SONTAG SUSAN: Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ – Ο ΧΙΤΛΕΡ ΤΟΥ ΖΥΜΠΕΡΜΠΕΡΓΚ (ΔΥΟ ΔΟΚΙΜΙΑ)

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ – Ο ΧΙΤΛΕΡ ΤΟΥ ΖΥΜΠΕΡΜΠΕΡΓΚ (ΔΥΟ ΔΟΚΙΜΙΑ)

SONTAG SUSAN

i goiteia tou fasismou

Παρουσίαση

Τα δύο δοκίμια της Σούζαν Σόντακ που παρουσιάζουμε, ανήκουν στην ίδια θεματική περιοχή «τέχνη και φασισμός», το καθένα τους όμως με διαφορετικό τρόπο και από διαφορετική γωνία σκόπευσης. Έτσι, ενώ το δοκίμιο για το σπουδαίο και περιθωριοποιημένο κινηματογραφικό έργο του Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ υποβάλλει κάποιες πτυχές του προβλήματος της γερμανικής ενοχής όπως αυτό αντανακλάται στη συνείδηση ενός Γερμανού δημιουργού θρεμμένου με την ειρωνεία του Τόμας Μαν και του μπρεχτικά ανεστραμμένου Ριχάρδου Βάγκνερ, στο δοκίμιό της για τη Λένι Ρίφενσταλ, ξεκινώντας από ένα φωτογραφικό άλμπουμ που αναστιλβώνει την αμφίσημη γοητεία της εμβληματικής αυτής μορφής του γερμανικού κινηματογράφου της χιτλερικής περιόδου, αποδομεί όχι τόσο τη φασιστική ιδέα του κάλλους καθ’ εαυτήν όσο τον υστερογενή, μεταθανάτιο μύθο αυτού του κάλλους. Ό,τι στο πρώτο μέρος του δοκιμίου περιγράφεται ως η σαγήνη, η γοητεία του φασισμού, στο δεύτερο επισημαίνεται στην έκπτωσή του σε σκέτο κιτς. […] (Από την έκδοση)

Περιεχόμενα

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Ο ΧΙΤΛΕΡ ΤΟΥ ΖΥΜΠΕΡΜΠΕΡΓΚ

Λεπτομέρειες

Ξενόγλωσσος τίτλος FASCINATING FASCISM

Εκδότης ΥΨΙΛΟΝ / ΒΙΒΛΙΑ

Χρονολογία Έκδοσης Μάιος 2010

Αριθμός σελίδων 88

Διαστάσεις 21×13

Μετάφραση ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ

Συγγραφέας/Δημιουργός (Ελληνικά) ΣΟΝΤΑΓΚ ΣΟΥΖΑΝ

Το σέξι σκέλεθρο

Τoυ Δημοσθένη Κούρτοβικ | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 27/11/2010

Συγγραφέας, θεωρητικός της λογοτεχνίας, πολιτική ακτιβίστρια, πνεύμα ριζοσπαστικό, η Σούζαν Σόνταγκ (1933-2004) επισήμανε από το 1975 ότι το σεξουαλικό μυστικό της κουλτούρας μας δεν είναι το ερωτικό ξεφάντωμα αλλά ο σαδομαζοχισμός και εξήγησε γιατί ο φασισμός είναι σέξι. Απόδειξη, τα πλήθη των «πιστών» στο συνέδριο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη το 1934 (δεξιά), όπως συνέλαβε η Λένι Ρίφενσταλ στην ταινία της «Ο θρίαμβος της θέλησης»

Το σέξι σκέλεθρο

Δύο δοκίμια της Σούζαν Σόνταγκ που, αν και γράφτηκαν τη δεκαετία του 1970, είναι πολύ πιο επίκαιρα σήμερα. Γιατί άραγε ο φασισμός, δεκαετίες μετά τη συντριβή των καθεστώτων του και την αποκάλυψη των εγκλημάτων τους, εξασκεί γοητεία σε τόσους νέους ανθρώπους;

Ας το ομολογήσουμε, με όλη τη δέουσα ανησυχία: ο φασισμός είναι σέξι. ΄Οσο το πολιτικό μήνυμά του μεταμφιέζεται σε άλλα, πιο «λάιτ» ιδεολογικά σχήματα και τα ιστορικά εγκλήματά του ξεθωριάζουν στη συλλογική μνήμη τόσο τα διακοσμητικά στοιχεία του γίνονται ερωτικά φετίχ και η σκοτεινή αισθητική του εξασκεί έλξη σε πλήθος ανθρώπων, πολύ λίγοι από τους οποίους είναι πραγματικοί φασίστες.

Είναι παράδοξο ότι η ναζιστική Γερμανία, ένα καθεστώς καταπιεστικό (και) σεξουαλικά, έχει πλημμυρίσει σήμερα τον κόσμο με σεξουαλικά εμβλήματα, δημοφιλέστατα ιδίως στις σαδομαζοχιστικές κοινότητες, από τις στρατιωτικές στολές, τους σιδηρόσταυρους και τα περιβραχιόνια με τη σβάστικα ώς την υπερκόσμια ομορφιά των αγγέλων του θανάτου, των SS, που γίνεται σε ταινίες και κόμικς έκφραση ενός αμφιθυμικού ερωτισμού.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Η Σούζαν Σόνταγκ, στο πρώτο (και εκπληκτικό) από τα δύο δοκίμιά της για τη γοητεία του φασισμού, παρατηρεί ότι για όσους γεννήθηκαν μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1940 και μεγάλωσαν σφυροκοπημένοι από μια αδιάκοπη ρητορεία υπέρ ή κατά του κομμουνισμού, ο φασισμός αντιπροσωπεύει το εξωτερικό, το άγνωστο· έτσι, υπάρχει ανάμεσα στους νέους (το δοκίμιο γράφτηκε το 1975, αλλά όσα λέει ισχύουν ακόμα περισσότερο σήμερα) μια γενική έλξη προς το ανόσιο, το δαιμονικό, του οποίου κατ΄ εξοχήν ιστορική μορφή είναι ο ναζισμός. Η Σόνταγκ κάνει όμως και μια άλλη, συναφή παρατήρηση. Ενώ, λέει, τα αριστερά κινήματα τείνουν προς ένα ενιαίο φύλο και μια άφυλη εικονοποιία, τα δεξιά κινήματα και, ως ακραία εκδοχή τους, ο ναζισμός διεγείρουν τη σεξουαλική επιθυμία, όχι λόγω της στάσης τους απέναντι στη σεξουαλικότητα (στάσης που είναι πουριτανική) αλλά λόγω της συνάντησης της πολιτικής ιδεολογίας τους με τη φύση και τα όρια της σεξουαλικής φαντασίας: από τη μια η «θηλυκή», πρόθυμα υποταγμένη, εκστατική μάζα, από την άλλη το απόλυτο, κυρίαρχο αρσενικό, ο Ηγέτης, ο Φύρερ, ο Ντούτσε.

Η επίσημη τέχνη των κομμουνιστικών χωρών επιδίωκε ν΄ αναπτύξει μια ουτοπική ηθική. Αντίθετα, η επίσημη τέχνη του εθνικοσοσιαλισμού πρόβαλλε μια ουτοπική αισθητική: την αισθητική της σωματικής τελειότητας. Τα νιάτα, η αλκή, το σωματικό κάλλος έγιναν το μόνιμο και υποχρεωτικό μοτίβο αυτής της τέχνης. Τα ναζιστικά γυμνά έχουν κάτι το πορνογραφικό: αν και δεν αποσκοπούν στη σεξουαλική διέγερση, η εξωπραγματική τελειότητα των σωμάτων που απεικονίζουν είναι ίδια με αυτή που βλέπουμε σήμερα στις φωτογραφίες των ημιπορνογραφικών περιοδικών, αλλά και στις διαφημίσεις.

Την εποχή που γράφτηκε το δοκίμιο της Σόνταγκ, παρακολούθησα σε μια έκτακτη προβολή στη Γερμανία, όπου έκανα μεταπτυχιακές σπουδές, την ταινία της Λένι Ρίφενσταλ «Ο θρίαμβος της θέλησης» , της οποίας κάνει μνεία το δοκίμιο. Όπως είναι γνωστό, η ταινία αυτή είναι ένα ντοκιμαντέρ, πολύ επιδέξια σκηνοθετημένο (ουσιαστικά κατασκευή της πραγματικότητας), με θέμα το συνέδριο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη το 1934. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αναστάτωση της αριστερής συνείδησής μου μόλις τελείωσε η προβολή. Η απίστευτη χορογραφία των κινήσεων της μάζας, η αρμονική ροή των στρατιωτικών σχηματισμών που παρέλαυναν, οι μεθυστικές καταδύσεις και αναδύσεις της κάμερας στην απεικόνιση της επαφής του Φύρερ-θεού με τα πλήθη των διονυσιασμένων πιστών του, όλα αυτά μού προκάλεσαν κάτι που ελάχιστα απείχε από ερωτική έξαψη και για το οποίο ντρεπόμουν. Και, όπως διαπίστωσα, με παρόμοιο τρόπο είχαν ανταποκριθεί οι περισσότεροι συμφοιτητές και ομοϊδεάτες μου μέσα στην αίθουσα.

Ναι, ο φασισμός είναι σέξι, δυστυχώς. Και γίνεται ακόμα πιο σέξι στην εποχή μας, στην οποία, όπως σημειώνει προσφυέστατα η Σόνταγκ, το σεξουαλικό μυστικό της κουλτούρας μας δεν είναι το ερωτικό ξεφάντωμα αλλά- ο σαδομαζοχισμός. Η κοινωνία της αφθονίας ανακήρυξε κάθε τμήμα της ανθρώπινης ζωής σε ζήτημα επιλογής. Το σεξ έπαψε και αυτό να είναι μια φυσική δραστηριότητα κι έγινε «προτίμηση», «επιλογή». Αυτή όμως η ελευθερία στην επιλογή σεξουαλικής ταυτότητας κατάντησε καταπιεστική, ο ατομικισμός της (όπως και κάθε ατομικισμός) έφτασε στο σημείο να γίνει αφόρητος. Η μανία για τα ναζιστικά εμβλήματα και τις σαδομαζοχιστικές συνδηλώσεις τους είναι, λέει η Σόνταγκ, μια αντίδραση σ΄ αυτή την καταπιεστική ελευθερία, μια πρόβα του έργου της υποδούλωσης, που μπορεί να μη σημαίνει τον ενστερνισμό φασιστικών θεωριών, φανερώνει όμως μια νοσταλγία για τη διάλυση της ατομικότητας, που υπόσχονταν εκείνες.

Γενικά, το ανησυχητικό είναι ότι ο φασισμός σοφιλιάζει στη θηριώδη κοσμοθεωρία του ιδεώδη κι επιθυμίες με ανθεκτικότερη φύση, που βρίσκουν σήμερα έκφραση κάτω από άλλες σημαίες: το ιδεώδες της ζωής ως τέχνης, την αποθέωση της σωματικής ομορφιάς και της νεότητας, την απόρριψη της διανόησης, την άρση της αποξένωσης και της υπαρξιακής ανασφάλειας μέσα σε εκστατικά αισθήματα κοινότητας (μέσα στη «δημοκρατία της συγκίνησης», για την οποία έκανε λόγο ο Ανδρέας Πανταζόπουλος πριν από μερικά χρόνια). Και πολύ σωστά παρατηρεί η Σόνταγκ ότι η εξύμνηση της κοινότητας όχι μόνο δεν αποκλείει αλλά μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στην αναζήτηση της απολυταρχικής ηγεσίας, υπενθυμίζοντας τους τόσους και τόσους αντιεξουσιαστές νέους της δεκαετίας του 1960 που κατέληξαν να προσκυνούν διάφορους γκουρού και να δέχονται τη γελοιωδέστατη δεσποτική πειθαρχία που τους επέβαλλαν αυτοί. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα είναι ο Χίτλερ μετά τον Χίτλερ, αλλά και πριν από τον Χίτλερ. Αυτό είναι το θέμα της μνημειώδους ταινίαςΧίτλερ, μια ταινία από τη Γερμανία, που γύρισε ο Χανς Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ το 1978 και με την οποία ασχολείται το δεύτερο δοκίμιο της Σόνταγκ. Η Αμερικανίδα συγγραφέας αναλύει με ευρωπαϊκή φινέτσα την τεχνική αυτού του φιλμ και την όλη ποιητική του σκηνοθέτη του. Δεν χρειάζεται να μπούμε εδώ σε λεπτομέρειες. Θα κρατήσουμε το πιο βασικό: ο Χίτλερ είναι για τον Ζύμπερμπεργκ μια πρωτεϊκή αρχή του κακού, που διαποτίζει το παρόν και ανασηματοδοτεί το παρελθόν. Ο Ζύμπερμπεργκ χαράζει γενεαλογικές γραμμές που οδηγούν από τον ρομαντισμό στον Χίτλερ, από τον Βάγκνερ στον Χίτλερ, από τον Καλιγκάρι στον Χίτλερ, από το κιτς στον Χίτλερ, αλλά και από τον Χίτλερ στην πορνογραφία, από τον Χίτλερ στον άψυχο καταναλωτή της τότε Ομοσπονδιακής Γερμανίας, από τον Χίτλερ στους ωμούς καταναγκασμούς του καθεστώτος της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας. Ο Χίτλερ είναι η κορύφωση και μαζί η προδοσία του γερμανικού ρομαντισμού, η λογική συνέπεια και μαζί η ανατροπή των αρχών της νεωτερικότητας .

Μπορεί κανείς ν΄ αμφισβητήσει αυτές τις γενεαλογίες, και αυτό κάνει πράγματι η Σόνταγκ, ήπια και διακριτικά, σημειώνοντας ότι κινούνται μεταξύ αλήθειας και υπερβολής. Αλλά η ουσία είναι μία και τη διακρίνουμε σήμερα καθαρότερα απ΄ ό, τι την εποχή που γράφτηκαν τα δύο δοκίμια: ο Χίτλερ δεν τελείωσε με τον Χίτλερ. Με το φαινόμενο του φασισμού και του ναζισμού θα έχουμε λόγους να προβληματιζόμαστε για πολύ καιρό ακόμα. ΄Ισως ολοένα πιο επιτακτικά.

http://www.tanea.gr/

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Η γοητεία του φασισμού

Λένι Ρίφενσταλ: Λάτρης της ομορφιάς ή αποκρουστική προπαγανδίστρια;

Στο πρώτο από τα δύο της δοκίμια για τη γοητεία του φασισμού η Σούζαν Σόνταγκ ασχολείται με τη Λένι Ρίφενσταλ, εμβληματική μορφή του γερμανικού κινηματογράφου της χιτλερικής περιόδου. Στο λεύκωμα της Ρίφενσταλ «Οι τελευταίοι των Νούμπα», που περιέχει πάνω από εκατό φωτογραφίες των θεόμορφων ιθαγενών της Νουβίας, υπάρχει μια ανυπόγραφη εισαγωγή που ταυτίζει τη σκηνοθέτιδα με

μυθική φιγούρα μιας προπολεμικής κινημοταγραφίστριας μισοξεχασμένης από ένα έθνος που επέλεξε να εξαλείψει από τη μνήμη του μια περίοδο της ιστορίας του.

Πορφανώς το έθνος αυτό είναι η Γερμανία και η περίοδος της ιστορίας του είναι η περιόδος του ναζισμού. Η Σόνταγκ βρίσκει πως η εισαγωγή αποτελεί εξαιρετικό δείγμα προπαγανδιστικού λόγου και είναι ενδεικτική της παραπληροφόρησης που καλλιέργησε η Ρίφενσταλ γύρω από το όνομά της. Ο Jonas Mekas αναφέρει για την Ρίφενσταλ πως «αν είσαι ιδεαλιστής θα δεις ιδεαλισμό στις ταινίες της. Αν είσαι κλασικιστής θα δεις στις ταινίες της έναν ύμνο στον κλασικισμό. Κι αν είσαι ναζιστής θα δεις στις ταινίες της ναζισμό». Βέβαια, μια κινηματογραφίστρια-χαμαιλέων στην εποχή της ναζιστικής Γερμανίας δεν μπορεί είναι και τόσο αθώα. Το απολιτικό δεν έχει σε κάθε εποχή το ίδιο νόημα και δεν υπάρχει αμφιβολία πως το μεγαλύτερο μέρος του έργου της αποτελούσε ναζιστική προπαγάνδα.

Εξάλλου, είναι γνωστό πως η ίδια ήταν προσωπική φίλη του Χίτλερ, οι ταινίες της χρηματοδοτούνταν από τη ναζιστική κυβέρνηση και υπήρξε η μοναδική καλλιτέχνις που δεν λογοδοτούσε στο Υπουργείο του Γκαίμπλες. Τα περισσότερα από τα έργα της αναφέρονται στη δράση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και απεικονίζουν την ομορφιά της στρατιωτικής ζωής.

Σε συνέντευξή της στα Cahiers du Cinéma η Ρίφενσταλ ονομάζει τη δουλειά της cinéma-verité και δηλώνει πως εκεί «δεν υπάρχει μεροληπτικό σχόλιο για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει σχολιασμός. Πρόκεται για αφήγηση -για σκέτη αφήγηση». Λες και δεν γνωρίζουμε τι σκοπούς μπορεί να υπηρετήσει μια αφήγηση. Οι ταινίες επικαίρων αποτελούν τρανό παράδειγμα.

Η θεματολογία των ταινιών της είναι, άλλωστε, το πιο ισχυρό πειστήριο: Στο «Γαλάζιο φως» το βουνό γίνεται σύμβολο του υπέρτατα ωραίου και συνάμα επικίνδυνου, της μεγαλειώδους δύναμης που μπορεί να κατακτήσει ο άνθρωπος.

[…] η ορειβασία ήταν μια γλαφυρά οπτικοποιημένη μεταφορά της δίχως όρια επιδίωξης του μυστικού σκοπού, ωραίου και συνάμα τρομακτικού, ο οποίος έμελλε αργότερα να πάρει συγκεκριμένη μορφή στη λατρεία του Φύρερ.

Στη «Συγκέντρωση στη Νυρεμβέργη» δοξολογείται το πρώτο Συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Στον «Στρατό μας» υμνείται η στρατιωτική πειθαρχία. Στο «Ολύμπια» παρουσιάζονται οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1936, ενώ η «Δύναμη της θέλησης» -την οποία ο Χίτλερ εξήρε ως μοναδική και ασύγκριτη εξύμνηση του κινήματός του- παρουσιάζει το Συνέδριο του Κόμματος το 1934.

Ακόμη και η περίπτωση των Νούμπα υποτάσσεται σε όλους τους κανόνες και τα ιδεώδη του ναζισμού. Μπορεί να είναι μαύροι και όχι Άριοι, αλλά τα τέλεια σμιλεμένα και μυώδη κορμιά τους, όπως και το γεγονός ότι δεν έχουν καμία σχέση με τον πολιτισμό δεν είναι καθόλου τυχαία.

Αυτό που διακρίνει τη φασιστική εκδοχή της παλιάς ιδέας του ευγενούς αγρίου είναι η περιφρόνηση για οτιδήποτε έχει σχέση με τον στοχασμό, την κριτική, τον πλουραλισμό.

Με αφορμή όλα αυτά, η Σόνταγκ αναφέρεται γενικότερα στη φασιστική αισθητική και τον τρόπο με τον οποίο πραγματεύτηκε τη σχέση κυριαρχίας-υποδούλωσης, την εγωμανία και τη δουλικότητα.

Οι σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης παίρνουν τη μορφή μιας ορισμένης φαντασμαγορίας που χαρακτηρίζεται από τη μαζικοποίηση των ανθρώπινων ομάδων, τη μετατροπή των ανθρώπων σε πράγματα, την αναπαραγωγή ή ομοιοτυποποίηση των πραγμάτων και την ομαδοποίηση ανθρώπων και πραγμάτων γύρω από μια πανίσχυρη υπνωτιστική ηγετική φιγούρα ή δύναμη. Η φασιστική δραματουργία επικεντρώνεται στις οργιαστικές συναλλαγές μεταξύ ισχυρών δυνάμεων και των ανδρεικέλων τους που ομοιόμορφα ντυμένα παρουσιάζονται κατά ολοένα ογκούμενα κύματα. Η χορογραφία εναλλάσσεται ανάμεσα σε μιαν ακατάπαυστη κίνηση και σε μία παγωμένη, στατική «ανδρική» στάση. Η φασιστική τέχνη εξυμνεί την υποταγή, εκθειάζει τη βλακεία, μυθοποιεί τον θάνατο.

Στοιχεία όπως τα μεγαλειώδη άκαμπτα σχήματα, η τέχνη της γυμναστικής, η στρατιωτική ακρίβεια των κινήσεων σε κάθε χορογραφία μπορεί να συναντήσει κανείς και στην επίσημη τέχνη χωρών όπως η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα. Εκεί υπάρχει η επιδίωξη να ενισχυθεί μια ουτοπική ηθική, ενώ ο φασισμός επιδεικνύει μια ουτοπική αισθητική -αυτήν της σωματικής τελειότητας.

Η Σόνταγκ συνδέει ακόμη και τη βιομηχανία του «ανορθόδοξου σεξ» και του σκληρού πορνό με την αισθητική του φασισμού. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι ο Χίτλερ θεωρούσε την ηγεσία ως σεξουαλική κυριαρχία πάνω στις «θηλυκές μάζες», ως βιασμό. Ο σαδομαζοχισμός για παράδειγμα, μια ακραία έκφραση της σεξουαλικής εμπειρίας, τα τελευταία χρόνια προσαρτήθηκε στη ναζιστική συμβολική.

Ωστόσο, το σημαντικότερο για τη Σόνταγκ είναι να κατανοήσει ο σύγχρονος άνθρωπος πως εθνικοσοσιαλισμός δε σημαίνει μόνο κτηνωδία και τρόμο, αλλά και πολλά άλλα πράγματα, ενδεχομένως πιο δυσδιάκριτα και πολύ επικίνδυνα.

Ο εθνικοσοσιαλισμός -και γενικότερα ο φασισμός- σημαίνει επίσης και ένα ιδεώδες ή μάλλον κάποια ιδεώδη που επιβιώνουν σήμερα κάτω από άλλες σημαίες: το ιδεώδες της ζωής και της τέχνης, η λατρεία της ομορφιάς, ο φετιχισμός του θάρρους, η διάλυση της αποξένωσης σε εκστατικά αισθήματα κοινότητας· η απόρριψη της διανόησης· η ανδροκρατική οικογένεια.

***

Susan Sontag, Η γοητεία του φασισμού (μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος), Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2010.

http://odaimontislogotexnias.blogspot.com/

05 Ιουνίου 2014 susan sontag η γοητεία του φασισμού. δυο δοκίμια

Διατηρώ ιδιαίτερα ζωντανό στη μνήμη μου το ντοκιμαντέρ για την Λένι Ρίφενσταλ που παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την χρονιά που κυκλοφόρησε [Ray Mueller – Die Macht der Bilder, 1993]. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το τελευταίο μέρος, που αφορούσε τα ενδιαφέροντα της σκηνοθέτιδας του ναζισμού σε όψιμη ηλικία: την φωτογράφιση του υποβρύχιου κόσμου κι ενός «πρωτόγονου» αφρικανικού λαού. Ακριβώς από το λεύκωμα για τους τελευταίους εκκινεί η Sontag στο πρώτο της δοκίμιο, από το βιβλίο της Λένι Ρίφενσταλ Οι τελευταίοι των Νούμπα, που περιλαμβάνει φωτογραφίες των σημερινών κατοίκων της αρχαίας Νουβίας.

H Sontag εκπλήσσεται με την εισαγωγή του βιβλίου της Ρίφενσταλ, όπου αναφέρεται ως «μια μυθική προπολεμική κινηματογραφίστρια μισοξεχασμένη από ένα έθνος που επέλεξε να εξαλείψει από τη μνήμη του μια περίοδο της ιστορίας του» – ένας ιδιαίτερα ντροπαλός υπαινιγμός σχετικά με την Γερμανία και το Τρίτο Ράιχ· στο δε κυρίως κείμενο η δεκαετία του ’30 χαρακτηρίζεται ως … «τραυματική και κρίσιμη» και γενικώς επιχειρείται για άλλη μια φορά η λεύκανση του παρελθόντος της Ρίφενσταλ. Μόνο που το μεγαλύτερο μέρος του έργου της έχει ορθώς χαρακτηριστεί ως ναζιστική προπαγάνδα· οι τέσσερις από τις έξι ταινίες που γύρισε ήταν ντοκυμανταίρ που παρήγγειλε και χρηματοδότησε η ναζιστική κυβέρνηση (για κομματικά συνέδρια, για την Βέρμαχτ ή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες)· υπήρξε φίλη και σύντροφος του Χίτλερ, φίλη του Γκαίμπελς και η μόνη μεταξύ των Γερμανών κινηματογραφιστών που δεν υποχρεωνόταν να λογοδοτεί στην υπηρεσία Κινηματογράφου. Τι συμβαίνει λοιπόν;

H έκδοση της Ρίφενσταλ συνοψίζει τη βασική γραμμή της αυτοθυματοποίησης που μηχανεύτηκε η ίδια κατά τη δεκαετία του ’50: αποκάλεσε τη δουλειά της κινηματογράφο αλήθεια [cinéma – verité] και τόνιζε πως πρόκειται για σκέτη αφήγηση. Ξεχνούσε βέβαια το γεγονός πως στις περίφημες κινηματογραφήσεις της, ιδίως στον Θρίαμβο της θέλησης η εικόνα δεν είναι απλώς η καταγραφή της πραγματικότητας αλλά τελικά η εκτοπισμός της πραγματικότητας από την εικόνα· πως και οι τέσσερις ταινίες της κατά παραγγελία των ναζί δοξολογούν την αναγέννηση του σώματος και της κοινότητας δια μέσου της λατρείας ενός ακαταμάχητου ηγέτη. Οι υπερασπιστές της αργότερα εστίασαν στην ιδέα του κάλλους, τονίζοντας ότι η Ρίφενσταλ ενδιαφερόταν πάντοτε για την ομορφιά. Κι έτσι οι τελευταίοι της Νουβίας είναι το έσχατο αναγκαίο βήμα στην αποκατάστασή της: είναι το τελικό ξαναγράψιμο του παρελθόντος.

Αλλά και εδώ, τόσο οι φωτογραφίες όσο και το κείμενο αποτελούν ολοφάνερη συνέχεια του ναζιστικού της έργου. Οι πρωτόγονοί της Ρίφενσταλ περιμένουν την τελική δοκιμασία της υπερήφανης, ηρωικής κοινότητάς τους. Εξυμνείται μια κοινωνία στην οποία η επίδειξη σωματικής επιδεξιότητας (στις δοκιμασίες των αγώνων πάλης) και η νίκη του ισχυρότερου συνιστούν τα ενοποιητικά σύμβολα μιας κοινοτικής κουλτούρας. Τον ρόλο του «διαφθορέα» δεν τον παίζουν πλέον οι Εβραίοι αλλά ο ίδιος ο «πολιτισμός». Οι γυναίκες φυσικά αποκλείονται από όλες τις επίσημες λειτουργίες και περιορίζονται στον ρόλο της τροφού και της βοηθού. Παραδόξως αποσιωπάται ο εμφύλιος πόλεμος που κατασπάραξε το συγκεκριμένο τμήμα του Σουδάν επί δώδεκα χρόνια καθώς αυτό που την ενδιαφέρει είναι ο μύθος και όχι η ιστορία.

Αυτό που διακρίνει τη φασιστική εκδοχή της παλιάς ιδέας του ευγενούς αγρίου είναι η περιφρόνηση για οτιδήποτε έχει σχέση με τον στοχασμό, την κριτική, τον πλουραλισμό. Στον αντίποδα προτείνεται η συνεχής ενασχόληση με καταστάσεις αυτοκυριαρχίας, υποτακτικής συμπεριφοράς, ακραίας προσπάθειας και αντοχής στη σωματική καταπόνηση και υιοθετούνται δυο φαινομενικά αντίθετες στάσεις: η εγωμανία και η δουλικότητα.

Οι σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης παίρνουν τη μορφή μιας ορισμένης φαντασμαγορίας που χαρακτηρίζεται από τη μαζικοποίηση των ανθρώπινων ομάδων […] γύρω από μια πανίσχυρη υπνωτιστική ηγετική φιγούρα ή δύναμη. Η φασιστική δραματουργία επικεντρώνεται στις οργιαστικές συναλλαγές μεταξύ ισχυρών δυνάμεων και των ανδρεικέλων τους που ομοιόμορφα ντυμένα παρουσιάζονται κατά ολοένα ογκούμενα κύματα. […] Η φασιστική τέχνη εξυμνεί την υποταγή, εκθειάζει τη βλακεία, μυθοποιεί τον θάνατο. [σ. 29]

Τα χαρακτηριστικά της φασιστικής τέχνης προφανώς αναπαράγονται στην επίσημη τέχνη των κομμουνιστικών χωρών· κοινή είναι η αντίληψη όλων των ολοκληρωτικών καθεστώτων ότι η τέχνη έχει ως λειτουργία να «απαθανατίζει» τους ηγέτες τους και τα δόγματά τους. Αλλά υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές: ο κομμουνισμός τονίζει τον ρεαλισμό, ενώ ο φασισμός τον απορρίπτει εν ονόματι του ιδεαλισμού· πολύ περισσότερο, η τέχνη του πρώτου ενισχύει μια ουτοπική ηθική, ενώ του δεύτερου μια ουτοπική αισθητική. Η κομμουνιστική τέχνη χαρακτηρίζεται από μια άφυλη αγνότητα ενώ η ναζιστική εμφανίζεται ως φιλήδονη.

Ακριβώς σε αυτό το στοιχείο εστιάζει η Σόντακ στο δεύτερο μέρος του πρώτου δοκιμίου, που αφορά το βιβλίο Εμβλήματα των SS. Η φαντασίωση σχετικά με τις στολές (που υποδηλώνουν την κοινότητα, την τάξη, την ταυτότητα, την νόμιμη άσκηση βίας) και πολύ περισσότερο οι ίδιες οι φωτογραφίες των στολών εκφράζουν την σεξουαλική φαντασίωση της νομιμότητας της βίας, του δικαιώματος να ασκεί κανείς ολοκληρωτική εξουσία πάνω στους άλλους και να τους μεταχειρίζεται ως κατώτερους.

Όταν το μήνυμα του φασισμού ουδετεροποιείται από μια αισθητική θεώρηση της ζωής, τα διάφορα διακοσμητικά μπιχλιμπίδια αποκτούν σεξουαλικό χαρακτήρα. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε αυτή την ερωτικοποίηση του φασισμού σε συναρπαστικές και εκ βαθέων αποκαλύψεις όπως είναι Οι εξομολογήσεις μιας μάσκας και το Ήλιος και ατσάλι του Μισίμα και σε ταινίες όπως το Scorpio Rising του Kenneth Anger καθώς και στις πιο πρόσφατες και λιγότερο σημαντικές Οι καταραμένοι του Βισκόντι και Ο θυρωρός της νύχτας της Καβάνι. [σ. 40]

Διόλου τυχαία στην πορνογραφία (λογοτεχνία, κινηματογράφο, εξαρτήματα) τα SS παραπέμπουν σε ακραίες περιοχές της σεξουαλικής εμπειρίας. Ουδέποτε πριν αισθητικοποιήθηκε τόσο συνειδητά η σχέση Κυρίου και Δούλου. Ο ίδιος ο Ζενέ είχε γράψει πως «ο φασισμός είναι θέατρο» και μας έδωσε στο μυθιστόρημά του Νεκρικές τελετές ένα από τα πρώτα κείμενα που παρουσιάζουν την ερωτική γοητεία του φασισμού πάνω σε κάποιον με φασίστα. Ακόμα και ο Σαρτρ στο μυθιστόρημα Ο θάνατος μέσα στην ψυχή είχε περιγράψει την αίσθηση της ψυχικής και σωματικής παράδοσης ενός χαρακτήρα του τη στιγμή που έμπαιναν οι ναζί στο Παρίσι.

Το δεύτερο δοκίμιο αφορά την ταινία του Χανς Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ Χίλτερ, μια ταινία από τη Γερμανία, μια ταινία που για την Σόντακ δημιουργεί φόβο λόγω της ακρότητας του επιτεύγματος και αντιφατικά συναισθήματα. Πρόκειται για ένα θέαμα με θέμα το θέαμα, με μια ποικιλία θεατρικό αφηγηματικών ειδών (παραμύθι, τσίρκο, θέατρο ηθών, σκηνική αλληγορία, μαγική τελετή, φιλοσοφικό διάλογο), μια επτάωρη φαντασματική ταινία, στοιχειωμένη από πρότυπα (Μελιές, Αιζενστάιν) και αντιπρότυπα (Ρίφενσταλ, Χόλιγουντ), από τον γερμανικό Ρομαντισμό, τον Μπρεχτ και τον Βάγκνερ και ιδίως την φαντασμαγορία τη στοχαστική αισθητική φόρμα που προτιμούσε ο τελευταίος.

Εδώ ο σκηνικός χώρος έχει πολλαπλές χρήσεις: χώρος περισυλλογής, θεατρικής υποβολής, εμβλημάτων, μελαγχολίας, ηθικής Κρίσης και ερημότοπος θανάτου, όπου οι αναστοχαζόμενοι ηθοποιοί απαγγέλλουν καταλόγους, διατυπώνουν κρίσεις, θέτουν ερωτήματα, αναλαμβάνουν ρόλους, Μπορεί άραγε αυτό το μεταθέαμα να κατανοήσει και να ξορκίσει το παρελθόν, πράγμα που αποτελούσε τη μέγιστη ηθική φιλοδοξία του σκηνοθέτη; Η Σόντακ σαγηνεύτηκε από το κινηματογραφικό αυτό αριστούργημα αλλά είναι βέβαιη πως το παρελθόν δεν ξεγράφεται.

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, 2010, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, σελ. 84 [Fascintating Fascism, The New York Review of Books, 6.12.1975, Syberberg’s Hitler, The New York Review of Books, 21.2.1980].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 157.

https://pandoxeio.com/

Η ναζιστική χορογραφία

Από τον ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Τα περίφημα δοκίμια της Σούζαν Ζόντακ για τη Λένι Ρίφενσταλ και τον ναζιστικό κινηματογράφο κυκλοφορούν στα ελληνικά: «Η γοητεία του φασισμού»

Γιατί οι ναζί, που έπνιξαν την Ευρώπη στο αίμα, φτάνοντας μέχρι το Ολοκαύτωμα, κατάφεραν να σαγηνέψουν τις μάζες; Γιατί οι Γερμανοί κατέληξαν να παραληρούν μπροστά στον Χίτλερ, μαγεμένοι από το υπέρλαμπρο πολιτικό σκηνικό (τα συνέδρια του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος) ή το ρωμαλέο πολιτικό θέαμα (οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο), που τους προσέφερε αφειδώς το καθεστώς; Και για ποιον λόγο άρχισαν οι άνθρωποι πολλά χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να έλκονται από τις στολές των SS, που έγιναν αίφνης ένα εξαιρετικά επιτυχημένο εμπορικό σήμα;

Το ζήτημα έχει τεθεί κατ’ επανάληψη και η ανάδειξή του στο προσκήνιο οφείλει πολλά στη Σούζαν Ζόντακ (1933-2004), που ήδη από τη δεκαετία του 1970 έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους: οι ναζί παγίδεψαν τους συγχρόνους τους αλλά και τους επιγόνους τους γιατί εξύμνησαν τη λατρεία της ομορφιάς και το ιδεώδες της ζωής ως τέχνης, απελευθερώνοντας τη σεξουαλικότητα του σαδομαζοχισμού και μεταμορφώνοντας την εξουσία σε θεατρική παράσταση.

Προκειμένου να εξηγήσει τη γοητεία του φασισμού η Ζόντακ θα επικαλεστεί δύο μεγάλα κινηματογραφικά παραδείγματα: τη Λένι Ρίφενσταλ, που έφτιαξε με τις εικόνες της τη δεκαετία του 1930 μια «τέλεια χορογραφία» για τους ναζί (ένα μείγμα ρομαντισμού και κοινοτιστικής ιδεολογίας), και τον Γιούργκεν Ζίμπερμπεργκ, που ταίριαξε με την ταινία του για τον Χίτλερ στη δεκαετία του 1970 την υψηλή αισθητική και το κιτς (από το μπαρόκ και το κουκλοθέατρο μέχρι τον Βάγκνερ και τον Μπρεχτ), περιπαίζοντας έως θανάτου το στόχο του.

Τα δοκίμια της Ζόντακ για τη Ρίφενσταλ και τον Ζίμπερμπεργκ (γραμμένα το 1975 και το 1980 αντίστοιχα και ενταγμένα στον τόμο δοκιμίων της «The Sign of Saturn») κυκλοφορούν τώρα στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Υψιλον», σε πολύ καλή μετάφραση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, δείχνοντας πόσο προσεκτικοί οφείλουμε να είμαστε απέναντι στο ζήτημα της ομορφιάς.

Χοάνη μέσα στην οποία η ζωή μπορεί να γίνει χίλια κομμάτια, η ομορφιά θα κρύψει στις ταινίες της Ρίφενσταλ το ρατσιστικό της δέρμα (η «τέλεια χορογραφία» θα αποκλείσει αδίστακτα όσους δεν είναι σε θέση να την εκτελέσουν), προκαλώντας απανωτά κύματα λατρείας, που θα φτάσουν μέχρι τις ημέρες μας για να συνδεθούν με τα πιο διαφορετικά ιδεολογήματα: από τη δεσποτική πειθαρχία που επιβάλλουν στους οπαδούς τους οι διάφοροι γκουρού μέχρι τα λυτρωτικά οράματα του πρωτογονισμού και του αποκρυφισμού. Ο Ζίμπερμπεργκ, αντίθετα, θα σοκάρει τον θεατή με το εξωφρενικό μωσαϊκό του, απογυμνώνοντας τον τυραννικό χαρακτήρα της ομορφιάς από κάθε του πρόσχημα. Η συζήτηση δεν έχει ασφαλώς τελειώσει. Ίσως μόλις τώρα ξαναρχίζει.

http://www.enet.gr

Από τον Φώτη Τερζάκη

Susan Sontag

Η γοητεία του φασισμού. Δύο δοκίμια

μτφρ.: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

εκδόσεις Ύψιλον, σ. 88, ευρώ 10

Το πνεύμα ως πάθος. Δύο δοκίμια για τον Αρτώ και τον Κανέττι

εκδόσεις Ύψιλον, σ. 101, ευρώ 11

Το 2004 τυχαίνει όμως να είναι και η χρονιά που πέθανε η Susan Sondag. Κατά ευτυχή σύμπτωση, την ίδια τούτη περίοδο κυκλοφόρησαν, και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, δύο μικροί τόμοι με δοκίμιά της που επέλεξε και μετέφρασε ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεν είναι η πρώτη φορά που μεταφράζεται Susan Sondag στα ελληνικά· μας δίνουν ωστόσο ακόμη μια ευκαιρία να θαυμάσουμε το δαιμόνιο πνεύμα αυτής της ανήσυχης διανοούμενης που μοίρασε τη ζωή της ανάμεσα στην ακαδημαϊκή διδασκαλία, την κριτική δοκιμιογραφία και τον πολιτικό ακτιβισμό. Άθεη Εβραία της Νέας Υόρκης, εντυπωσιάζει ακόμα με τον ιδιάζοντα τρόπο της να διασταυρώνει τη βαθιά αισθητική οξυδέρκεια μ’ ένα αταλάντευτο ηθικοπολιτικό κριτήριο, την ιδιοσυγκρασιακή της ικανότητα να δίνει ένα ηθικό βάθος σ’ εκείνο που πιο πολύ αντιστέκεται στην ηθική αξιολόγηση: το καλλιτεχνικό γεγονός και τις αισθητικές στάσεις.

Η γοητεία του φασισμού απαρτίζεται από δύο δοκίμια πάνω σε δύο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις γερμανών σκηνοθετών, της Λένι Ρίφενσταλ και του Χανς-Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ. Η Λένι Ρίφενσταλ, πασίγνωστη σήμερα κυρίως ως cult personna, θέτει ένα ακραίο δίλημμα στην αισθητική κρίση, όπου η αντιμαχία μορφής-περιεχομένου δύσκολα θα μπορούσε να λάβει οξύτερες διαστάσεις: κανένας δεν της συγχώρησε ότι υπήρξε ευνοουμένη του Χίτλερ κι επίσημη κινηματογραφίστρια του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, ενώ όλοι νιώθουν αμήχανοι απέναντι στα υφολογικά της επιτεύγματα που κατόρθωσαν να αποσπάσουν τη μέγιστη δύναμη υποβολής από το μέσον του κινηματογράφου. Στα μάτια πολλών εξιλεώθηκε όχι τόσο από τη σχεδόν αναγκαστική «αποκήρυξή» της όσο από το ύστερο έργο της με τις ποιητικές εικόνες πρωτόγονης ομορφιάς που διέσωσε, είτε είναι οι Νειλωτικές φυλές του Σουδάν είτε οι κοραλλιογενείς βυθοί της Ερυθράς Θάλασσας. Αναμενόμενα σχεδόν, η κρίση της Susan Sondag πέφτει ανελέητη σαν πέλεκυς: δίνοντας πολλά άγνωστα στοιχεία και πραγματολογικές λεπτομέρειες, επιμένει στη συστηματική ψευδολογία της Ρίφενσταλ και προσπαθεί να δείξει πώς η παραμικρή πτυχή του έργου της, και όχι μόνο η θεματογραφία ενός μέρους του, ενσαρκώνει την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία. Ακόμα και η εντυπωσιακή κινηματογράφηση των Νούμπα ή των Νούερ -που τα ηρωικά σώματά τους υπό μεγεθυντικές οπτικές γωνίες εικονίζονται όπως τα σώματα των αθλητών-υπερανθρώπων του Γ’ Ράιχ- είναι σαγηνευμένη από τον μύθο, ένα ψευδαισθητικό illo tempore που στρέφει πεισματικά τα νώτα στην Ιστορία. Στο τελευταίο μέρος τού ίδιου δοκιμίου η Sondag εξετάζει την αναβίωση μιας φασιστικής αισθητικής σε όψεις της μόδας ως δείκτη του λανθάνοντος σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα της σύγχρονης (μεταμοντέρνας λεγόμενης) κουλτούρας.

Πολύ διαφορετική είναι η κρίση της για τον Χ.Γ. Ζύμπερμπεργκ. Εμμένοντας πολύ περισσότερο εδώ στο αισθητικό επίπεδο ανάλυσης, σημειολογώντας με αξιοθαύμαστη λεπτομερειακότητα και υπομονή την πληθωρική γραφή της μοντερνιστικής του φαντασμαγορίας «Χίτλερ -ένα φιλμ από τη Γερμανία» (1977), θα δείξει ότι από τους δύο δασκάλους που επικαλείται ο Ζύμπερμπεργκ -τον Μπρεχτ και τον Βάγκνερ- είναι απείρως περισσότερο βαγκνερικός, ένας καθυστερημένος ρομαντικός που νιώθει ότι ο ναζισμός ήταν η γκροτέσκα πραγματοποίηση (και προδοσία) του γερμανικού Ρομαντισμού· και παρ’ ότι δεν διστάζει να χαρακτηρίσει το φιλμ αριστούργημα σε μια εποχή κινηματογραφικής ασημαντότητας, αντιμετωπίζει με κάποιον σκεπτικισμό την (επίσης ρομαντική) αλαζονεία του δημιουργού που πιστεύει πως με τα σύμβολα της καλλιτεχνικής του αρκάνα μπορεί να εξορκίσει αποτελεσματικά την κληρονομιά του Χίτλερ.

Δύο κείμενα απαρτίζουν και τον δεύτερο τόμο με τίτλο Το πνεύμα ως πάθος. Το δοκίμιο για τον Ελία Κανέττι είναι μια έντιμη και όπως πάντα διεισδυτική ανάλυση που πάνω απ’ όλα ζωντανεύει στα μάτια μας τον κόσμο των κεντροευρωπαίων διανοουμένων, γερμανόφωνο και κοσμοπολιτικό, που χάθηκε για πάντα μέσα στον τελευταίο πόλεμο. Το αριστούργημα όμως του τόμου είναι το δοκίμιο για τον Αντονέν Αρτώ. Γραμμένο με τη συγκίνηση που ταιριάζει στην περίπτωση, είναι ένα από τα περιεκτικότερα κείμενα που έχουν γραφτεί για τον πυρετώδη σαλό του θεάτρου που επαγγέλθηκε το απραγματοποίητο κι έγινε ο ίδιος φλεγόμενος οδοδείκτης των συνόρων ανάμεσα στην τέχνη και την τρέλα. Ξαφνιάζει συχνά με απροσδόκητες αλλά καίριες παρατηρήσεις όπως, ας πούμε, ότι ο Αρτώ είναι, σε αντίθεση με τους σουρεαλιστές, κατά βάσιν ένας ηθικολόγος: «Όμοια με τον Ρουσσώ, ο Αρτώ εξεγείρεται κατά της ηθικής ευτέλειας του μεγαλύτερου μέρους της τέχνης. Όμοια με τον Πλάτωνα, ο Αρτώ αισθάνεται πως η τέχνη γενικά ψεύδεται» (σελ. 33). «Όπως και ο Νίτσε», παρατηρεί αλλού, «ο Αρτώ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως θεραπευτή της κουλτούρας -καθώς και του βαρύτερα πάσχοντος αρρώστου της» (σελ. 42). «Ο Αρτώ προσκομίζει τη μεγαλύτερη ποσότητα οδύνης στην ιστορία της λογοτεχνίας» (σελ. 64)· και τελικά, «Ο Αρτώ είναι κάποιος που έκανε ένα ταξίδι πνευματικής αναζήτησης για λογαριασμό μας -είναι ένας σαμάνος» (σελ. 70). *

http://www.enet.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.