Λάσλο Νέμες Ο Γιός του Σαούλ (2015) τη Δευτέρα 30.4.2018 στις 20.00 με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση στην Αλέκα

Στο πλαίσιο του αφιερώματος “Ραντεβού στο σινεμά με τους μεγάλους δημιουργούς” που διοργανώνει το Ν.Π.Δ.Δ. Πολιτισμού και Αθλητισμού Δήμου Ζωγράφου στον κινηματογράφο Αλέκα θα προβληθεί η αριστουργηματική ταινία του Λάσλο Νέμες Ο Γιός του Σαούλ (2015) τη Δευτέρα 30.4.2018 στις 20.00 με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση. Η ταινία είχε προγραμματιστεί να προβληθεί στις 14.4.2018 αλλά τηλεφώνημα για βόμβα οδήγησε στην αναβολή της προβολής. 

Την επιμέλεια των προβολών έχει αναλάβει ο Γιάννης Καραμπίτσος, σκηνοθέτης, μοντέρ και κριτικός κινηματογράφου ο οποίος προλογίζει  τις ταινίες και συντονίζει τη συζήτηση με το κοινό και τους δημιουργούς μετά από κάθε προβολή.

Σεμινάριο Πρακτικής Κινηματογράφου: Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής,Εικονοληψίας-Διεύθυνσης Φωτογραφίας και Μοντάζ:Πρώτο Επίπεδο Αυτοτελές

Σεμινάριο Ιστορίας-Θεωρίας-Κριτικής Κινηματογράφου 2018

Ραντεβού στο cinema με τους μεγάλους δημιουργούς 2018 στο δήμο Ζωγράφου
από 9 Μαρτίου έως 30 Απριλίου 2018 με ελεύθερη είσοδο

Ο Γιός Του Σαούλ

Son of Saul / Saul fia

του Λάσλο Νέμες

με τους Γκέζα Ρόχινγκ, Λεβέντε Μολνάρ, Ουρς Ρεχν

Υπόθεση:

Οκτώβριος 1944, Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Ο Saul Auslonder είναι Ούγγρος, μέλος της Sonderkommando, της ομάδας των Εβραίων κρατουμένων η οποία έχει απομονωθεί από το στρατόπεδο και είναι αναγκασμένη να βοηθά τους Ναζί στον μηχανισμό των μεγάλης κλίμακας εκτελέσεων. Ενώ δουλεύει σε ένα από τα κρεματόρια ο Σαούλ ανακαλύπτει το πτώμα ενός αγοριού το οποίο θεωρεί ότι είναι παιδί του. Ενώ η Sonderkommando σχεδιάζει εξέγερση, ο Σαούλ αποφασίζει να φέρει εις πέρας μια αδύνατη αποστολή: να σώσει το σώμα του παιδιού από τις φλόγες, να βρει ένα Ραββίνο να απαγγείλει την νεκρώσιμη ακολουθία (Kaddish) και να θάψει το αγόρι όπως πρέπει.

ΒΡΑΒΕΙΑ

Υποψήφιοτητα για ΟΣΚΑΡ Ξένης Ταινίας

Cannes Official Competition 2015, Grand Prix

Διεθνές Βραβείο Κριτικών (FIPRESCI), Cannes 2015

Bραβείο Francois Chalais, Cannes 2015

Βραβείο Vulcain για καλύτερο ήχο, Cannes 2015

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

«Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ» είναι μια φιλόδοξη ταινία γυρισμένη με οικονομία, η οποία βυθίζει τον θεατή κατ’ ευθείαν στην καρδιά του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Σκοπός μας ήταν να ακολουθήσουμε ένα τελείως διαφορετικό δρόμο από την συνηθισμένη προσέγγιση των ιστορικών δραμάτων, το τεράστιο πεδίο δράσης τους και την πολυσήμαντη αφηγηματικότητά τους. Αυτή η ταινία δεν λέει την ιστορία του Ολοκαυτώματος, αλλά την απλή ιστορία ενός ανθρώπου παγιδευμένου σε μια τρομερή κατάσταση μέσα σε ένα περιορισμένο πλαίσιο χώρου και χρόνου. Δυο μέρες της ζωής ενός ανθρώπου αναγκασμένου να διατηρήσει την ανθρωπιά του, ο οποίος βρίσκει την ηθική σωτηρία στην διάσωση ενός νεκρού σώματος. Ακολουθούμε τον κύριο χαρακτήρα σε όλη την ταινία, αναδεικνύοντας μόνο το άμεσο περιβάλλον του και δημιουργώντας ένα οργανικό φιλμικό χώρο περιορισμένων αναλογιών, πιο κοντινών στην ανθρώπινη αντίληψη. Η χρήση της φωτογράφισης μικρού πεδίου, η μόνιμη παρουσία στοιχείων εκτός πλάνου στην αφήγηση εκτεταμένων λήψεων, οι περιορισμένες οπτικές και πραγματολογικές πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση ο κύριος χαρακτήρας και ο θεατής, είναι τα θεμέλια της οπτικής και αφηγηματικής στρατηγικής μας.

Απεικονίζοντας μια ακριβή πραγματικότητα όσο γίνεται πιο πιστά στην ιστορία, τα γεγονότα και οι τόποι της φρίκης παρουσιάζονται κατακερματισμένα αφήνοντας χώρο στην φαντασία του θεατή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κόλαση στην οποία ταξιδεύουμε δεν μπορεί να αποτιμηθεί πλήρως από την ματιά των θεατών, μόνο να ανακατασκευασθεί στο μυαλό τους. Ο πολύγλωσσος διάλογος σε αυτήν την Βαβέλ των εθνών βοηθά στην μεταβίβαση της διαρκούς, οργανικής αίσθησης της ανθρωπιάς, όπως αυτή έχει παγιδευτεί στο μέσον της απανθρωπιάς.

Πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη δόση ελπίδας μέσα σε μια τόσο σκοτεινή ιστορία. Μέσα στην πλήρη απώλεια της ηθικότητας, των αξιών και της θρησκείας, ο άνθρωπος ο οποίος ακούει μια φωνούλα μέσα του για να κάνει μια φαινομενικά μάταιη και άχρηστη πράξη, βρίσκει εκεί μέσα την ηθική και την επιβίωση.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ με τον LAZLO NEMES

Γεννημένος στην Ουγγαρία το 1977, ο Lazlo Nemes, πέρασε την παιδική και νεανική του ηλικία στο Παρίσι, όπου ακολούθησε το 1989 την μητέρα του, που άρχισε μια νέα ζωή στη Γαλλική πρωτεύουσα. Οι γονείς του ήταν αντίπαλοι του κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο Lazlo Nemes μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, επιλέγοντας να σπουδάσει πρώτα στο Παρίσι (Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού, μετά σινεμά στην Σορβόννη) πριν φύγει για την Βουδαπέστη το 2003, σε ηλικία 26 ετών για να μάθει την τέχνη της κινηματογράφησης. Έτσι έγινε βοηθός του Μπέλα Ταρ στο προλογικό απόσπασμα της συνεργατικής ταινίας «Όψεις της Ευρώπης» και «Άνθρωπος από το Λονδίνο». Μετά σκηνοθέτησε τρεις ταινίες μικρού μήκους με πιο γνωστή την ταινία «Με λίγη υπομονή» που επιλέχθηκε από το Διεθνές Φεστιβάλ Βενετίας το 2007. Ο Μπέλα Ταρ τον δίδαξε να «εστιάζει στις λεπτομέρειες, να κατανοεί την σπουδαιότητα μιας σκηνής, το γεγονός ότι τα πάντα είναι μια ενιαία και αυστηρή διαδικασία από την επιλογή των συνεργατών μέχρι το τελικό γύρισμα». Περιστοιχιζόμενος από μια μικρή, πιστή, στενά συνεργαζόμενη ομάδα ο Lazlo Nemes πέρασε τα τελευταία 5 χρόνια υλοποιώντας το συγκεκριμένο project.

Πώς δημιουργήθηκε η ιδέα για την ταινία «Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ» ;

Όταν γυρίζαμε τον «Άνθρωπο από το Λονδίνο» στην Μπαστία, το γύρισμα σταμάτησε για μια βδομάδα και βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο που έχει εκδοθεί από τον Shoah Memorial, με μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων και τίτλο “Des voix sous la cendre” (Φωνές κάτω απ’ τις στάχτες), επίσης γνωστός και ως «Πάπυροι του Άουσβιτς». Είναι κείμενα τα οποία είχαν γράψει πρώην μέλη της Sonderkommando των στρατοπέδων εξόντωσης, και τα είχαν κρύψει θάβοντας τις γραπτές μαρτυρίες τους πριν την εξέγερση του 1944. Τα πραγματικά έγγραφα βρέθηκαν χρόνια αργότερα. Περιγράφουν τα καθημερινά τους καθήκοντα, πώς ήταν οργανωμένη η δουλειά, τους κανόνες που ρύθμιζαν την λειτουργία του στρατοπέδου, τους εξολοθρευθέντες Εβραίους, καθώς και το πώς οργάνωσαν μια μορφή αντίστασης.

Τι ήταν το Sonderkommando; Τί έκαναν τα μέλη του;

Ήταν κρατούμενοι, επιλεγμένοι από τα SS για να συνοδεύουν νέες φουρνιές φυλακισμένων στα κτίρια των θαλάμων αερίων, να τους βγάζουν τα ρούχα, να διασφαλίζουν ότι είναι όλοι εκεί και να τους οδηγούν στους θαλάμους αερίων. Έπειτα, έπρεπε να παίρνουν και να καίνε τα πτώματα και να καθαρίζουν τον χώρο. Και όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα, γιατί καραβάνια άλλων κρατουμένων κατέφθαναν. Το Άουσβιτς- Μπίρκεναο λειτουργούσε σαν ένα εργοστάσιο παραγωγής και απόρριψης πτωμάτων σε βιομηχανική κλίμακα. Το καλοκαίρι του 1944 εργαζόταν πλήρη δυνάμει. Οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι αρκετές χιλιάδες Εβραίοι δολοφονούνταν εκεί καθημερινά. Κατά τη διάρκεια της αποστολής τους οι Sonderkommando είχαν μια σχετικά προνομιακή μεταχείριση. Τους επιτρεπόταν να παίρνουν τα τρόφιμα που εύρισκαν στους μεταφερόμενους και να έχουν σχετική ελευθερία κίνησης στα όρια πάντα της περιμέτρου τους. Αλλά η αποστολή που τους είχε ανατεθεί ήταν εξαντλητική και εξολοθρεύονταν τακτικά – κάθε 3 ή 4 μήνες – ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες των εκτελέσεων.

Η οικογένειά σας επηρεάστηκε;

Μέρος της οικογένειάς μου εκτελέστηκε στο Άουσβιτς. Ήταν κάτι για το οποίο μιλούσαμε κάθε μέρα. Όταν ήμουν μικρός είχα την εντύπωση ότι «κάτι κακό είχε γίνει» , το φανταζόμουν σαν μια μαύρη τρύπα φωλιασμένη ανάμεσά μας. Κάτι είχε σπάσει και αδυνατούσα να καταλάβω τί ακριβώς με κρατούσε απομονωμένο. Για πολλά χρόνια δεν καταλάβαινα. Μετά έφτασε η στιγμή να επανασυνδεθώ με αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι της οικογενειακής μου ιστορίας.

Γιατί επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε τα αρχεία της Sonderkommando;

Πάντα έβρισκα απογοητευτικές τις ταινίες για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επιχειρούσαν να φτιάξουν ιστορίες επιβίωσης και ηρωισμού, αλλά κατά τη γνώμη μου επανασυγκροτούν μια μυθοποιημένη αντίληψη του παρελθόντος. Τα αρχεία της Sonderkommando αντίθετα, είναι συμπαγή, παρόντα και απτά. Περιγράφουν επακριβώς, εδώ και τώρα, την «συνήθη» λειτουργία ενός εργοστασίου θανάτου με την οργάνωσή του, τους κανόνες του, τους εργασιακούς του ρυθμούς, τις βάρδιες, τους κινδύνους και την μέγιστη παραγωγικότητα. Τα SS χρησιμοποιούσαν την λέξη «stock» (αποθηκευμενο υλικό) όταν μιλούσαν για πτώματα. Το εργοστάσιο αυτό παρήγαγε πτώματα. Αυτά τα αρχεία μου επέτρεψαν να τα δω όλα μέσα από τα μάτια των καταραμένων των στρατοπέδων εξόντωσης.

Πώς όμως αφηγείσθε μια φανταστική ιστορία μέσα από την καρδιά ενός στρατοπέδου εξόντωσης σε πλήρη λειτουργία;

Αυτό ήταν πράγματι προβληματικό. Δεν ήθελα να ηρωοποιήσω κανέναν. Δεν ήθελα την άποψη εκείνων που επέζησαν, ούτε ήθελα να δείξω πολλά ή όλα αυτού του εργοστασίου θανάτου. Ήθελα μόνο μια οπτική συγκεκριμένη και να πω μια ιστορία όσο το δυνατόν πιο απλή. Διάλεξα την οπτική γωνία ενός ανθρώπου, του Saoul , ενός Ούγγρου Εβραίου, μέλους της Sonderkommando και διατήρησα αυτή την θέση αυστηρά δείχνοντας τί βλέπει. Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Δεν είναι όμως μια υποκειμενική θέση γιατί τον βλέπουμε σαν χαρακτήρα και δεν ήθελα να μειώσω την ταινία σε μια απλή οπτική προσέγγιση. Αυτό θα ήταν τεχνητό. Η αισθητική, κάθε άσκηση στυλ ή δεξιότητας έπρεπε να αποφευχθούν. Επιπλέον, αυτός ο άνθρωπος είναι το σημείο εκκίνησης μιας μοναδικής, βασανιστικής και πρωτόγονης ιστορίας: πιστεύει ότι αναγνώρισε τον γιό του ανάμεσα στα θύματα των θαλάμων αερίου και είναι αποφασισμένος να σώσει το σώμα του από τους φούρνους, να βρει ένα Ραββίνο να πει το kaddish και να το θάψει. Ο,τι κάνει ορίζεται από την αποστολή του, η οποία φαίνεται τελείως άνευ αντικειμένου στα πλαίσια αυτής της επίγειας κόλασης, που είναι το στρατόπεδο εξόντωσης. Η ταινία εστιάζει σε μια άποψη και στην γραμμή δράσης ενός ανθρώπου, πράγμα που επιτρέπει στον χαρακτήρα να συναντηθεί με άλλες απόψεις και πράξεις. Το στρατόπεδο πάντως γίνεται αντιληπτό υπό το πρίσμα του ταξιδιού του Σαούλ.

Απαγορεύσατε κάτι στον εαυτό σας;

Δεν ήθελα να δείξω το πρόσωπο της φρίκης ανοιχτά ή να αναπαράξω τις ακρότητες μπαίνοντας μέσα στους θαλάμους αερίων ενώ οι άνθρωποι πέθαιναν. Το φιλμ ακολουθεί αυστηρά τις κινήσεις του Σαούλ. Έτσι σταματάμε στην πόρτα του θαλάμου αερίων και μπαίνουμε μόνο μετά την εξόντωση όταν απομακρύνονται τα πτώματα και όταν ξεπλένονται τα ίχνη όσων συνέβησαν εκεί για να προετοιμασθούν για την επόμενη ομάδα. Οι χαμένες εικόνες είναι εκείνες του θανάτου, εικόνες που δεν πρέπει να επαναδημιουργηθούν, ούτε πρέπει να πειραχθούν και να χειραγωγηθούν. Επειδή είναι σημαντικό για μένα να μείνω στην οπτική γωνία του Σαούλ, δείχνω μόνο ό,τι βλέπει, ό,τι προσέχει. Δουλεύει στο κρεματόριο για 4 μήνες σαν προστατευτικό αντανακλαστικό, δεν παρατηρεί πλέον την φρίκη, γι’ αυτό έστειλα την φρίκη στον background θολή ή εκτός πλάνου. Ο Σαούλ βλέπει μόνο το αντικείμενο της αναζήτησής του. Αυτό δίνει στην ταινία τον οπτικό της ρυθμό.

Ποιος υποδύεται τον Σαούλ;

Ο Giza Rοhrig, ο οποίος δεν είναι ηθοποιός, αλλά ένας Ούγγρος συγγραφέας και ποιητής που ζει στη Νέα Υόρκη. Τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια και μου ήρθε στο μυαλό για τον ρόλο πιθανόν επειδή είναι κάποιος ο οποίος βρίσκεται σε συνεχή κίνηση, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και το σώμα του συνεχώς αλλάζουν. Είναι αδύνατον να βρεις την ηλικία του γιατί είναι ταυτόχρονα νέος και γέρος, αλλά επίσης ωραίος και άσχημος, συνηθισμένος και ξεχωριστός, βαθύς και ατάραχος, ετοιμόλογος και αργός. Κινείται σαν νευρόσπαστο, αλλά επίσης ξέρει να μένει ήρεμος και σιωπηλός…

Αυτός ο χαρακτήρας και η ταινία σας προσπαθούν να αντιπαραθέσουν μια τελετή θανάτου με το εργοστάσιο θανάτου, την τελετουργία με τον μηχανισμό, την προσευχή με τον θόρυβο.

Όταν δεν υπάρχει πλέον ελπίδα, από τα βάθη αυτής της κόλασης, η εσωτερική φωνή του Σαούλ του λέει: πρέπει να επιβιώσεις για να ολοκληρώσεις μια ενέργεια, η οποία είναι φορέας ενός ανθρώπινου, αρχέγονου, ιερού νοήματος. Μία πράξη γεμάτη νόημα, η οποία βρίσκεται στην απαρχή της ανθρώπινης κοινότητας και των θρησκειών: η απότιση φόρου τιμής στο σώμα του νεκρού.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

LAZLO NEMES

O Lazlo Nemes γεννήθηκε το 1977 στην Βουδαπέστη. Αφού μελέτησε Ιστορία, Διεθνείς Σχέσεις και Σεναριογραφία στο Παρίσι άρχισε να δουλεύει σαν βοηθός σκηνοθέτη στην Γαλλία και την Ουγγαρία σε ταινίες μικρού μήκους. Για 2 χρόνια δούλεψε σαν βοηθός του Μπέλα Ταρ και σπούδασε σκηνοθεσία στη Νέα Υόρκη. Το SON OF SAUL είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία.

Φιλμογραφία

2007: “With a little patience” (μικρού μήκους). Επίσημη συμμετοχή στο 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Βενετίας 2007 προτάθηκε για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Κινηματογράφου. 2008: “The Counterpart” (μικρού μήκους). Πρεμιέρα στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Gijon 2010: “The Gentleman takes his leave” (μικρού μήκους)

GEZA ROHRIG (SAUL)

Γεννημένος στην Βουδαπέστη το 1967. Εκδιώχθηκε από το Γυμνάσιο στα 16 του για αντικομμουνιστική δραστηριότητα και δημιούργησε ένα underground punk συγκρότημα τους Huckrebelly, το οποίο έπαιζε πάντα με άλλο όνομα για να μην μπορεί η αστυνομία να απαγορεύει τις συναυλίες τους. Το 1987 μετακόμισε στην Κρακοβία για να σπουδάσει Πολωνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Jagiellonian. Το 1989 άρχισε να σπουδάζει σκηνοθεσία στο Ουγγρικό Πανεπιστήμιο Δράματος και Κινηματογράφου και ήταν πρωταγωνιστής σε δύο Ουγγρικές ταινίες («Armelle» του Andras Solyom και «Eszmelet» του Jozsef Madaras τo 1989). Στις αρχές του 1990 έζησε στην Ιερουσαλήμ και μετά πέρασε 2 χρόνια μελετώντας σε μια χασιδική yeshiva στο Μπρούκλιν. Λίγο αργότερα δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα. Ζει στη Νέα Υόρκη από το 2000. Αποφοίτησε από το Εβραϊκό Θεολογικό Σεμινάριο στη Νέα Υόρκη και άρχισε να διδάσκει.

Έχει δημοσιεύσει 7 τόμους με ποίηση και μια συλλογή διηγημάτων. Τώρα δουλεύει την πρώτη του νουβέλα.

CLARA ROYER (συν-σεναριογράφος)

Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1981. Αποφοίτησε από την Ecole Normale Superieure και έκανε το διδακτορικό της με θέμα τους Εβραίους συγγραφείς της Κεντρικής Ευρώπης (όπως ο Imre Kertesz). Eμεινε στην Βουδαπέστη από το 2007 έως το 2010 όπως και στο Λονδίνο, Μπρατισλάβα και Βαρσοβία. Λέκτορας στην Σορβόννη, όπου δίδαξε Ιστορία και Κεντροευρωπαική Λογοτεχνία μέχρι το 2014. Τώρα μένει στην Πράγα. Το πρώτο της μυθιστόρημα “Csillag” δημοσιεύθηκε στην Γαλλία το 2011 και στην Ουγγαρία το 2013. Εργάζεται σαν σεναριογράφος από το 2008 για ταινίες μεγάλου μήκους του Lazlo Nemes.

MATIAS ERDELY (Διευθυντής φωτογραφίας)

Γεννήθηκε το 1976 και είναι κινηματογραφιστής από την Βουδαπέστη. Αποφοίτησε από το Ουγγρικό Πανεπιστήμιο Δράματος και Κινηματογράφου πριν κάνει το master του στο “American Film Institute Conservatory” στο Λος Άντζελες. Η δουλειά του έχει προβληθεί σε φεστιβάλ σε όλον τον κόσμο με 4 ταινίες στις Κάννες τα τελευταία χρόνια (μεταξύ αυτών οι: Delta κύριο διαγωνιστικό, Tender Son – κύριο διαγωνιστικό, Miss Bala ένα κάποιο βλέμμα).

Synopsis

Two days in the life of Saul Auslander, Hungarian prisoner working as a member of the Sonderkommando at one of the Auschwitz Crematoriums who, to bury the corpse of a boy he takes for his son, tries to carry out his impossible deed: salvage the body and find a rabbi to bury it. While the Sonderkommando is to be liquidated at any moment, Saul turns away of the living and their plans of rebellion to save the remains of a son he never took care of when he was still alive.

Ο Γιος του Σαούλ, του Lazlo Nemes μια μεγάλη ταινία μετά από πολύ καιρό | 4,5/5 του Γιάννη Καραμπίτσου

camerastyloonline12 Νοεμβρίου 2015 4,5/5

Ο Γιός του Σαούλ έρχεται από την Ουγγαρία του Μπέλα Ταρ και του Μίκλος Γιάντσο της μεγάλης παράδοσης στον καλλιτεχνικό κινηματογράφο, σε μια χώρα που κινηματογραφικά μοιάζει να ξεκινάει από το ασπρόμαυρο για να φτάσει στο έγχρωμο. Έρχεται από την Ουγγαρία όπου οι ιδέες σήμερα σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της δεν είναι ότι καλύτερο έχουν παράγει οι άνθρωποι. Έρχεται σε μια εποχή που άνθρωποι, πρόσφυγες κατοικούν στα βάθη των θαλασσών , που δεν βρίσκονται τα πτώματά τους για να θαφτούν , με τον τρόπο και τις τελετές που η θρησκεία τους επιτάσσει. Σε μια εποχή που αεροπλάνα πέφτουν και χάνονται και οι άνθρωποι που ήσαν μέσα σε αυτά εξαερώνονται.

Στην εποχή της χειρότερης ηθικής, πολιτιστικής, οικονομικής , κοινωνικής κρίσης της ανθρωπότητας .

Ο Γιος του Σαούλ μας μεταφέρει στο Άουσβιτς σε μια εποχή που έμοιαζε το όριο της φρίκης να αγγίζει το ταβάνι, στάδιο μετά το οποίο θα έπρεπε να αρχίσουμε να κατεβαίνουμε. Η φρίκη όμως την εποχή του καπιταλισμού δεν έχει ταβάνι. Και το Άουσβιτς είναι πάλι εδώ πιο προχωρημένο, πιο εξελιγμένο.

Η εποχή του Άουσβιτς, η εποχή της εξαφάνισης των νεκρών είναι η δική μας εποχή και οι Sonderkommando είμαστε εμείς.

Ο Σαούλ χρειάζεται ένα γιο για να τον θάψει και ένα ραβίνο για να τον ψάλλει. Η εκτέλεση αυτής της αποστολής, που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του γίνεται το νόημα της ζωής του. Ο ίδιος θέτει την αποστολή στον εαυτό του; της ζωής του;

Ενδιαφέρεσαι για τους νεκρούς, περισσότερο από τους ζωντανούς του λέει ένας από τους ήρωες της ταινίας , ένας άλλος Sonderkommando που μοιάζει να κατανοεί κάπως την αποστολή του, να την συμμερίζεται. Τον γλυτώνει από δύσκολες καταστάσεις, τον εξυπηρετεί να παλέψει την αποστολή του. Υποσκάπτει έτσι την εξέγερση που βρίσκεται σε εξέλιξη η εκτέλεση της αποστολής του βασικού ήρωα και η «υποστήριξή» της από τον άλλο Sonderkommando ; Έρχεται σε κόντρα το ειδικό που φαίνεται να εκφράζει η εκτέλεση της αποστολής, με το γενικό που φαίνεται να εκφράζει η προσπάθεια εξέγερσης και απόδρασης κάποιων από τους υπόλοιπους Sonderkommando; ενδεχόμενα. Αλλά ποιο είναι το ειδικό και ποιο το γενικό αληθινά;

Στις εποχές που ζούμε τις ζοφερές και που η ελπίδα φαίνεται να χάθηκε δια παντός, η τοποθέτηση των πραγμάτων εκεί που προσπαθούσαν να τα βάλουν οι ριζοσπαστικές απόψεις και πράξεις των τελευταίων αιώνων ζωής των ανθρώπων, η τόνωση του κύρους των πραγμάτων, μοιάζει επαναστατική πράξη. Ο Σαούλ, είτε το διαισθάνεται , είτε όχι, αναλαμβάνει να δώσει στους συνανθρώπους του και στον ίδιο τον εαυτό του λόγο ύπαρξης. Νόημα Ζωής. Και ποιος είναι αυτός ο λόγος ύπαρξης; Μα η αξία της συνέχειας των ανθρώπων, η συνέχεια των πραγμάτων, η συνέχεια της ζωής. Αν οι άνθρωποι αμφισβητήσουν την αξία της συνέχειας των πραγμάτων, κάτι που συστηματικά κάνει ο καπιταλισμός τις τελευταίες δεκαετίες προκειμένου να σωθεί, μη λαμβάνοντας υπόψη ότι οδηγεί την ανθρωπότητα μαθηματικά στο γκρεμό. Αφήνοντας τους ανθρώπους να πνίγονται στη Λαμπεντούζα, οδηγεί την ανθρωπότητα κυριολεκτικά και μεταφορικά στο γκρεμό. Η στάση των υπόλοιπων Sonderkommando που σχεδιάζουν την απόδρασή τους, κάτω από τις συνθήκες που πραγματοποιείται, μόνο σαν πράξη επιβίωσης μπορεί να εκληφθεί, δεν μπορεί να εκληφθεί ως επαναστατική πράξη. Ο Σαούλ διαλέγει ένα θάνατο (αν και ενδέχεται να έζησε) που συνεχίζει τη ζωή. Οι υπόλοιποι εξεγερμένοι Sonderkommando διαλέγουν μια ζωή (που άλλωστε η συντριπτική τους πλειοψηφία θα χάσει) που συνεχίζει το θάνατο.

Η τελευταία σκηνή της ταινίας με το παιδί που σκάει μύτη από μια χαραμάδα φωτός και η πράξη του Γερμανού στρατιώτη που του χαρίζει τη ζωή για να μεταφέρει στους υπόλοιπους ζωντανούς το ελπιδοφόρο χαμόγελο της αξίας της συνέχειας της ζωής που υπάρχει στο πρόσωπο του Σαούλ (ερμηνεία από συγγραφέα και ποιητή και όχι επαγγελματία ηθοποιό) επιβεβαιώνει , επισφραγίζει την ελπίδα. Ο Σαούλ, ο νεκρός γιος του και ο καινούριος του ζωντανός γιός, εξασφαλίζουν τη συνέχεια της ζωής και της ανθρωπιάς. Φίλε, Σύντροφε από την Ουγγαρία, ευχαριστούμε!!

https://camerastyloonline.wordpress.com/

Κριτική

Ο Γιος του Σαούλ [5/5]

Από Χρήστο Μήτση 12/11/2015

Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάνες για ένα εντελώς πρωτότυπο και τολμηρό αριστούργημα, σκηνοθετικό ντεμπούτο ενός βοηθού του Μπέλα Ταρ.

«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Αυτή η φράση του Γερμανοεβραίου στοχαστή Τέοντορ Αντόρνο, μια από τις διασημότερες του προηγούμενου αιώνα, περιγράφει δραματικά το πολιτιστικό αδιέξοδο που συνάντησε ολόκληρη η μεταπολεμική δυτική κοινωνία. Πώς να κατανοήσει τη φρίκη του Ολοκαυτώματος στην πλήρη διάστασή της; Πώς να απαντήσει στα γιατί που τη γέννησαν, στο αν αυτά έπαψαν πλέον να υπάρχουν και, κυρίως, με τι τρόπο να επιχειρήσει να την περιγράψει; Διό­τι κάθε προσπάθεια αναπαράστασης του Ολοκαυτώματος είναι καταδικασμένη, όπως επισημαίνει ο Σλαβόι Ζίζεκ, αφού σ’ αυτή την περίπτωση «δεν υπάρχει απλή αισθητική χρήση, αλλά καταφανής κατάχρηση, που αναιρεί κάθε αισθητικό αποτέλεσμα».

Βοηθός του σπουδαίου Μπέλα Ταρ («Οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ», «Το Άλογο του Τορίνο»), ο Ούγγρος Λάζλο Νέμες κάνει το σκηνοθετικό ντεμπούτο του στο Άουσβιτς. Εκεί όπου το 1944 ο Σαούλ είναι ένας από τους λίγους επιζώντες Εβραίους, μέλος της ειδικής ομάδας κρατουμένων η οποία έχει απομονωθεί από το υπόλοιπο στρατόπεδο και είναι αναγκασμένη να βοηθά τους ναζί στο μηχανισμό των μαζικών εκτελέσεων. Έχοντας την κάμερα κολλημένη στο πρόσωπό του σε πλάνα μεγάλης διάρκειας, δουλεύοντας με το βλέμμα του ήρωά του, τους περιβάλλοντες ήχους και το εκτός εστίασηςφόντο, ο Νέμες μάς βυθίζει αμέσως στα έγκατα της επίγειας κόλασης και στην απόλυτη απόγνωση. Η αίσθηση είναι ιλιγγιώδης, απελπιστική, ταυτόχρονα όμως τίποτα φρικώδες δεν απεικονίζεται όλα υποδηλώνονται.

Γιατί μόνο εκείνοι που έζησαν την απόλυτη φρίκη μπορούν (έχουν το ηθικό/αισθητικό δικαίωμα) να την εικονοποιήσουν. Οι υπόλοιποι, εμείς οι ζωντανοί («Είμαστε ήδη όλοι νεκροί» λέει ο Σαούλ σε έναν συγκρατούμενό του που τον παροτρύνει να συνεχίσει να ζει), δεν μπορούμε να αντιληφθούμε αυτή την οριακή ιστορική στιγμή, αλλά και κάθε ιστορική στιγμή τελικά, παρά μέσα από αντανακλάσεις, αφηγήσεις, θολές κι αποσπασματικές εικόνες. Μέσα από το βλέμμα ενός Άλλου.

Με ένα μοναδικό, τολμηρότατο και αφηγηματικά ρηξικέλευθο τρόπο, ο νεαρός Ούγγρος σκηνοθέτης ψελλίζει την τελευταία και οριστική κινηματογραφική λέξη πάνω στο Ολοκαύτωμα. Απαντά στο συνολικό πρόβλημα της απεικόνισης της βίας στη μεγάλη οθόνη και προχωρά μακρύτερα, αναζητώντας μαζί με τον ήρωά του διέξοδο στο απόλυτο αδιέξοδο. Κι εκεί που η ελπίδα έχει πάψει προ πολλού να υπάρχει, ο Σαούλ την… εφευρίσκει. Στο πρόσωπο ενός νεκρού παιδιού αναγνωρίζει (;) το δικό του και κάνει σκοπό της ζωής του να διασώσει τη σορό του από τους φούρνους και να τη θάψει. Έτσι, ο «Γιος του Σαούλ» μετατρέπεται σιγά σιγά από ένα σκληρό δράμα επιβίωσης σε μια σπαραχτική υπαρξιακή οδύσσεια. Σε απόλυτη ανθρώπινη τραγωδία-μελέτη του αδιανόητου και διαδικασία ανεύρεσης της ποίησης που υπάρχει, γιατί τελικά υπάρχει, μέσα του.

Ουγγαρία. 2015. Διάρκεια: 107΄. Διανομή: FILMTRADE.

http://www.athinorama.gr/

Ο Γιος του Σαούλ

Son of Saul / Saul Fia

του Λάζλο Νέμες

ΚΡΙΤΙΚΗ 09 NOV 2015

[4,5/5] της Λήδας Γαλανού

Ο Ούγγρος Λάζλο Νέμες, μάς τυλίγει στις φλόγες του Ολοκαυτώματος, με τη φρίκη μιας εντατικής ταινίας τρόμου: Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, φαβορί για το ξενόγλωσσο Οσκαρ και, χωρίς υπερβολή, μια από τις σημαντικότερες ταινίες της δεκαετίας.

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αουσβιτς βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία: επίλεκτοι (και γρήγορα αναλώσιμοι) Εβραίοι κρατούμενοι, οι Sonderkommandos, έχουν την ευθύνη της εκτέλεσης των νέων «κομματιών» που έρχονται καθημερινά. Οδηγούν άντρες, γυναίκες και παιδιά σε μεγάλες αίθουσες, τους βοηθούν να βγάλουν τα ρούχα τους, τους καθησυχάζουν, τους προτρέπουν να βιαστούν. Επειτα τους βάζουν στο θάλαμο αερίων, σπρώχνοντας για να χωρέσουν όσο γίνεται περισσότεροι, σφραγίζουν τις πόρτες και τους σκοτώνουν. Η δουλειά τους δεν τελειώνει εκεί. Βγάζουν στιβαγμένα τα πτώματα, τα καίνε, πετούν τις στάχτες στο ποτάμι, καθαρίζουν με βούρτσες το θάλαμο κι όλα είναι έτοιμα για την επόμενη παρτίδα. Γρήγορη κι αποτελεσματική ανακύκλωση ανθρώπων.

Ο Σαούλ είναι ένας Sonderkommando. Οπως κι οι υπόλοιποι, στην πλάτη του ρούχου του έχει ένα κόκκινο Χ βαμμένο με μπογιά, για να τον ξεχωρίζει από τους άλλους κρατούμενους, αλλά και για να τον καθιστά ανά πάσα στιγμή εύκολο στόχο. Μέσα στο στρατόπεδο όπου κρυφά διοργανώνεται απόδραση κι όπου η κάθε εθνική ομάδα Εβραίων διεκδικεί από την άλλη λίγες παραπάνω ώρες ζωής, ο Σαούλ είναι ισοπεδωμένος από τη φρίκη. Δουλεύει, σκοτώνει, καθαρίζει, κλείνοντας έξω από τη συνείδησή του την ενοχή και τον τρόμο. Ωσπου θα δει το πτώμα ενός αγοριού και θα πιστέψει ότι είναι ο γιος του. Και θα αγωνιστεί, ενάντια σε κάθε κανόνα και με το διαρκή φόβο της φρικιαστικής εκτέλεσης, να βρει έναν ραβίνο για να τον ψάλλει και να τον θάψει. Ο στόχος του θα γίνει μια και δεν μπορεί να είναι κάτι πιο μεγάλο, ή πιο σωτήριο ν’ αποδώσει στο θάνατο την αξιοπρέπεια που του αξίζει.

Αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Λάζλο Νέμες, του 38χρονου Ούγγρου σκηνοθέτη που δούλεψε ως βοηθός πλάι στον Μπέλα Ταρ. Και το ύφος των δυο δε θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικό. Ο Νέμες κάνει μια ταινία με αμεσότητα που σε κρατά ταραγμένο δέσμιό της για ώρες, επιλέγοντας όμως συγκεκριμένες κι επιθετικές στιλιστικές φόρμες. Η ταινία είναι ολόκληρη γυρισμένη στο τετράγωνο φορμά του φιλμ 40mm: ο ήρωας κι όσα συμβαίνουν εγκλωβίζονται ασφυκτικά σ’ ένα μικρό κάδρο, χωρίς περιθώριο διαφυγής για το βλέμμα του θεατή. Η κάμερα στο χέρι ακολουθεί τη διαδρομή του Σαούλ με ρυθμό φρενήρη, μεταμορφώνοντας τη βιωματική ιστορία σ’ ένα ιλιγγιώδες θρίλερ, μαζί και μια ταινία τρόμου, όχι μόνο λόγω περιεχομένου, αλλά και λόγω απεγνωσμένης ταχύτητας.

Από την αρχή, ο Σαούλ κι ό,τι εκείνος κοιτάζει είναι νετ όλα τ’ άλλα, τα εκατοντάδες απρόσωπα γυμνά πτώματα, οι Γερμανοί διοικητές, ακόμα το περιβάλλον, η φωτιά που καίει και καταπίνει ζωές και ίχνη, είναι φλου. Καθαρίζουν μόνο όταν ο Σαούλ μέσα τους αναζητά κάτι. Ο ήχος είναι ένα αριστούργημα από μόνος του. Η αδιάκοπη βοή του «εργοστασίου», οι βίαιες φωνές των Γερμανών αλλά και των Εβραίων επικεφαλής, οι κραυγές των κρατούμενων, ένα ηχητικό τοπίο που όχι απλώς συμπληρώνει, αλλά συχνά αντικαθιστά τη δράση που συμβαίνει, αποτρόπαια, εκτός κάδρου, αλλά ακούγεται μέσα του.

Σ’ αυτό το περιορισμένο, εντατικό περιβάλλον δράσης, η μορφή του Σαούλ, ο όχι ηθοποιός, αλλά Ούγγρος ποιητής Γκέζα Ρέριγκ, παίρνει διαστάσεις εμβληματικές: ασκητική, άχρονη, χωρίς ηλικία, χωρίς διαχωρισμένη προσωπικότητα, μόνο συγκεντρωμένη, θλιμμένη και με μια εμμονοληπτική αγωνία για συγχώρεση. Αυτή είναι η πρώτη ταινία του Λάζλο Νέμες, ένα φιλμ που σε παγιδεύει στη φρίκη παρότι αντιστέκεσαι με πείσμα, που σου φέρνει κοντά τον πρωτόγονο τρόμο μιας ανθρώπινης τρέλας, που αναγνωρίζει το έγκλημα κι απλώς ζητά, επιτέλους, άφεση αμαρτιών. Και, χωρίς καμιά υπερβολή, είναι μια από τις ταινίες που θα καθορίσουν κινηματογραφικά τη δεκαετία.

http://flix.gr/

ΧΕΡΙ ΧΕΡΙ

Mε αφορμή το «Ο Γιος του Σαούλ» του Λάζλο Νέμες

Κείμενο: Old Boy

Email: oldboy@elculture.gr

Πάρα πολλές φορές στη διάρκεια της ταινίας κάποιος θα αρπάξει τον Σαούλ από τον γιακά και θα τον σπρώξει προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον θεατή: είναι σαν ο σκηνοθέτης Λάζλο Νέμες να πιάνει από την πρώτη στιγμή κι εμάς από τον γιακά, να μας τσουβαλιάζει μαζί με το υπόλοιπο πλήθος στα, εφιαλτικού ρεαλισμού αλλά και τόσο άρτια οργανωμένα, μονόπλανά του, να χάνουμε κι εμείς εντελώς τον προσανατολισμό μας, να πηγαίνουμε κι εμείς δίπλα σε μελλοθάνατους κρατούμενους και εργάτες κρατούμενους μια εδώ και μια εκεί, ακολουθώντας τον ήρωα του έργου στην απέλπιδα προσπάθειά του να πιαστεί από ένα κλαράκι νοήματος, σε έναν τόπο μη τόπο, σε έναν τόπο που άνθρωποι εξολοθρεύουν μαζικά, συστηματικά και συστηματοποιημένα άλλους ανθρώπους, έχοντας πειστεί ότι δεν είναι άνθρωποι. Η κάμερα του Νέμες δεν τολμά να δείξει ουρανό, δεν υπάρχει ουρανός πάνω από το Άουσβιτς (παρά μόνο αν είναι να πνιγείς), δεν υπάρχει ορίζοντας, δεν υπάρχει βλέμμα που να μπορεί να κοιτάξει προς τα πάνω, δεν υπάρχει ψηλά, δεν υπάρχει βλέμμα που να μπορεί να κοιτάξει πέρα, υπάρχει μόνο ένα ασταμάτητο πήγαινε-έλα, η δουλειά που πρέπει να βγει, η ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητας, η όσο το δυνατόν πιο γρήγορη και ήσυχη και τακτοποιημένη και αναίμακτη εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων, σε αυτό το εργοστάσιο μεταποίησης σωμάτων ζώντων ανθρώπων σε στάχτη που θα σκορπιστεί. Έρχεσαι, εξολοθρεύεσαι, καίγεσαι, εξαφανίζονται τα ίχνη σου, να περάσουν οι επόμενοι, γρήγορα, δεν υπάρχει χρόνος, πάμε, το φαγητό είναι κίνηση μας έλεγαν στο στρατό, κι η γενοκτονία κίνηση είναι, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, δεν υπάρχει βλέμμα για σήκωμα, πρέπει να πιάσουμε τους στόχους που μπήκαν από τα κεντρικά, πρέπει τα γρανάζια της παραγωγικής μηχανής να δουλέψουν όσο πιο άρτια γίνεται, όλα έχουν προβλεφθεί, όλα είναι τυποποιημένα, στην γραμμή παραγωγής κάθε κρίκος της αλυσίδας πρέπει να κάνει τη δουλειά του όσο αποξενωμένος κι αν είναι από το τελικό αποτέλεσμα, όσο κι αν εν προκειμένω το τελικό αποτέλεσμα είναι η «τελική λύση».

Κι αν σε καιρό ειρήνης και σε εργοστάσια που δεν παράγουν γενοκτονία αλλά καταναλωτικά προϊόντα τη γραμμή παραγωγής τη στελεχώνουν μέλη της εργατικής τάξης, εδώ ομολογουμένως η δουλειά παραείναι βρώμικη, αλλά στη ζωή αυτή ακόμη και την παραβρώμικη δουλειά κάποιος πρέπει να την κάνει. Άλλο να ανεβοκατεβάζει ο ναζί διακόπτες που θα εξοντώνουν στους θαλάμους αερίων ή που θα καίνε τα σώματα στα κρεματόρια κι άλλο να κάνει τα υπόλοιπα. Κάποιος πρέπει να βοηθήσει για να πάνε ανυποψίαστοι οι άνθρωποι να εξοντωθούν, κάποιος πρέπει να σύρει μετά τα πτώματά τους προς τα κρεματόρια, κάποιος πρέπει να αδειάσει τα ρούχα τους από τιμαλφή ή να βγάλει τα χρυσά δόντια από τους νεκρούς, κάποιος πρέπει να καθαρίζει τα πατώματα μετά από την εξολόθρευση κάθε παρτίδας, κάποιος πρέπει να πετάξει τις στάχτες τους στο ποτάμι. Γιατί λοιπόν να μην τα κάνουν κρατούμενοι αυτά; Και γιατί να τα κάνουν όμως, θα πει κανείς. Εδώ, μην εξετάζοντας καθόλου τα όποια τυχόν συγκριτικά προνόμια είχαν, μην εξετάζοντας καθόλου το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς επιβίωσαν, δεχόμενοι μόνο πως και αυτοί εξολοθρεύονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς: Τι είδους δουλειά είναι αυτή που έκανε ο Σαούλ, τι είδους δουλειά ήταν αυτή του «Ζόμπερκομάντο»; Κάποιος πρέπει να τα κάνει όλα αυτά, γιατί; Για να επιβιώσει; Και γιατί να επιβιώσει άραγε; Επικρατεί το ένστικτο της επιβίωσης κάθε άλλου ενστίκτου και αξίας; Είναι οκ να επιβιώνεις έχοντας κάνει όλα αυτά, όσο αναγκαστικά κι αν τα έκανες; Μήπως από την άλλη εξαναγκάζοντάς τους οι ναζί να τα κάνουν, τους καθιστούσαν τα θύματα των θυμάτων; Μπορεί άραγε κανείς να κρίνει; Μπορεί να διανοηθεί πώς ήταν η κατάσταση; Μπορεί να κατακρίνει; Ακόμη κι αν δεν μπορεί όμως (και ο πειρασμός να το κάνει είναι όντως πολύ μεγάλος) μπορεί να απορήσει: Πώς είναι δυνατόν να συνεργείς; Ελπίζοντας ότι θα εξεγερθείς και θα αποδράσεις; Ελπίζοντας ότι θα μπορέσεις να μαρτυρήσεις αύριο στον υπόλοιπο κόσμο τι έγινε; Υπάρχει μια ανώτερη αλήθεια που σε κάνει να πεις, οκ, τι άλλο να έκανες; Μήπως η απάντηση είναι, ας έκανες οτιδήποτε άλλο από αυτό; Μπορούν να διερευνηθούν ηθικά κίνητρα σε τέτοιες καταστάσεις; Μπορεί να υπάρξει ηθική στο Άουσβιτς;

Ασφαλώς σπουδαία ταινία η «Λίστα του Σίντλερ», δεν έπαυε πάντως να προξενεί ένα γλυκόπικρο χαμόγελο το γεγονός πως ο Σπίλμπεργκ κατάφερνε ακόμη και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης να μας δείχνει ανθρώπους που τους λένε ότι θα μπουν να κάνουν ντουζ και ενώ περιμένουμε να αρχίσει να πέφτει το αέριο, όντως να κάνουν ντουζ. Δεν το κατακρίνω απαραίτητα, είναι μια άλλου τύπου καλλιτεχνική προσέγγιση της ανείπωτης φρίκης. Στο «Γιο του Σαούλ» πάλι, η ταινία έχει μόλις ξεκινήσει, μας έχει αρπάξει από τα μούτρα, και βλέποντας τα πλήθη των Εβραίων που γδύνονται, με διαρκείς προτροπές να μπουν γρήγορα να κάνουν ντουζ για να απολυμανθούν από το ταξίδι, ώστε μετά να επιλεγούν ανάλογα με τις ειδικότητές τους για το τι δουλειά θα κάνουν στο στρατόπεδο, οριακά και για λίγα δευτερόλεπτα πιστεύουμε ότι ντουζ θα κάνουν.

Ο Σαούλ αναγνωρίζει ένα παιδί (ένα παιδί που άντεξε περισσότερο από τους άλλους στον θάλαμο αερίων, ένα παιδί που ανέπνεε ακόμα κι όταν οι πόρτες του θαλάμου άνοιξαν) ως γιο του. Είναι ή δεν είναι ο γιος του; Περισσότερη σημασία έχει πως έτσι ξεχωρίζεις από τα «κομμάτια», από τις απρόσωπες μάζες που εξολοθρεύονται νυχθημερόν, έναν άνθρωπο, του ξαναδίνεις ανθρώπινη υπόσταση, προσπαθείς απεγνωσμένα να πιαστείς από αυτόν τον έναν. Δεν γίνεται αλλιώς. Μόνο ένας μπορεί να υπάρξει, τους πολλούς δεν τους χωράει ο νους. Και πιάνεσαι από αυτόν, όχι όμως για να τον σώσεις, όχι για να σωθείς. Αυτό θα ήταν ελπίδα και κουράγιο και δεν το βάζω κάτω. Να πιαστείς από έναν που το πιθανότερο είναι να μην είναι καν γιος σου και να προσπαθήσεις να βρεις ραβίνο για να τον ψάλλει πριν τον θάψεις. Μα δεν χρειάζεται ραβίνος. Μα δεν έχει σημασία. Να πιαστείς από κάτι στο μυαλό σου. Να βρεις μέσα σε όλη αυτή την κατάλυση οτιδήποτε γνωρίζαμε ως ανθρώπινο πως κάποιος είναι άνθρωπος. Ο Σαούλ καταπιάνεται από το τίποτα. Το νόημα, η ελπίδα, το κουράγιο, οτιδήποτε το καλό έχει ήδη χαθεί. Μόνο το τίποτα υπάρχει πια. Αν ήταν σίγουρα γιος του, η πράξη του θα ήταν μέχρι και αισχρή. Θα είχε ξεχωρίσει το δικό του αίμα ως το μόνο σημαντικό, η πράξη του αντί για συγκινητική θα ερχόταν ίσως να προσθέσει το αμφίβολο ηθικό της πρόσημο στο αμφίβολο ηθικό πρόσημο του δικού του ρόλου. Αν πάλι ήταν εντελώς σίγουρο ότι δεν είναι γιος του, η πράξη του θα ήταν πράξη ενός ανθρώπου που έχασε τα λογικά του, η κατάσταση θα ήταν πιο μονοδιάστατη: η φρίκη που οδηγεί στην τρέλα. Όχι, βρισκόμαστε στο ανάμεσα: το να αναγνωρίζει ο Σαούλ ένα από τα παιδιά ως δικό του και να προσπαθεί να πιαστεί από εκεί, είναι στο πέραν του καλού και του κακού, στο πέραν της λογικής και της τρέλας, είναι απευθείας στο επίπεδο της ποιητικής μεταφοράς: δεν μπορώ να κάνω τίποτα για τις μάζες των ανθρώπων, δεν τις χωράει ο νους μου, ο νους μου σταμάτησε, ό,τι γίνεται εδώ δεν με αφορά, με αφορά αυτό το ένα και μόνο νεκρό παιδί: ο γιος μου.

Τον Σαούλ δεν υποδύεται ένας ηθοποιός, αλλά ένας ποιητής, ο Γκέζα Ρέρινγκ. Μολονότι η ταινία ανήκει στο δημιουργό της Λάζλο Νέμες, μολονότι και κάποιος άλλος να έπαιζε τον Σαούλ πάλι συγκλονιστική θα ήταν, ο Ρέρινγκ έχει μια ένταση στο πρόσωπο του και μια διαπεραστική οξύτητα στο βλέμμα του που σε πείθει ότι αυτός ο άνθρωπος έχει δει κάτι που άλλοι δεν θα μπορούσαν: αν μετά το Άουσβιτς είναι βαρβαρότητα να γράψεις ποίηση, μπορείς ίσως να βάλεις έναν ποιητή να κοιτάξει κατάματα το πέραν της βαρβαρότητας .

Στο «Γιο του Σαούλ» ο Λάζλο Νέμες αντί να προσπαθήσει να αναπαραστήσει τη φρίκη, σου δίνει την αίσθηση ότι έχει όντως πάει με την κάμερά του επί τόπου και πως δεν τολμά να μας δείξει τι γίνεται. Καταλαβαίνεις όμως πάρα πολύ καλά τι γίνεται. Το ακούς σε όλους αυτούς τους φρικτούς ήχους. Το νιώθεις. Σε διαπερνά. Η ταινία του είναι αριστούργημα επειδή παντρεύει το περιεχόμενο με την μορφή. Ξέρουμε τι έχει συμβεί στο Άουσβιτς. Θα φρικάραμε και με συμβατική σκηνοθετική αντιμετώπιση. Αλλά θα ήταν μια φρίκη κάπως ανακλαστική. Σαν τη φρίκη που βιώνεις στις ειδήσεις όταν ακούς άσχημα νέα. Με πιο συμβατική σκηνοθεσία, με μεγάλα πλάνα, η ταινία λόγω περιεχομένου θα ήταν και πάλι σημαντική. Συγκλονιστική όμως γίνεται λόγω του συνδυασμού του θέματος με τον τρόπο κινηματογράφησης. Ο αληθινός δημιουργός οφείλει να προτείνει ματιές. Και η ματιά του Νέμες είναι ριζικά επιδραστική.

Έτυχε να δω την ταινία την Παρασκευή το βράδυ. Την ώρα που αυτά συνέβαιναν στην οθόνη, στο Παρίσι οι δολοφόνοι είχαν βάλει μπρος. Tην ώρα που τελείωνε η κτηνωδία στην οθόνη ξεκινούσε η κτηνωδία στην πραγματικότητα. Χέρι χέρι βαδίζει η ανθρωπότητα με τη φρίκη και την κτηνωδία καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας. Χέρι χέρι βαδίζει και με την τέχνη. «Ο Γιος του Σαούλ» μιλά και για την εμπειρία των στρατοπέδων συγκέντρωσης και για την τρέλα των στρατοπέδων συγκέντρωσης με τρόπο που δεν έχει μιλήσει κανείς άλλος στο σινεμά ως τώρα. Και μας παραδίδει μια ταινία βίωμα.

http://www.elculture.gr/

Γιατί «ο γιος του Σαούλ» δεν άρεσε σε τόσους πολλούς;

10/01/2016

Είναι τόσο λογικό να παριστάνεις

μια μορφή φυλάκισης με κάποιαν άλλη,

όσο και το να παριστάνεις ένα οποιοδήποτε

πράγμα που υπάρχει πραγματικά, με κάτι

που δεν υπάρχει.

Daniel Dafoe

Το ερώτημα άρχισε να με απασχολεί όταν όλο και περισσότεροι φίλοι και γνωστοί εκφράζανε χλιαρές γνώμες για την πρώτη ταινία του Λάζλο Νέμες. Προφανώς η ταινία αποτελεί ένα σχόλιο για τη φρίκη του ολοκαυτώματος. Ήταν λοιπόν το σχόλιο αποτυχημένο, ή μήπως μας ξεπέρασε; Γιατί υπάρχει και αυτή η περίπτωση: την πραγματική φρίκη να μην την αντέχουμε. Και να της γυρίζουμε την πλάτη.

Ο Νέμες δεν κινηματογράφησε τη φρίκη κατά πρόσωπο. Δεν θα μπορούσε να το κάνει. Και την αδυναμία του αυτή την κατανόησε πριν καν καταπιαστεί με το εγχείρημα, καθότι το σχόλιό του εδράζεται πάνω στη βαθιά φιλοσοφική του προσέγγιση για το ζήτημα. Το ιστορικό γεγονός των στρατοπέδων εξόντωσης ξεπερνά το ανθρώπινο μέτρο, είναι εκτός της ανθρώπινης λογικής. Αυτό που εκεί προκάλεσε ο άνθρωπος στον άνθρωπο στην ουσία δεν μπορεί να περιγραφεί. Δεν μπορεί να κινηματογραφηθεί. Όμως η ανάγκη να μιλήσουμε-και κινηματογραφικά- γι’ αυτό παραμένει. Ο Νέμες είχε ανάγκη να το κάνει, είχε ανάγκη να μιλήσει για το ανείπωτο. Και έπρεπε να βρει έναν τρόπο.

Και τον βρήκε. Σε ένα παράλογο, έξω από τα ανθρώπινα μέτρα τόπο και χρόνο χρησιμοποίησε μια παράλογη πώς αλλιώς θα γινόταν- ιστορία ενός ανθρώπου σαν όχημα για να διεισδύσει μέσα στο στρατόπεδο. Και εκεί το μόνο που μας έδειξε καθαρά ήταν τα μάτια αυτού που βλέπει τη φρίκη. Η βάση της ταινίας είναι αυτή η προσέγγιση. Όλες οι υπόλοιπες επιλογές υπηρετούν αυτή την αρχή. Το πλάνο είναι στενό όπως και τα ασφυκτικά πλαίσια της ¨ζωής¨ του στρατοπέδου, ο ρυθμός γρήγορος, η εναλλαγή των στιγμών της ¨ζωής¨, άναρχη. Και τη φρίκη των στρατοπέδων για την οποία τόσα έχετε ακούσει δεν θα τη δείτε καθαρά. Αλλά θα τη νιώσετε, για δυο ώρες θα τη νιώθετε, θα γεμίζει το μυαλό σας μια εικόνα φλου, απόκοσμη, ένας περιβάλλων ήχος απροσδιόριστος, μια μυρωδιά καμένης σάρκας, μια γεύση στάχτης. Ο σκηνοθέτης για τις δυο αυτές ώρες δεν κάνει κανένα χατίρι στις ευκολίες μας. Μας καταδικάζει να δούμε αυτά που βλέπει ο πρωταγωνιστής του, να ζήσουμε αυτά που ζει αυτός. Και μάλιστα με τον τρόπο που τα «βλέπει» και τα «ζει» αυτός. Μεταξύ πραγματικότητας και μη πραγματικότητας. Σε ένα παράλογο υπερβατικό σύμπαν. Για το οποίο ακόμα δεν έχει δοθεί και δεν θα δοθεί μάλλον ποτέ- εξήγηση.

«Ο γιός του Σαούλ» δεν είναι μόνον μια ταινία. Είναι μια από τις σπάνιες φορές που η τέχνη, η κινηματογραφική τέχνη εδώ- συναντά τη φιλοσοφία, την ιστορία, την ποίηση… Και μετασχηματίζεται σε κάτι άλλο… Άρα δεν μπορεί να κριθεί σαν μια ταινία και μόνον. Η τυπική ερώτηση: «σού άρεσε η ταινία;» δεν μπορεί να απαντηθεί. Για την ακρίβεια δεν μπορεί καν να ειπωθεί. Βγαίνοντας από την αίθουσα αυτό είναι σαφές. Πώς μπορείς να πεις τη γνώμη σου για μια ταινία όταν ακόμα μυρίζεις τον καπνό του στρατοπέδου εξόντωσης;; Πώς μπορείς να συγκρίνεις κάτι που δεν υπάρχει με κάτι που υπάρχει;; «Ο γιός του Σαούλ» μάς ζητάει χρόνο. Όπως κάθε μεγάλο έργο τέχνης.

Ο Λάζλο Νέμες δημιούργησε ένα αριστούργημα. Και αυτό γιατί μέσω της κινηματογραφικής του τέχνης μάς έφερε σε επαφή με τον σκοτεινό πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Πόσοι είμαστε σε θέση να το αντέξουμε;; Εδώ η δυσκολία του σκηνοθέτη να περιγράψει το απερίγραπτο βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τη δυσκολία του θεατή να κατανοήσει το ακατανόητο. Και για τους δυο – δημιουργό και θεατή- υπάρχουν ευκολότερες επιλογές. Ο πιανίστας, Η εκλογή της Σόφι, Η λίστα του Σίντλερ, Η ζωή είναι ωραία…… είναι πράγματι πολύ ωραίες ταινίες.

Ιγνάτιος Λιαπής

https://kaboomzine.gr/

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ (2015)

(SAUL FIA)

ΕΙΔΟΣ: Πολεμικό Δράμα

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λάσλο Νέμες

ΚΑΣΤ: Γκέζα Ρέριγκ, Λεβέντ Μόλναρ, Ουρς Ρεχν, Αμιτάι Κένταρ

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 107′

ΔΙΑΝΟΜΗ: FILMTRADE

της Κατερίνας Ανδρεάκου

Ένας Εβραίος Sonderkommando στο Άουσβιτς του 1944 «αναγνωρίζει» ένα νεκρό αγόρι ως γιο του και προσπαθεί, μέσα σε δυο μέρες, να βρει έναν ραβίνο ώστε να του κάνει (κρυφά) μια κανονική ταφή, την ίδια στιγμή που μια ομάδα «συναδέλφων» του βρίσκεται στο τελικό στάδιο του σχεδίου απόδρασής τους.

Οι Sonderkommando ήταν κυρίως Εβραίοι αιχμάλωτοι στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος, που εξαναγκάζονταν να γίνουν εργάτες με βασική τους αποστολή τη διαχείριση των πτωμάτων στους φούρνους του θανάτου. Ο πρωταγωνιστής αυτής της ταινίας, ο Σαούλ, είναι ένας από εκείνους, δουλεύοντας (προφανώς πολύν καιρό) στους φούρνους, ανέκφραστος, μουδιασμένος, σαν ζόμπι, καθοδηγώντας αδιάκοπα τα σχεδόν ανυποψίαστα θύματα στις «ντουζιέρες» και, αφού οι πόρτες κλείνουν πίσω τους και οι κραυγές ολοένα και δυναμώνουν, βοηθά σαν όρνιο στην αρπαγή των προσωπικών τους πολύτιμων αντικειμένων. Το «ντους» τελειώνει και ο Σαούλ και οι λοιποί μετακινούν τα στοιβαγμένα γυμνά σώματα, κυριολεκτικά σαν κομμάτια κρέας, και καθαρίζουν το μέρος για το επόμενο group θυμάτων. Μόνο που, την ημέρα που ξεκινάμε να παρακολουθούμε τη μακάβρια, ψυχολογικά συντριπτική ρουτίνα του Σαούλ, εκείνος θα βρει στον σωρό των θυμάτων ένα αγόρι το οποίο, ως εκ θαύματος, επιβιώνει, έστω και για λίγο, του «ντους», και ο Σαούλ «αποφασίζει» πως αυτό το γενναίο αγόρι είναι ο γιος του. Το διήμερο ταξίδι του για να οργανώσει μια αρμόζουσα ταφή ξεκινά, παίρνοντας μαζί του και τον θεατή, σε μια πορεία στην επίγεια κόλαση 70 μόλις χρόνια πριν…

Σε αυτήν εδώ την ταινία του Ούγγρου Λάσλο Νέμες, δεν υπάρχει μελοδραματικό μουσικό χαλί, ούτε μεγαλόπνοα, πανοραμικά πλάνα, ούτε καν «οσκαρικές» ερμηνείες με στόμφο και ερμηνευτικά κρεσέντο, όλα αυτά θαρρείς απαραίτητα συστατικά για ένα φιλμ με θέμα το Ολοκαύτωμα, ώστε να παίξει με τις συναισθηματικές χορδές του θεατή. Ο πρώην μικρομηκάς Νέμες, εδώ στο κινηματογραφικό σκηνοθετικό του ντεμπούτο (!), χρησιμοποιεί μια χειροκίνητη κάμερα 35mm που, στις περισσότερες σκηνές, κυριολεκτικά ακολουθεί τον Σαούλ πίσω από τον ώμο του, παραμένοντας στο δικό του οπτικό πεδίο, ρίχνοντας έτσι μόνο φευγαλέες, κατακερματισμένες ματιές στο συνεχόμενο, 24ωρο μακελειό που λαμβάνει χώρα στο στρατόπεδο θανάτου, ενώ είναι οι φωνές και οι λοιποί ήχοι που μας φανερώνουν τον αληθινό τρόμο και φυσικά, ο αληθινός τρόμος συνήθως προέρχεται από αυτό που δεν βλέπεις, όμως ξέρεις πως υπάρχει κοντά και παραμονεύει, και ξαφνικά βρίσκεται μπροστά σου σε όλη του τη φρίκη, είτε σε ένα φευγαλέο πλάνο, είτε σε έναν φυσικό ήχο, είτε στις πανικόβλητες κραυγές που ξέρεις πως σε λίγο θα σιγήσουν για πάντα…

Και μόνο από τα παραπάνω είναι ξεκάθαρο πως το «Ο Γιος του Σαούλ» είναι μια ταινία δύσκολη στη θέαση. Για την ακρίβεια, ίσως είναι και η δυσκολότερη ταινία που θα δείτε φέτος. Αλλά δείτε την. Γιατί από το πρώτο κιόλας εκτός εστίασης πλάνο, μέχρι το ποιητικά συγκλονιστικό φινάλε, ο Νέμες έχει δημιουργήσει ένα έργο ιδιαίτερου κινηματογραφικού θάρρους, πρωτοτυπίας και ωμής συγκινησιακής φόρτισης, ενώ ο πρωτοεμφανιζόμενος ως ηθοποιός αλλά καταξιωμένος ως ποιητής, Γκέζα Ρέριγκ, αποδίδει εξαίσια τη στωική φιγούρα τού Σαούλ που ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στην ψυχική παραίτηση, το τελευταίο ψήγμα ελπίδας για ανθρωπιά μέσα από την αποφασιστικότητα να θάψει το αγόρι / γιο (;) του αλλά και την παράνοια. Στην προσπάθειά του να μας «ξεναγήσει» σε όλα τα μακάβρια δωμάτια του στρατοπέδου με σεναριακή αφορμή το φρενήρες κυνήγι τού Σαούλ να βρεί έναν ραβίνο, σε σημεία το σενάριο αναγκάζεται να πάρει ποιητική άδεια, και το κοινό θα πρέπει να αναστείλει τη δυσπιστία του για το κατά πόσον ένας εργάτης σαν τον Σαούλ θα μπορούσε τόσο εύκολα να εισχωρήσει παντού, όμως αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία μπροστά στη γενικότερη σπουδαιότητα ενός έργου που ωστόσο, με το τάχα «αποστασιοποιημένο» του ύφος, έχει τεράστιο συναισθηματικό βάθος και ωμά ειλικρινή, κινηματογραφική και γιατί όχι; ιστορική σημασία.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αυτό δεν είναι άλλο ένα χολιγουντιανό έπος… στυλ «Η Λίστα του Σίντλερ», ούτε και απόπειρα ντοκιμαντερίστικου ύφους ώστε να προσομοιάζει στο «Νύχτα και Καταχνιά»: είναι μια απρόσμενα πρωτότυπη ταινία για την ως τώρα φαινομενικά χιλιοειπωμένη ιστορία του Ολοκαυτώματος. Όπως προείπαμε, είναι ειλικρινά δύσκολο στη θέαση, ωστόσο έχει αρκετή περιπέτεια αλλά και λυρισμό ώστε να μην είναι απαγορευτικό σε ένα ευρύτερο κοινό όμως σίγουρα θα δοκιμάσει ποικιλότροπα την αντοχή κάθε είδους θεατή.

http://freecinema.gr/

Ο Γιός Του Σαούλ , 2015

(Saul fia)

0

Αξιολόγηση

Id

12 Νοεμβρίου 2015

Μια άνευ προηγουμένου κινηματογραφική εμπειρία, ένα θριαμβευτικό σκηνοθετικό ντεμπούτο κι ένας εξαιρετικός πρωταγωνιστής σε μια ζοφερή κατάδυση στο Ολοκαύτωμα, που σφυροκοπά τις αισθήσεις και εγείρει άφθονα θέματα.

Τον Οκτώβρη του 1944 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς (όπου, παρεμπιπτόντως, θανατώθηκαν συγγενείς του 38χρονου πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη), ο Εβραιο-ούγγρος κρατούμενος Σαούλ (Ρέριγκ), μαζί με τα άλλα μέλη της ομάδας Ζόντερκομαντο, έχει επιφορτιστεί από τους Ναζί να βοηθάει στην «προετοιμασία» των μελλοθάνατων Εβραίων, καθώς και στον καθαρισμό των κρεματόριων και την αποτέφρωση των πτωμάτων. Κι αυτοί οι «βοηθοί», που απολαμβάνουν κάποιων ελάχιστων προνομίων και φέρουν ένα Χ στην πλάτη για να τους ξεχωρίζουν οι δεσμώτες τους, θα θανατωθούν σύντομα. Απλά έχουν πάρει μικρή παράταση, συμμετέχοντας στην απάνθρωπη τελική εκκαθάριση, καθώς η ήττα του Χίτλερ διαφαίνεται πια. Κι ενώ οι Ζόντερκομαντο σχεδιάζουν εξέγερση, ο Σαούλ, «αδειάζοντας» ένα θάλαμο αερίων βρίσκει ένα αγόρι που αναπνέει ακόμα. Ο γιατρός του στρατοπέδου το αποτελειώνει πάραυτα. Ο Σαούλ παίρνει κρυφά το πτώμα και λέγοντας ότι πρόκειται για τον γιό του αποφασίζει να πράξει το αδιανόητο: να βρει μεταξύ των κρατούμενων ένα ραβίνο για τη νεκρώσιμη ακολουθία, να θάψει όπως πρέπει το παιδί. Κάποια στιγμή, κάποιος του λέει «Μα, εσύ δεν έχεις γιο», αλλά αυτό λίγο ενδιαφέρει τελικά. Εκείνο που έχει σημασία είναι αυτό το τελευταίο ξέφτι ανθρωπιάς, από το οποίο πιάνεται τούτος ο σμπαραλιασμένος άνθρωπος μέσα στην επίγεια κόλαση του Άουσβιτς.

Ξεχάστε ό,τι χολιγουντιανό ή ευρωπαϊκό έχετε δει περί Ολοκαυτώματος. Αυτό που κινηματογραφεί ο Νέμες δεν είναι απλά η μικρή ιστορία ενός Εβραίου μέσα στο έρεβος της ναζιστικής φρικαλεότητας. Είναι ένα άλλο, πρωτόφαντο σινεμά. Με την κάμερα κολλημένη στην πλάτη ή στο σπαρακτικά ανέκφραστο πρόσωπο του Ρέριγκ (ο οποίος δεν είναι ηθοποιός, αλλά Ούγγρος ποιητής που ζει στις ΗΠΑ), με μια καπνισμένη καφεγκρί μουντάδα να διαποτίζει κάθε πλάνο, ο Νέμες επικεντρώνεται μόνο στον ήρωά του και την ταφή που τον κατατρύχει. Γύρω του, στο θολό φόντο, ή και τελείως εκτός πλάνου ξεδιπλώνεται η ύστατη φρίκη. Εκείνος, διεκπεραιώνει. Κι εμείς, μπορεί να μη βλέπουμε πολλά, συνάγουμε, όμως, τα πάντα. Και ακούμε ακόμη περισσότερα: ψιθύρους σε διάφορες γλώσσες, ουρλιαχτά, υλακές των Ναζί, πυροβολισμούς… Ακούμε την κόλαση σε ζωντανή μετάδοση. Μια μετάδοση που σφυροκοπά τις αισθήσεις και σε φέρνει όσο πιο κοντά θα μπορούσες ποτέ να βρεθείς σε αυτό που συνέβαινε στα ναζιστικά κολαστήρια. Και κάπου στο βάθος, μέσα σε αυτή την απερίγραπτα ζοφερή κατάσταση, μια στάλα ηθικής σωτηρίας για το Σαούλ-άνθρωπο, δοσμένη κι αυτή χωρίς ηρωισμούς και παράταιρο λούστρο. Συγκλονιστική ταινία. Και απύθμενα υποσχόμενο ντεμπούτο για αυτόν τον πρώην βοηθό του Μπέλα Ταρ, που έφυγε με τα βραβεία ήχου, FIPRESCI και της επιτροπής από τις φετινές Κάννες, και έχει λαμπρό μέλλον μπροστά του.

Τατιάνα Καποδίστρια

http://tospirto.net/

Ο Γιος του Σαούλ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΤΕΛΛΑΚΗ [5/5] 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ , 2015

Ο Σαούλ είναι «κάπο» στο Άουσβιτς. Οι «κάπο» απολαμβάνουν το προνόμιο να παραμένουν ζωντανοί, την ώρα που καλούνται να κάνουν τη «βρώμικη» δουλειά. Αναγκάζουν τους κρατούμενους στο Άουσβιτς να δουλεύουν σκληρά, οδηγούν τους υποψήφιους νεκρούς στα κρεματόρια, καθαρίζουν τα πτώματα. Ο Σαούλ δεν αντιδρά. Για αυτόν φαίνεται να είναι απλά ένας τρόπος επιβίωσης. Μέχρι τη στιγμή που θα δει μπροστά του ένα αγόρι που θα θεωρήσει ότι είναι ο γιος του.

Θυμίζοντας την επιμονή της Αντιγόνης να θάψει τον αδελφό της, ο Σαούλ είναι αποφασισμένος να προσφέρει στο αγόρι μια πραγματική ταφή. Γυρισμένο σε τετράγωνο κάδρο, με μία εξαιρετική ηχητική μπάντα, ο ούγγρος σκηνοθέτης Λάσλο Νέμες δεν μας δείχνει στην πραγματικότητα τη φρίκη, μάς κάνει να την ακούμε και να τη φανταστούμε.

Η κάμερά του είναι στραμμένη στον πρωταγωνιστή του, τον Γκέζα Ρέρινγκ και στη φρενήρη προσπάθειά του να καταφέρει να πραγματοποιήσει τον στόχο του.

Σε έναν κόσμο όπου κάθε αίσθηση ανθρωπιάς έχει χαθεί, ο Σαούλ κρατιέται από την ελπίδα της αξιοπρέπειας του θανάτου. Ο Νέμες σε μεταφέρει στα βρώμικα υπόγεια του Άουσβιτς του 1944, στις άθλιες αίθουσες, έξω στη φύση. Δείχνει το πώς οι κρατούμενοι κρατιούνται από κάτι, δεν σταματά λεπτό, τρέχει τρέχει, μπαίνοντας μέσα στην κόλαση της Ιστορίας.

Και σου δίνει την αίσθηση του κλειστοφοβικού, του τρόμου, του θανάτου. Είτε γιατί ο Σαούλ δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τη δική του ζωή, αλλά ούτε και για τα σχέδια των συγκρατουμένων του να ξεφύγουν από τον θάνατο και τον τρόπο.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ο Νέμες παρουσιάζει διάφορες εθνικότητες να βιώνουν τη φρίκη του Άουσβιτς, ανάμεσά τους και τους Έλληνες. Ο Σαούλ συναντά έναν έλληνα ιερέα, ενώ σε μία σκηνή στους θαλάμους αερίων ακούγεται ένας τρομαγμένος έλληνας να προσεύχεται.

Δικαίως ο Νέμες «βγάζει» την ταινία του από το κλειστοφοβικό στρατόπεδο στα τελευταία πλάνα της ταινίας. Χωρίς να της αφήνει χρόνο να ξεκουραστεί, της δίνει την απαραίτητη «ελευθερία», κινούμενος σε ένα ύφος ουτοπικό, αλλά και απαραίτητο.

Τελικά να τη δω;

Οπωσδήποτε. Ένα σκληρό, αλλά πολύτιμο είδος σινεμά που μάς θυμίζει όσα δεν πρέπει να ξεχαστούν, παρασύροντάς μας στην ιστορία του.

Trivia: Η ταινία είναι γυρισμένη αποκλειστικά με φακό 40 mm.

Αγγελική Στελλάκη

Η πρώτη ταινία που είδε σε κινηματογραφική αίθουσα ήταν το Χορεύοντας με τους Λύκους. Κατά τη διάρκεια του οποίου διάβαζε Μίκι Μάους, σπάζοντας τα νεύρα όλων. Σε σινεφίλ μονοπάτια οδηγήθηκε όταν, κατά τη διάρκεια μοναχικών κινηματογραφικών βραδινών περιπλανήσεων, διαπίστωσε ότι νοιώθει μια παράξενη ευτυχία, κάθε φορά που τα φώτα χαμηλώνουν, ο ήχος του προτζέκτορα πλημμυρίζει το χώρο και μυρωδιά ποπ κορν ξεχύνεται στην αίθουσα.

http://cinepivates.gr/

Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης [3/5]

Το έργο αυτό, αποτέλεσε την έκπληξη του Φεστιβάλ Καννών, κερδίζοντας-μεταξύ άλλων-το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής. Έκπληξη, γιατί προέρχεται από πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, τον 38χρόνο Λάζλο Νέμες, ανιψιό και βοηθό του κορυφαίου εν ζωή Ούγγρου δημιουργού Μπέλα Ταρ. Εβραίοι συγγενείς του Νέμες, δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς, από επίλεκτους Εβραίους κρατούμενους, που εξαναγκάστηκαν από τους Γερμανούς, να κάνουν εντός του στρατοπέδου, τη βρώμικη δουλειά των ταγμάτων θανάτου- οι αποκαλούμενοι Σοντερκομμάντος-, μια ομάδα που κάποια στιγμή, εξεγέρθηκε κατά των Ναζί.

Ο Νέμες, χρησιμοποίησε δικά τους χειρόγραφα κείμενα, που είχαν κάποτε δημοσιευθεί, πλάθοντας μια φανταστική ιστορία, χρονικά προσδιορισμένη τον Οκτώβριο του 1944, με κεντρικό πρόσωπο τον Εβραίο Σόντερκομμάντο, ονόματι Σαούλ( τον ερμηνεύει ο Γκέζα Ρέριγκ), εργάτη σε θάλαμο αερίων, που ψαχουλεύει τα ρούχα των θυμάτων, καθαρίζει, στοιβάζει κορμιά, κατά τη μεταφορά τους στο κρεματόριο. Θα αναγνωρίσει κάπου εκεί, ένα παιδί, που αρχικά αναπνέει, αλλά μετά από λίγα λεπτά, πεθαίνει. Είναι ο γιος του, έτσι ισχυρίζεται ο Σαούλ και θα κάνει τα πάντα, για να του προσφέρει μια αξιοπρεπή ταφή, ψάχνοντας κρυφά από τους Γερμανούς, έναν κρατούμενο ραβίνο. Ο ραβίνος αυτός είναι ελληνικής καταγωγής.

Για 100 περίπου λεπτά, ο θεατής παρακολουθεί τις αέναες προσπάθειες του σκυφτού, σιωπηλού, υπερκινητικού, αλλά αποφασισμένου πρωταγωνιστή, να εκπληρώσει το σχέδιο του. Η κάμερα του Νέμες, δεν ξεκολλάει από πάνω του, ούτε ένα δευτερόλεπτο.

Τι ξεχωρίζουμε στο έργο αυτό.

Την εξαιρετικά δοσμένη τρομακτική κι αποκρουστική ατμόσφαιρα, μέσα κι έξω από το Άουσβιτς, τον τρόπο που ο Σαούλ παίζει με τη δική του ζωή, στην κόψη του ξυραφιού και μια αποπνικτική-κοντινή κινηματογράφηση, πάνω στον ήρωας μας, που κατά τη γνώμη μας, εδώ βρίσκεται η μαεστρία του Λάζλο Νέμες και η επιτυχία της ταινίας.

Όμως, θεωρούμε πως το έργο είναι υπερεκτιμημένο. Δεν θα συμφωνήσουμε με την άποψη, πως η ταινία αποφεύγει τις παγίδες της επαναλαμβανόμενης θεματολογίας, παρότι οι Ναζί και οι δολοφονίες, παραμένουν έξω από το πλάνο. Όπως και να το κάνουμε, είναι άλλη μία ταινία για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ολοκαύτωμα και τα δεινά του Ναζισμού, την κόλαση των στρατοπέδων εξόντωσης( Τι να πρωτοθυμηθούμε από ταινίες μέσα από το Άουσβιτς, «Λίστα του Σίντλερ», «Γκρίζα Ζώνη», «Νικώντας το Σκοτάδι»).

Το γεγονός πως τα κίνητρα του ήρωα μας, βγαίνουν στην επιφάνεια σχετικά γρήγορα, όπως και η κλονισμένη ψυχική του κατάσταση, τίποτα άλλο δεν δημιουργεί ιδιαίτερες προσδοκίες στο κοινό, για κάποιου είδους ανατροπή, ούτε σεναριακές διακλαδώσεις έχει, παρά μόνο ένα παιχνίδι, τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, που το βλέπουμε συχνά στη μεγάλη οθόνη. Τι ήθελε ο σκηνοθέτης να πετύχει, αποκαλύπτοντας, το πιο σημαντικό κομμάτι της υπόθεσης, από τον ίδιο τον τίτλο της; Ερώτηση χωρίς απάντηση.

Είναι βέβαια σημαντικό, που εξακολουθούν να γυρίζονται τέτοια έργα, όπως ο « Γιος του Σαούλ», για να θυμίζουν, πόσο κοντά έφτασε η ανθρωπότητα στο απόλυτο χάος, που πήγε να την οδηγήσει ο Χίτλερ.

http://screeneye.gr/

12/11/15

Ο γιος του Σαούλ (Saul fia / Son of Saul) – Review / Κριτική

Έχε το νου σου στο παιδί…

του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969)

Γενοκτονίας το ανάγνωσμα

Οι ταινίες με θέμα το Ολοκαύτωμα έχουν δημιουργήσει ουσιαστικά ένα δικό τους κινηματογραφικό (υπο)είδος. Κι όπως σε όλα τα κινηματογραφικά είδη, έτσι και στο συγκεκριμένο υπάρχουν καλές και κακές ταινίες. Υπάρχουν ταινίες που εκμεταλλεύονται το Ολοκαύτωμα για να παρουσιάσουν τη φρίκη σαν…πορνό ένα πράγμα και υπάρχουν ταινίες που αυτό που αφηγούνται είναι απλά συγκλονιστικό. Τους ενδιαφέρει να αφηγηθούν μια ιστορία, να δείξουν τη φρίκη αλλά να μην εγκλωβιστούν σ’ αυτήν, να μην μείνουν σ’ αυτήν, να μην την κάνουν «αξιοθέατο».

Το Son Of Saul είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο 38χρονος László Nemes. Ήταν βοηθός του Béla Tarr στην ταινία του τελευταίου «Ο άνθρωπος από το Λονδίνο» (2007). «Ο γιος του Σαούλ» έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών, κερδίζοντας το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής και το βραβείο της FIPRESCI. Για να δούμε πόσοι θα τη δουν στη χώρα μας. Στην προβολή της πάντως στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης η αίθουσα ήταν κατάμεστη και οι εντυπώσεις ήταν σίγουρα θετικές.

Η υπόθεση: Οκτώβριος 1944, στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς – Μπίρκεναου. Ο Ούγγρος Σαούλ Άουσλεντερ (σημείωση: Άουσλεντερ στα γερμανικά σημαίνει «αλλοδαπός») είναι μέλος της Ζόντερκομάντο, μιας ομάδας Εβραίων φυλακισμένων δηλαδή, διαλεγμένων από τους Ναζί προκειμένου να τους «βοηθήσουν» στα κρεματόρια στην εξολόθρευση των ομόθρησκών τους. Τα μέλη της Ζόντερκομάντο μετά από κάποιους μήνες «θητείας» οδηγούνταν με τη σειρά τους στα κρεματόρια για να πάρουν άλλοι Εβραίοι τη θέση τους κτλ, κτλ. Μια μέρα, καθώς εργάζεται σ’ ένα από τα κρεματόρια, ο Σαούλ ανακαλύπτει ένα παιδί που κατορθώνει να επιβιώσει από τα θανατηφόρα αέρια, για να θανατωθεί αργότερα από έναν γιατρό μπροστά στα ίδια του τα μάτια. Εκείνο το παιδί είναι ο γιος του Σαούλ έτσι υποστηρίζει τουλάχιστον ο ίδιος. Κι ενώ τα ηγετικά μέλη της Ζόντερκομαντο καταστρώνουν σχέδια για εξέγερση και δραπέτευση, ο Σαούλ αποφασίζει να εκτελέσει ένα απίθανο σχέδιο: να σώσει το σώμα του παιδιού από τις φλόγες, να βρει έναν ραβίνο για να πει την Καντίς – την επιμνημόσυνη προσευχή – και να θάψει το παιδί όπως του αρμόζει. Θα τα καταφέρει;

Η άποψή μας: Ο πόλεμος είναι μια φρίκη, όπως και να το δει κανείς. Το να γίνεσαι στόχος γενοκτονίας μεγαλώνει τη φρίκη. Το να παρατείνεις για λίγο καιρό τη ζωή σου συμμετέχοντας στην εφαρμογή της φρίκης, τη μεγιστοποιεί. Δεν το χωράει ανθρώπου νους: να οδηγείς συνανθρώπους σου στο θάνατο, καθώς εκείνοι δεν γνωρίζουν τι τους περιμένει ενώ εσύ ξέρεις. Να ψαχουλεύεις τα υπάρχοντά τους για να αρπάξεις κάποιο κόσμημα, χρήματα, ανταλλακτικές καπιταλιστικές αξίες. Να στοιβάζεις τα πτώματα, τα «κομμάτια» όπως τα αποκαλούν οι Ναζί, για να τα οδηγήσεις σε φούρνους. Να καίγονται άνθρωποι, δεκάδες άνθρωποι, εκατοντάδες άνθρωποι δίπλα σου κι εσύ να μην μπορείς να κάνεις τίποτε. Ίσα ίσα να έχεις συμμετάσχει κι εσύ χωρίς τη θέλησή σου στον αφανισμό τους. Να καθαρίζεις και να απολυμαίνεις τους χώρους της θηριωδίας. Κι όλο αυτό καθημερινά. Ρουτίνα! Από κάποια στιγμή και μετά απλά παύεις να αισθάνεσαι. Αποκόπτεσαι συναισθηματικά. Δεν σε παίρνει να σκέφτεσαι αυτό που γίνεται. Γιατί αν το σκεφτείς θα πεθάνεις από ντροπή. Θα πεθάνεις από αηδία.

Σε αυτό το πλαίσιο αναισθητοποίησης βρίσκεται ο Σαούλ. Κάνει τη «δουλειά» του μηχανικά, υπακούει σε εντολές, περιμένει να πεθάνει. «Είμαστε ήδη νεκροί» λέει κάποιος από τους συναδέλφους του στη Ζόντερκομάντο. Και ξαφνικά κάνει την εμφάνισή του το παιδί κι όλα αλλάζουν. Σαν να παίρνει νόημα η ζωή του Σαούλ. Σαν να θέλει να ξορκίσει αυτό που (του) συμβαίνει με την ταφή του παιδιού σύμφωνα με τη θρησκεία του. Το θεωρεί ηθική του υποχρέωση. Το μόνο ανθρώπινο που του έχει απομείνει είναι να θάψει αυτό το παιδί. Το παιδί του (;). Προκειμένου να το πετύχει δεν σταματάει πουθενά. Λέει ψέματα, συμμαχεί με τους εχθρούς, «πουλάει» τους δικούς του, παλεύει συνεχώς. Δεν θα ησυχάσει αν δεν πετύχει το στόχο του. Είναι η εμμονή του, ο λόγος ύπαρξής του: δεν τον ενδιαφέρει τίποτε πέρα από αυτό! Ο σκηνοθέτης όλο αυτό το παρουσιάζει με τον δέοντα τρόπο. Δεν υποκύπτει στους πειρασμούς του holocaust porn. Εκτός από τον κεντρικό ήρωα όλα είναι φλου: οι Γερμανοί, οι άλλοι κρατούμενοι, τα πτώματα. Μόνο ο Σαούλ συλλαμβάνεται από την κάμερα καθαρά, μόνο αυτός στο κέντρο της σκηνής. Αυτός και όσοι βρίσκονται γύρω του. Κατά πρόσωπο ή από πίσω, πλάτη. Με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια.

Δεν υπάρχει εύκολος εντυπωσιασμός – που λίγο απέχει από τη χυδαιότητα και την εκμετάλλευση του θέματος από τη μια. Και από την άλλη μπαίνουμε στη θέση του ήρωα (προφανώς δεν ταυτιζόμαστε μαζί του δεν μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί του) και βιώνουμε την κλειστοφοβία, την απουσία προσανατολισμού, την ηθική παραζάλη, την σχεδόν αποκτήνωση. Σφιχτά πλάνα πάνω στον πρωταγωνιστή λοιπόν από τη μια και… ηχητικό χάος από την άλλη! Η ηχητική μπάντα της ταινίας είναι από μόνη της ένα αριστούργημα. Συνεχής κακοφωνία, ήχοι, φωνές, κραυγές, οιμωγές από παντού αλλά δεν είναι φανερό από πού ακριβώς! Ο σκηνοθέτης μας βάζει μέσα στο στρατόπεδο και το πετυχαίνει αριστουργηματικά. Ο Σαούλ λίγο πριν το τέλος θα χαμογελάσει μοναδικό φως ελπίδας και θετικού συναισθήματος σε ολόκληρη την ταινία. Κι εκεί μπαίνει και ο απαραίτητος συμβολισμός. Τα παιδιά είναι η ελπίδα του κόσμου, σωστά; Μπορούν όμως, άθελά τους (;) να γίνουν και προπομποί φρίκης. Και προδότες. Οι ελπίδες διαψεύδονται. Όλα μάταια λοιπόν. Και ο κύκλος του αίματος μένει ανοιχτός αενάως. 

http://www.moviesltd.gr/

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: