Φεστιβάλ Δράμας 2018 | Οι ταινίες: Ημέρα 5η, 4η,3η,2η,1η

Φεστιβάλ Δράμας 2018 | Οι ταινίες: Ημέρα 5η

Έχοντας εγκατασταθεί προσωρινά στο 41ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, το Flix βλέπει και μεταφέρει εντυπώσεις απ’ όλες τις ταινίες του Εθνικού Διαγωνιστικού Προγράμματος

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου (Ι), Φθινόπωρο 2018- Εισαγωγή στην Τέχνη του Κινηματογράφου
Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ Φθινόπωρο 2018
Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2018 σε 11 Μαθήματα από 6 Οκτωβρίου 2018
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ «ΤΟ ΜΟΝΤΑΖ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ» – Φθινόπωρο 2018

 

Μ’ ένα πρόγραμμα 66 ταινιών, με σκηνοθέτες από πρωτοεμφανιζόμενους μέχρι «βετεράνους», οι ελληνικές μικρού μήκους ταινίες της χρονιάς παρουσιάζονται με την ορμή με την οποία γεννήθηκαν, έτοιμες ν’ αποκαλύψουν το ταλέντο των δημιουργών τους.

Το Flix είναι στη Δράμα (αποστολή: Μανώλης Κρανάκης, Λήδα Γαλανού), παρακολουθεί όλες τις προβολές του Εθνικού Διαγωνιστικού Προγράμματος και, μέρα με τη μέρα, αποτιμά τις ταινίες, σημειώνοντας τις ενδιαφέρουσες τοποθεσίες στον κινηματογραφικό χάρτη. Τα σχόλια και οι αποτιμήσεις μας είναι πολύ μικρά, όχι επειδή οι ταινίες είναι μικρού μήκους, μια και αυτό καθόλου δεν επηρεάζει την αξία τους, αλλά επειδή ο σκοπός αυτών των καθημερινών σχολίων είναι ν’ αποδώσουν μια αίσθηση και μια πρώτη γεύση, ελπίζοντας ότι και οι θεατές θα μπορέσουν να δουν τις ταινίες, τουλάχιστον στα «ταξίδια» του Φεστιβάλ Δράμας στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Διαβάστε ακόμη:


Τι είδαμε την Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018:

[Σημείωση: Μια από τις θεματικές που επανέρχονται στις φετινές ταινίες μικρού μήκους της Δράμας είναι αυτή της σεξουαλικής κακοποίησης γυναικών. Η γενική εντύπωση είναι πως απέναντι σε ένα διαχρονικά επίκαιρο, αλλά πολύ επικίνδυνο θέμα, οι νέοι Έλληνες δημιουργοί (και οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες) αποδεικνύονται μάλλον επιπόλαιοι, με αφηγήσεις που ξεφεύγουν είτε προς το γκροτέσκο, είτε προς το φτηνό και το εύκολο, αλαζονικά σίγουροι πως διαθέτουν τα εφόδια να μιλήσουν για κάτι τόσο δύσκολο. Με τον ίδιο επιπόλαιο τρόπο μοιάζει να αντιμετωπίζει το θέμα και το ίδιο το Φεστιβάλ, όχι μόνο μέσω της προκριματικής επιτροπής του που θα ήταν τουλάχιστον λογικό και με αμιγώς κινηματογραφικά και όχι θεματικά κριτήρια να αποκλείσει τις περισσότερες από αυτές τις ταινίες από το διαγωνιστικό τμήμα, αλλά και με αφορμή το «θόρυβο» που δημιούργησε η ταινία της Κάτιας Κορνίλοβα «Open Up». Στην ταινία της Ρωσίδας Κορνίλοβα, ανάμεσα σε άλλα μια κοπέλα πέφτει θύμα βιασμού και στο τέλος της ταινίας δείχνει να «ανοίγει την πόρτα» στον βιαστή της. Αυτή η υποψία πως η ταινία της Κορνίλοβα δικαιολογεί το βιασμό και βάζει την ηρωίδα της να γίνεται ευτυχισμένη εξαιτίας του βιασμού που δεν φαίνεται καθαρά στην ταινία, έγινε βεβαιότητα όταν η δημιουργός της ταινίας στις παρουσιάσεις των ταινιών στη Δράμα το είπε ξεκάθαρα, δικαιολογώντας στην πραγματικότητα τον βιαστή. Οπως ήταν λογικό υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από μερίδα του κοινού που βρισκόταν στην παρουσίαση, οι οποίοι επέμειναν να ρωτούν την Κορνίλοβα για τις επιλογές της. Λίγες ώρες αργότερα στην επίσημη εφημερίδα του Φεστιβάλ «Υπότιτλοι», ο υπεύθυνος της έκδοσης Κωνσταντίνος Καϊμάκης υπέγραψε ένα κείμενο με τίτλο «Βιασμοί Εντός και Εκτός της Οθόνης», αποδοκιμάζοντας όσους στρίμωξαν τη νεαρή δημιουργό για την επιλογή της και εξομοιώνοντας την προβληματική της με αυτή φτασμένων σκηνοθετών – χρησιμοποιεί ως παράδειγμα τον (ξεπερασμένο) «Θυρωρό της Νύχτας» της Λιλιάνα Καβάνι. Είναι ένα πράγμα για το Φεστιβάλ να θέλει διακαώς να «δικαιολογήσει» την επιλογή της συγκεκριμένης ταινίας στο διαγωνιστικό του τμήμα, ένα άλλο να θέλει το ίδιο το Φεστιβάλ αυτό να γίνει το κεντρικό θέμα των ημερών εδώ στη Δράμα, βάζοντας το εξώφυλλο στο επίσημο περιοδικό του και φυσικά ένα σημαντικότερο αν πιστεύουμε όλοι με το χέρι στην καρδιά ότι το Φεστιβάλ της Δράμας είναι μια διοργάνωση ικανή να χειριστεί τέτοια θέματα. Ειδικά με αφορμή μια τόσο μέτρια και αδιάφορη ταινία.]

συλλέκτης 607

Συλλέκτης του Θοδωρή Βουρνά

Ενα δείπνο για δυο άντρες, έναν serial killer και τον διώκτη του, μια συζήτηση όπου ο θύτης και το θύμα αλλάζουν διαρκώς ταυτότητα κι όπου η αποκάλυψη των ανατροπών αλλάζει το ύφος του εγκλήματος. Ο Θοδωρής Βουρνάς κάνει ένα αθηναϊκό νουάρ, μ’ ένα σενάριο που βασίζεται περισσότερο στο λόγο, παρά στη δράση και με προφανή αγάπη στο σινεμά είδους και στους γοητευτικούς pulp ήρωες. Η ταινία θα λειτουργούσε, ωστόσο, καλύτερα, με μεγαλύτερη οικονομία στο κείμενο, με μια γυναίκα ηρωίδα που να είναι κάτι παραπάνω από αλαφροΐσκιωτη και με ρεαλιστικότερες ερμηνείες από τους δυο πρωταγωνιστές που, ενώ γνωρίζουμε ότι μπορούν, για κάποιο λόγο δεν θέλουν να παίξουν με πειθώ. Λ.Γ.

exodus drama 607

Έξοδος του Αλκιβιάδη Παπαδόπουλου

Η Σοφία τρώει με τον αρραβωνιαστικό της σ’ ένα εστιατόριο, έχουν να κανονίσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες για τον γάμο-υπερπαραγωγή τους, έστω κι αν εκείνη μοιάζει διστακτική. Ενας άντρας που θα συναντήσει όταν βγει έξω για τσιγάρο, θα της δείξει τον άλλο δρόμο. Μια απλή ιστορία, με στοιχειώδη σκηνοθεσία, παίρνει ενέργεια από τη δωρική παρουσία και τη διακριτικά πολυδιάστατη ερμηνεία της πρωταγωνίστριας Νατάσας Τοπαλτζίκη που, παρά την υπερβολή της σεναριακής κορύφωσης, καταφέρνει μόνη της να μαγνητίσει το ενδιαφέρον του θεατή. Λ.Γ.

Rita 607

Ρίτα του Γιώργου Δανόπουλου

Μια ιερόδουλη περιγράφει τις αισθήσεις, τα αρώματα και τις επαφές που τη διαμόρφωσαν σε μια αφήγηση voice over που δεν συναντά ποτέ το πρόσωπό της αλλά το σκοτεινό ημίφως των δωματίων της ζωής της. Η επιλογή του Γιώργου Δανόπουλου να μην δείξει τη Ρίτα, αν και σαν πρακτική θυμίζει παλιότερες δεκαετίες, δημιουργεί τις συνθήκες για μια απαλλαγμένη από το απόλυτο του ανθρώπινου βλέμματος αφήγηση που διασχίζει όλη τη διαδρομή από την κοινοτοπία στην έκπληξη και από τη συγκίνηση στη σοφία, Την ίδια στιγμή δεν είναι πάντα σίγουρο αν βρισκόμαστε μπροστά σε τεκμηρίωση ή μυθοπλασία, αν τα 21 λεπτά της διάρκειας της δεν αποβαίνουν φλύαρα και αν τελικά οι ίδιες επιλογές που διαμορφώνουν την κεντρική ιδέα της ταινίας δεν είναι και οι ίδιες που την αποδυναμώνουν.  Μ.Κ.

30 607

30 του Κωνσταντίνου Πατσαλίδη

Λίγο πριν τη δεύτερη τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, η Μαρία προσπαθεί να μάθει νέα για το γιο της που βρίσκεται στο μέτωπο την ίδια στιγμή που αναγκάζεται να εγκαταλείψει το χωριό της. Απόπειρα ταινίας εποχής με συνταρακτικό θέμα, αλλά επιτηδευμένη και αδέξια σε αναπαράσταση εποχής, σκηνικά και κοστούμια και κυρίως πειστικότητα εκτέλεση που ρέπει συχνά προς το υπερβολικά δραματικό και το στομφώδες, χάνοντας την ευκαιρία για μια πραγματικά συγκινητική εξιστόρηση μιας σκοτεινής σελίδας της σύγχρονης ιστορίας.  Μ.Κ.

sisters 607

Sisters της Λιούμπα Κριβοχίζα

Μια γυναίκα αναζητά, στους δρόμους και τις υπόγειες διαβάσεις της Αθήνας, εκδίκηση για το βιασμό της αδελφής της. Η Λιούμπα Κριβοχίζα, στην πρώτη της ταινία, όπου γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, καταπιάνεται όχι μόνο με το θέμα της εκδίκησης, αλλά και της γυναικείας κακοποίησης και των φυλετικών στερεοτύπων. Ξεκινά κραυγαλέα ερμηνευτικά και εικαστικά και, ανελέητα, δεν σταματά, ολοκληρώνοντας το φιλμ της μ’ ένα plot twist που επιβεβαιώνει από την αρνητική πλευρά, ότι η σκηνοθεσία της χρειάζεται μπόλικη δουλειά ακόμα αλλά και, κυρίως, το θέμα της πολύ μεγαλύτερη σοβαρότητα προσέγγισης απ’ όση δείχνει.  Λ.Γ.

incidentally drama 607

Παρεμπιπτόντως του Κωνσταντίνου Οικονόμου

Μια γυναίκα ετοιμάζει ένα γιορτινό οικογενειακό τραπέζι. Απαντά σε μια τηλεφωνική έρευνα και, στη διάρκειά της, αποκαλύπτει μπροστά στους δικούς της το αφοπλιστικό μυστικό της. Η χαρά και η λύπη ξετυλίγονται παράλληλα στην ταινία του Οικονόμου, που σκηνοθετικά και αισθητικά μένει στην κακοφωτισμένη μπαναλιτέ επεισοδίου από τις «Οικογενειακές Ιστορίες». Ωστόσο, ο μονόλογος-κέντημα που κρατά το σενάριο για τη Μαρία Κεχαγιόγλου και, κυρίως, η δική της, σαρωτική ερμηνεία, καταφέρνει να διαπεράσει την εικόνα και να προκαλέσει βαθιά συγκίνηση. Λ.Γ.

Νάρκη 607

Νάρκη του Δημήτρη Τσαλαπάτη

O 16χρονος Αλέξανδρος μεγαλώνει στην άγρια πλευρά της Αττικής με το όνειρο να φύγει γρήγορα μακριά από ένα κόσμο που θέλει να τον σκληραγωγήσει με τους πιο λάθους τρόπους. Συνεχίζει την προπόνηση μποξ για χάρη του πατέρα του, παρακολουθεί τη μυστική ζωή της μητέρας του και υπνοβατεί κάθε βράδυ σαν πρόβα τζενεράλε για τη μεγάλη φυγή. Σε μια εξαιρετική πρώτη ταινία, ο Δημήτρης Τσαλαπάτης συλλαμβάνει χωρίς υπερβολές και πολλές κοινοτοπίες την αγωνία μιας καταναγκαστικής ενηλικίωσης σε ένα φιλμ που φωτίζει (όχι μόνο με την υπέροχη φωτογραφία του Γιάννη Σίμου) το ταλέντο του Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου και συστήνει το δημιουργό του σαν έναν εν δυνάμει ολοκληρωμένο σκηνοθέτη με μέλλον αλλά και ως ένα σεναριογράφο που ξέρει τι και κυρίως γιατί θέλει να αφηγηθεί μια ιστορία.  Μ.Κ.

Selfitis 607

Selfitis της Πέγκυς Ζούτη

Θέλοντας να σχολιάσει τη μανία των σύγχρονων ανθρώπων με τις selfies, η Πέγκυ Ζούτη πέφτει με πολύ συνοπτικές διαδικασίες στην παγίδα του προφανούς, κάνοντας μια ταινία – διαπίστωση για το πόσο εθισμένοι είμαστε στις ψεύτικες ζωές που μας χαρίζουν τα social media. Το αποτέλεσμα είναι εκτός από σχολικό και άκρως ερασιτεχνικό, μια «εύκολη» ιδέα που θυμίζει περισσότερο τηλεοπτικό κοινωνικό διαφημιστικό μήνυμα παρά μια κινηματογραφική ταινία που κοιτάζει πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων και αναζητά τη βαθύτερη αιτία μιας δαιμονοποιημένης συνήθειας. Μ.Κ.

Just Love 607

Μόνο Αγάπη του Μιχάλη Χαπέσιη

Μια γυναίκα οδηγεί σε μια λεωφόρο και κλαίει. Ακούει τη φωνή ενός άνδρα που απαγγέλλει λόγια αγάπης με υπόκρουση το θρυλικό adagietto του Μάλερ όπως ακούστηκε στο «Θάνατο στη Βενετία» του Λουκίνο Βισκόντι. Του απαντάει. Και το «Μόνο Αγάπη» του Κύπριου Μιχάλη Χαπέσιη τελειώνει, με το θεατή να έχει καταλάβει (ή και όχι) πως οι ατάκες του άνδρα είναι αποφθέγματα-ατάκες παρμένες από ταινίες όπως π.χ. το «Love Story» (το διάσημο «Love means never having to say you’re sorry») σε μία ιδέα που δεν ξέρει ακριβώς τι θέλει να σχολιάσει: τα ψεύτικα της αγάπης τα λόγια τα μεγάλα ή ότι οι ταινίες δεν λένε ποτέ την αλήθεια. Και στις δύο περιπτώσεις η απάντηση είναι αυταπόδεικτη και άρα περιττό να επεξηγείται από ένα χειροποίητο βίντεο – αφιέρωση προς άγνωστο παραλήπτη. Μ.Κ.

πολυέλαιος 607

Πολυέλαιος του Αντώνη Γλαρού

Ο Μένιος, απόστρατος αξιωματικός, είναι νεκρός. Μέσα από το φέρετρό του, στη διάρκεια της κηδείας του, βλέπει τους οικείους του κι ακούει τα λόγια και τη σκέψη τους, περισσότερο για κακό, παρά για καλό. Είναι πάντα έξυπνο σε μια μικρού μήκους ταινία να επιλέξεις ένα εύρημα που θα της δώσει ύφος και θ’ απαιτήσει τα λιγότερα δυνατόν μέσα κι αυτό ο Γλαρός το καταφέρνει, έστω κι αν οι κωμικές στιγμές του είναι άνισες. Αλλά σίγουρα δεν μπορείς να βασίσεις το εύρημά σου σε αυτή την άγαρμπη και παρωχημένη αποκάλυψη του φινάλε, λες και ζεις σε άλλη εποχή με άλλα ήθη.  Λ.Γ.

αβανος 607

Αβανος του Παναγιώτη Χαραμή

Ο Τάσος κι η Κική ζουν στο ελληνικό φαρ ιστ, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα: κι οι δυο κάτω από πίεση, εσωτερική ή εξωγενή. Σκληροί και λιγομίλητοι, προσπαθούν να ξεπεράσουν τα βίαια εμπόδια που τους περιορίζουν. Με τη μορφή-σφραγίδα του Κίμωνα Κουρή και τη συγκρατημένη οργή της Μαριάνθης Παντελοπούλου να ηγούνται ενός καταπληκτικού καστ, με τη φωτογραφία του Κλαούντιο Μπολιβάρ να φέρνει το Τέξας στην Ορεστιάδα, ο Χαραμής στήνει ένα καθηλωτικό γουέστερν, με έρημα τοπία, μοναχικά σκυλιά και ξοδεμένους ανθρώπους έτοιμους να εκραγούν που, ακόμα κι αν πριμοδοτεί την ατμόσφαιρα απέναντι στο σενάριό του, απλώνει ένα γεμάτο ενοχές κι εντάσεις κινηματογραφικό σύμπαν στα 20 λεπτά του.  Λ.Γ.

Αρια 607

Αρια της Μυρσίνης Αριστείδου

Η έφηβη Άρια, ένα τσαμπουκαλεμένο αγοροκόριτσο, διεκδικεί χρόνο από τον πατέρα της. Εκείνος, όμως, αντί ν’ ασχοληθεί μαζί της, τής εμπιστεύεται για κάποιες ώρες τη φροντίδα μιας Κινέζας παράνομης μετανάστη, που δεν μιλά ούτε ελληνικά, ούτε αγγλικά. Με την κάμερα στο χέρι, κεντραρισμένη στο ευαίσθητο, λεπτεπίλεπτο και δυνατό πρόσωπο της πρωταγωνίστριάς της, η Μυρσίνη Αριστείδου (με πρεμιέρα της «Άριας» στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας), χτίζει αφαιρετικά μια ιστορία αποδοχής, ένα αλλιώτικο «μάθημα οδήγησης» που καταρρίπτει (επώδυνα, καμιά φορά), τα στερεότυπα, μέσα στο ντεκόρ μιας μελαγχολικής πόλης, εξίσου αφιλόξενης για όλους. Μπορεί η ιστορία της να είναι τόσο μικρή όσο κι η ηρωίδα της και να κρύβει μια απλοϊκότητα στη διατύπωσή της, αλλά είναι ντυμένη με ειλικρίνεια και μια συγκρατημένη, διαπεραστική ζεστασιά.  Λ.Γ.

live drama 607

Live του Βασίλη Σταυρόπουλου

Ένα αγόρι κάνει ζωντανή facebook μετάδοση την απόπειρα αυτοκτονίας ενός άγνωστου άνδρα από μια ταράτσα στην πόλη. Ανεβαίνει για να τον τραβήξει από πιο κοντά καθώς οι θεατές της μετάδοσης αυξάνονται. Τον πλησιάζει, σκοντάφτει και πέφτει ο ίδιος από την ταράτσα. Και αυτό, για κάποιο λόγο, είναι κάτι περισσότερο από ένα αστείο μεταξύ φίλων που σχολιάζει τη μανία με τα social media. #Νοt.

Fake News 607

Fake News του Δημήτρη Κατσιμίρη

Από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες φωνές στην ελληνική μικρού μήκους ο Δημήτρης Κατσιμίρης, μετά τα βραβευμένα «Γενέθλια» και το δυναμικό «Μαμά, Γύρισα», δοκιμάζεται σε κάτι πιο σύνθετο, αλλάζοντας στιλ, ανεβάζοντας ένταση και με έκδηλη επιθυμία να προκαλέσει συζητήσεις. Η ιστορία μιας youtuber που σκηνοθετεί το βιασμό μιας κοπέλας από δύο μαύρους προκειμένου να αυξήσει τα νούμερα στο κανάλι της είναι μια πραγματικά ωραία ιδέα που εκτελείται με τον λάθος τρόπο, επιλέγοντας το δρόμο της υστερίας και του θορύβου εκεί όπου το πραγματικό στοίχημα θα ήταν να προσπαθήσει να διαπεράσει το ηδονοβλεπτικό ένστικτο του θεατή. Με μια Λένα Κιτσοπούλου πραγματικά εκτός εαυτού (όχι για καλό) και φτηνά κοινωνικά σχόλια – κορώνες που εκτοξεύονται μόνο για εντυπωσιασμό, το «Fake News» είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση ταινίας από έναν ταλαντούχο δημιουργό που δεν μπορεί να συνθέσει λειτουργικά τα υλικά της και τελικά αδυνατεί να σταθεί στο ύψος της φιλοδοξίας της.  Μ.Κ.

Φεστιβάλ Δράμας 2018 | Οι ταινίες: Ημέρα 4


Τι είδαμε την Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018:

[Σημείωση: Μετά από τέσσερις μέρες προβολών, δεν μπορεί παρά να επισημανθεί το σοβαρό πρόβλημα που διαπιστώνεται στις αποφάσεις της φετινής προκριματικής επιτροπής για τα – ανύπαρκτα; – κριτήρια που ορίζουν ποιες ταινίες διαγωνίζονται μεταξύ τους, πράγμα που οδηγεί φυσικά και στο άλλο μεγάλο θέμα του αριθμού των ταινιών που συμμετέχουν.]

check in drama 607

Check in του Κωνσταντίνου Στραγαλινού

Όπως και να το πεις – το ότι η ταινία του Κωνσταντίνου Στραγαλινού δεν μπορεί να βρίσκεται σε ένα (διαγωνιστικό) φεστιβάλ – δεν είναι τόσο σκληρό όσο η ίδια η ταινία του. Όχι φυσικά με τον τρόπο που προφανώς (!) πιστεύει ο ίδιος, ως μια ωμή καταγραφή της ψύχωσης των νέων με τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά με την έννοια της αν(τ)οχής του θεατή όχι μόνο σε ένα άτεχνο, κακοπαιγμένο, κακοφωτισμένο θέαμα αλλά και στο τελικά όχι και τόσο κεκαλυμμένο torture porn που με επικίνδυνη αφέλεια και φτηνό εντυπωσιασμό περνάει ως κινηματογραφική τόλμη – ούτε καν ως ένα σίγουρα πιο ευπρόσδεκτο slasher. «Όχι», «όχι» και «όχι» είναι οι απαντήσεις σε οποιαδήποτε επιχείρημα υπέρ μιας ταινίας που δεν ξέρει, αλλά νομίζει ότι ξέρει, πράγμα χειρότερο, πιο επικίνδυνο και σε κάθε περίπτωση όχι κάτι που χωρίς δεύτερη σκέψη προσφέρεις ως δείγμα κινηματογραφικής παραγωγής και θέτεις σε κούρσα διαγωνισμού. Μ.Κ.

quid

Quidnunc του Χάρη Αγιώτη

Το μεγαλύτερο προτέρημα της ταινίας είναι πως πρόκειται για ένα 26λεπτο μονοπλάνο, το οποίο βέβαια δεν είναι, a priori, για να ακολουθήσουμε την τυπολογία του τίτλου, εγγύηση καμίας επιτυχίας. Νύχτα, σ’ ένα απομονωμένο μοτέλ, μια γυναίκα σε μεγάλη ψυχική ταραχή, ετοιμάζεται ν’ αυτοκτονήσει (πιθανόν γιατί έχει πέσει θύμα βίας από τον άντρα της;). Η φωνή που ακούει στο κεφάλι της δεν την αφήνει να συγκεντρωθεί. Όμως μια άλλη φωνή, όχι στο κεφάλι της αυτή, αλλά γυναικεία, από το διπλανό δωμάτιο, ζητά βοήθεια. Η ηρωίδα, ως περίεργη ας πούμε (quidnunc δηλαδή), επιχειρεί να βοηθήσει. Ενα φιλμ που θα ήθελε πολύ να ζει στο σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς, με τις americana αναφορές της και τους αλλόκοτους επισκέπτες της, μπερδεύεται μεταξύ rape porn, στοιχείων θρίλερ κι ενδεχομένως και κάποιων σχολίων για τη βία κατά της γυναίκας, ή και όχι και ξοδεύεται σ’ ένα φλύαρο, σκόρπιο σενάριο που παίρνει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά, εκεί όπου ένα cut θα ήταν ίσως χρήσιμο. Λ.Γ.

Αγγελος Νομάς 607

Άγγελος Νομάς του Σήφη Στάμου

Η γνωστή (και ήδη ανεπτυγμένη πολλαπλά στο διεθνές και ελληνικό σινεμά – φέτος ήδη μια φορά μέχρι τώρα στη Δράμα) θεματική του άστεγου που συνεχίζει να προσποιείται απέναντι στους γύρω του πως όλα είναι φυσιολογικά, βρίσκει εδώ στην ταινία του Σήφη Στάμου την πιο επιφανειακή, αφελή και εν τέλει σχεδόν προσβλητική προς τους ανθρώπους που ζουν σε μια τέτοια συνθήκη εκδοχή της. Δεν είναι μόνο οι επιτηδευμένοι διάλογοι, η κοινωνική κριτική «του φρέντο», οι απαράδεκτοι γυναικείοι χαρακτήρες και οι (μόνο) σχηματικές απεικονίσεις της κρίσης, αλλά κυρίως η ανοησία (πόσο πειστικό είναι ότι εν έτει 2018 μια μεσίτρια δεν γνωρίζει τι είναι το φενγκ σούι;) και ο φτηνός μελοδραματισμός με τα οποία επιχειρηματολογείται μια τραγωδία, ειδικά σε μια ταινία από τις λίγες φέτος που συγχρηματοδοτήθηκαν από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Μ.Κ.

dania drama 607

Ντάνια της Μάρσιας Τζιβάρα

Στο Βερολίνο του μέλλοντος (αυτό το ξέρουμε γιατί βλέπουμε τις εμβληματικές αρκούδες της πόλης και τον πύργο τηλεπικοινωνιών της Αλεξάντερπλατς), το τελευταίο παιδί της Γης, ένα αγόρι-πειραματόζωο, διερωτάται αν υπάρχει άλλη ζωή στον πλανήτη κι αν υπάρχει νόημα να μείνει, ή πρέπει να φύγει. Το γεγονός ότι η ασπρόμαυρη αυτή φουτουριστική παραβολή είναι γυρισμένη αυτοσχέδια και με πάρα πολύ λίγα χρήματα, θα μπορούσε να λειτουργήσει και υπέρ της, αν η ιδέα και το σενάριο της ταινίας είχε κάποια πρωτοτυπία, ένα ενδιαφέρον τόσο φρέσκο και δυναμικό που να σε βοηθήσει να παραβλέψεις την εκ των ενόντων κατασκευή της. Το «Ντάνια», όμως, είναι απλώς μια στερεοτυπική, χιλιοειπωμένη ιστορία φαντασίας, με πολλά γυαλιστερά αυτοκόλλητα στους τοίχους, props από παιδικά εργαστήρια χειροτεχνίας και μια καθόλου πειστική ερμηνεία από το όμορφο αγόρι που μιλά στην κάμερα. Λ.Γ.

βουρβουρού 607

Βουρβουρού της Καρίνας Λογοθέτη

Ο Μάρκος, ένα γλυκούτσικο αγοράκι έξι χρόνων, μοιράζεται σε voice over τις αναμνήσεις από τα καλοκαίρια που περνούσε με τον μεγαλύτερο αδελφό του, στο σπίτι του παράξενου παππού του, που λάτρευε ως Θεό του το αυγό, στην πανέμορφη παραθαλάσσια Βουρβουρού. Ακούγεται ακαταμάχητο και θα ήταν, αν η αφήγηση είχε την παιδική δροσιά που υποδύεται, αντί να ακούγεται σαν λόγος ενός μεγάλου ανθρώπου που προσπαθεί πολύ να παγιδεύσει την αφοπλιστική γλύκα ενός παιδιού. Επιπλέον, ως ταγμένος υπέρ-Γουες-Άντερσον, η Καρίνα Λογοθέτη ντύνει κάθε χιλιοστό της ταινίας της με τόση «δημιουργική λεπτομέρεια», τέτοιο overdose cuteness, που το φιλμ ασφυκτιά σε όλο το bubble wrap με το οποίο είναι τυλιγμένο. Ωστόσο, το team φωτογραφίας / σκηνογραφίας / κοστουμιών, οι Σίμος Σαρκετζής / Πηνελόπη Βαλτή / Μάρλι Αλειφέρη, ξεπερνούν και τους εαυτούς τους σε ομορφιά και τέχνη.  Λ.Γ.

Hippo 607

Hippo του Θεοφύλακτου Αργυρού

Δεν είναι παράξενο που το «Hippo» έχει ως συμπαραγωγή-δυναμίτη, για μικρού μήκους ταινία, τη 1821 των Κασιδόκωστα-Λάτση και Ντούγκας και τη Faliro House: ο Αργυρού δείχνει ότι ξέρει να οργανώσει τις ιδέες και τους στόχους του και το αντικείμενό του είναι καίριο. Ο Σωτήρης είναι το χοντρό παιδί του σχολείου, το οποίο τραμπουκίζουν ανελέητα οι πιο αλήτες από τους συμμαθητές του. Όταν, όμως, ο Joy, ένας από τους θύτες κι ιδιαίτερα δημοφιλής ως γκραφιτάς, θα δώσει στον Σωτήρη το σπρέι του και θα τον αφήσει να εκφραστεί, θα γεννηθεί ο «Hippo», όπως ιπποπόταμος, ζωντανή απόδειξη ότι η βία φέρνει βία κι ότι η μάζα, σχολική ή ενήλικη, θαυμάζει το κακό. Κι όλα αυτά θα συγκροτούσαν μια δυνατή ταινία, αν εκφράζονταν με ενέργεια πηγαία, ενώ το «Hippo» μετριάζει (δεν χάνει) την ισχύ του με μια ξύλινη, υπερβολικά προσεκτική, ματιά στους διαλόγους και τις ερμηνείες, που κάνει τις αλήθειες της ταινίας να μοιάζουν ψεύτικες. Λ.Γ.

Διάβαση 607

Διάβαση του Νίκου Μαθιού

Ταινία μιας ιδέας που καταφέρνει αυτό που πρέπει να καταφέρνουν οι ταινίες μιας ιδέας. Να ξεκινούν από το σημείο 0 για να φτάσουν στο σημείο 1 και στο ενδιάμεσο να έχουν πάρει μαζί τους το θεατή. Με ρυθμό, κινηματογραφικό βλέμμα και καταγγελία που ακούγεται πιο δυνατά από οποιαδήποτε μελοδραματική κορώνα, είναι θέμα δευτερολέπτων να βρεθείς μαζί με την εκφραστική πρωταγωνίστρια μέσα στο… δάσος μιας απάνθρωπης πραγματικότητας. Και να σκεφτείς.  Μ.Κ.

Εντροπία 607

Εντροπία του Χρήστου Τάτση

Σε μια αξιοθαύμαστη πρώτη απόπειρα στο σινεμά, ο Χρήστος Τάτσης στήνει μέσα σε 18 λεπτά μια ολοκληρωμένη ταινία μικρού μήκους που μπορεί να προδίδεται από σεναριακές αφέλειες, προφανείς αναφορές (το «Χαστούκι» του Χρήστου Τσόλκα κάτι παραπάνω από έμπνευση) και σε στιγμές υπερβολική αυτοπεποίθηση στο χειρισμό δύσκολων σκηνών, αλλά σίγουρα συστήνει ένα σκηνοθέτη που μπορεί να δημιουργήσει χαρακτήρες, αγωνία και μια διαρκή ατμόσφαιρα τρόμου, εδώ με φόντο την αθάνατη ελληνική επαρχία, ένα μπάρμπεκιου που θα ανάψει φωτιές στις ισορροπίες μιας οικογένειας και την αγριότητα που (δεν) κρύβουν οι άνθρωποι απέναντι στον… άλλο, ξένο η «δικό» τους.  Μ.Κ.

η στιγμή 607

Η Στιγμή του Γιάννη Στεφανάκι

Ένας άνδρας κρατά ένα λευκό τελάρο και διανύει τον μεγάλο δρόμο της ζωής, συλλέγοντας στο πέρασμά του εικόνες, ιδέες, εμπειρίες και μια μελαγχολική θεώρηση του σύγχρονου κόσμου. Ο εικαστικός Γιάννης Στεφανάκις πηγαίνει από… το κάθετο στο οριζόντιο, μετά την περσινή «Πτώση», χρησιμοποιώντας ακριβώς την ίδια τεχνοτροπία, μεταξύ χαρτοκοπτικής και stop motion animation, μεταφέροντας τη ζωγραφική του στην οθόνη. Το οποίο είναι μια καλή ευκαιρία να γνωρίσουμε, ή να ξανασυναντήσουμε, το έργο του, αλλά δεν έχει ούτε το ενδιαφέρον ούτε την ορμή που δικαιολογούν τη συμμετοχή της ταινίας στο Διαγωνιστικό Τμήμα.  Λ.Γ.

Springtime Rest 607

Springtime Rest του Γιάννη Ζαφείρη

Ένα γοητευτικό, αινιγματικό, μελαγχολικό κομμάτι χρόνου σταματάει και ξεκινάει ξανά στην ταινία του Γιάννη Ζαφείρη που μεταφέρει αυτούσιο το συναίσθημα της απώλειας όπως το βιώνουν δύο άνθρωποι που με ξεκάθαρη σύνδεση αλλά όχι και… κατάσταση, στρέφονται γύρω από τη μνήμη, το θάνατο και τον κενό χρόνο ανάμεσά τους. Θα ήταν σίγουρα πιο λειτουργική η ξεκάθαρη ταυτοποίηση των δύο κεντρικών ηρώων, μιας γιαγιάς και ενός εγγονού που δεν συναντιούνται ποτέ, αλλά είναι σίγουρο πως με τον πιο συγκινητικό τρόπο βρίσκονται συνέχεια μαζί.  Μ.Κ.

Yawth 607

Yawth των Λήδας Βαρτζιώτη και Δημήτρη Τσακαλέα

Είναι Παρασκευή βράδυ κι η Βίκυ ψήνει τους φίλους της να πάνε σ’ ένα πάρτι, για να συναντήσει εκεί το αγόρι που της αρέσει. Ένα σενάριο και μια ιστορία στηριγμένη ολόκληρη σε πολλαπλές και παράλληλες συνεννοήσεις στα social media, με τα μηνύματα να παίρνουν τη θέση τους, από την οθόνη των κινητών στην οθόνη του σινεμά, χωρίς τη σοβαροφάνεια και την επιτήδευση που συνήθως, τελευταία, συνεπάγεται αυτή η τεχνική, αλλά με εξαιρετικό ρυθμό κι απόλυτη φυσικότητα. Παραπάνω απ’ αυτό κι ανεξαρτήτως… πλατφόρμας επικοινωνίας, το «Yawth» είναι μια ταινία για τους σημερινούς εικοσάρηδες, αλλά και για τους εικοσάρηδες κάθε δεκαετίας, για όλα τα κορίτσια και τ’ αγόρια που έχτισαν στο μυαλό τους ένα σπουδαίο βράδυ και ξέμειναν με μια λευκή νύχτα. Ποπ και βιωματικό, με αυτό τον ακαταμάχητο συνδυασμό χιούμορ και μελαγχολίας που είναι η ζωή, το «Yawth» είναι ελαφρύ, ειλικρινές και τρυφερό ως πρώτο δείγμα δουλειάς των δυο σκηνοθετών του και, ακόμα κι αν εγκαταλείπει απότομα την ηρωίδα του στο τέλος – η οποία, όμως, σίγουρα θα περάσει πολλά ακόμα, ολόιδια βράδια – σε αφήνει με τη χαρά μιας ευπρόσδεκτης γνωριμίας και τη χάρη ενός εφήμερου story. Λ.Γ.

Open Up 607

Open Up της Κάτια Κορνίλοβα

Όσο και να προσπαθήσεις, είναι αδύνατον να κατανοήσεις τι ακριβώς θέλει να πει η εκ Ρωσίας, τώρα κάτοικος Αθήνας, Κάτια Κορνίλοβα με μια ταινία που με αξιοθαύμαστη πρωτοτυπία είναι την ίδια ακριβώς στιγμή ένα βαρύ δράμα και ένα πανάλαφρο τουριστικό φυλλάδιο για την Πάρο. Χωρίς σοβαρότητα (αντίθετα, με μια τάση υπεράσπισης του βιασμού που δεν θέλουμε να πιστέψουμε), το θέμα της γυναικείας κακοποίησης αναπτύσσεται εδώ ως το υπαρξιακό (#not) ταξίδι μιας γυναίκας από το θρήνο στη ζωή και πάλι πίσω, με λογική διαφημιστική και αισθητική καθημερινού σίριαλ που εκτός από ανύπαρκτη ταυτότητα και τη μηδενική άποψη δεν έχει και την παραμικρή… σημασία για κανέναν.  Μ.Κ.

μόλλυ 6 με 8 607

Μόλλυ 6 με 8 του Ευθύμη Μιχελουδάκη

Στην καρδιά της δεκαετίας του ’60, ο Σπόρος αφήνει προσωρινά κατά μέρος την «ενήλικη» ζωή του και τη σύντροφό του, για να συναντηθεί, λίγο κλεφτά και λίγο αμήχανα, με τη Μόλλυ, το κορίτσι των ανεκπλήρωτων ονείρων της εφηβείας του. Ο Ευθύμης Μιχελουδάκης παίρνει το υλικό του (και την υπέροχη νυχτερινή ατμόσφαιρά του φιλμ 16mm στο οποίο γυρίζει) από το «Μια Στεκιά στο Μάτι του Μοντεζούμα» του Νίκου Νικολαΐδη και γεμίζει την ταινία του κινηματογραφικές αναφορές περιεχομένου και ύφους, μιας «Κλεό από τις 5 ως τις 7», μιας νουβέλ βαγκ που κάποια στιγμή έπαψε να κυματίζει, των ρομαντικών μελό με τα βαθιά χρώματα και τη βαθύτερη μελαγχολία, μιας παλιότερης Ελλάδας που κάποια στιγμή έμοιαζε όμορφη. Κι απ’ αυτό το ξεκάθαρο hommage, βγάζει μια αυτόφωτη ταινία, επειδή ο Χάρης Φραγκούλης είναι ο δικός μας Μπελμοντό κι η Σοφία Κόκκαλη τόσο ευμετάβλητη και δυνατή κι επειδή αγαπάμε τους έρωτες στο σινεμά και τη σκιά τους στη ζωή κι ο κάθε αποχαιρετισμός έχει μαγεία που διαρκεί. Λ.Γ.

Φεστιβάλ Δράμας 2018 | Οι ταινίες: Ημέρα 3η


Τι είδαμε τη Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018:

3-0

3-0 στο 89′ του Μπόρις Στάουτ

Εκτός από το βασανιστικό ερώτημα του γιατί αυτή η ταινία να βρίσκεται στο διαγωνιστικό τμήμα οποιουδήποτε φεστιβάλ, οι ερωτήσεις που προκύπτουν από το 51 λεπτών «έπος» (όλοι όσοι είδαν την ταινία θα ορκιζόντουσαν ότι ήταν πολύ μεγαλύτερη) του Μπόρις Στάουτ είναι πολλές, ευτυχώς όχι εξίσου βασανιστικές. Και φυσικά δεν βρίσκονται εκεί για να πάρουν απάντηση, αφού σε μια εντελώς άτεχνη και αναίτια αλληλουχία σκηνών, η ιστορία ενός παράνομου ζευγαριού που συναντιέται για να περάσει μαζί κάποιες μέρες μπλέκεται μαζί με μια «εναλλακτική» όψη της Σαντορίνης, με «δωρεάν» εικόνες προσφύγων στο λιμάνι του Πειραιά (και ακόμη πιο «δωρεάν» ανάμειξή τους με την ταινία, πράγμα που δεν φαίνεται πουθενά κατά τη διάρκειά της αλλά απλώς αναγράφεται μετά τους τίτλους τέλους), με ένα πρωταγωνιστικό ζευγάρι που τελειοποιεί την έννοια του κακοπαιγμένου και μια αχρείαστη εκδοχή των «Παιδιών του Πειραιά» που δεν θα θέλαμε να είχαμε ακούσει ποτέ. Το ότι κάποια στιγμή, βαθιά μέσα στη διάρκεια του «3-0 στο 89’» απλώς επαναλαμβάνεται το ίδιο πλάνο που έχουμε δει σχεδόν στην αρχή της ταινίας και αυτό είναι σκηνοθετική άποψη (;) ή κάτι, είναι προφανώς ακόμη ένα ερώτημα που δεν θα βρει ποτέ απάντηση. Μ.Κ.

Natron 607

Natron των Αρη Απαρτιάν, Σοφίας Αβραμίδου

Ένα σμήνος φλαμίνγκο στην οικολογικά απειλούμενη λίμνη Νάτρον της Τανζανίας, παίρνει στα… φτερά της τη ζωή του κι αντιστέκεται στη βιομηχανική καταστροφή του τόπου. Ενα 2D animation με ξεκάθαρη ταυτότητα και προοπτικές. Μια πρώτη δουλειά που δεν κρύβει τις σεναριακές και μονταζιακές αδυναμίες της, όπως και τα περιορισμένα μέσα της στην επανάληψη των πλάνων, αλλά προκαλεί το ενδιαφέρον για το τι μπορεί να κάνει όταν… μεγαλώσει, στο πεδίο του ελληνικού animation που έχει ανάγκη από νέους δημιουργούς.  Λ.Γ.

Τηλεφώνημα 607

Το Τηλεφώνημα του Ανδρέα Μαριανού

Χωρίς μελοδραματικές κορώνες αλλά όχι και χωρίς (πολλές) αφέλειες, ο Ανδρέας Μαριανός τρυπώνει μέσα στο μυαλό της… οικονομικής κρίσης και με ένα εύρημα που λειτουργεί παρά την «ευκολία» του, παραδίδει τη δική του εκδοχή για όσα συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, εκεί όπου κανείς δεν θα καταλάβει ποτέ πώς οι άνθρωποι καταλήγουν τόσο μόνοι. Με μια – δυο στιγμές πραγματικής μελαγχολίας που αντιμάχονται στα σημεία το «κατηγορώ» του κεντρικού μηνύματος, την ημι-ερασιτεχνική κατασκευή και το αδέξιο χιούμορ, το «Τηλεφώνημα» βρίσκει ακροατή στην άλλη πλευρά του καλωδίου, τουλάχιστον ως επίδραση για όσα λεπτά διαρκεί.  Μ.Κ.

Κιόκου Πριν Ερθει το Καλοκαίρι

Κιόκου Πριν Ερθει το Καλοκαίρι του Κωστή Χαραμουντάνη

Από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις νέου δημιουργού, ο Κωστής Χαραμουντάνης που συστήθηκε με το «Μάτι και το Φρύδι», και ενηλικιώθηκε με το «ΤΕΡΑΣ Κοιμάται», ωριμάζει με το «Κιόκου Πριν Ερθει το Καλοκαίρι», ευτυχώς χωρίς να θυσιάζει στο ελάχιστο την πειραματική του διάθεση, την ανεπιτήδευτη ελαφρότητά του, τις queer καταβολές του. Με ένα θαρραλέο τεχνικά αλλά και φορτωμένο με ποπ αναφορές video diary δύο αδερφιών που δεν έμπαιναν στη θάλασσα επειδή ακόμη δεν έχει έρθει το καλοκαίρι, ο Χαραμουντάνης γίνεται εδώ ο προφανής Χάρμονι Κορίν επί ελληνικού εδάφους, αλλά (πάλι) ευτυχώς και κάτι περισσότερο από αυτό. Σε μια αλληλουχία εικόνων που φεύγουν η μία πίσω από την άλλη με την ταχύτητα που το κάνει η μνήμη ή το ανοιγοκλείσιμο των ματιών σου, δεν υπάρχει δευτερόλεπτο που από την οθόνη δεν εκτοξεύεται συναίσθημα και εκείνη η σπάνια αίσθηση πως αυτό που βλέπεις είναι φτιαγμένο από κάποιον που ανυπομονείς να ξανασυναντήσεις στο μέλλον.  Μ.Κ.

beyond good and evil 607

Beyond Good & Evil or (The Exuberantly Painful Process of Teething) του Αλέξανδρου Παπαθανασόπουλου

Δυο άντρες, μέσα σ’ ένα υποφωτισμένο μπαρ, συζητούν, διαφωνούν, επιχειρηματολογούν, για τη δύναμη της ανθρώπινης επιθυμίας για ελευθερία και το συμβιβασμό που φέρνει η ωριμότητα. Μόνο που ούτε οι ίδιοι, ούτε ο κόσμος τους περιορίζεται από το συνηθισμένο πλαίσιο χωροχρόνου. Δυο ωραίοι ηθοποιοί, ένας καλογραμμένος διάλογος, ένα ατμοσφαιρικό κάδρο, δίνουν ύφος σ’ αυτό το στοχαστικό δωδεκάλεπτο με την ευπρόσδεκτη ειρωνεία. Παράξενο που μια ταινία με τόσο μεγαλόστομο τίτλο και τέτοια συνεχόμενη φιλοσοφική ανταλλαγή επιλέγει να μην κινηθεί και να μην ανασάνει κινηματογραφικά, περιορισμένη στη στασιμότητα ενός νυχτερινού booth.  Λ.Γ.

37 days drama 607

37 Μέρες της Νικολέτας Λεούση

Η Μαρία δουλεύει μανικιούρ-πεντικιούρ σ’ ένα κομμωτήριο: δουλεύει πεισματικά, παρότι έχει ήδη κλείσει τον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης της. Αρνείται να γεννήσει ώσπου ο ιδιοκτήτης να της υποσχεθεί ότι θα έχει τη δουλειά της και μετά τον τοκετό. Ή, απλώς, ώσπου να νιώσει έτοιμη. Η Νικολέτα Λεούση συμπυκνώνει μια ολοκληρωμένη μεγάλου μήκους ταινία σε 23 λεπτά, κρατώντας την ισορροπία ανάμεσα στην ελαφρότητα και το δράμα, την τρυφερή οικειότητα των πιο άσχημων αθηναϊκών τοπίων, τη μελαγχολία της μοναξιάς και την πληρότητα της αυτάρκειας. Αν κάτι, μόνο, μοιάζει δυσανάλογο, είναι η ένταση της βίαιης εργασιακής διεκδίκησης και η επίλυσή της… μ’ έναν πόνο. Με μια χρυσαφένια, ακαταμάχητη Έλλη Τρίγγου και την πελώρια κοιλιά της στον κεντρικό ρόλο, με την ικανότητα ν’ αναπτύσσει ολόκληρες δευτερεύουσες ιστορίες και σχέσεις με δυο πλάνα, η Λεούση χαρτογραφεί τη γεμάτη ενέργεια διαδρομή ως τη γέννα – ενός μωρού ή μιας ιδέας – χωρίς να χάνει δευτερόλεπτο τον έλεγχο και τη χάρη της.  Λ.Γ.

ο αδερφός μου 607

Ο Αδερφός μου του Θοδωρή Παπαδουλάκη

Ένα αγόρι προσπαθεί να διανύσει τους δρόμους της πόλης, σπρώχνοντας την αναπηρική καρέκλα της αδελφής του: τα πεζοδρόμια είναι γεμάτα καφέ κι ανθρώπους απρόθυμους να μετακινηθούν, οι ράμπες κλεισμένες από αυτοκίνητα, κάθε εμπόδιο και μια άρνηση αξιοπρέπειας κι ανθρωπιάς. Κι έτσι, το αγόρι θα εκδικηθεί. Ο Θοδωρής Παπαδουλάκης, πάντα με σκηνοθετική ικανότητα και την περιποιημένη αισθητική ενός διαφημιστικού σποτ, μάλλον δεν αντιλήφθηκε την αποδοκιμασία του «Έμπαινες» στο διαφημιστικό των Goody’s (που μάλιστα περιείχε μια παρόμοια σκηνή). Εδώ σε μια 5λεπτη ταινία προλαβαίνει και να συνδέσει επιπόλαια τη βία με την ανθρωπιά και την «κουκούλα του αναρχικού» με την έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας και, τελικά, να επιβραβεύσει την αυτοδικία. Λ.Γ.

Thin Green Line 607

Thin Green Line του Μάριου Ψαρά

Αν διαγράψεις εντελώς το οπτικό κομμάτι μιας ταινίας, είναι αλήθεια πως δεν μένει τίποτα. Κάπως έτσι «διαγράφεται» η μοίρα της ταινίας του Κύπριου Μάριου Ψαρά που ενώ διαθέτει μια πανίσχυρη κεντρική ιδέα (τις ερωτικές σχέσεις Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων) και στήνει πειστικές και συγκινητικές αφηγήσεις που θα μπορούσαν να είναι… ντοκιμαντέρ, στέλνοντας ηχηρό μήνυμα υπέρ του αυταπόδεικτου της ενωτικής διαφορετικότητας, δεν ξέρει καθόλου τι να κάνει με την εικόνα του. Η επιλογή του να μην εστιάσει στα πρόσωπα αποπροσανατολίζει και η επαναλαμβανόμενη οπτική επένδυση μειώνει την τελική επίδραση μιας ταινίας που κοιτά κατάματα μια αλήθεια, αλλά χωρίς να δείχνει ποτέ τα μάτια της.  M.K.

Shapes of Mine 607

Shapes of Mine του Γιώργου Καψανάκη

Σε ένα (όχι και τόσο) μακρινό μέλλον, μια πρωτοπόρα ψηφιακή υπηρεσία χαρίζει επιθυμητές νέες μορφές στους ανθρώπους, πράγμα που βρίσκει την τέλεια (και μαζί απεχθή) εφαρμογή του σε ένα ζευγάρι που προσπαθεί να ξαναβρεί λόγο ύπαρξης. Απόπειρα αλληγορίας στη μορφή αμήχανης επιστημονικής φαντασίας χωρίς τελικά πραγματικό ενδιαφέρον, σίγουρα περισσότερο αισθητικό παρά θεματικό, με έντονη αίσθηση παρωχημένων αντιλήψεων για τη θέση της γυναίκας στο σύγχρονο γίγνεσθαι αλλά και περί δυστοπικής ανάγνωσης του παρόντος. Μ.Κ.

Πέρα από τ' Αστέρια 607

Πέρα από τ’ Αστέρια της Στελάνας Κληρή

Ένας νεαρός γίνεται δεκτός στο πρόγραμμα Mars One, επιλαχών για να είναι ένας από τους λίγους τυχερούς του πλανήτη που θα εκπαιδευτούν και θα μετοικήσουν τον Άρη. Όταν το ανακοινώνει στην κοπέλα του, το όνειρό του γκρεμίζεται και ανακαλύπτει πως αυτή δεν μοιράζεται τον ίδιο ενθουσιασμό μαζί του. Όλα αυτά σε μια απόπειρα ρομαντικής κομεντί που ξεκινάει χαριτωμένα, αλλά δεν εξελίσσεται ή ολοκληρώνεται αντίστοιχα με τις προσδοκίες που έχει χτίσει. Σε μια ανακύκλωση των ίδιων ιδεών και με ένα εφέ που δεν προσθέτει κάτι περισσότερο στην ιστορία, το «Πέρα από τ’ Αστέρια» σβήνει εκεί μάλλον που θα έπρεπε να λάμψει παρά την εμμονή του να κρατάει το κεφάλι ψηλά!  Μ.Κ.

tropical dreams 607

Tropical Dreams της Βαγγελιώς Σουμέλη

Η Βιολέτα έχει μετοικίσει στην Κύπρο για μια καλύτερη ζωή – η οποία δεν έχει έρθει. Στο εβδομαδιαίο ραντεβού με την οικογένειά της στο skype, με τη βοήθεια της φίλης της, της Μαρίας, «δανείζεται» το βελτιωμένο σύμπαν της υπηρεσίας Tropical Dreams, για να συντηρήσει για χάρη τους την ιδέα ότι όλα πάνε καλά. Μια γλυκύτατη, μελαγχολική αλλά όχι χωρίς χιούμορ, ματιά στη γυναικεία ψυχοσύνθεση, στις γκρεμισμένες προσδοκίες και στην αγωνία της μετανάστευσης, στημένη γύρω από μια έξυπνη ιδέα και στέρεες ερμηνείες, έστω κι αν, ίσως από υπερβολική προσοχή και διακριτικότητα, δεν αποκτά τη συναισθηματική δύναμη που υπόσχεται η ιστορία της.  Λ.Γ.

newstria drama 607

Newstria του Κώστα Σταματόπουλου

Σ’ ένα φιλμ που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι αν έχεις μεταφερθεί στην άλλη πλευρά του καθρέφτη, ένα πλοίο που λέγεται, τι άλλο, Χίμαιρα, οδεύει προς τον μυστικό τόπο της απόλυτης ευτυχίας αλλά στην πορεία… μπατάρει. Ως άλλος Τιτανικός, φιλοξενεί ολόκληρη την ταξική διαστρωμάτωση, από τους μούτσους και τους μάγειρες, στον καπετάνιο και την κόρη του και την καλή κοινωνία τεχνοκρατών και καλλιτεχνών: όλοι μαζί θα βουλιάξουν στη ματαιότητα της ύπαρξης, υπό τους ήχους της όπερας και σε συνύπαρξη με απροσδιόριστα εξωγήινα όντα. Γκροτέσκ ερμηνείες, σεναριακές ανακολουθίες, αισθητική… εποχής του Αnt1 των ’90s και, μαζί, μια αβάσιμη υπερφιλοδοξία, βυθίζονται μαζί με τη συγχρηματοδοτημένη από το ΕΚΚ ταινία, αφήνοντάς μας, μόνο, να σιγοτραγουδάμε newstriaaa newstriaaa, με φωνή σοπράνο. Λ.Γ.

Φεστιβάλ Δράμας 2018 | Οι ταινίες: Ημέρα 2η


Τι είδαμε τη Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018:

Δεσμοί 607

Δεσμοί του Ανδρόνικου – Κωνσταντίνου Δημόπουλου

Σε μια εντελώς λάθος τοποθέτηση του διαχρονικού θέματος του νόστου, ο Ανδρόνικος – Κωνσταντίνος Δημόπουλος αφηγείται την ιστορία του Φοίβου, ενός Έλληνα που έχει μετακομίσει στο Σαράγεβο, επιτυχημένου επαγγελματία και σε μια υπέροχη σχέση με την Βόσνια κοπέλα του, αλλά και διαρκώς με τη σκέψη του στην Ελλάδα. Φλύαροι και χωρίς πραγματικό ρυθμό (πράγμα που μαρτυρούν και τα ολόκληρα 40 λεπτά της διάρκειάς τους), οι «Δεσμοί» είναι μια ταινία που δεν μοιάζει καν παλιομοδίτικη, αλλά ήδη ξεπερασμένη. Δεν ξέρουμε ποιοι άνθρωποι συγκινούνται στην εποχή μας με μπαγλαμαδάκια και σπανακόπιτα από την πατρίδα, ειδικά όταν βρίσκονται μόλις μία ώρα με το αεροπλάνο μακριά και ζουν μια υπέροχη ζωή στη νέα τους πόλη. Και σίγουρα αυτό δεν είναι κάτι που θα το μάθουμε από την ιστορία του Φοίβου που, παρά τις προσπάθειες του Μάξιμου Μουμούρη, δεν μπορεί να πείσει ούτε για τα διλήμματα, ούτε για την αγωνία του, ούτε καν για την τόσο έντονη νοσταλγία του για το… σπίτι. Για να μην αναφέρει κανείς τη «διακριτική» αλλά αισθητή σεξιστική ματιά απέναντι στις γυναίκες που τον περιτριγυρίζουν (σύντροφος, αδερφή, μητέρα), κάνοντας τελικά την απόφασή του να επιστρέψει στην Ελλάδα, να μοιάζει μάλλον με την απόφαση ενός κακομαθημένου αγοριού της μαμάς του παρά ενός αντιπροσωπευτικού νέου της εποχής του που προσπαθεί να κάνει το σωστό.  Μ.Κ.

Η Γυναίκα στο Δωμάτιο 607

Η Γυναίκα στο Δωμάτιο του Ρωμανού Παπαϊωάννου

Η ολοφάνερα (όχι πάντα για καλό) σπουδαστική προσπάθεια του Ρωμανού Παπαϊωάννου να μεταφέρει μια ιστορία του Στίβεν Κινγκ επί ελληνικού εδάφους μπορεί να προδίδεται σχεδόν ολοκληρωτικά από τα πενιχρά μέσα και τους ερασιτεχνισμούς στις εντάσεις, το ρυθμό και τη γενική ατμόσφαιρα, αλλά την ίδια στιγμή η ιστορία ενός γιου που βυθίζεται σε έναν εφιάλτη με αφορμή την επίσκεψη στην κατάκοιτη μητέρα του στο νοσοκομείο, διαθέτει και διακριτικές σινεφίλ πινελιές (το «Ιστορία μου, Αμαρτία Μου», αναφορά στον «Εξορκιστή»), αλλά και camp υψηλές νότες (βλ. Θάνατος) που ακόμη και μέσα σε ένα άτεχνο ασπρόμαυρο, «χρωματίζουν» ένα νεαρό σκηνοθέτη με κέφι και διάθεση για μια απόπειρα «είδους» που λείπει πολύ από τις μικρού (αλλά και μεγάλου) μήκους της ελληνικής παραγωγής.  Μ.Κ.

The Sound 607

The Sound του Αντονι Πέτρου

Σε μια άρτια σύνθεση εικόνας, ήχου και συγκινησιακής φόρτισης, ο Άντονι Πέτρου μετατρέπει ένα κινηματογραφικό δοκίμιο πάνω στην ψυχική υγεία και στις επιπτώσεις που έχει στους δεσμούς μιας οικογένειας, σε μια ταινία… μυστηρίου που τρυπώνει στο υποσυνείδητο και σε βυθίζει διαρκώς στο ιδιοσυγκρασιακό σύμπαν της. Ίσως υπερβολικά επεξηγηματική σε σημεία, ξεχωρίζει σε κάθε περίπτωση για την ευφάνταστη χρήση του σκηνικού μιας αγγλικής φάρμας και την ολοκληρωμένη αποτύπωση της κεντρικής της ιδέας. Με άποψη, στιλ και συναίσθημα. Μ.Κ.

Sound of Vladivostok 607

Ο Ήχος του Βλαδιβοστόκ του Μάριου Ιωάννου Ηλία

Όχι ότι δεν είναι ωραίο να γνωρίσουμε το μακρινό Βλαδιβοστόκ. Μέσα από ένα κολάζ τοπίων (ο ατελείωτος πάγος, τα βιομηχανικά φουγάρα, τα αστικά κτίρια) κι ένα μιξάζ ήχων (η κλασική ορχήστρα, τα πολυβόλα, τα εργοστάσια). Σ’ ένα γρήγορο μοντάζ αισθήσεων και εντυπώσεων, χωρίς κλιμάκωση, αλλά με μπόλικη πληροφορία. Μόνο που αυτή η 6λεπτη ταινία, θα επιλεγόταν άνετα για την προώθηση του «Βλαδιβοστόκ, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρασίας», ή για το πρόγραμμα «Βλαδιβοστόκ: Ηχος και Φως», ή για οποιαδήποτε δημοτική καμπάνια με γενναίο budget. Και σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν λογικό να συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα ενός φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους. Εκτός αν το τελικό βραβείο ήταν ένα ταξίδι στο Βλαδιβοστόκ. Λ.Γ.

Calling 607

Calling της Αρτεμις Αναστασιάδου

Μια μεσόκοπη βιοπαλαίστρια μοδίστρα, προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τη φροντίδα του ενήλικου γιου της που πάσχει από νοητική υστέρηση, ενώ η ίδια πέφτει θύμα βιασμού μέσα στο σπίτι της. Γυρισμένη στην Αμερική, με καστ από πρόσωπα που μένουν στη μνήμη, μια αφηγηματική ταινία με σφιχτό ρυθμό στο μοντάζ της και έλεγχο στη σκηνοθεσία της. Μόνο που ένα φιλμ που διερευνά και αντιμάχεται τη βία κατά της γυναίκας, τη σημερινή εποχή που το θέμα μονοπωλεί την κοινωνική συζήτηση διεθνώς, δεν χρειάζεται επιπλέον σεναριακά βάρη. Το φόρτωμα της ιστορίας με ολοένα και περισσότερη τραγωδία, λειτουργεί εκβιαστικά και υπονομεύει το στόχο.  Λ.Γ.

everything 607

Όλα για Όλα του Μαρίνου Σκλαβουνάκη

Ο Αντρέας (γιατί ρε Αντρίκο, γιατί ρε Αντρίκο, γιατί ρε μαλάκα Αντρίκο, θα έλεγε κανείς), προκειμένου να βοηθήσει τον καταχρεωμένο κολλητό του, τον Μιχάλη, ρισκάρει να παίξει μια μοιραία παρτίδα πόκερ με τον αρχιδάτο «Καρχαρία», τον τοκογλύφο που έφερε τον Μιχάλη στο χείλος της καταστροφής. Ενα γουέστερν αλά Γιάννη Οικονομίδη – όχι επειδή ο σκηνοθέτης υποδύεται τον Μιχάλη, αλλά επειδή η ταινία είναι ποτισμένη από το ύφος του και την κοινωνική οργή του – όπου το φαρ γουέστ είναι ένα ελληνικό νησί και η φωτογραφία καμμένη από τον ήλιο. Όπου τόσο η σιωπηλή αντρίλα, όσο και τα στοιχεία σπλάτερ, όσο και το απρόσμενο bromance (πώς μοιάζει όταν δυο ανδρικά στομάχια φιλιούνται αγκαλιαστά;), όσο και τα τραβηγμένα τσιτάτα, θα μπορούσαν να συνθέτουν μια άκρως διασκεδαστική παρωδία, αν η ταινία μας έπειθε ότι προς τα εκεί οδεύει, χωρίς την υποψία ότι παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και κάνει κοινωνική κριτική.  Λ.Γ.

 

Φεστιβάλ Δράμας 2018 | Οι ταινίες: Ημέρα 1η


Τι είδαμε την Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018:

Βασιλεία 607

Βασιλεία της Αναστασίας Κρατίδη

Η καθημερινότητα μιας μοναχικής γυναίκας που εργάζεται σε ένα εργοστάσιο, αναδιπλώνεται ως ο χάρτης μιας σύγχρονης κοινωνίας που κάτω από τη φαινομενική του ρουτίνα κρύβει μια σκοτεινή, απάνθρωπη πραγματικότητα. Ταινία μιας ιδέας, που ποντάρει περισσότερο στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί και στην κεντρική ερμηνεία της πειστικής Φελίς Τόπη, ολοκληρώνεται προβλέψιμα, διατυπώνοντας την όχι και τόσο πρωτότυπη κριτική της πάνω στην κρίση και προδίδοντας αρετές στη ματιά της δημιουργού της, αλλά χωρίς να κλείνει τον κύκλο που ανοίγει, αφήνοντας ιδανικά την ηρωίδα της, αλλά όχι και τον θεατή, μετέωρους. Μ.Κ.

You Should Know Better

You Should Know Better του Θάνου Τοπούζη

Μέσα από την… ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη μιας κοπέλας που δεν ταιριάζει στο προκατασκευασμένο μοντέλο του «κοριτσιού για σχέση», ο Θάνος Τοπούζης αποκαλύπτει για το πρώτο του μέρος ένα ακομπλεξάριστο, πηγαία αστείο και μοντέρνο βλέμμα πάνω σε καυτά θέματα της εποχής μας όπως ο φεμινισμός, η μανία με το healthy lifestyle και οι (διαχρονικά επίκαιρες) ερωτικές σχέσεις. Στην προσπάθειά του να ολοκληρώσει τη διαλεκτική του, χάνει στροφές στο δεύτερο και πιο δύσκολο μέρος, ανταλλάσσοντας την αμηχανία και το διδακτισμό με τη διαρκώς φρέσκια ερμηνεία της Μπιάνκα Μπεκλς-Ρόουζ.  Μ.Κ.

Φάμπρικα 607

Η Φάμπρικα του Αλέξανδρου Σικαλιά

Ένας εργάτης σε ένα εργοστάσιο στον Πειραιά πρέπει να αποφασίσει αν θα καταδώσει μια ομάδα συναδέλφων που μπλέκονται σε μαύρο εμπόριο μετάλλων από τις αποθήκες του εργοστασίου, πράγμα που θα του εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή για τον ίδιο και την οικογένειά του, ή να γίνει και ο ίδιος μέρος μιας απάτης. Σαν ξεπερασμένο ελληνικό «φωσκολικό» κοινωνικό σινεμά των ’70s, το σχηματικό, πομπώδες και ερασιτεχνικά στημένο (και κυρίως παιγμένο) φιλμ του Αλέξανδρου Σικαλιά γίνεται το εντελώς αντίθετο από ένα νουάρ πάνω στη σύγχρονη εργασιακή ζούγκλα, αφήνοντας ξεκρέμαστες ακόμη και τις πιο φιλόδοξες, μελαγχολικές στιγμές της απεικόνισης της (δεν γίνεται ποτέ) υπαρξιακής διαδρομής του κεντρικού του ήρωα. Μ.Κ.

Ave Eva 607

Ave Eva της Ολίβια Τβαρντόβσκα

Ένα μικρό κορίτσι αντιδρά στον ερχομό του νέου μωρού της οικογένειας. Η εμμονή της γίνεται ένας εφιάλτης, η απόφασή της να εμποδίσει με κάθε τρόπο τον ερχομό του, μια μη αναστρέψιμη στιγμή για την ενηλικίωσή της. Με φαντασία, θαρραλέες αισθητικές επιλογές και μια ατμόσφαιρα που πετυχαίνει το σκοπό της, να μας βυθίσει στο, ψυχισμό ενός παιδιού που ανακαλύπτει πως ο κόσμος δεν περιστρέφεται γύρω από αυτό, η Ολίβια Τβαντόρφσκα επιδεικνύει σιγουριά στα εκφραστικά της μέσα, δίνοντας ωστόσο περισσότερη σημασία στις αισθήσεις, εκεί όπου μια όχι τόσο κοινότοπη αφήγηση θα ολοκλήρωνε κάτι πραγματικά αυθεντικό και όχι κάτι που νιώθεις ότι κάπου, κάπως, κάποτε έχεις ξαναδεί. Μ.Κ.

grief drama 607

Grief της Αλεξάνδρας Ματθαίου

Μια ωραία ιδέα για μια ταινία μικρού μήκους (μητέρα και κόρη αναζητούν τον ιδανικό τόπο για να σκορπίσουν την τέφρα του πατέρα, ανοίγοντας όλες τις πληγές του παρελθόντος), υποστηρίζεται εδώ μόνο από το σκηνικό (τα γυρίσματα έγιναν στη Σικελία) και την υπόσχεση για την ταινία που δεν γίνεται ποτέ. Γραμμένο με έμφαση στα κλισέ, άρρυθμα κομμένο και κυρίως με αναξιοποίητες δύο υπέροχες ηθοποιούς (Θέμις Μπαζάκα και Κίκα Γεωργίου), που ενώ η κάμερα δεν ξέρει να τις κοιτάξει, πασχίζουν να δώσουν ψυχή σε κάτι άμορφο και τελικά ολότελα αδιάφορο. Μ.Κ.

Η Σιγή των Ψαριών Οταν Πεθαίνουν 607

Η Σιγή των Ψαριών Όταν Πεθαίνουν του Βασίλη Κεκάτου

Αξιοπρόσεκτη περίπτωση από την πρώτη του εμφάνιση πίσω στο 2015 με τον «Ανάδρομο», ο Βασίλης Κεκάτος γίνεται, ταινία με την ταινία, ο σκηνοθέτης που είχε υποσχεθεί, εδώ με μια ολοκληρωμένη ταινία μικρού μήκους που αξιοποιεί έξυπνα το παράδοξο της κεντρικής της ιδέας (πηγαίνοντας στη δουλειά του, ένας άντρας μαθαίνει ότι έχει πεθάνει), τις σεναριακές της αρετές και τη δύσκολη ισορροπία δράματος και κωμωδίας, πάνω στην οποία χτίζει το σουρεαλιστικό της υπόβαθρο. Είναι αλήθεια ότι η άλλοτε έντονη και άλλοτε πιο διακριτική «χίπστερ» (στην αισθητική και το στιλ) διάθεση αφαιρεί από την οικουμενική συγκίνηση του θέματος ενός ανθρώπου που «ζει» απαρατήρητος από τους γύρω του, πράγμα που αντισταθμίζει η διαρκώς πάνω στο ρυθμό σκηνοθετική ματιά του Βασίλη Κεκάτου, το εκφραστικό πρόσωπο του Ανδρέα Κωνσταντίνου, όσο και το άρτιο τεχνικό κομμάτι της παραγωγής.  Μ.Κ.

Οταν Ημουν στο Λύκειο

Όταν Ήμουν στο Λύκειο, ήμουν Ερωτευμένος με την Άννα της Ελένης Μητροπούλου

Ο Λουκάς προσπαθεί να εξηγήσει τις ερωτικές του περιπέτειες με τα κορίτσια που δεν τον καταλαβαίνουν, που τον παρατούν, που του φέρονται σαν να είναι σκουπίδι σε μια κομεντί που έχει ιδέες, πειραγμένο ρομαντισμό και κυρίως καταπληκτικές ερμηνείες από τον πηγαίο, ακαταμάχητο Χάρη Φραγκούλη αλλά και το δίδυμο των Σοφία Κόκαλη και Ηρώ Μπέζου, εδώ σε δύο απολαυστικά γραμμένους, κωμικούς ρόλους. Οχι ακριβώς «έκπληξη» η αποκάλυψη του φινάλε που ολοκληρώνει μια ελαφρώς αδέξια προσπάθεια, έχοντας αφήσει ωστόσο έντονο το αποτύπωμα ταλέντου και γραφής μιας νέας δημιουργού που αξίζει να προσέξεις. Μ.Κ.   |||| http://www.flix.gr

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Φεστιβάλ Δράμας 2018 | Οι ταινίες: Ημέρα 5η, 4η,3η,2η,1η

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: