Οι Τρεις Μέρες του Κόνδορα (1975) του Σίντνεϊ Πόλακ | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Η ταινία ανήκει στις αντιπροσωπευτικές ταινίες συνωμοσίας του ‘70 μαζί με τις Υπόθεση Παραλλάξ και Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου. Χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων ταινιών είναι μια τάση κυνικής αποτύπωσης των κυβερνητικών συνωμοσιών και της παράνοιας των πολιτικών οργανισμών στην Αμερική της μετά Γουότεργκεητ εποχής.

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2018 σε 11 Μαθήματα από 6 Οκτωβρίου 2018

CHRISTIAN ZIMMER: Κινηματογράφος και Πολιτική, εκδόσεις Εξάντας

Ετοιμάζονται: Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου για Αρχαρίους και Προχωρημένους, Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ, Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου, Σεμινάριο Σεναρίου, Σεμινάριο Δημιουργίας Ταινίας με Κινητό ή Τάμπλετ

«Περνάμε τον καιρό μας». Λες και το πρόβλημα για τον καιρό μας είναι πως θα τον «περάσουμε»| CHRISTIAN ZIMMER: Κινηματογράφος και Πολιτική

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ «ΤΟ ΜΟΝΤΑΖ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ» – Φθινόπωρο 2018

  • πληροφορίες στα schoolofcinemagr@gmail.com, 2130 159 816, 6944143564]

 

oi 3 meres tou kondora greek poster

Ο ερευνητής της CIA (Robert Redford) ανακαλύπτοντας τυχαία κάποιες «ατασθαλίες»μέσα στην υπηρεσία, όπου και εργάζεται, βρίσκεται εκτεθειμένος σε θανάσιμους κινδύνους. Οι συνεργάτες του δολοφονούνται κατα την διάρκεια ολιγόλεπτης απουσίας του απο την δουλειά. Ο ίδιος πανικόβλητος συνειδητοποιώντας την κρισιμότητα της κατάστασης προβαίνει σε μια σειρά κινήσεων (τόσο σπασμωδικών όσο και μελετημένων) στην προσπάθεια του να αποκαλύψει την συνομωσία, πριν τον εντοπίσουν οι διώκτες του. Παράλληλα, πλέκεται και το σύντομο ειδύλλιο μεταξύ του Τζόζεφ και μιας γοητευκής «αιθέριας» ( Faye Dunaway) ύπαρξης.

Συντελεστές
Σκηνοθέτης: Σίντνεϊ Πόλακ
Ηθοποιοί: Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Φέι Νταναγουέι, Κλιφ Ρόμπερτσον, Μαικλ Κέην και Μαξ Φον Σίντοφ

Η ταινία θα προβληθεί στους εξής κινηματογράφους:
Σινέ ΡΙΒΙΕΡΑ [Εξάρχεια]
Σινέ ΟΑΣΗ [Παγκράτι]
Σινέ ΘΗΣΕΙΟ [Θησείο]

oi 3 meres tou kondora greek i gnomi ton kritikon

Οι Τρεις Μέρες του Κόνδορα
Three Days of the Condor
του Σίντνεϊ Πόλακ
ΚΡΙΤΙΚΗ 03 Αυγούστου 2018
 4 Στα 5

Γράφει η
Πόλυ Λυκούργου

Παλιομοδίτικο, σε στιγμές λυρικό, και τεχνολογικά ξεπερασμένο, το πολιτικό θρίλερ συνωμοσίας του Σίντνεϊ Πόλακ με πρωταγωνιστές τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και τη Φέι Ντάναγουεϊ, παραμένει 50 χρόνια μετά συναρπαστικό, αγέραστο και σοκαριστικά επίκαιρο. Απολαύστε το σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες.

Ο Τζο Τέρνερ εργάζεται ως αναλυτής στην «Αμερικανική Λογοτεχνική Λέσχη της Νέας Υόρκης». Μόνο που στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι παρά ένα παράρτημα της CIA, στελεχωμένο με ειδικούς ερευνητές που αποκωδικοποιούν βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, ακαδημαϊκές εργασίες, ψάχνοντας πληροφορίες, καταγράφοντας στοιχεία και αποκαλύπτοντας κρυμμένα μηνύματα. Κι ο 35χρονος Τζο, με το ψευδώνυμο «Κόνδορας», είναι ένα από τα πιο κοφτερά, νέα μυαλά της οργάνωσης. Η τελευταία του ανάθεση τον βρίσκει να ετοιμάζει μία αναφορά πάνω σ’ ένα βιβλίο για την Μέση Ανατολή. Πρέπει να την έχει έτοιμη μέχρι το απόγευμα τον ενημερώνουν οι συνάδελφοί του, όσο εκείνος βγαίνει μέσα στη βροχή για μεσημεριανό φαγητό. Οταν επιστρέφει, τούς βρίσκει όλους δολοφονημένους. Ενημερώνει αμέσως τα κεντρικά γραφεία της CIA, οι απαντήσεις που παίρνει όμως τον πονηρεύουν. Συνειδητοποιεί ότι κινδυνεύει, ότι προσπαθούν να του φορτώσουν το έγκλημα κι ότι πρέπει μόνος του να ψάξει την αλήθεια. Στην πορεία, πιάνει όμηρο του μία νεαρή φωτογράφο, την αναγκάζει να τον κρύψει στο διαμέρισμά της στο Μπρούκλιν και ξεκινά να ξετυλίγει το νήμα της συνομωσίας. Για ποιους δουλεύει στην πραγματικότητα; Τι θέλουν;

Η δεκαετία του 70 ήταν καθοριστική για το αμερικανικό σινεμά. Η κοινωνική και πολιτική αποκαθήλωση κάθε απατηλής πίστης στο «αμερικανικό όνειρο» και της άσπιλης, εξιδανικευμένης, δίκαιης εικόνας «της χώρας των ελεύθερων», είχε ξεκινήσει λίγο νωρίτερα, αλλά, κινηματογραφικά, ο αντικατοπτρισμός της σκοτεινής Αμερικής συνέβη στα 70ς. Μπορεί από πάντα (ειδικά στο φιλμ νουάρ) να είχαμε δείγματα μιας ασπρόμαυρης ηθικής με ήρωες με βρώμικα χέρια και μοιραίες γυναίκες με πονηρούς σκοπούς, όμως αυτό ήταν κριτική για την τρωτή ανθρώπινη φύση. Ποτέ πριν η μεγάλη οθόνη δεν είχε λειτουργήσει, στο σύνολό της, ως ο παραμορφωτικός καθρέφτης μιας ξεπουλημένης χώρας που πρόδωσε τους κατοίκους της. Ενός ευρύτερα διεφθαρμένου συστήματος που καταπίνει τους ανθρώπους, στέλνει τα παιδιά του σε άδικους πολέμους, θυσιάζει τους πολίτες στα γρανάζια της καλολαδωμένης του μηχανής.

Στα 70ς το σινεμά (και η τέχνη γενικότερα) σήκωσε το τσιρότο της πολιτικής σήψης, κοίταξε με θάρρος την πληγή, κι αποφάσισε να γίνει το ψέμμα που λέει τις μεγαλύτερες αλήθειες. Τόλμησε να αποποιηθεί τους αλά Τζον Γουέιν πρωταγωνιστές του και να μάς συστήσει τους πρώτους και (διάσημους πλέον) «αντιήρωες». Σκηνοθέτες όπως ο Κόπολα, ο Ντε Πάλμα, ο Πόλακ, o Πάκουλα, ο Πολάνσκι σκιαγράφησαν μια σειρά από πολιτικά θρίλερ και ταινίες είδους που λειτουργούσαν μεταφορικά (ακόμα και τα «Σαγόνια του Καρχαρία» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, όχι δεν είναι μόνο μία ταινία για καρχαρίες) ξεσκεπάζοντας μία τρομαχτική πραγματικότητα, δίνοντας λόγο στον προδωμένο, αποπροσανατολισμένο Αμερικανό κι εκφράζοντας έναν νέο διάχυτο πεσιμισμό. Οι Πατσίνο, Ντε Νίρο, Χάκμαν, Μπίτι, Νίκολσον έγιναν τα τσαλακωμένα πρόσωπα ενός νέου κινηματογραφικού καθεστώτος – αυτού της πολιτικής αναθεώρησης, της ιδεολογικής αμφισβήτησης, των θεωριών συνωμοσίας.

Κάπως έτσι, ένα χρόνο μετά τη «Συνομιλία» του Φράνσις Φορντ Κόπολα και το «The Parallax View» του Αλαν Πάκουλα και λίγο πριν το εμβληματικό «Ολοι οι Ανθρωποι του Προέδρου», ήρθαν «Οι Τρεις Μέρες του Κόνδορα» για να κολλήσουν ένα ακόμα κομμάτι σε αυτό το παζλ των θρίλερ κατασκοπίας, πολιτικής διαταραχής και κοινωνικής δυστοπίας. Ο Σίντνεϊ Πόλακ βασισμένος στο μυθιστόρημα του Tζέιμς Γκρέιντι «Six Days of the Condor» τοποθέτησε τη δράση στη Νέα Υόρκη, φέρνοντας τον ιό της παράνοιας στην καρδιά του αστικού τοπίου. Εστησε τη δράση με το «μαγκάφιν» του χιτσκοκικού σασπένς (ποιος κρύβεται πίσω από τις δολοφονίες) να λειτουργεί βάζοντας το ρολόι και τον ήρωά του να τρέχουν ανάποδα με το χρόνο, αλλά η ρίζα της ταινίας έπιανε πολύ πιο βαθιά: ποιοι μάς κυβερνούν, τι θέλουν από εμάς, τι ετοιμάζουν, που μάς έχουν μπλέξει;

Κι είναι καταπληκτικό πόσο αγέραστες είναι όλες αυτές οι ταινίες. Ναι, ο κινηματογραφικός ρυθμός έχει αλλάξει, έχει σπιντάρει μέσα στις δεκαετίες και το βλέμμα και η προσοχή του θεατή έχει μάθει να τρέχει, να αποσυνθέτει και να ανασυνθέτει γρηγορότερα τις ανατροπές της πλοκής. Ναι, τα γκάτζετς των κατασκόπων (ακόμα και τα σταθερά τηλέφωνα ή οι θάλαμοι των δρόμων) μοιάζουν ξεπερασμένα και vintage. Αυτό όμως που μένει, τραγικά, αναλλοίωτο είναι το πολιτικό μήνυμα. Η σκοτεινή καρδιά της ταινίας. Ο κυνισμός των απαντήσεων σε όλες τις παραπάνω ερωτήσεις. Το γκρεμισμένο βλέμμα του Ρόμπερτ «Κόνδορα» Ρέντφορντ (καθόλου τυχαία δεν αποκαθηλώνεται με αυτή την ταινία και το τελευταίο «χρυσό παιδί του Χόλιγουντ») όταν καταλαβαίνει ποια είναι η χώρα του.

Οι καλογραμμένοι διάλογοι του Λορέντζο Σαμπλ Τζ. (ο ίδιος είχε υπογράψει και το «The Parallax View») μπορούν να αναπαραχθούν αυτούσιοι σήμερα και να ισχύουν ακριβώς έτσι. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα βάλει με το σύστημα. Θα προσπαθήσει να αντισταθεί, θα προσπαθήσει να αποκαλύψει το σκάνδαλο, θα προσπαθήσει να βρει τη χαμένη δικαιοσύνη. Μέχρι να καταλάβει ότι όλα αυτά μοιάζουν αστεία σε όσους κινούν τα νήματα. Αν είναι τυχερός μπορεί απλά να επιβιώσει, να ερωτευθεί (το ρομάντζο με την ηρωίδα της Φέι Ντάναγουεϊ αποκαλύπτει και μία αστική γυναικεία μοναξιά που σπάνια φώτιζε ο κινηματογραφικός προβολέας). Αλλά να νικήσει, όχι δεν μπορεί.

Παλιομοδίτικο, σε στιγμές λυρικό, και τεχνολογικά ξεπερασμένο, αυτό το πολιτικό θρίλερ δεν έχει ημερομηνία λήξης. Παραμένει συναρπαστικό, αγέραστο και σοκαριστικά επίκαιρο. Κι αυτό είναι τροφή για σκέψη.

http://flix.gr/

3 ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΟΝΔΟΡΑ (1975)
(THREE DAYS OF THE CONDOR)
ΕΙΔΟΣ: Πολιτικό Θρίλερ Μυστηρίου
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σίντνεϊ Πόλακ
ΚΑΣΤ: Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Φέι Ντάναγουεϊ, Κλιφ Ρόμπερτσον, Μαξ φον Σίντοφ, Τζον Χάουζμαν
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 117′
ΔΙΑΝΟΜΗ: BIBLIOTHEQUE

του Ηλία Φραγκούλη [4/5]

Πράκτορας της CIA επιστρέφει από lunch στο γραφείο και βρίσκει όλους τους στενούς συνεργάτες του δολοφονημένους. Μόνος, σε μια πόλη στην οποία δεν ξέρει ποιον να εμπιστευτεί πια, προσπαθεί να ανακαλύψει τους ενόχους αλλά και να παραμείνει ζωντανός.

Λίγα χρόνια μετά το σκάνδαλο του Watergate, το Χόλιγουντ τολμάει και μετατρέπει τις μέχρι πρότινος «θεωρίες συνωμοσίας» σε γνήσια ψυχαγωγικό σινεμά, με βάση τη νουβέλα «Six Days of the Condor» του Τζέιμς Γκρέιντι, ένα υποδειγματικό (και υποψήφιο για Όσκαρ) μοντάζ και πρωταγωνιστές δύο τεράστιους αστέρες της εποχής, που εδώ δεν χρειάζεται να υπερασπιστούν το glamorous προφίλ τους, όντας προσγειωμένοι στους εντελώς γήινους και ευάλωτους χαρακτήρες τους.

Βασικές, «μικρές» λεπτομέρειες που σήμερα νοσταλγούμε σε τέτοιας κατηγορίας ταινίες: ωραία ιστορία, ικανότατος σκηνοθέτης για να την οδηγήσει στην επιτυχία και παίξιμο που μαγνητίζει το βλέμμα. Πράκτορας της CIA που διαφεύγει από εσωτερικό ξεκαθάρισμα, χωρίς να γνωρίζει τα παρασκηνιακά αίτιά του, αναζητά κρησφύγετο στη Νέα Υόρκη, απάγει άγνωστη γυναίκα που κανείς δεν θα υποψιαστεί και εντός της οικίας της θα προσπαθήσει να συνδέσει τα κομμάτια ενός πολιτικού puzzle, με τα πτώματα γύρω του να αυξάνονται διαρκώς. Με μια πλοκή που ενίοτε θυμίζει τα χιτσκοκικά «39 Σκαλοπάτια», ο Σίντνεϊ Πόλακ δουλεύει ρολόι τον ρυθμό του έργου, κατακεραυνώνοντας ταυτόχρονα την ανηθικότητα των κρατικών μυστικών υπηρεσιών, που πλέον δρουν εγκληματικά ακόμη και μέσα στους δρόμους μιας μεγαλούπολης, για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς τους. Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Φέι Ντάναγουεϊ λάμπουν από φυσικότητα στην οθόνη, χωρίς να καταπιέζονται να παραστήσουν τους stars του πάλαι ποτέ studio system, με την ασυνήθιστη ερωτική τους υποπλοκή να διαθέτει ψυχαναλυτικούς τόνους που δίνουν παραπανίσιο βάρος στους χαρακτήρες τους.

Όλη η εναρκτήρια σεκάνς της επίθεσης στο «καμουφλαρισμένο» ερευνητικό γραφείο του «Κόνδορα» (το κωδικό όνομα του ήρωα που υποδύεται ο Ρέντφορντ) είναι κομμένη και ραμμένη σε κανόνες σασπένς δίχως περιττά «στολίδια» σε μοντάζ ή μουσική (ιδιαίτερη επισήμανση στο score του Ντέιβ Γκρούζιν, που τονίζει ατμόσφαιρες όταν πρέπει αλλά και δημιουργεί ένα «κόντρα» στο genre κλίμα groove και jazzy συνθέσεων, εντελώς μέσα στο 70s vibe), η εξέλιξη της αφήγησης στήνεται με χαρακτηριστικά κατασκοπευτικής περιπέτειας καταδίωξης που λειτουργεί απολαυστικά και για το σημερινό κοινό, ενώ οι δεύτεροι ρόλοι που την πλαισιώνουν κρατούν καλά κρυμμένα τα μυστικά τους, αφήνοντας πάντα και υπονοούμενα για «πουλημένες» υπηρεσίες που απέχουν από το πατριωτικό καθήκον.

Η αληθοφάνεια της ταινίας του Πόλακ διατηρείται ακόμη και επιτρέπει στις «3 Μέρες του Κόνδορα» να αντέχουν στον χρόνο, χαρίζοντας απολαυστικές στιγμές «λαβυρινθώδους» δράσεις, με το φινάλε να ρίχνει αιχμηρές βολές κατά της υποτιθέμενης «ελευθερίας» του Τύπου, λίγους μόλις μήνες προτού το αμερικανικό κοινό σοκαριστεί παρακολουθώντας το σημαντικότερο (και πιο αποκαλυπτικό σε σχέση με τις τακτικές ενός αληθινού παρακράτους) φιλμ με παρόμοιο θέμα, το «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου» του Άλαν Τζ. Πακούλα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Από το 1975 μέχρι σήμερα, ταινία είδους που βάζει τα γυαλιά χωρίς να την προδίδει ο χρόνος. Πόλακ στη σκηνοθεσία, Ρέντφορντ και Ντάναγουεϊ στην οθόνη. Τρέχα, μπας και αναπτύξεις λιγάκι το κριτήριό σου σε σχέση με τα «θρίλερ» που σου πλασάρουν το καλοκαίρι (κυρίως από ισπανόφωνες χώρες, όπως έχει επιβάλει η «μόδα» εσχάτως…). Σου κάνει «ντεμοντέ» το θέμα των επανεκδόσεων, ακόμη και των λιγότερο «σκουριασμένων»; Κάτσε στο Netflix σου, αγάπη μου, με τη σειρά σου και το κινητό λογκαρισμένο στο Instagram, μη σε ξεβολέψουμε άδικα…

http://freecinema.gr/

Ένας ερευνητής της CIA βλέπει όλους τους συνεργάτες του να δολοφονούνται κατά τη διάρκεια ολιγόλεπτης απουσίας του από τη δουλειά και προσπαθεί πανικόβλητος να συνειδητοποιήσει την κρισιμότητα της κατάστασης και να αποκαλύψει τη συνωμοσία.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 9.8.2018 ,  [4/5]

Μαζί με την αξεπέραστη Συνομιλία του Κόπολα και την Υπόθεση Πάραλαξ του Πάκουλα, οι Τρεις Μέρες του Κόνδορα (και αυτή σε σενάριο του Λορέντσο Σέμπλε) του Σίντνεϊ Πόλακ αποτελούν την αγία τριάδα των κατασκοπικών θρίλερ γύρω από την καυτή περίοδο του Watergate, καταφέρνοντας να απεικονίσουν τη σκοτεινή ψυχή μιας κοινωνίας σε πολιτική τρικυμία. Ο Πόλακ, μαζί με τον καλλιτεχνικό του συμπαραστάτη, Ρόμπερτ Ρένφορντ (αλλά και τον Ντέϊβ Γκρούζιν στη μουσική επένδυση), υπονομεύουν το κύρος της CIA όταν ο γραμματειακός υπάλληλος Τζο Τέρνερ επιστρέφει στο γραφείο του μετά από ένα διάλειμμα για γεύμα, βρίσκει όλους τους συναδέλφους του δολοφονημένους, κάνει μερικά αντανακλαστικά τηλεφωνήματα για να καταγγείλει το τραγικά συμβάν και να διερευνήσει τη θέση του στην έκτακτη κρίση, βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι μιας καλοβαλμένης περαστικής που κάνει τα τελευταία της ψώνια πριν φύγει για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές της στο Βερμόντ (Ντάναγουεϊ) και γρήγορα ανακαλύπτει πως δεν μπορεί να εμπιστευτεί κανέναν μέσα σε μια χαώδη υπηρεσία. Αντί για ένα μονοδιάστατο ανθρώπινο «όργανο», εκπαιδευμένο σε κλοπή πληροφοριών και εκτελεστικές ικανότητες που δεν προϋποθέτουν βούληση, ο συγγραφέας του best seller Έξι Μέρες του Κόνδορα, Τζέιμς Γκρέιντι, προτείνει έναν σκεπτόμενο ήρωα. Εκτός από τα πολλαπλά στρώματα κατασκοπείας και παράνοιας, που ενισχύονται με εξαιρετικές σεκάνς παρακολούθησης και αναμονής (οι σκηνές δράσης δεν ήταν το φόρτε το Αμερικανού σκηνοθέτη, που αργότερα βελτίωσε τους ρυθμούς του στο Firm) το ενδιαφέρον εστιάζεται στον χαρακτήρα του Τέρνερ, ο οποίος αξιοποιεί την περιέργεια, το διάβασμα και τη φιλομάθεια του: ως ερευνητικός υπάλληλος, αναρωτιέται συνεχώς τι μπορεί να έχει κάνει για να προξενήσει τέτοιο δολοφονικό χτύπημα, και οι εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις αποδεικνύονται χρήσιμες και δραματουργικά πρακτικές στην πλοκή και το πνεύμα του φιλμ. Δεν είναι Τζακ Ράιαν, πόσο μάλλον ένας Τζέισον Μπορν – ένας ειδικός πράκτορας είναι που δεν μπορεί να πει σε κανέναν με τι ακριβώς ασχολείται, αλλά στο φινάλε, διαβάζει βιβλία, κόμικ και πάσης φύσεως αναγνώσματα, για να εντοπίσει μοτίβα και ενδιαφέρουσες ακολουθίες. Από αυτό το concept, προκύπτει μια συναρπαστική, στο μέτρο της βραδυφλεγούς αγωνίας, εξέλιξη που δεν θυμίζει καθόλου τη μηχανική πλοκή και το άμυαλο ξεπάστρεμα που παρατηρείται συχνότατα στο είδος. Αντί για ένα μονοδιάστατο ανθρώπινο «όργανο», εκπαιδευμένο σε κλοπή πληροφοριών και εκτελεστικές ικανότητες που δεν προϋποθέτουν βούληση, ο συγγραφέας του best seller Έξι Μέρες του Κόνδορα, Τζέιμς Γκρέιντι, προτείνει έναν σκεπτόμενο ήρωα, τόσο σύγχρονο, που δεν αποτελεί έκπληξη η πολύ πρόσφατη μεταφορά του ίδιου μυθιστορήματος σε σειρά, το Condor με τον Μαξ Άϊρονς, που ήδη διανύει τη δεύτερη σεζόν. Παρτενέρ του Τέρνερ, η Φέι Ντανάγουεϊ, η οποία πολύ έξυπνα παραλλάσσει μια φωτογράφο που αγαπάει το ρίσκο και τη συγκίνηση, την ίδια στιγμή που φωτογραφίζεται από τον οπερατέρ Όουεν Ρόιζμαν ως κλασική σταρ της δεκαετίας του 30, σε κοστούμια της μόνιμης ενδυματολόγου της στα ’70s, Θεώνης Βαχλιώτη Όλντριτς.

Πηγή: http://www.lifo.gr

  • Κριτική από το Cine.gr:

Παρασκευή 22 Απριλίου 2005

Three Days of the Condor – Οι Τρεις Μέρες του Κόνδορα

Έχει αρχίσει να γεμίζει το σημειωματάριο μ’ όλες αυτές τις μπούρδες που γράφω, αλλά δε βαριέσαι, σάμπως έχω και τίποτε άλλο να κάνω εδώ μέσα; Τουλάχιστον μου πετάνε και καμιά ταινία που και που.

Απόψε είχε τις Τρεις Μέρες του Κόνδορα, κατασκοπικό θρίλερ του Sydney Pollack, 30 χρονών παλιό και του φαίνεται. Απίστευτη ‘70s αισθητική από τους τίτλους αρχής κιόλας, στους οποίους όταν εμφανίζεται το όνομα του σκηνοθέτη με πιάνουν ανατριχίλες, περίπου όπως όταν εμφανίζεται αυτό του Robert Redford, που κάνει το στομάχι μου να ανακατεύεται –δεν μπορώ να κάνω κάτι, είναι σχεδόν παβλοφικό. Η ταινία ανοίγει στο American Literary Historical Society, ένας πολύ σοφιστικέ τίτλος που σύντομα αποδεικνύεται παρακλάδι των αμερικανικών αντικατασκοπευτικών υπηρεσιών, όπου ιδιαίτερα ευφυείς άνθρωποι –όπως ο χαρακτήρας του Redford- αναλύουν βιβλία ψάχνοντας για κρυμμένους κώδικες.

Μόλις 4 λεπτά ταινίας, κι έχουν ήδη απλωθεί μπροστά σου οι βάσεις της πλοκής! Το λατρεύω αυτό. Απλότητα, αμεσότητα και σιγουριά. Όπως όταν γνωρίζεις μια κοπέλα που σε γουστάρει και ξεπερνά όλα τα πρώτα στάδια (καφέδες, ποτά και αηδίες) και σου στέλνει κατευθείαν e-mail με μόνη λέξη ένα «Λοιπόν;».

Λοιπόν, μιλάμε για ένα αποτυχημένο βιβλίο μυστηρίου, που έχει μεταφραστεί σε ένα σωρό περίεργες γλώσσες –τούρκικα και όχι γαλλικά, αραβικά αλλά όχι γερμανικά ή ρώσικα. Ο Redford, που είναι γάτα (ή και Κόνδορας), κάτι μυρίζεται κι αρχίζει να το ψάχνει. Μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά, αποδεικνύεται ότι φυσικά κι ο Redford έχει δίκιο, αφού ο Max von Sydow εμφανίζεται στη Society με δύο αρματωμένους μπράβους και γαζώνει το μαγαζάκι. Οπότε ή το βιβλίο κρύβει επικίνδυνα μυστικά, ή ο συγγραφέας ήταν πολύ τσατισμένος που δεν πούλησε.

Αν και θα ήθελα να ποντάρω στο δεύτερο, μιλάμε για κατασκοπικό θρίλερ, οπότε προφανώς ισχύει το πρώτο, κι ο Redford –που εννοείται ότι γλίτωσε της επίθεσης γιατί είχε πεταχτεί για σάντουιτς- βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο μιας κρυφής διαμάχης ανάμεσα σε κορυφαία στελέχη μυστικών υπηρεσιών, παρακρατικών οργανώσεων, κυβερνητικών αξιωματούχων με “hidden agendas” και freelance εκτελεστών. Και μέσα σ’ όλα αυτά, απάγει και ερωτεύεται την Faye Dunaway, την οποία χρησιμοποιεί ως συνεργό στο σχέδιό του να αποκαλύψει όσους βρίσκονται πίσω από όλα αυτά, λίγο πριν αναγκαστεί να την εγκαταλείψει.

Το σενάριο των David Rayfiel και Lorenzo Semple (που βασίστηκε στην ομότιτλη νουβέλα του James Grady) δουλεύει σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι ο τρόπος που δυο άνθρωποι έρχονται κοντά κάτω από έντονα πιεστικές συνθήκες καθώς και οι σχέσεις στοργής και εξάρτησης που αναπτύσσονται ανάμεσα σε απαγωγείς και θύματα, ζητήματα που τελικά δεν φαίνονται να ενδιαφέρουν ούτε τους σεναριογράφους ιδιαίτερα, που τα ξεπετάνε στα γρήγορα, ούτε κι εμάς, που όλες αυτές τις συναισθηματικές εξάρσεις τις έχουμε δει να αναλύονται και καλύτερα.

Το άλλο όμως, που είναι και το σημαντικό, είναι η ψύχραιμη και αυστηρή –άρα και ίσως όχι τόσο εντυπωσιακά αποκαλυπτική- ματιά στις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες και τις συνομωσίες που πλέκονται γύρω από τον αυτόνομο από κρατικό έλεγχο αλλά εξαρτώμενο από σκοτεινές δυνάμεις τρόπο λειτουργίας τους.

Αυτό που πρέπει να έχει κανείς κατά νου όταν βλέπει τις Τρεις Μέρες του Κόνδορα, είναι η εποχή που γέννησε την ταινία. Ακριβώς στα μέσα του ’70, λίγο μετά το σκάνδαλο Watergate και τις αποκαλύψεις για τον τρόπο που ο Nixon και η συντροφιά του κυβερνούσαν την Αμερική, η ταινία του Pollack ήταν από τις πρώτες του είδους της, ένα είδος που λατρεύτηκε από την pop κουλτούρα της εποχής γιατί επιτέλους πρόβαλε σε μια μεγάλη οθόνη, όλες αυτές τις σκοτεινές θεωρίες συνομωσίας, που μέχρι τότε ήταν καταδικασμένες στα underground κυκλώματα των ακροαριστερών εκδόσεων.

Ο Redford, στο ρόλο του Κόνδορα, είναι η αμερικάνικη κοινωνία, μια μάζα ανθρώπων που ενδεχομένως έκαναν σκέψεις λίγο παρανοϊκές, προσπαθώντας να διακρίνουν συνομωσίες και μυστικά σχέδια πίσω από κομμάτια μίας πραγματικότητας που έμοιαζε λάθος, αλλά ουδέποτε τους είχε περάσει από το μυαλό τους, ότι αυτή η παραπολιτική δυσωδία πήγαζε από την κορυφή του κυβερνητικού τους συστήματος. Όμως όταν η βόμβα έσκασε στα μούτρα τους, κατάλαβαν ότι δεν είναι και τόσο κακό να είναι κανείς λίγο παρανοϊκός που και που.

Ο Pollack λοιπόν, που είχε δουλέψει άλλες δυο φορές με τον Redford στο παρελθόν, υπογράφει εδώ μάλλον την καλύτερη συνεργασία τους. Ο μεν ξανθομάλλης ηθοποιός δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες του στο ρόλο του αποπροσανατολισμένου αλλά πολυμήχανου πράκτορα (ερμηνεία που ενδεχομένως ξεπέρασε την αμέσως επόμενη χρονιά με το All the President`s Men), o δε σκηνοθέτης στήνει στιβαρά το θανάσιμο παιχνίδι γύρω από τον ήρωά του, και αποκαλύπτει με αποφασιστικό τρόπο και σωστό ρυθμό το δίχτυ που τον περιβάλει, ξεγεννώντας σχεδόν ένα κινηματογραφικό είδος που εδραίωσε την παρουσία του στο χώρο. Η ταινία μπορεί να μοιάζει ελαφρώς ξεπερασμένη κυρίως λόγω της ‘70s αισθητικής της -που όπως και να το κάνεις, είναι καταδικαστική-, αλλά στέκεται ακόμη στο ύψος της αξιοπρεπέστατα, σαν ένα από τα καλύτερα θρίλερ για σκεπτόμενους θεατές, που θέλουν και λίγη πολιτική κοντά στη δράση.

Βαθμολογία: 7/10

Ιωσήφ Πρωιμάκης (MovieDungeon)  http://www.cine.gr

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο 09/08/2018 [3,5/5]

Ένα ικανοποιητικό κατασκοπικό θρίλερ με σκηνοθετική οξυδέρκεια, αλλά άνιση διαχείριση της έντασης και πρόδηλες πολιτικές προεκτάσεις, οι οποίες μοιάζουν και σήμερα το ίδιο επίκαιρες.

Ο σκηνοθέτης Σίντνεϊ Πόλακ («Πέρα από την Αφρική») ­εκμεταλλεύεται το ταραχώδες πολιτικό κλίμα του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, διασκευάζει το μυθιστόρημα «Six days of the condor» του Τζέιμς Γκρέι και γυρίζει ένα κατασκοπικό θρίλερ με ήρωα έναν αναλυτή της CIA. Εκείνος βρίσκει τους συναδέλφους του δολοφονημένους και γίνεται στόχος όταν ενημερώνει την υπηρεσία του.

Ο Ρέντφορντ συμβολίζει τον Αμερικανό που συνειδητοποιεί σοκαρισμένος πως, για να προστατευτεί, πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με το σύστημα στο οποίο πίστευε μέχρι πρότινος. Με τρομερή οξυδέρκεια και χρησιμοποιώντας τον πανικό του ήρωά του, ο Πόλακ θίγει το πάντα επίκαιρο ζήτημα της κρατικής πρόσβασης στην ιδιωτική ζωή των πολιτών, αποδυναμώνει όμως το σασπένς όταν ξεκινάει το ζορισμένο ρομάντζο με την –κατά τα άλλα απολαυστική– Φέι Ντάναγουεϊ.

ΗΠΑ, Γαλλία. 1975. Διάρκεια: 117΄. Διανομή: BIBLIOTHEQUE.

Ένας αναγνώστης ιστοριών και βιβλίων για τη CIA, επιστρέφοντας στο γραφείο του βρίσκει τους πάντες δολοφονημένους. Στη συνέχεια γνωρίζει μια γυναίκα και μαζί προσπαθούν να γλιτώσουν αλλά και να καταλάβουν για ποιο λόγο, και από ποιους, καταδιώκεται.

Από τον Ηλία Δημόπουλο [2,5/5]

Αμέτρητες φορές μετά, μπορώ να ομολογήσω πως οι «Τρεις Μέρες του Κόνδορα», παρά την κεντρική τους σημασία στο φιλελεύθερο, (ορθά) συνομωσιακό σινεμά του ’70, παρά το απαστράπτον ζευγάρι των πρωταγωνιστών και τις στιγμές εύγλωττης σκηνοθεσίας του Σίντνεϊ Πόλακ, παρά και τη γοητεία που μου ασκεί προσωπικά η ιδιοσυγκρασία αυτών των ταινιών, δεν βρίσκω να έχουν ηλικιωθεί καλά.

Το πρόβλημα, παραδόξως, είναι πρώτα στον Ρέντφορντ. Που εν μέσω της λαμπρής του δόξας εκεί στα μέσα του ’70, μοιάζει αγκιστρωμένος ερμηνευτικά στο stardom του και μια μανιέρα, σχεδόν αυτάρεσκη – που θα εξαφανιστεί, πάντως, από την επόμενη κιόλας ταινία, το «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου». Το παίξιμο του Ρέντφορντ δεν βοηθάται καθόλου και από τους διαλόγους, ιδίως στις πρώτες σκηνές στο διαμέρισμα της Ντάναγουεϊ. Εκεί, αντί κλειστοφοβικού τρόμου, που επιτυχημένα έχει αποτυπωθεί στο φιλμ μέχρι εκείνη τη στιγμή, παίρνεις γνήσιο ρεντφορντικό φλερτ, ενδεδυμένο μανιερίστικη ανησυχία και αμήχανες, σχεδόν προκάτ ατάκες (κάποιες αταίριαστης ποίησης όπως το «οι φωτογραφίες σου θυμίζουν Νοέμβριο») που ανήκουν σε άλλο, ίσως υποδεέστερο, έργο.

Ειδικά στο φως του ρεαλισμού που έχει επιφέρει πλήθος ταινιών έκτοτε, οι «Τρεις Μέρες του Κόνδορα» κάπου μοιάζουν με αφορμή συνέυρεσης επί της οθόνης ενός εκτυφλωτικού ζεύγους. Από κει και μετά, με δεδομένο πως ο Πόλακ δοκιμάζει έναν αργό ρυθμό που δεν του ταιριάζει καθόλου (ο Πάκουλα, αντίθετα, στο «Klute» και την «Υπόθεση Παραλλάξ» είναι άριστος σ’ αυτό) που μόνο όταν διακόπτεται από επιταχύνσεις στο μοντάζ και το, by the book τέλειο βέβαια, ντεκουπάζ σου αφυπνίζει το ενδιαφέρον της, κάπως αδιαυγούς (αλλά αυτό ταιριάζει στο θέμα του έργου), πλοκής.

Στα καλά, έχει βέβαια σεκάνς να θυμάσαι, όπως τα πρώτα είκοσι λεπτά, τη συνάντηση του Ρέντφορντ με τον Σίντοφ στο ασανσέρ, τη σκηνή με τον ταχυδρόμο στο σπίτι της Ντάναγουεϊ ή τα κοντινά καδραρίσματα ασφυξίας στο ζεύγος – που λειτουργούν και σαν μοτίβο αλλά και σαν διαφήμιση καλλονής που σκοτώνει κάθε αγωνία ή ρεαλισμό. Μοιάζουν όμως αποσπάσματα μιας καλύτερης ταινίας που δεν στηρίζεται από το υπόλοιπο φιλμ κι αυτό δεν είναι ατύχημα της σκηνοθεσίας, είναι σκόπιμες, αισθητικά επίκαιρες, για την εποχή, επιλογές που ωστόσο φαίνονται επίκτητα arty και, εκτιμώ, αποτυχημένες στο πέρασμα των ετών.

Κι έτσι φυσικά, μια -ακόμα κι αν τη θεωρήσεις- «μέτρια» ταινία του ’70, δεν παύει να είναι περίπου δυο χιλιάδες φορές προτιμότερη από σχεδόν κάθε προσπάθεια μοντέρνου πολιτικού θρίλερ. Που το μόνο του πλεονέκτημα, σε σχέση με τον Κόνδορα, θα είναι η κυνική πια δυσπιστία, σε αντίθεση με τη φιλελεύθερη φενάκη, πως μια απλή δημοσίευση στον Τύπο μπορεί να απειλήσει/εξαρθρώσει τη σκοτεινή διαπλοκή του βαθύτατου κράτους μιας υπερδύναμης.

http://www.cinemagazine.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: