Borg McEnroe: Όλα για τη δόξα (Borg McEnroe) (2017) Σκηνοθεσία: Γιάνους Μετζ | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Ηθοποιοί: Σβέριρ Γκούντνασον, Σάια ΛαΜπεφ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Τούβα Νοβότνι
Είδος: Δράμα, Βιογραφική, Αθλητική

Ημερομηνία Εξόδου: 23 Αυγούστου 2018

 

Borg McEnroe: Όλα για τη Δόξα (2017) του Γιάνους Μετζ | Κριτική Ταινίας Γιάννη Καραμπίτσου [3,5/5, 7/10, 80/100]

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου (Ι), Φθινόπωρο 2018- Εισαγωγή στην Τέχνη του Κινηματογράφου

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ Φθινόπωρο 2018

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2018 σε 11 Μαθήματα από 6 Οκτωβρίου 2018

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ «ΤΟ ΜΟΝΤΑΖ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ» – Φθινόπωρο 2018

Ετοιμάζονται: Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου για Αρχαρίους και Προχωρημένους, Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ, Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου, Σεμινάριο Σεναρίου, Σεμινάριο Δημιουργίας Ταινίας με Κινητό ή Τάμπλετ

ola gia ti doxa poster

ΣΥΝΟΨΗ
Η ιστορία της μεγαλύτερης μονομαχίας στο τένις την δεκαετία του ’80 μεταξύ του ήρεμου Björn Borg και του εκρηκτικού John McEnroe.

Καλοκαίρι 1980. Το πιο βροχερό καλοκαίρι εδώ και δεκαετίες, δεν αποτρέπει δεκάδες χιλιάδες θεατές, από το να φτάσουν στο κεντρικό γήπεδο του Γουίμπλεντον, για να δουν τον νούμερο ένα παίκτη τένις παγκοσμίως, τον Σουηδό Μπγιορν Μποργκ (Σβέριρ Γκούντνασον), να κατακτά τον πέμπτο του τίτλο. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν τι συμβαίνει πίσω από τους προβολείς: μόλις 24 χρονών, ο Μποργκ έχει φτάσει στα όριά του. Είναι εξαντλημένος σωματικά, εξουθενωμένος ψυχολογικά και υποφέρει από φοβερό στρες, λόγω της πίεσης που υφίσταται ως ο πρωταθλητής, που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει γιατί θεωρείται ο κορυφαίος του κόσμου.

Απέναντί του στέκεται ο 20χρονος Τζον ΜακΕνρό (Σάια ΛαΜπαφ) που θα προσπαθήσει να τον αντικαταστήσει στο θρόνο του Γουίμπλεντον. Ο ΜακΕνρό φαίνεται να είναι ό,τι δεν είναι ο, διάσημος για την ψυχραιμία και αυτοκυριαρχία του, Μπιορκ: οξύθυμος, φωνακλάς και αναιδής προς διαιτητές, δημοσιογράφους και κάθε είδους θεσμό. Όμως, δεν είναι όλα όπως φαίνονται και οι δύο αντίπαλοι θα συνειδητοποιήσουν ότι, ο μόνος άνθρωπος ικανός να καταλάβει τι περνούν εκείνη την στιγμή, είναι ο μεγαλύτερος εχθρός τους: ο άνθρωπος που αντικρίζουν στην άλλη πλευρά του γηπέδου.

Borg vs. McEnroe i gnomi ton kritikon

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Χώρα Παραγωγής: Σουηδία, Φινλανδία, Δανία
Γλώσσα: Αγγλικά, Σουηδικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ισπανικά
Διάρκεια: 107′

Σενάριο: Ρόνι Σάντολ
Διανομή:

Rosebud 21, Seven Group (Ελλάδα)

ΤΑΙΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΟΡΟΝΤΟ

Τελικός Γουίμπλεντον, 1980. Ολόκληρος ο πλανήτης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τον, κατά πολλούς, σπουδαιότερο αγώνα τένις στην ιστορία, ανάμεσα σε δύο άνδρες που σήμερα θεωρούνται «μύθοι» του αθλήματος. Η θρυλική μάχη, αλλά και το άγνωστο παρασκήνιό της, αποκαλύπτονται σε μια συναρπαστική ιστορία για το τίμημα τού να πετυχαίνεις τα όνειρά σου: να φτάνεις στην κορυφή του κόσμου.

Λίγα λόγια για την ταινία

Πριν το Φέντερερ εναντίον Ναδάλ, πριν το Σερίνα εναντίον Βίνους Γουίλιαμς, πριν το Αγκάσι εναντίον Σάμπρας, υπήρχε το Μποργκ εναντίον ΜακΕνρό, μία από τις διασημότερες διαμάχες στην ιστορία του τένις. Οι δύο αντίπαλοι συναντήθηκαν στα γήπεδα μόλις 14 φορές, αλλά ήταν αρκετές για να μείνουν στην ιστορία, με αποκορύφωμα τον τετράωρο τελικό του Γουίμπλεντον το 1980, ο οποίος θεωρείται ένας από τους καλύτερους αγώνες τένις που έχει γίνει ποτέ.

Ήταν ένας ιδανικός συνδυασμός όχι μόνο χάρη στο τεράστιο ταλέντο των δύο αθλητών, αλλά και χάρη στις εκ διαμέτρου αντίθετες -φαινομενικά, τουλάχιστον- προσωπικότητές τους. Ο Σουηδός Μπγιορν Μποργκ ήταν ο ορισμός του ψύχραιμου παίκτη με την υπολογισμένη τακτική και την αλάνθαστη αποτελεσματικότητα, ενώ ο Αμερικανός ΜακΕνρό ήταν περισσότερο γνωστός για τα ξεσπάσματά του, παρά για τις, ομολογουμένως αξιόλογες, ικανότητές του στο γήπεδο. Ήταν όμως πραγματικά τόσο διαφορετικοί;

Το «Borg McEnroe» έρχεται για να μιλήσει για όλα όσα ο κόσμος δεν έβλεπε τότε, όταν οι δύο αθλητές έμπαιναν, θέλοντας και μη, στα κουτάκια που απαιτούσε η βιομηχανία γύρω τους, σε μια προσπάθεια για να ανταπεξέλθουν στις φοβερές πιέσεις που τους ασκούσε η διασημότητα και η δίψα για επιτυχία. Περισσότερο από μια ταινία τένις, είναι ένα ψυχολογικό πορτρέτο της φιλοδοξίας των δύο πρωταγωνιστών, της ανάγκης τους να είναι νούμερο ένα, της ανάγκης να κερδίσουν την εκτίμηση και την αγάπη των γύρω τους. Δεν το ήξεραν τότε αλλά και οι δύο ζούσαν το απόγειο της καριέρας τους, η οποία στην περίπτωση του Μποργκ θα τελείωνε νωρίτερα απ’ ό,τι περίμενε ο ίδιος ή οι γύρω του. Παρόλο που ο κόσμος νόμιζε ότι είναι δύο εντελώς ασύμβατοι χαρακτήρες, η αλήθεια ήταν άλλη: οι δύο άνδρες θα βρουν ο ένας στον άλλο τον μόνο άνθρωπο που καταλαβαίνει τι σημαίνει να παλεύεις να κατακτήσεις την κορυφή του κόσμου – με εκατομμύρια θεατές να παρακολουθούν.

Ο σκηνοθέτης Γιάνους Μετς μιλά για το «Borg McEnroe»

«Για μένα, το «Borg vs. McEnroe» είναι κάτι σαν το «Οργισμένο Είδωλο» του τένις. Μιλά για δύο νεαρούς άνδρες που μάχονται να γίνουν οι καλύτεροι για να αποδείξουν ότι είναι σημαντικοί, ότι είναι κάποιοι. Παγιδευμένοι σε μια διαμάχη μεταξύ τους -μία από τις σπουδαιότερες στην ιστορία του αθλητισμού- τελικά έρχονται αντιμέτωποι με τους ίδιους τους εαυτούς τους και τους δαίμονές τους.

Ο Μπγιορν και ο Τζον είχαν εξίσου την ικανότητα να φτάνουν τον εαυτό τους στα άκρα και πέρα από αυτά. Αυτό, νομίζω, χαρακτηρίζει τους περισσότερους πρωταθλητές. Και παρόλο που ο κόσμος τούς έβλεπε σαν εντελώς αντίθετους, είχαν αυτό το κοινό – και το έβλεπαν και οι ίδιοι. Και οι δύο έπαιζαν τένις σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου, και όπως ξεδιπλώνεται η ιστορία βλέπουμε πώς οι δύο αυτοί μοναχικοί τύποι, τελικά βρήκαν την κατανόηση και την φιλία στην μεταξύ τους σχέση.

Ως μια ιστορία που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα στη ζωή του Μπγιορν και του Τζον, και ιδιαίτερα στον θρυλικό τελικό του Γουίμπλεντον το 1980, το «Borg vs. McEnroe» αναβιώνει την εποχή όταν οι παίκτες του τένις ήταν κάτι σαν ροκ σταρ και οι δυο τους ήταν πιθανόν τα δύο μεγαλύτερα είδωλα. Παρόλο που το 1980 ήμουν παιδί, θυμάμαι την εποχή εκείνη του τένις πολύ καλά. Στην οικογένειά μου, όλοι περιμέναμε τον τελικό του 1980, σαν να ήταν λειτουργία του Πάπα την Παραμονή των Χριστουγέννων. Μάλλον απλώς είδα έναν τύπο με περίεργο κούρεμα από τη μία και έναν άλλο να συγχύζεται και να ουρλιάζει από την άλλη, αλλά υπήρχε μία αύρα δέους που θυμάμαι ακόμη. Τώρα ξέρω ότι ήταν εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο είχαν αναγκάσει τους δύο αυτούς παίκτες να είναι αντιμέτωποι ο ένας με τον άλλο. Δεν ήταν απλώς δύο άνδρες που έπαιζαν τένις: ήταν σύγκρουση δύο ηπείρων. Δύο εντελώς διαφορετικές νοοτροπίες και προσωπικότητες έρχονταν αντιμέτωπες. Δύο εντελώς διαφορετικοί τρόποι να ζεις. Και το «Borg vs. McEnroe» το συλλαμβάνει αυτό υπέροχα.»

Borg vs McEnroe: Όλα για τη Δόξα
Από Χρήστο Μήτση – 23/08/2018  [2/5]

Μια θρυλική αθλητική αντιπαράθεση κι ένας ιστορικός αγώνας αναπαριστούνται πιστά κι εντυπωσιακά στις λεπτομέρειές τους, αλλά με έναν εντελώς συμβατικό κινηματογραφικό τρόπο.

Από τα αθλήματα που δεν έχουν ευτυχήσει ιδιαίτερα στην κινηματογραφική αναπαράστασή τους, το τένις έχει εμπνεύσει ελάχιστες αξιόλογες ταινίες, οι δε αληθινές ιστορίες του μόλις μία, την περσινή «Μάχη των Φύλων» πάνω στον ιστορικό αγώνα της Μπίλι Τζιν Κινγκ με τον Μπόμπι Ριγκς το 1973.

Ώρα λοιπόν να μεταφερθούμε επτά χρόνια αργότερα, όταν οι κορυφαίοι παίκτες της παγκόσμιας αντισφαίρισης κατευθύνονται στο διασημότερο τουρνουά τένις, το Γουίμπλεντον, το οποίο ο Μπιορν Μποργκ έχει κερδίσει τέσσερις σερί φορές­ μόλις στα 24 χρόνια του. Με οκτώ τίτλους Grand Slam κι ένα μήνα­ νωρίτερα θριαμβευτής στο Ρολάν Γκαρός –χωρίς να χάσει ούτε ένα σετ (!)–, ο επικεφαλής της παγκόσμιας κατάταξης Σουηδός είναι το απόλυτο φαβορί. Από την άλλη, ο 21χρονος Αμερικανός Τζον ΜακΕνρό, νικητής του U.S. Open της προηγούμενης χρονιάς, είναι η ανερχόμενη δύναμη του αθλήματος και ίσως ο μοναδικός που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στον Μποργκ.

Ο ιστορικός τελικός του 1980 κορυφώνει μια διπλή –αθλητική και δραματική– διαδρομή. Μια διαδρομή κινηματογραφικά συνετή μα απόλυτα προβλέψιμη, στηριζόμενη στη σεναριακή πεπατημένη των δύο εντελώς διαφορετικών αντιπάλων (ο ψυχρός και μεθοδικός Σκανδιναβός απέναντι στον παρορμητικό Αμερικανό), τους οποίους θα φέρει κοντά η μετωπική σύγκρουση και θα τους κάνει «καλύτερους ανθρώπους».

Το αθλητικό δράμα του Δανού Γιάνους Μετζ (βραβευμένος στις Κάνες ντοκιμαντερίστας και σκηνοθέτης ενός επεισοδίου του «True detective») αναπαριστά πιστά κι εντυπωσιακά στις λεπτομέρειές του έναν κόσμο με τους δικούς του κανόνες, μας υπενθυμίζει τη βαθιά μοναξιά κάθε «δρομέα μακρινών αποστάσεων», δεν ξεπερνάει όμως τη σχηματική ψυχολογική προσέγγιση των χαρακτήρων και την απλοϊκή δραματική λύτρωσή τους.

Σουηδία, Δανία. 2017. Διάρκεια: 107΄. Διανομή: ROSEBUD.21/SEVEN FILMS.

https://www.athinorama.gr/

Κριτική: Borg McEnroe – Όλα για τη Δόξα (2017)

Αλέξανδρος Κυριαζής 7/10

Να αρχίσω από τα βασικά.
Με εξαίρεση ένα φεγγάρι πριν αρκετά χρόνια που για κάποιο λόγο, δε θυμάμαι καν γιατί, είδα κάποια ματς, δεν έχω ουδεμία σχέση με το τένις.
Τον Björn Borg δεν τον είχα ξαναματακούσει πριν την ανακοίνωση της συγκεκριμένης ταινίας, ενώ το όνομα του John McEnroe μου είναι για κάποιο λόγο γνωστό αλλά δεν ήξερα καν ότι είναι τενίστας!

Το Borg/McEnroe λοιπόν, είναι μια ταινία που έπρεπε να με κερδίσει κυριολεκτικά από το μηδέν αφού, καθαρά κινηματογραφικά, το σύνολο των συντελεστών του ήταν ένα μεγάλο ερωτηματικό, και δεν είχα κανένα υποκειμενικό σημείο αναφοράς που θα μπορούσε να μου προκαλέσει επιπλέον ενδιαφέρον και συναισθήματα.
Και τα κατάφερε πέραν κάθε προσδοκίας…

Ιούνιος του 1980.
Ο Σουηδός τενίστας Björn Borg, μόλις στα 24 του είναι ήδη στο #1 της παγκόσμιας κατάταξης και η τροπαιοθήκη του είναι γεμάτη.
Είναι σταρ, όλοι του αγαπούν και οι κοπέλες τρέχουν από πίσω του.
Είναι ψυχρός στο παιχνίδι του και όλοι τον φωνάζουν μηχανή.

Από την άλλη, ο Αμερικάνος John McEnroe, μόλις 3 χρόνια μικρότερος του, βρίσκεται μία θέση από κάτω στην κατάταξη, αλλά είναι το άκρως αντίθετο ως αθλητής.
Είναι εκρηκτικός, παθιασμένος, αυθάδης, αγενής και αντιπαθής, όμως το ταλέντο του είναι αναμφισβήτητο.

Σε λίγες ημέρες ξεκινάει το ξακουστό τουρνουά του Wimbledon, με τον Borg να κυνηγάει το 5ο του τρόπαιο και τον McEnroe να θέλει να ρίξει τον αντίπαλό του από τη κορυφή.
Οι ημέρες μέχρι τον μεγάλο τελικό θα αποκαλύψουν πολλά και για τους δύο, αλλάζοντας τις ζωές τους για πάντα.

Το Borg/McEnroe δεν είναι ούτε μια αθλητική ούτε μια βιογραφική ταινία, με τον τρόπο που παραδοσιακά τις ορίζουμε.
Είναι μια δραματική ταινία δύο ηρώων, κυριολεκτικά και μεταφορικά, οι ζωές των οποίων ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους, και βρισκόμενοι σε τελείως διαφορετική στιγμή της καριέρας τους, αυτοί τέμνονται με εκρηκτικά αποτελέσματα.

Ο πρώτος είναι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο φιλμ, σαν μια χύτρα, που έχει ανεβάσει τόσο πίεση που είναι έτοιμη να εκραγεί.
Το lifestyle ενός σταρ, η απαιτήσεις των αγώνων, ο αυστηρός προπονητής, η αρραβωνιαστικιά, όλα μαζί έχουν φέρει τον Borg, σε μια τόσο νεαρή ηλικία να έχει “αδειάσει”, να έχει γίνει τόσο η μηχανή που του λένε ότι είναι που δεν αντέχει άλλο.

Ο δεύτερος είναι ένα αλητάκι από το Queens της Νέας Υόρκης, δεν σέβεται τίποτα και κανέναν, δεν τον ενδιαφέρει κανενός η γνώμη.
Θέλει μόνο να νικάει και το ταλέντο ξεχειλίζει για να το καταφέρει.
Από την αρχή του τουρνουά είναι προφανές ότι οι δυο τους θα βρεθούν στο τελικό, με τον έναν να παρατηρεί τον άλλον, συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι και τόσο διαφορετικοί.

Εδώ πρέπει να εκθέσω και τα δύο μεγάλα μου παράπονα για το φιλμ.
Γίνεται αντιληπτό ότι το Borg/McEnroe είναι μια σκανδιναβική παραγωγή και ως τέτοια θα ρίξει λίγο περισσότερο βάρος στον “δικό” τους.
Όμως το σενάριο του Ronnie Sandahl το παρακάνει, σε σημείο η ταινία να μπορεί να αφαιρέσει εύκολα το όνομα του McEnroe από τον τίτλο!
Ενώ παίρνουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για τη ζωή του Σουηδού από τα παιδικά του χρόνια μέχρι και σήμερα, δεν μαθαίνουμε παρά ελάχιστα για τον John, κάτι που βλάπτει άμεσα την αντιπαραβολή των δύο χαρακτήρων, η οποία είναι αδύνατο να συμβεί όπως πρέπει.

Το δεύτερο πρόβλημα έρχεται ως τρόλεϊ του προηγούμενου, με το άνισο σενάριο να μοιράζει άνισα και το χρόνο, κάνοντας τα δύο πρώτα acts της ταινίας λίγο πιο αργά απ’ ότι θα θέλαμε.
Στο φινάλε έχουμε, όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, τον μεγάλο αγώνα.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Janus Metz εδώ κάνει θαύματα, και παρότι είναι σχετικά εύκολο να “φορτίσεις” έναν τέτοιο αγώνα, ο Δανός ζωγραφίζει με τη κάμερα προσφέροντας έναν αγώνα που κόβει την ανάσα, ειδικά για κάποιον όπως εγώ που δεν ήξερα το τελικό αποτέλεσμα.

Στην αρχή είχα αναφέρει ότι λόγω της άγνοιάς μου γύρω από το τέννις, το Borg/McEnroe δεν είχε κάτι να με τραβήξει προκαταβολικά.
Εδώ είπα ένα μικρό ψεματάκι, με το πρωταγωνιστικό δίδυμο να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Από τη μία έχουμε τον διαβόητο Shia LaBeouf (Fury), που με τις παλαβομάρες του έχει μπει σε μια άτυπη μαύρη λίστα, όμως αυτό δε μειώνει διόλου το ταλέντο του και ως McEnroe είναι εξαιρετικός, παρότι το σενάριο δε του δίνει πολύ χρόνο.
Από την άλλη, τον κύριο Sverrir Gudnason, τον οποίον παρότι έχει αρκετές συμμετοχές σε γνωστές ταινίες (Monica Z), δεν τον έχω ξαναδεί, και είχα μεγάλη περιέργεια να μάθω τον λόγο για τον οποίον επιλέχτηκε να είναι ο νέος Mikael Blomkvist στο The Girl in the Spider’s Web, και παρότι είδα έναν μια μεστή ερμηνεία, δεν έδωσε κάτι που να με εντυπωσιάσει.

Το Borg/McEnroe ξεπέρασε τις μετριοπαθείς προσδοκίες μου.
Διαθέτει μια πρωτότυπη παρουσίαση μιας ιστορίας που εύκολα θα μπορούσε να γίνει κλισέ (όπως έγινε για παράδειγμα στο πρόσφατο I, Tonya) με τη πολύ δυνατή “φίλαθλη” τρίτη πράξη να δίνει το ιδανικό φινάλε.
Αν το σενάριο είχε προσεχθεί περισσότερο ώστε να μη γέρνει τόσο προς τη μία πλευρά, θα μπορούσαμε να μιλάμε για μία από τις ταινίες της χρονιάς.

http://www.filmboy.gr/

BORG / McENROE: ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ (2017)
(BORG McENROE)

της Κατερίνας Ανδρεάκου [1,5/5]

Η αντίστροφη μέτρηση προς τον τελικό του πρωταθλήματος tennis του Wimbledon του 1980 βρίσκει τους δύο μεγαλύτερους «μονομάχους» της εποχής, τον Σουηδό πρωταθλητή Μπιορν Μποργκ και τον ανερχόμενο αλλά αμφιλεγόμενο Αμερικανό Τζον Μάκενροου, να προετοιμάζονται για τη νίκη αλλά και να αναπολούν τα παιδικά τους χρόνια.

Το tennis είναι, κινηματογραφικά μιλώντας, ένα από τα ατυχέστερα αθλήματα. Με μοναδικές ίσως εξαιρέσεις το «Match Point» και το περσινό «Η Μάχη των Φύλων», όσες ταινίες έχουν γυριστεί μέχρι σήμερα με επίκεντρο το δημοφιλές sport, κυμαίνονται από παντελώς άγνωστες έως και τεράστιες μπουρούχες, με το άμοιρο το Wimbledon να έχει πλέον δύο τέτοιες ταινίες η δράση των οποίων εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια του πρωταθλήματός του. Η πρώτη, πίσω στο 2004, έφερε μάλιστα και το όνομά του (ή «Έρωτας με την Πρώτη… Μπαλιά», όπως έκανε πρεμιέρα σε DVD εδώ), για την οποία η δικηγορική του ομάδα θα έπρεπε να είχε ζητήσει τη μετονομασία της ώστε να μην έχει ουδεμία σχέση με το θρυλικό στάδιο! Η δεύτερη είναι τούτη εδώ, η οποία ήρθε με μεγάλες προσδοκίες, αλλά γρήγορα έχασε τον αγώνα των εντυπώσεων, μόλις το κοινό… την είδε! Σκανδιναβική συμπαραγωγή με πιασάρικο θέμα και αξιόλογο καστ, θα μπορούσε ίσως να προσφέρει στην ιστορία του κινηματογραφικού tennis κάτι παρόμοιο με ό,τι είχε υποστηρίξει το «Rush» (2013) για την κινηματογραφική Φόρμουλα 1, όπου και πάλι επίκεντρο ήταν η ανταγωνιστική σχέση δύο πρωταθλητών. Δυστυχώς, κάθε περαιτέρω σύγκριση με εκείνο το φιλμ του Ρον Χάουαρντ σταματά εδώ…

Παρά την υπόδειξη του τίτλου, η αφήγηση κλίνει άνισα προς την ιστορία του Μποργκ, ίσως κάπως αναμενόμενα αν αναλογιστούμε πως η ταινία είναι σκανδιναβική με Δανό σκηνοθέτη και ο Μποργκ, αυτή η αινιγματική φυσιογνωμία που αποσύρθηκε από το tennis μόλις στα 26 του χρόνια, το 1982, αποτελεί μέχρι και σήμερα αθλητικό ήρωα στην πατρίδα του. Ο Γιάνους Μετς – υποτιθέμενα – σκηνοθετεί ένα αθλητικό δράμα, αλλά ο ίδιος νομίζει πως δημιουργεί το επόμενο μεγάλο… Scandi noir αστυνομικό θρίλερ! Κάνει αξιόλογη δουλειά στο στήσιμο των πλειοψηφικά σκυθρωπών πλάνων του, κουράζει όμως στην υπέρμετρη χρήση ενός «δυσοίωνου», σκοτεινού μουσικού χαλιού, μινιμαλιστικών σκηνικών με αυτή τη χρωματική χροιά του καφέ / πορτοκαλί / πράσινου που κραυγάζει οπτικά την εποχή της ιστορίας, και των επαναλαμβανόμενων, μακρόσυρτων λήψεων στο (επίτηδες) ανέκφραστο, αρρενωπό πρόσωπο του Ζβέριρ Γκούντνασον στον ρόλο του Μποργκ, στο ζενίθ της καριέρας του και της δημοτικότητάς του (ιδιαίτερα στον γυναικείο πληθυσμό), αλλά κουρασμένου από την ανεπιθύμητη δημοσιότητα κι έχοντας χάσει τον ενθουσιασμό του για το παιχνίδι. Τα κοντινά στον Μποργκ ακολουθούνται σχεδόν πάντα από την είσοδο του σπουδαίου Στέλαν Σκάρσγκαρντ στον ρόλο του προπονητή του για μια «καρδιακή» κουβέντα, ή/και της Τούβα, της αρραβωνιαστικιάς του που ανησυχεί για την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση του αγαπημένου της, «στολισμένων» με αργόσυρτους διαλόγους και ατέλειωτες σιωπές που θα ζήλευε κι ο Χάρολντ Πίντερ. Κι επειδή το σενάριο προφανώς δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο πρωτότυπο υλικό παρά το ότι βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, πάρε και τα flashbacks στην παιδική και εφηβική ηλικία αμφότερων των αθλητών (αλλά, και πάλι, κυρίως του Μποργκ), ώστε να δούμε πόσο παρόμοιοι είναι τελικά αυτοί οι δύο (φαινομενικά) εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες.

Ο Σάια ΛαΜπαφ, παρά την εκκεντρικότητα της πραγματικής του ζωής, είναι ένας αληθινά πολύ καλός ηθοποιός με ευρύ συναισθηματικό φάσμα. Ερμηνεύοντας εδώ τον Τζον Μάκενροου, το «κακό παιδί» του tennis, ο ΛαΜπαφ προσφέρει σε αυτή την αναιμική, σοβαροφανή ταινία μια πολυπόθητη ένεση αδρεναλίνης. Μπορεί η ερμηνεία του να παραείναι νευρωτική κι ελαφρώς υπερβολική (ο Μάκενροου ναι μεν ήταν φωνακλάς και συχνά υβριστικός, αλλά δεν συμπεριφερόταν μονίμως σαν νευρόσπαστο), όμως γίνεται σύντομα προφανές πως δεν φταίει η δική του μανιέρα, αλλά η γενικότερα αποτυχημένη καθοδήγηση του με ντοκιμαντερίστικο παρελθόν Μετς, ο οποίος προφανώς και δεν είναι σκηνοθέτης ηθοποιών.

Κυριότερα, μια ταινία που θα έπρεπε να μιλά για το sport, τον ανταγωνισμό των δύο ανδρών και τον ιστορικό τελικό που διεξήχθη ακριβώς 38 χρόνια πριν από την έξοδο του φιλμ στους ελληνικούς κινηματογράφους, στις 5 Ιουλίου 1980, καταφέρνει να αναλώνεται βαρετά και χωρίς πολλή ουσία σε ατέρμονα κοντινά πλάνα, προβλέψιμα flashbacks κι έναν απροσδόκητα υποτονικό ρυθμό με μηδενική αίσθηση χιούμορ, αφήνοντας το βασικό γεγονός, τον αγώνα μεταξύ των δύο ομώνυμων ηρώων, για το τελευταίο τέταρτο, όταν πια σκηνοθέτης και σενάριο δεν έχουν τίποτε άλλο να πουν παρά να δείξουν μια άψυχη, (αν και) «θριλερικά» μονταρισμένη και υπερβολικά δραματοποιημένη αναπαράσταση του παιχνιδιού, όσο και μια τελική «ανθρώπινη» μεταξύ τους στιγμή, η οποία καταφέρνει (επιτέλους, στα τελευταία λεπτά!) να δώσει μια πολυπόθητη θέρμη σε μια απογοητευτικής έμπνευσης ταινία.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Αν είσαι fan του tennis, υπάρχουν ντοκιμαντέρ επί του θέματος και αυθεντικά κλιπάκια του αγώνα online, τα οποία θα βρεις σαφώς πιο ενδιαφέροντα (και χρήσιμα). Αν είσαι του σκανδιναβικού noir, η ατμόσφαιρα θα σου αρέσει, αλλά σύντομα θα αναρωτιέσαι… πού είναι το έγκλημα! Το βλέπεις καθαρά για το ιστορικό τού θέματος και για τις ευπρεπείς ερμηνείες (εκτός κι αν – διόλου απίθανο – σε πάρει ο ύπνος κάπου ανάμεσα στις… σιωπές).

http://freecinema.gr/

Borg McEnroe: Όλα για τη δόξα (Borg McEnroe) (2017)
Άγγελος Πολύδωρος [4/5]
myFILM.gr

Η ταινία του Γιάνους Μετς, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, είναι ένα ψυχολογικό πορτρέτο της φιλοδοξίας δύο διάσημων παικτών τένις του ’80, των Μποργκ και ΜακΕνρό και της ανάγκης τους να είναι συνεχώς πρώτοι και να έχουν την εκτίμηση και την αγάπη των γύρω τους.

Ο Σουηδός Μπγιορν Μποργκ (τον υποδύεται ο Σβέριρ Γκούντνασον), όταν αρχίζει η ταινία παρουσιάζεται ως ο ορισμός του ψύχραιμου παίκτη με την υπολογισμένη τακτική και την αλάνθαστη αποτελεσματικότητα. Από την άλλη, ο Αμερικανός ΜακΕνρό (Σάια ΛαΜπαφ) εμφανίζεται ως ένας ζωηρός, υπερκινητικός άνθρωπος, που είχε γίνει διάσημος για τα ξεσπάσματά του, παρά για τις αξιόλογες ικανότητές του στο γήπεδο.

Ο Σουηδός σκηνοθέτης Γιάνους Μετς, έχει γυρίσει την ταινία έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του το «Οργισμένο Είδωλο» και με κοφτό μοντάζ και ρυθμό που θυμίζει θρίλερ, απεικονίζει με νεύρο μία, πράγματι, από τις σπουδαιότερες μάχες στην ιστορία του αθλητισμού, σε ένα άθλημα, που όπως αναφέρεται στην ταινία «είναι για λίγους και ευγενείς». Καταφέρνει δε, να κάνει ενδιαφέρουσα την ταινία του -ακόμα και για τους αμύητους στο τένις- μέσα από τις περιγραφές των εκφωνητών των αγώνων, που ενώ πρέπει να είναι χαμηλόφωνοι, έρχονται στιγμές που νομίζεις ότι περιγράφουν ποδόσφαιρο.

Υπάρχει νεύρο και τα δραματικά close up των πρωταγωνιστών, κάνουν μεγαλύτερη την ένταση. Τόσο, ο Σβέριρ Γκούντνασον, όσο και ο Σάια ΛαΜπαφ σε κερδίζουν με την εσωστρεφή βλέμματά τους και την εσωτερική τους δύναμη.

Borg / McEnroe: Ολα για τη Δόξα
Borg vs McEnroe
του Γιάνους Μετζ

ΚΡΙΤΙΚΗ 02.07.2018
Λήδα Γαλανού [2/5]

Επίκαιρη, ένεκα Στέφανου Τσιτσιπά, ταινία του 2017, που απογειώνει το τένις, σκιαγραφεί το δυσβάσταχτο του πρωταθλητισμού και μάς γυρίζει, με ενθουσιασμό, πίσω στα ινδάλματά μας του ’80.

Ο βραβευμένος στις Κάννες, για το ντοκιμαντέρ «Armadillo» του 2010, Δανός Γιάνους Μετς, μεταφράζει σε γουέστερν – από την προετοιμασία και την προοδευτική αύξηση της έντασης, ως την τελική αναμέτρηση – τον διάσημο αγώνα τένις του Μπιορν Μποργκ και του Τζον ΜακΕνρό στο Γουίμπλντον το 1980, αν όχι με ιδιαίτερο βάθος στο ψυχογράφημα της σχέσης των δυο ηρώων, σίγουρα με ενθουσιασμό, υπέροχες πρωταγωνιστικές ερμηνείες και στιλ στο… σερβίς.

Η χρονιά είναι το 1980 και οι δυο τενίστες θα βρεθούν αντίπαλοι στο Γουίμπλντον. Ο Μπιορν Μποργκ, ο Σουηδός πρωταθλητής, σούπερ σταρ όχι μόνο της ρακέτας, αλλά και του κοινού που καρδιοχτυπά στο κάθε του πέρασμα. Κι ο Τζον ΜακΕνρό, το «νέο» αίμα από την Αμερική, σε πρεμιέρα σε συνάντηση τέτοιου βεληνεκούς, διαβόητου για το εκρηκτικό του ταμπεραμέντο, την οργή που σκορπίζει μεγαλόφωνα σε κάθε του παιχνίδι.

Ο Μποργκ, απόλυτα προγραμματισμένος, τρομοκρατημένος μην ξεφύγει τίποτα από το σχέδιό του, μεταφράζοντας τον τρόμο του σε τελειομανία ή προκατάληψη: κοιμάται σε θερμοκρασία πολικού ψύχους, τεστάρει μαζί με τον προπονητή του (σκέτη δύναμη στο δεύτερο ρόλο ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ), δεκάδες ρακέτες με συγκεκριμένη τελετουργία για να βρει την πιο σωστή για το παιχνίδι του, ταξιδεύει με ακριβώς υπολογισμένα ρούχα, κάλτσες, μπαντό, περικάρπια στις αποσκευές του, τοποθετημένα με τον ίδιο, γεωμετρικά ορθό τρόπο, μοναχικός, με εμμονή στην αυτοσυγκέντρωση, την ησυχία. Κι ο ΜακΕνρό, που πριν από κάθε παιχνίδι απλώς τα πίνει και τα σπάει, καλύπτοντας απλώς έτσι τον δικό του τρόμο μην τυχόν δεν φανεί τέλειος. Δυο εμβληματικοί αντίπαλοι, θεωρητικά αντίθετοι που, στην ψυχή και στη μέθοδό τους, μπορεί να είναι απλώς ο ίδιος άνθρωπος, με διαφορετικές εκφράσεις της ανασφάλειάς του.

Ο Μετς δομεί την ταινία του σε δυο παράλληλους άξονες. Στον ένα, στρώνει το δρόμο προς τον τελικό, την προετοιμασία για το παιχνίδι, τις προσωπικές κι οικογενειακές σχέσεις που βασανίζονται να επιβιώσουν κάτω από τέτοια, υπεράνθρωπη πίεση ανταπόκρισης στις απαιτήσεις, που σημαίνει ο πρωταθλητισμός. Στον άλλον, τρυπώνει στα παιδικά, εφηβικά χρόνια των δυο αθλητών, εξερευνώντας όσα συνέβησαν εκεί και διαμόρφωσαν τους ψυχαναγκαστικούς χαρακτήρες τους. Και στις δυο αφηγήσεις, η έμφαση πέφτει στον Μπιορν Μποργκ, με τον ΜακΕνρο να λειτουργεί περισσότερο ως καταλύτης για την ανάλυση του Σουηδού.

Φωτίζοντας τα πλάνα του με το πορτοκαλί, τα έντονα χρώματα και το ζεστό ήλιο της ανάμνησης του ’80, περιορίζοντας την ψυχρότητα στα εσωτερικά και εσωστρεφή πλάνα, ο Μετς στήνει μια ταινία συμβατική μεν, αλλά που δείχνει το ευρωπαϊκό προφίλ της, στις αμηχανίες που καταλαμβάνουν το χρόνο τους, στο πώς στήνει την κάμερα απέναντι από τους ήρωες, παρατηρητικά. Αλλά απογειώνεται πραγματικά όταν σκηνοθετεί το ίδιο το ματς, με εναλλαγές κοντινών και γενικών, με ρυθμό, σκανταλιά, ιδρώτα και πάθος.

Με υλικό μια τέτοια, ανατρεπτική, πολύπλευρη αληθινή ανθρώπινη ιστορία, ο Μετς θα μπορούσε να κοιτάξει λίγο πιο βαθιά στη σχέση των δυο πρωταθλητών, να τους χαρίσει περισσότερο κοινό χρόνο στην οθόνη, να πάει ένα βήμα πέρα από τα πρώτα συμπεράσματα, ενώ επιμένει περισσότερο στις επικεφαλίδες και στο σπορ. Αλλά το κέρδος του βρίσκεται στους δυο πρωταγωνιστές του, τον Σάια ΛαΜπεφ, έτσι κι αλλιώς ηθοποιό-δυναμίτη, παρά το παροξυσμικό προφίλ του, με εκρήξεις που φυσικά θυμίζουν αυτές του ΜακΕνρό σε μια πρώτη ματιά. Και τον Σβέριρ Γκούντνασον, που καταφέρνει να συνδυάσει τον έλεγχο με τον αισθησιασμό, την τελειότητα του σώματος και του μηχανισμού του με το παιδικό βλέμμα, σ’ ένα ρόλο καριέρας. Δυο πρωταγωνιστές αντάξιοι των ινδαλμάτων που πριν μπόλικες δεκαετίες στόλισαν τους παιδικούς τοίχους μας, σε μια ταινία που ανταποκρίνεται στην ανάμνηση.

http://flix.gr

BORG VS MCENROE
Δημήτρης Μπαμπούλης 9 Ιουλίου 2018 Ταινίες
Ελληνικός Τίτλος: Όλα για τη Δόξα
Ετος Πρώτης Προβολής: 2017
Είδος Ταινίας: Biography • Drama • Sport
Η χρονιά 1980, ήταν καθοριστική για την πορεία του σύγχρονου τένις, καθώς ο τέσσερις συνεχόμενες φορές πρωταθλητής στο Αγγλικό open του Wimbledon, Bjorn Borg, θέλει να κατακτήσει για Πέμπτη συνεχόμενη φορά τον τίτλο και να σπάσει το προηγούμενο ρεκόρ σε συνεχόμενες κατακτήσεις. Όμως το «φαινόμενο» του παγκόσμιου τένις από την Σουηδία, απειλείται από έναν ανερχόμενο, δυναμικό, νεαρό αθλητή από την Αμερική, τον McEnroe, ο οποίος γνωρίζει την παγκόσμια κατακραυγή από τους φιλάθλους του τένις, λόγω της προβληματικής συμπεριφοράς του και της οξυθυμίας του.

TI EΧΟΥΜΕ ΕΔΩ
Μία ντοκιμαντεριστική κάλυψη δύο θρύλων του παγκόσμιου τένις γύρω από τον τελικό του Wimbledon του 1980 από τον οποίο αφορμίζεται ο δημιουργός της για να «ξεναγήσει» τον θεατή στην ζωή των δύο αθλητών. Δεν αποτελεί κάποια βιογραφία και των δύο απλώς εστιάζει στο κομμάτι της αθλητικής τους ζωής, στις αθλητικές τους ιδιοσυγκρασίες και στον χαρακτήρα που βγάζουν εντός γηπέδου αλλά και εκτός. Επιπλέον, δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην εξέλιξη των χαρακτήρων των δύο αθλητών από την παιδική τους ηλικία μέχρι την ηλικία του πρωταθλητισμού, ο οποίος απαιτεί θυσίες και αφοσίωση. Όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις ταινίες υπάρχει μια σύγκριση μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών, ένα contrast αντιθετικών συμπεριφορών και τελικά η «σύγκρουση» τους.

Η ταινία λειτουργεί αρκετά καλά στο ψυχαγωγικό κομμάτι, δημιουργεί την απαραίτητη συναισθηματική σύνδεση με τους δύο πρωταγωνιστές, σε οδηγεί ομαλά στην παρακολούθηση των δύο αντιθετικών ιστοριών και σε μεταφέρει συχνά από το παρόν στο παρελθόν για να το πετύχει αυτό. Αρνητικό αποτελεί ο υποτονικός ρυθμός που έχει η ταινία στο μεγαλύτερο μέρος της και ίσως να προκαλέσει σε αρκετούς κάποια δυσφορία, καθώς υπάρχει αργή εξέλιξη και κάποια περιορισμένου ενδιαφέροντος στοιχεία για τις ζωές των πρωταγωνιστών. Παρ’ όλα αυτά ο σκοπός και τα μηνύματα που θέλει να μεταφέρει στους αποδέκτες η ταινία, μεταφέρονται με επιτυχία, πλαισιωμένα από ένα έντονα μουντό και γκριζαρισμένο τοπίο.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Στο τεχνικό κομμάτι, σκηνοθέτης της ταινίας ο Janus Metz, γνωστός για το ντοκιμαντέρ Armadillo, κατά το οποίο ακολουθεί μια μονάδα στρατιωτών του Δανέζικου στρατού στο Αφγανιστάν. Όπως προαναφέρθηκε ακολουθεί μια αργή ροή αρκετά σταθερή, σχεδόν χωρίς καθόλου αλλαγές ρυθμού, η οποία βοηθά στην επαφή που αναπτύσσεται μεταξύ θεατή και πρωταγωνιστή. Επιπλέον, ένα θετικό στοιχείο είναι η ακρίβεια μερικών σκηνών με τις ανάλογες που συνέβησαν στην πραγματικότητα π.χ. η σκηνή που ωρύεται ο Shia Labeuf ως Mcenroe με το γνωστό στους φίλους του τένις «You cannot be serious». Το σενάριο όπως είπαμε είναι ενδιαφέρον εστιάζει εκεί που πρέπει από τις ζωές των αθλητών χωρίς πολλές περιττές πληροφορίες και γίνεται σε πολλά σημεία αρκετά διδακτικό.

Όσον αφορά τώρα τους ηθοποιούς ο Sverrir Gudnason ως Bjorn Borg, είναι πολύ κοντά εμφανισιακά και πείθει ως υποτονικός και χωρίς αισθήματα Σουηδος,. Από την άλλη ο Shia Labeuf είναι αρκετά μακριά εμφανισιακά από τον McEnroe, αλλά κάνει φιλότιμη προσπάθεια στις κινήσεις και του μορφασμούς του οξύθυμου τενίστα. Τέλος ο έμπειρος Stellan Skarsgård είναι εξαιρετικός στον ρόλο του προπονητή και μέντορα του Borg, Lennart Bergelin.

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΤΟ ΔΩ
Συνεπώς, το Borg vs McEnroe είναι μια ταινία που βασίζεται πάνω σε μια αντίθεση χαρακτήρων δύο κορυφαίων αθλητών του τένις για να αναπτύξει κι άλλα θέματα γύρω από τον έλεγχο του εαυτού μας, τις θυσίες του επαγγελματικού αθλητισμού αλλά και άλλες διδαχές που θα τραβήξουν το ενδιαφέρον του θεατή. Ίσως σε κάποια σημεία να υστερεί σε ρυθμό και να σαστίσει ένα μέρος των θεατών, ωστόσο εάν υπάρξει υπομονή υπάρχουν στοιχεία που θα τους ανταμείψουν. Γενικότερα είναι μια ταινία που αφιερώνει αρκετό χρόνο στο τεχνικό της μέρος με προσεγμένη σκηνοθεσία, όμορφα μουντά φίλτρα, καλής εστίασης σενάριο και καλές ερμηνείες και σίγουρα είναι μια δουλειά που δεν θα απογοητεύσει εύκολα.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ

ΣΕΝΑΡΙΟ 7
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ 7.5
ΜΟΥΣΙΚΗ 7
ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ 7

7.1

http://filmakias.gr/

Κριτική Δέσποινα-Ηλέκτρα Βούλγαρη [3,5/5]

Ο τελικός του Γουίμπλεντον του 1980 θεωρείται από τα πιο σημαντικά αθλητικά γεγονότα του 20ου αιώνα. Στην ιστορία του τένις η ένταση, η ποιότητα και η διάρκειά του, μπορεί μόνο να συγκριθεί με τον αντίστοιχο τελικό του 2008 μεταξύ του Ρότζερ Φέντερερ και του Ραφαέλ Ναδάλ. Το “Borg vs McEnroe” με αφορμή μία σπουδαία αθλητική στιγμή προσπαθεί να ρίξει φως σε δύο σημαντικές προσωπικότητες, που μπορεί να υπήρξαν μεγάλοι αντίπαλοι και εκ διαμέτρου αντίθετοι σαν τενίστες και σαν περσόνες, αλλά προφανώς τους ένωναν περισσότερα, όπως απέδειξε και η μακρόχρονη φιλία τους εκτός γηπέδων.

Το 1980 ο Σουηδός Borg θεωρείται ο βασιλιάς του αθλήματος, καθώς έχει κερδίσει τέσσερα διαδοχικά κύπελλα του πιο γνωστού και παλαιότερου τουρνουά τένις και ετοιμάζεται να διεκδικήσει το πέμπτο. Στον τελικό θα αντιμετωπίσει το νέο ταλέντο του αθλήματος, τον Αμερικανό McEnroe, που στα 21 του χρόνια με την τεχνική και το πάθος, ήταν ο μόνος αντίπαλος, ικανός να ανακόψει τη θριαμβευτική πορεία του Σουηδού πρωταθλητή.

Ο Δανός σκηνοθέτης Γιάνους Μετζ (“γνωστός για το πολυβραβευμένο “Armadillo”) καταφέρνει να αποφύγει την ντοκιμαντερίστικη καταγραφή ενός μεγάλου αθλητικού γεγονότος και οδηγεί τον θεατή στον τελικό, σκιαγραφώντας τις προσωπικότητες, αλλά και το κλίμα της εποχής κατά την προετοιμασία του μεγάλου τελικού. Το τένις εξάλλου εκείνη την εποχή απολάμβανε την αντίστοιχη σημερινή αποδοχή και δημοφιλία του ποδοσφαίρου και μονοπωλούσε το ενδιαφέρον κοινού και Μ.Μ.Ε.

Στωικός, ήρεμος, σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, ο Borg, από τη μία πλευρά έρχεται σε αντίθεση με τον ευέξαπτο, παρορμητικό και θρασύ McEnroe. Με φλάσμπακ στην παιδική ηλικία των δύο πρωταγωνιστών, αλλά πάντα με έμφαση στον Borg, αναδεικνύονται δύο ιδιαίτεροι χαρακτήρες, που σαν χαρισματικά παιδιά, δέχτηκαν πίεση, αντιδρώντας με διαφορετικό τρόπο στις ανάγκες του πρωταθλητισμού. Ο σχεδόν ρομποτικός Σουηδός, που κατευνάζει το πάθος του, ακολουθώντας συγκεκριμένες κινήσεις πριν τον αγώνα, πιστός σε προλήψεις και ο παθιασμένος Αμερικανός, που δεν διστάζει να τα βάλει με διαιτητές και δημοσιογράφους, δίνοντας μία εικόνα αθλητή, που μόνο συνηθισμένη δεν είναι για τενίστα τέτοιου επιπέδου.

Με κοφτό ρυθμό κι ένταση η ταινία κορυφώνεται με την αναπαράσταση του θρυλικού τελικού, η οποία κρατά αμείωτη την αγωνία και συγκινεί, σαν να μην ξέρει κανείς την έκβασή του. Οι ερμηνείες των δύον ηθοποιών (Σάια ΛαΜπέφ Σβέριρ Γκούναρσον) κάνουν τη διαφορά με τον Σουηδό Σβέριρ Γκούναρσον να αποδίδει το ψυχρό και ατάραχο Borg υποδειγματικά, ενώ και ο αμφιλεγόμενος Σάια ΛαΜπέφ ανταποκρίνεται εξίσου χαρισματικά, σε ένα ρόλο κομμένο στα μέτρα του.

Μακριά από το είδος της κινηματογραφικής αθλητικής βιογραφίας, η ταινία ξεχωρίζει όχι τόσο σαν σπουδή χαρακτήρων, αλλά σαν μία ενδιαφέρουσα ματιά, έχοντας ένταση και ρυθμό, αναδεικνύοντας την ανθρώπινη πλευρά του πρωταθλητισμού. Όλα αυτά τα υλικά που χρειάζονται, για να είναι κανείς πρωταθλητής, αποδεικνύοντας εν τέλει ότι κανείς δεν φτάνει τυχαία και χωρίς κόστος στο πάνθεον της δόξας.

https://screeneye.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΑΣΟΣ ΝΤΕΡΤΙΛΗΣ Βαθμολογία: * * * Borg McEnroe – Borg/McEnroe: Όλα για τη Δόξα

Ο Θρυλικός τελικός του Γουίμπλεντον το 1980 ανάμεσα σε δύο γίγαντες του τένις και το δραματικό παρασκήνιο της ζωής τους.

Σκηνοθεσία: Janus Metz

Πρωταγωνιστούν: Sverrir Gudnason, Shia LaBeouf, Stellan Skarsgård, Tuva Novotny, Leo Borg, Marcus Mossberg, Jackson Gann, Scott Arthur, Demetri Goritsas.

Υπόθεση: Είναι καλοκαίρι του 1980 και πλησιάζει ο τελικός τένις του Γουίμπλεντον. Χιλιάδες θαυμαστές ετοιμάζονται να συρρεύσουν για να απολαύσουν τον νούμερο ένα παίκτη τένις παγκοσμίως, τον 24χρονο Σουηδό Μπγιορν Μποργκ, να κατακτά τον πέμπτο του συνεχόμενο τίτλο. Η βασιλεία του Μποργκ όμως απειλείται από τον 20χρονο Αμερικανό Τζον ΜακΕνρό. Με το δικό του στιλ, εντελώς αντίθετος από τον cool και χαμηλών τόνων Σουηδό, αυθάδης, επιθετικός και περιφρονητικός προς τους θεσμούς, θα προσπαθήσει να εκθρονίσει τον βασιλιά, πίσω από την ψύχραιμη βιτρίνα του οποίου κρύβεται η αγωνία και το στρες του πρωταθλητή που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει γιατί θεωρείται ο κορυφαίος του κόσμου. Ο αγώνας τους θα περάσει στην Ιστορία του αθλήματος και θα αφήσει εποχή για τη διάρκεια και τη θεαματικότητά του.

Το τένις, αρχικά άθλημα της υψηλής κοινωνίας, έγινε δημοφιλές και πολύ προσοδοφόρο εμπορικά στη δεκαετία του 70 μέσα από την ανάδειξη διεθνών σούπερσταρ όπως ο νεαρός Σουηδός Μπιορν Μποργκ που είχε μια φοβερά επιτυχημένη αλλά σχετικά σύντομη διεθνή καριέρα που τον έφερε στην κορυφή για μια 5ετία τουλάχιστον. Ο τελικός στον οποίο επικεντρώνεται το φιλμ πέρασε στην Ιστορία ως ένας από τους καλύτερους αγώνες τένις που διεξήχθησαν ποτέ και ως μια σύγκρουση δύο ηπείρων. Από τη μια ο ψύχραιμος Ευρωπαίος πρωταθλητής κι από την άλλη ο νεαρός ανερχόμενος Αμερικανός αμφισβητίας έβαλαν τα δυνατά τους για να επικρατήσουν σε έναν σχεδόν 4ωρο αγώνα. Με κεντρικό σημείο αναφοράς αυτή την αναμέτρηση ο Γιάνους Μετς δημιουργεί ένα ψυχολογικό πορτραίτο για δύο αθλητές που ο καθένας αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Άγχος, υπαρξιακό κενό, πίεση από τους αθλητικούς παράγοντες και αντίδραση με όποιο τρόπο θεωρεί ο καθένας τους κατάλληλο.

Αν και το αποτέλεσμα του αγώνα είναι γνωστό, ο Μετς διατηρεί ένα συναρπαστικό ρυθμό αφήγησης και δημιουργεί συνεχώς σασπένς ανάμεσα σε μικρές χαρακτηριστικές σκηνές σκιαγράφησης του παρελθόντος των χαρακτήρων και της πορείας τους προς τη δόξα. Ένας τελικός είναι η ζωή χωρίς ωστόσο νικητές και νικημένους.

Οι λάτρεις του τένις θα ενθουσιασθούν από την ταινία αλλά και το πλατύ κοινό θα βρει πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία σε μια βιογραφική ταινία που επιχειρεί με επιτυχία την εμβάθυνση στην ψυχολογία ενός πρωταθλητή.

Η ταινία βρίσκεται στη shortlist της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας για τα φετινά European Film Awards που ανακοινώθηκε προχθές.

http://www.grandmagazine.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΪΜΑΚΗ [3/5]

Το καλοκαίρι του 1980 το κοινό αγωνιά για την έκβαση που θα έχει ο τελικός του Γουίμπλεντον ανάμεσα στους δύο κορυφαίους τενίστες στον κόσμο, τον 24χρονο Σουηδό Μπγιορν Μποργκ, ο οποίος διεκδικεί τον πέμπτο του τίτλο, και τον οξύθυμο αλλά και δυναμικό 20χρονο Αμερικανό Τζον ΜακΕνρό που αμφισβητεί την κυριαρχία του Μποργκ.

Συναρπαστικό αθλητικό biopic που καταφέρνει να μεταδώσει στο θεατή την ένταση και το σασπένς που είχαν οι αναμετρήσεις μεταξύ Τζον Μακ Ενρό και Μπγιορν Μποργκ και καθήλωναν εκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο (ακόμη κι αν δεν ήταν φαν του τένις) μπροστά από τους τηλεοπτικούς δέκτες του. Η αγαπημένη και τόσο δημοφιλής τελευταία eight-ίλα συναντά το point του πρωταθλητισμού (και τα συνεπαγόμενο τίμημα του) μέσω της στιλάτης, νευρώδους και ισορροπημένης σκηνοθεσίας του δανού Μετζ («Armadillo»). Ο σκηνοθέτης δίνει το παρασκήνιο της μυθικής κόντρας, με το βάρος της ματιάς του να πέφτει στην ψυχαναλυτική διάσταση του αυστηρά προγραμματισμένου Σουηδού (ο οποίος παθαίνει κρίσεις πανικού στην διαρκή προσπάθεια του να αγγίξει το τέλειο) παρά στον πιο ανθρώπινο αλλά πιο αντιπαθητικό αμερικανό που περιφρονούσε πρόσωπα, κοινό και θεσμούς, προκαλώντας την οργή της κερκίδας. Σούπερ ερμηνείες, δραματικά ενσταντανέ από την παιδική ηλικία – που αποδεικνύουν τις ομοιότητες τελικά που είχαν οι δύο τενίστες- και μια σκηνοθεσία που θα έπρεπε να μελετήσουν οι ιθύνοντες του σπορ για μελλοντικές μεταδόσεις.

http://www.athensvoice.gr

Η ιστορία της μεγαλύτερης μονομαχίας στο τένις τη δεκαετία του ’80 μεταξύ του ήρεμου Björn Borg και του εκρηκτικού John McEnroe.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 23.8.2018 [3/5]

Με επίκεντρο τη θρυλική μονομαχία τους στον τελικό του τουρνουά του Γουίμπλεντον, το δράμα του Δανού Γιάνους Μετς καταφέρνει να ισορροπεί, σαν ένα ράλι, όπως αποκαλούν στην ορολογία του τένις την ανταλλαγή διαρκείας σε μπαλιές από την baseline, ανάμεσα στην αθλητική και την προσωπική βιογραφία. Με δεδομένη την ένταση και τις αυξημένες προσδοκίες που δημιουργήθηκαν πριν από τον μεγάλο αγώνα του 1980, ο Μετς ιχνογραφεί δύο αντίθετες προσωπικότητες και ανατρέπει μια παγιωμένη προκατάληψη: ο Σουηδός Μπιόρν Μποργκ, το μεγαλύτερο αστέρι του αθλήματος ως εκείνη τη στιγμή, θεωρούνταν ένας ψυχρός εκτελεστής χωρίς αισθήματα, ενώ ο εκρηκτικός Αμερικανός Τζον Μάκενρο, ένας αλήτης στα σαλόνια του πιο σνομπ κλαμπ στο χώρο των σπορ, ασυμμάζευτος και προβληματικός, αν και ταλαντούχος πέραν πάσης αμφισβήτησης, καινοτόμος και σαφώς πιο άμεσος στα χτυπήματα και τη στάση του μέσα στο γήπεδο. Κι όμως, μέσα από την ταινία εδραιώνεται μια διαφορετική ιστορία, με τον Μποργκ να έχει προσπαθήσει σε βαθμό νεύρωσης και ψυχαναγκασμού να τιθασεύσει τη σωρευμένη οργή του, και τον «Μακ», πολύ πιο εσωστρεφή και μοναχικό, ευαίσθητο και ακοινώνητο, αν και εξίσου προβληματικό στις διαπροσωπικές του σχέσεις και τη σχέση με τον πατέρα του. Φιλιωμένοι και ομονοούντες πλέον, οι δυο πάλαι ποτέ σφαγμένοι εχθροί στα κορτς έχουν ελαφρώς αποκλίνοντα συναισθήματα για την ταινία. Φιλιωμένοι και ομονοούντες πλέον, οι δυο πάλαι ποτέ σφαγμένοι εχθροί στα κορτς έχουν ελαφρώς αποκλίνοντα συναισθήματα για την ταινία. Ο Μάκενρο πιστεύει πως το Όλα για τη Δόξα είναι αδικαιολόγητα ανακριβές («αν μου ζητούσαν την άποψη μου από την αρχή, θα είχαν επινοήσει καλύτερα ψέματα») ενώ ο Μποργκ το βρίσκει μυθοπλασία μεν, αλλά μια χαρά ψυχαγωγία. Λίγη σημασία έχει μπροστά στη σταθερά συναρπαστική κλιμάκωση της πορείας προς τον μεγάλο αγώνα δύο αντίρροπων δυνάμεων της φύσης, την ψυχολογική ένταση που βγάζει ο συνδυασμός των αναδρομών με την αληθοφάνεια των κινηματογραφημένων φάσεων, και η απίστευτη ομοιότητα του Σουηδο-Ισλανδού Σβέριρ Γκούντνασον με τον Μποργκ, στο πρόσωπο, το σώμα και το ύφος. Ο ΛαΜπέφ είναι καλός, και ο Σκάρσγκαρντ, στο ρόλο του Σουηδού προπονητή, εξαιρετικός, σε μια ταινία που μοιράζεται πειστικά ανάμεσα στη σουηδική και την αγγλική γλώσσα.

Πηγή: http://www.lifo.gr

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑΝΝΗ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

Δύο θρύλοι του τένις που έχουν αφήσει Ιστορία βρίσκονται στον πυρήνα αυτής της ταινίας που ανάμεσα σε φλας μπακ που αναφέρονται στο παρελθόν και στα εφηβικά χρόνια τους, εξετάζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του καθενός λίγο πριν από τη μονομαχία τους στο Γουίμπλετον το 1980. Ο άνθρωπος-πάγος Μπιορν Μποργκ (Σβένιρ Γκούντνασον) και ο άνθρωπος-ηφαίστειο Τζον Μακ Ενρόου (Σία Λε Μπεφ). Ο αήττητος Σουηδός με τον κλειδωμένο συναισθηματικό κόσμο και ο φέρελπις Αμερικανός που το μόνο που έκανε ήταν να εκθέτει διαρκώς τον συναισθηματικό του κόσμο, πράγμα που τον έκανε αντιπαθή αλλά και δημοφιλή. Ο σουηδός σκηνοθέτης Γιάνους Μετς ενδιαφέρεται να μπει βαθιά μέσα στον ψυχισμό τους και συγχρόνως να δημιουργήσει σασπένς στην «αναπαράσταση» του πρώτου αγώνα μεταξύ τους, ο οποίος δεν ήταν ο τελευταίος. Οι δύο ηθοποιοί στους οποίους βρίσκεται το μεγαλύτερο βάρος της ταινίας αποδίδουν ικανοποιητικά τους ρόλους τους και η ομοιότητα του Γκούντνασον με τον Μποργκ είναι πραγματικά συγκλονιστική.

Βαθμολογία: 3

http://www.tovima.gr/

Ο θρυλικός τελικός του 1980 στο Ουίμπλντον και οι δυσδιάκριτες εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ του Σουηδού Μποργκ και του Αμερικανού ΜάκΕνρο, σε μια ενδιαφέρουσα, αλλά όχι συναρπαστική διπλή βιογραφία.

Κάποιοι θυμούνται, άλλοι απλά ξέρουν ότι το Σάββατο 5 Ιουλίου 1980, στο κεντρικό κορτ του Ουίμπλντον, έλαβε χώρα το ενδεχομένως πιο καλό και αξιομνημόνευτο ματς στην ιστορία του αθλήματος: ο 24χρονος Σουηδός, Μπγιόρν Μποργκ (ο διεθνώς άγνωστος Γκούντνασον, φτυστός ο τενίστας) διεκδικούσε τον πέμπτο σερί τίτλο του στο λονδρέζικο όπεν απέναντι στον 20χρονο Αμερικανό, Τζον ΜάκΕνρο (ΛαΜπαφ, πολύ καλός). Ο Μποργκ, ανέκφραστος και μεθοδικός, ήταν ένα τέρας ψυχραιμίας και αυτοσυγκράτησης. Ο ΜάκΕνρο, από την άλλη, ήταν ένας ταχυφλεγής φωνακλάς, που εκδηλωνόταν μαξιμαλιστικά και συνήθως απρεπώς εντός και εκτός κορτ. Ακόμη και τα μαλλιά τους ήταν διαμετρικά αντίθετα –λίγα ίσια ξανθά μαλλιά έως τους ώμους για τον Μπγιόρν, ανοικονόμητη καστανή αφάνα για τον Τζον… Η κατάληξη της 4ωρης συναρπαστικής αναμέτρησης μεταξύ των δυο τενιστών είναι φυσικά πασίγνωστη. Μολαταύτα, ο δανός σκηνοθέτης και ο σουηδός σεναριογράφος του μας επιφυλάσσουν ένα ωραία μονταρισμένο (Περ Κίρκεγκααρντ, Περ Σάντχολτ) 20λεπτο κοντά στο τέλος του φιλμ με φάσεις από το ιστορικό ματς, συνοδεία της απαραίτητης εναγώνιας μουσικής.

Η βασική εστίαση, ωστόσο, της ταινίας αφορά τις φαινομενικά εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες των δυο πρωταθλητών. Και λέω «φαινομενικά», διότι τελικά είχαν πολλά κοινά. Μέσα, ας πούμε, από εκτεταμένα (σουηδόφωνα) φλασμπάκ ανακαλύπτουμε ότι στο ξεκίνημά του και ο Μποργκ ήταν ένα αψίκορο μειράκιο που έσπαγε ρακέτες και ξέσπαγε κατά πάντων… Και ήταν ο μειλίχιος προπονητής του, Λέναρτ Μπέργκελιν (Σκάρσγκαρντ), που του έμαθε –με κόστος ακόμη και την παροδική απόλυσή του– να διοχετεύει όλη αυτή την υπερβάλλουσα ενέργεια στο παιχνίδι του. Α, παρεμπιπτόντως, στα φλασμπάκ από τα παιδικά χρόνια του σουηδού τενίστα, τον Μποργκ υποδύεται ο Λέο Μποργκ, ο 15χρονος γιός του Μπγιόρν, που είναι επίσης ανερχόμενος σταρ της ρακέτας. Συνολικά, πάντως, η ταινία μένει πολύ μακριά από άλλες συναρπαστικές αθλητικές μονομαχίες του σελιλόιντ, σαν το πρόσφατο «Η μάχη των φύλων», ή το κορυφαίο «Rush» του μάστορα Ρον Χάουαρντ. Κρίμα, γιατί ο ΛαΜπαφ δίνει εδώ ίσως την καλύτερη μέχρι τούδε ερμηνεία του.

Τατιάνα Καποδίστρια [2,5/5]

http://tospirto.net/

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΣΤΕΛΛΑΚΗ [2,5/5]

Είναι καλοκαίρι του 1980 και τα βλέμματα των φιλάθλων είναι στραμμένα στο Γουίμπλεντον, όπου ο 24χρονος Σουηδός Μπγιορν Μποργκ διεκδικεί τον πέμπτο συνεχόμενο τίτλο του. Ο Μποργκ θα βρει μπροστά του τον 20χρονο Αμερικανό Τζον ΜακΕνρό, έναν τενίστα γνωστό για το επιθετικό του στυλ και τη συνήθειά του να χάνει την ψυχραιμία του. Ο αγώνας τους θα μείνει στην ιστορία ως ένας από τους πιο συναρπαστικούς αγώνες του αθλήματος.

Ο Δανός σκηνοθέτης Γιάνους Μετς (Armadillo) σκηνοθετεί με νεύρο μια ιστορία με γνωστή κατάληξη. Καταφέρνει παρ’ όλα αυτά να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, όχι μόνο με τον τρόπο που σκηνοθετεί τα όσα γίνονται εντός γηπέδου, αλλά κυρίως όσα λαμβάνουν χώρα εκτός. Στην πραγματικότητα το Borg/McEnroe μιλά για τη σύγκρουση δύο κοσμοθεωριών: την ψυχραιμία (κάποιοι θα μιλούσαν και για ψυχρότητα) του Σουηδού Μποργκ και την ένταση που επιδεικνύει ο νεαρός ΜακΕνρό. Αλλά και για το πώς αυτοί οι δύο κόσμοι συναντιούνται και καταφέρνουν να συνυπάρξουν, έστω και για τη διάρκεια ενός αγώνα.

Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της ταινίας παίζουν οι δύο κεντρικοί πρωταγωνιστές. Ο Σάια ΛαΜπεφ είναι ιδανικός για τον ρόλο του ΜακΕνρό, του ανθρώπου που αρέσκεται στο να δημιουργεί προβλήματα -ο ίδιος ο ηθοποιός έχει ουκ ολίγες φορές συγκεντρώσει τα φώτα της δημοσιότητας για τη στάση του. Εκείνος που εντυπωσιάζει, όμως, είναι ο Σβέριρ Γκούντνασον (Βαλς για τη Μόνικα), ηθοποιό που θα τον δούμε σύντομα ως Μάικλ Μπλομκβίστ στη συνέχεια του Κοριτσιού με το Τατουάζ. Δεν είναι μόνο η εξωτερική ομοιότητα με τον Μποργκ που παίζει ρόλο, αλλά και ο τρόπος που ο Γκούντνασον αντιμετωπίζει τον χαρακτήρα: η στάση του σώματος, η εσωτερική πίεση και πώς αυτή διοχετεύεται προς τα έξω.

Μπορεί η ταινία να ονομάζεται Borg/McEnroe, αλλά είναι περισσότερο μια ταινία για τον Μποργκ και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού εκείνος παραμένει το μεγάλο όνομα του αθλήματος, μια φαινομενικά παράξενη φιγούρα που αποφάσισε να εγκαταλείψει πολύ νωρίς το άθλημα, έχοντας κατακτήσει την υψηλότερη κορυφή (και όχι μία φορά). Η ταινία πασχίζει να δείξει πόσο οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες είναι στην πραγματικότητα οι ίδιοι και εκεί ίσως έγκειται και η αδυναμία της: στην ανάγκη να συγκρίνει και να φέρει κοντά τους δύο αυτούς μεγάλους αθλητές.

Ο Μετς σκηνοθετεί με τρόπο συναρπαστικό τον τελικό του Γουίμπλετον, δημιουργώντας μια σχετική αγωνία ακόμα και για τον θεατή που γνωρίζει εκ των προτέρων το αποτέλεσμα. Το Borg/McEnroe είναι ενδιαφέρον, ακόμα και για τους θεατές που ενδιαφέρονται ελάχιστα για αθλητικές ταινίες.

http://cinepivates.gr

Χρυσαυγή Πατσάκη [3/5]

Σύνοψη: Το 1980, ο Σουηδός Björn Borg ήταν ο απόλυτος σταρ του τένις. Λιγομίλητος, μυστηριώδης και απόλυτα ήρεμος, ήταν μια «μηχανή» που λύγιζε τους αντιπάλους του. Με 4 συνεχόμενα κύπελλα Wimbledon στο ενεργητικό του, βάδιζε προς τον πέμπτο θρίαμβό του, μόνο που σε αυτόν τον τελικό είχε απέναντί του την «νέμεσή» του, τον Αμερικανό John McEnroe.

Άποψη: Οι δυο αυτοί κορυφαίοι αθλητές – τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους τόσο στο παίξιμο όσο και στη συμπεριφορά – η αντιπαλότητά τους και ο τελικός του Wimbledonπου έγραψε ιστορία είναι το υλικό της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Δανού Janus Metz (“True Detective”), η οποία τσίμπησε και το Βραβείο Κοινού στο 12οΦεστιβάλ Κινηματογράφου της Ρώμης.

Το “Borg McEnroe” αφηγείται τα γεγονότα πριν, κατά τη διάρκεια και λίγο μετά τον μεγάλο τελικό, με flashbacks στην παιδική ηλικία των δύο ηρώων. Κρίνοντας από αυτές τις αναδρομές στο παρελθόν, η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται και σκέτο “Borg”, καθώς επικεντρώνεται περισσότερο στην προσωπικότητα του Σουηδού πρωταθλητή (Σβέριρ Γκούντνασον) και τη σχέση με τον προπονητή του (Στέλαν Σκάρσγκααρντ), ο οποίος τον ανέλαβε όταν ο Borg ήταν ακόμα ένα μικρό παιδί που ήθελε να γίνει ο καλύτερος παίκτης τένις στον κόσμο. Για να τα καταφέρει, έπρεπε όμως να διαχειριστεί τις εκρήξεις θυμού του, όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα ήθελε. Το τένις είναι άλλωστε ένα εκλεπτυσμένο άθλημα και ένας επιτυχημένος αθλητής του δεν μπορεί να συμπεριφέρεται ως νταλικέρης… εκτός κι αν είναι ο McEnroe, που έριχνε βρισίδια εντός και εκτός γηπέδου, αποκτώντας τη φήμη του «κακού παιδιού» και τα κερδίζοντας τα γιουχαρίσματα του αγγλικού κοινού του Wimbledon. Ο “hate him or love him” Shia LaBeouf είναι κομμένος και ραμμένος για τον ρόλο, καθώς καταφέρνει να δώσει στον χαρακτήρα του outsider το βάθος που χρειάζεται, παρότι η δική του ιστορία δεν αναπτύσσεται εκτενώς.

Καθώς η ταινία προχωρά προς τη σκηνή του τελικού, η αγωνία κορυφώνεται με μαεστρία, ειδικά αν ο θεατής δεν γνωρίζει εκ των προτέρων την έκβαση του αγώνα. Εκεί είναι που γίνεται φανερό ότι οι δυο ανταγωνιστές μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε, έχοντας περάσει όλη την παιδική και νεανική τους ηλικία κυνηγώντας τον ίδιο σκοπό και δεχόμενοι τις ίδιες πιέσεις από το περιβάλλον τους, παρότι επιλέγουν να τις διαχειριστούν με αντιδιαμετρικό τρόπο. Κι εκεί είναι που το “Borg McEnroe” καταφέρνει να γίνει μια κινηματογραφική εμπειρία που ξεπερνάει τον σκόπελο της ταινίας αθλητικού περιεχομένου και μετατρέπεται σε μια σπουδή χαρακτήρων, η οποία μπορεί να μην είναι τέλεια ή 100% ολοκληρωμένη, αλλά μιλάει σε όλους όσους έχουν παλέψει με την προσδοκίες των άλλων, την επιθυμία της επιτυχίας και τον παραλυτικό φόβο της αποτυχίας.

https://www.moveitmag.gr

Borg McEnroe (2017) ★★★
By kazanipouvrazei / Μαρτίου 2, 2018

Στις 5 Ιουλίου του 1980, ένα χρόνο πριν κρεμάσει τη ρακέτα του και αποσυρθεί -σε ηλικία μόλις 26 ετών- ο τέσσερις φορές πρωταθλητής στο τουρνουά του Γουίμπλεντον Μπγιόρν Μποργκ, έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά, με το ανερχόμενο αστέρι και κάτοχο του US Open Τζον Μακενρό. Για όσους δεν γνωρίζουν τη συναρπαστική έκβαση του μεταξύ τους αγώνα για τη κατάκτηση του κυπέλου, ή και θέλουν να τη ξαναθυμηθούν μέσα από μια δραματοποιημένη βιογραφία (στο σενάριο της οποίας δεν συμμετείχαν οι δυο αστέρες, παρά το γεγονός ότι ο γιός του Μποργκ υποδύεται εδώ τον πατέρα του σε μικρή ηλικία), ο Δανός σκηνοθέτης Γιάνους Μετζ έχει φτιάξει ένα τεταμένο και καλογυρισμένο στο είδος του φιλμ. Σε σενάρια αυτής της κατηγορίας ταινιών, παραβλέπεται συνήθως η ψυχολογική επιμονή και το τί θυσιάζουν οι αθλητές, για να φτάσουν στη κορυφή. Επίσης, η κάμερα εστιάζει με ένταση στις διαφορές μεταξύ των δύο αντιπάλων. Ο Μετζ όμως στη προκειμένη περίπτωση, μέσα από αρκετά φλασμπάκ και μικρές λεπτομέρειες που φωτίζουν τις ιδιοσυγκρασίες των δύο ανδρών, υπογραμμίζει το ίδιο τους το ταλέντο ως εκείνο που κατευθύνει πιεστικά τις ζωές τους, αλλά και το πόσο τελικά όμοιοι υπήρξαν, μέσα στη διαφορετικότητά τους. Ο ψυχρός και μεθοδικός Σουηδός από την μια, που διαισθάνεται το βάρος των προσδοκιών του κόσμου, νιώθει ανήμπορος να ελέγξει τη φόρα της φήμης του, παρά τη συμπαράσταση της ρουμάνας -επίσης τενίστριας- αρραβωνιαστικιάς (Τούβα Νοβότνι) και του προπονητή του (Στέλαν Σκάρσγκαρντ). Ορμητικός και εξωστρεφής, ο Αμερικανός Μακενρό απέχει αρκετά από την clean cut εικόνα του ινδάλματός του. Ο κόσμος τον γιουχάρει για την αυθάδη συμπεριφορά του, εκείνος αρπάχνεται με όλους μέσα και έξω από τα γήπεδα, αλλά η ταινία αντί να τον σκιαγραφεί ως αντιπαθητικό μαγκάκι, που είναι η εύκολη επιλογή, τον πασάρει ως ένα νευρικό και δεχόμενο πίεση από τους γονείς του παιδί, που παλεύει να αποδείξει πως αξίζει τον τίτλο, παρά την μη αρμόζουσα στα media και τους σπόνσορες ταπεινή «καταγωγή» του. Το Borg McEnroe δεν είναι ισομερώς ζυγισμένο στους δυο αθλητές, με τον Μποργκ πιο εκτεθειμένο σε διάρκεια και ψυχολογικό βάθος από τον Μακενρό. Ο Σβέριρ Γκούντνασον είναι ιδιαίτερα καλός στο κεντρικό ρόλο, ενώ δεν γίνεται να μην παρατηρήσει κανείς το πόσο μοιάζει και φυσιογνωμικά στον ήρωα που υποδύεται. Ο Σάια Λαμπέφ –που παρά τα ψυχολογικά του θέματα, εξελίσσεται τον τελευταίο καιρό σε αφοσιωμένο ερμηνευτή που αξίζει να προσέξει κανείς- βρίσκεται εδώ στην καλύτερή του φόρμα. Ο ηθοποιός βρισκόταν παλαιότερα σε συζητήσεις να υποδυθεί τον Μακενρό σε μια άλλη βιογραφική ταινία (το Superbrat), την οποία όμως τελικά απέρριψε, καθώς σύμφωνα με δηλώσεις του, διέθετε περισσότερο σατιρικά παρά δραματικά στοιχεία και δεν σεβόταν τόσο τον αγαπημένο του θρύλο του τένις. Ο Λαμπέφ που προτίμησε να συνεργαστεί ξανά με Σκανδιναβό σκηνοθέτη (μετά την εμπειρία του στο Nymphomaniac), διέκρινε μέσα από την ιστορία που επεξεργάστηκε ο Γιάνους Μετζ, αρκετούς παραλληλισμούς με τη δική του πορεία στο χώρο του θεάματος και το πόσο επίσης παρεξηγημένη είναι η εικόνα, που ο κόσμος έχει για εκείνον και τον τρόπο που θέλει να υπηρετήσει την τέχνη του.

https://oitainiestiszoissou.wordpress.com/

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: