Κώστας Γαβράς Αυτοβιογραφία- «Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας» Εκδόσεις Gutenberg || Τι Γράφτηκε για το Βιβλίο

Η συναρπαστική διαδρομή του Κώστα Γαβρά, όπως αποτυπώνεται στην αυτοβιογραφία του «Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας»: κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τον Gutenberg ένα ογκώδες πόνημα που αγκαλιάζει κορυφαίες στιγμές και σημαδιακές φυσιογνωμίες των τελευταίων εξήντα χρόνων .

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους 2019-2020 (και με κινητό, tablet, mirrorless ή GOPRO  κάμερες)

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2019-2020 || Ξεκίνησαν οι εγγραφές

[έναρξη πολύ σύντομα της Λέσχης Ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι -Σεμινάρια Κινηματογράφου στο Σχολείο του Σινεμά από Σεπτέμβριο 2019 [1. Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου (και για τάμπλετ & κινητά), 2. Δημιουργίας (& Ιστορίας) Ντοκιμαντέρ 3. Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου, 4 .Συγγραφής Σεναρίου, 5. Κινηματογραφικής Υποκριτικής «ΚΑΝΤΟ ΟΠΩΣ Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ» (& Σκηνοθεσίας), 6. Μοντάζ (adobe premiere και Avid)- Πληροφορίες στα τηλέφωνα 2130 159 816, 6944143564) και στο e-mail : schoolofcinemagr@gmail.com] .

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ 21.10.2018

Γάλλος υπήκοος πάνω από μισό αιώνα, ο Κώστας Γαβράς έχει δεχτεί από την Ελλάδα διάφορες προτάσεις για αξιώματα – διευθυντής του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, πρόεδρος του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, υπουργός Πολιτισμού… Τις περισσότερες τις αρνήθηκε χωρίς πολλούς ενδοιασμούς. Εκείνη, πάντως, που τον αναστάτωσε όσο καμία άλλη, αφήνοντάς τον άγρυπνο κάμποσα μερόνυχτα, ήταν αυτή που δέχτηκε το καλοκαίρι του 2014. Το τι ακριβώς συνέβη το εξηγεί χαρτί και καλαμάρι στις τελευταίες σελίδες της αυτοβιογραφίας του (κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τον Gutenberg). «Κατά τα τέλη Ιουλίου», γράφει, «η γυναίκα του φίλου μου και μεγάλου τραγουδιστή Γιώργου Νταλάρα, η Άννα, μου τηλεφωνεί για να μου ζητήσει να συναντήσω έναν φίλο τους, ο οποίος είχε να μου κάνει μία «σημαντική, πάρα πολύ σημαντική πρόταση». Η φωνή της Άννας είχε ένα παράξενο, συγκινημένο τρεμούλιασμα, σαν να ήξερε την πρόταση, χωρίς όμως να μπορεί να την αποκαλύψει. Ύστερα από δύο ημέρες ο «φίλος» κατέφθασε με δύο μπουκάλια από το καλύτερο ούζο (…). Στο Ίντερνετ είχα μελετήσει το βιογραφικό του: υπουργός της παρούσας συμμαχικής κυβέρνησης της δεξιάς με τους σοσιαλιστές, πολλές φορές υπουργός στις προηγούμενες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις. Οι εξτρεμιστές είχαν επιχειρήσει πολλές φορές να τον σκοτώσουν. Ο υπουργός, ο άνθρωπος, στεκόταν απέναντί μου. Επί σχεδόν μισή ώρα μού έκανε μια πλήρη ανάλυση, βαθιά απαισιόδοξη, της κατάστασης στην Ελλάδα (…) Είχε την άποψη ότι ο δεξιός πρωθυπουργός, ο Σαμαράς, ήταν ένας καλός διαχειριστής χωρίς κάτι παραπάνω, ότι ο σοσιαλιστής αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο Βενιζέλος, ήταν σκέτη καταστροφή και ότι ο Τσίπρας ήταν καλός, αλλά η ομάδα του ήταν διασπασμένη και η μισή παρέμενε βαθύτατα εχθρική προς την Ευρώπη… Αναρωτιόμουν πού το πήγαινε. «Μόνο ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να δώσει μια νέα ώθηση, μια νέα ορμή, μια νέα ελπίδα για να αλλάξει η χώρα». «Όχι κι αυτό πια!» είπα μέσα μου»… Μια ζωή στρατευμένος στο αίτημα για ελευθερία και έτοιμος να καταγγείλει κάθε εκτροπή προς τον ολοκληρωτισμό, ο σκηνοθέτης που δημιούργησε ένα καινούργιο κινηματογραφικό είδος, το πολιτικό θρίλερ, θέτοντας τις χολιγουντιανές φόρμες στην υπηρεσία της αμφισβήτησης και της αντίστασης, ακόμα και σήμερα, ενστικτωδώς, αντιμετωπίζει τους άλλους με «φιλοφροσύνη». Παρότι η σύζυγός του όχι μόνο δεν ενθουσιάστηκε αλλά τον απείλησε ότι δεν πρόκειται να τον ακολουθήσει, ο Κώστας Γαβράς, κολακευμένος, φλέρταρε σοβαρά με την ιδέα να παίξει προς το τέλος της ζωής του έναν σημαντικό ρόλο στη χώρα από την οποία κατάγεται. Έναν μήνα αργότερα, εντούτοις, τον Αύγουστο του 2014, έχει πια αντιληφθεί τι ακριβώς διακυβευόταν: «Η κυβέρνηση αναζητούσε μια συναινετική προσωπικότητα, η οποία θα μπορούσε να συσπειρώσει γύρω από το όνομά της τα δύο τρίτα των βουλευτών. Τα κίνητρα, ο ζήλος του υπουργού, του επαίτη επισκέπτη μου, δεν είχαν παρά μόνο έναν στόχο: έψαχναν για έναν μισθοφόρο, έναν πυροσβέστη που θα απέτρεπε την προαναγγελθείσα καταστροφή, την επικείμενη νίκη του Τσίπρα στις εκλογές. Αποφάσισα να κόψω κάθε επαφή…». 

Με τίτλο δανεισμένο από μια φράση του Καζαντζάκη («Πήγαινε εκεί που δεν μπορείς να πας»), ογκώδης (κοντά στις πεντακόσιες σελίδες), διαρθρωμένη γύρω από τις ταινίες του (με τη σειρά που αυτές γυρίστηκαν) και πλημμυρισμένη στα κύρια ονόματα (συγγραφέων, ηθοποιών, κινηματογραφιστών, πολιτικών), η αυτοβιογραφία του Γαβρά αγκαλιάζει κορυφαίες στιγμές και σημαδιακές φυσιογνωμίες των τελευταίων εξήντα χρόνων, μιλά για θριάμβους, για αποτυχίες, για σχέδια που ναυάγησαν αλλά και για προτάσεις που απορρίφθηκαν, και αναδεικνύει τη συναρπαστική διαδρομή ενός ανθρώπου ο οποίος δεν ξέχασε ποτέ από πού ήρθε και δεν ξιπάστηκε ποτέ με όσα κατάφερε.  Μια ζωή στρατευμένος στο αίτημα για ελευθερία και έτοιμος να καταγγείλει κάθε εκτροπή προς τον ολοκληρωτισμό, ο σκηνοθέτης που δημιούργησε ένα καινούργιο κινηματογραφικό είδος, το πολιτικό θρίλερ, θέτοντας τις χολιγουντιανές φόρμες στην υπηρεσία της αμφισβήτησης και της αντίστασης, ακόμα και σήμερα, ενστικτωδώς, αντιμετωπίζει τους άλλους με «φιλοφροσύνη». Όπως παραδέχεται, τα πρώτα του χρόνια στη Γαλλία κούναγε το κεφάλι και χαμογελούσε στους συνομιλητές του σαν να συμφωνούσε μαζί τους, για να φανεί ευχάριστος. Όσο κι αν δυσφορούσε, παρέμενε δέσμιος «μιας σχολικής, θρησκευτικής και κοινωνικής εκπαίδευσης γεμάτης από φόβους και υποταγές». Γρήγορα ανακάλυψε ότι οι Γάλλοι συνομήλικοί του συνήθιζαν να κρατούν μια στάση ίσου προς ίσον, όρθωναν ανάστημα. «Αργότερα είδα και τα παιδιά μου να το κάνουν, κι αυτό με γέμισε χαρά. Ενώ εγώ, για να το πετύχω, πρέπει να κάνω προσπάθεια». Η αυτοβιογραφία του Γαβρά ξεκινά με την έλευσή του στο Παρίσι, τον Οκτώβριο του ’55, στα 22 του. Για ένα παιδί κυνηγημένου αριστερού, χωρίς πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, το να εγκαταλείψει τη μετεμφυλιακή Ελλάδα «δεν σήμαινε «έναν μικρό θάνατο» αλλά το να ξαναγεννηθείς». Σήμαινε «να ξεφύγεις από τη μιζέρια, όχι την οικονομική μιζέρια, που το πολύ πολύ τη συνηθίζεις, αλλά την άλλη, αυτή στην οποία κάθε ελπίδα για μελλοντικά σχέδια είναι αδιανόητη. Το να φύγεις ήταν να πας προς το φως». Στα γυρίσματα του Ζ στην Αλγερία. Στα γυρίσματα του Ζ στην Αλγερία. Πιτσιρικάς, στο χωριό, έβοσκε πρόβατα. Νεαρός, στην Αθήνα, πριν ενταχθεί στο χορευτικό συγκρότημα της Δόρας Στράτου, δούλευε ως παιδί για όλες τις δουλειές. Σε ένα από τα πολλά φλασμπάκ που διανθίζουν την αφήγησή του μαθαίνουμε πως είχε επιχειρήσει να καταταγεί στη Λεγεώνα των Ξένων, αλλά λόγω ηλικίας δεν τα κατάφερε. Να τος όμως τώρα, φοιτητής στη Σορβόννη, να διασχίζει τους «μαιάνδρους και τα εκκωφαντικά σοκάκια» της ξένης γλώσσας, να εισχωρεί «στον γαλαξία των λέξεων που, διαδεχόμενες η μία την άλλη, διηγούνται τη ζωή, τους άντρες, τις γυναίκες, που προκαλούν το γέλιο ή το κλάμα, το πέταγμα ή το γκρέμισμα, που εν τέλει σου επιτρέπουν να πας εκεί που είναι αδύνατον να πας». Μια διαδικασία που του προκαλούσε, όπως γράφει, «μεταφυσική ανησυχία όσο και μια διαρκώς ανανεούμενη ικανοποίηση». Η IDHEC στην οποία φοίτησε ο Κώστας Γαβράς Παράλληλα με τις φιλολογικές σπουδές του παρακολουθεί τις προβολές στη Σινεματέκ, τις οποίες προλογίζει ο Ανρί Λανγκλουά. Εκεί μαθαίνει για την ύπαρξη της περίφημης IDHEC και αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του. Η εργασία του –μια πεντασέλιδη έκθεση για την αρχαία τραγωδία‒ και οι ειλικρινείς απαντήσεις του στη συνέντευξη που ακολούθησε τού εξασφαλίζουν πρόσβαση σ’ ένα περιβάλλον «μεθυστικό». Η διετής φοίτησή του στη σχολή έχει «πρωτόγνωρη πυκνότητα». Βασικά, σπουδάζει σκηνοθεσία, αλλά παρακολουθεί κι άλλα μαθήματα ‒μοντάζ, καδράρισμα, ήχο, σκηνογραφία, φωτογραφία, εμφάνιση, εκτύπωση του φιλμ‒, ό,τι απαιτείται για να δημιουργηθεί ένα σύμπαν εκ του μηδενός. «Ήδη από την ανάλυση των πρώτων φιλμ που κάναμε είχα καταλάβει ότι με το γράψιμο ενός σεναρίου έπρεπε να σκεφτείς παράλληλα και το μοντάζ». Ώσπου ν’ αποφοιτήσει, το ’59, και να πιάσει δουλειά ως βοηθός βοηθού σκηνοθέτη, έχει αντιληφθεί επίσης ότι η «σκηνοθεσία δεν διδάσκεται». Το πιστεύει και σήμερα: «Η σκηνοθεσία είναι μια υπόθεση αποκλειστικά προσωπικού οράματος, επιδεξιότητας και, ιδιαίτερα, ταλέντου». Με τον Υβ Μοντάν στις Κάννες το 1969. Με τον Υβ Μοντάν στις Κάννες το 1969. Καθώς ο Γαβράς ανακαλεί τα χρόνια που πρωταρχικό του μέλημα ήταν η επιβίωση και η προοπτική να υπογράφει τις δικές του ταινίες έμοιαζε ουτοπική –«στη Γαλλία η συντριπτική πλειονότητα των σκηνοθετών προερχόταν από τη μεγαλοαστική τάξη»‒, παίρνουμε για γερή γεύση της πολιτικής και καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο Παρίσι και γινόμαστε κοινωνοί όσων διδάχτηκε ο ίδιος πλάι σε σπουδαίους κινηματογραφιστές, όπως ο Ρενέ Κλεμάν, ο Ανρί Βερνέιγ, ο Κρις Μαρκέρ, ο Ρενέ Κλερ. Έτσι εξηγείται και η αμφιθυμία του απέναντι στο Νέο Κύμα, αυτήν «τη φωτιά που την τροφοδοτούσε η όρεξη της ανανέωσης» αλλά και μια «διάθεση κατεδάφισης», και ένας «αισθητικός φανατισμός». Ακόμα πιο αποφασιστικές αποδείχτηκαν οι συναντήσεις του με τη Σιμόν Σινιορέ, τον Ιβ Μοντάν, τον Χόρχε Σεμπρούν, καθώς και με τη μετέπειτα σύζυγό του Μισέλ Ρέι. Μια γυναίκα που ερωτεύτηκε με πάθος και την οποία εξακολουθεί να θαυμάζει για την αποστασιοποίησή της από τη φήμη και την εξουσία – «τις αντιμετωπίζει με σεβασμό, αλλά χωρίς αποδοχή ή δουλικότητα». Όσο μεγάλο ήταν το σοκ που δέχτηκε ο Γαβράς με τον πρώτο μισθό του ως βοηθού σκηνοθέτη («ποτέ στο εξής δεν ξανααισθάνθηκα τόσο πλούσιος») άλλο τόσο ήταν όταν άκουσε την –ήδη βραβευμένη με Όσκαρ Σινιορέ να τον προτρέπει να της απευθύνεται με το μικρό της όνομα («Ευχαρίστως Σιμόν» απάντησε, νιώθοντας την ίδια στιγμή «λίγο βλαχαδερό»). Θυμάται ακόμα τη δική της απάντηση όταν της έδωσε να διαβάσει το πρώτο του σενάριο για το «Διαμέρισμα Δολοφόνων»: «Δεν είναι, βέβαια, το «Θωρηκτό Ποτέμκιν», αλλά είναι μια ταινία που μπορεί να γίνει αν σκέφτεσαι ότι μπορείς να τη σκηνοθετήσεις τόσο καλά όσο την έγραψες». Αρχικά, το πολύβουο περιβάλλον της Σινιορέ και του Μοντάν «απείχε μίλια μακριά απ’ ό,τι μου ήταν οικείο». Στα μάτια του, το πιο μυστηριώδες πρόσωπο από τους συνδαιτυμόνες στο εξοχικό τους στο Οτέιγ «ήταν ο Χόρχε». Όταν, όμως, η συζήτηση πέρναγε στην πολιτική του Ντε Γκολ ή στις σχέσεις του γαλλικού Κ.Κ. με τη Σοβιετική Ένωση, οι σύντομες επεμβάσεις του Σεμπρούν «ήταν λαμπερές και πεντακάθαρες, χωρίς πάθος ή υπερβολές στην κριτική τους». % buffered 00:00 -04:41 Ζ (1969) Μέσα απ’ αυτό το περιβάλλον αναδύθηκαν ταινίες όπως το «Ζ», η «Ομολογία», η «Κατάσταση Πολιορκίας» και το «Ειδικό Δικαστήριο», εκτινάσσοντας την καριέρα του Γαβρά στα ύψη, επιτρέποντάς του να ταξιδέψει σε όλο τον πλανήτη και ανοίγοντάς του δρόμο για το Χόλιγουντ. Ο ίδιος, βλέποντας από μέσα πώς λειτουργούν τα μεγάλα αμερικανικά στούντιο, φρόντισε να μην αλυσοδεθεί πάνω τους. Πάντως, όσο πολύτιμο υπήρξε γι’ αυτόν το μάθημα του Ρενέ Κλεμάν στο να εμπνέει στους συνεργάτες του συνενοχή κι εμπιστοσύνη άλλο τόσο απελευθερωτική ήταν και η συμβουλή που του έδωσε ο Αμερικανός παραγωγός Έντι Λούις: «Για να κάνεις την ταινία σου, πάρε το χρόνο σου. Αν πετύχει, θα σε κάνουν ήρωα. Αν δεν πετύχει, είτε έχεις τηρήσει τον προϋπολογισμό και το πρόγραμμα εργασίας είτε όχι, θα σε απολύσουν». Πώς γυρίστηκε το «Ζ» που κανείς δεν ήθελε να χρηματοδοτήσει; Πώς ο Γαβράς συνέχισε σταθερά να εκτοξεύει τα βέλη του προς κάθε κατεύθυνση, θίγοντας από τις σταλινικές δίκες στην Πράγα μέχρι την ανάμειξη της CIA στα πραξικοπήματα της Λατινικής Αμερικής, από το παλαιστινιακό ζήτημα ως τον ρόλο της καθολικής Εκκλησίας στον αφανισμό των Εβραίων, από την άνοδο της ακροδεξιάς ή την έκρηξη του μεταναστευτικού ως τον κυνισμό του πιο άγριου καπιταλισμού; Τι αποκόμισε περιδιαβαίνοντας τη Χιλή με τον Πρόεδρο Αλιέντε ή διδάσκοντας σενάριο στην Κούβα μαζί με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες; Γιατί αρνήθηκε να σκηνοθετήσει τον «Νονό»; Γιατί έστρεψε την πλάτη στον Σολζενίτσιν; Πώς επέβαλε τον Τζακ Λέμον για πρωταγωνιστή σε δραματικό ρόλο; Πώς και δεν γύρισε το βιβλίο της Φαλάτσι για τον Παναγούλη ή μια ταινία με τον Γκίμπσον για την υπόθεση Πολκ;  Γιατί ματαιώθηκε η συνεργασία του με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ; Πώς βίωσε ο ίδιος τον Μάη του ’68, την πτώση του Τείχους, το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους; Πώς σκιαγραφεί τον Κάστρο, τον Αραφάτ, τον Μιτεράν, τον Σαρκοζί, τον Τσίπρα; Ποια από τα «ναρκισσιστικά και ενθουσιώδη» πετάγματά του είδε να ξεφουσκώνουν «σαν σουφλέ»; Πόσες φορές είδε το ηθικό του να πέφτει, αλλά ξαναστάθηκε στα πόδια του; Το «Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας» δίνει σε όλα απαντήσεις, ωθώντας σε να ξαναδείς τον «Αγνοούμενο», το «Στίγμα της προδοσίας», το «Μουσικό Κουτί», το «Χάνα Κ», το «Αμήν», ταινίες που προκάλεσαν σκάνδαλο και αφύπνισαν συνειδήσεις, παραμένοντας μέχρι σήμερα αγέραστες. Η αυτοβιογραφία του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη ολοκληρώνεται μ’ ένα σχέδιό του που προκάλεσε τη χλεύη αρκετών συμπολιτών μας μόλις γνωστοποιήθηκε: να μεταφέρει στην οθόνη το «Ανίκητοι Ηττημένοι» του Βαρουφάκη, με την εμπειρία του τελευταίου ως υπουργού Οικονομικών από τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές. Διαβάζοντας τις σελίδες που προηγούνται, και ειδικά το κεφάλαιο με την εμπειρία του ίδιου του Γαβρά από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ‒στον αγώνα να μην καταντήσουν οι πνευματικές δημιουργίες σκέτα εμπορεύματα‒, αντιλαμβάνεται κανείς καλύτερα πώς προέκυψε μέσα του αυτή η επιθυμία. Σύμφωνα με τον ίδιο, από τότε που αποχώρησαν ο Ντελόρ και ο Πρόντι «η ιδέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έπαψε να παρακμάζει και να διαφθείρεται. Είναι ένας αξιοθρήνητος θεσμός με μια θριαμβεύουσα γραφειοκρατία, η οποία δρα με τρόπο αναίσχυντο και δικτατορικό». Στην αμείλικτη σύγκρουση ανάμεσα στους «Κυρίαρχους» και τους «Κυριαρχούμενους» το πρώτο εξάμηνο του 2015, ο Κώστας Γαβράς είδε να κρύβεται η πιθανότητα μιας ακόμα ταινίας. Τα ντοκουμέντα που έχει συγκεντρώσει γύρω από την «ευρω-ελληνική ζούγκλα» σχηματίζουν πλάι του ένα βουνό. Για να δούμε, θα καταφέρει να βγάλει κι αυτή την ταινία στο φως; 

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και μέσα επικοινωνίας στο Παρίσι. Εχει δουλέψει στην»Αυγή» και την «Ελευθεροτυπία», σε περιοδικά («Τέταρτο», «Αντί», » Σχολιαστής», «Μετρό», «ΜΕΝ», «Vogue» κα) και σε τηλεοπτικές εκπομπές («Βιβλιόραμα», «Αξιον Εστί», «Εχει γούστο», κ.α) καλύπτοντας κυρίως θέματα βιβλίου.

Πηγή: http://www.lifo.gr

Η μεγάλη περιπέτεια της ζωής του Κώστα Γαβρά (του Θανάση Αγάθου)

Του Θανάση Αγάθου (*)

Αληθινά εκθαμβωτική είναι η αυτοβιογραφία του Κώστα Γαβρά, που εκδόθηκε πριν από λίγους μήνες στη Γαλλία με τον τίτλο Va où il est impossible d’aller, και τώρα φτάνει και στο ελληνικό κοινό με τον τίτλο Αυτοβιογραφία. Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας, σε μια εξαιρετική μετάφραση του Ωρίωνος Αρκομάνη, με τη σφραγίδα της υψηλής ποιότητας των εκδόσεων Gutenberg, της τυπογραφικής τέχνης του Γιάννη Μαμάη και της φροντίδας του Βασίλη Βασιλικού, που παρακολούθησε την πορεία της ελληνικής έκδοσης.

Στις 500 περίπου σελίδες του βιβλίου κυλάει σαν μυθιστόρημα –ή, προτιμότερα, σαν κινηματογραφική ταινία– όλη η συναρπαστική περιπέτεια του βίου και του έργου του Κώστα Γαβρά, ο οποίος γεννιέται το 1933 στα Λουτρά Ηραίας, ένα χωριό της Αρκαδίας, μεταναστεύει στο Παρίσι το 1955 και μέσα σε μερικά χρόνια κατορθώνει να γίνει σημείο αναφοράς στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης, ο Γαβράς περιγράφει τα δύσκολα πρώτα χρόνια του στην Πόλη του Φωτός, όταν, παράλληλα με τις σπουδές του στην IDHEC (Ινστιτούτο Ανωτάτων Κινηματογραφικών Σπουδών), τη διαμονή στο «Ελληνικό Σπίτι» και τη σκληρή δουλειά στο φόρτωμα καφασιών για να εξασφαλίσει τον επιούσιο, ανακαλύπτει τις προβολές της «Σινεματέκ» με τις θρυλικές εισηγήσεις του Ανρί Λαγκλουά, τα μαθήματα του Ζιλ Ντελέζ, του Ζαν Μιτρύ και του Ζωρζ Σαντούλ στη Σορβόννη. Θυμίζοντας τον νεαρό Καζαντζάκη των αρχών του εικοστού αιώνα που παρακολουθεί με δέος τις διαλέξεις του Ανρί Μπερξόν και περνά ώρες μπροστά στα αριστουργήματα των παρισινών μουσείων, ο νεαρός Γαβράς της δεκαετίας του 1950 μυείται στα μυστήρια της γαλλικής γλώσσας («Το να διαβάζεις και να διαβάζεις κι άλλο, να μαθαίνεις μια γλώσσα, να μπαίνεις στους μαιάνδρους της, στα μυστικά της, στα εκκωφαντικά σοκάκια της, δημιουργούσε τόσο μια μεταφυσική ανησυχία όσο και μια διαρκώς ανανεούμενη ικανοποίηση», σ. 42), μελετά Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη και Μένανδρο στη Βιβλιοθήκη της Σορβόννης, γοητεύεται από τον Νταίηβιντ Γ. Γκρίφιθ, τον Άλφρεντ Χίτσκοκ και τον Ζαν Ρενουάρ, μαθαίνει όλες τις λεπτομέρειες για τις κινηματογραφικές μηχανές, τους φακούς, τα είδη των πλάνων και τη διεύθυνση των ηθοποιών και λαμβάνει το δίπλωμά του το 1959, πραγματοποιώντας, ως διπλωματική εργασία, την ταινία Οι αποτυχημένοι.

Αμέσως μετά, ο 26χρονος Έλληνας διαβαίνει τη μεγάλη πύλη του κινηματογράφου, πρώτα ως μαθητευόμενος (για την ακρίβεια, ως βοηθός του βοηθού σκηνοθέτη Κλωντ Πινοτώ, με τον οποίο θα συνδεθεί με μακρά φιλία) στην ταινία του Υβ Αλλεγκρέ Η φιλόδοξη, και ύστερα ως βοηθός σκηνοθέτη στη λαϊκή κωμωδία Ο Ρομπενσόν και το τρίκυκλο, στο αστυνομικό φιλμ του Ζακ Ναούμ Ο Άγιος σέρνει τον χορό, στην ταινία του Ζαν Ζιονό Ο Κροίσος (με πρωταγωνιστή τον πανίσχυρο Φερναντέλ), στην ταινία του εμβληματικού Ρενέ Κλαιρ Όλο το χρυσάφι του κόσμου, με πρωταγωνιστή τον Μπουρβίλ, στο γκαγκστερικό δράμα του Ανρί Βερνέιγ Ένας πίθηκος τον χειμώνα με τον Ζαν Γκαμπέν και τον Ζαν-Πωλ Μπελμοντό. Όλες αυτές οι ταινίες είναι «παραδοσιακές», «ακαδημαϊκές» παραγωγές υψηλού κόστους και εμπορικών προδιαγραφών, που κινούνται στον αντίποδα της «Νουβέλ Βαγκ», του Νέου Κύματος, που αρχίζει να επιβάλλεται με σκηνοθέτες περίπου συνομήλικους του Γαβρά, όπως ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, ο Φρανσουά Τρυφφώ, ο Κλωντ Σαμπρόλ, ο Αλαίν Ρεναί, ο Λουί Μαλ: «Αυτές οι ιεραρχικές σχέσεις, αυτή η οργάνωση των εργασιών και των οικονομικών της ταινίας, η καλύβα-γραφείο, τα γυρίσματα στο στούντιο, τα θέματα χωρίς υποκειμενισμό, μ’ άλλα λόγια ο ακαδημαϊσμός, ήταν όλα αυτά που το Νέο Κύμα έβριζε και απέρριπτε χωρίς αντίρρηση» (σ. 81). Ωστόσο, ο Γαβράς αναγνωρίζει ότι ο «ακαδημαϊσμός» των παλαιότερων παρήγαγε και σημαντικές ταινίες (σ. 81), ενώ από την ορμή της νέας γενιάς κρατά όχι τόσο το θεματικό της επίκεντρο, τον έρωτα, όσο «τον ρεαλισμό που πετύχαιναν να εισαγάγουν στη σκηνοθεσία και το σενάριό τους» (σ. 66).

Για μερικά χρόνια ακόμη ως βοηθός, ο Γαβράς θα κάνει μια σειρά από συναντήσεις που θα καθορίσουν την πορεία του: ο μεγάλος σκηνοθέτης Ρενέ Κλεμάν τον χρησιμοποιεί για το πολεμικό δράμα Η ημέρα και η ώρα (1962), όπου θα γνωρίσει τη Σιμόν Σινιορέ, η οποία θα τον εκπλήξει με την απλότητά της και θα εξελιχθεί σε επιστήθια φίλη του («Το ότι είπα με το μικρό της όνομα αυτή τη μεγάλη ηθοποιό, που είχε κερδίσει ένα Όσκαρ, ήταν το σοκ της ζωής μου. Αισθάνθηκα λίγο βλαχαδερό, αλλά ειλικρινές», σ. 91), ο σκηνοθέτης του «Νέου Κύματος» Ζακ Ντεμύ τον αγκαζάρει για το ερωτικό μελόδραμα Το λιμάνι των αγγέλων, με πρωταγωνίστρια τη Ζαν Μορώ, ο Μαρσέλ Οφύλς τον προσλαμβάνει ως βοηθό του στην αστυνομική κωμωδία Καυτό πεζοδρόμιο με τη Ζαν Μορώ και τον Ζαν-Πωλ Μπελμοντό, ο Ρενέ Κλεμάν τον θέλει ξανά για συνεργάτη του στην ταινία Τα αιλουροειδή, με τον Αλαίν Ντελόν και την Τζαίην Φόντα. Την ίδια περίοδο γνωρίζει τη γυναίκα που θα πρωταγωνιστήσει στη ζωή του, ένα μανεκέν της Σανέλ που ακούει στο όνομα Μισέλ Ραι («Όσο για μένα, βλέποντάς την να πλησιάζει, έκανα την πρώτη στιγμιαία εκτίμηση, σαν, λόγω συνήθειας, να έκανα κάστινγκ. Γενική εικόνα: τέλεια κομψότητα, στο ντύσιμο καμία απ’ αυτές τις μοντερνιές που διαρκούν μόνο μια σεζόν, πρόσωπο ενός κλασικού οβάλ, ωραία μάτια», σ. 107).

Ακριβώς τη στιγμή που ο πολύς Ανρί-Ζωρζ Κλουζό τον ζητά για τη φιλόδοξη ταινία του Η κόλαση (που δεν ολοκληρώνεται ποτέ), ο Γαβράς θα αποτολμήσει να γυρίσει την πρώτη του ταινία ως σκηνοθέτης, το αστυνομικό Διαμέρισμα δολοφόνων, με όλο το άγχος και την ανασφάλεια που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή («Αν έκανα ταινία και αποτύγχανε, σε τι κατάσταση θα βρισκόμουνα μετά; Είχα γνωρίσει σκηνοθέτες που η πρώτη τους ταινία δεν σημείωσε επιτυχία και εξαφανίστηκαν. Να επιστρέψω ως βοηθός, ούτε συζήτηση! Ποιος θα ήθελε έναν συνάδελφο για βοηθό; Και τι ξεφτίλα;»). Με την ενθάρρυνση της Σιμόν Σινιορέ και του Υβ Μοντάν, που δέχονται να παίξουν στην ταινία, ο Έλληνας σκηνοθέτης ξεκινά γυρίσματα, παρακολουθώντας καθημερινά το μοντάζ, το οποίο θεωρεί «ως την τελική γραφή μιας ταινίας» (σ. 131) και επινοώντας ένα θεαματικό φινάλε, με καταδιώξεις αυτοκινήτων. Στο σχετικό κεφάλαιο εντοπίζεται μια από τις πιο γλαφυρές και ειλικρινείς περιγραφές αναφορικά με τη δημιουργία μιας ταινίας (σ. 132). Το φιλμ θα αρέσει σε κοινό και κριτικούς, με αποτέλεσμα ο Γαβράς να περάσει στη δεύτερη σκηνοθετική εργασία του, το Μακί, τα λιοντάρια της κολάσεως, ένα αντιστασιακό δράμα με αμερικανική χρηματοδότηση και συμμετοχή βετεράνων και νεότερων Γάλλων ηθοποιών (Σαρλ Βανέλ, Ζαν-Κλωντ Μπριαλύ, Μισέλ Πικολί, Ζακ Περέν, Κλωντ Μπρασέρ), που δεν θα σημειώσει την αναμενόμενη εμπορική επιτυχία, αλλά θα δώσει την ευκαιρία στον σκηνοθέτη να εντρυφήσει στις ηρωικές πράξεις των Γάλλων κομμουνιστών αντιστασιακών και να ανακαλέσει προσωπικές μνήμες από τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής στην Πελοπόννησο.

Η ταινία που θα βάλει θριαμβευτικά τον Κώστα Γαβρά στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη είναι, βεβαίως, το θρυλικό Ζ. Ο σκηνοθέτης ανακαλύπτει το μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού στο αεροπλάνο της επιστροφής από την Αθήνα (την οποία επισκέπτεται τον Απρίλιο 1967 για λίγες μέρες) στο Παρίσι και την πρώτη αυθόρμητη αντίδραση («Ένας χαζός τίτλος», σ. 148) διαδέχεται η αναστάτωση («Αναδύομαι από έναν κόσμο που δεν υποψιάζεσαι, έναν πιο ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, λόγω της ανισότητας στη Δικαιοσύνη του κρατικού του μηχανισμού και της προδοσίας κάθε ηθικής», σ. 149). Η ολοκλήρωση της ανάγνωσης συμπίπτει με το ξέσπασμα της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και ο Γαβράς αποφασίζει να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το βιβλίο· παίρνει τα δικαιώματα από τον Βασίλη Βασιλικό, ο οποίος βρίσκεται στη Ρώμη («Βρίσκω τον Βασίλη, που τα χάνει με την πρότασή μου. Χωρίς δισταγμό, μου δίνει την άδεια. Μια φιλία, που παραμένει πάντα ζωντανή και βαθιά, γεννήθηκε εκεί», σ. 153), εξασφαλίζει τη συνεργασία του σεναριογράφου Χόρχε Σεμπρούν (ο οποίος επιμελείται κυρίως τους διαλόγους του σεναρίου, ενώ ο Γαβράς επιμένει στην ψυχολογία των χαρακτήρων, τις τεχνικές λεπτομέρειες και τη σκηνοθεσία) και του (τότε εκτοπισμένου στη Ζάτουνα) Μίκη Θεοδωράκη, συγκροτεί μια θαυμαστή διανομή (Υβ Μοντάν, Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, Ειρήνη Παπά, Σαρλ Ντενέρ, Ρενάτο Σαλβατόρε, Φρανσουά Περριέ και πολλοί άλλοι) και αρχίζει να αναζητεί απεγνωσμένα παραγωγό, για να καταλήξει στον γνωστό ηθοποιό Ζακ Περρέν, που κατορθώνει να γυρίσει την ταινία στην Αλγερία. Η συνέχεια είναι γνωστή: η ταινία σημειώνει παγκόσμια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία, βραβεύεται στο Φεστιβάλ Καννών του 1969 και στα Όσκαρ του 1970 και χρησιμοποιείται, μαζί με το βιβλίο του Βασιλικού, ως αναφορά στις ομιλίες και στις εκδηλώσεις των ελληνικών αντιδικτατορικών κινημάτων.

Μετά το Ζ όλες σχεδόν οι επιλογές του Γαβρά έχουν έντονη πολιτική απόχρωση. Το 1970, με χρήματα της Παραμάουντ, γυρίζει την πολύκροτη Ομολογία, με βάση το ομώνυμο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αρτύρ Λόντον, ενός από τους επιζώντες των σταλινικών εκκαθαρίσεων που έλαβαν χώρα στην Πράγα το 1951· βλέπει την ταινία ως «καταδίκη ενός πολιτικού συστήματος, που ενώ διακήρυσσε τις ανθρωπιστικές αξίες του, είχε τελειοποιήσει τις μεθόδους βασανιστηρίων, ώστε να κάνει τους κατηγορούμενους να ομολογούν αυτό που ήταν προς το συμφέρον του Κόμματος» (σ. 182), χρησιμοποιεί το ζεύγος Μοντάν-Σινιορέ για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους και, όταν η ταινία προβάλλεται, ο δημιουργός της εισπράττει τη συγκίνηση του Λόντον και την αποδοκιμασία της ηγεσίας του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ακολουθούν: η Κατάσταση πολιορκίας (1973) με σεναριογράφο τον Φράνκο Σολίνας και πρωταγωνιστή και πάλι τον Υβ Μοντάν, ταινία εμπνευσμένη από την πραγματική ιστορία της εκτέλεσης από τους Τουπαμάρος του Ντον Μιτριόνε, δήθεν διπλωμάτη αλλά στην πραγματικότητα εκπαιδευτή των αστυνομιών των κρατών της Λατινικής Αμερικής στις σύγχρονες τεχνικές ανάκρισης και βασανισμού της CIA («Ο Μιτριόνε, οι Τουπαμάρος, κάθε στρατόπεδο ήταν φορέας και αγγελιαφόρος ιδεολογικών πεποιθήσεων που τους καθόριζαν τη ζωή και τη δράση. Είχαμε αποφασίσει να διαχειριστούμε τις σκηνές των συγκρούσεών τους χωρίς αντικειμενικότητα, στην οποία δεν πιστεύω», σ. 138)· το Ειδικό Δικαστήριο (1975), με θέμα τον αγώνα δρόμου της κατοχικής κυβέρνησης του Βισύ να συγκροτήσει ένα ειδικό δικαστήριο για να εκτελέσει παραδειγματικά έξι Γάλλους, σε αντίποινα για την εκτέλεση ενός Γερμανού αξιωματικού από νεαρούς κομμουνιστές· η Λάμψη μιας γυναίκας (1979), με τον Μοντάν και τη Ρόμυ Σνάιντερ, μια ερωτική ιστορία βασισμένη σε βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ, με σενάριο που για πρώτη φορά γράφει ο Γαβράς μόνος του («Ήθελα να γράψω το σενάριο ολομόναχος για να ‘ζήσω’ τη ζωή κάθε χαρακτήρα, να τους ακολουθήσω στις απελπισίες, τις γεμάτες φαντάσματα μοναξιές, τον έρωτά τους που γεννιέται, χωρίς την επέμβαση, τη σκέψη και την παρουσία κανενός άλλου», σ. 272-273).

Τη δεκαετία 1980-1990 ο Γαβράς κατακτά το Χόλυγουντ. Πρώτη αμερικάνική ταινία του ο Αγνοούμενος (1982), ιστορία της εξαφάνισης ενός Αμερικανού δημοσιογράφου στη Χιλή, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του Πινοτσέτ, με τον Τζακ Λέμον («Ο πατέρας στον Αγνοούμενο είναι ένας Νεοϋορκέζος αστός. Πιστεύει στον Θεό και την Αμερική, εμπιστεύεται τη χώρα του, τις αρχές της, ειδικά όταν αυτές είναι ρεπουμπλικανικές. Δεν αγαπά τον γιο του διότι είναι κάτι τελείως αντίθετο απ’ αυτόν…», σ. 293) και τη Σίσυ Σπέησεκ, έργο που κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 1982, εξ ημισείας με τον Δρόμο του Γιλμάζ Γκιουνέυ. Ακολουθεί η Χάννα Κ. (1983), με την Τζιλ Κλαίημπουργκ στον ρόλο μιας Αμερικανής Εβραίας που εγκαταλείπει τον Γάλλο σύζυγό της και φεύγει για το Ισραήλ, αναζητώντας μια καινούρια ζωή («Η ταινία είχε επίσης ‘λυπήσει’ κάποιους Παλαιστίνιους που ήλπιζαν να δουν μια αποφασιστική καταδίκη του Ισραήλ και κάποιους Ισραηλινούς που δεν βρήκαν τον συνηθισμένο πανηγυρισμό της δημοκρατίας τους», σ. 322). Επιστρέφει στα γαλλικά στούντιο με το Οικογενειακό συμβούλιο (1986), αστικό δράμα με τον Τζώννυ Χαλλυνταίη και τη Φαννύ Αρντάν. Στις ΗΠΑ γυρίζει δύο ακόμη πολιτικά θρίλερ: το Στίγμα της προδοσίας (1988), με πρωταγωνίστρια την Ντέμπρα Γουίνγκερ στον ρόλο μιας πράκτορος του FBI που διεισδύει στους κύκλους των αμερικανικών φασιστικών οργανώσεων, ταινία με σενάριο του Τζό Εστερχάζ, χάρη στον οποίο επιτυγχάνεται πρόσβαση «σε γραπτά ντοκουμέντα, σε φωτογραφίες και φιλμ τραβηγμένα από πράκτορες που είχαν εισχωρήσει σε εξτρεμιστικό περιβάλλον, στην Κου-Κλουξ-Κλαν, στους εσχατολόγους σε ώρα ασκήσεων, συχνά μαζί με τα παιδιά τους, να πυροβολούν σε στόχους: Μαύρους, Εβραίους ή ακόμη και γερουσιαστές» (σ. 325)· και το Μουσικό κουτί (1989), όπου η Τζέσικα Λανγκ υποδύεται μια Αμερικανίδα δικηγόρο που αναλαμβάνει την υπεράσπιση του πατέρα της, ο οποίος κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου που διέπραξε στην Ουγγαρία, ως μέλος του ναζιστικού κόμματος της χώρας (λίγο αργότερα ο Γαβράς θα μάθει από την αυτοβιογραφία του σεναριογράφου Τζο Εστερχάζ ότι για τον χαρακτήρα του πατέρα πηγή έμπνευσης ήταν ο δικός του πατέρας, που ήταν εγκληματίας πολέμου).

Η δεκαετία του ’90 ανοίγει για τον Γαβρά με μια γαλλική παραγωγή, τη Μικρή Αποκάλυψη (1992), «μια κάπως ειρωνική ταινία για την Ιστορία, την ψυχολογική κατάσταση μιας Αριστεράς σε πλήρη ηθική σύγχυση» (σ. 358), στηριγμένη σε βιβλίο του Πολωνού Ταντέους Κονβίτσκι. Το 1997 επιστρέφει στο Χόλλυγουντ για να καθοδηγήσει τον Ντάστιν Χόφμαν και τον Τζων Τραβόλτα στο Mad City, ένα αιχμηρό σχόλιο για την παντοδυναμία που χαρακτηρίζει τα μίντια, «αυτή την τέταρτη εξουσία που πάει να γίνει δεύτερη, αν όχι πρώτη, μέσα από τον πολλαπλασιασμό αλλά και τον ναρκισσισμό και την επιδειξιομανία των συμπολιτών μας» (σ. 378).

Με τον ίδιο ενθουσιασμό ο Γαβράς υποδέχεται τη νέα χιλιετία, εξακολουθώντας να είναι παραγωγικός: Αμήν (2002), βασισμένο σε θεατρικό έργο του Ρολφ Χόχουτ, με θέμα τη σιωπή του Πάπα Πίου του 12ου μπροστά στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων και την αντίδραση ενός νεαρού ιησουίτη και ενός προτεστάντη Γερμανού αξιωματικού («Για μένα, το σημαντικότερο στο έργο του Χόχουτ, απέναντι στη σιωπή του Πάπα και σ’ ένα μεγάλο κομμάτι της Χριστιανοσύνης, ήταν αυτοί που αντιστέκονταν και διαμαρτύρονταν διακινδυνεύοντας την ίδια τους τη ζωή», σ. 395), Το τσεκούρι (2004), προφητικό κοινωνικό θρίλερ με ήρωα έναν μηχανικό, που για να αντιμετωπίσει το αδιέξοδο της ανεργίας, δολοφονεί τους ανταγωνιστές του, το Δυτικά της Εδέμ / Παράδεισος στη Δύση (2008), μια ταινία δρόμου με ήρωα τον Ελιάς, έναν νεαρό λαθρομετανάστη που ξεκινάει από ένα απροσδιόριστο σημείο στην Ανατολή με στόχο το Παρίσι, που αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν τη Γη της Επαγγελίας και «όπου δεν τον υποδέχονται με ανοιχτές αγκάλες όπως ονειρευόταν» (σ. 444), το Κεφάλαιο (2012), με πρωταγωνιστή τον δημοφιλή στη Γαλλία Γκαντ Ελμαλέχ, στον ρόλο ενός αδίστακτου νεαρού χρηματιστή, που αναλαμβάνει την προεδρία μιας κολοσσιαίας ευρωπαϊκής τράπεζας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκτενής αναφορά του Γαβρά στα ανεκπλήρωτα κινηματογραφικά σχέδιά του ή σε προτάσεις που αρνήθηκε, όπως η κινηματογραφική διασκευή του βιβλίου του Αντρέ Μαλρώ Η ανθρώπινη μοίρα, ο Νονός (που σκηνοθέτησε τελικά ο Φράνσις Φορντ Κόπολα), ο Κύριος Κλάιν με τον Ζαν-Πωλ Μπελμοντό (που γυρίστηκε τελικά από τον Τζόζεφ Λόουζυ, με πρωταγωνιστή τον Αλαίν Ντελόν), ο Κορμοράνος, που τράβηξε το ενδιαφέρον του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, μια ταινία με θέμα τη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζωρτζ Πολκ στην Αθήνα του Εμφυλίου, με πιθανό πρωταγωνιστή τον Μελ Γκίμπσον, αλλά και μια ταινία για τη ζωή του Αλέξανδρου Παναγούλη, βασισμένη στο βιβλίο της Οριάνα Φαλάτσι.

Το βιβλίο είναι πρωτίστως ένας φόρος τιμής του Κώστα Γαβρά στον κινηματογράφο, με αναλυτικά κεφάλαια για τη συγγραφή του σεναρίου, την επιλογή των ηθοποιών, τις συνθήκες παραγωγής και την υποδοχή κάθε ταινίας του, αλλά όχι μόνο αυτό: μέσα από την αφήγησή του περνούν η Μικρασιατική Καταστροφή, η Γερμανική Κατοχή στην Ελλάδα και στη Γαλλία, η εξορία των Ελλήνων κομμουνιστών μετά τον Εμφύλιο, οι σταλινικές δίκες της Πράγας, ο πόλεμος της Αλγερίας, τα γεγονότα του Μάη του 1968, η σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, οι Μαύροι Πάνθηρες στην Αμερική, ο ρόλος της CIA στην ελληνική χούντα, το πολιτικό δράμα της Χιλής, η περεστρόικα, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο Στάλιν, ο Χίτλερ, ο Ντε Γκωλ, ο Πομπιντού, ο Αλλιέντε, ο Πινοτσέτ, ο Σολζενίτσιν, ο Μιττεράν, ο Γκορμπατσώφ, ο Τσαουσέσκου, ο Τραμπ και ένα σωρό άλλα πρόσωπα και γεγονότα που σημάδεψαν τα τελευταία εκατό χρόνια. Επιπλέον, υπάρχουν αναφορές στην οικογένειά του (στη σύζυγό του Μισέλ Ραι, στην οποία και αφιερώνει το βιβλίο, στον πατέρα του, στη μητέρα του, στα παιδιά του, Ρομαίν και Ζυλί, επίσης σκηνοθέτες, και στα εγγόνια του), στους φίλους μιας ζωής (όπως ο Υβ Μοντάν, η Σιμόν Σινιορέ, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Χόρχε Σεμπρούν, ο Κρις Μαρκέρ), σε συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους με τους οποίους τελικά δεν συνεργάστηκε (όπως ο Μάρλον Μπράντο, η Ελίζαμπεθ Ταίηλορ ή ο Γουώλτερ Ματάου), στις δύο θητείες του ως προέδρου της Σινεματέκ, στην πρόθεσή του να πραγματοποιήσει μια νέα κινηματογραφική ταινία βασισμένη στο βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη Adults in the Room, όπου ο πρώην Υπουργός Οικονομικών περιγράφει την εμπειρία του από τη διαπραγμάτευση του ελληνικού χρέους με τους δανειστές.

Χειμαρρώδης ο αυτοβιογραφικός λόγος του Γαβρά, χωρίς ανάσες, όχι πάντα με γραμμική αφήγηση, γεμάτος από γρήγορες εναλλαγές και μεταπτώσεις, πλούσιος σε πληροφορίες, αποτυπώνει όλη την ιδεολογική περιπέτεια ενός αληθινά σπουδαίου δημιουργού, που, με σημείο αναφοράς πάντα την Ελλάδα, γίνεται συνειδητός πολίτης της Ευρώπης και εκφράζει με τον πλέον εύγλωττο και άμεσο τρόπο, την αγωνία του για το μέλλον της τελευταίας: «Τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, Μάρτης του 2016, το Εθνικό Μέτωπο κερδίζει μεγάλα ποσοστά στη Γαλλία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε πλήρες βάλτωμα, αν όχι στην κόψη του ξυραφιού, και είμαστε μάρτυρες μιας τρομερής ανόδου του ρατσισμού, του κοινοτισμού και των εθνικισμών. Οι αιτίες είναι τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές ως προς την Ένωση, που οι μεν βοηθούν τις δε. Η έλλειψη εσωτερικής δημοκρατίας, η δικομματική οπτική και η συμπεριφορά των πολιτικών, η απουσία κοινωνικού, πολιτιστικού και ηθικού σχεδίου, η έλλειψη κοινού οράματος, όλα μαζί εντείνουν την αίσθηση της ήττας. Σ’ αυτά ήρθε να προστεθεί η τζιχαντιστική τρομοκρατία, ενάντια στην οποία ήταν κραυγαλέα ανεπαρκής η κοινή προετοιμασία. Έρχεται να προστεθεί επίσης το κύμα της μετανάστευσης, που έφερε στο φως την πλήρη απουσία της οργανωμένης αντίδρασης της Ένωσης απέναντι σ’ αυτό το ανθρώπινο δράμα. Είναι ο καθένας για τον εαυτό του. Στους πολιτικούς, είναι μάλλον ο καθένας για την εκλογική του πελατεία, η οποία τον παρασύρει χωρίς τύψεις, χωρίς ανθρωπιστικά διλήμματα» (σ. 390-391). Νομίζω ότι είναι δύσκολο να βρεθεί διαυγέστερη και πιο θαρραλέα περιγραφή της κρίσης που βιώνει τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Info: Κώστας Γαβράς, Αυτοβιογραφία. Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας, μετάφραση Ωρίων Αρκομάνης, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2018.

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

https://www.oanagnostis.gr/

Κώστας Γαβράς: «Αυτοβιογραφία: Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας»

Φίλιππος Φιλίππου
Δημοσιεύτηκε 21 Δεκεμβρίου 2018

Η αυτοβιογραφία του Κώστα Γαβρά, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως Γάλλος σκηνοθέτης, έχει ως υπότιτλο την παράξενη φράση: «Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας». Για ποιο λόγο την έβαλε; Τι σημαίνει;

Η φράση είναι του Νίκου Καζαντζάκη και απηχεί τη φιλοσοφία του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα. Στην ουσία, θέλει να πει πως ο άνθρωπος πρέπει να βάζει στόχους και να τους πετυχαίνει, να βάζει ψηλά τον πήχυ, να στοχεύει ψηλά, όπως έκανε δηλαδή κι ο ίδιος, όταν τον Οκτώβριο του 1955 έφθασε στο Παρίσι, μόνος και με ελάχιστα χρήματα, αλλά γεμάτος ελπίδες και όνειρα, όνειρα που πραγματοποιήθηκαν.

Στο βιβλίο, που είναι αφιερωμένο στη γυναίκα του, Μισέλ, ο Γαβράς αφηγείται με χάρη και λογοτεχνικό τρόπο την οδύσσειά του, την επίμονη κι επίπονη προσπάθειά του, αρχικά να επιβιώσει στον ξένο τόπο και στη συνέχεια να υλοποιήσει τους στόχους του, να σκηνοθετήσει ταινίες που θα άρεσαν στο ευρύ κοινό. Στον πρόλογό του σημειώνει πως βρέθηκε για δεύτερη φορά στη Γαλλία σε ηλικία 22 χρονών (η πρώτη ήταν όταν πήγε ως χορευτής με το μπαλέτο ελληνικών λαϊκών χορών της Δόρας Στράτου), έπειτα από ένα ταξίδι δεκαοχτώ ωρών με πλοίο από τον Πειραιά στο Πρίντεζι και άλλο ταξίδι τριάντα ωρών με τρένο μέχρι το Παρίσι.

Μαζί του, εκτός από τα ελάχιστα χρήματα για τις πρώτες ανάγκες του, κουβαλούσε τα λόγια της μητέρας του, η οποία έλεγε στον πατέρα του: «Εδώ δεν έχει περιθώρια, άσ’ τον να μαζέψει λεφτά για να φύγει μακριά από δω». Επίσης: «Τη μοίρα τη φτιάχνουν οι σπουδές». Και τονίζει: «Εκείνη την εποχή, για μένα ή για κάποιον του περιβάλλοντός μου, το να εγκαταλείψεις την Ελλάδα δεν σήμαινε “έναν μικρό θάνατο”, όπως λέει ο ποιητής, αλλά το να ξαναγεννηθείς. Σήμαινε να ξεφύγεις από τη μιζέρια, όχι από την οικονομική μιζέρια που το πολύ πολύ να τη συνηθίσεις, αλλά την άλλη, αυτή στην οποία κάθε ελπίδα ή μελλοντικά σχέδια είναι αδιανόητα και όπου η μόνη επιτρεπόμενη προοπτική είναι η καθημερινή επιβίωση. Το να φύγεις ήταν να πας προς το φως, προς την εκπλήρωση ενός ονείρου, ακόμα κι αν αυτό το όνειρο παρέμενε απροσδιόριστο».

Ήταν ακριβώς η περίπτωσή του. Σπούδασε, λοιπόν, στη Σορβόννη, είδε πολλές ταινίες, αγάπησε τον κινηματογράφο, διάβασε πολλά βιβλία, βασικά αρχαίες τραγωδίες, και αποφάσισε να γίνει σκηνοθέτης. Η σκηνοθεσία, γράφει, δεν διδάσκεται. Είναι υπόθεση αποκλειστικά προσωπικού οράματος, επιδεξιότητας και –ιδίως– ταλέντου.

Αυτός ο γιος ενός αριστερού και αντιβασιλικού αγωνιστή, ο οποίος πήρε μέρος στην Αντίσταση κατά των Γερμανών μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, που εθεωρείτο από τις Αρχές ως κομμουνιστικό και αντικοινωνικό στοιχείο, που είχε χάσει τη δουλειά του και είχε φυλακιστεί πολλές φορές, πάλεψε και νίκησε. Γιατί ο πατέρας του έγινε αντιβασιλικός; Διότι την περίοδο 1920 ως το 1922 υποχρεώθηκε να μετάσχει σ’ έναν πόλεμο εναντίον των Τούρκων που τον θέλησε ο βασιλιάς. «Αυτός o ηλίθιος», διαβάζουμε, «με κάμποσους άλλους βλάκες, ήθελε να επανιδρύσει το Βυζάντιο».


Στην πορεία της ζωής του, ο Γαβράς προβληματίστηκε πάνω στις πολιτικές θεωρίες και ιδέες και αναθεώρησε τη φιλοσοφία του μαρξισμού, που διαστρεβλώθηκε από ποικίλους ηγέτες και ηγετίσκους. Γράφει: «Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι μια ιδεολογία γεννιέται, μεγαλώνει, γερνάει και παρακμάζει. Πολύ λίγοι παραδέχονταν αυτή την αλήθεια».

Το 1965, δέκα χρόνια μετά την εγκατάστασή του στη Γαλλία, σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία, το Διαμέρισμα δολοφόνων, βασισμένη στο ομότιτλο αστυνομικό μυθιστόρημα του Σεμπαστιέν Ζαπριζό. Σε αυτήν, πρωταγωνίστησαν μεγάλα ονόματα του γαλλικού κινηματογράφου (Ιβ Μοντάν, Σιμόν Σινιορέ, Ζακ Περέν, Κατρίν Αλεγκρέ, Μισέλ Πικολί, Ζαν-Λουί Τρεντινιάν). Ταξινομήθηκε ως μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς στις ΗΠΑ και έλαβε το βραβείο Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Λίγα χρόνια αργότερα, σκηνοθέτησε το πολιτικό θρίλερ Ζ (τα γυρίσματα έγιναν στην Αλγερία, επειδή στην Ελλάδα την εξουσία την είχε αρπάξει η χούντα των συνταγματαρχών), που απογείωσε την καριέρα του. Η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού, το οποίο αναφέρεται στη δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963 στη Θεσσαλονίκη από παρακρατικούς της Δεξιάς. Σε αυτήν έπαιζαν πάλι μεγάλα ονόματα (Ιβ Μοντάν, Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, Ειρήνη Παππά, Ζακ Περέν, Μαρσέλ Μποζουφί, Ρενάτο Σαλβατόρι). Ήταν τέτοια η απήχησή της, που τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο της Ακαδημίας του Γαλλικού Κινηματογράφου, το Βραβείο των Κριτικών της Νέας Υόρκης, δύο Όσκαρ (είχε πέντε υποψηφιότητες) και περισσότερα από εκατό βραβεία σε ΗΠΑ, Αγγλία, Γερμανία, Λατινική Αμερική και αλλού.

Στο τέλος του βιβλίου, ο Γαβράς αποτίει φόρο τιμής στον μεγάλο φίλο του, τον Ιβ Μοντάν, ο οποίος κατάφερε κι εκείνος να φτάσει πολύ ψηλά στο κινηματογραφικό στερέωμα. Η αυτοβιογραφία, μολονότι δείχνει τη λατρεία του συγγραφέα της για την Ελλάδα, δεν περιέχει πολλή Ελλάδα. Στις σελίδες της κυριαρχούν η Γαλλία, η σύζυγός του, τα παιδιά και τα εγγόνια του, καθώς και οι ταινίες, οι συνεργάτες κι οι φίλοι του.

Ο άνθρωπος που γύρισε πάνω από είκοσι ταινίες (μερικές τις συσκηνοθέτησε), που έκανε αμέτρητα ταξίδια ανά τον κόσμο και γνώρισε σημαντικές προσωπικότητες από όλους τους χώρους, κυρίως της λογοτεχνίας (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες), της τέχνης (Λουίς Μπουνιουέλ) και της πολιτικής (Σαλβαδόρ Αλιέντε, Φιδέλ Κάστρο, Φρανσουά Μιτεράν), και πριν από λίγα χρόνια είχε δεχτεί την πρόταση να γίνει Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, αλλά αρνήθηκε, κλείνει την αυτοβιογραφία του με τις απόψεις του σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γράφει πως αυτά που συμβαίνουν στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια δυσφημούν την ίδια την Ένωση, «η οποία δεν έπαψε να παρακμάζει και να διαφθείρεται», και πλέον «είναι ένας αξιοθρήνητος θεσμός με μια θριαμβεύουσα γραφειοκρατία, η οποία δρα μ’ έναν αναίσχυντο και δικτατορικό τρόπο».

Σε κάθε περίπτωση, ο Κώστας Γαβράς, ένας από τους διαπρεπέστερους διανοούμενους της εποχής μας, στο βιβλίο αυτό καταγράφει τους αγώνες και τις αγωνίες του, ενώ αφήνει να βγουν στο φως της δημοσιότητας τα σχέδια για την επόμενη ταινία του.

https://diastixo.gr

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Κώστας Γαβράς Αυτοβιογραφία- «Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας» Εκδόσεις Gutenberg || Τι Γράφτηκε για το Βιβλίο

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: