PETERLOO (2018) του Μάικ Λι | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

O Μάικ Λι φέρνει στη μεγάλη οθόνη την περιβόητη σφαγή του 1819 στο Σεντ Πίτερς Φιλντς του Μάντσεστερ όταν, κατ’ εντολή των αρχών της πόλης, η ειρηνική διαδήλωση χιλιάδων ανθρώπων διαλύθηκε με αιματηρό τρόπο.

Είδος:Δράμα, Ιστορική
Χώρα:Ην. Βασίλειο
Σκηνοθέτης:Mike Leigh
Πρωταγωνιστούν:Rory Kinnear, Maxine Peake, Pearce Quigley, Neil Bell
Διάρκεια:154′

Σε αυτήν την ταινία πρωταγωνιστής είναι η ιστορία

Η ιστορική σφαγή

Σε σενάριο και σκηνοθεσία του υποψήφιου για 7 Όσκαρ Μάικ Λι, το «Peterloo» είναι μια επική αναπαράσταση των γεγονότων που περιγράφουν την ιστορική σφαγή του Πίτερλου το 1819 που άλλαξε την εργατική τάξη της Αγγλίας. Η ειρηνική συγκέντρωση στην Πλατεία Σεντ Πίτερς στο Μάντσεστερ αιματοκυλίστηκε και έγινε ένα από το πιο σκοτεινά και περιβόητα επεισόδια στην ιστορία της Αγγλίας. Η βρετανική κυβέρνηση διέταξε την καταστολή της συγκέντρωσης των 80.000 ανθρώπων που ζητούσαν πολιτικές αλλαγές και μέτρα ενάντια στη συνεχώς αυξανόμενη φτώχεια με αποτέλεσμα πολλοί να χάσουν τη ζωή τους και εκατοντάδες να τραυματιστούν. Η άγρια αυτή καταστολή και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν προκάλεσαν οργή σε όλη τη χώρα και επέφεραν ακόμα μεγαλύτερη κρατική καταστολή. Η σφαγή του Πίτερλου αποτελεί μια ιστορική στιγμή για τη βρετανική δημοκρατία.

Ο Μάικ Λι και το Peterloo

Ο καταξιωμένος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Μάικ Λι φέρνει στη μεγάλη οθόνη με μια σαρωτική απλότητα και σοβαρότητα ένα ιστορικό γεγονός που ξεκίνησε δημοκρατικά και έληξε με βία. Το «Peterloo» έχει δύναμη και σθένος αλλά πάνω από όλα έχει σκοπό να μιλήσει για μια αληθινή ιστορία που πρέπει να ακουστεί τώρα. Με την πολύτιμη στήριξη της Amazon, ο Μάικ Λι έκανε πραγματικότητα την πιο ακριβή του ταινία με κόστος σχεδόν 17,8 εκατ. δολάρια και ένα καστ με περισσότερους από 100 ηθοποιούς. Η Μαξίν Πικ, μία εκ των πολλών πρωταγωνιστών, αναφέρει: «Νομίζω ότι η ταινία θα ανοίξει τα μάτια του κόσμου. Μόλις έμαθα ότι ο Μάικ Λι θα γυρίσει μια ταινία για την ιστορία αυτή, του έστειλα αμέσως μια καρτ ποστάλ ζητώντας του να είμαι μέρος της ταινίας και μου απάντησε πως μόλις ξεκινούσε τα γυρίσματα θα επικοινωνούσε μαζί μου, όπως και έγινε».

Πρόκειται για μια ταινία που το κεντρικό της μήνυμα είναι η επικοινωνία των ανθρώπων, η ενότητα και η έννοια της συλλογικότητας. Η μόνη λύση είναι η συλλογική δράση που πρέπει να προκύπτει μετά από συζήτηση. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η ταινία δεν έχει έναν κεντρικό πρωταγωνιστή, αφού τον ρόλο του πρωταγωνιστή τον έχει η ίδια η ιστορία. Για τον Μάικ Λι είναι μια ταινία για τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία της ανθρωπότητας, τον αιώνιο αγώνα για αγάπη, συντροφικότητα, εντιμότητα και για την εναντίωση στην εξουσία, τη διαφθορά, την απληστία και τον κυνισμό. Το «Peterloo» είναι μια γιορτή για τη δύναμη της ελπίδας και ένας θρήνος για την ανεξάντλητη ανάγκη του ανθρώπου για καταστροφή.

Το ψηφιακό Peterloo

Τα special effects είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ταινίας. Στην πραγματική συγκέντρωση υπήρχαν 80.000 άνθρωποι ενώ στα γυρίσματα της ταινίας 200 κομπάρσοι. Η ψηφιακή επεξεργασία έδωσε μια πιο αληθοφανή εικόνα για την εποχή. Τα σκηνικά είναι «χτισμένα» ψηφιακά. Η παραγωγή, έχοντας στη διάθεσή της εικόνες από εκείνη τη εποχή, χρησιμοποίησε τις πληροφορίες και έφτιαξε ένα πιστό αντίγραφο της ατμόσφαιρας, με το φως και τη θερμοκρασία των χρωμάτων. Ένα μικρό κομμάτι των σκηνικών ήταν αλήθεια στημένο, ενώ όλο το υπόλοιπο έγινε ψηφιακά.

Peterloo i gnomi ton kritikon

Αχιλλέας Βασιλείου  [4/5]

Η ιστορία και τα τραγικά γεγονότα της 16ης Αυγούστου του 1819, όπου μια ειρηνική διαδήλωση χιλιάδων εργατών, γυναικών και παιδιών στο Σαιντ Πίτερ Φιλντς στην περιοχή του Μάντσεστερ, βάφτηκε με αίμα από τον βασιλικό στρατό, ύστερα από πιέσεις των τοπικών αρχών, των εργοδοτών, της αστυνομίας και της εκκλησίας. Τουλάχιστον δεκαοχτώ διαδηλωτές έχασαν την ζωή τους και εκατοντάδες τραυματίστηκαν, με αιτήματα το δικαίωμα στην ψήφο και την εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο, απέναντι σε μια καταπιεστική μοναρχία και έναν βασιλιά σκέτη καρικατούρα. Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει από την μάχη του Waterloo και η σφαγή αυτή ονομάστηκε καθαρά ειρωνικά Peterloo

Σε σκηνοθεσία του Mike Leigh το Peterloo αποτελεί την πολιτική και κινηματογραφική παρακαταθήκη του 75χρονου Άγγλου σκηνοθέτη, που ανέκαθεν τα σενάρια των ταινιών του είχαν να κάνουν με τους απόκληρους της Αγγλικής κοινωνίας ( Γυμνός) , με το καταπιεστικό σύστημα πρόνοιας της χώρας του ( Vera Drake), με την προσπάθεια της τέχνης και των ανθρώπων της να εναντιωθούν στο κατεστημένο (Mr Turner, Topsy-Turvy) και γενικότερα με ανθρώπους που προσπαθούν να βρουν την ευτυχία μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον ( Another Year, Secrets and Lies, Happy Go Lucky). Και εδώ στο Peterloo, o Mike Leigh ως άλλος Ken Loach, θέλει να υπενθυμίσει μέσω της ταινίας του, πως η σύγκρουση με την εξουσία, την εργοδοσία και την μοναρχία είναι και θα είναι αέναη. Απόλυτα επίκαιρος εν μέσω μίας Ευρώπης που φαίνεται να κατρακυλάει στην αδικία και στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, που κάποτε δεν είχε καν δικαίωμα εκπροσώπησης και ψήφου, οι γυναίκες ήταν απλά εργάτριες-μητέρες-υπηρέτριες, ο κόσμος πεινούσε ενώ οι τοπικές αρχές, η ανώτερη τάξη με την ευλογία του Βασιλιά επιδίδονταν σε κάθε είδους αυθαιρεσία. Τα δικαστήρια παρωδίες που καταδίκαζαν φτωχούς ανθρώπους σε απαγχονισμό, μόνο και μόνο επειδή πήραν το παλτό του αφέντη τους. Ή τις απελάσεις στην Αυστραλία ως δούλους επειδή έπαιξαν ζάρια. Ο Mike Leigh δεν χαρίζεται πουθενά και χτυπάει με κάθε τρόπο την μοναρχία και το καθεστώς της εποχής, σαν να απαντάει στους απανταχού βασιλολάγνους.

Χωρίς να επικεντρώνεται σε συγκεκριμένους χαρακτήρες, αν και η ιστορία της οικογένειας που καλοδέχεται τον σοκαρισμένο υιό της από τον πόλεμο και τον χάνει στην σφαγή είναι ένα κεντρικό γρανάζι του σεναρίου που μας αποκαλύπτει έτσι την κοινωνική κατάσταση μιας πολυμελούς οικογένειας που προσπαθεί να επιβιώσει. Στις δύο ώρες της ταινίας ο Leigh χτίζει την προετοιμασία αυτής της ειρηνικής διαδήλωσης, τις πρώτες συνελεύσεις, τις επιφυλάξεις αλλά και την αγανάκτηση της εργατικής τάξης και την φέρνει σε πλήρη αντιδιαστολή με την έπαρση και τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, του στέμματος και των εργοδοτών, οι οποίοι φοβούνται το παράδειγμα που έδωσε η Γαλλική Επανάσταση.

Υπέροχη η καλλιτεχνική διεύθυνση (η ίδια υποψήφια για Oscar ομάδα του Mr Turner), η φωτογραφία του Dick Pope σκοτεινή μέσα στα σπίτια αλλά σαν εικόνες ζωγραφικής και στα ηλιόλουστα τοπία της Αγγλικής υπαίθρου. Τα κοστούμια της Oscar winner Jacqueline Durran (Anna Karenina) υπερτονίζουν την απλότητα και την αγνότητα της εργατικής τάξης αλλά και την αυστηρότητα των αρχών. Αυτό που ξεχωρίζει όμως είναι η σκηνοθεσία του Mike Leigh στο τελευταίο εικοσάλεπτο της σφαγής, που με τόση απλότητα αλλά με την ίδια δύναμη μπαίνει στον όχλο και χωρίς εξάρσεις αποτυπώνει το αποτρόπαιο έγκλημα που στιγμάτισε την Αγγλική κοινωνία.

Αναρχικό και επιβλητικό, το Peterloo είναι μια ταινία που δεν θα διεκδικήσει εισιτήρια αλλά διδάσκει με κινηματογραφικό τρόπο ιστορία και υπενθυμίζει πως η κοινωνική αδικία ήταν, είναι και θα είναι παρούσα και πως εμπιστοσύνη στην εξουσία δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα και στην κινηματογραφική.

http://cinepivates.gr/

«Peterloo»  του Παύλου Κάγιου [3,5/5]

Η εργατική τάξη πάει στον … παράδεισο και ο σπουδαίος – και με ταξική συνείδηση – σκηνοθέτης Μάικ Λι είναι ο ιδανικός για να την καταγράψει. Το κάνει στη νέα του ταινία σε σημείο που να συνθηματολογεί ορισμένες φορές και να επαναλαμβάνεται. Παρ’ όλα αυτά το «Peterloo» έχει ψυχή και πάθος και ο Μάικ Λι κάνει την ακριβότερη παραγωγή του που ανασυνθέτει μπρος στα μάτια μας μιας ολόκληρη εποχή στην αγγλική κοινωνία – αρχές του 19ου αιώνα που γεννήθηκε και φούντωνε η εργατική τάξη, το προλεταριάτο και η εργατική συνείδηση.

•Μια επική αναπαράσταση των γεγονότων που περιγράφουν την ιστορική σφαγή του Πίτερλου το 1819, που άλλαξε την εργατική τάξη της Αγγλίας

Η ειρηνική συγκέντρωση στην πλατεία Σεντ Πίτερς στο Μάντσεστερ αιματοκυλίστηκε και έγινε ένα από το πιο σκοτεινά και περιβόητα επεισόδια στην ιστορία της χώρας. Η βρετανική κυβέρνηση διέταξε την καταστολή της συγκέντρωσης των 80.000 ανθρώπων που ζητούσαν πολιτικές αλλαγές και μέτρα ενάντια στη συνεχώς αυξανόμενη φτώχεια με αποτέλεσμα πολλοί να χάσουν τη ζωή τους και εκατοντάδες να τραυματιστούν. Η άγρια αυτή καταστολή και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν προκάλεσαν οργή σε όλη τη χώρα και επέφεραν ακόμα μεγαλύτερη κρατική καταστολή. Η σφαγή του Πίτερλου αποτελεί μια ιστορική στιγμή για τη βρετανική δημοκρατία.

http://fragilemag.gr/

Γιάννης Ζουμπουλάκης  [3,5/5]

Ένας «εσωτερικός» πόλεμος στην Αγγλία του 19ου αιώνα είναι ο πυρήνας της ιστορικής ταινίας του Μάικ Λι: με το «Peterloo» ο αριστερός δημιουργός μεγάλων επιτυχιών όπως τα «Μυστικά και ψέματα» και το «Μυστικό της Βέρα Ντρέικ», επιστρέφει στο Μάντσεστερ του 1819 για να αναπλάσει τα δραματικά περιστατικά που οδήγησαν στην περίφημη σφαγή του Πίτερλου, στην πλατεία Σεντ Πίτερς Φιλντς του Μάντσεστερ το 1819. Τότε που ο βρετανικός στρατός έπνιξε στο αίμα τη φιλειρηνική διαδήλωση πολιτών που διαμαρτύρονταν για το αυτονόητο: τη φτώχεια, την ανεργία, την πείνα και την καταπίεση που υφίσταντο. Περισσότεροι από 10 ήταν οι νεκροί και εκατοντάδες οι τραυματίες από τον στρατό του Γουέλινγκτον σε μια εποχή που ειρωνικά η Αγγλία γιόρταζε την επιτυχία της νίκης της απέναντι στη στρατιά του Ναπολέοντα. Ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας, η οποία κλιμακώνεται στη σφαγή – μια έξοχη σεκάνς με την κάμερα να ελίσσεται σαν σβούρα μέσα στο πλήθος – είναι ότι ο Λι αποτυπώνει με ακρίβεια την ατμόσφαιρα της εποχής, τότε που ο βρετανικός λαός άρχιζε σιγά-σιγά να «ξυπνά» και να ξεσηκώνεται μέσα από τις ατελείωτες συνεδριάσεις των κοινωνικών οργανώσεων που εκείνη την εποχή άρχιζαν να δημιουργούνται για το καλό του φτωχού πολίτη. Και είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι η πολιτική και πέρα για πέρα επίκαιρη αυτή ταινία χρησιμοποιεί το παρελθόν ως εργαλείο κριτικού σχολιασμού ενός όχι και τόσο διαφορετικού παρόντος (παίζουν: Ρόρι Κινίαρ, Μαξίν Πικ, Νιλ Μπελ κ.ά.).

Χρυσοστομάκης Λακταρίδης [2,5/5]

Η ειρηνική συγκέντρωση στην Πλατεία Σεντ Πίτερς στο Μάντσεστερ αιματοκυλίστηκε και έγινε ένα από το πιο σκοτεινά και περιβόητα επεισόδια στην ιστορία της Αγγλίας. Η βρετανική κυβέρνηση διέταξε την καταστολή της συγκέντρωσης των 80.000 ανθρώπων που ζητούσαν πολιτικές αλλαγές και μέτρα ενάντια στη συνεχώς αυξανόμενη φτώχεια με αποτέλεσμα πολλοί να χάσουν τη ζωή τους και εκατοντάδες να τραυματιστούν. Η άγρια αυτή καταστολή και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν προκάλεσαν οργή σε όλη τη χώρα και επέφεραν ακόμα μεγαλύτερη κρατική καταστολή. Ο Μάικλ Λι (Γυμνός, Μυστικά και Ψέματα, Happy Go Lucky, Ο Κύριος Τέρνερ), αναπαριστά ένα πραγματικό γεγονός της βρετανικής ιστορίας που συνέβη το 1819, το οποίο θα ταίριαζε περισσότερο στην πολιτικά στρατευμένη φιλμογραφία ενός Κεν Λόουτς (Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ, Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι, Γη κι Ελευθερία), αν και οι δυο τους μοιράζονται την ίδια ευαισθησία απέναντι στα κοινωνικά θέματα, κι οι ήρωες των καλύτερων ταινιών τους, είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι της εργατικής τάξης ή της διπλανής πόρτας (καθώς υπήρξαν οι δημιουργοί των λεγόμενων και kitchen sink dramas, που επηρέασαν δυο γενιές νέων δημιουργών ανά τον κόσμο). Αν και η καλλιτεχνική διεύθυνση είναι εξαιρετική και πρόθεση του Λι φαίνεται να ήταν ο παραλληλισμός εκείνης της εποχής με τη σημερινή λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού στη Βρετανία και σε ολόκληρο τον πλανήτη, του παίρνει αρκετό χρόνο, να μετατρέψει αυτό που αρχικά μοιάζει με ένα στεγνό μάθημα ιστορίας σε κάτι πιο ουσιαστικό, πράγμα που καταφέρνει τελικά στο συγκλονιστικό φινάλε που αποδεικνύει ότι εκτός από τα δράματα δωματίου, ξέρει και πως να στήνει επικές σκηνές πλήθους, αλλά και πως να κερδίζει το ενδιαφέρον και του πιο ανυποψίαστου θεατή.

 

Τατιάνα Καποδίστρια  [2,5/5]

Εξονυχιστικά λεπτομερές, με πολύ μεγάλη διάρκεια, πολλά πρόσωπα, και ακόμη περισσότερο λόγο, το ιστορικό δράμα του Λι φωτίζει με ενδελέχεια την ένοπλη καταστολή προλετάριων διαδηλωτών στο Μάντσεστερ του 1819.

Η νέα ταινία του χαρισματικού σκηνοθέτη του βρετανικού κοινωνικού ρεαλισμού είναι με διαφορά η πιο κοστοβόρα του. Αλλά δεν είναι μια τυπική «ταινία του Λι». Είναι, επίσης, μια όχι εύκολη ταινία, αφού η ιστορική ακρίβεια και η πιστή αποτύπωση των κοινωνικών συνθηκών υποσκελίζουν συνειδητά τις προσωπικές ιστορίες και την «συναισθηματική» κινηματογραφική αφήγηση. Είναι, αν το καλοδείς, ένα μεγάλο οπτικοποιημένο μάθημα Ιστορίας –που ενδεχομένως να είχε ευτυχήσει περισσότερο ως μίνι τηλεσειρά. Θέμα της ταινίας, η αιματηρή κατάπνιξη μιας διαδήλωσης σχεδόν 100.000 προλετάριων στην πλατεία Σεντ Πίτερς Φιλντ του Μάντσεστερ στις 16 Αυγούστου 1819. Το Πίτερλου (του τίτλου) είναι το παρατσούκλι με το οποίο το σημαδιακό αυτό συμβάν έμεινε στην Ιστορία, παραφράζοντας το Ουότερλου (Βατερλό) και την εκεί ναπολεόντεια ήττα. Δεκαοκτώ πολίτες έπεσαν νεκροί από τα σπαθιά του βασιλικού ιππικού, ενώ εκατοντάδες τραυματίστηκαν. Μα τι στο καλό φοβόταν η συντηρητική κυβέρνηση και το παλάτι και διέταξαν την επίθεση κατά άμαχων εργατών; Ουσιαστικά, τον απόηχο της Γαλλικής, κι ακόμη περισσότερο της Αμερικανικής Επανάστασης, που είχαν καταδείξει ότι οι πολλοί μπορούν να διεκδικήσουν από τους λίγους δικαιότερη φορολόγηση, μέτρα κατά της φτώχειας, ψήφο στην εργατική τάξη, δημοκρατικότερη διακυβέρνηση…

Η ταινία ξεκινάει με μια συγκλονιστική σκηνή στο πεδίο μάχης του Βατερλό, παρακολουθώντας τον άγγλο στρατιώτη Τζόζεφ (Μουρστ) –ένα ψυχικό ράκος. Επιστρέφοντας στο γενέθλιο Μάντσεστερ, βλέπουμε μεν την μητέρα του (Πικ) και τον εργάτη πατέρα (Κουίγκλι) του Τζόζεφ να εμπλέκονται στις ζυμώσεις για την κοινωνική αντίδραση, γρήγορα, ωστόσο, καθίσταται σαφές ότι κανένα πρόσωπο δεν ξεχωρίζει σε αυτή την πολυπρόσωπη αληθινή ιστορία –μοναδική, ίσως, εξαίρεση ο Χένρι Χαντ (Κινίερ, εξαιρετικός), ένας μοσχοαναθρεμμένος Λονδρέζος, δεινός ρήτορας και μαχητικός υποκινητής της κοινωνικής αλλαγής. Συγχρόνως, ο Λι δίνει χώρο σε όλους τους παράγοντες που οδήγησαν στη σφαγή του Πίτερλου: σπιούνους που καρφώνουν κοινωνικούς αγωνιστές, μεγαλόσχημους δικαστές αντιλαϊκών αποφάσεων, βουλευτάδες, παλατιανούς και λοιπούς δερβέναγες που υπερασπίζουν το status quo με κάθε κόστος… Ναι, η ταινία έχει πολύ λόγο, λίγο χιούμορ, ακόμη λιγότερες ατομικές πινελιές. Ο Λι –που έχει επανειλημμένα τονίσει ότι το Πίτερλου δεν διδάσκεται αρκετά στα βρετανικά σχολεία– επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του μέσα από το τεράστιο, πολυφασματικό πρίσμα της Ιστορίας.

Δημήτρης Δημητρακόπουλος  [3/5]

Peterloo
του Μάικ Λι
ΚΡΙΤΙΚΗ 27 OCT 2018

Επιμένοντας στην κοινωνική ματιά που τον καθιέρωσε και εστιάζοντας στη μεγάλη σφαγή στο Μάντσεστερ του 1819 που όρισε μια νέα εποχή για την αγγλική ιστορία, ο Μάικ Λι ανεβάζει τους τόνους και το επίπεδο της παραγωγής, όμως παρουσιάζει τελικά μια ταινία ικανή αλλά και ασφαλή μέσα στις χαρακτηριστικές, κινηματογραφικές του δυνάμεις.

Στις 16 Αυγούστου του 1819, λίγα χρόνια μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων, στο St. Peter’s Field του Μάντσεστερ έλαβε χώρα μια από τις μεγαλύτερες σφαγές στην ιστορία της αγγλικής ιστορίας, όταν το ιππικό επιτέθηκε σε πλήθος αρκετών δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, κυρίως μέλη της εργατικής τάξης αλλά και εκπροσώπους του τύπου, σουφραζέτες και μέλη οργανώσεων που μάχονταν για τα δικαιώματα του απλού λαού (οι μαρτυρίες της εποχής ανέφεραν ότι παρόντες ήταν 60.000 με 80.000 άνθρωποι), οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί ειρηνικά για να ζητήσουν μεταρρυθμίσεις που θα εξασφάλιζαν τη δίκαιη εκπροσώπησή τους στη Βουλή.

Παρά τον σοκαριστικό απολογισμό της αιματηρής επίθεσης, το γεγονός δεν είχε άμεσο αποτέλεσμα στον αγώνα για τις μεταρρυθμίσεις, κίνησε όμως την προσοχή του Τύπου και θεωρήθηκε ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα της εποχής, όσο κι αν πέρασε καιρός μέχρι να αποκαλυφθεί πλήρως το μέγεθος της τραγωδίας.

Το ίδιο το «μακελειό του Peterloo», όπως ονομάστηκε το γεγονός, συνδυάζοντας την ιστορική ήττα του Βατερλό με την ονομασία της τοποθεσίας όπου έλαβε χώρα η σφαγή στο Μάντσεστερ, αποτελεί και την κορύφωση της ταινίας του Μάικ Λι, μια κορύφωση που έρχεται αργά αλλά μεθοδικά για να ξεσπάσει στη μεγάλη οθόνη σε όλη της τη φρίκη, την παράνοια και τον πανικό. Ο Μάικ Λι δε διστάζει να αποτυπώσει τη βία, δεν αγνοεί τον αποπροσανατολισμό της στιγμής, ούτε αποφεύγει να ενσωματώσει σχεδόν slapstick στοιχεία στη μάχη, υπογραμμίζοντας πως τα θύματά του δεν είναι στρατιώτες αλλά απλοί άνθρωποι που ρίχνονται άτσαλα στη μάχη. Η σφαγή στο Peterloo διαρκεί σχεδόν σαράντα λεπτά και κάθε ένα από αυτά κρύβει ένα μικρό σοκ, μια δραματική λεπτομέρεια κι ένα ειρωνικό σχόλιο για την αιτία και το αποτέλεσμα της μάχης.

Μόνο που η αποτύπωση του μακελειού δεν είναι ο αυτοσκοπός της ταινίας, καθώς κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων ωρών της, ο Μάικ Λι ρίχνει την, ως γνωστόν, λεπτομερή ματιά του στις συνθήκες που οδήγησαν στην τραγωδία, ξεκινώντας από τον απόηχο της μάχης του Βατερλό και τις συνθήκες ανεργίας και οικονομικής ανέχειας που ακολούθησαν, για να αποτυπώσει σταδιακά και με ενέσεις καυστικού μαύρου χιούμορ τον αναβρασμό που σταδιακά οδήγησε στην ανάγκη για αντίδραση. Είναι μια προσέγγιση που εύκολα μπορεί να θεωρηθεί πληθωρική, και ίσως υπερβολικά φλύαρη, όμως ο Μάικ Λι συνειδητά αφήνει τον κάθε χαρακτήρα και κατ’ επέκταση την κοινωνική του τάξη να κάνει σαφή τη θέση του, συμπληρώνοντας σταδιακά ένα πλήρες ψηφιδωτό που, όσο κι αν τοποθετεί στο λευκό και το μαύρο του ήρωές του, δεν παύει να δημιουργεί ένα σύνθετο κοινωνικό πορτρέτο γεμάτο αληθινούς ανθρώπους.

Με προσοχή στη γλώσσα της εποχής, στις καθημερινές συνήθειες, στις οικογενειακές αρχές αλλά και στα χαρακτηριστικά της ίδιας της βρετανικής κοινωνίας, το «Peterloo» είναι κάτι περισσότερο από την αποτύπωση μιας βίαιης στιγμής στην ιστορία αλλά ακόμα μία ματιά στην ιστορία της Αγγλίας με τον τρόπο του Μάικ Λι, εκείνου που κοιτά πίσω από τα ίδια τα γεγονότα για να ανακαλύψει στις λεπτομέρειες τις μεγαλύτερες αλήθειες. Είναι αλήθεια ότι ο Μάικ Λι δεν κάνει κάτι διαφορετικό, ούτε ξεπερνά τον εαυτό του. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι παρασύρεται από τον ενθουσιασμό του χωρίς να έχει έλεγχο του μέτρου ή του ρυθμού του. Όμως ο δρόμος για το αναπόφευκτο φινάλε του «Peterloo» είναι γεμάτος μικρές στιγμές ζωής και αληθινές στιγμές γνήσιου κοινωνικού σινεμά που είναι εύκολο να του συγχωρεθεί μια κάποια αμετροέπεια, ειδικά όταν καταφέρνει να αποσπά από τους (πολλούς, πάρα πολλούς) ηθοποιούς του ερμηνείες που ισορροπούν ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα.

Στο τέλος, αυτό που γίνεται εμφανές είναι ότι ο Μάικ Λι δεν εγκαταλείπει ποτέ την κοινωνική ματιά του, ανεξάρτητα από την εποχή που μπορεί να διαδραματίζεται η κάθε ιστορία του. Για τον ίδιο, το Peterloo δεν αποτελεί μια μακρινή στιγμή της ιστορίας αλλά ένα ιστορικό μάθημα που αξίζει να θυμάται κάθε ήρωας της υπόλοιπης, εξίσου κοινωνικής, φιλμογραφίας του. Ο τρόπος που αφηγείται την ιστορία του είναι άμεσος, παθιασμένος και γεμάτος έντονες ομιλίες από ανθρώπους που ορθώνουν περήφανα το ανάστημά τους. Κι ας απουσιάζουν οι αφηγηματικές εκπλήξεις. Κι ας είναι προδιαγεγραμμένη από την αρχή η δομή και κατάληξη της ταινίας. Στο σινεμά του Μάικ Λι μπορεί να μη χωρούν πολλές εκπλήξεις, όμως οι δυνάμεις της κινηματογράφησής του παραμένουν μόνιμα σταθερές. Και αυτό δεν είναι καθόλου αμελητέο κατόρθωμα.

Νίνος Φένεκ Μικελιδης  [3/5]

Σε μια ξεχασμένη σελίδα της πολιτικής ιστορίας της Βρετανίας, εκτυλίσσεται η νέα ταινία του Μάικ Λι, όταν, διακόσια περίπου χρόνια πριν, στις 16 Αυγούστου 1819, μια φιλειρηνική εργατική διαδήλωση στο Μάντσεστερ, πνίγηκε στο αίμα από την πολιτοφυλακή, με αρκετούς νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες – σφαγή που ενέπνευσε τον Σέλεϊ να γράψει το ποίημα Mask of Anarchy.

Σε μια περίοδο ανόδου της Ακροδεξιάς και μιας αντιευρωπαϊκής βρετανικής πολιτικής, η άδικα ξεχασμένη σφαγή αυτή έρχεται την πιο κατάλληλη στιγμή για να θυμίσει (όχι μόνο τους Βρετανούς) την ανάγκη αγώνων και αλληλεγγύης για την υπεράσπιση των δημοκρατικών θεσμών. Ο ήρωας του Λι είναι ένας απλός εργάτης από το Μάντσεστερ επιστρέφει από την ιστορική μάχη του Βατερλό, όπου οι Βρετανοί νίκησαν τον Ναπολέοντα, για να βρεθεί σε μια κοινωνία όπου η φτώχια τον οδηγεί στον αγώνα για κοινωνική μεταρρύθμιση. 

O πολιτικά στρατευμένος Λι, όπως και ο συμπατριώτης του Κεν Λόουτς, ξέρει να στήνει μεθοδικά και με πειστικότητα το ιστορικό φόντο, τοποθετώντας τα πρόσωπά του στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, και καταγράφοντας με λεπτομέρεια την όλη διαδικασία μέχρι και τη μέρα της σφαγής. Αν και, δυστυχώς, στις σκηνές των συνεδριάσεων (με τις συζητήσεις για εκπροσώπηση ή για το δικαίωμα ψήφου στη γυναίκα), οι συζητήσεις γίνονται αδικαιολόγητα μάκροχρονες και δυσκολεύουν τον ρυθμό της όλης ταινίας. 

Ηλίας Δημόπουλος [3/5]

Ο Μάικ Λι αποφασίζει να παίξει ανοιχτά στην έδρα του Κεν Λόουτς, παραδίδοντας ένα ατόφιο δείγμα ακέραιου ιδεολογικού σινεμά που όσο χαράζει παραλλήλους με το βρετανικό σήμερα άλλο τόσο αδιαφορεί για τις μοντέρνες παραμέτρους του εμπορικού σινεμά.

Αυτή είναι μια δύσκολη επιλογή, όσο ιδιότροπος κι αν φημολογείται πως είναι ο 75χρονος (και ακμαιότατος) σκηνοθέτης. Δημιουργίες σαν το «Peterloo», όπως και φωνές σαν του Λι, έρχονται από μια άλλη εποχή, όχι τόσο μακρινή χρονολογικά, μα πραγματικά άφαντη αν σφυγμομετρήσεις την φυσιολογία του σημερινού εμπορικού σινεμά.

Βέβαια τούτο δεν είναι εμπορικό σινεμά, όπως τρέχοντα εννοείται. Είναι σκληροπυρηνικό, μαχόμενο σινεμά ιδεολογίας που εκμεταλλεύεται το κύρος της υπογραφής του για να μπορέσει να χρηματοδοτηθεί – και η παραγωγή είναι εμφανώς εύπορη εδώ. Είναι σινεμά που άλλοτε ερχόταν κατά κύματα, σήμερα όμως η απαξιωτική αποπολιτικοποίηση έχει καταστήσει ασύμφορο λόγω της περιρρέουσας αδιαφορίας.

Τον Λι όμως δεν τον απασχολούν αυτά. Και άριστα κάνει. Διότι ανεξάρτητα από την πολιτική θέση του καθενός, ο κινηματογράφος είναι ένα θαυμάσιο πεδίο ανάπτυξης της πολιτικής σκέψης αλλά και της εξάπλωσής της σε ένα πλατύτερο κοινό. Δυστυχώς, το κοινό αυτό απουσιάζει πια, η αντίληψη του κινηματογράφου ως ανέφελη διασκέδαση έχει επικρατήσει περίπου ολοκληρωτικά.

Το μεγαλύτερο προτέρημα μιας ταινίας σαν το «Peterloo» είναι η αισθητική πληρότητα της κατασκευής που στηρίζει την ακεραιότητα των προθέσεών της. Ο Λι, θεωρώντας πως η ιστορία της σφαγής πολιτών από το καθεστώς (οι αριθμοί ποικίλουν ανάλογα με το που κάθεται ο καθένας, αλλά το γεγονός καθαυτό είναι τεκμηριωμένο) κατά την διάρκεια μιας συγκέντρωσης δεκάδων χιλιάδων πολιτών στο Πίτερλου του Μάντσεστερ με αίτημα την εκπροσώπηση όλων (των ανδρών) στην Βουλή των Κοινοτήτων, δεν διδάσκεται επαρκώς στα βρετανικά σχολεία, καταστρώνει ένα πολιτικό δοκίμιο διαλογικού σφυροκοπήματος βασισμένο στην εκ των έσω αντίληψη μιας παλλαϊκής αντίδρασης.

Το «Peterloo» θα μείνει πεισματικά εδώ, σαν τον ίδιο τον δημιουργό του, να θυμίζει μια καλύτερη εποχή φιλμοκατασκευής, όταν το πολιτικό ενδιαφέρον μπορούσε να μεταμορφωθεί σε απαιτητική δραματουργία με (ακόμα και) πολιτειακές φιλοδοξίες.

Η ακεραιότητα του Λι έγκειται στο ότι -αντίθετα με τον Σόντερμπεργκ του «Τσε» που είδαμε ξανά φέτος στις αίθουσες- «δικαιούται δια να ομιλεί». Είναι ένας αριστερός που έχει υπηρετήσει σθεναρά την πίστη του, γνωρίζει τα έγκατα των λόγων που κάποιος πολιτικοποιείται αναλόγως, νομιμοποιείται να εκπροσωπήσει μια βοώσα μερίδα λαού που αντιτίθεται και διεκδικεί. Αντίθετα με έναν αλεξιπτωτιστή που χρησιμοποιεί την «ηθική του πλεονεκτήματος» για να φτιάξει προφίλ, αυτός ξέρει από μέσα (και πιστεύει) τα γενεσιουργά αίτια μιας ρητορικής.

Και η ταινία είναι ως το λαιμό από δαύτην. Απαλλαγμένος από τις μαρξιστικές προτάσεις του Λοουτσικού «Γη κι Ελευθερία» (το απ’ ευθείας ανάλογο έργο, βέβαια), αφού ο Γερμανός ήταν μόλις γεννημένος την εποχή της Σφαγής του Πίτερλου, ο Λι ενδίδει πλήρως στην λαϊκή διαλεκτική του, εντοπίζει την γέννηση του επαναστατικού πολιτικού (και πολιτειακού) λόγου και αρθρώνει, σε μια ανελέητη (για τον απροετοίμαστο) παράθεση λόγων κι αντιλόγων, τα αίτια του λαϊκού ερείσματος της Αριστεράς.

Στην Αγγλία των αρχών του 19ου αιώνα, μια χώρα εξαντλημένη από τους Ναπολεόντειους πολέμους, το πέρασμα του περίφημου «νόμου για το καλαμπόκι», ελαχιστοποίησε τις εισαγωγές αυξάνοντας κατακόρυφα την αγορά βασικών ειδών διατροφής από την εργατική τάξη. Οι παράλληλοι με το σήμερα μιας Αγγλίας, που ενδεχόμενα κινδυνεύει να βρεθεί σ’ ένα αντίστοιχο καθεστώς προβληματικών εισαγωγών, είναι σαφής. Φυσικά ο Λι δεν παίζει σφοδρά αυτό το χαρτί – παραέχουν αλλάξει οι συνθήκες από το 1819.

Επικεντρώνεται στο ιστορικό του μάθημα που, φυσικά, μην περιμένεις να είναι τυπικά διαλεκτικό. Δεν ζητάς από κάποιον που έχει διασαφηνίσει την ιδεολογική του θέση και πρόθεση, να κάνει τον αντικειμενικό. Ο Λι ξέρει πως η Ιστορία είναι αφηγήσεις και είναι κρυστάλλινος στην πρόθεσή του να αφηγηθεί μια ιστορία από την μεριά των ηρώων του. Δεν χρειάζεται να συμφωνείς. Σημασία εδώ έχει η ματιά από την κλειδαρότρυπα σε μια συγκεκριμένη πολιτική διαδικασία εντός ενός, επίσης συγκεριμένου, χώρου.

Άλλωστε, στον μεγάλο κινηματογραφιστή, οι λεπτομέρειες, σκόπιμες κι ευθύβολες (κι επειδή Άγγλος, έξοχα ειρωνικές) είναι εκεί να τις ευχαριστηθείς. Ρήτορας από ρήτορα απέχουν, άλλος είναι ένας ειλικρινής μαχητής, άλλος ένας βλαμμένος χούλιγκαν, άλλος ένας έντιμος λαϊκός εκπρόσωπος κι άλλος ένας διπλωμάτης αστός που αποσκοπεί στην διατήρηση του προσωπικού του status – εξαιρετικός, όπως πάντα βέβαια, ο Ρόρι Κινίαρ στον ρόλο του επαγγελματία ατζιτάτορα Χαντ. Σε μια άλλη, καταπληκτική, σκηνή-υπόδειγμα mise en scene, θα βάλει τρεις άντρες να συνομιλούν, είναι όμως οι δύο γυναίκες (η σύζυγος και η απονευρωμένη υπηρέτρια) που σιωπώντας λένε μια άλλη, παράλληλη, επίκαιρη ιστορία. Διάστικτα, τα ιντερμέδια μια ειδυλλιακής αγγλικής φύσης θα παίζουν κόντρα τέμπο στην επίκτητα ταραχώδη ανθρώπινη εμφύλια φασαρία, ενώ η πρώτη και η τελευταία σκηνή περικλείουν την βαθιά ανθρωπιστική έγνοια του Άγγλου δημιουργού.

Το «Peterloo» θα αποτύχει με θόρυβο στα ταμεία και τους ανέτοιμους θεατές. Εν μέρει γιατί ακόμα και στην ευκαρία του «θεάματος», στην σκηνή της επίθεσης στο πλήθος, επιλέγει μια αντιδραματική, άμουση αισθητική, που τιμά το θέμα του. Ίσως και γιατί όντας τόσο ξεροκέφαλα προσηλωμένο, εκπίπτει στην επανάληψη ξεφεύγοντας υπερβολικά και στην διάρκειά του. Θα μείνει όμως πεισματικά εδώ, σαν τον ίδιο τον δημιουργό του, να θυμίζει μια καλύτερη εποχή φιλμοκατασκευής, όταν το πολιτικό ενδιαφέρον μπορούσε να μεταμορφωθεί σε απαιτητική δραματουργία με (ακόμα και) πολιτειακές φιλοδοξίες αντί να μασκαρεύεται πολιτικαντισμό και «άποψη» μόνο και μόνο για να αποκομίζει ίδιον περιστασιακό όφελος.

Εύγε κ. Λι, κι ας ερχόμασταν στα χέρια στις μπύρες μας στην παμπ.

Κωνσταντίνος Καϊμάκης [3/5]

Η αλλαγή της ιστορίας της βρετανικής εργατικής τάξης μέσα από ένα αιματοβαμμένο ιστορικό γεγονός και την δυναμική ματιά του Μάικ Λι.

Το πρωινό της 16ης Αυγούστου του 1819, ένα πλήθος 80.000 ανθρώπων, συγκεντρώθηκε στη Πλατεία Σεντ Πίτερς του Μάντσεστερ για να διαμαρτυρηθεί ειρηνικά για τις συνθήκες ζωής και εργασίας και να διεκδικήσει κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις και δικαίωμα ψήφου για όλους. Όμως η βρετανική κυβέρνηση διέταξε την άγρια καταστολή της συγκέντρωσης που είχε ως αποτέλεσμα 18 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους και πάνω από 600 να τραυματιστούν σοβαρά.

Το ανθρωποκεντρικό σινεμά του Μάικ Λι δεν χωράει παρερμηνείες ή εύκολες ετικέτες. Στέκεται διαρκώς και επίμονα πλάι στον ανώνυμο πολίτη της καθημερινότητας που παλεύει για την επιβίωση και την διατήρηση της αξιοπρέπειας του ακόμη κι όταν οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες δεν τον ευνοούν. Εδώ ο 75χρονος σκηνοθέτης συνεχίζει το ταξίδι του στην ιστορία και τον 19ο αιώνα μετά από τη στιβαρή βιογραφία του «Κυρίου Τέρνερ» για να αφηγηθεί με ακρίβεια αλλά και εσωτερική ένταση (που μετατρέπεται σε οργή) τη μεγάλη σφαγή στο Μάντσεστερ του 1819 που όρισε μια νέα εποχή για την αγγλική ιστορία.

Στο ξεκίνημα της ταινίας ο Λι αντιπαραβάλλει τη διαφορετική δυναμική των δύο κόσμων που κατοικούν στο ίδιο χώρο σε μια εποχή που ορίζεται από την νικηφόρα μάχη στο Βατερλώ. Οι γαιοκτήμονες, αριστοκράτες, στρατιωτικοί και πολιτικοί δείχνουν να απολαμβάνουν τα οφέλη του θριάμβου την ίδια ώρα που οι φτωχοί υποφέρουν από τις ανοιχτές πληγές του μετώπου και τα καταπιεστικά κυβερνητικά μέτρα (φόρος σιτηρών, μεροκάματα που κόβονται στο μισό κ.α) που προκαλούν συνθήκες ασφυκτικής φτώχιας, ενώ τα δείγματα τυραννίας κορυφώνονται όταν η κλοπή μιας μπουκάλας κρασιού ή ενός παλτού τιμωρείται με απαγχονισμό.

Ο Λι δεν αντέχει την αδικία. Την απεικονίζει, την ξορκίζει, την καταγγέλλει με όση φωνή έχει. Το μέγεθος εκείνης της τραγωδίας αξιολογήθηκε μετά από αρκετό καιρό και ο Λι εύστοχα και έντεχνα την παραλληλίζει με την τελευταία μάχη και μοιραία ήττα Ναπολέοντα. Οι επίκαιροι παραλληλισμοί όσο και η διαχρονική, συμβολική αξία αυτού του γεγονότος έχουν πολλές αναγνώσεις (αναλόγως τη γωνία που βρίσκεται κάποιος) αλλά και τη σημαντική επισήμανση πως η αλήθεια της ταινίας είναι η μεγάλη, αδιαμφισβήτητη νικήτρια.

Είναι η αλήθεια του απλού ανθρώπου που καταφέρνει να ορθώσει το ανάστημα του και να δώσει στην Ιστορία το βήμα προς τα εμπρός που απαιτεί κάθε κρίσιμη εποχή.

 

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος [2,5/5]

Το χρονικό της περιβόητης σφαγής του 1819 στο Σεντ Πίτερς Φιλντς του Μάντσεστερ όταν, κατ’ εντολή των Αρχών της πόλης, η ειρηνική διαδήλωση χιλιάδων ανθρώπων διαλύθηκε με αιματηρό τρόπο.

Τέσσερα χρόνια μετά το Βατερλό, η σφαγή στο Μάντσεστερ υπήρξε μια μεγάλη ήττα για τη δημοκρατία, καθώς η πολιτική και στρατιωτική καθεστηκυία τάξη της Αγγλίας κατέπνιξε τη μαζική, οργανωμένη διαδήλωση εργατών, αφού πρώτα προσπάθησε να διακρίνει και να παρακολουθήσει του υποτιθέμενους αγκιτάτορες, να διαβρώσει την οργάνωση και να διαλύσει τις προθέσεις ανατροπής, πριν φτάσουν στη σφαγή του Αυγούστου του 1819. Στην πιο ογκώδη ταινία της καριέρας του, ο 75χρονος Μάικ Λι κάνει μια ευγενή εξαίρεση στην εργογραφία του, με στροφή στο σινεμά του Κεν Λόουτς, αθροίζοντας πρόσωπα και γεγονότα σε ένα μελόδραμα ιστορικού ενδιαφέροντος, με πολλή φλυαρία ανάμεσα στις σκηνές μάχης της έναρξης και του φινάλε. Δυστυχώς, το βάρος του εγχειρήματος δεν αντισταθμίζεται από την έξαρση και την έξαψη που αξιώνει το θέμα. 

Λήδα Γαλανού [2,5/5]

Την πιο μεγαλεπήβολη ταινία της καριέρας του έκανε ο Μάικ Λι με το «Peterloo», ανατρέχοντας στη βρετανική ιστορία και συνδέοντάς τη με τη σημερινή πολιτική βία και τη θέση των media στην καταγραφή της επικαιρότητας: σ’ ένα φιλμ δυσβάστακτα βραδυφλεγές που μόνο στο τέλος αποζημιώνει και θυμίζει τη σοφία του σκηνοθέτη του.

Η ταινία ξετυλίγεται λίγο μετά τη μάχη του Βατερλό στο Μάντσεστερ και αφηγείται την πραγματική σφαγή του 1819, όταν η αστυνομία και ο στρατός έπνιξαν στο αίμα μια ειρηνική διαμαρτυρία πολιτών για τον φόρο στα σιτηρά. Όπως πάντα στο έργο του Μάικ Λι, η ταινία είναι ανθρωποκεντρική κι ευαίσθητη, μόνο που αυτή τη φορά τα κάδρα του γεμίζουν με πλήθη, η φιλοδοξία του γίνεται επική και το φιλμ παραδίδει ένα στεντόρειο μήνυμα.

Ο ρυθμός είναι εξαντλητικά αργός, οι ήρωες πολλοί και με λίγο χρόνο στην οθόνη ο καθένας, φαινομενικά αδιάκριτες μικρές ιστορίες αντρών και γυναικών που για όλη σχεδόν τη διάρκεια της ταινίας δεν καταφέρνουν να τραβήξουν το ενδιαφέρον ή την ταύτιση. Για να συνδεθούν όμως όλες στο σαρωτικό φινάλε -κι ακόμα, μετά το φινάλε, στη σκέψη του θεατή- σ’ ένα ψύχραιμο «κατηγορώ» για όλα τα πεδία μάχης σε περίοδο ειρήνης.

Ιάκωβος Γωγάκης

Πητερλού (1.5/5)

Την άγνωστη στο ευρύ κοινό Σφαγή στο Πητερλού που έλαβε χώρα το 1819 στο Μάντσεστερ φέρνει στην μεγάλη οθόνη ο “ Μάικ Λι”, τέσσερα χρόνια μετά τη βιογραφική ταινία για το ζωγράφο Τέρνερ.
Ο γνωστός και αγαπημένος Βρετανός σκηνοθέτης, μεγάλωσε κοντά στην περιοχή και ήταν μεγάλη του επιθυμία, να ολοκληρώσει κάποια στιγμή, ένα έργο για τα τραγικά συμβάντα του 19ου αιώνα που αποτέλεσαν το έναυσμα για τις ευρύτερες αλλαγές που παρατηρήθηκαν έκτοτε στη Βρετανία
Ήταν η περίοδος μετά τους ναπολεόντιους πολέμους, όπου και στη Βρετανία οι πολίτες ζούσαν μέσα στην εξαθλίωση εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης, ενώ το βρετανικό σύστημα, δεν επέτρεπε στην εργατική τάξη να διεκδικήσει τα βασικά της δικαιώματα. Οι εργάτες και οι νοικοκυραίοι ζητούν δικαιότερη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, οργανώνονται κρυφά και ξεσηκώνονται τον Αύγουστο του 1819, σε μια διαδήλωση στην Πλατεία του Αγ. Πέτρου , που συγκέντρωσε δεκάδες χιλιάδες κόσμου. Το ιππικό-εκτελώντας εντολές-προσπάθησε να την εμποδίσει από τα σπάργανά της, σκοτώνοντας 15 πολίτες.

Είναι κατανοητές οι προθέσεις του Μάικ Λι να παρουσιάσει, όπως έγιναν τα γεγονότα, αλλά ο διακαής του πόθος, σκοντάφτει στην επιλογή του, να κάνει μια ταινία με δεκάδες χαρακτήρες και με μια αφηγηματική ροή, που δίνει βαρύτητα σε αχρείαστες λεπτομέρειες πριν τον ξεσηκωμό. Το κινηματογραφικό του στιλ, δεν είναι σύγχρονο, ούτε καν σύγχρονο τηλεοπτικό , ενώ και την ίδια την μάχη την παρουσιάζει άνευρη, στατική και μονόπλευρη. Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Ρόρυ Κιννέρ, Μαξίν Πικ, Νηλ Μπελ, Φίλιπ Τζάκσον, Βίνσεντ Φράνκλιν, Καρλ Τζόνσον, Τιμ ΜακΊνερνυ.

Νίκος Παλάτος [2,5/5]

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή του 1819 στο Σεντ Πίτερς Φιλντς του Μάντσεστερ, όταν η μεγάλη ειρηνική συγκέντρωση των κατοίκων της περιοχής που ζητούσαν συνταγματική μεταρρύθμιση και δικαίωμα ψήφου, πνίγηκε στο αίμα κατόπιν κυβερνητικών εντολών.

Στις 16 Αυγούστου του 1819, ένα πλήθος περί τους εξήντα χιλιάδες ανθρώπους αποτελούμενο από μέλη της εργατικής τάξης όλων των περιοχών του Λάνκασιρ συγκεντρώθηκε στην πόλη του Μάντσεστερ με σκοπό να κλιμακώσει τις ενέργειές του, που είχαν σαν βασικό στόχο τη χορήγηση δικαιώματος ψήφου στους πάντες. Η διαδήλωση ήταν απολύτως ειρηνικών προθέσεων, η προσπάθεια όμως των αρχών της πόλης να συλλάβουν τον βασικό ομιλητή της, Χένρι Χαντ, στέλνοντας επιτόπου ένοπλες έφιππες δυνάμεις, οδήγησε σε πανικό που είχε σαν αποτέλεσμα τη βίαιη καταστολή της συγκέντρωσης και τον θάνατο τουλάχιστον δεκαπέντε εκ των συγκεντρωμένων, καθώς και τον τραυματισμό εκατοντάδων.

Η πείνα και η ανεργία που χτύπησαν την Αγγλία μετά τη νίκη του Δούκα του Ουέλινγκτον στη μάχη του Βατερλό επιδεινώθηκαν τόσο από την ύφεση στην οποία βυθίστηκε ο κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας, όσο και από τον Νόμο του 1815 για το καλαμπόκι ο οποίος επέβαλε υψηλούς δασμούς στους εισαγόμενους σπόρους σε μια προσπάθεια να προστατευτεί η ντόπια παραγωγή. Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση του κόστους των τροφίμων, που σε συνδυασμό με τη μείωση του ημερομισθίου ένεκα της κρίσης (πόσο γνώριμα ακούγονται όλα αυτά, διακόσια χρόνια μετά…) έκαναν όλη τη χώρα (γενικά) και την περιοχή του Λάνκασιρ (ειδικά) να μοιάζει με καζάνι που βράζει. Η συνταγματική και πολιτική μεταρρύθμιση άρχισε να γίνεται μόνιμη επωδός στα χείλη του λαού που υπέφερε, πόσω μάλλον όταν η πόλη του Μάντσεστερ δεν δικαιούτο εκπροσώπησης στο Κοινοβούλιο, σε μια χώρα όπου μόλις το 2% των πολιτών είχε δικαίωμα ψήφου.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο θέτει την ταινία από την αρχή της κιόλας ο Μάικ Λι, ο οποίος επιδεικνύει εδώ ένα πέραν πάσης αμφιβολίας στοργικό πάθος για τη δεινή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει τόσο ο Άγγλος εργαζόμενος όσο και η Αγγλίδα γυναίκα της εποχής εκείνης. Παρουσιάζει τα γεγονότα που οδήγησαν στην αποφράδα Δευτέρα της 16ης Αυγούστου, εστιάζοντας μέσω ενός πολυπληθούς κατά τις συνήθειές του καστ, στις δύο «αντιμαχόμενες» και εκ διαμέτρου αντίθετες πλευρές. Από τη μία η εργατική τάξη του Μάντσεστερ που βλέπει όχι μόνο το βιωτικό της επίπεδο να πλήττεται καθημερινά, αλλά να μην υπάρχει και κανένα φως στον ορίζοντα, κι από την άλλη η πολιτική elite του Γουέστμινστερ και των δικαστικών αρχών, με τους πρώτους να τυγχάνουν μόνο της απόλυτης περιφρόνησης των δεύτερων. Ήταν τέτοια η δύναμη της άρχουσας τάξης, που μπορούσε με χαρακτηριστική ευκολία να απελάσει στην Αυστραλία ή να στείλει στην κρεμάλα τον οποιονδήποτε (σε μια α λα Γιάννης Αγιάννης σεκάνς απονομής δικαιοσύνης λίγο μετά το ξεκίνημα, η οποία δίνει τον τόνο των όσων θα ακολουθήσουν).

Από το «Μυστικά και Ψέματα» (1996) μέχρι «Το Μυστικό της Βέρα Ντρέικ» (2004), αλλά και σε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες ταινίες του, ο Μάικ Λι πάντα ενδιαφερόταν για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο μέσος Άγγλος πολίτης σε διάφορες χρονικές περιόδους της ιστορίας της χώρας. Η σχετική διαφορά που υπάρχει σε τούτη είναι η έντονη πολιτική ματιά που περιέχει, η οποία κάνει το φιλμ να θυμίζει το σινεμά του συμπατριώτη του σκηνοθέτη Κεν Λόουτς, χωρίς όμως κι αυτός (όπως και ο Λόουτς στο τελευταίο του έργο) να αποφεύγει τις παγίδες του διδακτισμού. Οι άνθρωποι της εργατικής τάξης παρουσιάζονται στο σύνολό τους ως αγνοί βιοπαλαιστές με χρυσή καρδιά, οι δε έχοντες και κατέχοντες ως η ενσάρκωση του απολύτως άσπλαχνου κακού (με τον Αντιβασιλέα Γεώργιο να σπάει ρεκόρ καρικατουρίστικου χαρακτήρα), οι οποίοι σε ένα καθημερινό πλαίσιο το μόνο που κάνουν είναι να τρώνε, να πίνουν και να απεργάζονται τρόπους χειραγώγησης της μάζας. Οι ατελείωτοι ρητορικοί λόγοι, που έχουν σαν σκοπό να υπογραμμίσουν τους σκοπούς των κινητοποιήσεων, εκτός από επαναλαμβανόμενοι μοιάζουν συχνά με έκθεση ιδεών μαθητών γυμνασίου. Όταν, δε, νωρίς σχετικά στη διάρκεια του φιλμ, μια άστεγη γυναίκα εμφανίζεται στο κάπως άσχετο να διαλαλεί τραγουδιστά τον πόνο όλου του ντουνιά, κάπου τα φίδια αρχίζουν να ζώνουν για τα πολύ χειρότερα…

Αυτά ευτυχώς δεν έρχονται, αφού πέρα από τις κάποιες αστοχίες του σεναρίου (που εν πολλοίς μεγεθύνονται και από τη διάρκεια της ταινίας) ο Λι έχει κάνει μια λεπτομερέστατη εν είδει ντοκιμαντέρ καταγραφή των συνθηκών ζωής της εποχής, περιγράφοντας με ιδιαίτερη τρυφερότητα καθημερινά στιγμιότυπα σε γραφεία εφημερίδων, σε φτωχικά σπίτια και σε βιοτεχνίες του Μάντσεστερ, καταφέρνοντας να αποδώσει με ακρίβεια τον αναβρασμό που υπήρχε στον αέρα και που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην κλιμάκωση του φινάλε, εκεί όπου το φιλμ αποκτά έναν περίπου πολεμικό τόνο. Παίρνει μεγάλη βοήθεια για ακόμη μια φορά από τον μόνιμο συνεργάτη του διευθυντή φωτογραφίας Ντικ Πόουπ, ο οποίος, ειδικά στους υπό το φως των κεριών κλειστούς χώρους, φτιάχνει κάδρα αληθινά έργα τέχνης που μοιάζουν έτοιμα να κρεμαστούν στους τοίχους κάποιου μουσείου.

Η πλέον της μισής ώρας αποτύπωση του μακελειού στον Σεντ Πίτερς Φιλντς, που απλώνεται εύλογα στο τελευταίο μέρος του φιλμ, κρύβει εικόνες βίας οι οποίες ίσως να ξενίσουν τους πιστούς φίλους του Λι, μιας και δεν μας έχει συνηθίσει σε κάτι τέτοιο, εξελίσσεται όμως με έναν απολύτως αληθοφανή τρόπο, πετυχαίνοντας να καταγράψει από τη μία την άγνοια των διαδηλωτών, οι οποίοι βλέποντας την πολιτοφυλακή να καταφθάνει δεν μπορούν καλά-καλά να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει γύρω τους, και από την άλλη την τυφλή καταστολή και επίδειξη δύναμης της εξουσίας. Προς τιμήν του, δε, ο σκηνοθέτης δεν ρίχνει ανούσιες κάρτες προ των end credits για το τι επακολούθησε της σφαγής, θεωρώντας (σωστά) πως η ιστορία του ολοκληρώνεται με τα γεγονότα της 16ης Αυγούστου. Τα όσα (διόλου διαφορετικά όσον αφορά τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις) ακολούθησαν, δεν αποτελούν μέρος της σφαγής του Πίτερλου (λογοπαίγνιο που συνδυάζει το Βατερλό με το Σεντ Πίτερς Φιλντς), χώρια που όπως η Ιστορία διαχρονικά επιβεβαιώνει, δυστυχώς, εκείνες οι διεκδικήσεις των εργατών του Λάνκασιρ δεν φαίνεται να έχουν τίτλους τέλους.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μάθημα αγγλικής ιστορίας και μάλιστα… μακράς διαρκείας, με αυτό το τελευταίο να αποτελεί αρκετά σημαντικό μείον, αφού το ευρισκόμενο συχνά σε τροχιά γύρω από τον εαυτό του σενάριο θα μπορούσε άνετα να δεχθεί την περιποίηση ενός ψαλιδιού. Οι φίλοι του Μάικ Λι, πάντως, δεν έχουν να φοβηθούν κάτι, αν και ο Άγγλος σκηνοθέτης δείχνει κι εδώ πως μετά τον «Κο Τέρνερ» (2014) βρίσκεται πια σε τροχιά πτώσης. Όσοι δεν έχουν υπόψη τους τη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, καλό θα είναι να μην ξεκινήσουν από τούτο εδώ.

Πέτρος Μάκας  [1,5/5]

Μάστερ στα μαθήματα ιστορίας και στις ταινίες εποχής, ο Mike Leigh στο νέο history epic του αφηγείται κυρίως τα «παρασκήνια» πριν την σφαγή του Peterloo σε μια μακρόσυρτη και μονότονη ταινία με δυνατό φινάλε.

Μετά την μάχη στο Βατερλό και την νίκη έναντι του Ναπολέοντα, οι Άγγλοι περνούν σε μια άλλη φάση της αριστοκρατίας και το «προλεταριάτο» για ακόμα μια φορά στην ανθρώπινη ιστορία καταπατάται.
Βασισμένο στην πραγματική σφαγή του Peterloo, το φιλμ του Leigh εξιστορεί το χρονικό της ειρηνικής μάζωξης 60.000 ανθρώπων και την επίθεση που δέχτηκαν από την αστυνομία και που οδήγησε στο θάνατο 18 διαδηλωτές μεταξύ 700 τραυματιών.

Η μακροσκελής αφήγηση του Leigh αρχίζει σε ένα φρικτό πεδίο μάχης για να μεταφερθεί στο Βρετανικό κοινοβούλιο και μετά στο Manchester του 1819.
Η ιστορία τερματίζει σε ένα άλλο πεδίο μάχης, αυτό στο St. Peter’s Fields και το διαβόητο μακελειό που έλαβε χώρα εκεί.
Από τα δυο πεδία μάχης μεσολαβούν περίπου δυο βαρετές ώρες με άπλετη επανάληψη και κανένα ίχνος αξιόλογης μυθοπλασίας ή ενδιαφέροντος.
Η δράση εγκλωβίζεται σε τέσσερις τοίχους και το σενάριο αναλώνεται σε ένα on-repeat μανιφέστο για την ελευθερία που γίνεται καραμέλα στο στόμα τον απλών πολιτών.
Παράλληλα η αστική τάξη παρακολουθεί με κιάλια και απάθεια όσα συμβαίνουν.

Αυτή είναι σίγουρα η καλύτερη σκηνοθετική στιγμή του Leigh.
Κάνει φοβερή δουλειά αποτυπώνοντας στον φακό του τον καθημερινό μόχθο δεκάδων ανθρώπων της εργατικής τάξης της εποχής εκείνης.
Και όσο οι άνθρωποι του ασχολούνται με την καθημερινότητα τους, σχολιάζουν την διεθνή επικαιρότητα και κάνουν σκέψεις για το μέλλον.
Σοβαρές συζητήσεις στα πιο απροσδόκητα μέρη από ανθρώπους που φτάνουν σιγά-σιγά στα όρια τους.

Η χολερική διάρκεια του “Peterloo” πάντως είναι καταστρεπτική.
Όλη η αξία της ταινίας στηρίζεται στο τελευταίο, αργοπορημένο μισάωρο και την επική μάχη των πολιτών με την αστυνομία.
Η δράση για πρώτη φορά μεταφέρεται στις πλατείες για να λήξει με τον χειρότερο τρόπο.
Η τελική αναμέτρηση μέσα από τα μάτια του Leigh γίνεται ένα αμήχανο χάος, ορισμένες φορές αστείο στην θέαση, αλλά απόλυτα εξοργιστικό όταν καλοσκεφτείς ότι οι πολεμιστές είναι απλοί πολίτες.

Με πολύ όμορφη φωτογραφία και ωραία σκηνοθεσία, το νέο έργο του Leigh δίνει φοβερή προσοχή στις λεπτομέρειες, αλλά μένει στάσιμο στην αφήγηση του όσο οργανώνει την εικόνα του.
Είναι μια θλιβερή ιστορία των ανθρώπων που όμως δεν καταφέρνει να γίνει προσιτή λόγω της απουσίας έμπνευσης.

Τι και αν το ρίχνει στην ειρωνεία για να το συνδέσει με τον σύγχρονο κόσμο, το “Peterloo” είναι καταδικασμένο εξαρχής.
Και μεταξύ μας η σκηνή της σφαγής, θυμίζει αμυδρά το awkward μπουγέλο στο «Η Κόρη μου η Σοσιαλίστρια».

Παύλος Γκουγιάννος  [3/5]

Άποψη: Το 2019 θα έχουν συμπληρωθεί 200 χρόνια από τα γεγονότα του Peterloo, όπως ονομάστηκε ειρωνικά από το μέρος που έγινε (St Peter’s Field) και το Waterloo (Βατερλό), την μάχη όπου ο Ναπολέων ηττήθηκε. Η διεκδίκηση κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης για την εργατική τάξη στην Βουλή των Κοινοτήτων, και η ψήφος σε όλους τους άνδρες, με το γνωστό σύνθημα «one man, one vote», αποτελεί μία προσπάθεια εκδημοκρατισμού του βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας, αν και έληξε άδοξα. Η παρακαταθήκη που άφησε όμως είναι πολύ μεγάλη, και γι αυτό ο σπουδαίος βρετανός σκηνοθέτης Mike Leigh, με την γνώριμη κοινωνική ματιά του, επέλεξε το συγκεκριμένο θέμα για την νέα του ταινία. Ο βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα σκηνοθέτης («Secrets and Lies») επιστρέφει μετά το «Mr Turner», την σκιαγράφηση του σπουδαιότερου ίσως βρετανού ζωγράφου, με ένα ακόμα θέμα που συνδέεται πολύ πιο έντονα με την αγγλική ιστορία. Όπως όμως απέδειξε και στο «Mr Turner», ξέρει πολύ καλά πώς να αναπλάθει με ιστορική ακρίβεια την εποχή που τον απασχολεί.

Στο «Peterloo» πάμε στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η ήττα του Ναπολέοντα και το τέλος των πολέμων άφησε ρημαγμένη την αγγλική κοινωνία. Ο Leigh παραδίδει ένα πληθωρικό μάθημα ιστορίας, απόλυτα ακριβές, καθόλου εξιδανικευτικό, και χωρίς ίχνος πατριωτικής υπερβολής. Αντιθέτως, στέκεται κριτικά προς τον τότε βασιλιά και την αγγλική κυβέρνηση, δημιουργώντας μία σοσιαλιστική ταινία, υπό την έννοια του τεράστιου κοινωνικού και ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος που επιδεικνύει, χωρίς όμως τις υπερβολές και την δημαγωγία του συμπατριώτη του, Ken Loach. Αυτό που πετυχαίνει απόλυτα είναι να χαρτογραφήσει όλο το σκηνικό πίσω από την σφαγή, και γι αυτό εύστοχα υιοθετεί μία έκκεντρη αφήγηση, όπου το κυρίως μέρος της ταινίας είναι τα αίτια και οι αφορμές της διαμαρτυρίας και της καταστολής της, αφήνοντας για το τελευταίο μισάωρο τα γεγονότα του τίτλου. Στις υπόλοιπες 2 ώρες της ταινίας παρελαύνουν όλες οι κοινωνικές τάξεις της χώρας, από τους εργάτες, τους στρατιώτες, τους δικαστές, τις νοικοκυρές, τις εργαζόμενες γυναίκες, τους πολιτικούς και φυσικά την βασιλική οικογένεια, την οποία γελοιοποιεί στο έπακρο.

Ακριβώς επειδή είναι μία συλλογική διαμαρτυρία, δεν υπάρχει κάποιος κεντρικός χαρακτήρας, αλλά η ταινία συνεχώς περνάει από διάφορους ήρωες με τις υποϊστορίες τους, που όσο κρατάνε είναι εκείνοι οι πρωταγωνιστές. Αυτό συμπληρώνει την ουμανιστική ματιά του σκηνοθέτη, που δεν θέλει να δείξει ήρωες, αλλά ανθρώπους που το ίδιο το κράτος τους τιμωρεί. Χάρη στο μοντάζ του Jon Gregory («In Bruges», «Three Billboards») συνεχώς γίνονται συγκρίσεις και αντιπαραβολές, με πιο εύστοχη έναν στρατιώτη, που στην 1η σκηνή είναι χαμένος στην δίνη του πολέμου και στην τελευταία είναι χαμένος μέσα στην σφαγή, και αυτός που τον σκοτώνει δεν είναι ο γάλλος αντίπαλος, αλλά ο συμπατριώτης του από το ιππικό. Ο Leigh ωστόσο, αν και πάντοτε πολύ ακριβής, εδώ παρασέρνεται λίγο από την ιστορία, με αποτέλεσμα να γίνεται πολύ αναλυτικός, και ώρες-ώρες φλύαρος. Μία υπεραναλυτική, αλλά απίστευτα ακριβής περιγραφή της βρετανικής κοινωνίας των αρχών του 19ου αιώνα, που στέκεται κριτικά απέναντι στην ιστορία.

Άγγελος Πολύδωρος

Ο Μάικ Λι αναπαριστά μια πραγματική ιστορία και διδάσκει τις δημοκρατικές διαδικασίες, με τον τρόπο που λειτουργούν τα πλούσια και θεαματικά ντοκιμαντέρ του BBC, χρησιμοποιώντας μια πλειάδα σχετικά άγνωστων ηθοποιών και με μπόλικη ψηφιακή τεχνολογία.
Η ταινία του είναι μια επική αναπαράσταση των γεγονότων που περιγράφουν την ιστορική σφαγή του Πίτερλου (το 1819) η οποία επέδρασε στην εργατική τάξη της Αγγλίας. Μια ειρηνική συγκέντρωση στην Πλατεία Σεντ Πίτερς στο Μάντσεστερ εκείνη τη χρονιά, αιματοκυλίστηκε και έγινε ένα από το πιο σκοτεινά και περιβόητα επεισόδια στην ιστορία της Αγγλίας, όταν η βρετανική κυβέρνηση διέταξε την καταστολή μιας συγκέντρωσης 80.000 ανθρώπων που ζητούσαν πολιτικές αλλαγές και μέτρα ενάντια στη συνεχώς αυξανόμενη φτώχεια.
Ουσιαστικά, το κεντρικό μήνυμα του φιλμ είναι η επικοινωνία των ανθρώπων, η ενότητα και η έννοια της συλλογικότητας. Η μόνη λύση είναι η συλλογική δράση που πρέπει να προκύπτει μετά από συζήτηση. Για τον Μάικ Λι είναι μια ταινία για τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία της ανθρωπότητας, τον αιώνιο αγώνα για αγάπη, συντροφικότητα, εντιμότητα και για την εναντίωση στη διεφθαρμένη εξουσία της απληστίας και του κυνισμού.
Το «Peterloo» του Μάικ Λι (λίγο αργό και με πολλή θεωρία στο πρώτο μέρος του), με όλο του το διδακτισμό προσφέρει μια αισιοδοξία σ’ αυτούς που ελπίζουν σε ένα καλύτερο κόσμο με διάλογο και συναίνεση, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί θρήνο για την ανεξάντλητη τάση του ανθρώπου για καταστροφή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: