Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων (1975) Σκηνοθεσία: Peter Weir | κριτικές, αναλυτική παρουσίαση

Picnic a Hanging Rock 1975++

Picnic at Hanging Rock (1975)

Ελληνικός Τίτλος: Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων

Κατηγορία: Δράμα, Μυστηρίου

Σκηνοθεσία: Peter Weir

Σενάριο: Joan Lindsay (Μυθιστόρημα), Cliff Green (Προσαρμογή Σεναρίου)

Πρωταγωνιστούν: Rachel Roberts, Helen Morse, Tony Llewellyn-Jones, Anne Louise Lambert, Dominic Guard

Φωτογραφία: Russell Boyd

Μοντάζ: Max Lemon

Χώρα Παραγωγής: Αυστραλία

Χρώμα: Έγχρωμη

Διάρκεια: 115 min

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΒΡΑΧΟΥ ΤΩΝ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΩΝ (Α΄ΚΥΚΛΟΣ) –
Α΄ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ στην ΕΡΤ 1

 

Το Μυστικό Του Βράχου των κρεμασμένων (1975) του Πίτερ Γουίαρ |
Κριτική Βασίλη Ραφαηλίδη 

picnic at hanging rock 1975+

Την 14η Φεβρουαρίου του 1900, ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, οι μαθήτριες ενός αριστοκρατικού, αυστηρά πουριτανικού, βικτοριανού κολεγίου που βρίσκεται σε μια πόλη της Αυστραλίας, πηγαίνουν εκδρομή στο Hanging Rock, ένα σύμπλεγμα απόκρημνων βράχων που έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας ηφαιστειογενών εκρήξεων. Οι βράχοι αυτοί προκαλούν δέος στους επισκέπτες τους, με την αλλόκοτη και τρομακτική τους όψη. Κατά τα άλλα όμως, το τοπίο γύρω τους είναι πανέμορφο, με πλούσια βλάστηση και πλήθος μικρόσωμων ζώων και ερπετών που κατοικούν στο φυσικό βασίλειό τους.

Το μεσημέρι, κατά την διάρκεια του πικ νικ στους πρόποδες των βράχων, κατά περίεργο τρόπο τα ρολόγια των εκδρομέων σταματούν με τους δείκτες τους να δείχνουν ακριβώς 12:00. Οι παρευρισκόμενοι αποδίδουν αυτό το παράξενο γεγονός στα ισχυρά μαγνητικά πεδία της περιοχής. Αμέσως μετά, παρά τις συμβουλές της αυστηρής διευθύντριας του κολεγίου που απέτρεπαν κάτι τέτοιο, τέσσερις από τις κοπέλες ξεκινούν για ν’ ανέβουν στο βράχο. Όσο προχωρούν, νιώθουν μια μυστηριακή έλξη να τις τραβάει όλο και πιο πολύ.

Σεμινάριο Πρακτικής Κινηματογράφου: Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής, Εικονοληψίας-Διεύθυνσης Φωτογραφίας και Μοντάζ:
Πρώτο Επίπεδο Αυτοτελές

Σεμινάριο Ιστορίας-Θεωρίας-Κριτικής Κινηματογράφου 2018

Κάποια στιγμή, μετά από αρκετή ώρα ανάβασης, η μία από αυτές, εξαντλημένη και φοβισμένη το σκάει ουρλιάζοντας, ενώ οι υπόλοιπες τρεις συνεχίζουν την περιπλάνησή τους μέχρι που εξαφανίζονται. Ίδια κατάληξη έχει και μία δασκάλα τους που τις ακολουθάει μετά από λίγο.

Όταν το ατυχές περιστατικό διαδίδεται, οι τοπικές Αρχές ερευνούν τα γεγονότα και τους χώρους της εξαφάνισης εξονυχιστικά, προσπαθώντας να εντοπίσουν τις τέσσερεις αγνοούμενες και να διαφωτίσουν το μυστήριο…

Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Αυστραλιανής Joan Lindsay, το «Picnic at Hanging Rock» το οποίο κυκλοφόρησε το 1967, είναι ένα δράμα μυστηρίου, σκηνοθετημένο από τον παγκοσμίως γνωστό σκηνοθέτη Peter Weir και ανήκει στις τρεις ταινίες που γύρισε ο Αυστραλός σκηνοθέτης στην αρχή της καριέρας του, όταν ζούσε ακόμα στην πατρίδα του, πριν την αναχώρησή του για την Αμερική και την συνέχιση της καριέρας του στο Χόλυγουντ.

Κατά τα λεγόμενα της συγγραφέως, τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο και κατ’ επέκταση στην ταινία, συνέβησαν πραγματικά στις αρχές του αιώνα, βορειοδυτικά της Μελβούρνης στη Βικτόρια της Αυστραλίας. Δημοσιογραφικές έρευνες που έγιναν μετά την προβολή της ταινίας βγήκαν άκαρπες, χωρίς να μπορέσουν να αποδείξουν απολύτως τίποτα σχετικά με αυτόν τον ισχυρισμό.

Η ταινία σημείωσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στην Αυστραλία και μόνο από τις εγχώριες προβολές απέφερε έσοδα 5.120.000 δολάρια, ενώ το κόστος παραγωγής της ήταν μόλις 443.000 δολάρια.

Υπήρξε η πρώτη (και ίσως σημαντικότερη μέχρι και σήμερα) Αυστραλιανή παραγωγή που βγήκε εκτός των συνόρων της, ενώ αποτελεί μία από τις ταινίες που σηματοδότησαν την απαρχή του “Νέου Αυστραλιανού Κύματος ”.

Από καλλιτεχνικής άποψης το «Picnic at Hanging Rock» είναι ένα τέλειο εικαστικό δημιούργημα. Οι εξωτερικές λήψεις άψογα φωτισμένες, δημιουργούν γεμάτες λυρισμό και ποίηση εικόνες, αποπνέοντας μια υπνωτική ατμόσφαιρα που σπάνια συναντά κανείς σε ταινία, με τα πλάνα της πανέμορφης Αυστραλιανής υπαίθρου να έχουν τον πρώτο λόγο. Σε πλήρη αντίθεση, τα σκοτεινά εσωτερικά πλάνα, με τους περισσότερους χαρακτήρες να είναι μελαγχολικοί, δημιουργούν μια κλειστοφοβική- πνιγηρή, παγανιστική ατμόσφαιρα μυστηρίου και θρίλερ. Όλα αυτά τα αταίριαστα μεταξύ τους στοιχεία έχουν σαν αποτέλεσμα μια ταινία με παραμυθένιο ύφος, που αναμιγνύει το δράμα και το σασπένς με την αστυνομική πλοκή.

Οι συμβολισμοί που με μοναδικό τρόπο, ο σκηνοθέτης Peter Weir, μας παρουσιάζει στην οθόνη είτε με τα πλάνα του είτε με τους διαλόγους του, είναι πάμπολλοι και αναφέρονται κυρίως στην νεανική ερωτική συμπεριφορά και την σεξουαλική αφύπνιση, στην καταπίεση της ερωτικής επιθυμίας, στην υποκρισία και τον πουριτανισμό της εποχής και στην σχέση της ανθρώπινης κουλτούρας με το φυσικό περιβάλλον.

Καθώς το μυστήριο ηθελημένα, δεν λύνεται ποτέ, οι ερμηνείες που δόθηκαν κατά καιρούς από πολλούς για το βασικό θέμα της ταινίας, είναι πολλές και ποικίλες, με σημαντικότερες αυτές που αναφέρουν ότι η εξαφάνιση των κοριτσιών σημαίνει την απομάκρυνσή τους από τη σεξουαλική καταπίεση και το πέρασμά τους στην ενηλικίωση, και αυτές που κάνουν λόγο για την φύση και πιο συγκεκριμένα την μυστικιστική της δύναμη, στην οποία ο ανθρώπινος πολιτισμός αποτελεί μία πρόσφατη και αδαής προσθήκη. Φυσικά υπάρχει και η κοινότυπη θεωρία του βιασμού και του ανθρώπινου εγκλήματος, αλλά αυτή είναι μια εκδοχή που υποβιβάζει αρκετά την γοητεία αυτού του υπέροχου αριστουργήματος.

Εκπληκτική είναι η τιμημένη με Βραβείο BAFTA και όχι μόνο, διεύθυνση φωτογραφίας του Russell Boyd, ενώ εξαιρετικό είναι και το soundtrack το οποίο περιέχει κλασικές συνθέσεις των Μπαχ, Μπετόβεν και Μότσαρτ, ενώ διάσημος Ρουμάνος φλαουτίστας Gheorghe Zamfir, αναπλάθει με την φλογέρα του δύο παραδοσιακά μουσικά θέματα της πατρίδας του, που το άκουσμά τους πραγματικά στοιχειώνει.

Τέλος, οι ερμηνείες των νέων ως επί το πλείστον ηθοποιών κρίνονται ικανοποιητικές, αλλά η καλύτερη ερμηνεία δίνεται από την Rachel Roberts, στον ρόλο της κυρίας Appleyard, της αυστηρής και ακραιφνώς πουριτανής διευθύντριας του κολεγίου.

Σήμερα το «Picnic at Hanging Rock» θεωρείται μια ταινία cult, με μεγάλο και φανατικό κοινό. Στο κινηματογραφικό site της IMDb έχει βαθμολογία 7,5/10 ενώ στο Rotten Tomatoes έχει 91% θετικές κριτικές και βαθμολογία 8,1/10.

http://thegreatestmoviesever.blogspot.com/

Ένα αριστούργημα από το 1975, ένα έργο μυστηρίου χωρίς να είναι ταινία μυστηρίου, με θέμα τη σεξουαλική υστερία χωρίς η υπόθεση να έχει να κάνει με σεξ ή με υστερία, μια μάχη ανάμεσα στον παλιό κόσμο των δοξασιών και στο μοντέρνο μυαλό που δεν μπορεί να χωρέσει την υπερβατική ύπαρξή τους.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ 12.6.2008 [5/5]

Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων ήταν το πρώτο δείγμα ρυθμού και δεξιοτεχνίας του Πίτερ Γουίαρ, που χειρίστηκε μια εξαφάνιση με ερωτηματικά που τελικά δεν έχουν σημασία μπροστά στα ερωτήματα που θέτουν για τους εμπλεκόμενους. Όπως σωστά παρατήρησε ο κριτικός Ρότζερ Ίμπερτ, θυμίζει την κρίσιμη καμπή από το Πέρασμα στην Ινδία (του Ντέιβιντ Λιν, που έπεται χρονολογικά), όπου η Τζούντι Ντέιβις χάνεται στις σπηλιές του Μαραμπάρ και αδυνατώντας να εξηγήσει την εμπειρία της, επικαλείται βιασμό. Τοποθετημένη το 1900 και ανακατεύοντας φαντασία με γεγονότα που πιθανώς συνέβησαν, η ταινία του Γουίαρ δεν εξηγεί ποτέ πώς, πού ακριβώς και γιατί εξαφανίστηκαν οι μαθήτριες που είχαν πάει για επίσκεψη σε έναν αρχαίο τόπο και δεν βρέθηκαν ποτέ. Σαν να άνοιξε η γη και να τις κατάπιε, η απουσία τους στοιχειώνει και το μυστήριο γκελάρει στους υπόλοιπους και απαλλάσσεται από τα περιττά νήματα της πλοκής. Κυκλοφορεί και σε DVD από την Criterion. Πηγή: www.lifo.gr

Το Μυστικό Του Βράχου Των Κρεμασμένων

Από τη μία πλευρά το γεωμετρικά αυστηρό χτίσμα της σχολής με τους δύσκαμπτους κανονισμούς, την ατσαλένια πειθαρχία και την καταπιεστική ατμόσφαιρα υπακοής. Από την άλλη πλευρά, ένα εξοχικό τοπίο μέσα στην έκστασή του, με τη βλάστησή σε πλήρη άνθηση και τον ζωηρό του μικρόκοσμο από έντομα και πουλιά σε διαρκή κίνηση.

Από τη μία πλευρά το γεωμετρικά αυστηρό χτίσμα της σχολής με τους δύσκαμπτους κανονισμούς, την ατσαλένια πειθαρχία και την καταπιεστική ατμόσφαιρα υπακοής. Από την άλλη πλευρά, ένα εξοχικό τοπίο μέσα στην έκστασή του, με τη βλάστησή σε πλήρη άνθηση και τον ζωηρό του μικρόκοσμο από έντομα και πουλιά σε διαρκή κίνηση. Κι ανάμεσά τους μια τάξη μαθητριών που ασφυκτιούν πίσω από τα σφιχτά, μακριά κοστούμια που τους έχει επιβληθεί να φορούν, καταμεσής ενός ζεστού μεσημεριού. Μια χούφτα κοριτσιών μέσα στον πυρετό της νιότης και της θηλυκότητάς τους, των πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων, με τα κάτασπρα φορέματά τους να δηλώνουν κάτι από την αθωότητά τους, την ακόμη ανέγγιχτη παρθενία τους. Τρία από τα κορίτσια αυτά απομακρύνονται για έναν περίπατο. Δεν θα γυρίσουν ποτέ.

Έχοντας αφουγκραστεί τα καλέσματα της παγανιστικής πλάσης με την οποία έρχονται σε επαφή και αποκρυπτογραφώντας τα πρωτόγνωρα μηνύματα που τηλεγραφούν τα κορμιά τους, αφήνονται να χαθούν μέσα της. Εγκαταλείποντας πίσω όσα επιχειρούν να καταστείλουν αυτά που δεν πρέπει να φυλακίζονται ποτέ. Αυτό το υπέροχο βάδισμα προς την ελευθερία, που επιτυγχάνεται μέσα από τη μυστηριακή συνωμοσία των σωμάτων με τη γη που πατούν και τον αέρα που αναπνέουν, διηγείται στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του ο Γουίαρ. Μια δήλωση ανεξαρτησίας από τις ευνουχιστικές κοινωνίες των πολιτισμένων ανθρώπων, τις απαγορεύσεις ενός κόσμου που δείχνει να αντιπαθεί και να εχθρεύεται τα αρχέγονα ένστικτα.

Προσεγγίζοντας την ιστορία του μέσα από μια ποιητική ματιά που αποδυναμώνει κάθε ορθολογική προσέγγιση, ο Αυστραλός σκηνοθέτης βουλιάζει τον θεατή σε μια ονειρική και ενίοτε αχρονική αφηγηματική δίνη, ζητώντας του να αντιμετωπίσει το φιλμ σε ένα καθαρά αλληγορικό επίπεδο. Μόνο εκεί, το συμβάν του βράχου παύει να αποτελεί ένα ανεπίλυτο μυστικό και γίνεται ένα θαυμαστό μυστήριο: πάνω στα αόρατα και απροσπέλαστα στη λογική περάσματα που σμίγουν τον άνθρωπο με την αιώνια και σοφή Φύση του.

Λουκάς Κατσίκας

http://www.elle.gr/

Οι κοπέλες που χάθηκαν μέσα στο όνειρο…

Δεν γνωρίζω τι απήχηση έχει στα αυτιά σας ο τίτλος Το Μυστικό (ή Πικνίκ όπως πρωτοπαίχτηκε) στο Βράχο των Κρεμασμένων, αλλά πρόκειται για μια πολύ σημαντική ταινία. Πρώτον είναι καλτ, έχοντας φανατικούς υποστηρικτές και δεν σας κρύβω πως είναι και αδυναμία δική μου. Δεύτερον είναι η πρώτη αυστραλιανή ταινία που ξεπέρασε τα στενά σύνορα της χώρας της και έκανε επιτυχία ανά τον πλανήτη. Τρίτον σημάδεψε την έναρξη του αυστραλιανού Νέου Κύματος, που εκτός από τον Peter Weir θα εκφραστεί και από τους Bruce Beresford, Fred Schepisi, Gillian Armstrong κ.α.

Η ταινία περιβάλλεται από ένα μαγικό πέπλο μυστηρίου. Στηρίζεται κατά πολύ στον παγανιστικό της υπαινιγμό και την έξαρση της φαντασίας που επιδιώκει ο σκηνοθέτης, χωρίς να δίνει ποτέ ουσιαστικά απαντήσεις. Η ταινία βασίστηκε σε ένα μυθιστόρημα της Joan Lindsey, γραμμένο το 1967. Η ίδια επισημαίνει σε αυτό, και ο Weir δεν θέλει να την αμφισβητήσει στην αρχή της ταινίας του, πως πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, που έλαβε χώρα το 1900, την σημαδιακή μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Η επιτυχία του βιβλίου, αλλά και της ταινίας αργότερα, ώθησε πολλούς δημοσιογράφους να αναζητήσουν την εγκυρότητα του θέματος και τα αποτελέσματα ήταν πως δεν είχε συμβεί ποτέ. Όμως η ίδια η Lindsey, προφανώς θέλοντας να διατηρήσει το έργο της μια μυθική υπόσταση, αρνούνταν συνεχώς κάτι τέτοιο, αρκούμενη μόνο να δηλώνει πως υπάρχουν και κάποια πλαστά σημεία. Μια συγγραφική απάτη, ή απλά ένας περίτεχνος τρόπος δημιουργίας ενός θρύλου, κάτι που πολλά χρόνια αργότερα σκέφτηκαν και οι δημιουργοί του The Blair Witch Project…

Όμως η ταινία έχει κάποια χαρίσματα, που δεν έχουν ανάγκη να στηριχτούν από τον μύθο της συγγραφέως, αλλά δημιουργούν τον αυτόνομο δικό τους. Το μυστήριο εξελίσσεται στα απότομα, ανηφορικά βράχια ενός λόφου. Τα βράχια αυτά συμβολίζουν τον αντρικό φαλό και κεντρίζουν το μάτι προς αυτήν την ερμηνεία, όταν οι ηρωίδες είναι αθώα, νεαρά (παρθένα) κορίτσια μιας, αυστηρών αρχών, σχολής θηλέων. Τρία κορίτσια και μια νεαρή δασκάλα θα εξαφανιστούν κάτω από ανεξήγητες συνθήκες και ακόμα πιο ανεξήγητα δεν θα βρεθούν ποτέ. Ο Weir θα το υπονοήσει ευθέως πως ο βράχος έχει μια φαλική, παγανιστική μαγεία που τραβάει την αγνότητα και την απορροφάει. Εμείς σαν θεατές μαχόμαστε με αυτήν την εκδοχή, αναζητώντας μια λογική λύση, ως το σημείο που θα αιχμαλωτιστούμε και εμείς από έναν ιδεατό Πάνα. Καθόλου τυχαία, υπάρχει επικέντρωση σε μια από τις μαθήτριες, όμορφη σαν «άγγελος του Μποτιτσέλι» και μοιραία μας φέρνει στην φαντασία τον βιασμό της Αφροδίτης. Όμως γιατί να αντιπαραβάλουμε την αρχαία ελληνική μυθολογία, όταν η Αυστραλία καλύπτεται έτσι κι αλλιώς από τόσους αρχαίους μύθους (δείτε και το Τελευταίο Κύμα του Peter Weir).

Η ταινία άφησε ιστορία και για την μουσική της, χωρίς κάποιος να γράψει ποτέ αυθεντική μουσική για αυτήν. Εκτός από την χρήση των Μπαχ, Μπετόβεν και Μότσαρντ, ο ρουμάνος φλαουτίστας Gheorghe Zamfir (κάποιοι θα τον ξέρουν για το Κάποτε στην Αμερική) αναπλάθει με την φλογέρα του πάνα (τυχαίο;) δύο παραδοσιακά μουσικά θέματα της πατρίδας του. Αυτά καταφέρνουν να εντείνουν, από μόνα τους, την ακραία εκδοχή της μαγικής φύσης της εξαφάνισης. Ακούγονται και σαν ύμνος στην βιασμένη αγνότητα, σαν τραγούδι προσέλκυσης του θηλυκού…

Κριτική Σύνοψη

Ετοιμαστείτε για ένα μαγικό δίωρο, που οι θρύλοι και η αρχαία μυσταγωγία συναντούν την τραγικότητα. Ο Peter Weir αγκαλιάζει με υπέροχο τρόπο το κλασικό βιβλίο της Joan Lindsey και του αποδίδει την διάσταση που του πρέπει, οπτικοποιώντας τον περιβόητο βράχο, ικανός να εμπνεύσει, από μόνος του, μια τέτοια ιστορία. Αφεθείτε εκεί που σας πάει η ταινία, αν και ακόμα και να αντισταθείτε, φοβάμαι πως θα νιώσετε ένα αόρατο τράβηγμα, τόσο από τις εικόνες ονείρωξης, όσο και από την «δαιμόνια» μουσική που ακούγεται. Το Μυστικό στο Βράχο των Κρεμασμένων είναι μια πολύ σημαντική ταινία και εύκολα προσεγγίσιμη και από το σύγχρονο νεανικό κοινό. Μόνο καλύτερα μην ετοιμαστείτε να πάρετε απαντήσεις, αλλά ανοίξτε τα μάτια και τα αυτιά για ένα άλυτο μυστήριο, ακόμα και αν αυτό δεν έλαβε χώρα ποτέ…

Η Βαθμολογία μου: [3,5/5]

Σταύρος Γανωτής

του Σταύρου Γανωτή stavros.ganotis@myfilm.gr

Βραβείο BAFTA 1977 καλύτερης φωτογραφίας

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΤΕΡ ΓΟΥΙΕΡ

Γεννημένος το 1944 στην Αυστραλία, παράτησε το πανεπιστήμιο για να δουλέψει στην εταιρεία του πατέρα του ως μεσίτης, ενώ στη συνέχεια έφυγε για ταξίδι στην Ευρώπη. Γυρίζοντας στη γενέτειρά του την Αυστραλία δούλεψε σε έναν τηλεοπτικό σταθμό και στον ελεύθερό του χρόνο γύριζε μικρού μήκους ταινίες. Το 1969 άρχισε να δουλεύει για το Commonwealth Film Unit ως βοηθός καμεραμάν και υπεύθυνος σκηνικών οπότε και είχε την ευκαιρία να γυρίσει ταινίες μικρού μήκους και πέντε χρόνια μετά να σκηνοθετήσει την πρώτη του μεγάλου μήκους. Πρόκειται για έναν πρωτοπόρο στο είδος του σκηνοθέτη, ο οποίος έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάδειξη του αυστραλιανού σινεμά, έχει προταθεί έξι φορές για Όσκαρ ενώ έχει διακριθεί στα περισσότερα Φεστιβάλ του κόσμου. Επιλεκτική φιλμογραφία: “Gallipoli” (1981), “The Year of Living Dangerously” (1982), “Witness” (1985), “The Mosquito Coast” (1986), “Dead Poets Society” (1989), “Green Card” (1989), “Fearless” (1993), “The Truman Show” (1998), “Master and Commander: The Far Side of the World” (2003).

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΕΣ

Ερμήνευε κατεξοχήν δυναμικές, σχεδόν αυταρχικές γυναίκες στο σινεμά ενώ αποφάσισε να αφαιρέσει μόνη της τη ζωή της σε ηλικία μόλις πενηντατριών ετών. Η αδικοχαμένη Ρέιτσελ Ρόμπερτς, είχε γεννηθεί στην Ουαλία το 1927 και ξεκίνησε σαν ηθοποιός θεάτρου στην αγγλική σκηνή. Έκανε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο το 1954 στην ταινία “The Weak and the Wicked”. Προτάθηκε για Όσκαρ το 1963 για την ερμηνεία της στην εκπληκτική ταινία του Λίντσεϊ Άντερσον “This Sporting Life” δίπλα στον Ρίτσαρντ Χάρις. Επιλεκτική φιλμογραφία: “Our Man in Havana” (1959), “Saturday Night and Sunday Morning” (1960), “O Lucky Man!” (1973), “Murder on the Orient Express” (1974), “Foul Play” (1978), “Yanks” (1979). Έχει κερδίσει τρεις φορές το βραβείο Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA) για την ερμηνεία της στο “Saturday Night and Sunday morning”, “This Sporting Life” και “Yanks” ενώ είχε προταθεί για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ερμηνείας το 1964 για την ερμηνεία της στο “This Sporting Life”.

Η Βίβιαν Γκρέι γεννήθηκε στη Βρετανία το 1924. Στη σύντομη καριέρα της είχε πολλές συμμετοχές σε τηλεοπτικές παραγωγές ενώ η κινηματογραφική της σταδιοδρομία περιλαμβάνει πέντε μεγάλου μήκους ταινίες.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Πρωτοεκδόθηκε το 1967 από τη συγγραφέα Τζόαν Λίντσεϊ, η οποία το έγραψε μέσα σε μία μέρα. Το βιβλίο έγινε τεράστια επιτυχία, λόγω της μυστηριώδους εξαφάνισης των κοριτσιών, η οποία δεν διαλευκάνθηκε ποτέ. Υπήρχαν διάφορες υποθέσεις για το τι απέγιναν τα κορίτσια, ενώ το 1980 εκδόθηκε και ένα σχετικό βιβλίο. H συγγραφέας στο αρχικό χειρόγραφο είχε αφιερώσει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη διαλεύκανση του μυστηρίου αλλά ο εκδότης του βιβλίου την προέτρεψε να μην το συμπεριλάβει στην πρώτη του έκδοση. Τελικά το βιβλίο εκδόθηκε ολοκληρωμένο το 1987. Η γραφή είναι τέτοια που πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία, κάτι το οποίο έχει αφήσει να εννοηθεί και η ίδια η Λίντσεϊ σε συνεντεύξεις της.

«Προσπαθήσαμε πάρα πολύ να δημιουργήσουμε μια ατμόσφαιρα υπνωτιστική, μέσα στις παραισθήσεις ώστε να χάνει ο θεατής την αίσθηση των γεγονότων και να παρασύρεται από τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα. Έκανα τα πάντα για να υπνωτίσω τους θεατές και να μην ασχολούνται με την λύση της ταινίας. » Πίτερ Γουίερ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: