Μάικλ Πάουελ-Έμερικ Πρεσμπέργκερ: Αφιέρωμα | ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ , Μαύρος Νάρκισσος, Ιστορίες του Κάντερμπουρι, Τα παραμύθια του Χόφμαν, A Matter Of Life And Death (Ζήτημα Ζωής Και Θανάτου) 1946

ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

THE RED SHOES

των Μάικλ Πάουελ, Έμερικ Πρεσμπέργκερ

με τους Μάριους Γκέρινγκ, Μόϊρα Σίρερ, Τζιν Σορτ, Γκόρντον Λίτμαν

[1948 επανέκδοση]

«Περίπτωση ζωής και θανάτου» (1946) των Mike Powell και Emeric Pressburger το Σάββατο 22.12.2018 στις 19.00 με ελεύθερη είσοδο,ανάλυση και συζήτηση

ROMA 2018 του Αλφόνσο Κουαρόν η καλύτερη ταινία του 2018 , από τις συγκλονιστικότερες του 21ου αιώνα | του Γιάννη Καραμπίτσου

Ρόμα (2018) του Αλφόνσο Κουαρόν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Πάτρα : Σεμινάριο Ιστορίας και Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου “Κάντο όπως ο Μπέργκμαν”

Σύντομα θα ανακοινωθούν τα Σεμινάρια Κινηματογράφου του Σχολείου του Σινεμά της Αθήνας για το Έτος 2019.

Υπόθεση: Ο αυταρχικός ιμπρεσάριος Μπόρις Λερμοντόφ του ομώνυμου θιάσου, απαιτεί από τους συνεργάτες του απόλυτη αφοσίωση στην τέχνη τους αλλά και σε αυτόν τον ίδιο. Κάτω από αυτήν την αυστηρή καθοδήγηση, η νεαρή αριστοκρατικής καταγωγής μπαλαρίνα Βίκυ Πέιτζ βρίσκεται με την πρώτη της μόλις πρωταγωνιστική εμφάνιση να γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Χορεύει τον κεντρικό ρόλο στη παράσταση -μεταφορά του παραμυθιού του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν «Τα Κόκκινα Παπούτσια» με την οποία τα Μπαλέτα Λερμοντόφ κάνουν μια εξαιρετικά επιτυχημένη πρεμιέρα στο Μόντε Κάρλο. Υπό την μέθη της επιτυχίας και της ειδυλλιακού τοπίου, η Βίκυ ερωτεύεται τον Τζούλιαν, τον νεαρό συνθέτη της μουσικής στα Κόκκινα Παπούτσια. Όταν ο Λερμοντόφ πληροφορείται τη σχέση των δύο νέων, εξοργίζεται και τους απομακρύνει από το θίασο ματαιώνοντας όλες τις παραστάσεις . Η Βίκυ με τον Τζούλιαν επιστρέφουν στο Λονδίνο όπου παντρεύονται και ο Τζούλιαν συνεχίζει να ασχολείται με επιτυχία με τη σύνθεση αντλώντας έμπνευση από τον έρωτά τους. Όμως η καριέρα της Βίκυ δεν θα έχει ανάλογη συνέχεια. Με τον καιρό αισθάνεται όλο και περισσότερο διχασμένη ανάμεσα στους όρους που της έχει θέσει ο Λερμοντόφ για να την δεχτεί πάλι κοντά του και στον έρωτά της για τον Τζούλιαν…

Περισσότερα για την ταινία

2 Βραβεία Όσκαρ: Μουσικής & Σκηνικών

«Η σύλληψη των Πάουελ και Πρεσμπέργκερ για τη διασκευή στα ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ είναι ανεπανάληπτη. Ειλικρινά είναι η πιο όμορφη τεχνικολόρ ταινία που γυρίστηκε ποτέ! Ένα από τα αληθινά θαύματα στην ιστορία του σινεμά»

Μάρτιν Σκορσέζε

Αποσπάσματα από την ταινία:

Μπόρις Λερμοντόφ (στην Βίκυ την πρώτη φορά που συναντιούνται): Γιατί θέλεις να χορεύεις;

Βίκυ: Γιατί θέλεις να ζήσεις;

Μπόρις: Ε, δεν ξέρω ακριβώς γιατί, αλλά… πρέπει.

Βίκυ: Αυτή είναι και η δική μου απάντηση.

Μπόρις Λερμοντόφ: Ο χορευτής που παραδίδεται στην «χαρά του έρωτα» δεν θα γίνει ποτέ ένας σπουδαίος χορευτής. Ποτέ!

===========

Αν και το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο ομώνυμο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, εικάζεται ότι πηγή έμπνευσης ήταν η σχέση του διάσημου ιμπρεσάριου της εποχής Σεργκέι Νταγκιλέφ, ιδρυτή των Ρωσικών Μπαλέτων και μέντορα του Νιζίνσκι, με τη βρετανίδα μπαλαρίνα Νταϊάνα Γκουντ. Οι Πάουελ & Πρεσμπέργκερ (γνωστοί και ως «Οι Άρτσερ») έχουν επίσης υποστηρίξει ότι στοιχεία του χαρακτήρα του Λερμοντόφ τα εμπνεύστηκαν από τον πρώτο τους μέντορα σκηνοθέτη Αλεξάντερ Κόρντα.

Ο Πρεσμπέργκερ αρχικά έγραψε το σενάριο το 1937 για τον Αλεξάντερ Κόρντα και τη μέλλουσα γυναίκα του Μερλ Όμπερον. Αφού όμως πέρασαν αρκετά χρόνια χωρίς να ξεκινά η παραγωγή της ταινίας, οι Πρεσμπέργκερ και Πάουελ αποφάσισαν να αποκτήσουν ξανά αγοράσουν τα δικαιώματα του σεναρίου και να το γυρίσουν μόνοι τους. Για να γίνει αυτό όμως προσποιήθηκαν ότι ήταν καθαρά για συναισθηματικούς λόγους αφού έχοντας συνεργαστεί με τον Κόρντα στο παρελθόν, ήξεραν ότι αν του έλεγαν την αλήθεια θα ανέβαζε πολύ το αντίτιμο.

Οι Πάουελ & Πρεσμπέργκερ είχαν επιλέξει να χρησιμοποιήσουν επαγγελματίες χορευτές με υποκριτικές ικανότητες, αντί για ηθοποιούς που θα μπορούσαν να χορέψουν λίγο, ώστε να δώσουν μια ρεαλιστική αίσθηση στην ταινία. Η Μόιρα Σίρερ , ο Λεονίντ Μασίν, ο Ρόμπερτ Χέλπμαν και η Λουντμίλα Τσερίνα που ερμηνεύουν τους βασικούς ρόλους χορευτών αλλά και υπόλοιποι χορευτές που εμφανίζονται, προέρχονταν από διάσημους θιάσους, όπως το Royal Ballet.

Για το πρωταγωνιστικό ρόλο της Βίκι Πέιτζ οι Πάουελ και Πρεσμπέργκερ ήθελαν μία μπαλαρίνα που να έχει υποκριτικές ικανότητες αλλά να είναι και εκθαμβωτική. Όταν ανακάλυψαν την Μόιρα Σίρερ, δεύτερη στη σειρά στα Μπαλέτα Σάντλερ Ουέλς μετά την Μαργκότ Φοντέν, θεώρησαν ότι βρήκαν ακριβώς αυτό που έψαχναν. Προς μεγάλη τους έκπληξη όμως δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα στο να την πείσουν να δεχτεί. Για έναν χρόνο δεν τους έδινε θετική απάντηση και χρόνια αργότερα μάλιστα θα αναφερθεί στην εμπειρία της από τα γυρίσματα ως ιδιαίτερα δυσάρεστη: ο Πάουελ ήταν απόμακρος και υπερόπτης και δεν την βοήθησε με την ερμηνεία της και οι ατελείωτες ώρες χορού στα σκληρά πατώματα τής δημιούργησαν πρόβλημα στα πόδια.

Τη χορογραφία για τη σκηνή του μπαλέτου στα Κόκκινα Παπούτσια στην ταινία έκανε ο Ρόμπερτ Χέλπμαν, ο οποίος ερμηνεύει και το ρόλο του πρώτου χορευτή στα μπαλέτα Λερμοντόφ. Ο Λεονίντ Μασίν έκανε μόνος του τη χορογραφία για το ρόλου του παπουτσή που ερμηνεύει. Τόσο ο Χέλπμαν όσο και ο Μασίν ήταν πολύ διάσημοι χορευτές της εποχής.

Για την δεκαπεντάλεπτη περίπου σκηνή του «Μπαλέτου των Κόκκινων Παπουτσιών» χρειάστηκαν γυρίσματα έξι εβδομάδων, 53 χορευτές και ο ζωγράφος Χάιν Χέκροθ, που δούλεψε στην ταινία ως καλλιτεχνικός διευθυντής για πρώτη φορά, σχεδίασε 120 πίνακες για να χρησιμοποιηθούν ως σκηνικά. Ο Χάιν Χέκροθ μαζί με τον Άρθουρ Λόσον μάλιστα κέρδισαν το Όσκαρ για την καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας.

Όλη η μουσική της ταινίας είναι αυθεντική σύνθεση του Μπράιαν Ήσντεϊλ ο οποίος έκανε και την ενορχήστρωση, εκτός από τη μουσική του μπαλέτου, της οποίας την ενορχήστρωση έκανε ο Σερ Τόμας Μπίτσαμ. Ο Μπράιαν Ήσντεϊλ για τη μουσική στα ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ κέρδισε το Όσκαρ το 1948.

Η ταινία είναι πολύ διάσημη εκτός των άλλων για τη φωτογραφία της και ιδιαίτερα για τη χρήση του χρώματος. Στην εισαγωγή του ο Μάρτιν Σκορσέζε για το φιλμ του Ρενουάρ «Το ποτάμι» στην έκδοση DVD της Criterion αναφέρει πως αυτές οι δύο ταινίες είναι αναμφισβήτητα οι πιο όμορφες έγχρωμες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ.

Αν και τα ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ έτυχαν θετικής υποδοχής από τους κριτικούς όταν η ταινία ξεκίνησε να προβάλλεται στην Αγγλία, η εισπρακτική της επιτυχία ήταν μέτρια εξαιτίας της περιορισμένης προώθησης που έκανε η εταιρία διανομής Rank Organization, η οποία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Αρχικά στις ΗΠΑ η ταινία βγήκε σε περιορισμένη διανομή από την Universal, όμως η επιτυχία της ταινίας την κράτησε στις αίθουσες για 110 εβδομάδες συνολικά και το 1951 ήταν η πιο επιτυχημένη Βρετανική ταινία που είχε παιχτεί μέχρι τότε στην Αμερική.

Τα ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ήταν μία από τις πρώτες ταινίες που αντιμετώπισαν σοβαρά τον κλασικό χορό, ακόμα και οι κριτικοί μπαλέτου την αντιμετώπισαν πολύ θετικά. Μάλιστα ο Τζιν Κέλι προκειμένου να πείσει τους παραγωγούς της MGM να συμπεριλάβει μια σκηνή μπαλέτου στο φιλμ «Ένας Αμερικάνος στο Παρίσι», τούς έδειξε πολλές φορές τα ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ.

Εκτός από τα δύο Όσκαρ που κέρδισε η ταινία (μουσικής και καλλιτεχνική διεύθυνσης) είχε άλλες τρεις υποψηφιότητες: καλύτερης ταινίας, σεναρίου και μοντάζ.

Τον Μάιο του 2009 στο Φεστιβάλ των Καννών, το Ίδρυμα Μάρτιν Σκορσέζε και τα Αρχεία Κιν/φου του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια (UCLA) μετά από προσπάθειες χρόνων παρουσίασαν την ταινία πλήρως αποκατεστημένη με εξαιρετική υποδοχή. Αυτή η αποκατεστημένη εκδοχή θα προβληθεί στους Ελληνικούς κινηματογράφους.

«Στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν με το σκληρό ηθικό δίδαγμα, τα κόκκινα παπούτσια που θέλει να φορέσει ένα κορίτσι θα το οδηγήσουν στην καταστροφή καθώς θα το υποχρεώσουν να χορέψει μέχρι τελικής πτώσης. Στην ταινία των Άρτσερς το κορίτσι ζει μια πιο σύνθετη εκδοχή της ιστορίας τόσο στη σκηνή και στη ζωή: χορεύοντας για έναν διεθνώς επιτυχημένο θίασο το ομώνυμο μπαλέτο «Τα Κόκκινα Παπούτσια» θα της φέρει δόξα και αγάπη, αλλά και πίεση να υποστεί τις απαιτήσεις του αυστηρού ιμπρεσάριου προκειμένου να ζήσει το όνειρό της. Το 1948 ήταν η επαναστατικό για το σινεμά να γυριστεί και να προβληθεί μια δεκαπεντάλεπτη σκηνή μπαλέτου, που θα μεταφέρει το θεατή από το εικονικό κόσμου της σκηνής σε αυτόν των επιθυμιών και των εσωτερικών συγκρούσεων της πρωταγωνίστριας. Η μουσική του Ήσντεϊλ, τα σουρεαλιστικά σκηνικά του Χέκροθ, η χρήση του τεχνικόλορ από τον Κάρντιφ στη διεύθυνση φωτογραφίας και η εμπνευσμένη σύμπραξη των κορυφαίων χορευτών Χέλπμαν και Μασίν με την Σίρερ, όλα συνδυάζονται μοναδικά ώστε να αναδειχθεί η ταινία ως ορόσημο στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου και να γίνεται λόγος συνολικά για ένα «έργο τέχνης». Η ταινία έγινε άμεσα πηγή έμπνευσης και σημείο αναφοράς για τους σύγχρονους της εποχής κινηματογραφιστές όπως οι Βινσέντε Μινέλι και Στάνλεϊ Ντόνεν. Όντας κάτι μοναδικό μεταξύ ενός avant-garde ψυχοδράματος της Μάγια Ντερέν όπως «Το Απόγευμα» (1943) και της ποιητικής αλληγορίας του Ζαν Κοκτό «Ορφέας» (1950), η ταινία ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ πλέον αναγνωρίζεται ως σημαντικό επίτευγμα του νέο-ρομαντικού κινήματος της Βρετανίας, που συνήθως ταυτίζεται με την ζωγραφική και την ποίηση, αλλά εδώ μεταφέρθηκε θριαμβευτικά στο σινεμά.

Η ταινία επίσης υπήρξε για το κοινό, το οποίο ήταν κουρασμένο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. μια υπενθύμιση του ευρύτερου κόσμου. Τα ταξίδια στο Παρίσι και τη Γαλλική Ριβιέρα, η φυσική ομορφιά της Μεσογείου ως φόντο της ρομαντικής σχέσης των νέων εραστών και η ανεμελιά της ζωής των μελών του θιάσου, ήταν τόσο μακρινά για τους περισσότερες θεατές το 1948 και αποτέλεσαν ευκαιρία για επαφή με το ωραίο στην εποχή της αυστηρής λιτότητας που ακολούθησε τον πόλεμο.»

Ίαν Κρίστι (συγγραφέας και ιστορικός κινηματογράφου)

Μαύρος Νάρκισσος / Black Narcissus (1946)

Ένα τάγμα από Αγγλίδες καλόγριες μιας επιβλητικής μονής των Ιμαλαΐων παλεύει όχι μόνο με τη μυστηριακή σαγήνη του πρωτόγονου τοπίου, αλλά και με τις ορμές τους, τις οποίες εγείρει η άφιξη ενός αγνωστικιστή άντρα. Θέαμα ανυπέρβλητου κάλλους, ο τεχνικολόρ «Μαύρος Νάρκισσος» βαδίζει ονειροπαρμένος σε ανεξερεύνητα μονοπάτια των ανθρώπινων επιθυμιών. Και τα ίχνη που αφήνει πίσω του είναι μερικές από τις πιο μυσταγωγικές εικόνες που γέννησε ποτέ το έγχρωμο σινεμά. Επετειακή προβολή σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια για ένα από τα αριστουργήματα του αγγλικού σινεμά.

Ο δρόμος προς τον παράδεισο περνάει μερικές φορές από την κόλαση, ισχυρίζονται σε ένα από τα αριστουργήματά τους οι Πάουελ και Πρεσμπέργκερ. Και το αποδεικνύουν ακολουθώντας ένα τάγμα από Αγγλίδες καλόγριες μιας μονής των Ιμαλαΐων οι οποίες παλεύουν με την μυστηριακή σαγήνη που ασκεί επάνω τους το τοπίο και με τις ανεξέλεγκτες ορμές που τους ξυπνά η εμφάνιση ενός άντρα.

Έξοχη αλληγορία πάνω στην αιώνια σύγκρουση του σώματος με το πνεύμα και τη μάχη των φυσικών ενστίκτων κόντρα στα όσα επιβάλλουν θεσμοί όπως η θρησκεία και η επιστήμη, η μαγευτική αυτή δημιουργία συνωμοτεί με την βραβευμένη στα Όσκαρ φωτογραφία σκιαγραφώντας βουβούς αναστεναγμούς επάνω σε έναν καμβά από μεγαλειώδεις ορίζοντες και νεφελώδη ύψη στο σχεδόν στοιχειωμένο ντεκόρ της μονής που αφουγκράζεται το τραγούδι του ανέμου σιγοψιθυρίζοντας αναμνήσεις από παλιούς αισθησιασμούς.

http://www.aiff.gr/

Σκηνοθεσία: Michael Powell, Emeric Pressburger

Σενάριο: Michael Powell, Emeric Pressburger

Φωτογραφία: Jack Cardiff

Μουσική: Brian Easdale

Μοντάζ: Reginald Mills

Ηθοποιοί: Deborah Kerr, Sabu, Jean Simmons, David Farrar, Flora Robson

Ην. Βασίλειο | 1947 | Έγχρωμο | 100′ | Αγγλικά

Black Narcissus (1947)

Ελληνικός Τίτλος: Ο Μαύρος Νάρκισσος

Κατηγορία: Δράμα

Σκηνοθεσία: Michael Powell, Emeric Pressburger

Σενάριο: Rumer Godden (Μυθιστόρημα), Michael Powell, Emeric Pressburger (Προσαρμογή Σεναρίου)

Πρωταγωνιστούν: Deborah Kerr, Flora Robson, David Farrar, Kathleen Byron, Sabu, Jean Simmons

Μουσική: Brian Easdale

Φωτογραφία: Jack Cardiff

Μοντάζ: Reginald Mills

Χώρα Παραγωγής: Μεγάλη Βρετανία

Χρώμα: Έγχρωμη

Διάρκεια: 100 min

Μια ομάδα της Αγγλικανικής Εκκλησίας αποτελούμενη από πέντε καλόγριες, ταξιδεύει στην μακρινή Ινδία, σε μια απομακρυσμένη τοποθεσία των Ιμαλάιων, με σκοπό να δημιουργήσει ένα σχολείο και ένα νοσοκομείο για τους κατοίκους της περιοχής. Επικεφαλής της αποστολής είναι η αδελφή Clodagh (Deborah Kerr), μια νέα γυναίκα Ιρλανδικής καταγωγής, ενώ τα άλλα μέλη είναι οι αδελφές Briony, Philippa, Honey και Ruth (Kathleen Byron). Η τελευταία, είναι κι αυτή σχετικά νεαρής ηλικίας και αντιμετωπίζει έντονα ψυχολογικά προβλήματα.

Χώρος στέγασής τους και ταυτόχρονα χώρος εκτέλεσης των καθηκόντων τους, είναι το παλάτι του Mopu, ένα παλιό αυτοκρατορικό οίκημα χτισμένο πάνω σε μια απόκρημνη πλαγιά, κοντά στο Darjeeling, που αρχικά είχε χτιστεί για φιλοξενεί τις παλλακίδες του μεγάλου Στρατηγού. Μόνος εναπομείναντας κάτοικος του Mopu είναι η Angu Ayah, μια γυναίκα που σε μισότρελη κατάσταση φροντίζει το παλάτι, νοσταλγώντας συνεχώς τις παλιές, μεγάλες του στιγμές.

Η προσαρμογή των πέντε γυναικών στο Mopu είναι αρκετά δύσκολη, όχι μόνο λόγω της απομόνωσης και των δύσκολων καιρικών συνθηκών αλλά και λόγω του ιδιαίτερα δύσκολου έργου που τους έχει ανατεθεί. Η εμφάνιση του γοητευτικού και ταυτόχρονα αρνητικού σε όλα, κυβερνητικού αξιωματούχου της περιοχής, του κ. Dean (David Farrar), σε συνδυασμό με την άγρια φύση, το υψόμετρο και το αισθησιακό περιβάλλον, δυσχεραίνει ακόμα πιο πολύ τα πράγματα για την αδελφή Clodagh, της οποίας οι μνήμες ξυπνάνε και την ξαναγυρίζουν στα νεανικά της χρόνια και σε έναν χαμένο έρωτα…

Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο ομώνυμο αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα της Rumer Godden, που εκδόθηκε το 1939.

Οι Βρετανοί σκηνοθέτες-παραγωγοί, Michael Powell και Emeric Pressburger, μεταφέρουν το λογοτεχνικό κείμενο της Godden στην μεγάλη οθόνη, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι μπορεί να λογοκριθούν και ότι ίσως, θα προκαλέσουν θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών από τους συντηρητικούς συμπατριώτες τους και όχι μόνο. Κινηματογραφούν με τόλμη, μία άκρως αισθησιακή-ερωτική ταινία, χωρίς να προβάλλουν ούτε ίχνος γυμνής γυναικείας σάρκας (πιθανότατα αυτός είναι και ο λόγος που η ταινία κατάφερε και πέρασε την αυστηρή λογοκρισία της εποχής) και ασχολούνται με θέματα που αφορούν την καταπίεση του μοναστικού βίου, την απώλεια πίστης, τις ανθρώπινες αδυναμίες και την επιρροή που μπορεί να έχει ένα περιβάλλον στον ανθρώπινο χαρακτήρα.

Κι αν όλα αυτά στον σημερινό θεατή φαντάζουν κοινότυπα και συνηθισμένα, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε ότι η ταινία γυρίστηκε την μεταπολεμική περίοδο της δεκαετίας του ’40, μια εποχή αυστηρού συντηρητισμού και καταπίεσης, ειδικά για το γυναικείο φύλο και πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση που το θέμα της, αναφέρεται σε καλόγριες.

Η ταινία θεωρήθηκε εξ αρχής ως ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα. Οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτό, πέρα από την εξαιρετική σκηνοθεσία και τις πολύ καλές ερμηνείες, ήταν η υπέροχη απεικόνιση των ξωτικών τοπίων της Ινδίας και γενικότερα η όλη αναπαράσταση του τόπου και της ατμόσφαιρας, κυρίως μέσω των σκηνικών, των κοστουμιών και της φωτογραφίας.

Ο υπεύθυνος καλλιτεχνικής διεύθυνσης, Alfred Junge, κατάφερε με τα εκπληκτικά σκηνικά του, να μεταφέρει πιστά όλη την ατμόσφαιρα ενός Ινδικού παλατιού που μετατράπηκε σε μοναστήρι, μέσα σε ένα βρετανικό στούντιο. Άξιες θαυμασμού αποτελούν και οι σκηνές μέσα στην πυκνή ζούγκλα· σκηνές που γυρίστηκαν εξ ολοκλήρου, στο βρετανικό πάρκο του Kent!

Η έγχρωμη φωτογραφία του Jack Cardiff, είναι πραγματικά υπέροχη και μετατρέπει με την τέλεια χρήση των χρωμάτων, κάθε πλάνο της ταινίας σε πίνακα ζωγραφικής.

Εξαιρετική είναι και η μουσική επένδυση του Brian Easdale, που καταφέρνει και κορυφώνει τις ήδη τεταμένες στιγμές της έντασης, ενώ πολύ σωστή είναι και η χρήση της καμπάνας του μοναστηριού, οι ήχοι των τυμπάνων που ακούγονται από την ζούγκλα και ο ήχος του ανέμου που φυσάει συνεχώς από τις κορφές των απόκρημνων οροσειρών.

Οι ερμηνείες απ’ το μεγαλύτερο μέρος του καστ είναι συγκλονιστικές.

Η Deborah Kerr, σε ένα από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας της, ερμηνεύει υπέροχα την ηγουμένη Clodagh, που συν τις προσωπικές της αναμνήσεις και τους πειρασμούς που την βασανίζουν, καλείται να σηκώσει στις πλάτες της και να βρει λύση σε όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες που προκύπτουν κατά την διαμονή των καλογριών στον αφιλόξενο τόπο που αναγκάστηκαν να μεταφερθούν.

Πολύ καλός ο Ινδός ηθοποιός Sabu, ενσαρκώνει άψογα το νεαρό Στρατηγό που ενώ έρχεται στο μοναστήρι για να μορφωθεί, ξελογιάζεται από τα υπέροχα μάτια της δεκαεπτάχρονης τότε Jean Simmons, που υποδύεται την ντόπια Kanchi, ένα κοριτσόπουλο που αναζητά τα πλούτη και τον έρωτα. Το μακιγιάζ που έχει γίνει στην Simmons είναι εκπληκτικό και αποτελεί ένα ακόμα στοιχείο, από τα πολλά που αναδεικνύουν της τελειότητας της παραγωγής.

Ο David Farrar, επίσης αρκετά καλός στον ρόλο του Βρετανού κυβερνητικού εκπρόσωπου, που αν και λίγο άξεστος και αγενής, εξάπτει την φαντασία των γυναικών της μονής, με την γοητεία του και την εμφάνιση του, με το γυμνασμένο του κορμί, το κοντό σορτάκι και τα τριχωτά του πόδια.

Πολύ καλές είναι και οι ερμηνείες των υπολοίπων αδελφών της μονής, Flora Robson, Jenny Laird και Judith Furse, ενώ η ερμηνεία που ξεχωρίζει απ’ όλες και μένει στη μνήμη του θεατή, είναι της Kathleen Byron, στο ρόλο της αδελφής Ruth. Ο τρόπος που εκδηλώνει τη ζήλεια της απέναντι στην αδελφή Clodagh, η σταδιακή επιδείνωση της σχιζοφρένειάς της και η ριζική μεταμόρφωσή της εντυπωσιάζει. Η σκηνή που βάφει τα χείλη της με το κατακόκκινο κραγιόν μέσα στο ημισκότεινο δωμάτιο και η κλασική πλέον σκηνή της κορύφωσης του δράματος στο καμπαναριό, είναι αριστουργηματικές.

«Ο Μαύρος Νάρκισσος» έκανε πρεμιέρα στους Λονδρέζικους κινηματογράφους, στις 26 Μαΐου του 1947, αποσπώντας ανάμικτες κριτικές, με τους περισσότερους ειδικούς να αναφέρονται με θετικά σχόλια όσον αφορά το καλλιτεχνικό σκέλος της ταινίας.

Στις ΗΠΑ προβλήθηκε στις 13 Αυγούστου της ίδια χρονιάς, με κομμένες τις σκηνές των flashback κατά τις οποίες η αδελφή Clodagh αναπολεί το νεανικό της έρωτα. Αυτό έγινε μετά από εντολή της Καθολικής Λεγεώνας της Ευπρέπειας (Catholic Legion of Decency), μιας οργάνωσης που ιδρύθηκε στις ΗΠΑ το 1933 υπό την επίβλεψη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, και είχε σαν σκοπό τον εντοπισμό και την καταπολέμηση ανάρμοστου περιεχομένου, στις κινηματογραφικές ταινίες.

Την βραδιά των Βραβείων Όσκαρ του 1948, η ταινία τιμήθηκε με δύο αγαλματίδια στις κατηγορίες Καλύτερης Έγχρωμης Φωτογραφίας και Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης.

Επίσης για την Φωτογραφία της τιμήθηκε με μία Χρυσή Σφαίρα, ενώ τα μέλη της “New York Film Critics Circle” βράβευσαν για τις εξαιρετικές ερμηνείες τους, την Deborah Kerr και την Kathleen Byron.

Σήμερα η ταινία θεωρείται από πολλούς ένα κλασικό αριστούργημα και βρίσκεται στο Νο 44 της λίστας με της καλύτερες Βρετανικές ταινίες όλων των εποχών.

Στο κινηματογραφικό site “Rotten Tomatoes” έχει βαθμολόγια 8,8/10 με ποσοστό 100% από 25 κριτικούς.

http://thegreatestmoviesever.blogspot.com/

A Canterbury Tale

(Ιστορίες του Κάντερμπουρι)

των Michael Powell & Emeric Pressburger

Τρείς άνθρωποι φτάνουν σ’ ένα χωριό της Νότιας Αγγλίας, τα πρώτα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Άλισον φτάνει από το Λονδίνο και πρόκειται να δουλέψει σε μία φάρμα, ο Πήτερ, στρατιώτης με άδεια, λίγο πριν φύγει με τη μονάδα του για το εξωτερικό και ο Μπομπ, λοχίας του Αμερικανικού Στρατού, που ήθελε να πάει στο Καντέρμπουρι και βρέθηκε, κατά λάθος, εδώ. Το κοινό τους ταξίδι στο μικρό χωριό της Αγγλίας ξεκινάει από τη στιγμή που οι δρόμοι τους συναντιούνται τυχαία.

Χρησιμοποιώντας ως αφoρμή την ποιητική του Τσόσερ, η ταινία έγινε με σκοπό την πολεμική προπαγάνδα, παρόλα αυτά όμως θεωρείται μια από τις πιο ποιητικές και καλλιτεχνικές ταινίες του βρετανικού διδύμου Michael Powell και Emeric Pressburger. Ως προς την αισθητική της, η ταινία είναι ένα μείγμα στοιχείων βρετανικού ρεαλισμού μ’ αυτά του ύφους του γερμανικό εξπρεσσιονισμού.

Η ταινία βασίζεται χαλαρά στο αφηγηματικό πλαίσιο των ιστοριών του Τσόσερ. Οι «Ιστορίες του Καντέρμπερυ» (The Canterbury Tales) του Τζέφρυ Τσόσερ (Geoffrey Chaucer, περ.1340-1400) συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 100 σημαντικότερα βιβλία όλων των εποχών. Η ιδέα του προσκυνήματος στο Καντέρμπερυ, όπου μια ομάδα από τριάντα περίπου άντρες και γυναίκες, για να απαλύνουν τη μονοτονία και την πλήξη της οδοιπορίας τους, λένε ιστορίες μεταξύ τους, είναι κάτι περισσότερο από μια πρόφαση για να τυλιχθεί γύρω της μια ποικιλία διηγήσεων: γιατί, στο σύνολό τους, οι ιστορίες αυτές συγκροτούν ένα πανόραμα των συνθηκών της ζωής κατά τον 14ο αιώνα στην Αγγλία, και του χαρακτήρα, της νοοτροπίας και των ηθών της κοινωνίας της εποχής αυτής.

(δ.τ.)

http://www.cinephilia.gr/

Τα παραμύθια του Χόφμαν

The Tales of Hoffmann (1951)

Αγαπημένη ταινία πολλών σημαντικών δημιουργών της μεγάλης οθόνης (όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα), αυτό το φαντασμαγορικό φιλμικό πάντρεμα των τεχνών από το σινεμά και το θέατρο μέχρι το μπαλέτο, τη ζωγραφική και τη μουσικήδιασκευάζει την περίφημη όπερα του Γάλλου Ζακ Όφενμπαχ, η οποία με τη σειρά της βασίστηκε σε πέντε φανταστικές ιστορίες του συγγραφέα Ερνστ Χόφμαν. Στηριζόμενοι εξ ολοκλήρου στο έξοχο λιμπρέτο του Ζυλ Μπαρμπιέ, οι μέγιστοι Βρετανοί σκηνοθέτες Μάικλ Πάουελ και Έμερικ Πρέσμπεργκερ δημιουργούν, το 1951, μιαν άνευ προηγουμένου κινηματογραφική πανδαισία, στροβιλίζοντας ιστορίες πάθους και αγάπης σε έναν μεθυστικό εορτασμό της όπερας και του κινηματογράφου.

Σκηνοθεσία: Michael Powell, Emeric Pressburger

Σενάριο: Michael Powell, Emeric Pressburger, βασισμένο στο λιμπρέτο του Jules Barbier

Φωτογραφία: Christopher Challis

Μουσική: Jacques Offenbach

Μοντάζ: Reginald Mills

Ηθοποιοί: Moira Shearer, Pamela Brown, Ludmilla Tchérina

Διάρκεια: 128′

A Matter Of Life And Death (Ζήτημα Ζωής Και Θανάτου) 1946

Σκηνοθεσία Michael Powell & Emeric Pressburger, παίζουν David Niven, Kim Hunter, Raymond Massey, Roger Livesey.

Μέσα σ’ένα κατεστραμμένο βομβαρδιστικό αεροπλάνο που ανά πάσα στιγμή θα αρχίσει να πέφτει και με το αλεξίπτωτό του σε αχρηστία, ένας πιλότος συμβιβάζεται με τον επερχόμενο θάνατό του κι επικοινωνεί μέσω ασυρμάτου με το κέντρο για να ζητήσει ν’αποχαιρετήσουν τη μητέρα του και τους ανθρώπους που τον αγαπούν εκ μέρους του. Στην άλλη πλευρά της γραμμής βρίσκεται μία κοπέλα που συγκινείται από την ιστορία του και οι δυο τους μοιράζονται έντονα συναισθήματα. Σχεδόν ερωτεύονται.

Μετα την ομιλία τους αποφασίζει να πέσει στο κενό απ’ το να συντριβεί με το αεροπλάνο. Πέφτοντας περνά από παχιά ομίχλη με αποτέλεσμα να ξεφύγει κατά λάθος από τα χέρια του πνεύματος που θα τον οδηγήσει στον Παράδεισο. Το πνεύμα τον εντοπίζει λίγες ώρες αργότερα αλλά μέχρι τότε είχε προλάβει να τη συναντήσει από κοντά και να ερωτευτούν κανονικά. Το λάθος του πνεύματος γίνεται αφορμή να κερδίσει χρόνο και, υποστηρίζοντας ότι του αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία επειδή ερωτεύτηκε και φέρνοντας ως αποδεικτικό στοιχείο μία σταγόνα δάκρυ, ο ήρωας τώρα αρνείται να πεθάνει. Ο Θεός αποφασίζει να φέρει την υπόθεση στο δικαστήριο.

Είναι ολοφάνερη η όρεξη με την οποία οι δύο σκηνοθέτες δημιούργησαν την ταινία, γεγονός που αποδεικνύεται κι από τα πρωτοφανή σκηνικά που δημιουργούν στο θεατή την αίσθηση ότι όντως βρίσκεται σε ένα μαγικό τόπο. Η ταινία αναδύει μία εξαιρετικά καλή διάθεση απέναντι σε ότι συμβαίνει, έναν πηγαίο αυθόρμητο ενθουσιασμό, ανεπηρέαστο από τα γεγονότα. Η αντιμετώπιση των γεγονότων από τους πρωταγωνιστές γίνεται με τόσο ευχάριστο τρόπο που αναζωογονεί κι εμάς.

Η αξιολάτρευτη και πρωτότυπη ταινία των Michael Powell και Emeric Pressburger με τον εναλλακτικό τίτλο ‘Stairway To Heaven’ συνιστά ότι δεν αξίζει να ζει κανείς παρά μόνο όταν αγαπά. Παίρνοντας ως παράδειγμα τον ήρωα που προσπαθεί να κερδίσει τη ζωή μέσα από την αγάπη, μπορούμε κι εμείς να αναρωτηθούμε για τη δική μας. Εφόσον τη θεωρούμε δεδομένη, για ποιο λόγο ζούμε;

Δημοσιεύτηκε 5th November 2012 από τον χρήστη Νίκος Παππάς

http://nikolaspappas.blogspot.com/

Τα Κόκκινα Παπούτσια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Τα Κόκκινα Παπούτσια

Σκηνοθεσία Μάικλ Πάουελ

Έμερικ Πρέσμπεργκερ

Παραγωγή Μάικλ Πάουελ

Έμερικ Πρέσμπεργκερ

Σενάριο Μάικλ Πάουελ

Έμερικ Πρέσμπεργκερ

Κιθ Γουίντερ

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (Παραμύθι)

Πρωταγωνιστές Μόιρα Σίρερ

Άντον Γουόλμπροκ

Μάριους Γκόρινγκ

Μουσική Μπράιαν Ίσντεϊλ

Φωτογραφία Τζακ Κάρντιφ

Μοντάζ Reginald Mills

Εταιρεία παραγωγής Pinewood Studios

Πρώτη προβολή 6/9/1948

22/10 1948

Κυκλοφορία 1948

Διάρκεια 133 λεπτά

Προέλευση Ηνωμένο Βασίλειο

Γλώσσα Aγγλικά

Τα Κόκκινα Παπούτσια (αγγλικά The Red Shoes) είναι ταινία μιούζικαλ, παραγωγής 1948 σε σκηνοθεσία του διδύμου Μάικλ Πάουελ και Έμερικ Πρέσμπεργκερ. Το κινηματογραφικό δίδυμο Πάουελ και Πρέσμπεργκερ που ανέλαβαν τη σκηνοθεσία ήταν επίσης παραγωγοί και σεναριογράφοι της ταινίας. Το σενάριο είναι βασισμένο στο ομώνυμο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι οι Μόιρα Σίρερ, Άντον Γουόλμπροκ και Μάριους Γκόρινγκ, που πλαισιώνονται από μεγάλα ονόματα του χώρου του μπαλέτου, όπως η Λουντμίλα Τσερίνα, ο Λεονίντ Μασίν και ο Ρόμπερτ Χέλπμαν που κάνουν σύντομα περάσματα. Η μουσικοχορευτική πανδαισία που χαρακτηρίζει την ταινία (σε πρωτότυπες συνθέσεις του Μπράιαν Ίσντεϊλ), σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη χρήση του τεχνικόλορ από τον διευθυντή φωτογραφίας Τζακ Κάρντιφ συντέλεσαν ώστε η ταινία να καταταγεί ως ένα από τα αριστουργήματα της έβδομης τέχνης. Οι σκηνοθέτες Μάρτιν Σκορσέζε και Μπράιαν Ντε Πάλμα την έχουν κατατάξει στη λίστα με τις αγαπημένες τους ταινίες.

Υπόθεση

Υπό την αυταρχική επιρροή του χαρισματικού ιμπρεσάριου του μπαλέτου, Μπόρις Λέρμοντοφ (Άντον Γουόμπρουκ), οι προστατευόμενές του καταφέρνουν να αξιοποιήσουν το ταλέντο τους στο μέγισθο, πληρώνοντας όμως το τίμημα, της υποταγής τους στην τέχνη τους, αλλά και στον ίδιο τον μέντορά τους. Η Βικτόρια «Βίκι» Πέιτζ (Μόιρα Σίρερ), έχει τεράστιο ταλέντο και είναι γεννημένη για να πετύχει, αλλά δυσαρεστεί τον Λεμοντόβ όταν ερωτεύεται τον συνθέτη Τζούλιαν Κράστερ (Μάριους Γκόρινγκ) που έχει γράψει τη μουσική για το επόμενο μπαλέτο στο οποίο πρόκειται να εμφανιστεί η όμορφη μπαλαρίνα, με τίτλο Τα Κόκκινα Παπούτσια, το οποίο έχει ως σκοπό του να επιδείξει το ταλέντο της. Ο Λερμοντόβ ζηλεύει και απολύει τον Κράστερ, ωθώντας παράλληλα και την Βικτόρια στο να αφήσει το θίασό του. Ένα χρόνο αργότερα η Βικτόρια έχει παντρευτεί τον Κράστερ και ο Λερμοντόβ της προτείνει ξανά τη θέση της κύριας μπαλαρίνας στο θίασο. Η κοπέλα διχάζεται ανάμεσα στην αγάπη της για το χορό και σε εκείνην για το σύζυγό της και η απόφασή της πρόκειται να έχει ως κατάληξη το θάνατο.

Πληροφορίες παραγωγής

Ο Έμερικ Πρέσμπεργκερ έγραψε το σενάριο της ταινίας το 1937, ώστε η σύζυγος του παραγωγού Αλεξάντερ Κόρντα, Μερλ Όμπερον, να αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αφού τα χρόνια πέρασαν χωρίς να γυριστεί η ταινία ο Πρέσμπεργκερ σε συνεργασία με τον Πάουελ ξανάγραψε το σενάριο, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο χορό. Το δίδυμο που έκανε και την παραγωγή της ταινίας αποφάσισε να χρησιμοποιήσει χορευτές αντί για ηθοποιούς που ήξεραν να χορεύουν στοιχειωδώς. Για να αποδώσουν την αίσθηση και το κλίμα που επικρατεί στα παρασκήνια ενός θεατρικού θιάσου, δημιούργησαν τη δική τους σχολή χορού χρησιμοποιώντας χορευτές από τη Βασιλική Ακαδημία Μπαλέτου. Οι κύριοι χορευτές ήταν ο Ρόμπερτ Χέλπμαν (που έκανε τις χορογραφίες), η Λουντμίλα Τσερίνα και η Μόιρα Σίρερ.

Οι Πάουελ και Πρέσμπεργκερ δυσκολεύτηκαν πολύ στο να βρουν το κατάλληλο άτομο για το ρόλο της Βίκι Πέιτζ. Ήθελαν μια μπαλαρίνα που να μπορεί να χορεύει και να είναι υπερβολικά όμορφη. Ενθουσιάστηκαν λοιπόν όταν ανακάλυψαν την Μόιρα Σίρερ, που ήταν δεύτερη μετά τη Μαργκό Φοντέιν στο φημισμένο «Sadler’s Wells Ballet», αλλά η κοπέλα δε δεχόταν την πρόταση. Χρειάστηκε ένας χρόνος για να την μεταπέισουν, στη διάρκεια του οποίου αναλογίστηκαν να δώσουν το ρόλο της μπαλαρίνας στις ηθοποιούς Αν Τοντ, ή Χέιζελ Κορτ. Η χορεύτρια έγραψε χρόνια αργότερα στην αυτοβιογραφία της ότι τα γυρίσματα της ταινίας ήταν βασανιστικά για εκείνην και ότι ο Μάικλ Πάουελ ήταν απόμακρος σαν σκηνοθέτης και δεν της έδινε τις κατάλληλες υποδείξεις.

Ο Λερμοντόβ, χαρακτήρας που ενσαρκώνει ο Άντον Γουόλμπρουκ, θεωρούταν βασισμένος σε εκείνον του θρυλικού ιμπρεσαρίου Σεργκέι Παύλοβιτς Ντιαγκίλεφ, ο οποίος βρισκόταν πίσω από τον διάσημο χορευτή Βασλάβ Νιζίνσκι. Όταν ο Ντιαγκίλεφ έμαθε ότι ο Νιζίνσκι παντρεύτηκε την πρώτη του μπαλαρίνα Ρομόλα ντε Πούλτσκι τους απέλυσε και τους δυο από το θίασό του. Ανάλογα και στην ταινία ο Λερμοντόβ απολύει χορευτές οι οποίοι ερωτεύονται μεταξύ τους.

Το μπαλέτο «Τα Κόκκινα Παπούτσια» το οποίο η Βίκι, ηρωίδα της ταινίας την οποία ερμηνεύει η Μόιρα Σίρερ, ακολουθεί την πλοκή του παραμυθιού του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν: Μια νεαρή κοπέλα βλέπει ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια στη βιτρίνα ενός μαγαζιού τα οποία έχει φτιάξει ένας δαιμόνιος υποδηματοποιός. Τα φοράει και αρχίζει να χορεύει με το αγόρι της. Πηγαίνουν σε ένα πάρτυ καρναβαλιού, όπου ξεχνάει το αγόρι της και αρχίζει να χορεύει με οποιονδήποτε εμφανίζεται μπροστά της. Το αγόρι της φεύγει και η μόνη του ανάμνηση είναι η εικόνα του πάνω σε ένα κομμάτι σελοφάν. Προσπαθεί να επιστρέψει στο σπίτι της και στη μητέρα της, αλλά τα κόκκινα παπούτσια την κάνουν να συνεχίζει να χορεύει εφόσον βρίσκονται υπό τον έλεγχο του σατανικού υποδηματοποιού. Η κοπέλα συνεχίζει να χορεύει σε μια φανταστική χώρα όπου είναι δύσκολο κανείς να ξεχωρίσει το αληθινό από το ψεύτικο. Εξαντλημένη από το χορό και ετοιμοθάνατη η κοπέλα φτάνει σε μια εκκλησία, στην οποία γίνεται μια κηδεία. Όταν περνάει από μπροστά της η νεκρώσιμη ακολουθία, η κοπέλα ζητάει από τον ιερέα να της βγάλει τα Κόκκινα Παπούτσια από τα πόδια της. Η κοπέλα πεθαίνει και ο υποδηματοποιός παίρνει τα παπούτσια του για να τα προσφέρει στο επόμενό του θύμα.

Η χορογραφία του μπαλέτου έγινε από τον Ρόμπερτ Χέλπμαν που εμφανίζεται στην ταινία στο ρόλο του κεντρικού χορευτή του θιάσου του Λερμοντόβ.

Υποδοχή

Η ταινία έλαβε θετικές κριτικές, (αν και υπήρξαν και επικριτές από το χώρο του μπαλέτου) και αποτέλεσε για πολλά χρόνια την πιο επιτυχημένη Βρετανική ταινία στο Αμερικανικό Box-Office. Στην Αγγλία όμως δεν έκανε επιτυχία αμέσως μετά την πρώτη της προβολή, εφόσον η εταιρία Rank που εκανε την παραγωγή είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα μετά την αποτυχία της ταινίας Καίσαρ και Κλεοπάτρα (Caesar and Cleopatra) το 1945. Επίσης οι δανειστές δεν κατάλαβαν την καλλιτεχνική αξία της ταινίας. Παρόλα αυτά ήταν η 6η πιο επιτυχημένη ταινία στο βρετανικό box-office το 1948. Στην Αμερική τη διανομή της ταινίας ανέλαβε η Universal.

Η ταινία έλαβε 5 υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας (χάνοντας από τον Άμλετ (Hamlet) του Λόρενς Ολίβιε) και κερδίζοντας στο τέλος δυο (Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης και Μουσικής Επιμέλειας).

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση:

Καλλιτεχνικής διεύθυνσης (σκηνικών) σε έγχρωμη ταινία Χάιν Χέκροθ & Άρθουρ Λόσον

Μουσικής Επένδυσης – Μπράιαν Ίσντεϊλ

Υποψηφιότητα:

Καλύτερης Ταινίας Μάικλ Πάουελ & Έμερικ Πρέσμπεργκερ

Διασκευασμένου Σεναρίου – Έμερικ Πρέσμπεργκερ

Μοντάζ – Ρέτζιναλντ Μιλς

Επιρροές

Η ταινία αποτέλεσε βασική επιρροή στη δημιουργία της ταινίας Ένας Αμερικανός στο Παρίσι (An American In Paris, 1951). Ο Τζιν Κέλι ήθελε να χρησιμοποιήσει σκηνές με μπαλέτο και κατάφερε να πείσει τους παραγωγούς να του το επιτρέψουν βάζοντάς τους να δουν Τα Κόκκινα Παπούτσια.

Διαχρονικότητα

Η ταινία έλαβε την 9η θέση στη λίστα με τις καλύτερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών.

https://el.wikipedia.org/

Τα κόκκινα παπούτσια THE RED SHOES ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Δραματική ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 1948 ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: ΜΕΓ. ΒΡΕΤΤΑΝΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 135 ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡ. Σκηνοθεσία: Μάικλ Πάουελ, Έμερικ Πρεσμπέργκερ Πρωταγωνιστούν: Μάριους Γκέρινγκ, Μόιρα Σίρερ Πεθαίνοντας για την Τέχνη. Σπουδαίο, παραμυθένιο, βαθύ σινεμά. Δυο Όσκαρ το 1948!

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ 22.7.2010 [5/5]

Ο αυταρχικός ιμπρεσάριος Μπόρις Λερμοντόφ του ομώνυμου θιάσου απαιτεί από τους συνεργάτες του απόλυτη αφοσίωση στην τέχνη τους αλλά και σε αυτόν τον ίδιο. Κάτω από αυτή την αυστηρή καθοδήγηση, η νεαρή αριστοκρατικής καταγωγής μπαλαρίνα Βίκυ Πέιτζ βρίσκεται με την πρώτη της μόλις πρωταγωνιστική εμφάνιση να γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Χορεύει τον κεντρικό ρόλο στην παράσταση -μεταφορά του παραμυθιού του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν Τα κόκκινα παπούτσια, με την οποία τα Μπαλέτα Λερμοντόφ κάνουν μια εξαιρετικά επιτυχημένη πρεμιέρα στο Μόντε Κάρλο. Υπό τη μέθη της επιτυχίας και του ειδυλλιακού τοπίου, η Βίκυ ερωτεύεται τον Τζούλιαν, τον νεαρό συνθέτη της μουσικής στα Κόκκινα Παπούτσια. Όταν ο Λερμοντόφ πληροφορείται τη σχέση των δύο νέων, εξοργίζεται και τους απομακρύνει από τον θίασο, ματαιώνοντας όλες τις παραστάσεις . Η Βίκυ με τον Τζούλιαν επιστρέφουν στο Λονδίνο όπου παντρεύονται και ο Τζούλιαν συνεχίζει να ασχολείται με επιτυχία με τη σύνθεση, αντλώντας έμπνευση από τον έρωτά τους. Όμως, η καριέρα της Βίκυ δεν θα έχει ανάλογη συνέχεια. Με τον καιρό αισθάνεται όλο και περισσότερο διχασμένη ανάμεσα στους όρους που της έχει θέσει ο Λερμοντόφ για να τη δεχτεί πάλι κοντά του και στον έρωτά της για τον Τζούλιαν. Τεχνίτες που επηρέασαν όλους τους μεγάλους σύγχρονους Αμερικανούς σκηνοθέτες, ο Βρετανός Πάουελ και ο Ούγγρος Πρεσμπέργκερ (που ωστόσο είχε ιδιαίτερο ταλέντο στη χρήση της αγγλικής γλώσσας), γνωστοί και ως Τοξότες (Archers), κάνουν μια εκπληκτική αλληγορία της φαουστικής ανταλλαγής της Τέχνης με τον Έρωτα. Τα Κόκκινα Παπούτσια δεν είναι η πρόφαση για ένα μπαλέτο, αλλά ένα έξοχα και εντελώς κινηματογραφικά φιλμαρισμένο μπαλέτο που συνέθεσε ο Μπράιαν Ίσντεϊλ για μια μεγάλη σεκάνς της ταινίας, που αποτελεί την πρόφαση και κυρίως το επίκεντρο για έναν πολλαπλό έρωτα: ο ιμπρεσάριος είναι ερωτευμένος με το εγώ του, την αισθητική ως Υψηλή Ιδέα, την αφοσίωση στην Τέχνη, την τελειότητα. Η Βίκυ είναι ερωτευμένη με την προσοχή που της δείχνουν, τον Τζούλιαν και, χωρίς να το υποψιάζεται, με τον Χορό. Ο Τζούλιαν είναι ερωτευμένος με την Έμπνευση: η μούσα τον επισκέπτεται όταν η αγάπη του για μια γυναίκα πυροδοτεί το ταλέντο του. Όλες οι πτυχές καταγράφονται, από τη ρομαντική αθωότητα μέχρι την ηφαιστειώδη οργή του Λερμοντόφ, ενός χαρακτήρα που φωτογραφίζει τον Ντιαγκίλεφ, δημιουργό των Ρώσικων Μπαλέτων και μέντορα/καταστροφέα του Νιζίνσκι. Φυσικά, είναι και ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας, ειδικά όπως τον ενσαρκώνει ο τρομερός Άντον Γουόλμπροκ. Ακόμη κι αν όλα αυτά τα υπαινικτικά και θεωρητικά είναι αρκετά, δεν πιάνουν μπάζα μπροστά στην εκρηκτική φαντασμαγορία της ταινίας, την πρωτόγνωρη και έκτοτε ανεπανάληπτη παλέτα χρωμάτων (και συναισθημάτων) που ξόρκισε τη μιζέρια και τον θάνατο του πολέμου που μόλις είχε τελειώσει – ο Κάρντιφ στη διεύθυνση φωτογραφίας. Η ταινία είναι ένα από τα θαύματα που δεν ξέρει κανείς πώς γίνονται και που ο θεατής τα νιώθει μόνο όταν τα δει. Ο Πάουελ πάντα ήλπιζε σε μια μαγεία στις ταινίες που γύριζε με τον συν-οραματιστή του. Εδώ τα κατάφερε χωρίς αμφιβολία. Αλλά και ο Μαύρος Νάρκισσος; Και ο Πλιμπ; Δεν είναι αριστουργήματα; Πηγή: www.lifo.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: