Ονειρεύομαι σε Άλλη Γλώσσα (2017) του Ερνέστο Κοντρέρας | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Ηθοποιοί: Φερνάντο Άλβαρεζ Ρεμπέιλ, Χοσέ Μανουέλ Πονσέλις, Ελίγκιο Μελέντεζ, Φατίμα Μολίνα
Είδος: Δράμα, Φαντασίας
Ημερομηνία Εξόδου: 30 Αυγούστου 2018

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου (Ι), Φθινόπωρο 2018- Εισαγωγή στην Τέχνη του Κινηματογράφου

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ Φθινόπωρο 2018

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2018 σε 11 Μαθήματα από 6 Οκτωβρίου 2018

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ «ΤΟ ΜΟΝΤΑΖ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ» – Φθινόπωρο 2018

Ετοιμάζονται: Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου για Αρχαρίους και Προχωρημένους, Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ, Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου, Σεμινάριο Σεναρίου, Σεμινάριο Δημιουργίας Ταινίας με Κινητό ή Τάμπλετ

 

ΣΥΝΟΨΗ
Ο Μαρτίν είναι ένας νεαρός, παθιασμένος γλωσσολόγος. Στο πλαίσιο της έρευνάς του πηγαίνει στην μεξικάνικη ενδοχώρα, σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου παλιότερα μιλιόταν από τους ιθαγενείς η γλώσσα Ζικρίλ. Πλέον, την μιλάνε μόλις τρεις μεγάλης ηλικίας άνθρωποι στον κόσμο: μια γυναίκα και δύο άντρες. Όταν η γυναίκα πεθαίνει, μένουν μόνον ο δον Εβαρίστο και ο δον Ισάουρο, ως οι μοναδικοί που γνωρίζουν τη συγκεκριμένη γλώσσα. Ο Μαρτίν θέλει να τους βάλει να συνομιλήσουν έτσι ώστε να καταγράψει τους διαλόγους τους και να μελετήσει τη γλώσσα προκειμένου να τη διατηρήσει ζωντανή, να μην πεθάνει μαζί τους. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: οι δύο γέροι χωρικοί είναι μαλωμένοι και δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα εδώ και 50 χρόνια. Για ποιον λόγο μάλωσαν οι δύο τους, ενώ στα νιάτα τους ήταν κολλητοί φίλοι; Μήπως ευθύνεται μια γυναίκα για τον καυγά τους; Ή υπάρχει κάποιο άλλο καλά κρυμμένο μυστικό; Ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για να βρει κανείς εξιλέωση; Πού βρίσκεται αυτό το εξωτικό μέρος όπου λέγεται πως κατοικεί η αληθινή αγάπη; Και είναι σήμερα η γλώσσα που μιλούν οι ερωτευμένοι καταδικασμένη να μείνει αμετάφραστη;

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Χώρα: Μεξικό, Ολλανδία
Γλώσσα: Ισπανικά, Αγγλικά
Διάρκεια: 103′
Διανομή:

Seven Films (Ελλάδα)

AKA:
I Dream in Another Language
Όταν πεθαίνει μια γλώσσα, ένα μοναδικό όραμα για τον κόσμο χάνεται για πάντα

Βραβείο Κοινού (World Cinema – Dramatic) στο φεστιβάλ του Σάντανς 2017

Ελληνική πρεμιέρα: Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2017 (Ανοιχτοί Ορίζοντες)

Πέντε βραβεία Ariel (τα μεξικάνικα Oscar)

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Γεννήθηκα στην πόλη Τεχουαντεπέκ και η γιαγιά μου μιλούσε τη γλώσσα Ζαποτέκο. Όταν ήμουν παιδί δεν μου άρεσε να την ακούω να μιλάει τη συγκεκριμένη γλώσσα. Προτιμούσα να μιλάει ισπανικά. Τότε, όμως, δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε για εκείνην το να χάσει την επαφή της με το παρελθόν και τις ρίζες της. Που, τελικά, ήταν και οι δικές μου ρίζες. Σήμερα, μετανιώνω που δεν έμαθα περισσότερα πράγματα από εκείνη τη χαμένη γνώση. «Sicarú Guyee» είναι η μόνη φράση την οποία θυμάμαι. Για μένα, το να αναφέρεσαι στο θάνατο μιας γλώσσας ουσιαστικά αποτελεί το έναυσμα για μια συζήτηση η οποία αντικατοπτρίζει τη σημερινή πραγματικότητα. Μια συζήτηση που θέτει ως θέμα και το πώς η διαρκής εξαφάνιση της ταυτότητάς μας είναι απότοκο της λεγόμενης προόδου ή του γεγονότος ότι απλά δεν μας νοιάζει πια. Στην εποχή μας βιώνουμε μια κρίση όχι μόνο στο Μεξικό αλλά σε πολλά μέρη του κόσμου. Μια κρίση που σχετίζεται με τη διατήρηση των αυθεντικών γλωσσών, οι οποίες τείνουν να εξαφανιστούν εξαιτίας της πολιτισμικής πίεσης, της επιβολής των κυρίαρχων γλωσσών αλλά και της μετανάστευσης ανθρώπων που ψάχνουν την τύχη τους μακριά από τον τόπο καταγωγής τους. Πολύ σπάνια σκεφτόμαστε τι πραγματικά μπορεί να σημαίνει αυτό και ποιες είναι οι συνέπειές του. Όταν πεθαίνει μια γλώσσα, ένα μοναδικό όραμα για τον κόσμο χάνεται για πάντα. Κάθε γλώσσα αποτελεί έναν θησαυρό της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Κάθε γλώσσα σχηματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια αιώνων. Και κάθε γλώσσα υπάρχει εξαιτίας της ανάγκης μας να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας ιδέες, συναισθήματα και γνώση. Αυτή η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. «Sicarú Guyee»: Απολαύστε το ταξίδι!

oneirevomai se alli glossa i gnomi ton kritikon

Ονειρεύομαι σε Αλλη Γλώσσα
Sueño en Otro Idioma
του Ερνέστο Κοντρέρας

ΚΡΙΤΙΚΗ 25 Αυγούστου Γιώργος Κρασσακόπουλος [3/5] FLIX

Βραβείο κοινού στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ του Σάντανς για την ταινία από το Μεξικό που συγκινεί στα ταξίδια της στον κόσμο.

Ο Μαρτίν είναι ένας νεαρός, παθιασμένος γλωσσολόγος. Στο πλαίσιο της έρευνάς του πηγαίνει στην μεξικάνικη ενδοχώρα, σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου παλιότερα μιλιόταν από τους ιθαγενείς η γλώσσα Ζικρίλ. Πλέον, την μιλάνε μόλις τρεις μεγάλης ηλικίας άνθρωποι στον κόσμο: μια γυναίκα και δύο άντρες. Όταν η γυναίκα πεθαίνει, μένουν μόνον ο δον Εβαρίστο και ο δον Ισάουρο, ως οι μοναδικοί που γνωρίζουν τη συγκεκριμένη γλώσσα. Ο Μαρτίν θέλει να τους βάλει να συνομιλήσουν έτσι ώστε να καταγράψει τους διαλόγους τους και να μελετήσει τη γλώσσα προκειμένου να τη διατηρήσει ζωντανή, να μην πεθάνει μαζί τους.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: οι δύο γέροι χωρικοί είναι μαλωμένοι και δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα εδώ και 50 χρόνια. Για ποιον λόγο μάλωσαν οι δύο τους, ενώ στα νιάτα τους ήταν αδελφικοί φίλοι;Υπάρχει κάποιο καλά κρυμμένο μυστικό; Ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για να βρει κανείς εξιλέωση; Πού βρίσκεται αυτό το εξωτικό μέρος όπου λέγεται πως κατοικεί η αληθινή αγάπη; Και είναι σήμερα η γλώσσα που μιλούν οι ερωτευμένοι καταδικασμένη να μείνει αμετάφραστη;

Φωτογενές από κάθε άποψη, από την υπέροχη φωτογραφία μιας φύσης που μοιάζει από μόνη της ικανή να κρατήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια ταινία, μέχρι τους χαρακτήρες που έχουν όλοι τους την δική τους ιδιαιτερότητα και σεναριακή λάμψη, το «Ονειρεύομαι σε Αλλη Γλώσσα» είναι μια από εκείνες τις ταινίες που γοητεύουν πρώτα απ όλα με τις εικόνες τους.

Ομως χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια όμορφη επιφάνεια για να κάνει μια ταινία να βυθιστεί πιο βαθιά στην καρδιά και το φιλμ του Ερνέστο Κοντρέρας, έχει ευτυχώς ότι χρειάζεται, ξεκινώντας από μια ιστορία που λειτουργεί σε περισσότερα από ένα επίπεδα. Το χιούμορ συναντά το δράμα, ένα αίνιγμα κι ένα μυστήριο αφήνουν την δική τους επίγευση στη δράση, ένα ρομάντζο συναντά την γλώσσα του εθνογραφικού σινεμά και κατά στιγμές το φιλμ απογειώνεται σχεδόν στη σφαίρα ενός μαγικού ρεαλισμού.

Στην παράδοση ενός λατινοαμερικάνικου σινεμά που κρατά πάντα στο μυαλό του τον θεατή δίχως να παραμελεί τις ιδιοσυγκρασιακές λεπτομέρειες που χτίζουν τον χαρακτήρα του, η ταινία ισορροπεί με ευκολία ανάμεσα σε κάτι που μπορεί να ικανοποιήσει εξίσου μια μεγάλη μερίδα κοινού, δίχως να παραδίδεται σε υπερβολικές ευκολίες και κλισέ.

Και ίσως αυτή του η διάθεση να παραμείνει ανοιχτό σε όλους το κάνει να μοιάζει λίγο πιο «στρογγυλεμένο» απ όσο θα χρειαζόταν αλλά ακόμη κι έτσι κατορθώνει να μιλά με έξυπνο κι αποτελεσματικό τρόπο για πράγματα όπως η αγάπη και η ηθική, οι στενομυαλες κοινωνικές επιταγές, τη σημασία της παράδοσης και τις άγκυρες με το παρελθόν αλλά και την ανάγκη να θυμόμαστε πως τα λόγια δεν είναι ο μόνος τρόπος να επικοινωνείς και πως μιας γλώσσα είναι κάτι παραπάνω από τις λέξεις της: είναι οι άνθρωποι που τη μιλούν και τα όνειρα που κάνουν στο δικό της ηχόχρωμα.

http://flix.gr/

Λήδα Γαλανού [3,5/5]  εφημερίδα των συντακτών

Ό,τι δεν ειπώθηκε καλώς έμεινε ανείπωτο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε. Ο Μεξικανός Κοντρέρας δημιουργεί μια ολόκληρη, ανύπαρκτη γλώσσα ιθαγενών ενός λατινοαμερικανικού τροπικού τόπου για ν’ αφηγηθεί τον μύθο μιας γλώσσας που πεθαίνει, παίρνοντας μαζί του έναν μεταφυσικό πολιτισμό και τα μυστικά δύο ανδρών που υπήρξαν οι καλύτεροι φίλοι και τόσα άλλα.

Ο γλωσσολόγος Μαρτίν ταξιδεύει σε μια μικρή κοινότητα, ανάμεσα στη θάλασσα και τη ζούγκλα, τον σύγχρονο πολιτισμό και την αρχαία εγγύτητα με τη φύση, για να μάθει τη γλώσσα Ζικρίλ, την οποία μιλούν μόνο δύο γέροντες, ο Εβαρίστο κι ο Ισάουρο -μόνο που εκείνοι αρνούνται πεισματικά να μιλήσουν μεταξύ τους. Κι έτσι ο Μαρτίν αναλαμβάνει να διασώσει όχι απλώς μια γλώσσα, αλλά και μια σχέση: στο παρόν και στα λιγοστά στοιχεία που μας δίνουν τα flash backs στην εποχή της αθωότητας.

Με νότες μαγικού ρεαλισμού, το «Ονειρεύομαι…» κρατά τα μυστικά του, θυμίζοντάς μας πως συχνά οι κοινωνικές επιταγές δεν μας επιτρέπουν να ζούμε στη γλώσσα που μιλάμε και πως οι λέξεις αντιπροσωπεύουν τον πολιτισμό που τις επινόησε: συνήθως, όσο πιο παλιό, τόσο πιο σοφό.

https://www.efsyn.gr/

Τάσος Μελεμενίδης [3/5]-LIFO

Tα ένοχα μυστικά που έμειναν θαμμένα στα βάθη της ζούγκλας του Μεξικού έρχονται στην επιφάνεια μέσα από την έρευνα ενός νεαρού γλωσσολόγου που αναζητά τα τελευταία ίχνη μιας γλώσσας που πεθαίνει. ΤΑΣΟΣ ΜΕΛΕΜΕΝΙΔΗΣ 30.8.2018 Όταν χάνεται μια γλώσσα χάνεται ουσιαστικά μια διαφορετική προσέγγιση στη ζωή, σύμφωνα με τον μεξικανό Ερνέστο Κοντρέρας και την ταινία που του χάρισε το βραβείο κοινού στο φετινό Σάντανς. Στην ιστορία του, ένας γλωσσολόγος αφιερώνει πολύ χρόνο στην προσπάθειά του να εντοπίσει τη γλώσσα των Ζίκριλ και πέφτει πάνω σε μια ιδιαίτερη περίπτωση, αφού οι δύο ηλικιωμένοι που έχουν μείνει να τη μιλούν, δεν μιλιούνται μεταξύ τους. Το ξετύλιγμα της διαφωνίας τους συρρικνώνει τον στοχασμό πάνω στη χαμένη γλώσσα, βάζοντας μέσα έναν χαμένο έρωτα και έναν αριθμό από χαμένες μνήμες που εμπλουτίζουν το συναίσθημα αλλά παρεκκλίνουν από την αρχική, πρωτότυπη αναζήτηση. Με όπλο κυρίως την υπέροχη φωτογραφία και τον ευπρόσδεκτο μυστικισμό που κρύβεται πίσω από αυτή την αναζήτηση μιας γλώσσας που μοιάζει να είναι κάτι περισσότερο από ανταλλαγή λέξεων, το φιλμ αφήνεται στις δυνάμεις του μαγικού ρεαλισμού και όταν δεν στοχεύει πάνω στη συγκίνηση του θεατή μέσα από παραπανίσιες επεξηγήσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως μια υπερβατική εμπειρία.

Πηγή: http://www.lifo.gr

Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο – 30/08/2018 [3/5]-ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Η ανείπωτη ερωτική επιθυμία, οι ενοχές της συναισθηματικής προδοσίας και μια γλώσσα που πεθαίνει μαζί με τις αναμνήσεις που κουβαλούν οι λέξεις της ξεδιπλώνονται με ιδιαίτερη τρυφερότητα και λυρισμό σε μια αξιομνημόνευτη ιστορία.

H ανείπωτη ερωτική επιθυμία, οι ενοχές της συναισθηματικής προδοσίας και μια γλώσσα που πεθαίνει μαζί με τις αναμνήσεις που κουβαλούν οι λέξεις της ξεδιπλώνονται με ιδιαίτερη τρυφερότητα­ στην ταινία του Μεξικανού Ερνέστο Κοντρέρας. Σε αυτήν ένας νεαρός γλωσσολόγος επισκέπτεται τους τρεις εναπομείναντες ηλικιωμένους που μιλούν μια φανταστική γλώσσα ιθαγενών, τα Ζικρίλ, για να την καταγράψει προτού εκλείψει.

Οι δύο εξ αυτών ήταν κάποτε φίλοι, όμως ένα οδυνηρό γεγονός που κρατούν μυστικό τούς έφερε σε σύγκρουση κι έχουν πενήντα χρόνια να μιλήσουν. Ο αιφνίδιος θάνατος της τρίτης ηλικιωμένης υποχρεώνει τον γλωσσολόγο να συμφιλιώσει τους δυο τους για να διασωθεί η γλώσσα. Με τη βοήθεια του εύστοχου καστ, τη λιτότητα του Κοντρέρας και την ανά στιγμές ονειρική ατμόσφαιρα, η αφήγηση παρασύρει αμέσως τον θεατή, παρότι εξελίσσεται συμβατικά μέχρι τη στιγμή της αποκάλυψης του μυστικού. Ο Κοντρέρας αναδεικνύει τις αντιφάσεις της γλώσσας, η οποία όσο πλούσια κι αν είναι αδυνατεί να βρει τις λέξεις που θα δώσουν υπόσταση στα βάσανα της καρδιάς.

Οι ποιητικές δια­στάσεις του φιλμ ενώνονται με την ερωτική συντριβή των ηρώων, που αποτυπώνεται μοναδικά στα γεμάτα ένταση βλέμματά τους, καθώς βιώνουν μια πληθώρα συναισθημάτων τα οποία αδυνατούν να διαχειριστούν την ώρα που μιλούν ξανά τη γλώσσα της νεότητάς τους. Ο Κοντρέρας μιλάει με τρόπο βαθιά ειλικρινή και στοχαστικό για ένα διαχρονικό θέμα, το οποίο εντάσσεται σε έναν κόσμο ακατέργαστο, κοντά στην «πηγή» των πραγμάτων. Η εκφραστική δύναμη της σκηνοθεσίας χάνεται προς στιγμήν, όταν ο Κοντρέρας επιδιώκει περισσότερες εξηγήσεις από όσες χρειάζονται ή όταν επαναλαμβάνει αφηγηματικά τα όσα έχει ήδη αποσαφηνίσει, όμως στο τέλος μένει ατόφιος ο λυρισμός αυτής της αξιομνημόνευτης ιστορίας.

Μεξικό, Ολλανδία. 2017. Διάρκεια: 100΄. Διανομή: SEVEN FILMS.

https://www.athinorama.gr/

Αλέξανδρος Κυριαζής [3,5 /5]  FILMBOY

Το περασμένο Νοέμβριο, και μετά την υπερ-επιτυχημένη παγκόσμια πρεμιέρα του στο φεστιβάλ του Sundance όπου κατέκτησε το μεγάλο βραβείο της κριτικής επιτροπής στη κατηγορία World Cinema, το Sueño en Otro Idioma ήρθε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, οπού έτυχε πολύ θερμής υποδοχής.
Εκεί το “ψάρεψε” η Seven Films και, με αρκετούς μήνες καθυστέρηση είναι η αλήθεια, στο λυκόφως του καλοκαιριού, μας το παρουσιάζει.

Ο Martín είναι ένας νεαρός γλωσσολόγος του πανεπιστημίου της Veracruz, που φτάνει στο μικρό χωριό San Nicidero στα βάθη της μεξικανικής ζούγκλας για να ερευνήσει την υπό εξαφάνιση γλώσσα της φυλής Zikril.
Εκεί ζουν οι τρεις τελευταίοι άνθρωποι που την μιλούν ακόμη, όμως για κακή του τύχη, η πιο συνεργάσιμη απ’ αυτούς, αφήνει τη τελευταία της πνοή πριν προλάβει να τον βοηθήσει.

Οι δύο τελευταίοι είναι ο Isauro και ο Evaristo, δυο 70αριδες που υπήρξαν αχώριστοι φίλοι, όμως εδώ και 50 χρόνια δεν έχουν ανταλλάξει ούτε κουβέντα.
Όλοι ξέρουν ότι αφορμή για τον καυγά τους υπήρξε μια γυναίκα, με την οποία ήταν ερωτευμένοι και οι δύο, και όταν εκείνη επέλεξε το δεύτερο, οι δυο τους χώρισαν για πάντα.
Όμως η αλήθεια είναι άλλη, και με τη βοήθεια της εγγονής του Evaristo, Lluvia, ο Martin που θέλει να τους επανενώσει για να του μιλήσουν για τη Zikril, θα τη φέρει επιτέλους στην επιφάνεια…

Η δημιουργία των αδερφών Carlos και Ernesto Contreras, με τον πρώτο να γράφει το σενάριο και τον δεύτερο να κάθεται πίσω από τη κάμερα, είναι μια ταινία που ξέρει ακριβώς τι θέλει, αλλά κυρίως πως πρέπει να μας το πει, μια ταινία με απύθμενη ανθρωπιά, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη γλυκύτητα αλλά και τη σκληρότητα της ανθρώπινης φύσης, που με τη χρήση φανταστικών στοιχείων εμπνευσμένων από -και ουχί βασισμένων- στη τοπική μυθολογία, μας διηγείται μια αντι-ουμανιστική αισθηματική, δραματική ιστορία που συγκινεί.

Έχοντας ως πάτημα τη (φανταστική) υπό εξαφάνιση γλώσσα, το Sueño en Otro Idioma καταπιάνεται με τη ζωή σε μια μικρή κοινωνία που πια έχει ως μόνο όνειρο την μετανάστευση στις ΗΠΑ, με τις αρχαίες δοξασίες και τη θεοποίηση της φύσης αλλά και τη σύγχυση αυτών με το σύγχρονο καθολικισμό, την αμαρτία και τη καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, τα μυστικά και τα ψέματα που μας αποτρέπουν από το να ζήσουμε τη ζωή μας όπως θα θέλαμε.

Μετά από ένα καλοκαίρι γεμάτο χαζοκωμωδίες, το Sueño en Otro Idioma έρχεται τη κατάλληλη στιγμή για να ξαναβάλει το μυαλό και τη καρδιά μας και πάλι σε χειμερινή λειτουργία.

Οι ατύπως χαρακτηριζόμενες ως φεστιβαλικές ταινίες απαιτούν από το θεατή να μην έχει ανοιχτά μονάχα τα μάτια του αλλά όλες τις αισθήσεις του για να απορροφήσει κάθε πλάνο, κάθε νότα, κάθε υποβόσκων συναίσθημα, συχνά σε βάρος της πλοκής, και η ταινία των αδερφών Contreras έχει εκείνη ακριβώς την ισορροπία που χρειαζόμαστε τέλη Αυγούστου ώστε, χωρίς να πέσουμε κατευθείαν στα βαθιά, να θυμηθούμε τι σημαίνει να ανατριχιάζεις βουρκώνοντας με τη θέαση μιας άδειας καρέκλας μπροστά σε μια σπηλιά.

Στους κινηματογράφους από 30 Αυγούστου.

http://www.filmboy.gr/

Κωνσταντίνος Καϊμάκης [3/5]  ATHENS VOICE

Νεαρός παθιασμένος γλωσσολόγος φτάνει σε απομονωμένη περιοχή του Μεξικού όπου παλιά μιλιόταν από τους ιθαγενείς η γλώσσα Ζικρίλ, και προσπαθεί να κάνει τους δύο μοναδικούς ανθρώπους που την γνωρίζουν να μιλήσουν μεταξύ τους για να καταγράψει τους διαλόγους τους. Όμως οι δύο ηλικιωμένοι έχουν μεγάλη έχθρα και δεν μιλιούνται εδώ και μισό αιώνα.

Η ανθρώπινη και τρυφερή ιστορία με το εύρημα της αρχαϊκής γλώσσας λειτουργεί σε πολλά επίπεδα που ξεπερνούν το απλό τρικ του καπρίτσιου των δύο ηλικιωμένων. Σταδιακά ο ήρωας, όπως και ο θεατής, γίνονται μάρτυρες μιας τραγωδίας που έχει τις ρίζες της σε πεδία βαθιάς ιστορίας και γνώσης. Το άλυτο μυστήριο όμως και η σφραγίδα του μαγικού ρεαλισμού που είναι συνώνυμος με την λατινοαμερικανική παράδοση κάνει το φιλμ ένα εθνογραφικό αξιοπερίεργο που καταπιάνεται με πολλά ζητήματα πέρα από το προφανές τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Το ερωτικό ένστικτο, η φιλία, η ηθική ως βασικός φάρος στη ζωή των αγνών ιθαγενών, η αυστηρή προσήλωση στους άκαμπτους κοινωνικούς κανόνες, η σύγκρουση παλιού και νέου, και τέλος η έννοια τη ίδιας της γλώσσας ως κάτι περισσότερο από ένα απλό μέσο επικοινωνίας. Όλα αυτά είναι τα στοιχεία που κάνουν το όμορφο αυτό φιλμ να συγκινεί και να γοητεύει τον θεατή με την αυθεντική δύναμή του.

https://www.athensvoice.gr/

Όταν πεθαίνει μια γλώσσα, ένα μοναδικό όραμα για τον κόσμο χάνεται για πάντα

του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969) [2,5/5] MOVIES LTD

Κι αν ο έρωτας είναι μια απαγορευμένη γλώσσα;

Αυτή είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που έχει σκηνοθετήσει ο Ernesto Contreras και η πρώτη του που διανέμεται εμπορικά στην Ελλάδα. Η πρώτη του ήταν η ταινία «Párpados azules» (Blue Eyelids, 2007) η οποία πήρε μέρος στο επίσημο πρόγραμμα της Εβδομάδας Κριτικής στο 60ο φεστιβάλ των Καννών, διεκδικώντας τη Χρυσή Κάμερα. Προβλήθηκε και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, στο τμήμα «Ημέρες Ανεξαρτησίας». Η δεύτερη ήταν η ταινία «Las oscuras primaveras» (The Obscure Spring, 2014), η οποία κέρδισε τρία βραβεία Ariel (μοντάζ, μουσικής και ήχου). Μεταξύ των άλλων, έχει σκηνοθετήσει ως τώρα 15 επεισόδια της δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς «El Chapo».

Η ταινία Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα (Sueño en otro idioma) έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φεστιβάλ του Σάντανς του 2017, όπου και κέρδισε το Βραβείο Κοινού (στην κατηγορία World Cinema – Dramatic). Στην Ελλάδα προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2017, στο τμήμα Ανοιχτοί Ορίζοντες. Ανάμεσα στα βραβεία που έχει κερδίσει διεθνώς ξεχωρίζουν και τα έξι βραβεία Ariel (τα μεξικάνικα Oscar), από τα οποία ξεχωρίζουν εκείνα της Καλύτερης Ταινίας, του Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου και το Ανδρικής Ερμηνείας (για τον Eligio Meléndez, που υποδύεται τον δον Εβαρίστο).

Η υπόθεση: Ο Μαρτίν είναι ένας νεαρός, παθιασμένος γλωσσολόγος. Στο πλαίσιο μιας έρευνάς του πηγαίνει στη μεξικάνικη ενδοχώρα, σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου παλιότερα μιλιόταν από τους ιθαγενείς η γλώσσα Ζικρίλ. Πλέον, μόλις τρεις μεγάλης ηλικίας άνθρωποι που ζουν σ’ αυτήν την περιοχή την μιλάνε σε ολόκληρο τον κόσμο: μια γυναίκα και δύο άντρες. Όταν η γυναίκα πεθαίνει, μένουν μόνον ο δον Εβαρίστο και ο δον Ισάουρο, ως οι μοναδικοί που γνωρίζουν τη συγκεκριμένη γλώσσα. Ο Μαρτίν πασχίζει να τους βάλει να συνομιλήσουν έτσι ώστε να καταγράψει τους διαλόγους τους και να μελετήσει τη γλώσσα προκειμένου να τη διατηρήσει ζωντανή. Να μην χαθεί όταν εκείνοι πεθάνουν.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: οι δύο γέροι χωρικοί είναι μαλωμένοι και δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα εδώ και 50 χρόνια! Για ποιον λόγο μάλωσαν οι δύο τους, ενώ στα νιάτα τους ήταν κολλητοί φίλοι; Μήπως ευθύνεται μια γυναίκα για τον καυγά τους; Ή υπάρχει κάποιο άλλο καλά κρυμμένο μυστικό; Ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για να βρει κανείς εξιλέωση; Πού βρίσκεται αυτό το εξωτικό μέρος όπου λέγεται πως κατοικεί η αληθινή αγάπη; Και είναι σήμερα η γλώσσα που μιλούν οι ερωτευμένοι καταδικασμένη να μείνει αμετάφραστη;

Η άποψή μας: Στο εκπληκτικό τραγούδι των Violent Femmes «Add it up» υπάρχουν μεταξύ των άλλων και οι εξής στίχοι: «Words to memorize/ Words hypnotize/ Words make my mouth exercise/ Words all fail the magic prize/ Nothing I can say when I’m in your thighs». Οι λέξεις τα κάνουν όλα αυτά… Εν αρχή ην ο Λόγος. Και μιας που παίζουμε με τις λέξεις, στην παραπάνω βιβλική φράση, ο Λόγος εννοείται ότι δεν έχει να κάνει με το εργαλείο της γλώσσας, αλλά με τη Λογική. Όμως, Λόγος (γλώσσα) και Λογική (αντίληψη) είναι έτσι κι αλλιώς συνυφασμένα. Έρευνες εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως η μητρική γλώσσα ενός ανθρώπου επιδρά και καθορίζει τον τρόπο που σκέφτεται για τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων του χώρου και του χρόνου. Αλλιώς λοιπόν σκέφτεται ένας Έλληνας, αλλιώς ένας Μαλαισιανός κι αλλιώς ένας Μαορί. Δεν είναι ρατσιστικό αυτό: ισχύει. Ούτε «αποκαλύπτει» κάποιου είδους ανωτερότητα μιας γλώσσας και κατ’ επέκταση ενός λαού έναντι μιας άλλης γλώσσας, έναντι ενός άλλου λαού.

Υπάρχουν και οι άλλοι, από τα φροντιστήρια των ξένων γλωσσών, που επιμένουν: όταν αρχίσεις να σκέφτεσαι, όταν αρχίσεις να ονειρεύεσαι σε άλλη γλώσσα, τότε και μόνον τότε σημαίνει ότι την έχεις μάθει σε απόλυτο βαθμό. Ωραία δεν είναι όλα αυτά; Και δεν είναι θαυμάσιος ο τίτλος τούτης της ταινίας; «Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα». Στην περίπτωση της ταινίας με την οποία ασχολούμαστε, για να τα βάλουμε πλέον σε μια σειρά όλα, έχουμε να κάνουμε με μια φυλή ιθαγενών σε μια περιοχή του Μεξικού, που ενώ έχει αφομοιωθεί από τον σύγχρονο πολιτισμό – κι επομένως έχει ασπαστεί την ισπανόφωνη κουλτούρα και κυρίως την ισπανική γλώσσα – κάποια, ελάχιστα μέλη της, ονειρεύονται σε άλλη γλώσσα. Στη γλώσσα με την οποία μεγάλωσαν. Στη γλώσσα μέσω της οποίας έμαθαν τον κόσμο. Στη γλώσσα με την οποία έμαθαν να ερωτεύονται. Πάντως, κατά πως φαίνεται, σε όλες τις γλώσσες του κόσμου υπάρχουν θέματα ταμπού.

Υπάρχουν θέματα ανομολόγητα, που δεν πρέπει να ειπωθούν, δεν πρέπει να διαδοθούν, ουσιαστικά δεν πρέπει να υπάρχουν. Για να μην υπάρξει στιγματισμός. Για να μην υπάρξει περιθωριοποίηση. Κι έτσι, η φιλία γίνεται μάλωμα. Για 50 χρόνια ρε φίλε. Έως ότου ο παράξενος γλωσσολόγος εμφανίζεται για να ανακατέψει τα λιμνάζοντα νερά. Για να ψάξει τι ακριβώς συνέβη. Ναι, τα κίνητρά του είναι ιδιοτελή (κι ας είναι εντέλει παγκόσμια): αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να μην χαθεί μια γλώσσα από τον πλανήτη. Καταλαβαίνει σύντομα, όμως, πως δεν μπορεί να είναι ένας απλός παρατηρητής. Ένας επιστήμονας, που απλά πήγε στην περιοχή για να κάνει τη δουλειά του. Θα εμπλακεί συναισθηματικά με περισσότερους από έναν τρόπους. Στην ουσία, μάλλον θα ηττηθεί. Θα κερδίσει όμως σε γνώση, σε εμπειρία, σε θύμησες.

Ο Contreras κάνει πολλά πράγματα σωστά. Εδώ, για να καταλάβετε το μέγεθος του εγχειρήματός του, δημιούργησε ειδικά για το φιλμ μια γλώσσα η οποία δεν είναι υπαρκτή: τη γλώσσα Ζικρίλ. Και πολύ έξυπνα, σε αρκετούς διαλόγους που γίνονται στα Ζικρίλ δεν… μεταφράζει όσα λέγονται. Μας αφήνει ως θεατές απ’ έξω. Να έχουμε την ίδια άγνοια με τον γλωσσολόγο. Ρισκαδόρικη επιλογή, η οποία όμως σαφώς και λειτουργεί υπέρ της ταινίας. Γενικά, κάθε φορά που ποντάρει στον μαγικό ρεαλισμό και τον μυστικισμό, κάθε φορά που «ενώνει» τον κόσμο των ζωντανών με εκείνον των πνευμάτων, κάθε φορά που τυλίγει τις σκηνές του με ομίχλη ή τις τοποθετεί στην σαφώς ενέχουσα ρόλο συμβόλου ζούγκλα και την περίφημη σπηλιά, την είσοδο κατά μία έννοια του δικού τους Αχέροντα για τους ιθαγενείς, η ταινία κερδίζει σε πόντους.

Υπάρχουν και σκηνές από μόνες τους πολύ δυνατές, όπως εκείνη του καψίματος μιας καλύβας (ειδικά για τη συγκεκριμένη ταινία, αποφεύγουμε σπόιλερ, αν και το μεγάλο μυστικό της γίνεται και πολύ νωρίς και πολύ εύκολα αντιληπτό). Τα φλασμπάκ αποκαλύπτουν το μυστικό, μια παράλληλη ερωτική ιστορία στο σήμερα λειτουργεί μια χαρά δραματουργικά έτσι ώστε η συνολική ιστορία να προχωρήσει προς τα εμπρός. Ναι, κατ’ ουσίαν, για ένα ερωτικό τρίγωνο μας μιλάει η ταινία, αλλά εννοείται ότι προχωράει τουλάχιστον ένα βήμα πιο πέρα. Δεν πριμοδοτεί την στείρα και συντηρητική «επιστροφή στις ρίζες» αλλά σαφώς και μας λέει πως χωρίς μνήμη, χωρίς στερεά εφόδια από το παρελθόν, από την παράδοση, δεν πας πουθενά. Γι’ αυτό και η εγγονή του ενός από τους δυο γέρους έχει κομβικό ρόλο. Δεν την ενδιαφέρει να διατηρήσει ζωντανή τη γλώσσα του παππού της. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι να φύγει από την περιοχή, να πάει στην πόλη, όπου θα της δοθούν περισσότερες ευκαιρίες ανέλιξης, επαγγελματικής και άλλης. Είναι αυτό που λέμε, ασφυκτιά στο χωριό της. Λογικό, μιας που δεν της δίνεται η δυνατότητα να φτιάξει κάτι στέρεο στον τόπο καταγωγής της. Η αστυφιλία παντού στον κόσμο προελαύνει αφήνοντας πίσω της θύματα και ζημιές…

Τα δύο παππούδια είναι αρκετός λόγος για να δει κανείς την ταινία. Όλα καλά λοιπόν; Χμ, ένα μικρό θέμα με τους χρόνους της, τους έχει η ταινία. Με τους ρυθμούς. Με τη δραματουργία, που κάποια στιγμή εμφανίζει αμηχανία. Ας είναι. Δεν μιλάμε για αριστούργημα. Μιλάμε όμως για μια ταινία που πατά γερά στη γη κι έχει το κεφάλι της στα σύννεφα. Μινιμαλιστική φέτα ζωής από τη Λατινική Αμερική. Κοπιάστε!

http://www.moviesltd.gr/

 

Ο Ισάουρο και ο Εβαρίστο είναι δυο πολύ ηλικιωμένοι παλιοί φίλοι που έχουν μισό αιώνα να μιλήσουν. Ο γλωσσολόγος Μαρτίν έρχεται στο ξεχασμένο χωριό τους, γιατί είναι οι μόνοι που μιλούν μια γλώσσα που δεν μιλιέται πια. Στην προσπάθειά του να τους παραινέσει να συζητήσουν για να τους ηχογραφήσει, μυστικά θα αποκαλυφθούν.

Από τον Ηλία Δημόπουλο [2,5/5] CINEMAGAZINE

Η νέα ταινία του Ερνέστο Κοντρέρας, που κέρδισε το βραβείο κοινού στο φετινό Σάντανς, έχει σε εκλέπτυνση όλα τα υλικά που διακρίνουν μια τυπική ταινία που θα κερδίσει βραβείο κοινού σ’ ένα φεστιβάλ. Το κυριότερο των οποίων είναι η απόφασή της να παρασύρει τον κόσμο της σε ό,τι έχει να πει, στην προσήλωσή της στη συναισθηματική νοημοσύνη του θεατή της. Αυτό σημαίνει πως όσο περισσότερο απευθυνθεί σε πτυχές που προκαλούν συγκίνηση (εδώ, ο έρωτας, ο χρόνος, η στέρηση της ελευθερίας, το παρελθόν, το γήρας) κι όσο συγκινητικότερα παρουσιαστεί αυτό για το μεγάλο κοινό (πες με μελόδραμα) ή όσο προσεκτικότερα αποφευχθούν «ασάφειες», που συνήθως αποξενώνουν τον ευκαιριακό θεατή, τόσο καλύτερα. Αν επίσης πουλήσεις σ’ ένα φεστιβάλ, ασυνήθιστο επικάλυμμα ευαισθητοποίησης (εδώ, μια ξεχασμένη περιοχή του Μεξικό και, τζάκποτ, μια ολόκληρη γλώσσα που πάει να χαθεί) τότε έχεις τον κόσμο με το μέρος σου.

Το θέμα βέβαια εδώ είναι πως το έργο κι έτσι είναι ευπρεπές, συγκινητικό, εναρμονισμένο με φεστιβαλικές θεματικές ευαισθησίες. Είχε όμως στιγμές, και μάλιστα διάσπαρτες, όχι μόνο στη θαυμάσια αρχή, που έμοιαζε να ήθελε να είναι ένα άλλο, καλύτερο, έργο. Και όχι μόνο δραματουργικά πληρέστερο – προσωπικά η δραματουργία με απασχολεί σε ταινίες που τις απασχολεί, όχι σε κείνες που παίζουν σε τερέν κινηματογραφικότερα. Και τούτο, αλήθεια είναι, πως με αυτή την αρχική σκηνή στο ξέφωτο, που ακούγεται η εξαφανιζόμενη γλώσσα, με προδιέθεσε για κάτι παραπάνω. Κι όταν στη συνέχεια, παρότι πρόωρα αποκαλύπτοντας το μυστικό της (είναι εντυπωσιακή η άρνηση του πλήθους των σημερινών ταινιών να αγκαλιάσουν το μυστήριο), έφτιαξε σκηνές που ακούγεται η γλώσσα χωρίς υπότιτλους, σε κέντρισε η διακριτικότητά της να πάρει το μέρος των χαρακτήρων παρά ημών απορημένων.

Μια ρομαντική ιστορία, που στην κλιμάκωσή της θα διαλέξει το χιούμορ δίπλα στον μυστικισμό της, υπερθεματίζοντας το happy end.

Κάποια στιγμή ακούγεται ένα «αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ, θα παραμείνουν ανείπωτα». Είναι, κατά την γνώμη μου, δείγμα υψηλού κινηματογράφου αυτό που αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους του αυθύπαρκτα, δίχως την παραμικρή συνάρτηση με τους θεατές τους. Το σινεμά είναι φύσει αδιάκριτη τέχνη, δεν χρειάζεται περαιτέρω διείσδυση στα μυστικά των ανθρώπων που το στοιχειώνουν. Είναι εκεί μπροστά μας, μια σωστή σκηνοθεσία μπορεί παρατηρώντας τους να μεταδώσει στον θεατή αυτό που θέλει εκείνη – αντί να καταφύγει στην «ευκολία» να βάλει τους ανθρώπους της να το πουν.

Στο «Ονειρεύομαι Σε Άλλη Γλώσσα», αν αφήσεις κατά μέρους τέτοιες έγνοιες, ανάλογα βέβαια και πως βλέπεις εσύ τις ταινίες σου, θα πάρεις ένα πεζό, αντί ποίημα, μαγικού ρεαλισμού, πραγματικά έξοχα φωτογραφημένο. Θα πάρεις μια φυσιολατρεία έκπαγλης καλλονής, θα πάρεις έμμεσα και λόγο που η έννοια της εθνικότητας (αναπόσπαστο μέρος η γλώσσα βέβαια) σβήνεται σιγά–σιγά με αγγλοσαξονική γομολάστιχα. Θα πάρεις τέλος και μια ρομαντική ιστορία, που στην κλιμάκωσή της θα διαλέξει το χιούμορ δίπλα στον μυστικισμό της, υπερθεματίζοντας το happy end (επίσης το αγαπά ο κόσμος αυτό, ιδίως αν του το κάνεις να φανεί «κερδισμένο», όπως μόνο ένα φεστιβαλικό arthouse μπορεί) και αφήνοντας γύρω-γύρω να πεταρίζουν, σαν χαμένες λέξεις μιας άγνωστης γλώσσας, οι εγκαταλειμμένες προσδοκίες μιας ζωής που δεν βιώθηκε για λόγους που δεν μας απασχόλησαν.

http://www.cinemagazine.gr/

Άποψη: Στα πρώτα είκοσι λεπτά αυτής της Μεξικάνικης ταινίας, είχαμε αυτό το ευτυχισμένο συναίσθημα του να βρίσκεσαι «μέσα» σε μία ταινία που σε έχει «ρουφήξει» και σε έχει κερδίσει εντελώς. Η ιστορία ξεδιπλώνεται σε ένα χωριό που βρίσκεται μέσα σε τροπικό δάσος, και ο σκηνοθέτης, Ερνέστο Κοντρέρας, πολύ έξυπνα, δεν σπάει την αφήγηση με άλλες τοποθεσίες, παίρνοντας το 100% από την τοποθεσία του.

Βασίλης Παπαστεργίου [2,5/5]
MOVE IT

Και μετά, μας ξεδιπλώνει την ιστορία που έχει διαλέξει να αφηγηθεί με αυτόν τον εντυπωσιακό περίγυρο και όλη η μαγεία χάνεται, για να μην επιστρέψει ποτέ. Ο Μαρτίν, ένας νεαρός γλωσσολόγος, βρίσκεται στο χωριό επειδή εκεί κατοικούν οι τελευταίοι άνθρωποι που ομιλούν τα Ζικρίλ (μια κατασκευασμένη για τις ανάγκες της ταινίας, γλώσσα). Όταν η γηραιότερη από τους τρεις, πεθαίνει πολύ βολικά στην αρχή, μένουν μόνο οι μαλωμένοι Εβαρίστο και ο Ισάουρο, δυο ογδοντάρηδες με γαϊδουρινό πείσμα, ειδικά ο Ισάουρο που δεν θέλει ούτε να δει τον Εβαρίστο. Σύντομα, κάποια φλας-μπακ αναλαμβάνουν να μας δείξουν την πηγή της αντιπάθειας που ξεκινά από τα νιάτα τους. Είναι, φυσικά, μια γυναίκα, η οποία τελικά θα γίνει η σύζυγος του Ισάουρο. Αλλά το μίσος, όπως θα δούμε αργότερα, πάει πολύ πιο βαθιά από ένα απλό ερωτικό τρίγωνο.

Ο Κοντρέρας, φτηναίνει με κάθε του επιλογή, ένα σενάριο που σε άλλα χέρια, θα μπορούσε να είναι, όχι βέβαια αριστούργημα, αλλά μια πολύ πιο αξιοπρεπής ταινία. Υπάρχει ο πρωταγωνιστής που είναι κλασσική περίπτωση λάθος κάστιγκ. Υπάρχει η εγγονή του Ισάουρο, ένα εντελώς κατασκευασμένο πλάσμα, πανέμορφη, έξυπνη, ανοιχτόμυαλη και διαθέσιμη ως ερωμένη του Μαρτίν σε ένα περιβάλλον που είναι αδύνατον να παράξει τέτοιους χαρακτήρες. Υπάρχει ένα μυστικό που απογοητεύει όταν αποκαλύπτεται, κάποια φλας-μπακ που γίνονται πολλά και μετά πάρα πολλά και πάρα πολύ βαρετά, σπάζοντας τον ρυθμό και αφήνοντας την ταινία αθεράπευτα ανάπηρη. Και υπάρχουν χαρακτήρες με επιλογές τραβηγμένες από τα μαλλιά για να βγουν οι σεναριακές επιλογές στο πανί.

Καλά στοιχεία υπάρχουν; Ναι. Εκπληκτική και υποβλητική τοποθεσία. Καλή κάμερα. Οι περισσότεροι δεύτεροι χαρακτήρες είναι πολύ ενδιαφέροντες, οι δύο ηλικιωμένοι είναι απόλαυση, και όσο δεν εμφανίζεται το νιανιά ζευγαράκι του Μαρτίν και της εγγόνας, κάτι γίνεται.

Θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα ο Κοντρέρας. Ξεκίνησε με μια ταινία που ήλπισε να έχει αρκετή από αυτή την ποιητικότητα που γουστάρουν και περιμένουν οι Δυτικοί από τους Λατινοαμερικάνους στα φεστιβάλ. Στο τέλος όμως, μίλησε η καταγωγή του, και του βγήκε τελενοβέλα.

http://www.moveitmag.gr/

Γιάννης Ζουμπουλάκης [2/5]
Το Βήμα

Ενας παθιασμένος με τη δουλειά του γλωσσολόγος θα βρεθεί στο μέσον μιας παράξενης βεντέτας ανάμεσα σε δύο ηλικιωμένους της μεξικανικής ενδοχώρας, τους μοναδικούς κατοίκους που εξακολουθούν να μιλούν μια σπάνια γλώσσα ιθαγενών. Παράξενο ψυχολογικό – ερωτικό δράμα του οποίου το μυστήριο κοινοποιείται πιο σύντομα απ’ όσο θα έπρεπε, οπότε χάνεται το ενδιαφέρον (Αλβάρεζ Ρεμπέιλ, Ελίτζιο Μελέντεζ).
Βαθμολογία: 2

http://www.tovima.gr/

του Παναγιώτη Μήτσικα [2/5] FREE CINEMA

Νεαρός γλωσσολόγος επισκέπτεται μικρό, απομακρυσμένο χωριό του Μεξικού, στο οποίο η τοπική διάλεκτος ομιλείται πλέον μόνο από δύο γηραιούς άνδρες. Στην πραγματικότητα, όμως, η ντοπολαλιά τους κινδυνεύει να χαθεί διότι αυτοί οι δύο δεν ανταλλάσσουν κουβέντα εδώ και δεκαετίες, αποτέλεσμα μίας διαμάχης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Στην τρίτη του μεγάλου μήκους απόπειρα, το ικανό δίδυμο σκηνοθέτη – σεναριογράφου Ερνέστο και Κάρλος Κοντρέρας καταπιάνεται με μία φανταστική αλλά καθ’ όλα επίκαιρη και αληθοφανή ιστορία, σε ένα χωριουδάκι της πατρίδας τους, στο Μεξικό. Το «Ονειρεύομαι σε Άλλη Γλώσσα» είχε εκτενή φεστιβαλική διαδρομή, φτάνοντας μέχρι και το Sundance (κορωνίδα τέτοιων πονημάτων), όπου και απέσπασε το βραβείο Mahindra, που αφορά την αναγνώριση νέων και ανερχόμενων ανεξάρτητων σκηνοθετών ανά τον κόσμο.

Σε έναν κόσμο όπου τα έθιμα, η παράδοση και εν γένει τα στοιχεία που κάνουν έναν τόπο ή λαό ξεχωριστό έχουν εκλείψει σχεδόν χαρακτηριστικά για χάρη μίας ομογενοποιημένης άμορφης μάζας τουριστικής εκμετάλλευσης και «αφομοίωσης» στη διεθνή κοινότητα («η πατρίδα μας, η Ευρώπη», θα μπορούσαν να πουν κάποιοι), το θέμα της ντοπιολαλιάς είναι απόλυτα επίκαιρο. Εκατοντάδες διάλεκτοι έχουν σβήσει από το πρόσωπο της Γης, σε κάποιες περιπτώσεις λόγω άρνησης των νεότερων να τις υιοθετήσουν, και σε άλλες εξαιτίας της εξαφάνισης του εκάστοτε ιθαγενούς πληθυσμού. Στην περίπτωσή μας, τα Ζικρίλ βρίσκονται στο χείλος του αφανισμού, αποτέλεσμα μιας βεντέτας που κρατά μισόν αιώνα και έχει τις ρίζες της σε μία γυναίκα, τη σύζυγο του ενός από τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, την Εβαρίστο.

Παρά τα παραπάνω λόγια για τη διαχείριση της γλωσσικής ποικιλομορφίας και του πολιτισμού γενικότερα, το «Ονειρεύομαι σε Άλλη Γλώσσα» πέφτει από μόνο του σε μία αντίφαση. Το γεγονός πως στις μέρες μας η αγορά του Sundance, ένα κολοσσιαίο εμπορικό πανηγύρι που δίνει έμφαση στη λέξη «ανεξάρτητο» ώστε να καταφέρει να το μετατρέψει στο… εντελώς αντίθετο, μοιάζει να αποτελείται από ταινίες με απόλυτα ομογενοποιημένα συστατικά. Φιλμ για την «ομορφιά της εικόνας», ποιητικά νοήματα, «ελεγείες» και λοιπές ανούσιες φανφάρες είναι πανταχού παρόντα στο πάλαι ποτέ «rad» φεστιβάλ της Γιούτα, έναν θεσμό που στις απαρχές του είχε την ευχέρεια (και τα αρχίδια) να προβάλλει από τις no-budget παραγωγές της Κριστίν Βασόν μέχρι ντοκιμαντέρ όπως το «Paris Is Burning» της Τζένι Λίβινγκστον (που έβαλε τις βάσεις και για το New Queer Cinema).

Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το πόνημα του Κοντρέρας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση κακό σινεμά. Έχει αρετές, που πηγάζουν κυρίως από τη χρήση του ήχου και τη διεύθυνση φωτογραφίας του Τονάτιου Μαρτίνες. Το σημαντικότερο πρόβλημα εδώ, όμως, είναι το σενάριο, το οποίο δηλώνει αναποφάσιστο ως προς την τροπή και το βάρος της πλοκής (ας αποφευχθούν τα spoilers), με αποκορύφωμα το ανέμπνευστο και ρηχό love story και τα μύρια flashback. Κρατάμε, ωστόσο, τη νότα αυθεντικότητας των πρωταγωνιστών, ανθρώπων που μοιάζουν να μην έχουν την ανάγκη να «παίξουν» τον ρόλο τους, αλλά, αντιθέτως, παρουσιάζουν μια ντοκιμαντερίστικη αληθοφάνεια. Είναι, λοιπόν, μια αξιόλογη προσπάθεια; Μάλλον ναι, και η αναγνώριση του σκηνοθέτη ενδεχομένως να κάνει ένα κάποιο καλό, δίνοντάς του τα μέσα να παρουσιάσει κάτι πιο συμπαγές στο μέλλον. Σε φεστιβάλ…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Couleur locale και «ωραίες εικόνες» από το σύμπαν του φεστιβαλικού κυκλώματος, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Hate it or love it.

http://freecinema.gr

Αγγελική Στελλάκη [3/5]
Cinepivates

Νεαρός γλωσσολόγος φτάνει σε χωριό του Μεξικού, αποφασισμένος να μάθει τα μυστικά μιας διαλέκτου που έχει σχεδόν χαθεί. Μόνο που οι δύο εναπομείνατες ομιλητές της, δεν… μιλιούνται από χρόνια. Ένα περίπλοκο παρελθόν και η ιστορία μιας παράδοσης ξετυλίγονται στην ταινία του Ερνέστο Κοντρέρας που κέρδισε βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ του Σάντανς.

Η μεταφυσική πλευρά του Μεξικού (μέσω μιας σπηλιάς όπου βρίσκουν καταφύγιο τα πνεύματα της φυλής), η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, αλλά και η σχέση του ανθρώπου με τον άνθρωπο βρίσκονται στο επίκεντρο της ταινίας του Κοντρέρας. Όλα αυτά εκφράζονται με την σπουδαία δουλειά που έχει γίνει στον ήχο (όπου ακούς τις σταγόνες της βροχής και τα κύματα σαν να είναι δίπλα σου), αλλά και με τα φλασμπάκ που έρχονται να «ενωθούν» με τις σκηνές από τη σύγχρονη εποχή.

Τρυφερή η ταινία, έχει πολλά να πει για τα όσα η γλώσσα μπορεί να εκφράσει και για τα όσα αδυνατεί να εκφράσει, καθώς και για τα όσα «απαγορεύεται» να εκφράσει. Στις προσπάθειες του νεαρού γλωσσολόγου για διατήρηση της ιδιαίτερης αυτής διαλέκτου ανακαλύπτει κανείς την ανάγκη για τη διατήρηση της ίδιας της παράδοσης και του παρελθόντος.

Ποιητικός ο ρυθμός της ταινίας, αν και υπάρχουν στιγμές από τη μέση και μετά που μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Αυτή η επανάληψη κουράζει τελικά τον θεατή και υπονομεύει εν μέρει το τρυφερό μήνυμα της ταινίας.

Εξαιρετικές «φάτσες» οι δύο κεντρικοί ηλικιωμένοι πρωταγωνιστές, μοιάζουν να βρίσκονται σε μια αιώνια διαμάχη και ταυτόχρονα σε ένα αιώνιο πλησίασμα: έρχονται κοντά και ύστερα απομακρύνονται, διαπιστώνοντας ότι υπάρχουν πολλά που τους χωρίζουν και τους ενώνουν.

http://cinepivates.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: