Τσε: Ο Αργεντίνος (2008) (Che: Part One) | Σκηνοθέτης:Steven Soderbergh | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Περίληψη
Στις 26 Νοεμβρίου του 1956, ο Φιντέλ Κάστρο φτάνει στην Κούβα με 80 αντάρτες. Ανάμεσά τους είναι κι ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα, ένας Αργεντίνος γιατρός που έχει τον ίδιο στόχο με τον Φιντέλ Κάστρο: την ανατροπή του διεφθαρμένου δικτάτορα Μπατίστα. Ο Τσε μαθαίνει γρήγορα την «τέχνη» του αντάρτικου και γίνεται απαραίτητο μέλος της ομάδας. Ρίχνεται στον αγώνα και κερδίζει την αναγνώριση των συντρόφων του αλλά και του Κουβανικού λαού. Η ταινία παρακολουθεί την ανοδική πορεία του στην Κουβανική Επανάσταση: από γιατρός γίνεται διοικητής και καταλήγει σε ήρωα της επανάστασης.

Che Part One greek poster

Είδος:Βιογραφία
Χώρα:Γαλλία, Ισπανία, ΗΠΑ
Σκηνοθέτης:Steven Soderbergh
Πρωταγωνιστούν:Benicio Del Toro, Julia Ormond, Oscar Isaac, Demián Bichir
Διάρκεια:134

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου (Ι), Φθινόπωρο 2018- Εισαγωγή στην Τέχνη του Κινηματογράφου

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ Φθινόπωρο 2018

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2018 σε 11 Μαθήματα από 6 Οκτωβρίου 2018

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ «ΤΟ ΜΟΝΤΑΖ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ» – Φθινόπωρο 2018

Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, στο πρώτο μέρος μιας ταινίας που θα έπρεπε να προβάλλεται στην 4ωρη ολότητά της, αφηγείται, με επίκεντρο τον Τσε Γκεβάρα, τα γεγονότα από το 1957 ως την επόμενη μέρα της κατάληψης της εξουσίας από τον Φιντέλ Κάστρο.

Βραβείο Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας για τον Μπενίσιο Ντελ Τόρο – Φεστιβάλ Καννών

Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ στήνει με μαεστρία το πορτρέτο του θρυλικού επαναστάτη μέσα από δύο ταινίες που έρχονται για πρώτη φορά στις ελληνικές αίθουσες.

Το πρώτο μέρος της βιογραφίας.

Λίγα Λόγια από τον Σκηνοθέτη

Βρήκα ελκυστική την ιστορία του Τσε σαν θέμα για μία ταινία (ή δύο) όχι μόνο επειδή η ζωή του μοιάζει με περιπέτεια αλλά επειδή βρίσκω συναρπαστικές τις δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπίσει όποιος θέλει να εφαρμόσει στην πράξη μια πολιτική θεωρία. Ήθελα να αποδώσω με λεπτομέρεια την ψυχολογική και σωματική δύναμη που απαιτούνται για δύο εκστρατείες τέτοιου μεγέθους καθώς και την διαδικασία που οδηγεί έναν άνθρωπο με ακλόνητη θέληση να ανακαλύψει την ικανότητα που διαθέτει να εμπνέει και να καθοδηγεί τους άλλους.

«Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ο Τσε εξακολουθεί να είναι ίνδαλμα τώρα, 40 χρόνια μετά τον θάνατό του» εξηγεί η Λόρα Μπίκφορντ

, μία από τους παραγωγούς της ταινίας «Τσε: Ο Αργεντίνος».

«Είναι ξεκάθαρα ένα σύμβολο νεανικής εξέγερσης και ιδεαλισμού που ξεπερνάει τον χρόνο.»

«Κάναμε έρευνα για 3 χρόνια πάνω σε αυτό που κατέληξε να γίνει η δεύτερη ταινία. Η αρχική ιδέα ήταν να επικεντρωθούμε σ’ ένα μόνο μέρος της ζωής του Τσε. Όμως, μετά ανακαλύψαμε πως έτσι δε θα ήταν εμφανείς οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πήρε την απόφαση να πάει στη Βολιβία. Όταν αποφασίσαμε να προσθέσουμε την Κούβα και το ταξίδι που έκανε στην Νέα Υόρκη για να μιλήσει στα Ηνωμένα Έθνη, το σενάριο άρχισε να γίνεται όλο και μεγαλύτερο οπότε συνειδητοποιήσαμε ότι θα έπρεπε να γυρίσουμε δύο ταινίες.»

7 Χρόνια Έρευνας

«Για να υποδυθώ τον Τσε ακολούθησα μια εντελώς διαφορετική διαδικασία σε σχέση με άλλες ταινίες που έχω κάνει» ομολογεί ο συμπαραγωγός και πρωταγωνιστής της ταινίας Μπενίσιο Ντελ Τόρο. «Επειδή πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, ξεκινάς από τον ίδιο και τα γραπτά του. Αυτό μας οδήγησε σε 7 χρόνια έρευνας για να βρούμε ό,τι έχει γραφτεί από άλλους γι’ αυτόν. Όμως, εγώ πάντα επέστρεφα σε αυτά που είχε γράψει ο ίδιος.»

«Κατά τη διάρκεια των επτά προηγούμενων χρόνων», λέει η Μπίκφορντ, «πήγαμε στην Κούβα, στην Βολιβία, στο Παρίσι και στο Μαϊάμι – ουσιαστικά οπουδήποτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μας μιλήσει. Το καταπληκτικό στην περίπτωσή μας ήταν πως πάρα πολλοί από αυτούς που πολέμησαν στην Κουβανική Επανάσταση ζούσαν ακόμα. Βρήκαμε πληθώρα εγγράφων και φωτογραφιών. Οι αντάρτες είχαν κρατήσει πολύ καλά αρχεία.»

«Τρεις άντρες, που γνώρισαν τον Τσε κατά τη διάρκεια της Κουβανικής Επανάστασης, τον ακολούθησαν στην Βολιβία και επέζησαν. Αυτοί οι τρεις χαρακτήρες εμφανίζονται και στις δύο ταινίες. Τους πήραμε συνέντευξη για να μάθουμε τι τους συνέβη τόσο στην Κούβα όσο και στην Βολιβία. Αυτό που προσέφεραν, σε εμάς και ειδικότερα στους ηθοποιούς, ήταν μία αίσθηση ρεαλισμού που δεν μπορείς να πετύχεις με άλλο τρόπο.»

Che Part One i gnomi ton kritikon

Από τον Ηλία Δημόπουλο [1,5/5] CINEMAGAZINE

Δεν ανήκω σε αυτούς που αρνούνται στις ταινίες προπαγάνδας το αισθητικό τους δικαίωμα. Από τη Λένι Ρίφενσταλ ως τον Σεργκέι Αϊζενστάιν, έχουν υπάρξει μνημεία αισθητικής πληρότητας που επιλέγεις να ξεχάσεις τι πραγματικά προπαγάνδιζαν για να μπορέσεις απερίσπαστος να τα απολαύσεις. Το εικαστικό αριστείο μπορεί κάποτε να αποτελεί τη μόνη υπεράσπιση μιας ασχήμιας. Είναι άλλωστε και δικό μας δικαίωμα, ως θεατών, να απολαμβάνουμε εστετίστικα αυτό που παρακολουθούμε χωρίς να έχουμε να δώσουμε λογαριασμό πουθενά για την ηδονή μας.

Το ερώτημα με το πρώτο μέρος του «Τσε» – που είναι βέβαια εντελώς ένα έργο προπαγάνδας – είναι πως εικαστικά είναι πεζοδρομιακό και αισθητικά πλήρως υποταγμένο στη λογική Σόντερμπεργκ ενός, κατά βάση, από τους πιο αποστασιοποιημένους, κρύους και αντι-δραματικούς σκηνοθέτες που δούλεψαν τα τελευταία 30 χρόνια στην Αμερική. Και τα δύο αυτά δεν είναι αναγκαστικά «πρόβλημα». Η πεζοδρομιακότητα, ας πούμε, ορισμένη σαν αποφυγή κάθε οπτικής φιοριτούρας στα πλαίσια ενός ανταρσιακού σινεμά βεριτέ που ακολουθεί εδώ ο σκηνοθέτης, είναι αρμόζουσα. Βέβαια πρέπει να το δεις (έτσι κι αλλιώς πρέπει να το δεις) για να καταλάβεις πως η βεριτέ α λα Σόντερμπεργκ είναι τόσο «κρυφά» στυλιζαρισμένη που ντρέπεται ο Τρίερ και το αναθεματισμένο Δόγμα του. Έτσι η verite του πράγματος πάει περίπατο, καθώς στην πλειοψηφία τους οι σκηνές είναι τόσο προσεκτικά και καλοστημένα παραταγμένες που μοιάζουν με ρήσεις «μεγάλης σοφίας» εκτάκτως ερριμμένες και αρκούντως διδακτικές.

Τα δύο μέρη έχουν κινηματογραφηθεί με σοβαρά διαφορετικό τρόπο προκειμένου από την αντίθεσή τους να προκύψει η σύνθεση μιας προσωπικότητας. Δεν θα περίμενες κάτι λιγότερο εγκεφαλικό από τον Στίβεν Σόντερμπεργκ.

Αισθητικά, τα προβλήματα πληθαίνουν. Η σύγκρουση της αποδραματοποιημένης σκηνοθεσίας με το γεγονός πως η σεναριογράφηση γίνεται πάνω στα ημερολόγια του βιογραφούμενου, δεν είναι απλά ένα φανταχτερό λάθος (άλλωστε είπαμε, προπαγάνδα είναι) είναι μια εκνευριστική συνθήκη καθώς πρέπει να υποστείς έναν σκηνοθέτη που καλύπτεται πίσω από ένα «κινηματογραφούμε ξερά τα περιστατικά, τις συνθήκες, την Ιστορία», έναν σκηνοθέτη δηλαδή που μασκαρεύει την προπαγάνδα του για αντικειμενική εξιστόρηση επειδή δεν (φαίνεται να) δραματοποιεί τα γεγονότα. Βέβαια το σινεμά είναι όπως τα επιστημονικά πειράματα. Αφού κινηματογραφείς (κι ακόμα πιο πολύ: μοντάρεις) επηρεάζεις τις συνθήκες και τα γεγονότα που κινηματογραφείς.

Το ζήτημα δεν είναι, να εξηγηθώ, πως το πρώτο μέρος του «Τσε» είναι μια αγιογραφία. Η Ιστορία, η σειρά των αφηγήσεων που συστήνει την δυναμική Ιστορία, αποφαίνεται εδώ και μισό αιώνα για την προσωπικότητα του Τσε Γκεβάρα. Και, για την ώρα, αποφαίνεται πλήρως αντιφατικά. Αυτή η αντίφαση δεν είναι δυνατόν να εκπροσωπηθεί από ένα έργο μεγάλης αυταρέσκειας, που στηρίζεται στις προσωπικές εγγραφές του Τσε Γκεβάρα. Αυτό που θέλει η ταινία να εκπροσωπήσει είναι την πλευρά του επαναστάτη/ήρωα/πολιτικού καλλιτέχνη/τακτικού ιδιοφυή/θεραπευτή/ανθρωπιστή, ενός υπερ-ανθρώπου που παρά την (ακόμα πιο υπεράνθρωπη) ερμηνεία του Μπενίτσιο Ντελ Τόρο είναι εμφανές πως δεν είναι παρά ένα (εκλεκτό) απόσταγμα μιας ιστορικής συγκυρίας την οποία δεν μπορεί να υπερκεράσει παρά με τσιτάτα, στωϊκότητα και μονομανή προσήλωση – όλα τους στοιχεία εντελώς ανθρώπινα, εκτιμώ.

Η κινηματογράφηση του Σόντερμπεργκ εκπίπτει περιστασιακά από το ιστορικό στο γελοίο (όπως εκεί που ο Τσε καπνίζει αρειμανίως την πίπα του διαβάζοντας, στο βάθος οι σύντροφοι σαχλαμαρίζουν και προστάζει τον έναν να πάρει το βιβλίο του), η παγερή του αδιαφορία στους υπόλοιπους χαρακτήρες σε αφήνει (σκόπιμα, ίσως) σ’ ένα χάος ως προς το ποιος είναι ποιος, που είμαστε, που πάμε, τι είναι πιο σοβαρό απ’ το άλλο (όλα είναι σοβαρά, οι κερδισμένες μάχες δεν είναι παρά ο πρόναος της επανάστασης…) και μένει μόνο, εξωκινηματογραφικό μοιάζει σχεδόν, το γεγονός πως τα δύο μέρη έχουν κινηματογραφηθεί με σοβαρά διαφορετικό τρόπο προκειμένου από την αντίθεσή τους να προκύψει η σύνθεση μιας προσωπικότητας. Δεν θα περίμενες κάτι λιγότερο εγκεφαλικό από τον Στίβεν Σόντερμπεργκ, υπάρχει κι άλλος χαρακτηρισμός, αλλά την άλλη εβδομάδα, στο (ανώτερο) δεύτερο μέρος θα συνεχίσουμε…

http://www.cinemagazine.gr/

Του Νίνου Φένεκ Μικελίδη [4/5]

** Che: Ο Αργεντίνος

Che: Part One. Γαλλία/Ισπανία/ΗΠΑ, 2008. Σκηνοθεσία: Στίβεν Σόντερμπεργκ. Σενάριο: Πίτερ Μπάκμαν, από τα απομνημονεύματα του «Τσε» Γκοβάρα. Ηθοποιοί: Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Τζούλια Όρμοντ, Όσκαρ Άιζακ, Ροντρίγκο Σαντόρο. 134´

Με τους αγώνες του «Τσε» Γκεβάρα ενάντια στα καταπιεστικά, δικτατορικά καθεστώτα της Κούβας και της Βολιβίας καταπιάνονται τα δυο μέρη της συναρπαστικής αυτής, βραβευμένης ταινίας του Στίβεν Σόντερμπεργκ που είδαμε στο φεστιβάλ των Κανών το 2008 και που πήρε δέκα ολόκληρα χρόνια για να φτάσει στις ελληνικές οθόνες, εκεί που άλλες αδιάφορες, συχνά και κακές, ταινίες προβάλλονται την ίδια χρονιά με την πρώτη τους εμφάνιση!

Αγώνες πρέπει να πω ενάντια στην αδικία, την εκμετάλλευση, τη φτώχεια και την εξαθλίωση, στοιχεία που αντιλαμβάνονται ο αγρότης, ο εργάτης και ο απλός πολίτης, στους οποίους απευθυνόταν ο νεαρός αρχικά γιατρός Ερνέστο Γκεβάρα, που μέσα σε μικρό διάστημα θα μετατραπεί σε εθνικό ήρωα και, στη συνέχεια θρυλικό σύμβολο των αδικημένων και επαναστατημένων σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη.

Ο Σόντερμπεργκ δεν προσπαθεί να περάσει πίσω από τα πρόσωπα και τις κατά περιόδους διάφορες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, για να με μας εξηγήσει τη ψυχολογία των προσώπων του ή τις πολιτικές και άλλες καταστάσεις. Χωρίς ρομαντισμούς ή ψεύτικους ηρωισμούς, η ταινία του ακολουθεί, ημέρα με την ημέρα, τον Τσε μέσα από τα ημερολόγια και τις σημειώσεις του ίδιου.

Στον «Αργεντινό», το πρώτο μέρος της, συνολικά τεσσερισίμιση σχεδόν ωρών διάρκειας, ταινίας του, παρακολουθούμε τον Τσε στους αγώνες του στην Κούβα και το διάλειμμα του στην Αργεντινή, με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Αγώνες στο πλάι του Φιντέλ Κάστρο (αν και σπάνια τους βλέπουνε μαζί), όπου, με το πάθος του για δικαιοσύνη και ελευθερία, ξεσηκώνει τους αγρότες (άντρες, γυναίκες και παιδιά) στη νικηφόρα, όπως ξέρουμε στη συνέχεια, επανάσταση που θα ανατρέψει τον δικτάτορα Μπατίστα.

Εκείνο που ενδιαφέρει τον Σόντερμπεργκ είναι να καταδείξει την ιδέα πίσω από τους αγώνες, είτε αυτοί πετυχαίνουν, όπως στην περίπτωση της Κούβας, είτε αποτυχαίνουν, όπως στην περίπτωση της Βολιβίας. Παθιασμένος κομμουνιστής, φλογερός επαναστάτης, ο Τσε ακολουθούσε αμετάκλητα την πορεία του, μαζί με τους ανθρώπους που πίστευαν ακράδαντα σ’ αυτόν (ποτέ του, στις μάχες, δεν εγκατέλειπε κανέναν από τους αντάρτες του, ακόμη και πληγωμένο), παρά το άσθμα του και την ελονοσία, που κάποια στιγμή τον χτύπησε.

Ο Σόντερμπεργκ δόθηκε ολόψυχα στην ταινία, πράγμα που φαίνεται μέσα από κάθε, σκηνοθετημένη με δύναμη και αμεσότητα, σκηνή του, με τη, συχνά πειραματική, χρήση διαφόρων μέσων (τη χρήση ντοκιμαντέρ, μαυρόασπρου και έγχρωμου φιλμ), με τον ίδιο, εκτός από τη σκηνοθεσία, να αναλαμβάνει και τη διεύθυνση φωτογραφίας και το μοντάζ – καταφέρνοντας να δώσει την προσωπική του σφραγίδα στην επικών διαστάσεων αυτή βιογραφία (από τις καλύτερες σκηνές του αναφέρω εκείνη της πολιορκίας της Σάντα Κλάρα).

Αξίζει να αναφέρω, ότι τη γύρισε με πολλά οικονομικά ρίσκα (κανένα αμερικανικό στούντιο δεν ήθελε να τη χρηματοδοτήσει κι αναγκάστηκε να καταφύγει σε ευρωπαϊκά κεφάλαια), και να αποσπάσει μια μνημειώδη ερμηνεία από τον Μπενίσιο Ντελ Τόρο, ερμηνεία που τονίζει, με την ίδια δύναμη, τόσο την αγωνιστικότητα του επαναστάτη, όσο και την απλή, ανθρώπινη, ευαίσθητη πλευρά του, ερμηνεία που δίκαια του χάρισε το βραβείο στις Κάνες.

Συνολικά, μια από τις πιο σημαντικές, πολιτικά προκλητικές, ταυτόχρονα πιο εύπεπτες, ταινίες του σκηνοθέτη της, που άξιζε, έστω και καθυστερημένα, να προβληθεί δημόσια.

https://www.enetpress.gr/

Το 1956, ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα και μια ομάδα εξόριστων Κουβανών με επικεφαλής τον Φιντέλ Κάστρο φτάνουν στην κουβανική ακτή από το Μεξικό. Μέσα σε δύο χρόνια κινητοποίησαν λαϊκή υποστήριξη και στρατό ανατρέποντας το φιλικό προς τις ΗΠΑ καθεστώς του δικτάτορα Μπατίστα.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 30.8.2018 [4/5]

Στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ Καννών το 2008 είδαμε το τετράωρο «Che» ολόκληρο, με καθορισμένο διάλειμμα 15 λεπτών (σέρβιραν χάμπουργκερ στην ταράτσα της αίθουσας Debussy) ανάμεσα στα δύο μέρη που το συναποτελούν. Παρά το αναγκαστικό για τους εμπορικούς σκοπούς της διανομής «σπάσιμο» της ταινίας σε δύο δίωρα (όπως θα προβληθεί και στις ελληνικές αίθουσες), η ενιαία θέαση συνάδει πλήρως με τις απαιτήσεις ενός ιδιαίτερου έπους που δεν είναι απλώς μια επιλεκτική βιογραφία για τη δράση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στην Κούβα και στη Βολιβία αλλά μια ταινία για την πικρή καθημερινότητα της επαναστατικής ιδεολογίας. Στο πρώτο μέρος, που ονομάζεται «Ο Αργεντίνος», ο Τσε στηρίζει τον Φιντέλ Κάστρο στην ανατροπή του Μπατίστα, ενώ στο δεύτερο μεταβαίνει στη Βολιβία, την αρχή μιας μακριάς, επώδυνης διαδρομής προς το τέλος, ανάμεσα στις σκιές της προδοσίας και την κλονισμένη από το χρόνιο άσθμα υγεία του. Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ έλαβε καίριες σκηνοθετικές αποφάσεις για να τιμήσει ιστορικά και δραματικά το δύσκολο θέμα του. Απέφυγε τα κοντινά πλάνα σε έναν χαρακτήρα που μαχόταν για τη συλλογική δράση και την ισότητα ανάμεσα στους συναγωνιστές του. Δεν κατέφυγε σε τεχνικά κόλπα, κρατώντας την κάμερα στο χέρι ή, το πολύ, σε τρίποδο. Ζέστανε χρωματικά το πρώτο μέρος, μια και είναι γνωστό πως το αποτέλεσμα στην Κούβα ήταν θετικό ‒ αν και, όπως είχε επισημάνει ο ίδιος ο Τσε, ο πόλεμος κερδήθηκε, αλλά η επανάσταση μόλις είχε αρχίσει. Οι λεπτομέρειες για τη ζωή του σπανίζουν στο «Che» και υπερισχύουν η προσήλωση και η πειθαρχία. Ο τρόπος του Σόντερμπεργκ για να τη μεταδώσει είναι να μας κάνει να πιστέψουμε πως είμαστε κι εμείς εκεί, να φοβηθούμε, να διστάσουμε, να κουραστούμε. Αντίθετα, το πιο αγχώδες δεύτερο μέρος («Ο Αντάρτης»), ένα ημερολόγιο τρόμου σε δύσβατες περιοχές, κανονικό θρίλερ τελετουργίας πολέμου, μοιάζει ψυχρότερο και αποστασιοποιημένο. Η αφήγηση δεν είναι πάντα γραμμική, αλλά η αίσθηση της συνέχειας διατηρείται: το «Che» δεν είναι ακριβώς σαν τα δύο μέρη του «Νονού», που ναι μεν μιλούν για την ίδια οικογένεια, αλλά η προσέγγιση και ο στόχος είναι διαφορετικά. Κυρίως ο Σόντερμπεργκ δεν ανυψώνει τον γνωστότερο επαναστάτη όλων των εποχών στη σφαίρα του μύθου ούτε τον καλύπτει με ένα αποπροσανατολιστικό πέπλο νοσταλγίας, όπως ο Βάλτερ Σάλες στα «Ημερολόγια Μοτοσικλέτας». Οι λεπτομέρειες για τη ζωή του σπανίζουν στο «Che» και υπερισχύουν η προσήλωση και η πειθαρχία. Ο τρόπος του Σόντερμπεργκ για να τη μεταδώσει είναι να μας κάνει να πιστέψουμε πως είμαστε κι εμείς εκεί, να φοβηθούμε, να διστάσουμε, να κουραστούμε. Η τελευταία, υπέροχη σκηνή ενώνει ιδανικά τα δύο μέρη, υπονοώντας πως μια μεγάλη ιδέα κρύβεται σε μια επουσιώδη σκηνή, όπου ο χρόνος και η Ιστορία δεν καταγράφουν πάντα το όνειρο με χρυσά γράμματα και σπουδαία λόγια. Το μοναδικό αυτό εγχείρημα που παραλίγο να είχε σκηνοθετηθεί από τον Τέρενς Μάλικ προβάλλεται για πρώτη φορά στις ελληνικές αίθουσες και χάρισε το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες στον Μπενίσιο ντελ Τόρο, που εδώ δοκιμάζει μια παραλλαγή της ισπανικής γλώσσας προς τη διάλεκτο της Μαρ ντελ Πλάτα, και κυρίως δοκιμάζεται με όλους τους τρόπους για να πλησιάσει τον Τσε.

Πηγή: http://www.lifo.gr

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος [3/5]
αθηνόραμα.gr

Επιβλητική η ερμηνεία του Μπενίσιο ντελ Τόρο ως Τσε, εντυπωσιακή σκηνοθεσία από τον Σόντερμπεργκ, ο οποίος συνδυάζει το ντοκιμαντέρ με το πολεμικό έπος, αλλά οι αδυναμίες της ταινίας την απορυθμίζουν αισθητά.

Πριν από μία δεκαετία, αμέσως μετά το χλιδάτο σίκουελ «Η Συμμορία των Δεκατριών» (2007), ο ιδιοσυγκρασιακός Στίβεν Σόντερμπεργκ («Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες») καταπιάστηκε με την αυτοβιογραφία του εμβληματικού Ερνέστο Γκεβάρα και τη μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη σε δύο μέρη. Στο πρώτο εστιάζει στην καθοριστική γνωριμία του με τον Φιντέλ Κάστρο και τη διεξαγωγή του αντάρτικου στα βουνά της Κούβας.

Ο Μπενίσιο ντελ Τόρο ξεχωρίζει εξαρχής με την επιβλητική ερμηνεία του, μία από τις καλύτερες στην καριέρα του, ενώ η σκηνοθεσία του Σόντερμπεργκ εντυπωσιάζει μια και συνδυάζει το ντοκιμαντέρ με το πολεμικό έπος, γεγονός που του επιτρέπει να επικεντρωθεί στη στρατιωτική πλευρά του Τσε. Το εξιδανικευμένο πορτρέτο του, ωστόσο, καθώς και η απεικόνιση των δια­δοχικών ­νικών των ανταρτών αποδυναμώνουν το τελικό αποτέλεσμα.

Γαλλία, Ισπανία, ΗΠΑ. 2008. Διάρκεια: 134΄. Διανομή: WEIRD WAVE.

Πόλυ Λυκούργου [3/5]
FLIX

Τσε: Ο Αργεντίνος
Che: Part One
του Στίβεν Σόντερμπεργκ
ΚΡΙΤΙΚΗ 26 AUG
6 Στα 10

Το πρώτο μέρος του έπους του Στίβεν Σόντερμπεργκ για τη θρυλική φιγούρα του Τσε Γκεβάρα. Βραβείο ανδρικής ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών το 2008 για τον εκπληκτικό Μπενίσιο ντελ Τόρο. Σε πρώτη προβολή στις ελληνικές αίθουσες.

Μεξικό, 1956: ο Φιντέλ Κάστρο σαλπάρει για την Κούβα, με 82 αντάρτες σε ετοιμότητα και με σκοπό να ανατρέψει τον δικτάτορα Μπατίστα. Ανάμεσά τους κι ο νεαρός αργεντίνος γιατρός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα – ένας ιδεαλιστής επαναστάτης. Διασχίζοντας το εσωτερικό της χώρας, ως διοικητής των ανταρτών, ο Τσε στήριξε την Επανάσταση καθοριστικά: από το να εμπνεύσει τους φτωχούς αγρότες να τον ακολουθήσουν και να μυήσει το στρατό του σε τακτικές μοντέρνου ανταρτοπόλεμου, μέχρι να προσφέρει ιατρική περίθαλψη, όχι μόνο στους πολεμιστές του, αλλά στον εγκαταλειμμένο λαό που συναντούσε στην πορεία του. Στο πρώτο μέρος του μεγαλόπνοου έπους του, ο Στίβεν Σόντερμπεργκ ακολουθεί τον Τσε από τις ζούγκλες της Κούβας, μέχρι την νικηφόρο επέλαση στην Αβάνα το 1959. Τη δράση διακόπτει τακτικά η διάσημη ομιλία του Κομαντάντε στα Ηνωμένα Εθνη στη Νέα Υόρκη, το 1964, που άφησε ιστορία.

Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ σκηνοθετεί στην ουσία μία ταινία – την άνοδο και την πτώση του Τσε σε μία κινηματογραφική και ιστορική διατριβή 262 λεπτών- άσχετα αν, όπως και στην περίπτωση του «Kill Bill» του Κουέντιν Ταραντίνο, κρίθηκε δόκιμο να κοπεί στη μέση για εμπορικούς λόγους. Στο πρώτο μέρος, ο σεναριογράφος Πίτερ Μπάκμαν μάς δίνει ψήγματα από τη γέννηση της Επανάστασης και πώς ο Τσε της έδωσε την ιδεολογική της υπόσταση, όσο ο Σόντερμπεργκ (όπως έκανε και στο «Traffic») παίρνει την κάμερα στον ώμο, κατακερματίζει το χρόνο και συλλέγει στιγμές, εικόνες και συναισθήματα. Είναι προφανές: φυσικά και τον ενδιαφέρει η Ιστορία, αλλά ακόμα περισσότερο η ιστορία του ήρωά του.

Αφήνοντας στην άκρη τη σπιντάτη κινηματογράφηση της «Ocean» τριλογίας, ο Σόντερμπεργκ κατεβάζει τους ρυθμούς σ’ ένα νωχελικό, ονειρικό σχεδόν σινεμά παρατήρησης – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι σαφώς παρούσα η στυλιζαρισμένη, σήμα-κατατεθέν αισθητική του. Τον συναρπάζουν οι λεπτομέρειες, η διαδικασία, τα logistics που σχηματίζουν τη μεγάλη εικόνα. Οι δύσβατες πεζοπορίες στη ζούγκλα. Οι αυστηροί διάλογοι με τους αντάρτες. Οι διαφωνίες με τον Κάστρο. Οι συγκρούσεις. Οι τραυματισμοί. Το άσθμα που ροκάνιζε τις αντοχές του. Δεν υπάρχει μία γραμμική αφήγηση ενός ιστορικού έπους, όσο ένα βιωματικό παζλ για το θεατή: ο Τσε γίνεται ηγέτης και σύμβολο μπροστά στα μάτια του, μέσα από τη σύγχιση ενός ανταρτοπόλεμου με άγνωστη εξέλιξη ακόμα.

Ο Μπενίσιο Ντελ Τόρο, πέρα από την ανατριχιαστική ομοιότητα με τον Τσε, συνθέτει μία ερμηνεία – τόσο αβίαστη, τόσο νατουραλιστική και, ταυτόχρονα, τόσο μελετημένη στη λεπτομέρεια. Μία ερμηνεία μέσα στην ερμηνεία: ο ιδεολόγος γιατρός που παραδίδει τα σκήπτρα στον ηγέτη. Ο θεωρητικός που οφείλει να αποδείξει την εγκυρότητα της Επανάστασης με πράξεις. Ο ιδιωτικός άνθρωπος που εγκαταλείπει ένα κομμάτι του εαυτού του για να βγει μπροστά, να γίνει το πρόσωπο, το λάβαρο των αγώνων.

Ταυτόχρονα, επίτηδες, ο Σόντερμπεργκ κόβει με το ασπρόμαυρο γυαλιστερό (σαν τις φωτογραφίες του περιοδικού Life) «αρχειακό» υλικό της επίσκεψης στη Νέα Υόρκη: πόσο τον μυθοποίησε η Δύση τον Τσε, πόσο τον δαιμονοποίησε, πόσο τελικά τον κατάλαβε; Ο Ντελ Τόρο ερμηνεύει τις σκηνές του στο Μανχάταν με ένα σχεδόν περιπαικτικό μειδίαμα που είναι η απάντηση στα εκατομμύρια μπλουζάκια που τυπώθηκαν με τη διάσημη φωτογραφία του Κομαντάτε.

«Ποιο είναι το κύριο συστατικό μιας Επανάστασης;» τον ρωτά στην τηλεοπτική του συνέντευξη η δημοσιογράφος του ABC Λίζα Χάζουαρντ (Τζούλια Ορμόντ). «Η αγάπη» της απαντά, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. «Ενας πραγματικός επαναστάτης αγαπά τον άνθρωπο. Αγαπά τη δικαιοσύνη. Αγαπά την αλήθεια….»

Ακόμα κι αν η Ιστορία των τελευταίων 50 χρόνων μπορεί να τεστάρει τον κυνισμό μας απέναντι στην ιδεολογία, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Σόντερμπεργκ για αφελή αγιοποίηση της φιγούρας του Τσε. Ο μαγνητισμός, η γοητεία και η δύναμη της αλήθειας του είχαν ένα τέτοιο εκτόπισμα, που αν δεν ήταν ιστορικό πρόσωπο, το ίδιο το σινεμά θα έπρεπε να τον εφεύρει.

http://flix.gr/

Κωνσταντίνος Καϊμάκης [4/5]
Athens Voice

Το 1956 ο Φιντέλ Κάστρο και άλλοι 81 άντρες φτάνουν μυστικά με ένα πλοιάριο από το Μεξικό στην Κούβα για να οργανώσουν τον ένοπλο αγώνα κόντρα στο δικτάτορα Μπατίστα. Ανάμεσά τους βρίσκεται κι ένας νεαρός Αργεντίνος γιατρός που δεν έχει πειστεί απόλυτα για την τελική έκβαση του εγχειρήματος αλλά γοητεύεται από την προσωπικότητα του Κάστρο κι αποφασίζει να τον ακολουθήσει.

Το πορτρέτο του Τσε Γκεβάρα μέσα από τις πρώτες μέρες του ανταρτοπόλεμου στο πλευρό του Φιντέλ Κάστρο, όταν από ιδεαλιστής γιατρός μεταμορφώνεται σε εμβληματική, ηγετική φιγούρα της κουβανικής επανάστασης, δίνεται από τον Σόντερμπεργκ με συνδυασμό ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας σε ένα έπος διάρκειας 4,5 ωρών που κρίθηκε σκόπιμο να κοπεί σε δύο μέρη (σε δύο βδομάδες η συνέχεια του φιλμ, που βλέπουμε με καθυστέρηση 10 ετών στη χώρα μας) για προφανείς εμπορικούς σκοπούς. Κυρίως ο αμερικανός σκηνοθέτης ενδιαφέρεται να δώσει το κλίμα από την καθημερινότητα των επαναστατών και τη σταδιακή μεταμόρφωση του Τσε, με αφηγηματικά όπλα του ότι ακριβώς πάει κόντρα στην αντίληψη περί «ηρωικού έπους». Η ιστορική ακρίβεια (ερευνούσε 7 χρόνια το υλικό για τις μέρες και τα έργα του Τσε), ο ρεαλισμός στις μικρές στιγμές, οι διάλογοι αβεβαιότητας και σύγκρουσης μεταξύ των ανταρτών, οι ρωγμές ανθρωπιάς και αδυναμίας (το άσθμα που τον ταλαιπωρούσε) του ήρωά του, η υποτονική δράση που σκόπιμα απέχει από τη θεαματική απόδοση ενός έπους που θα ξενίσει κάποιους οι οποίοι θα την αντιληφθούν ως κακοτεχνία του σκηνοθέτη. Αυτός ο Τσε Γκεβάρα, παρά την προφανή αδυναμία του Σόντερμπεργκ να τιθασεύσει το θαυμασμό του για εκείνον, είναι μια ανεπανάληπτη ιστορική μαρτυρία και μαζί ένα αληθινό έργο τέχνης, που έχει ως μεγάλο ατού την εντυπωσιακή ερμηνεία του Μπενίτσιο ντελ Τόρο (βραβεύτηκε στις Κάννες) που κάποιες στιγμές –ειδικά στα ασπρόμαυρα στιγμιότυπα από την ομιλία του στη Νέα Υόρκη το 1964– ξεχνάς ότι είναι εκείνος και νομίζεις ότι παρακολουθείς τον αληθινό Γκεβάρα.

https://www.athensvoice.gr/

Λήδα Γαλανού [3,5/5]
efsyn.gr

Το έπος του Στίβεν Σόντερμπεργκ (το πρώτο από τα δύο μέρη του), που δεν προβλήθηκε ποτέ ώς τώρα στις ελληνικές αίθουσες. Η ιστορία της επανάστασης της Κούβας, με άξονα τον Τσε Γκεβάρα, ξεκινά από την εξορία των επαναστατών του Φιντέλ Κάστρο, προχωρά στη στρατολόγηση και τις μάχες και καταλήγει στην κατάκτηση της Αβάνας.

Με εναλλαγή μεστών, παθιασμένων σκηνών, διαπροσωπικών και μάχης, άμεσο, γεμάτο ενέργεια, ρεαλισμό (αλλά με συναρπαστική φωτογραφία του ίδιου του Σόντερμπεργκ) και ιδεαλιστικό αγώνα, βλέπεται ακόμα καλύτερα αυτόνομα, σε αντίθεση με το δεύτερο μέρος του που θα έρθει κι αυτό προσεχώς στις αίθουσες. Μια ένεση ηρωικού σινεμά, με την ορμή της νιότης και τη βεβαιότητα του σωστού.

της Βικτωρίας Μιχαήλ [2,5/5]

Αυτός που ξέρεις γνωρίζει τον Φιντέλ στο εξωτερικό, αρματώνεται μαζί του εναντίον της δικτατορίας στην επαρχία προς Αβάνα, χάνει ή κερδίζει τα γαλόνια του και συντρόφια, τα χώνει στο γυαλί και στον ΟΗΕ. Ανακατεμένος ο ερχόμενος μεταξύ 1958 και 1964. (Όχι todo αλλά) bien, η συνέχεια στο επόμενο.

Η διαλεκτική κινεί την Ιστορία. Κάνοντας συνειδητά πράξη το θεώρημα του Μαρξ, το οποίο και τον οποίο έτσι κι αλλιώς είχε εικόνισμα το εν προκειμένω υποκείμενό του, ούτως πως ένας από τους κατεξοχήν πιο ειδολογικά ρέμπελους κινηματογραφιτζήδες των καιρών μας βρόντησε με τον τρόπο του το ντουφέκι και στα genre τού ιστορικού & του πολεμικού φιλμ πριν από 10 χρόνια. (Κυριολεκτικά, με διεξοδική έρευνα – χιονοστιβάδα σε μια γκάμα από τις κάθε είδους σχετικές γραπτές πηγές μέχρι επιζώντες αυτόπτες μάρτυρες) μελέτη… επταετίας για το team της παραγωγής με συμμέτοχο τον πρωταγωνιστή, υπερπιεστικό όρντινο 78 ημερών εν πολλοίς σε δασώδη ύπαιθρο σε Πουέρτο Ρίκο και Μεξικό, μια με τη μορφή της ενιαίας ταινίας διχαστικής κριτικής υποδοχής προβολή κι ένας Φοίνικας ανδρικής ερμηνείας στις Κάννες, τελικό κόστος 60 εκατομμυρίων δολαρίων κι η εμπορική πανωλεθρία στις ΗΠΑ και στο εξωτερικό (εκεί παίχτηκε ως double feature) έμειναν στα χρονικά ίσως περισσότερο κι απ’ ό,τι η αξιοσημείωτη αντι-δραματοποίηση της ηγετικής φτιάξης και του βιολογικού τέλους τού πλέον άφθαρτου απ’ τα εξεγερσιακά totem της νεολαίας ανά την υφήλιο, με επίκεντρο τις δύο αντιδιαμετρικές ένοπλα (αλλά όχι μόνο) αγωνιστικές περιόδους του και ομοίως απέναντι αφηγηματικά μέσα. Μετά τα «Ημερολόγια Μοτοσικλέτας» και μια πλειάδα κυρίως τηλεοπτικών ντοκιμαντέρ πάνω στη «μορφή» του, ήγγικεν η ώρα να ακουστεί ο αχός της και στην Ελλάδα στο πανί, στο πρέπον 4Κ διαμέτρημα. Αυτό το Episode I ψυχή βαθιά δεν έχει. Αλλά και μούσι (ή αφίσα) δεν πουλάει, δικαιώνοντας την έστω ετεροχρονισμένη μεταλαμπάδευση, παρότι η μια κι έξω longform εκδοχή νομίζω ότι φωτίζει πιο απρόσκοπτα το σκόπευτρο των δημιουργών.

Ποιο είναι αυτό; Να ορίσουν όχι μυθοποιητικά μεν παλαιοδιφικά δε, με σεβασμό αν όχι πιστότητα στο πρόσωπο και στα πραγματικά γεγονότα τους κόμβους της αυτοεκπλήρωσης ενός απαθανατιστικά τραγικού πεπρωμένου ατόμου – κι αυτό σε σημαντικό βαθμό τραυματίζει τις προσδοκίες τόσο για έναν ανδριάντα πολύπτυχης σφαιρικότητας (κάτι που, πάντως, σπάνια βλέπουμε στην οθόνη) όσο και για ανατρεπτικό ή bigger than life σινεμά. Παίρνοντας γραμμή από το εκδοτικό απομνημόνευμα «Η Επανάσταση στην Κούβα», με αυτούσια μικρά χωρία να επιστρατεύονται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση off, ο σεναρίστας των «Eragon» και «Jurassic Park III» (εδώ γελάνε) Πίτερ Μπάκμαν σκιαγραφεί με προσθαφαιρέσεις τον με ουτοπικές βλέψεις για μια αριστερίστικα ξεσηκωμένη Ιβηρική Αμερική compañero απ’ τον Νότο, τον με αρχηγικές αναστολές έμπιστο και θεωρητικό τού Κάστρο, τον ασθματικό αλτρουιστικό γιατρό στο αντάρτικο, τον με πυγμή και λίγα και σταράτα λόγια ινστρούχτορα των αμόρφωτων επαρχιωτών κατά του Μπατίστα, τον πλατωνικό προστάτη της Αλέιδα Μαρτς, τον ικανό στην πρώτη γραμμή εξίσου του πυρός και της διπλωματίας Comandante κι Υπουργό Βιομηχανίας, το poster boy της latin αριστεράς στα διεθνή fora. Αν ο Μπάκμαν δεν κιοτεύει αλλά κατά βάση βαράει προσοχές, η λόγχη τού μοντάζ αναλαμβάνει με τη σειρά της να φυλάξει σκοπιά απρόβλεπτα εκ περιτροπής στο πρώτο κονέ με τον Κάστρο σε μάζωξη ομοϊδεατών εκτός χώρας, την αρχή της διετούς εκστρατείας προς τα δυτικά με στόχο την κατάληψη της νευραλγικής περιφέρειας Σιέρα Μαέστρα, μια τηλεοπτική συνέντευξη με ξένη δημοσιογράφο, την προβεβλημένη στον Τύπο και στους εκεί προοδευτικούς κύκλους επίσκεψη στη Νέα Υόρκη και την πλήρη αυτοπεποίθησης θρυλική ομιλία στο βήμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, την καθοριστική μάχη Δαυίδ εναντίον Γολιάθ στη Σάντα Κλάρα.

Το πολιτικό από-τη-θεωρία-στην-πράξη τού hombre συλληφθέν γειωμένα, comprende? Αυτό στέκεται το στρατήγημα του και dp Σόντερμπεργκ, που shoot-άρει α λα Στόουν «ειδησεογραφικά» κουνημένα σε Α/Μ 16άρι τα διεθνούς ακτινοβολίας καθέκαστα της ακμής του ρητορεύοντος «καπετάνιου» και με συνήθως σταθερή την ψηφιακή κάμερα RED (η πρώτη ever θητεία της σε μεγάλου μήκους γύρισμα) σε πανοραμικά και συγκρατημένα traveling, σαν leftist Τζον Φορντ στην ηπειρωτική Καραϊβική, τα συχνά μη δραστικά πεπραγμένα που αναπαριστά «Η Λεπτή Κόκκινη Γραμμή» του – όχι τυχαία ο Τέρενς Μάλικ ήταν ο πρώτος ενδιαφερόμενος για το project. Η διαλεκτική στο… απόσπασμα, είπαμε. Το αποτέλεσμα, δυνάμενο να ιδωθεί και ως αντανακλαστική μεταφορά της πεισματικής ατομικής και συλλογικής πάλης για τον «σκοπό» της Έβδομης Τέχνης (αυτό άλλωστε υπήρξε το πρώτο μικροέπος με το οποίο αναμετρήθηκε μαζοχιστικά ο Σόντερμπεργκ, πριν το πιο εσωτερικών χώρων «Contagion» του 2011), είναι μια real life βιωματικών ντιρεκτίβων προτομή που σηκώνει την παντιέρα μιας διττής χωροχρονοκάψουλας. Σ’ αυτήν απ’ τη μια το άκαπνο της ζωής εν πολέμω τυφεκιοφέρει για λογαριασμό ενός οιονεί εγχειριδίου επιβίωσης από το διοικείν/-είσθαι (και διαπλάθειν/-εσθαι σ)τις αγροτικές επάλξεις του ψυχωμένου εμμένοντος που υπερισχύει του υπερόπτη δυνάστη του – τιμή και δόξη για τον Τσε, πλείστα γραπτά του οποίου μπορούν να αναγνωστούν ως DIY οδηγοί αντιστασιακού ακτιβισμού. Απ’ την άλλη το σοσιαλιστικής διεθνούς γόητρο πυροβολεί διανοητικά για τα δόγματα και την πραγματικότητα της νέας εποχής της νήσου που μπροστάρισσα μετακένωσε την ιδεολογία των «κόκκινων» στην αμερικανική ήπειρο, ανίδεο για το ετερόμορφα απολυταρχικό μέλλον του.

Ο Mr. «Schizopolis» βγαίνει ζωντανός ακόμη και έρποντας (#diplhs, σε εσωτερικό ρυθμό κυρίως) μεταξύ των δύο χαρακωμάτων. Στο ένα, μετά την παράταξη του ημιαφλογιστίας shuffled χρονικού της συνύπαρξης με κομιτατζήδες, χωριάτες κι ενίοτε τον προϊστάμενο El Loco στα βουνά, κρατώντας τον Γκεβάρα μακριά απ’ το λοκάρισμα της διόπτρας του φακού και συνάμα το ντιβάνι της ανάλυσης χαρακτήρα (ο άνθρωπός μας πλάθεται, δεν είναι ακόμα ο ήρωας που άφησε εποχή), και καθηλώνοντάς σε με το αστικό set piece της καθοριστικής επίθεσης εναντίον των κυβερνητικών, εκεί όπου μια σφαίρα στο δόξα πατρί, μια χειρωνακτική πολυκατεδάφιση – ριφιφί, ο όχι CGI εκτροχιασμός ενός τρένου και μια διαπραγμάτευση παράδοσης μπορούν κόντρα αισθηματολογικά, κόντρα θεαματικά να ταΐσουν χώμα κάθε Μπέι ή Μπεργκ. Στο άλλο, αποσείοντας μεταξύ τυρού και αχλαδίου τη ρετσινιά του αφελούς, επιτελούς προς υπεράσπιση του ιδεώδους της revolución cubana filmer, αφήνοντας στη θαλάμη προς ηχηρή εκπυρσοκρότηση το περίφημο ρηθέν υπό του Τσε εις επήκοον της πιο-θεσμικά-δεν-γίνεται ουμανιστικής κοινότητας «Ναι, εκτελέσαμε. Εκτελούμε, και θα συνεχίσουμε να εκτελούμε» (με μυθοπλαστικό είδωλο ένα τιμωρητικό προδοσίας του λαού χακί επεισόδιο). Προτού εκείνο το «Ο αγώνας μας είναι ένας αγώνας μέχρι θανάτου» σου την μπουμπουνίσει επαρκώς, δίκην οιωνού για το από κάθε άποψη αλλιώτικο (σε τόνους, φόρμα, περιεχόμενο – διαλεκτική, είπαμε…) «continuará» και την τελική έκβαση. Για εκεί (απ’ τη θεωρία στην πράξη, επίσης είπαμε…) τη φυλάμε και στο εδώ απλώς καλοστεκούμενο παλικάρι των δύο «Sicario». Hasta la proxima. Hasta la victoria siempre?

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Venceremos θα πουν σίγουρα οι ακόλουθοι του ειδώλου, αλλά ας μην περιμένουν μια σφαιράτη προσωπογραφία ριζοσπαστικής ορμής ή πνοής. Αρκετοί art-houseάδες θα γραφτούν στο κόμμα και θα πουν και gracias, παρά το κλασικό σύνταγμα των tableaux χάρη στη μη συντηρητική δομή. Πολύ αμπέχωνο και λίγα κουμπούρια για τους μουλτιπλεξάδες. Όποιος δεν λιποτακτήσει από τούτο το primer, επιτάσσεται να δει και το segundo σε δύο βδομάδες, εξυπακούεται.

http://freecinema.gr

Γιάννης Ζουμπουλάκης [3/5]
Το Βήμα

«Che: Ο Αργεντίνος» (Che, Part 1)
Βιογραφία του Στίβεν Σόντερμπεργκ
Το φιλόδοξο έπος του Στίβεν Σόντερμπεργκ για τον αργεντίνο επαναστάτη Ερνέστο Τσε Γκεβάρα διανέμεται για πρώτη φορά στις ελληνικές αίθουσες, παρότι η μοιρασμένη σε δύο μέρη ταινία (συνολικής διάρκειας 4½ ωρών) παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Καννών το 2008! Αρχικώς ο Σόντερμπεργκ είχε στόχο την εξιστόρηση των δραστηριοτήτων του Γκεβάρα στη Βολιβία (όπου και δολοφονήθηκε το 1967), ένα κεφάλαιο του πολυτάραχου βίου του το οποίο δεν είναι τόσο γνωστό όσο εκείνο της Κούβας. Στην πορεία όμως, ο σκηνοθέτης αναγκάστηκε να αλλάξει τα πλάνα του, γιατί συνειδητοποίησε ότι ήταν πρακτικά αδύνατον να παρουσιαστεί ως ολοκληρωμένο πρόσωπο ο Τσε της Βολιβίας χωρίς να έχει προηγηθεί ο Τσε της Κούβας, ο οποίος θα δικαιολογούσε τις πράξεις του. Συνεπώς η ταινία «διογκώθηκε» και μοιράστηκε σε δύο μέρη, με το πρώτο να παίζεται από σήμερα. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο μέρος έχουν τη δυναμική που απαιτεί ένας τόσο μεγάλος θρύλος της Ιστορίας και το εκφραστικό πρόσωπο του Μπενίτσιο Ντελ Τόρο λέει πολλά από μόνο του (ο Ντελ Τόρο κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες). Στόχος του Σόντερμπεργκ (και τα καταφέρνει) είναι να διαμορφώσει μια δική του αίσθηση του Τσε μέσα από την εξιστόρηση αληθινών γεγονότων, όπως η γνωριμία του με τον Φιδέλ Κάστρο (Ντάμιεν Μπισίρ) και η σταδιακή εμπλοκή του με την επανάσταση στην Κούβα. Περισσότερο λοιπόν ένα υπαρξιακό δράμα εσωτερικών ρυθμών και λιγότερο μια βιογραφία ενός πολιτικού προσώπου.
Βαθμολογία: 3
ΑΘΗΝΑ: ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ – ΔΑΝΑΟΣ – ΣΤΕΛΛΑ – ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Παύλος Γκουγιάννος
MOVE IT [3,5/5]

Άποψη: Ο Τσε Γκεβάρα είναι αναμφίβολα ένα από τα μεγαλύτερα σύμβολα του 20ού αιώνα και είναι λογικό ο κινηματογράφος να αντλεί έμπνευση από την ζωή του. Ήδη από το 1969, δύο χρόνια μετά την εκτέλεσή του, γίνεται η ταινία «Che!», με τον Omar Sharif στον ομώνυμο ρόλο και τον Jack Palance ως Φιντέλ, ο Antonio Banderas τον έχει υποδυθεί στο μιούζικαλ «Evita», με την Μαντόνα, ενώ ο Gael Garcia Bernal τον έχει ενσαρκώσει δύο φορές, τόσο στην μίνι-σειρά «Fidel», όσο και στο «The Motorcycle Diaries». Παραδόξως όμως δεν είχε έρθει ποτέ μέχρι τώρα στην Ελλάδα το έπος του Steven Soderbergh, μία ταινία του 2008, που λόγω του μεγάλου υλικού που είχε, χωρίστηκε σε δύο μέρη. Και είναι παράδοξο αφού την σκηνοθετεί ένας πολύ γνωστός σκηνοθέτης, έχει ως πρωταγωνιστή τον ήδη βραβευμένο με Όσκαρ Benicio del Toro και ήταν υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 2008, ενώ πρόκειται για την καλύτερη ταινία που έχει γίνει μέχρι σήμερα για τον Τσε. 10 χρόνια μετά τα δύο μέρη θα παιχτούν στα ελληνικά σινεμά, το πρώτο αυτήν την εβδομάδα, το δεύτερο την επόμενη.

Το πρώτο μέρος, με τον υπότιτλο «The Argentine», περιστρέφεται γύρω από την οργάνωση της Κουβανικής Επανάστασης, τις πρώτες νίκες, και τέλος την επικράτηση των επαναστατών έναντι του δικτάτορα. Παράλληλα, ωστόσο βλέπουμε τον Γκεβάρα να δίνει συνέντευξη αναπολώντας εκείνες τις στιγμές, αλλά και να δίνει έναν πύρινο λόγο στον ΟΗΕ. Η μαεστρία του Soderbergh είναι παραπάνω από εμφανής, με την εξαιρετική σκέψη να είναι έγχρωμες οι σκηνές της επανάστασης, οι στιγμές δηλαδή της ελπίδας, της λύτρωσης, της νίκης, και με ασπρόμαυρη φωτογραφία οι σκηνές από την συνέντευξη και τον ΟΗΕ, όταν πλέον ο Τσε είναι πιο μοναχικός, πιο νοσταλγικός, αλλά εξίσου δυναμικός. Το μοντάζ του Pablo Zumarraga είναι εύστοχο και γρήγορο, χωρίς να ακολουθεί μία γραμμική αφήγηση των γεγονότων, αλλά εμπλέκοντας το τώρα, δηλαδή το 1964, με το παρελθόν, από το 1955 μέχρι το 1959. Ο del Toro καταφέρνει να μπει στο πετσί του ρόλου, χαρίζοντας μία αξιομνημόνευτη ερμηνεία, για την οποία κέρδισε βραβείο ερμηνείας στις Κάννες, αλλά αγνοήθηκε από τα Όσκαρ (όπως και όλη η ταινία που δεν είχε ούτε μία υποψηφιότητα, ίσως και λόγω του ότι είναι στα ισπανικά). Μάλιστα ο νικητής εκείνης της χρονιάς, ο Sean Penn, παραλαμβάνοντας το βραβείο ερμηνείας στα SAG δήλωσε ότι δεν καταλαβαίνει γιατί δεν είναι νικητές ο del Toro και ο Soderbergh (όπως ούτε και εμείς).

https://www.moveitmag.gr/

Παναγιώτης Πυλαρινός [3,5/5]
Newsmag

Αν για κάτι έχει κατηγορηθεί η ταινία είναι το ότι χωρίς να αγιοποιεί τον Τσε, αποφεύγει να δείξει αρνητικές πλευρές. Πράγματι, η ταινία δεν δείχνει μία διαφορετική εικόνα του, όπως έκανε το «The Motorcycle Diaries», αλλά λίγο-πολύ την εικόνα που όλοι τον έχουμε στο μυαλό μας. Όμως δεν είναι αυτός ο στόχος της ταινίας, ούτε να δείξει την απόλυτη αλήθεια, ούτε να μάθει στον θεατή ιστορία, είναι μία ταινία από την πλευρά του επαναστάτη, γεμάτη συναίσθημα. Ίσως η καλύτερη ταινία του Soderbergh μετά τον Χρυσό Φοίνικα για το «Sex, Lies, and Videotape», που ακόμα και αν την έχετε δει σε dvd ή στο ίντερνετ, είναι από αυτές που αξίζει κανείς να την έχει δει σε σινεμά.

Λίγα λόγια για την ταινία: Ο Steven Soderbergh στήνει με μαεστρία το πορτρέτο του θρυλικού επαναστάτη μέσα από δύο ταινίες που έρχονται για πρώτη φορά στις ελληνικές αίθουσες. Αν και το έργο είναι βιογραφικό, ωστόσο ο Soderbergh δεν αρέσκεται στο να κάνει μία αναπαράσταση του βίου του προσώπου , -μιάς προσωπικότητας του εικοστού αιώνα που έχει πάρει πλέον μυθικές διαστάσεις- , καθώς αποδείδει με λεπτομέρεια την ψυχολογική και σωματική δύναμη που απαιτούνται για δύο εκστρατείες τέτοιου μεγέθους καθώς και την διαδικασία που οδηγεί έναν άνθρωπο με ακλόνητη θέληση να ανακαλύψει την ικανότητα που διαθέτει να εμπνέει και να καθοδηγεί τους άλλους.

Η ταινία κυλάει με εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς εκτυλίσεται με διαρκή φλάς μπάκ (που όμως δεν κουράζουν προσθέτοντας συνεχώς νέα στοιχεία) σε δυο επίπεδα. Το πρώτο σε ασπρόμαυρο φίλμ με κεντρικό κομμάτι την ομιλία του “κομαντάντε” στον Ο.Η.Ε. , ενω το δεύτερο είναι σε έγχρωμο φίλμ , όπου βλέπουμε την πορεία του Φιντελ Καστρο -μαζί η χωριστά με τον Che- στην κουβανική επανάσταση , εκεί όπου και διαμορφώνεται ως ηγετική μορφή της επανάστασης.

Στα πολλά συν της ταινίας , η αναπαράσταση της υστέρησης και φτώχειας την οποία βίωνε η Κούβα απο την δικτατορία του Μπατίστα , η χρήση της Ισπανικής γλώσσας η οποία προσθέτει ρεαλισμό και φυσικά η επιλογή του Benicio Del Toro , ο οποίος συμβάλει τα μέγιστα -και μετά απο έρευνα πολλών χρόνων- και αποδίδει με μια εξαιρετική ερμηνεία – η οποία μάλιστα βραβεύτηκε – την φλόγα και το πάθος του … Che.

http://www.newsmag.gr/

3.5/5

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: