπλα στα «ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ» και την «ΜΙΚΡΑ ΑΓΓΛΙΑ».

Και μετατρέπει σε ΑΛΗΘΙΝΟ ΔΡΑΜΑ το χρονικό της εκτέλεσης των 200 της Καισαριανής. Βάζοντας στο σενάριο, που συνυπογράφει με την ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ, ως επικεφαλής της ιστορίας, σχεδόν ως κεντρικό ήρωα μέσα από τον οποίο μας την αφηγείται, τον νεαρό διερμηνέα-κρατούμενο, κάτοχο της γερμανικής γλώσσας, δίνοντας βάρος στη σχέση του με τον Γερμανό αξιωματικό, όπου ανάμεσα τους παίζεται ένα παιχνίδι επιβολής και ταπείνωσης με λανθάνοντα , αλλά πολύ λανθάνοντα, ερωτισμό.

Αν για κάτι με ενθουσιάζει η ταινία είναι το ότι το βάρος της σκηνοθεσίας πέφτει συνειδητά στο ότι εδώ κάνουμε ένα ΔΡΑΜΑ, με αφορμή ένα ιστορικό γεγονός κι όχι ένα σεμινάριο Ιστορίας κολλημένοι στο γεγονός, ξεχνώντας ότι πήγαμε να δούμε κινηματογράφο.

Το λέω διότι κάποιες ενστάσεις, όχι δικές μου φυσικά, θα είναι αναπόφευκτες, σχετικά με το γεγονός πως αποφεύγεται η πλήρης αναφορά πως οι 200, ΚΑΙ ΟΙ 200,που εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, ήταν Κομμουνιστές κι ότι υπήρχε ειδική παράγραφος στην καταδικαστική απόφαση της Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης ότι πρέπει να εκτελεστούν για αυτό το λόγο.

Επίσης κάποιες ενστάσεις θα ακουστούν επί του διαβόητου «εκβιάζει τη συγκίνηση» κι αναλογίζομαι πόσες φορές διάβασα ή άκουσα αυτή την ατυχή ή και ανόητη έκφραση που δεν έχει καμία σχέση με την Τέχνη. Η συγκίνηση είναι ζητούμενο. Δεν υπάρχει ορισμός στην Τέχνη που να την αποτρέπει- το αντίθετο μάλιστα. Αν στην Τέχνη μιλάμε για «εκβιασμούς», αυτοί έχουν να κάνουν με το ίδιο το δημιούργημα και με το σενάριο όταν «εκβιάζει» συμπεριφορές ηρώων, χαρακτήρων, προς μία κατεύθυνση ενώ ο χαρακτήρας , όπως διαμορφώνεται, δεν βάδιζε αυτή την οδό. Όταν δηλαδή το σενάριο μετατρέπει ένα χαρακτήρα σε μαριονέτα που τον μεταχειρίζεται ως να τον καθοδηγούν οι σπάγκοι , σαν να ήταν κουκλοθέατρο. Μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις η Τέχνη αναγνωρίζει «εκβιασμό». Όταν καταφέρνει ο σκηνοθέτης ή ο σεναριογράφος να πιάσει συγκίνηση από τον θεατή, τότε έχουμε ΕΠΙΤΕΥΓΜΑ!

Ο Βούλγαρης το έχει το επίτευγμα στο «Τελευταίο σημείωμα» ανά χείρας. Του το αναγνωρίζω με τον πιο ένθερμο τρόπο κι ας μου επιτρέψει, να τον συγχαρώ γι αυτό.

Αναγνωρίζω , βέβαια, και την πολιτική ένσταση εκείνων που θα επικαλεστούν τα περί κομμουνιστικής ταυτότητας των 200 αλλά δεν θα τους ακολουθήσω διότι θα επικαλεστώ πάλι την Τέχνη και θα υπενθυμίσω, σε πολλούς που το αγνοούν και πέφτουν στην παγίδα της προπαγάνδας κατηγορώντας για προπαγάνδα εκείνους που δεν κατέφυγαν σε αυτήν, πως αυτό που κρίνουμε σε ένα έργο δεν είναι η ιδεολογία του δημιουργού αλλά ο τρόπος της καλλιτεχνικής διαχείρισης της. Το αν δηλαδή διαχειρίζεται ο καλλιτέχνης την ιδεολογία του με τους όρους της Τέχνης ή με τους όρους της προπαγάνδας.

Στο «Τελευταίο σημείωμα» οι όροι της Τέχνης είναι οι κυρίαρχοι και με πολύ ευρηματικό τρόπο, ο Βούλγαρης αλλά κι η Καρυστιάνη, που συνυπογράφει το σενάριο, δηλώνουν κάποιους χαρακτήρες ως κομμουνιστές και κάποιους άλλους όχι. Καλλιτεχνικά είναι σωστό, ιστορικά δεν αλλοιώνει το πνεύμα του έργου.

Από κει και πέρα για την ταινία μόνο επαίνους έχω, για το πώς διαχειρίζεται το δράμα της και για το πώς αξιοποιεί τους ηθοποιούς ξεκινώντας από το casting, που πραγματικά το βρήκα εξαιρετικό. Οπου στους τίτλους είδα πως το υπογράφει η κόρη του σκηνοθέτη, η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ κι επίσης της ζητώ κι αυτής να μου επιτρέψει να την συγχαρώ. Επειδή συγκέντρωσε απρόβλεπτες κι αχρησιμοποίητες φυσιογνωμίες, επειδή έδωσε ευκαιρία σε ηθοποιούς να αναδείξουν τα προσόντα τους, επειδή συγκινήθηκα που είδα τον ΤΑΣΟ ΔΗΜΑ, τον οποίο θυμάμαι χρόνια να παλεύει στο θέατρο, από τον καιρό του Θεάτρου Ερευνας του Δημήτρη Ποταμίτη και που μόλις τώρα ο κινηματογράφος αποφάσισε να τον αξιοποιήσει και του έδωσε ένα υπέροχο ρόλο με σκηνοθετική υπερ-φροντίδα από τον Παντελή Βούλγαρη, όπου στην κλιμάκωση ,ειδικά στη σκηνή του κρητικού χορού ,κάποιες ώρες πριν την εκτέλεση ,φτάνει ο Δήμας σε συγκλονιστικά επίπεδα.

Το παρόμοιο ισχύει για όλους τους ανθρώπους που έχουν διαλέξει εκεί μέσα και θα επισημάνω επίσης τον ΑΙΝΕΙΑ ΤΣΑΜΑΤΗ ,που παίζει τον συγκρατούμενο ο οποίος συγκρούεται διαρκώς με τον ήρωα για το ότι επέλεξε να γίνει διερμηνέας του εχθρού. Κι αυτόν τον επισημαίνω λόγω casting μα και λόγω της δικής του εκφραστικότητας αλλά και για τον τρόπο που αξιοποίησε το πρόσωπο του ο Παντελής Βούλγαρης (μαζί, φυσικά με τον διευθυντή φωτογραφίας ΣΙΜΟ ΣΑΡΚΕΤΖΗ, ο οποίος εν γένει έχει κάνει εκπληκτική δουλειά σε κάμερα και φωτισμούς αλλά κυρίως στα κοντινά πλάνα των ηθοποιών) και του προβάλει ένα βλέμμα σκοτεινό, υγρό όπου σε μερικά σημεία αυτά τα υδατωμένα μαύρα μάτια, όπως τα κινηματογραφούν Σαρκετζής και Βούλγαρης μου θύμισαν ανάλογα του Ομάρ Σαρίφ στο «Δόκτωρ Ζιβάγκο» (όχι ως ομοιότητα ηθοποιού, καταλάβετε τι λέω).

Ο Βούλγαρης βρέθηκε σε πολύ καλή ώρα της καριέρας του και με τους συνεργάτες φτάνει σε υψηλά αποτελέσματα μιλώντας για ΤΑΚΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ στο μοντάζ όπου ο βετεράνος Ελληνας μοντέρ φανερώνει την κλάση του. ΚΙ η μουσική του υιού Βούλγαρη , του «Theboy», α, είναι υπέροχη. Αλλοτε υπογραμμίζει κι άλλοτε περνά στην αντίστιξη απέναντι σε αυτό που συμβαίνει στην εικόνα. Και βέβαια, τα κοστούμια της ΓΙΟΥΛΑΣ ΖΩΙΟΠΟΥΛΟΥ που δεν είναι καθόλου εύκολα ως δουλειά διότι έχει να ντύσει κρατούμενους και να πετύχει αισθητική αρμονία , όπου το σενάριο απλώς της υπαγορεύει ενώ η αρμονία ολοκληρώνεται με τις χρωματικές επιλογές και τους χώρους, που δεν είναι βέβαια πολλοί, του σκηνογραφικού υπεύθυνου ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΣΚΑΡΗ.

Συνεχίζοντας με τους ηθοποιούς, θα αναφέρω φυσικά τον Γερμανό ΑΝΤΡΕ ΧΕΝΙΚΕ, που στο ελληνικό σινεμά μας τον είχε γνωρίσει η Αγγελική Αντωνίου στο «Εντουαρντ», στο ρόλο του στρατιωτικού διοικητή , με εκείνη την ψύχρα στο βλέμμα, τη γεμάτη υπαινιγμούς, και θα αφήσω τελευταίο τον πρώτο των πρώτων, τον ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, που εξελίσσεται ραγδαία κι αυτό που έχω να πω για αυτόν είναι το σύντομο «ΤΟ ΕΧΕΙ!». Είναι γεννημένος για το σινεμά, είναι αληθινός πρωταγωνιστής.

Η κλιμάκωση είναι το μεγάλο στάνταρντ του Βούλγαρη στην ταινία, που συμβαίνει σε όλη τη διάρκεια μα στο τελευταίο μεγάλο κομμάτι από την παραμονή της εκτέλεσης με τον κρητικό χορό ως και την ίδια την εκτέλεση και τον τρόπο στησίματος και κινηματογράφισης μας οδηγεί στη γνήσια κινηματογραφική απόλαυση. Και τον ευχαριστούμε γι αυτό.

Δεν θα γκρινιάξω για τίποτα; Υπάρχει ένα. Με τον ήχο. Όταν μιλούν κάποιοι ηθοποιοί. Μήπως και φταίει η άρθρωση ορισμένων;

https://pantimo.gr/

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Δημήτρης Μπαμπούλης 17 Οκτωβρίου 2017

Η ταινία ακολουθεί την ιστορία του Ναπολέων Σουκατζίδη, ο οποίος διετέλεσε διερμηνέας, κατά την κράτηση του στο Χαϊδάρι από τους Ναζί και μετέφραζε στις ανακρίσεις. Μέσα από την ιστορία του, μαθαίνουμε γενικότερα για αυτά που βίωσαν οι κρατούμενοι των Γερμανών Ναζί κατά την περίοδο της κατοχής αλλά και για την ιστορία των διακοσίων ατόμων που εκτελέστηκαν στη 1η Μαΐου του 1944 στον τοίχο της Καισαριανής.

TI EΧΟΥΜΕ ΕΔΩ

Ο Παντελής Βούλγαρης επιστρέφει μετά από τέσσερα χρόνια με μία ταινία που ο ίδιος ομολόγησε ότι είχε στο μυαλό του αλλά και συνέλεγε πληροφορίες για αυτήν εδώ και αρκετά χρόνια. Η ταινία αγγίζει ένα ιστορικό γεγονός από τα πιο θλιβερά και ένα από τα μεγαλύτερα πολεμικά εγκλήματα, καθώς αφηγείται την μαζική εκτέλεση 200 Ελλήνων κομμουνιστών από τους Ναζί, ως αντίποινα για την δολοφονία τριών μελών των ΣΣ από αντάρτες στους Μολάους της Λακωνίας.

Ο σκηνοθέτης, κάνοντας εμφανέστατη την ιστορική του ενασχόληση μέσα από την προσωπική κριτική που κάνει και για άλλα γεγονότα που συνέβησαν εκείνη την περίοδο, παραθέτει μία σειρά από σκηνές σκληρού περιεχομένου και κακουχιών για τους κρατούμενους, τα οποία έχει συλλέξει από διαφορετικά σημεία κράτησης και τα θέτει στις γερμανικές φυλακές του Χαϊδαρίου. Επιπλέον, αν και η ταινία δείχνει να τάσσεται πολιτικά λόγω των ιδεολογικών πεποιθήσεων των πρωταγωνιστικών προσώπων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μία προπαγάνδα, διότι η ιστορικότητα της και το γεγονός το οποίο περιγράφει πρέπει να προβληματίζει και να αγγίζει όλες τις ιδεολογικές απόψεις.

Για ακόμη μία φορά, ο Παντελής Βούλγαρης σε συνεργασία με την σύζυγο του που επιμελείται το σενάριο, Ιωάννα Καρυστιάνη, κάνουν μία ευρωπαϊκού επιπέδου παραγωγή από τον εξοπλισμό μέχρι και τις ενδυμασίες. Η φωτογραφία της ταινίας απ τον Σίμο Σαρκετζή όπως και στην Μικρά Αγγλία “ντύνει” καταπληκτικά τα μελαγχολικά τοπία και πλάνα του σκηνοθέτη τοποθετώντας μας και εμάς και κάνοντάς μας “ένα” με την ψυχολογία των κρατουμένων.

Στα θετικά δεν μπορούν να μην συμπεριληφθούν τα πλούσια συναισθήματα που σου προκαλεί η ταινία από νωρίς κιόλας και καθ’ όλη την διάρκειά της, με κάποιες από τις σκηνές ( μερικές από τις οποίες κρύβουν ηθελημένα την υπερβολή ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο) να επιφέρουν ρίγος και ανατριχίλα. Επίσης, τροφή για σκέψη παρέχει η ηθική αμφισβήτηση του πρωταγωνιστή που γίνεται μέσα στην ταινία αλλά και το σθένος και η πίστη των πρωταγωνιστών σε μία ιδέα αυτή της ελευθερίας.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθετικά η ταινία καλύπτεται από τον Παντελή Βούλγαρη έναν από τους κορυφαίους Έλληνες σκηνοθέτες, με ταινίες «διαμάντια» όπως οι Νύφες αλλά και άλλων επιτυχιών όπως η Μικρά Αγγλία και το Όλα είναι Δρόμος. Εδώ, ακολουθεί την κλασική αργή ροή του, με την πολύ ωραία και ιδιαίτερη κάλυψη του χώρου και του περιβάλλοντός, πράγμα που τον έχει καθιερώσει, χρησιμοποιώντας στο κλείσιμο των πλάνων και μερικές ευρηματικές γωνίες. Σεναριακά, η ταινία έχει ιστορικές αναφορές, δεν περιορίζεται όμως μόνο σε αυτές, έχοντας και κάποιες «μυθοπλασίες» που εξυπηρετούν την κινηματογραφική μεταφορά και διεγείρουν συναισθηματικά το κοινό, ενώ οι μακροσκελείς διάλογοι είναι περιορισμένοι.

Όσον αφορά τις ερμηνείες αυτές είναι πολύ καλές με τον Andre Henicke να ξεχωρίζει, καθώς είναι απολαυστικός αλλά και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου να δίνει μία όχι και τόσο «ελληνική» ερμηνεία που δείχνει ελπιδοφόρα σημάδια για το μέλλον. Επιπλέον, ερμηνευτικά ξεχωρίζει και ο Τάσος Δήμας που μόνο το βλέμμα του σε κάποιες σκηνές δείχνει την “σύνδεση” που ανέπτυξε με τον ρόλο. Την μουσική επιμελείται ο Αλέξανδρος Βούλγαρης, υιός του σκηνοθέτη, η οποία με μικρές και αρκετά απλές «πινελιές» δρά πολύ όμορφα με τα πλάνα.

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΤΟ ΔΩ

«Το τελευταίο σημείωμα» είναι ένα ακόμη όμορφο δημιούργημα του Παντελή Βούλγαρη με πολύ καλή γνώση της ιστορίας την οποία περιγράφει, πράγμα που αποδεικνύει την δουλεία που έχει αφιερωθεί για το τελικό αποτέλεσμα. Σχεδόν όλα τα τεχνικά της χαρακτηριστικά δείχνουν μία παραγωγή ευρωπαϊκού βεληνεκούς που θα είναι πραγματικά άδικο να μην κάνει και ένα βήμα στο εξωτερικό. Ο σκοπός της είναι προφανείς όπως και τα μηνύματα τα οποία αποπειράται να περάσει και ο σκληρός ρεαλισμός της για την πρόκληση συναισθημάτων στο κοινό είναι ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθούν τα παραπάνω.

Τέλος, θα ήθελα να κλείσω με αυτό που είπε ο κύριος Βούλγαρης πριν την ταινία, δηλαδή ότι αυτή δεν βγήκε για να θυμίσει στους παλαιότερους αλλά για να μάθει στους νέους, θα ήθελα όσο μου επιτρέπεται να διαφωνήσω, διότι αρκετά κοινωνικοπολιτικά γεγονότα της τωρινής ελληνικής πραγματικότητας δείχνουν ότι είναι ανάγκη κάποιοι μεγαλύτεροι να θυμηθούν εκείνα τα γεγονότα και να μάθουν από αυτά.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΣΕΝΑΡΙΟ 6

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ 8

ΜΟΥΣΙΚΗ 7

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ 8

7.3

SCORE

http://filmakias.gr/

Το τελευταίο σημείωμα | Ο φόρος τιμής του Βούλγαρη στην ιστορία

γράφει η Δωροθέα Ανδρικάκη

Ελλάδα 2017, σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης, με τους

Ανδρέα Κωνσταντίνου, Αντρέ Χένικε, Μελία Κράιλινγκ, Τάσο Δήμα, Αινεία Τσαμάτη, Βασίλη Κουκαλάνι, Λουκά Κυριαζή, κ.ά.

Τέσσερα χρόνια μετά την επιτυχία της Μικράς Αγγλίας, ο Παντελής Βούλγαρης επιστρέφει με «Το τελευταίο σημείωμα», που προβλήθηκε σε επίσημη, προφεστιβαλική πρεμιέρα τη Δευτέρα 16 Οκτωβρίου, στη Θεσσαλονίκη.

Ο σκηνοθέτης, που δήλωσε γοητευμένος από την ιστορία, αντλεί εδώ έμπνευση από μερικές απ’ τις πιο ματωμένες σελίδες της. Το τελευταίο σημείωμα διηγείται τις τελευταίες μέρες των διακοσίων φυλακισμένων που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς κατακτητές την 1 η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, ως αντίποινα για τη δράση της ελληνικής αντίστασης. Το σενάριο συνυπογράφουν ο ίδιος και η σύζυγός του Ιωάννα Καρυστιάνη.

Η ταινία παρουσιάζει ένα μωσαϊκό χαρακτήρων, αφιερώνοντας λίγο, όσο ακριβώς πρέπει, χρόνο στον καθένα, στις μικρές στιγμές του και την ιστορία του, μέσα από διάλογους γεμάτους λυρισμό, που φλερτάρουν με το μελόδραμα αλλά διατηρούν τον κοφτό ρυθμό τους και καταφέρνουν να εστιάσουν τελικά στην ουσία. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Ναπολέων Σουκατζίδης ένας αγωνιστής του λαϊκού κινήματος, από την Κρήτη, που καθώς μιλά γερμανικά, έχει αναλάβει χρέη διερμηνέα για τον διοικητή του στρατοπέδου. Το ρόλο ανέλαβε ο εκφραστικότατος Ανδρέας Κωνσταντίνου που καταφέρνει μέσα από σιωπές και βλέμματα να αναδείξει τον χαρακτήρα του σε μια πραγματική τραγική φιγούρα που ήρθε αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές και απροσπέλαστα διλλήματα.

Ο Βούλγαρης δε φοβόταν ποτέ να βουλιάξει στο δράμα της στιγμής και το κάνει με τέτοια απόλυτη τόλμη και αφοσίωση, που ισορροπεί τελικά ανάμεσα στο μελόδραμα και τη γνήσια συγκίνηση. Ξεκινά τη ταινία του με μια κενή από διαλόγους ασπρόμαυρη σεκάνς, των συγγενών που θρηνούν τους νεκρούς τους. Πρόκειται για μια εναρκτήρια σκηνή απολύτως παραδομένη στο συναίσθημα, με κοντινά πλάνα, slow motion και ένα μελαγχολικό μουσικό χαλί. Αυτό που ξεκίνησε στη σιωπή λήγει και με τον ίδιο τρόπο, με την κάμερα εστιασμένη στο πρόσωπο της αρραβωνιαστικιάς του Σουκατζίδη (Μελία Κράιλινγκ ) που στην τελευταία σκηνή, αποχωρεί με τη βαλίτσα του στα χέρια, από το στρατόπεδο. Ένα θαυμάσιο δείγμα κινηματογράφησης που μέσα από την απόλυτη αφηγηματική λιτότητα πλημμυρίζει την οθόνη με συγκίνηση, ένταση, περηφάνια και αξιοπρέπεια. Έχει προηγηθεί η κορύφωση της ιστορίας με τη σκηνή της εκτέλεσης, η οποία, παρά την κάποια κατάχρηση του slow motion, παρά το ότι δείχνει στο θεατή το ήδη γνωστό, το αναπόφευκτο, καταφέρνει και πάλι, αυτό στο οποίο ο Βούλγαρης είναι αξεπέραστος άλλωστε, να φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Σε τελική ανάλυση πρόκειται για μια ταινία που εξελίσσεται χωρίς εκπλήξεις, με θέμα που έχουμε ξαναδεί, με χαρακτήρες που ίσως έχουμε ξαναγνωρίσει, με ιδέες που έχουν ξανά ακουστεί. Η διαφορά είναι όμως ότι εδώ, όλα τα παραπάνω είναι κομμένα και ραμμένα στα μέτρα της ελληνικής ψυχής και της συγκινησιακής κινηματογράφησης του δημιουργού της. Έτσι, ο Βούλγαρης, με ένα κλεμμένο φιλί πριν το αντίο, ένα ξέφρενο γλέντι πριν το χαμό, ένα ξεγυρισμένο μπινελίκι κάτω από τον ελληνικό ήλιο, αλλά κυρίως με αυτά τα αγαπημένα του κοντινά πλάνα, σε αντικείμενα, βλέμματα χειρονομίες, καταφέρνει, για άλλη μια φορά, να υποτάξει το μικρό, για να δοξάσει το μεγάλο.

Πηγή http://www.exostispress.gr/

Κριτική: Το Τελευταίο Σημείωμα

Όπως μας αποκάλυψε στη πρεμιέρα η συνεργάτης και σύντροφος του δημιουργού, Ιωάννα Καρυστιάνη, η ιστορία των 200 της Καισαριανής βρισκόταν εδώ και δεκαετίες κολλημένη στο πίσω μέρος του μυαλού του Παντελή Βούλγαρη, ως μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της κατοχής.

Με τα χρόνια, η ιστορική έρευνα έφερνε καρπούς, με τις σημειώσεις όλο και να αυξάνονται, και επιτέλους έφτασε η ώρα να τη δούμε στη μεγάλη οθόνη, με τίτλο Το Τελευταίο Σημείωμα.

Απρίλιος 1944.

Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου.

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ένας μορφωμένος Κρητικός μικρασιατικής καταγωγής, βρίσκεται μεταξύ των κρατούμενων.

Εκεί εκτελεί χρέη μεταφραστή, έχοντας το δύσκολο έργο να είναι μάρτυρας των βάναυσων ανακρίσεων ώστε να μεταφέρει τις ερωτήσεις του Γερμανού διοικητή Καρλ Φίσερ στους εκάστοτε κρατούμενους και το αντίστροφο.

Αυτή η θέση τον έχει κάνει απόμακρο, με κάποιους συγκρατούμενους να τον κατηγορούν ως προδότη.

Στις 27 του μήνα, Έλληνες αντιστασιακοί στήνουν ενέδρα και σκοτώνουν τον διοικητή της Λακωνίας, Φράντς Κρεχ μαζί με τους τρεις συνοδούς του.

Η εντολή της Ναζιστικής Γερμανίας είναι ξεκάθαρη, 50 Έλληνες νεκροί για κάθε νεκρό Γερμανό.

Ο κλήρος πέφτει στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, με την ανακοίνωση να λέει ότι 200 άνδρες, μεταξύ των οποίων και ο Σουκατζίδης, θα μεταφερθούν σε άλλο χώρο λόγω συνωστισμού, όμως η αλήθεια δεν αργεί για γίνει γνωστή, και το πρωινό της 1ης Μαΐου, θα γραφτεί το τραγικό τέλος στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Βάζοντας ως επίκεντρο έναν άνδρα που δεν ήταν ούτε ο σιδερένιος ιππότης, ούτε ο ατρόμητος ηγέτης, αλλά έχει μεγάλη πίστη στον αγώνα και στην ιδεολογία του, ο Βούλγαρης πραγματοποιεί κάτι που, κατά τα λεγόμενα εκείνου και της συντρόφου του, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως passion project εις την βαρβαρικήν, μια ταινία που θέλει να μας κάνει να μη ξεχάσουμε, να γνωρίσουμε τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη και τους 199 συντρόφους του, να γνωρίσουμε τις συνθήκες διαβίωσης μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, να ζήσουμε σα να ήμασταν εκεί τις τραγικές στιγμές κατά τις οποίες οι 200 αποχαιρετούσαν με γλέντια, χορούς και μικρά γράμματα τους συγγενείς τους, τους αγαπημένους τους, τη πατρίδα, την ίδια τους τη ζωή και οδηγούνταν με καμιόνια στη Καισαριανή, ενώ λίγο νωρίτερα ο Ναπολέων είχε αρνηθεί τη χάρη που του προσφέρει ο Φίσερ, και φυσικά να γίνουμε μάρτυρες της ιστορικής εκτέλεσης.

Είναι μια ταινία που αξίζει να δει ο καθένας που νοιώθει έστω και τη παραμικρή ευγνωμοσύνη προς τους προγόνους του.

Εδώ θα κάνω μια παρένθεση, απαντώντας σε ένα ερώτημα που προσωπικά, όντας απολιτίκ δε με ενδιέφερε διόλου, αλλά εδώ και μήνες έχει ξεσηκώσει θύελλα υποθέσεων μεταξύ υμών, το κατά πόσο ο Βούλγαρης αναφέρει ή κρύβει κάτω από το χαλί ότι η πλειοψηφία των 200 ήταν κομουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι.

Με ιδιαίτερη προσοχή λοιπόν, το σενάριο κρατάει μια αξιοπρόσεκτη ισορροπία ώστε και να κάνει απόλυτα ξεκάθαρη την ιδεολογία τους, αλλά ταυτόχρονα να μη καταντήσει τη ταινία πολιτικό μανιφέστο.

Εξαιρώντας λοιπόν τους ένθεν κι ένθεν φανατικούς που πάντα θα βρίσκουν πάτημα για να γκρινιάζουν και να τσακώνονται, το σώφρον κοινό, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, σίγουρα θα εκτιμήσει αυτή την ισορροπία.

Για να περάσουμε στα τεχνικά, είναι γνωστό εδώ και μισό αιώνα ότι ο Παντελής Βούλγαρης είναι αριστοτέχνης της κάμερας, και εδώ με τη βοήθεια του διευθυντή φωτογραφίας Σίμου Σαρκετζή και του The Boy (Αλέξανδρου Βούλγαρη) στη μουσική επένδυση, μας δίνει ένα πανέμορφο αποτέλεσμα, ποιότητας που σπάνια αντικρίζουμε σπάνια σε ελληνική παραγωγή.

Δεν είναι όμως όλα ρόδινα.

Το βασικότερο πρόβλημα εντοπίζεται στο πρώτο μισό της ταινίας, που επικεντρώνει στις συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων, τις ανακρίσεις, τα βίαια “καψόνια”, καθώς και στους ευφάνταστους τρόπους που οι κρατούμενοι επικοινωνούν μεταξύ τους ή με τον έξω κόσμο.

Ωραία όλα αυτά, με αρκετά μεγάλη ιστορική ακρίβεια (υποθέτω) αλλά, αν το δούμε με κινηματογραφική κυνικότητα, όλα αυτά τα έχουμε δει πολλές μα πάρα πολλές φορές, με αποτέλεσμα να μην έχουν το επιθυμητό shock factor.

Μία ακόμη αιτία που αυτό δε λειτουργεί, είναι η σχεδόν πλήρης απουσία ανάπτυξης χαρακτήρων.

Παρότι το σενάριο δίνει χρόνο σε αρκετούς συγκρατούμενους του Σουκατζίδη, αδιαφορεί στο να τους δώσει σάρκα και οστά…ή έστω ένα όνομα, παρότι αυτοί ήταν αληθινά πρόσωπα.

Ακόμα και η Χαρά, η αγαπημένη του Ναπολέοντα, που τυπικά αποτελεί βασικό ήρωα, παραμένει στο σκοτάδι.

Αντίθετα, στο δεύτερο μέρος παίρνει μπρος η μηχανή, και με έναυσμα τη δολοφονία του Κρεχ, η πλοκή μπαίνει στη σειρά της, παρακολουθούμε την βάρβαρη τυχαία εκτέλεση 100 ντόπιων προς εκφοβισμό, και ακολουθεί η διαδικασία στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, από την άφιξη της εντολής, την επιλογή των 200, το επικό τελευταίο βράδυ, και φυσικά το μεγάλο φινάλε.

Άνισα είναι τα πράγματα και στις ερμηνείες, με τους ηθοποιούς να είναι ξεκάθαρο ότι προέρχονται από διαφορετικές σχολές, και με αρκετά κυμαινόμενο ταλέντο.

Άλλος παίζει σα να βρίσκεται στην Επίδαυρο και άλλος σαν σε τηλεοπτική σαπουνόπερα, και αυτή η αταξία προκαλεί σύγχυση.

Σε κάθε περίπτωση, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου είναι εκείνος που κλέβει τη παράσταση, μαζί με τον André Hennicke που υποδύεται τον Φίσερ και μας θυμίζει πολύ έντονα κάτι από Christoph Waltz, προφανώς όχι τυχαία γιατί μοιάζουν και φυσιογνωμικά.

Το Τελευταίο Σημείωμα δεν είναι μια αψεγάδιαστη ταινία ούτε ένα αριστούργημα, αλλά είναι μια ταινία με υψηλό production value που επαναφέρει το καλό όνομα στο είδος του ελληνικού ιστορικού δράματος, χωρίς υπερβολές, χωρίς αχρείαστα love stories που σπαταλούν το χρόνο, με πραγματικό συναίσθημα, που ενεργοποιεί αντίστοιχες αντιδράσεις και στους θεατές…που δε σταματούσαμε να χειροκροτούμε για λεπτά μετά το τέλος της προβολής.

Από χθες βρίσκεται στις αίθουσες από την Tanweer, κλέψτε 100 λεπτά από το χρόνο σας και κάντε μια μικρή χάρη στον εαυτό σας να την παρακολουθήσει.

Στους κινηματογράφους από 26 Οκτωβρίου.

Αλέξανδρος Κυριαζής.

http://www.filmboy.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: