Ρίτσαρντ Σένετ: Η τυραννία της οικειότητας | Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό | εκδόσεις Νεφέλη | αναλυτική παρουσίαση-κριτικές-video με τον Ρίτσαρντ Σένετ

μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας

επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

επιμέλεια σειράς: Παναγιώτης Κονδύλης

Νεφέλη, 1999

458 σελ.

ISBN 960-211-480-0, ISBN-13 978-960-211-480-3, [Κυκλοφορεί]

Τιμή € 25,44

Κοινωνιολογία 

Αξιολογώντας με ευαισθησία ένα πλήθος πηγών και παραδειγμάτων από τους τρεις τελευταίους αιώνες της ιστορίας του δυτικού πολιτισμού, ο Sennett ζητά να φωτίσει μιαν ουσιώδη στροφή: εκείνη που οδήγησε από την εναρμόνιση της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας στην σύγκρουσή τους και στη σημερινή πρόταξη του ιδιωτικού στοιχείου απέναντι στο δημόσιο ως συνέπεια του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άτομα. Η δημόσια σφαίρα ήταν ένας αυτονόητος χώρος εκδίπλωσης του ατόμου πέρα από τον στενό κύκλο της οικογένειας και των προσωπικών του φίλων· η επαφή με ξένους και συνάμα η απόσταση απ’ αυτούς, όπως την καθόριζαν κανόνες ευγενείας και συμπεριφοράς, αποτελούσε το φυσικό πεδίο ανάπτυξης δραστηριοτήτων, όχι απλώς επαγγελματικών, αλλά και πολιτισμικών, πολιτικών και κοινωνικών με την ευρύτερη έννοια. Η πρόταξη του προσωπικού και ιδιωτικού στοιχείου, συχνά υπό το πρόσχημα της αμεσότητας, γκρεμίζει ακριβώς τις λεπτές εκείνες αποστάσεις και συμβάσεις, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας. Ενώ φαίνεται να γκρεμίζονται τείχη, στην πραγματικότητα εγκαθιδρύεται η «τυραννία της οικειότητας», η ανελέητη πάλη των ναρκισσισμών – η ίδια η πολιτική βλέπεται υπό το πρίσμα ιδιωτικών και ψυχολογικών παραγόντων. Ο Sennett παρακολουθεί τη διαμόρφωση αυτών των φαινομένων, που συνιστούν την καθημερινή μας εμπειρία στις σύγχρονες δυτικές μαζικές δημοκρατίες, σε πολλές εκφάνσεις και διεργασίες ήδη από τον 19ο αι.: στη ζωή της πόλης και στην οικογένεια, στη μόδα και στην εμπορευματοποίηση, στην πολιτική ρητορική και στο θέατρο, στη λογοτεχνική κίνηση και στην αρχιτεκτονική.

Παυλόπουλος Προκόπης

Η τυραννία της οικειότητας

* Η οικειότητα γίνεται τόσο περισσότερο καταπιεστική όσο αγγίζει τα λεγόμενα «δημόσια πρόσωπα», των οποίων η κοινωνική παρουσία προσελκύει τα φώτα τής κάθε μορφής δημοσιότητας

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 06/05/2001

Με την πάροδο του χρόνου ολοένα και πιο συχνά ­ και όχι χωρίς κάποια, ιδιόμορφη είναι αλήθεια, «γεύση» νοσταλγίας ­ ανατρέχω ιδίως στον μεταξύ οικείων πληθυντικό, π.χ. του Γουσταύου Φλωμπέρ στη «Μαντάμ Μποβαρύ», του Λέοντος Τολστόι στην «Αννα Καρένινα» ή, εντελώς πιο πρόσφατα, του Μίλαν Κούντερα στη «Βραδύτητα».

Μπορεί στην εποχή μας, όπου το χάσμα ανάμεσα στα δικά της ήθη κι εκείνα των καιρών που προανέφερα βαθαίνει διαρκώς και με γεωμετρική, θαρρώ, πρόοδο, ένας τέτοιος πληθυντικός να παίρνει τις διαστάσεις του γραφικού ή, ακόμη, και του γελοίου. Πώς άραγε να ταιριάξει στη νοοτροπία μας μια λεκτική έκφραση που έγινε πια απολύτως συνώνυμη της τυπικής ιεραρχίας, της αποξένωσης και της ψυχικής διάστασης;

Κι όμως, π.χ., στον 18ο και τον 19ο αιώνα η σημασία ενός τέτοιου πληθυντικού δεν ήταν η ίδια μ’ αυτήν των ημερών μας. Δεν συμβόλιζε κατ’ ανάγκη το χάσμα. Απλώς χρησίμευε για να οριοθετήσει, σημειολογικά πάντα, τον δημόσιο από τον ιδιωτικό χώρο της προσωπικότητας. Διότι, τότε, ο ιδιωτικός αυτός χώρος έκλεινε μέσα του τα ιδιαίτερα και εξατομικευμένα εκείνα χαρακτηριστικά, με βάση τα οποία ο άνθρωπος αφενός υπερασπιζόταν τη διαφορετικότητά του και, αφετέρου, και κατ’ επέκταση, αμυνόταν εναντίον οιασδήποτε προσπάθειας εισβολής που ισοδυναμούσε με κατάλυση και ισοπέδωσή της.

Υπό τα δεδομένα αυτά σ’ εκείνους τους καιρούς η υπέρβαση του πληθυντικού και η μετάβαση στον ενικό δεν ήταν, κατ’ ανάγκη, μια απλή αλλαγή συμπεριφοράς. Επιτρέποντας, κατ’ εξαίρεση βεβαίως, στον άλλο να εισχωρήσει στα ενδότερα του ιδιωτικού του χώρου, καθένας μπορούσε να δώσει νόημα και έμφαση σε αισθήματα όπως η προσέγγιση, η εμπιστοσύνη, η φιλία, ο έρωτας. Ηταν μια γενναία παραχώρηση απαλλαγμένη από εκείνες τις συναισθηματικές πληθωριστικές πιέσεις, που καθιστούν, μοιραία, τις ανθρώπινες σχέσεις τυπικές, φευγαλέες, ανούσιες.

Και ακριβώς επειδή μια τέτοια ανθρώπινη προσέγγιση, μια τέτοια οικειότητα, έπαιρνε διαστάσεις πραγματικού ψυχικού δεσμού, π.χ. οι μετέπειτα αποστάσεις, οι προδομένες φιλίες και οι ανολοκλήρωτοι έρωτες ξέφευγαν, αντιστοίχως, από τα όρια του κοινωνικού «γεγονότος» για ν’ αγγίξουν ως και την ουσία του τραγικού.

Στις μέρες μας, βεβαίως, τα πράγματα έχουν αλλάξει ουσιωδώς. Η υφή του πολιτισμού μας, σχεδόν σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει μετακινήσει βίαια τα όρια ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα της προσωπικότητας. Και η υποχώρηση του πληθυντικού που προανέφερα έναντι του τρέχοντος πια ενικού προσδιορίζει, πάντα από σημειολογική έποψη, μιαν άλλη, πολύ διαφορετική, μορφή οικειότητας.

Κυρίως η ταχύτατη εξέλιξη της τεχνολογίας και η συνακόλουθη εντυπωσιακή σώρευση γνώσης κάνουν τον καταμερισμό εργασίας μεταξύ των μελών του κοινωνικού συνόλου ολοένα και πιο διεξοδικό. Σχεδόν λεπτομερειακό. Επωμιζόμενος όμως ο σύγχρονος άνθρωπος ένα μικρό ­ και συνεχώς μικρότερο ­ μέρος από το σύνολο της κοινωνικής παραγωγής και δημιουργίας έχει ανάγκη από τους συνανθρώπους του για να επιβιώσει. Η συνολική προσέγγιση της γνώσης, αυτό το μεγάλο προνόμιο των προσωκρατικών, φαντάζει στους καιρούς μας χίμαιρα. Και η αυτάρκης μικροκοινωνία, πολύ δε περισσότερο η αυτάρκης οικογένεια του παρελθόντος, συνιστά απλό ιστορικό δεδομένο.

Είναι ακριβώς αυτή η αδήριτη πύκνωση των ανθρώπινων σχέσεων που, σταδιακώς, συρρικνώνει για τον άνθρωπο το πεδίο του ιδιωτικού του χώρου. Και τούτο, σε συνδυασμό με την προϊούσα μείωση του κρατικού παρεμβατισμού και της αντίστοιχης κρατικής εποπτείας ­ που συνιστούν προϋπόθεση sine qua non για την ακώλυτη άσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του ­, καθιστά ιδιαίτερα ευχερή την παραβίαση αυτού του ιδιωτικού χώρου. Ετσι, συχνά υπό το πρόσχημα τής, αναγκαίας για την ολοκλήρωση του έργου που αναλογεί σε καθένα, επικοινωνίας, η διείσδυση στη σφαίρα του ιδιωτικού πεδίου δεν είναι πια γεγονός. Και σε συνδυασμό με τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, ιδίως δε σε συνδυασμό με τις άπειρες δυνατότητες των λεωφόρων του κυβερνοχώρου και των λοιπών ηλεκτρονικών μέσων μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης, η ιδιωτική σφαίρα του ανθρώπου καταρρέει.

Κάπως έτσι, στην εποχή μας, η οικειότητα δεν είναι πια προνόμιο που παραχωρεί κάποιος στον άλλο σε ένδειξη εκτίμησης ή αγάπης. Ο άνθρωπος, υπό όρους πραγματικής εισβολής, βιώνει τώρα, αντιθέτως, την «τυραννία της οικειότητας», για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο της περίφημης μελέτης του Ρίτσαρντ Σένετ. Της οικειότητας που γίνεται τόσο περισσότερο καταπιεστική όσο αγγίζει τα λεγόμενα «δημόσια πρόσωπα», των οποίων η κοινωνική παρουσία προσελκύει τα φώτα τής κάθε μορφής δημοσιότητας, αφού χωρίς αυτά τέτοια πρόσωπα είναι καταδικασμένα στην ασημαντότητα και την περιθωριοποίηση.

Περιορίζομαι ν’ αναφερθώ, εντελώς ενδεικτικά, στην οικειότητα του πολιτικού με τον δημοσιογράφο, ιδίως των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, και αντιστρόφως. Ή στην οικειότητα μεταξύ πολιτικών, ανεξαρτήτως του ιδεολογικού χώρου στον οποίο ανήκουν. Ή, τέλος, στην αγγλοσαξονικού τύπου οικειότητα μεταξύ συμμετεχόντων στα διεθνή fora, όπου και η πρώτη ακόμη συνάντηση επιβάλλει τον ενικό.

Καταλυτικός ενικός, επιτηδευμένη ειλικρίνεια, δεσποτική οικειότητα κυριαρχούν σήμερα σε πολλές πτυχές των κοινωνικών σχέσεων. Η αποδοχή τους και η μιθριδατική εξοικείωση με τις επιπτώσεις τους αιτιολογείται ως η αναπότρεπτη θυσία μας στον βωμό του πολιτισμού μας και των ανταλλαγμάτων που μας παρέχει, ή υποθέτουμε πως μας παρέχει. Στο μεταξύ, ο ιδιωτικός μας χώρος βλέπει τα τείχη που τον προστάτευαν παραδοσιακά να γκρεμίζονται, άλλοτε από τις «καταιγίδες» της επικοινωνίας και άλλοτε από τους «πολιορκητικούς κριούς» των πολύμορφων εξουσιών, που κάθε άλλο παρά εκπορεύονται μόνον από την παραδοσιακή φαρέτρα της κρατικής ισχύος.

Πράγμα διόλου παράξενο, διόλου αντιφατικό, αυτή η μεταλλαγμένη «οικειότητα», που δίνει συχνά την εντύπωση της κοινωνικής ουσίας η οποία «δένει» τους ανθρώπους, χαλκεύει τα δεσμά της απομόνωσής τους και τους μυεί στο «μυστήριο» της σύγχρονης ψυχοκτόνου μοναξιάς. Μιας μοναξιάς έναντι της οποίας μόνη μας άμυνα φαίνεται να είναι η επανασύνδεσή μας με κάποιες παραδοσιακές αξίες και σχέσεις, που τόσο γρήγορα και τόσο εύκολα θέσαμε στο περιθώριο του ψυχισμού μας. Καθώς και η καλλιέργεια μιας πνευματικότητας η οποία συμβαδίζει με την ολιστική αντίληψη του κόσμου και της κοινωνίας στα χνάρια του Ηράκλειτου και των επιγόνων του.

Ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος είναι κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

http://www.tovima.gr

Της Μαριας Κατσουνακη

H τυραννία της οικειότητας

15.01.2002

H γιγαντοαφίσα σε περίοπτη θέση της Παραλιακής, ενημερώνει για τις εμφανίσεις της γοητευτικής ποπ – σταρ τραγουδίστριας. Κάτω από την γκλόσι, ατσαλάκωτη φωτογραφία της, αναγράφεται το μικρό όνομα με μεγάλα ευδιάκριτα γράμματα και το επώνυμο με, εμφανώς, μικρότερα. Παρατηρώντας προσεκτικά τη φετινή εσοδεία στις λεωφόρους τις ψυχαγωγίας, διαπιστώνουμε ότι η εικόνα γενικεύεται. Τα μικρά ονόματα θριαμβεύουν ή, ακόμη, οι διαφημιζόμενοι είναι «αβάπτιστοι». Αρκεί η φωτογραφία τους, καθώς είναι πρόσωπα αναγνωρίσιμα από τους πάντες. Πριν ακόμη η ασφυκτική οικειότητα του «Big brother» καθιερώσει τη Δώρα, τη Νικόλ, τον Πρόδρομο, τη Μαίρη, τον Γιώργο, κ.ο.κ., ο δημόσιος βίος είχε καταληφθεί από μια γενικευμένη εγκαρδιότητα. Οι «επώνυμοι» έχουν προ πολλού απολέσει το επίθετό τους (μεταξύ τους δεν διανοούνται να χρησιμοποιήσουν την προσφώνηση ο κύριος ή η κυρία τάδε, έστω και αν συναντιούνται για πρώτη φορά), ο πληθυντικός έχει καταργηθεί ακόμη και στις δημόσιες συναλλαγές, το «εσύ» έχει αντικαταστήσει το «εσείς» με την ίδια ευκολία που το «εγώ» έχει απορροφήσει πλήρως το «εμείς».

Λες και όλοι συναποτελούμε μια μεγάλη παρέα φίλων και γνωστών, όπου ο ένας συμμετέχει στη ζωή του άλλου με αναταλλαγή επισκέψεων, σκέψεων, εμπειριών. Καταργείται έτσι -υποτίθεται- η απρόσωπη επικοινωνία του πληθυντικού μαζί και η απόσταση που τον χαρακτηρίζει και καλλιεργείται μια ατμόσφαιρα θέρμης, εμπιστοσύνης και ελεύθερης έκφρασης των αισθημάτων. Αυτή η επίθεση οικειότητας εξαπολύεται κυρίως από τα τηλεοπτικά κανάλια, τα οποία αναλαμβάνουν να παρουσιάσουν τους «επωνύμους» (συνωθώντας σε αυτήν την κατηγορία και εξομοιώνοντας με θαυμαστό τρόπο, πολιτικούς, καλλιτέχνες, επιστήμονες και διανοούμενους με διασκεδαστές και κοσμικούς) με καθημερινή «περιβολή». Ποιες είναι οι συνήθειές τους, τι τρώνε, ποια κατοικίδια προτιμούν, πώς διασκεδάζουν, πώς διαθέτουν τον ελεύθερο χρόνο τους και παράλληλα τι πιστεύουν για την παγκοσμιοποίηση, την τρομοκρατία, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η σύγχυση ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό ούτε νέα είναι -καταγράφεται ως σύμπτωμα από τον 19ο αιώνα- ούτε αθώα. Γράφει ο Ρίτσαρντ Σένετ στην εξαιρετική μελέτη του με τίτλο «H τυραννία της οικειότητας» (εκδ. «Νεφέλη»). «Στη μοντέρνα πολιτική θα ήταν αυτοκτονία για έναν ηγέτη να διακηρύξει: Ξεχάστε την ιδιωτική μου ζωή? αυτό που χρειάζεται να ξέρετε για μένα είναι το πόσο καλά ασκώ τη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία και σε τι ενέργειες προτίθεμαι να προβώ ως κυβέρνηση. Αντίθετα, συγκινούμαστε όταν ένας συντηρητικός Γάλλος πρόεδρος κάθεται να πάρει το δείπνο του με κάποια εργατική οικογένεια, έστω κι αν λίγες μέρες πριν, έχει αυξήσει τη φορολογία στους μισθούς των εργατών βιομηχανίας…». H πολιτική αξιοπιστία εκτιμάται από τις ιδιωτικές παραστάσεις.

Η κατάργηση «συνόρων» και αποστάσεων μας φέρνει -υποτίθεται- «πιο κοντά», μας καθιστά συνένοχους πολιτικών αποφάσεων αλλά και κριτές ιδεολογιών και τάσεων, κοινωνούς, έστω και εικονικών, απολαύσεων. Επί της ουσίας, όμως, γκρεμίζει τις λεπτές εκείνες συμβάσεις, τους κανόνες ευγενείας και συμπεριφοράς, που καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας και αποτελούσαν, πριν από την κατάλυσή τους, το φυσικό πεδίο ανάπτυξης πολιτισμικών, πολιτικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων.

«Πώς βλάπτεται η κοινωνία από την καθολική αποτίμηση της κοινωνικής πραγματικότητας με ψυχολογικούς όρους;», αναρωτιέται ο Σένετ. Και απαντά: «Αποστερείται την κοσμιότητά της». Ως κοσμιότητα ορίζεται «η προφύλαξη του καθενός από την επιβάρυνση με την προσωπικότητα των άλλων». «Πώς βλάπτεται η προσωπικότητα λόγω της αποξένωσής της από μια μεστή νοήματος απρόσωπη ζωή; Αποστερείται την έκφραση ορισμένων δημιουργικών ικανοτήτων -των ικανοτήτων του παιχνιδιού- οι οποίες όμως, για να πραγματωθούν, απαιτούν ένα περιβάλλον που να βρίσκεται σε απόσταση από το εγώ. Κατά συνέπεια, η κοινωνία της οικειότητας καθιστά το άτομο «ηθοποιό χωρίς τέχνη»».

Ομολογητική και βιωματική ποίηση, που συμπλέκει με ενάργεια την ατομική αγωνία για το μη αναστρέψιμο του θανάτου, με τη συλλογική μνήμη του χαμού των παιδιών και του Ολοκαυτώματος. Πεπρωμένο του ποιητή, που «σύντροφος τυμπανιστής / στις παράλληλες θάλασσες, αναδιφά τα συντρίμμια, ακούει το αχολόγημα του σαρκοφάγου νερού και με λέξεις παλεύει να αποτυπώσει την άβυσσο μέσα του και πέρα απ’ αυτόν. Δουλειά δύσκολη, αφού η μαρτυρία έπρεπε να ξεπεράσει τη μαρτυρία για να ξαναγεννηθεί ως ποίηση. Ποίηση ελληνική, σεμνά πλούσια, με θλίψη στιλπνή, πανανθρώπινη, αλλά και βαθύτατα εβραϊκή –«ορφανό της συναγωγής μου δέντρο / ποιος πεθαμένος έσπειρε / με χέρι ραγισμένο»/- όπου με ρεαλιστική ακρίβεια ζωντανεύουν ονειρικά οι μνήμες: «στην οδό Δούκα / δίπλα στην τριανταφυλλιά / η Ρόζα κατακόκκινη / κυνηγούσε τη Λεά / και εσύ Βικτώρια θα φώναζες / να βιαστούν για τη σουκά». Όπως ο Αλμπέρτος Ναρ στο «Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός» (εκδ. Νεφέλη), ιδιαίτερα στο κομμάτι που έχει τίτλο «Κατά Συνθήκην», ο Ιωσήφ Βεντούρας εκφράζει ένα όραμα πέρα από την οδύνη του Ολοκαυτώματος και την τύψη των ζωντανών. Είναι η στιγμή που η ανάσα των νεκρών γίνεται η ανάσα του μέλλοντος, όταν οι «μορφές που θα ‘ρθουν / ανάλαφρες και φτερωτές θα κατεβαίνουν… στην ίδια εκείνη θάλασσα / όπως τότε…».

http://www.kathimerini.gr/

30/08/2013

Ρίτσαρντ Σένετ, Η τυραννία της οικειότητας: Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, μετάφραση: Γιώργος Ν. Μέρτικας, επιμέλεια: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999, ISBN: 960-211-480-0.

Απόσπασμα από τη σελ. 66 του βιβλίου:

[Απόδειξη ή ευλογοφάνεια;]

Η λέξη «απόδειξη» κατέληξε στις εμπειρικές κοινωνικές σπουδές να έχει ένα ατυχές νόημα: καμμία άλλη εξήγηση δεν είναι εφικτή πέραν αυτής που προκύπτει ύστερα από μια δεδομένη διαδικασία έρευνας. Παλίνδρομες αναλύσεις, μέτρα του χί και του γάμμα, χρησιμοποιούνται πλέον σε ποσοτικές μελέτες προκειμένου να γίνει επιλογή μεταξύ εναλλακτικών ερμηνειών, κατασκευάζοντας μιάν ιεραρχία εξαιρέσεων. Οι ποιοτικές μελέτες συχνά κι εσφαλμένα πασχίζουν ν’ αποδείξουν επιχειρήματα με τον ίδιο τρόπο. Ο ερευνητής οφείλει να προσπαθεί να εξαντλήσει όλο το φάσμα γνωστών λεπτομερειών περί του αντικειμένου. Ειδάλλως ίσως να υφίστανται δεδομένα άγνωστα για τον ερευνητή τα οποία «αναιρούν» το επιχείρημα του. Σε μια κλίμακα αλήθειας στηριγμένη σε εξαιρέσεις, η αντίφαση λόγω της ανακάλυψης μιας νέας μαρτυρίας πρέπει να σημαίνει ακύρωση του αρχικού επιχειρήματος, γιατί πώς είναι δυνατόν δύο αντίθετες ερμηνείες του ίδιου αντικειμένου ν’ αληθεύουν εξίσου;

Αυτός ο εμπειρικισμός, βασιζόμενος σε αποκλεισμό μέσω εξάντλησης των μαρτυριών, αντιτίθεται σε κάθε πραγματική ιδέα πνευματικής ειλικρίνειας. Φθάνουμε στην πνευματική ειλικρίνεια αφού παραδεχθούμε, κυριολεκτικά, την πραγματικότητα της αντίφασης, και διαγράψουμε κάθε ελπίδα πως θα καταλήξουμε σε μια αμετάβλητη απόφανση. Ο κανόνας που ορίζει ότι πρέπει να εξαντλείται το θέμα είναι πρακτικά ιδιόμορφος φαίνεται να είναι συνδεδεμένος με μια προϊούσα μικρογράφηση της εστίας του ζητήματος, έτσι ώστε όσα περισσότερα «γνωρίζουμε» περί του θέματος, τόσο περισσότερες λεπτομέρειες γνωρίζουμε. Η αναισθητοποίηση της διάνοιας είναι το αναπόφευκτο προϊόν αυτής της μορφής απόδειξης, γιατί απαιτεί να μην γίνουν κρίσεις μέχρις ότου ληφθούν υπ’ όψιν όλα τα γεγονότα οψέποτε.

Στην ποιοτική έρευνα, η «απόδειξη», εάν πρέπει να χρησιμοποιούμε διόλου αυτήν τη φορτισμένη με ανησυχία λέξη, αποτελεί θέμα κατάδειξης μιας λογικής σχέσης ο ποιοτικός ερευνητής έχει αναλάβει το βάρος της ευλογοφάνειας. Έφθασα να πιστεύω ότι αυτό το βάρος είναι μεγαλύτερο και πιο άτεγκτο απ’ ό,τι οι δεσμεύσεις που νιώθει κάποιος ερευνητής αποκλείοντας μιαν εξήγηση χάριν μιας άλλης, ανεξάρτητα από την αντίστοιχη δύναμη λογικής συνοχής τους. Η εμπειρική ευλογοφάνεια αφορά την κατάδειξη της εμπειρικής συνάφειας ανάμεσα σε φαινόμενα τα οποία μπορούν να περιγραφούν συγκεκριμένα. […]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: