Η άγρια αχλαδιά (2018) Σκηνοθεσία: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν || αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών-κριτικές

Σκηνοθεσία: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν

Ηθοποιοί: Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Τσεμσίρ, Μπενού Γιλντιριμλάρ

Είδος: Δράμα

Ημερομηνία Εξόδου: 3 Ιανουαρίου 2019

ΣΥΝΟΨΗ

Ήρωας στην Άγρια Αχλάδια» είναι ένας νεαρός ο οποίος επιστρέφει απρόθυμα μετά τις σπουδές του στο χωριό που μεγάλωσε, και στο σπίτι των γονιών του, φιλοδοξώντας να αποφασίσει τι θα κάνει με το μέλλον του και να προσπαθήσει να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. Καθώς οι μέρες περνούν, ο Σινάν (όπως είναι το όνομα του ήρωα) περιπλανιέται στον σχεδόν ασφυκτικό μικρόκοσμο του χωριού του, συναντά συγγενείς και φίλους και σιγά-σιγά συνειδητοποιεί τόσο την αντιπάθειά του για το μέρος που τον περιβάλλει όσο και για τον πατέρα του- έναν ανεύθυνο καθηγητή και οικογενειάρχη, πνιγμένο στα χρέη και με αδυναμία στον τζόγο.

Σεμινάριο Ιστορίας του Κινηματογράφου 2019 – 10 Μαθήματα

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2019

ROMA 2018 του Αλφόνσο Κουαρόν η καλύτερη ταινία του 2018 , από τις συγκλονιστικότερες του 21ου αιώνα | του Γιάννη Καραμπίτσου

Ρόμα (2018) του Αλφόνσο Κουαρόν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Πάτρα : Σεμινάριο Ιστορίας και Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου “Κάντο όπως ο Μπέργκμαν”

Σύντομα θα ανακοινωθούν τα υπόλοιπα Σεμινάρια Κινηματογράφου του Σχολείου του Σινεμά της Αθήνας για το Έτος 2019.

 

agria axladia i gnomi ton kritikon

Του Νίνου Φένεκ Μικελίδη

***** Η άγρια αχλαδιά

Ahlat Agaci. Τουρκία, 2018. Σκηνοθεσία: Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν. Σενάριο: Ακίν Ακσού, Έμπρου Τσεϊλάν, Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν. Ηθοποιοί: Ντόγκου Ντεμιρκόλ, Μουράτ Τσεμτσίρ, Μπένου Γιλντιριμλάρ, Χαζάρ Εργκουρτσλούρ. 188´

Στο μελαγχολικό τοπίο που μας γνώρισε με τις ταινίες του, «Χειμερία νάρκη» (Χρυσός Φοίνικας των Κανών, 2014) και «Κάποτε στην Ανατολία» (Μέγα Βραβείο της επιτροπής, Κάνες 2011), επιστρέφει με τη νέα του ταινία, «Η άγρια αχλαδιά», ο Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν.

Μια ταινία που, όπως και οι άλλες ταινίες του πιο σημαντικού αυτού δημιουργού όχι μόνο του σύγχρονου τουρκικού κινηματογράφου αλλά και γενικότερα του παγκόσμιου κινηματογράφου, χρειάζεται μια διαφορετική, ήρεμη προσέγγιση, μια και η διάρκειας της (λίγο περισσότερο από τρεις ώρες), δεν ακολουθεί τη συνηθισμένη συνταγή των εμπορικών ταινιών αλλά απαιτεί μια διαφορετική αντιμετώπιση για να σε παρασύρει (αν είσαι έτοιμος να το δεχτείς) στον δικό της, όμορφο, ποιητικό ταυτόχρονα, συναρπαστικό δρόμο, ένα δρόμο που έχει πολλά να σου προσφέρει, ιδιαίτερα όλα εκείνα που δεν μπορεί, ούτε προσπαθεί, να σου προσφέρει ο υποτιθέμενος απλός, εύπεπτος, άδειος από ιδέες, χολιγουντιανός κινηματογράφος.

Η άγρια αχλαδιά του τίτλου της ταινίας του Τσεϊλάν παραπέμπει στο βιβλίο που θέλει να εκδώσει ο Σινάν, ο νεαρός ήρωας της ταινίας, απόφοιτος του πανεπιστημίου, που επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι, στο Τσανακάλε, ένα παραλιακό χωριό του, κοντά στα ερείπια της Τροίας. Επιστροφή στις ρίζες αλλά και επανένωση τον πατέρα του, τη γη, τη φύση κι ένα διαφορετικό, πιο ανθρώπινο, τρόπο ζωής.

Ο Σινάν, που αρχικά βλέπει τη μελλοντική ζωή του στην επαρχία με απογοήτευση (θα κάνει τη στρατιωτική θητεία του και θα γίνει δάσκαλος, όπως ο πατέρας του, σε κάποιο απόμερο χωριό), ιδιαίτερα όταν ανακαλύπτει πως ο πατέρας του ξοδεύει τα λεφτά του στο τζόγο, περιφέρεται, στην αρχή άσκοπα, στους χώρους, συναντά διάφορα πρόσωπα, μια πρώην συμμαθήτρια, τον παππού και τη γιαγιά του, παλιούς φίλους, με τους οποίους κάνει διάφορες (κάπως μεγάλης διάρκειας αν και πάντα ωραίες και έξυπνες) συζητήσεις και σταδιακά, μέσα από τις επαφές μαζί τους αρχίζει να ανακαλύπτει το μυστικό πίσω από την άγρια αχλαδιά του βιβλίου του (βιβλίο που όταν τελικά καταφέρνει να το εκδώσει, ανακαλύπτει πως κανένας στο χωριό δεν το έχει διαβάσει εκτός από τον πατέρα του), την αξία των βασικών παραδόσεων, της αξιοπρέπειας και της ζωής.

Με τον Τσεϊλάν να αντιμετωπίζει με το δικό του, εντελώς προσωπικό τρόπο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της χώρας του, πετυχαίνοντας να συνδυάζει, με τρόπο εξαίρετο τη λογοτεχνική, μαζί και τη φιλοσοφική, πλευρά του έργου του (πλευρά που έχει κάτι από τον Τσέχοφ), με μια το ίδιο, αβίαστη, εξαίρετη κινηματογραφική προσέγγιση (που, από κινηματογραφικής πλευράς δεν απέχει πολύ τόσο από εκείνη του Αντονιόνι όσο και του δικού μας Αγγελόπουλου), με ένα λιτό, καλαίσθητο, καταληπτό, διανθισμένο με χιούμορ, τρόπο, αποσπώντας, όπως πάντα εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές του.

Συνολικά πρόκειται για μια από τις πιο δυνατές, όμορφες, μελαγχολικές μαζί και απολαυστικές (παρά τη μεγάλη της διάρκεια) ταινίες που είδαμε πρόσφατα. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως η νέα χρονιά άρχισε με μια από τις πιο σημαντικές ταινίες της, πράγμα που δύσκολα θα ξεπεραστεί στους μήνες που θα ακολουθήσουν.

https://www.enetpress.gr

Η Άγρια Αχλαδιά

Ahlat Agaci

ΔΕΙΤΕ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Τουρκία, FYROM, Γαλλία, Γερμανία, Βουλγαρία, Σουηδία

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Νούρι Μπιλγκέ Τζεϊλάν

ΣΕΝΑΡΙΟ:Ακίν Αξού, Εμπρού Τζεϊλάν, Νούρι Μπιλγκέ Τζεϊλάν

ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Τσεμσίρ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:Γκοκχάν Τιριακί

ΔΙΑΡΚΕΙΑ:188′

ΔΙΑΝΟΜΗ:AMA Films

[3,5/5]

Αφού κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα προ τετραετίας με τη «Χειμερία Νάρκη» ο πολυβραβευμένος Τούρκος σκηνοθέτης προσαρμόζει το επικό διαλογικό σινεμά του σε ένα τρίωρο και βραδυφλεγές φιλμ το οποίο ανταμείβει την υπομονή που απαιτεί.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Με το «Κάποτε στην Ανατολία» ο Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν επιχειρούσε το 2011 μια ριψοκίνδυνη στροφή προς ένα σινεμά αδιαπραγμάτευτα μεγάλο σε διάρκεια, αργό σε ρυθμούς και πλημμυρισμένο από εκτενή διαλογικά μέρη, το οποίο ήταν ζήτημα πόσους θεατές θα κατόρθωνε να κερδίσει. Όταν το πείραμα συνάντησε σεβαστή καλλιτεχνική ανταπόκριση, ο Τζεϊλάν παρέδωσε τρία χρόνια μετά τη «Χειμερία Νάρκη», αγγίζοντας τις κάτι παραπάνω από τρεις ώρες σε διάρκεια με ένα φιλμ θεατρικής δομής και απειροελάχιστης δράσης, το κέντρο βάρους του οποίου βρισκόταν στους χαρακτήρες και στις πολύπλοκες συνδιαλλαγές τους.

Ένα Χρυσό Φοίνικα και τέσσερα χρόνια μετά, ο τουρκικής καταγωγής δημιουργός φτάνει τις τρεις ώρες και δέκα λεπτά παρακολουθώντας και πάλι ανθρώπους να μιλούν, με φόντο την επαρχία της χώρας του και βασικό προβληματισμό τον υπαρξιακό μετεωρισμό του σημερινού Τούρκου σε μια κοινωνία όπου το παρελθόν και το μέλλον συνυπάρχουν άβολα.

Ήρωας στην «Άγρια Αχλαδιά» είναι ένας νεαρός ο οποίος επιστρέφει απρόθυμα μετά τις σπουδές του στο χωριό που μεγάλωσε, και στο σπίτι των γονιών του, φιλοδοξώντας να αποφασίσει τι θα κάνει με το μέλλον του και να προσπαθήσει να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. Καθώς οι μέρες περνούν, ο Σινάν (όπως είναι το όνομα του ήρωα) περιπλανιέται στον σχεδόν ασφυκτικό μικρόκοσμο του χωριού του, συναντά συγγενείς και φίλους και σιγά-σιγά συνειδητοποιεί την αντιπάθειά του για το μέρος που τον περιβάλλει όσο και για τον πατέρα του- έναν ανεύθυνο καθηγητή και οικογενειάρχη, πνιγμένο στα χρέη και με αδυναμία στον τζόγο.

Οι ερμηνείες έχουν τον πρώτο λόγο, τα πρόσωπα μοιάζουν με ανεξερεύνητα τοπία και κάθε σκηνή μεταμορφώνεται σε ψυχολογική κατάδυση

Αυτή είναι περίπου όλη η ιστορία που γεμίζει το τρίωρο φιλμ και η οποία αναπτύσσεται μέσα από μακροσκελείς συνομιλίες μεταξύ του ήρωα και των ατόμων που απαρτίζουν τον στενότερο περίγυρό του, με θέματα που ξεκινούν από το ασήμαντο και το καθημερινό για να αγγίξουν ευρύτερα φιλοσοφικά και ηθικά ζητήματα. Παρακολουθώντας με ευλαβική προσήλωση και υπομονή τους χαρακτήρες του να μιλούν, καδράροντας τις συναντήσεις τους σε πανέμορφα φωτογραφημένα πλάνα, ο Τζεϊλάν προεκτείνει το σκεπτικό προηγούμενων ταινιών του πάνω στον αρσενικό ψυχισμό, την αθέατη ζωή μακριά από τα αστικά κέντρα της σημερινής Τουρκίας, την πολυπλοκότητα των οικογενειακών δεσμών και την αδυναμία των νεώτερων γενεών να συμβαδίσουν και να επικοινωνήσουν με τις νεώτερες.

Όπως και οι προηγούμενες δημιουργίες του Τζεϊλάν, έτσι και η «Αχλαδιά» επιστρέφει συνεχώς σε ένα χαμηλόφωνο και μινιμαλιστικό σινεμά στον οποίο οι ερμηνείες έχουν τον πρώτο λόγο, τα πρόσωπα μοιάζουν με ανεξερεύνητα τοπία και κάθε σκηνή μεταμορφώνεται σε ψυχολογική κατάδυση. Και παρ’ όλο που η μεγάλη διάρκεια γίνεται σε κάποια σημεία αισθητή, το φιλμ πετυχαίνει κάτι από την ηδονή που προσφέρει η ανάγνωση των κλασικών μυθιστορημάτων.

http://www.cinemagazine.gr

Η Αγρια Αχλαδιά

The Wild Pear Tree

του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν

ΚΡΙΤΙΚΗ 22 DEC 2018 του Γιώργου Κρασσακόπουλου

7 Στα 10

Το νέο έπος του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, μια ιστορία για τη σχέση ενός γιου με τον πατέρα του, σκιαγραφεί ένα πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία και μαζί μια ματιά στην Τουρκία του σήμερα.

Η καινούρια ταινία του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν ξεκινά με ένα πλάνο που μοιάζει απόλυτα αναγνωρίσιμο στο πλαίσιο του σινεμά του.

Ενας άντρας καθισμένος σε ένα καφενείο, η κάμερα τον κοιτάζει απ΄έξω καθώς στο τζάμι αντανακλάται ο μουντός ουρανός και η θάλασσα. Ο άντρας αυτός είναι ο Σινάν, ένας νεαρός που έχει μόλις τελειώσει τις σπουδές του κι επιστρέφει στο χωριό του έχοντας γράψει το πρώτο του βιβλίο που ελπίζει να εκδώσει. Ενας ήρωας που επίσης μοιάζει ταιριαστός, αν όχι γνώριμος στο σύμπαν του σινεμά του Τζεϊλάν. Ομως η «Αγρια Αχλαδιά» δεν είναι ένα ακόμη μελαγχολικό οπτικό ποιήμα (αν και η μελαγχολία είναι με το παραπάνω εκεί), αφού η κινηματογραφική γλώσσα του Τζεϊλάν εδώ, είναι πολύ περισσότερο γεμάτη από λέξεις, απ’ ότι εντυπωσιακές εικόνες.

Το φιλμ χτίζεται πάνω σε μια σειρά από σκηνές διαλόγων, οι πιο βασικές από τις οποίες κι αυτές που οριοθετούν την διαδρομή του ήρωα στον χρόνο και τις εμπειρίες του, στο ταξίδι προς την ωριμότητα (ή ίσως την εφησύχαση;) είναι με τον πατέρα του. Ο Ιντρις είναι ένας δάσκαλος που κάποτε έβλεπε την ζωή με διαφορετική ματιά μα που τώρα ξοδεύει τα λεφτά του στον τζόγο και τον ελεύθερο χρόνο του στο να σκάβει ένα πηγάδι στο χωράφι του ακόμη κι αν όλοι του λένε ότι δεν πρόκειται ποτέ να βρει νερό.

Ο Σινάν, υποψήφιος δάσκαλος κι εκείνος, βλέπει στον πατέρα του τον άντρα που δεν θέλει να γίνει, αδυνατεί να καταλάβει τους λόγους που η μητέρα του του συγχωρεί σχεδόν τα πάντα, που εξακολουθεί να τον αγαπά. Η ορμή ή η θρασύτητα της νιότης είναι η κινητήρια δύναμή του και μαζί μια αδικαιολόγητη αίσθηση ότι είναι λίγο καλύτερος από όλους τους ανθρώπους γύρω του, από την κλειστή κοινωνία του χωριού του.

Μέσα από μια σειρά από συναντήσεις, με μια κοπέλα από το σχολείο του, με τον δήμαρχο της πόλης, με έναν εργολάβο, με έναν διάσημο συγγραφέα από την περιοχή του, με δυο ιμάμηδες, αλλά και με τους παλιούς του φίλους, τους παππούδες και την καθημερινότητα με την οικογένεια του, από την προσπάθεια του να εκδώσει το βιβλίο του με κάθε τίμημα, Ο Τζειλάν θα μιλήσει για μια ακόμη φορά για μια σειρά από θεματικές που διατρέχουν το έργο του. Από την οικογένεια μέχρι την ζωή στην επαρχία, το καθήκον απέναντι στον εαυτό σου και στους άλλους, τα όνειρα που συνήθως διαψεύδονται, την σημασία της τέχνης, την συνειδητοποίηση και την αποδοχή του αληθινού μεγέθους της ύπαρξής μας.

Την ίδια στιγμή με τρόπο διακριτικό μα σαφή και με μια ξεκάθαρη δόση ειρωνείας, το φιλμ χτίζει ένα πορτρέτο της σύγχρονης Τουρκίας, των νοοτροπιών και των κανόνων που διατρέχουν τους βασικότερους θεσμούς της, κοιτάζοντας ταυτόχρονα μια προσωπική ιστορία και το πλαίσιο στο οποίο αυτή βρίσκει την θέση της. Μπορεί η ταινία του να έχει μια διάρκεια που μοιάζει αποθαρρυντική και μια πυκνότητα στον λόγο και τις ιδέες που να απαιτούν την συνεχή προσοχή σου, μα παρά αυτά τα «εμπόδια», παραμένει μια εξαιρετικά ευφυής, ανθρώπινη και γοητευτική ταινία.

http://flix.gr

Κριτική

Η Άγρια Αχλαδιά

Από Χρήστο Μήτση – 03/01/2019 [3/5]

Αναζητώντας ακόμη μία φορά τις κοινωνικές, ψυχολογικές και πολιτικές συνιστώσες που συγκροτούν τη σύγχρονη τουρκική πραγματικότητα, ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν («Κάποτε στην Ανατολία», «Χειμερία Νάρκη») ξεκινά ένα καινούργιο τρίωρο κινηματογραφικό οδοιπορικό στην επαρχία της αχανούς γειτονικής μας χώρας. Οδηγός του ο νεαρός Σινάν, ο οποίος μετά τις σπουδές του επιστρέφει απρόθυμα στο χωριό του κοντά στο Τσανάκαλε των Δαρδανελίων.

Περιπλανώμενος στο μικρόκοσμό του, ανυπομονεί να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο και προσπαθεί να αποφασίσει τι θα κάνει με το μέλλον του. Θέλει επιτακτικά να δραπετεύσει από το ασφυκτικό αυτό περιβάλλον, ενώ νιώθει όλο και μεγαλύτερη αντιπάθεια για τον πατέρα του, έναν καθηγητή με χρέη από τον εθισμό του στον τζόγο.

Από τη μία ο Σινάν και η ιδεαλιστική επιθυμία του να αλλάξει τον κόσμο και από την άλλη ο πατέρας του, ένας άνθρωπος αποτραβηγμένος από αυτόν, παγιδευμένος από το φόβο του να απαρνηθεί ό,τι δεν του είναι οικείο. Στη μέση μια χώρα, η σύγχρονη Τουρκία, εγκλωβισμένη ανάμεσα στο αύριο και το χθες, τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις της. Μέσα από την περιπλάνηση του Σινάν στην επαρχία αναδεικνύεται γλαφυρά ολόκληρη η ανθρωπογεωγραφία και η εξάρτησή της από τις πολιτικές αγκυλώσεις, τις ταξικές διαφορές και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Αν και φλερτάρει με την εικαστική και αφηγηματική μανιέρα, ο Τσεϊλάν καταφέρνει να διατηρήσει κι εδώ την τσεχοφική κομψότητα και τη σκηνοθετική διεισδυτικότητά του. Εκφράζει επίκαιρες όσο και διαχρονικές ανησυχίες, όπως η ηθική και κοινωνική ευθύνη του καλλιτέχνη ή η σχέση παράδοσης κι εκσυγχρονισμού, δεμένη με ένα περίτεχνα στημένο, επώδυνο και αλληγορικό δράμα ενηλικίωσης.

Τουρκία, Γαλλία. 2018. Διάρκεια: 188΄. Διανομή: AMA FILMS.

https://www.athinorama.gr

03.01.2019

Συντάκτης: Λήδα Γαλανού

Η άγρια αχλαδιά ★★★☆☆

(Ahlat Agaci, Τουρκία, ΠΓΔΜ, Γαλλία, Γερμανία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Σουηδία, 2018, 188′)

σκηνοθεσία: Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν

ηθοποιοί: Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Τζεμτζίρ

Τα αγαθά κόποις κτώνται κι αυτό ισχύει τόσο για τον Σινάν, τον νεαρό ήρωα της καινούργιας ταινίας του Τούρκου δημιουργού, όσο και για τον θεατή που αφότου υπομείνει τρεις ώρες και κάτι συνεχούς λόγου φιλοσοφικής ροής μέσα σ’ ένα μαγευτικό ντεκόρ, θα βγει από την αίθουσα τόσο πιο κερδισμένος όσο και… κουρασμένος.

Τέσσερα χρόνια μετά την α λα Τσέχοφ «Χειμερία Νάρκη» του, που του χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες, ο Τζεϊλάν επιστρέφει με μια ταινία (πρεμιέρα επίσης στις Κάνες και πρόταση της Τουρκίας για το Ξενόγλωσσο Οσκαρ), ταιριαστή, μεν, στο γνώριμο, πια, ύφος του, του στοχαστή λαογράφου, αλλά τόσο πιο πρωτότυπη και δυνατή στην ουσία της.

Ο Σινάν είναι ένα παλικάρι που έχει μόλις τελειώσει τις σπουδές του και επιστρέφει στη μικρή παραθαλάσσια πόλη της καταγωγής του, όπου ζουν και οι γονείς του, για ν’ αναλογιστεί τι κατεύθυνση θέλει να πάρει στη ζωή του κι αν, πράγματι, θα γίνει, όπως ονειρεύεται, συγγραφέας.

Η δομή της ταινίας είναι στημένη πάνω σε διαδοχικές συναντήσεις του Σινάν με διαφορετικά πρόσωπα, όπου ο λόγος είναι πυκνός και χωρίς διακοπές, σαν μεγαλόφωνη ανάγνωση: η καθεμιά αντιπροσωπεύει μια πτυχή της ζωής στη «γέννησή» της, ο έρωτας, η ευθύνη, η οικογένεια, η θρησκεία, τα ινδάλματα, ο νους, η ενοχή, ώς την τελική απόφαση που θα κάνει τον ήρωα να βγάλει ρίζες και κλαδιά, να απλωθεί στη φύση του σαν την άγρια αχλαδιά.

Οι περισσότερες απ’ αυτές τις συναντήσεις-συζητήσεις του Σινάν είναι με τον πατέρα του. Νέος ορμητικός, γεμάτος επιθυμίες και στόχους, ο Σινάν βλέπει τον Ιντρις, πρώην δάσκαλο και νυν τζογαδόρο, ως το δικό του παράδειγμα προς αποφυγήν, έναν άνθρωπο συμβιβασμένο, ηττημένο από τη ζωή. Ως εκείνον που δεν θα ήθελε να γίνει, παρότι ήδη τον εμπεριέχει.

Με τη σχέση πατέρα και γιου στο προσκήνιο, ο Τζεϊλάν στήνει τον δικό του «μονόλογο» για την ενηλικίωση του καλλιτέχνη, για τα διλήμματα που τίθενται στην αρχή, την αναμέτρησή του με τον εαυτό του και την Τέχνη. Καθώς καταπιάνεται μ’ αυτόν τον κλασικό συλλογισμό, αν θέλει κανείς διακρίνει και τη δική του αξιολόγηση του έργου του και του πολιτικού πλαισίου όπου έχει επιλέξει να δουλεύει: ένας σκηνοθέτης ποτέ πολιτικός, μοιάζει να κριτικάρει τη σημερινή Τουρκία, διακριτικά και με κυνικό χιούμορ, με μικρά σχόλια και αστείες αναφορές, μέσα στον χείμαρρο των λέξεων που γεμίζουν την ταινία του.

Σταθερά λάτρης και τεχνίτης της εικόνας, των μεγάλων, ανοιχτών πλάνων με τον άνθρωπο να χάνεται μέσα τους, ο Τζεϊλάν ξεπερνά τον εαυτό του με γοητευτικές εικόνες της παραθαλάσσιας πόλης και της φύσης, με την αναγνωρίσιμη, στο έργο του, μελαγχολία, λες, ενός μεγαλείου που δεν ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη πραγματικότητα. Αυτή τη φορά, όμως, είναι ο λόγος και ο Λόγος που τον ενδιαφέρει τόσο περισσότερο. Αυτή η «Αγρια αχλαδιά» είναι ένα φιλοσοφικό δοκίμιο που τεστάρει τις αντοχές, αλλά ταυτόχρονα τρυφερό κι αποκαλυπτικό, όταν, τελειώνοντας, σου επιτρέψει να δεις την ουσία του.

ΑΣΤΥ, ΠΤΙ-ΠΑΛΑΙ

https://www.efsyn.gr/

Η Άγρια Αχλαδιά , 2018

(Ahlat agaci)

Πρεμιέρα

03 Ιανουαρίου 2019 || Τατιάνα Καποδίστρια || [3,5/5]

Η επιστροφή νεαρού επίδοξου συγγραφέα στον γενέθλιο τόπο του φέρνει στην επιφάνεια ζητήματα, όπως το χάσμα γενεών, η οικονομική στενότητα, και ο ρόλος της θρησκείας στη σημερινή Τουρκία.

Τέσσερα χρόνια μετά την πολυβραβευμένη «Χειμερία νάρκη» του, ο Τζεϊλάν επιστρέφει με ένα ακόμη πολυεπίπεδο πορτρέτο της σημερινής Τουρκίας. Μόνο που αυτή τη φορά, η γνωστή ποιητικομελαγχολική διάθεση του σκηνοθέτη έχει αντικατασταθεί από μια πιο ρεαλιστική, και συχνά πιο «θυμωμένη», αφήγηση. Κεντρικό πρόσωπό της, ο Σινάν (Ντεμιρκόλ), που έχοντας μόλις αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο, επιστρέφει λόγω αφραγκιάς στο γενέθλιο Τσανάκκαλε, στα στενά των Δαρδανελίων. Διχασμένος μεταξύ της επαρχιώτικης νοοτροπίας και της ανοιχτόμυαλης μόρφωσης, ο Σινάν θέλει να γίνει συγγραφέας. Αλλά κάπως πρέπει να εξασφαλίσει και τα προς το ζην μέσα στην ανεξέλεγκτη αβεβαιότητα που πεδικλώνει τους νέους σ’ όλο τον «ανεπτυγμένο» κόσμο.

Χωρίς να βιάζεται, ο Τζεϊλάν ξεδιπλώνει, μέσα από εξαιρετικά γραμμένες σκηνές, τις συνιστώσες που ορίζουν τη ζωή του Σινάν: ένας συνταξιούχος πατέρας (ο δημοφιλής κωμικός Τζεμτζίρ, σε ρόλο-έκπληξη), που από αξιοσέβαστος δάσκαλος έχει ξεπέσει σε κυνηγημένο μπαταχτσή λόγω του εθισμού του στον τζόγο… Ο οικογενειακός σκύλος, σημαδιακός χαρακτήρας της ταινίας, το μόνο ον που αγαπάει τον αναξιόχρεο πατέρα χωρίς να τον κρίνει… Η Χατιτζέ (Εργκιτσλί), ο εφηβικός έρωτας του Σινάν, που εκτός του ότι πλέον φοράει ισλαμική μαντίλα ετοιμάζεται να παντρευτεί τον γέρο κοσμηματοποιό που της διάλεξαν οι δικοί της… Η εμμονή με το χρήμα κάτι χρυσές λίρες που όλο επανακάμπτουν, και μια ηλεκτρισμένη σκηνή με τον ιμάμη (Ακσού), την ώρα που κυριολεκτικά κλέπτει οπώρας από μια μηλιά, σκιαγραφούν εύγλωττα πόσο τα λεφτά έχουν διαβρώσει την κοινωνία… Ο ρόλος της θρησκείας, σε μια χώρα διχασμένη μεταξύ ισλαμικού φονταμεταλισμού και ανεξίθρησκης προοδευτικότητας… Η αγωνία της επαγγελματικής αποκατάστασης, που συμπυκνώνεται σε μια κομβική σκηνή στην Κωνσταντινούπολη, με έναν οριακά θρασύ Σινάν να επιτίθεται φραστικά σε φτασμένο λογοτέχνη κατηγορώντας ως «σκλάβο που περιμένει να αγοραστεί». Συγχρόνως, όμως, ο Σινάν φλερτάρει και με την ιδέα να ενταχθεί στα τουρκικά ΜΑΤ γιατί όχι, λεφτά θα βγάζει…

Ήδη από την εναρκτήρια σκηνή όπου η θάλασσα καθρεφτίζεται μέσα από ένα παράθυρο στο πρόσωπο του Σινάνο Τζεϊλάν μας έχει ψιθυρίσει πως η μεγάλη κόντρα μεταξύ νέου και παλιού λαμβάνει χώρα κυρίως μες στο μυαλό του πρωταγωνιστή. Και εκεί θα παραμείνει έως το διφορούμενο φινάλε, όπου ο θεατής καλείται να επιλέξει αν αυτό που βλέπει πραγματικά συμβαίνει, ή απλώς το φαντάζεται ο Σινάν. Συνολικά, πρόκειται για ταινία μεστή προβληματισμών, που υπηρετείται από θαυμάσιους, φιλοσοφικίζοντες διαλόγους, πολύ καλές ερμηνείες, ωραία φωτογραφία (Γκοκάν Τιργιάκι), και με ελάχιστο Μπαχ να ντύνει κάποιες σημαντικές σκηνές.

https://tospirto.net

Άγρια Αχλαδιά

ΓΙΩΤΑ ΤΣΙΟΡΒΑ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 3, 2019 [3,5/5]

Ο Σινάν επιστρέφει στο χωριό του μετά το τέλος των σπουδών του. Γεμάτος όνειρα για επαγγελματική αποκατάσταση, αλλά και με την επιθυμία να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα, περιπλανάται συναντώντας όλους τους ανθρώπους με τους οποίους μεγάλωσε. Καθένας από αυτούς έχει πλέον την δίκη του ιστορία να αφηγηθεί και ο Σινάν νιώθει μέρα με την ημέρα πιο απόμακρος από εκείνο που θα έπρεπε να τον προσδιορίζει, την καταγωγή του.

Οι ταινίες του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϋλάν δεν χαρακτηρίζονται από την ευκολία τους. Κάθε σενάριο του Τούρκου δημιουργού είναι ένα διαλογικά άρτιο σεναριακό κομψοτέχνημα. Ο Τσεϋλάν βρίσκει την ευκαιρία με κάθε έργο του να σχολιάσει την χώρα του τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Στέκεται ενάντια στις σκληρές κοινωνικές παραδόσεις που δεν επιτρέπουν, για παράδειγμα, σε μια γυναίκα να ερωτευτεί, να σπουδάσει, ούτε καν να καπνίσει. Ο κάθε χαρακτήρας που δημιουργεί είναι ένας ακόμα κρίκος, μια ακόμα εκδοχή της κοινωνικής δομής. Ο Σινάν είναι ο νέος που τα όνειρά του να γίνει δάσκαλος κατάστρέφονται από το ίδιο το σύστημα που τα τροφοδότησε. Εκείνος όμως έχει και άλλα όνειρα, να γίνει συγγραφέας, τα οποία δεν εγκαταλείπει παρόλο που φαίνεται να είναι ο μόνος που πιστεύει στον εαυτό του.

Η Άγρια Αχλάδια δεν είναι ένα ευχάριστο θέαμα, καθώς τα προβλήματα εμφανίζονται πιο εύκολα απ’ότι λύνονται, είναι όμως ένα αισιοδοξο μουρμουρητό για τον κόπο που οφείλει κάθε άνθρωπος στην διαδρομή του προς τα όνειρά του, και αν αυτά δεν πετύχουν τότε δεν ήταν τα σωστά όνειρα. Παρόλο που οι διάλογοι του σεναρίου είναι η δύναμη της ταινίας, το τελικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την σωστή επιλογή των ηθοποιώνπου μοιάζει να έχουν χαρακτεί τα λόγια στα πρόσωπά τους. Ο Μουράτ Τζεμσίρ στον ρόλο του τζογαδόρου πατέρα, που όπως ο γιος του έχει ένα όνειρο που κανένας άλλος δεν πιστεύει για εκείνον το πηγάδι του έχει νερό, είναι Ιδανικός στην ενσάρκωση ενός ανθρώπου που θα έπρεπε να μισείς αλλά δεν τα καταφέρνεις. Ο Τσεϋλάν δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο από αυτά που θέλει να θίξει, ακόμα και αν μερικά από αυτά ακουστούν σε μια συζήτηση που προέκυψε ως αποτέλεσμα τυχαίας συνάντησης. Όμως το κόστος για την ταινία είναι, για ακόμα μια φορά, η μεγάλη της διάρκεια που πιθανόν να κουράσει τους απροετοίμαστους θεατές αλλά θα ανταμείψει εκείνους που επιθυμούν η σκέψη τους να μαγνητιστεί από την ιστορία μιας αχλαδιάς.

http://cinepivates.gr/

Cinema • Α΄Προβολή με τον Τάσο Ντερτιλή

Ahlat Agaci Η Άγρια Αχλαδιά

Η αφηγηματική μεγαλοπρέπεια του Τσεϊλάν σε όλο της το μεγαλείο, σε μια ακόμη φιλοσοφική προσέγγιση της ζωής και της φύσης των πραγμάτων.

Παραγωγή: Τουρκία – 2018

Συμπαραγωγοί:FYROM/Γαλλία/Γερμανία/Βοσνία/Βουλγαρία/Σουηδία

Βαθμολογία: * * * *

Σκηνοθεσία: Nuri Bilge Ceylan

Πρωταγωνιστούν: Dogu Demirkol, Murat Cemcir, Bennu Yildirimlar, Hazar Ergüçlü, Serkan Keskin, Tamer Levent, Öner Erkan, Ahmet Rifat Sungar.

Ο Σινάν, νεαρός άνεργος και επίδοξος συγγραφέας, επιστρέφει απρόθυμα μετά τις σπουδές του στο πατρικό του στα περίχωρα του Τσανάκαλε στα Δαρδανέλια, για να περάσει λίγο καιρό προκειμένου να αποφασίσει τι θα κάνει με το μέλλον του και πως θα καταφέρει να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Η άγρια αχλαδιά». Καθώς οι μέρες περνούν, ο Σινάν περιπλανιέται στον σχεδόν ασφυκτικό μικρόκοσμο του χωριού του, συναντά συγγενείς και παλιούς φίλους και σιγά-σιγά συνειδητοποιεί τόσο την αντιπάθειά του για το μέρος που τον περιβάλλει όσο και για τον πατέρα του- έναν ευχάριστο και αγαπητό καθηγητή και οικογενειάρχη που όμως είναι πνιγμένος στα χρέη λόγω της εξάρτησής του από τον τζόγο.

Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Μήπως όμως δεν είναι έτσι ακριβώς; Ο ήρωας της νέας ταινίας του μεγάλου Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, ράθυμος, εγωκεντρικός και υπερόπτης όπως είναι σχεδόν όλοι οι νέοι στη ηλικία του, έχει τρεις ολόκληρες ώρες κινηματογραφικού χρόνου στη διάθεσή του για να ανατρέψει τη μοίρα η να την αποδεχθεί τρώγοντας τη σκόνη του πεπρωμένου του πατέρα του: διορισμός ως δάσκαλος, αρχικά σε ένα μακρινό χωριό της Ανατολίας και μια ζωή μικρή και προκαθορισμένη. Ο Σινάν αντιδρά απέναντι στον πατέρα του, απέναντι σε ένα διάσημο συγγραφέα που συναντά τυχαία στην πόλη, απέναντι στους παλιούς του φίλους που περιφέρονται άσκοπα στα καλντερίμια του χωριού, ψάχνοντας ευκαιρία για καυγά. Ο Σινάν μοιάζει απροσάρμοστος μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο προσαρμοσμένο πλήρως σε μια ζοφερή προοπτική για το μέλλον, ψήγματα της οποίας είναι φυτεμένα εδώ κι εκεί στην αφήγηση, δίνοντας μια καθόλου ενθαρρυντική εικόνα για το μέλλον της γειτονικής χώρας. Απροσάρμοστος, προκλητικός και για αυτό δύσκολο να γίνει αρεστός στον θεατή που τον παρακολουθεί αρχικά με επιφύλαξη και κατόπιν με συγκατάβαση καθώς εμπλέκεται σε ατέρμονες φιλοσοφικές αναζητήσεις και συζητήσεις για τη ζωή, την τέχνη, τη θρησκεία και τη φύση…

Η οποία φύση, όπως και σε κάθε ταινία του Τσεϊλάν, είναι μεγαλοπρεπώς παρούσα σε όλες τις εποχικές της φάσεις, με έμφαση βέβαια στα μελαγχολικά χειμωνιάτικα τοπία που δίνουν μια γκρίζα σχεδόν απελπισμένη απόχρωση στο (στην πραγματικότητα ευχάριστο) Τσανάκαλε, με το ξύλινο αντίγραφο του Δούρειου Ίππου που κατασκευάστηκε για τις ανάγκες του Χολιγουντιανού Troy να κοσμεί την κεντρική του πλατεία. Αυτό το αντίτυπο στο οποίο ονειρεύεται ότι κρύβεται ο Σινάν, ως άλλος πολυμήχανος Οδυσσέας που μηχανεύεται την άλωση της πόλης. Στο Τσανάκαλε εξάλλου μεγάλωσε ο Τσειλάν και το γνωρίζει καλά από πρώτο χέρι. Εξάλλου η αληθινή ιστορία στην οποία βασίζεται η ταινία αφορά τον ανηψιό του συγγραφέα και συνσεναριογράφο Ακίν Ακσού που επίσης υποδύεται στην ταινία έναν Ιμάμη.

Για το ρόλο του Σινάν ο Τσεϊλάν επέλεξε τον πιο απρόβλεπτο πρωταγωνιστή όταν τον είδε να συμμετέχει στο Τουρκία έχεις ταλέντο. Ο Ντογκού Ντεμιρκόλ, επίδοξος stand-up comedian, δίνει μια εντελώς διαφορετική προοπτική στο προφίλ του νεαρού διανοούμενου, μια παλιομοδίτικη διαχρονικότητα μακριά από χολιγουντιανά πρότυπα και μια in your face αυθάδεια, ιδανική για το ρόλο.

Όσο για τον Τσέχοφ, οι φαν του σκηνοθέτη ας μην ανησυχούν, το πνεύμα του είναι και πάλι εδώ ολοζώντανο πίσω από τις αριστουργηματικά μελαγχολικές εικαστικές συνθέσεις και τους ατέλειωτους φιλοσοφικούς διαλόγους (που ίσως κουράσουν τον ανυποψίαστο και ανυπόμονο θεατή). Όπως εδώ είναι αυτή τη φορά και το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι, του Καμύ, του Νίτσε, του ποιητή Γιουνούς Εμρέ αλλά και του ίδιου του Προφήτη μέσα από σούρες του Κορανίου που αναλύει ο Σινάν σε μια μεγάλη και ενδιαφέρουσα περί Θεού συζήτηση με δύο ιμάμηδες που αντιπροσωπεύουν τις διαφορετικές τάσεις του σύγχρονου Ισλάμ.

Το μοναδικό άγγιγμα αυτού του βαθιά φιλοσοφημένου δημιουργού (που μόνο με έναν Θόδωρο Αγγελόπουλο στη μεγάλη του ακμή θα μπορούσε να συγκριθεί) απλώνεται μαγικά στην απεραντοσύνη της τρίωρης διάρκειας (άλλο σήμα κατατεθέν αυτό) και τυλίγει τελικά με ένα ρίγος αισθητικής συγκίνησης τον πιστό θεατή του.

Η Τουρκία υπέβαλλε αυτή την μεγαλοπρεπή ταινία για το ξενόγλωσσο Oscar, χωρίς να καταφέρει τελικά να περιληφθεί στη short list. Όπως επίσης για πρώτη φορά στα χρονικά των Καννών (όπου συμμετείχε στο επίσημο πρόγραμμα), ταινία του Τσεϊλάν έφυγε με άδεια χέρια. Άφεριμ! Η Άγρια Αχλαδιά είναι ένα έργο πέρα από το χρόνο ούτως ή άλλως.

Διανομή: AMA Films

Από 03.01.19 στις αίθουσες:

ΑΣΤΥ ΚΟΡΑΗ 4 ΤΗΛ 210 3221925. 5:20. – 8:45

ΠΤΙ-ΠΑΛΑΙ- ΡΙΖΑΡΗ 24 ΤΗΛ 210 7253915. 5:20 – 8:45

& ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΙΝ/ΦΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ 5:20 – 8:45

http://www.grandmagazine.gr

Newsroom

Έθνος

Η άγρια αχλαδιά (The Wild Pear Tree) του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν / ***

Ο 20χρονος Σινάν επιστρέφει στο χωριό του κοντά στο τουριστικό λιμάνι του Τσανάκαλε, μετά τις σπουδές του, με όνειρα να γίνει συγγραφέας. Χωρίς δουλειά όμως φιλόδοξος και επαναστατημένος εναντίον του παραδοσιακού κατεστημένου του περιβάλλοντός του με πατέρα δάσκαλο τον οποίο αμφισβητεί διαρκώς καθώς ο εθισμός του στον τζόγο έχει φορτώσει χρέη την οικογένεια, ο Σινάν έχει ετοιμάσει ήδη ένα ημιαυτοβιογραφικό βιβλίο για τον τόπο του το οποίο θα προσπαθήσει να εκδώσει ψάχνοντας τοπικές χορηγίες. Την ίδια ώρα πρέπει να αποφασίσει αν και αυτός θα ακολουθήσει τη διδασκαλία στο τουρκικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα..Μετά τον Χρυσό Φοίνικα για το αριστοτεχνικό ψυχόδραμα στην Καπαδοκία της «Χειμερίας νάρκης» (2014) ο Τζεϊλάν επιστρέφει στην τουρκική επαρχία χτίζοντας ένα ακόμη δραματικό πορτρέτο της Τουρκίας στο οποίο το δέντρο της άγριας αχλαδιάς αποτελεί την μεταφορά για τους «ξένους» και αντικομφορμιστές μιας κοινωνίας βαθιά ριζωμένης στις παραδόσεις της. Η επιρροή του Τσέχωφ επανέρχεται στο τρίωρο έπος του Τούρκου δημιουργού που μέσα από τη σχέση ενός γιου με τον πατέρα του, διαλόγους που απαιτούν προσοχή με τις φιλοσοφικές τους διακλαδώσεις και εικόνες νατουραλιστικής ομορφιάς, καταθέτει ένα λογοτεχνίζον δράμα που εμμένει στις λεπτομέρειες και αποζημιώνει τον θεατή αργά-αργά σε ρυθμούς ελεγειακούς (χρειάζεται υπομονή). Οι συναντήσεις και διαλογικές αναμετρήσεις του Σινάν με μια σειρά από πρόσωπα (από τους γονείς του ως τον τοπικό δήμαρχο και τον ‘’συνέταιρο’’ βιβλιόφιλο εργολάβο, την όμορφη συμμαθήτριά του, τον διάσημο ντόπιο συγγραφέα, τους χωρικούς παππούδες και τους φίλους ιμάμηδες), αποκαλύπτουν πάγιες θεματικές του έργου του Τζεϊλάν: παραδόσεις ρίζες, οικογενειακές και θρησκευτικές, ζητήματα τέχνης και δημιουργίας, ηθικής και ευθύνης, ενηλικίωσης και συμφιλίωσης με τα βαθύτερα της ατομικής ύπαρξης συνθέτουν ένα αργόσυρτο εντούτοις γοητευτικό φιλοσοφικό ερώτημα για τον χρόνο και το τίμημα του τζόγου της ίδιας της ζωής με φόντο την σύγχρονη Τουρκία.

https://www.ethnos.gr/

«Η άγρια αχλαδιά»

(Τουρκία, 2018). Δράμα του Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑΝΝΗ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ [3/5]

Κεντρικό πρόσωπο στην τελευταία ταινία του τούρκου auteur Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν («Χειμερία νάρκη», «Τρεις πίθηκοι») είναι ένας απόφοιτος (Ντογκού Ντεμιρκόλ) που έχει επιστρέψει στο χωριό του με στόχο να φύγει διά παντός από εκεί και όνειρο να γίνει συγγραφέας. Αν του δινόταν η ευκαιρία να γίνει δικτάτορας, λέει κάποια στιγμή, το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να βομβαρδίσει το χωριό· τόσο πολύ το απεχθάνεται. Μέσα από τις συναντήσεις του νεαρού με γνωστά και άγνωστά του πρόσωπα, ο Τσεϊλάν μας οδηγεί σιγά-σιγά, σχεδόν υπνωτιστικά, στον κόσμο του πρώτου, ο οποίος ψάχνει και ψάχνεται ανήμπορος να ορίσει τι είναι αυτό που πραγματικά του αρέσει. Ο πλακατζής, μορφωμένος αλλά και απερίσκεπτος πατέρας που χρωστά παντού, ο αγρότης παππούς που δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του, η καταπιεσμένη κοπέλα την οποία ο νεαρός ήξερε από τα μαθητικά του χρόνια, ο φίλος της κοπέλας και δικός του φίλος με τον οποίο τσακώνεται, ο δήμαρχος του χωριού πόλης τον οποίο πλησιάζει με την ελπίδα της χορηγίας μιας μελέτης του για την άγρια αχλαδιά.

Η «Αγρια αχλαδιά» είναι γεμάτη από μεγάλες σε διάρκεια (ενίοτε εξαντλητικές) σκηνές διαλόγων ανάμεσα σε ενδιαφέροντες ανθρώπους που ο Τσεϊλάν ενσωματώνει «μαγικά» με τη γαλήνια ομορφιά του τουρκικού τοπίου. Συζητήσεις επί συζητήσεων, κινηματογράφηση που αγγίζει την τελειότητα (ο διευθυντής φωτογραφίας Γκοκάν Τιριάκι, μόνιμος διευθυντής φωτογραφίας του Τσεϊλάν, αξίζει Οσκαρ), χιούμορ (προσέξτε τη σκηνή όπου ο νεαρός πλησιάζει τον επιτυχημένο συγγραφέα) αλλά και μια αίσθηση επανάληψης θεμάτων με τα οποία ο τούρκος σκηνοθέτης έχει ασχοληθεί καλύτερα στο παρελθόν.

Bαθμολογία: 3

ΑΘΗΝΑ: ΑΣΤΥ ΠΤΙ-ΠΑΛΑΙ ΘΕΣ/ΚΗ: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ

https://www.tovima.gr

Η άγρια αχλαδιά (The Wild Pear Tree) (***) ΚΡΙΤΙΚΗ : ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΪΜΑΚΗΣ

Σκηνοθεσία: Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν

Πρωταγωνιστούν: Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Σεμσίρ, Χαζάρ Εργκουκλού

O νεαρός Σινάν επιστρέφει στο χωριό του μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών του. Αν και θέλει να γίνει συγγραφέας, καταλαβαίνει τις δυσκολίες του εγχειρήματος και προσπαθεί να βρει τις απαντήσεις στα βασανιστικά ερωτήματα που τον απασχολούν.

Η ΑΓΡΙΑ ΑΧΛΑΔΙΑ – THE WILD PEARL TREE – AHLAT AGACI

Το κοινωνικό-ψυχολογικό πορτρέτο του ήρωα είναι ο καθρέφτης της σύγχρονης τουρκικής πραγματικότητας. Με τις ρίζες στην επαρχιακή και σκοτεινή Ανατολία αλλά το βλέμμα στην Ευρώπη των τεχνών και της ελευθερίας, το σινεμά του Τσεϊλάν βρίθει δεκάδων αναφορών και αναγνώσεων. Όπως και στη βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα «Χειμερία νάρκη», ο σημαντικός Τούρκος σκηνοθέτης προβαίνει σε ένα άκρως εγκεφαλικό αλλά με εικαστικές αρετές ψυχόδραμα όπου ο Μπέργκμαν συναντά τον Τσέχοφ και τον Ταρκόφσκι. Σινεμά σκέτη εμπειρία με περισσότερη ακόμη εξομολογητική διάθεση από τον σκηνοθέτη, που στο πρόσωπο του Σινάν βλέπει κομμάτια του δικού του εαυτού και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προβληματική σχέση με τον πατέρα του, ο οποίος (όπως έχει δηλώσει ο σκηνοθέτης) παρουσιάζει ομοιότητες με τον αληθινό πατέρα του.

https://www.athensvoice.gr/

Η Άγρια Αχλαδιά Filmy.gr || Βαθμολογία: [3/5] || Δημήτρης Κωνσταντίνου

Πρόσφατα βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα για την υπέροχη «Χειμερία Νάρκη» (2014), ο Nuri Bilge Ceylan επιστρέφει όλο αυτοπεποίθηση και φιλοδοξία. Η νέα του ταινία είναι ένα υπερμέγεθες, διαλογικό οδοιπορικό πάνω στη σύγχρονη Τουρκία, αυτήν του γενεαλογικού χάσματος, της υπαρξιακά χαμένης νέας γενιάς και των μάταιων ονείρων.

Βασίζοντας την ιστορία του στη σχέση του ανιψιού του Akin Aksu (συν-σεναριογράφος και ηθοποιός, στο ρόλο ενός εκ των ιμάμηδων) με τον πατέρα του, ο Ceylan χρησιμοποιεί την εν λόγω σχέση ως αφορμή για μια προσέγγιση πιο κοινωνική και καταγγελτική. Μέσω της σχέσης πατέρα-γιου, αλλά και της προσπάθειας του τελευταίου να εκδώσει ένα βιβλίο όπου καταγράφει τις σκέψεις του για τον τόπο του, κάνουν το πέρασμά τους από το φακό θεσμοί, πνευματικοί ηγέτες και θρησκευτικοί εκπρόσωποι για να καταδειχθεί μια κοινωνία δυσλειτουργική, χτισμένη πάνω σε θεμέλια αλαζονείας, ατομικισμού και συμφεροντολογίας. Η κοινωνική κριτική είναι πολύπλευρη και ουσιώδης, γιατί δεν στηρίζεται στην απλή παρατήρηση του προβλήματος, μα συσχετίζεται άμεσα -κι ίσως αιτιολογείται μέσω αυτής- με την ίδια τη σχέση του πρωταγωνιστή με τον πατέρα του: μια μικρογραφία του χάσματος των γενεών, της αντιδραστικότητας της μίας γενιάς προς την άλλη και των λαθών που επαναλαμβάνονται και διαιωνίζονται.

Ο Ceylan χαρακτηρίζεται ανέκαθεν από την εντυπωσιακή αποτύπωση των Τουρκικών τοπίων και την ενσωμάτωσή τους στην εκάστοτε κινηματογραφική θεματική. Πράγματι, κι εδώ ο φακός του Gokhan Tiryaki (μόνιμου κινηματογραφιστή του Ceylan) καταγράφει αποστομωτικά τα μεγαλοπρεπή φυσικά ή βιομηχανικά τοπία που συρρικνώνουν εντός τους τούς υπαρξιακά ασήμαντους ήρωες. Μόνο που μεγάλο μέρος της «Άγριας Αχλαδιάς» λαμβάνει χώρα εντός μικρών κλειστών χώρων, διαμερισμάτων, καταστημάτων και γραφείων, γεγονός που πλήττει την οπτική δύναμή της. Σε αντίθεση με την εκθαμβωτική «Χειμερία Νάρκη», όπου χώροι, φωτισμός κι ο πλούσιος σχεδιασμός παραγωγής σαγήνευαν το μάτι και καθιστούσαν την τρίωρη διάρκεια ανώδυνη -αν όχι καθηλωτική-, η «Αχλαδιά» χάνει σε ατμόσφαιρα και περιέχει στιγμές ασυγχώρητα κακής φωτογραφίας στις αστικές της τοποθεσίες (αποστομωτικός ο αριθμός «καμένων» πλάνων), πράγμα που αυτήν τη φορά καθιστά το τρίωρο το σαφώς αισθητό.

Δε βοηθά και το γεγονός πως, όσο καλογραμμένο κι αν είναι το σενάριο (ως είθισται συμμετέχει και η σύζυγος του Ceylan Ebru), αποκαλύπτει όσο εξελίσσεται και μια ασυγκράτητη αμετροέπεια, που τραβάει επιτηδευμένα το φιλμ στο «επικό» τρίωρο, περιέχοντας σημαντική ώρα άκρως περιττού υλικού (χαρακτηριστικά, η εξουθενωτικά μακροσκελής σεκάνς με τους ιμάμηδες) και αποσυντονίζοντας αναπόφευκτα τον θεατή από τον κεντρικό δραματικό πυρήνα: την σχέση πατέρα-γιου. Ευτυχώς, η τελευταία ολοκληρώνεται απολύτως εύστοχα και ευρηματικά, σε ένα εξαιρετικό φινάλε που, αν είχε φτάσει κάπου στη… μία ώρα νωρίτερα, θα μας είχε χτυπήσει με αξιοθαύμαστη κινηματογραφική δύναμη.

https://www.filmy.gr

Η ΑΓΡΙΑ ΑΧΛΑΔΙΑ (2018)

(AHLAT AGACI)

ΕΙΔΟΣ: Δράμα

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νούρι Μπιλγκέ Τζεϊλάν

ΚΑΣΤ: Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Τζεμτζίρ, Μπενού Γιλντιριμλάρ, Χαζάρ Εργκιουτσλού

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 188′

ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS

της Βικτωρίας Μιχαήλ [2,5/5]

Ό,τι ο πατέρας κρατάει κρυφό, βγαίνει στον γιο (τουρκική παροιμία). Καρπίζει, δεν είναι για χόρταση (δικό μας).

Εσχάτως, στους τίτλους τέλους των ταινιών του ο κορυφαίος Οθωμανός auteur συνηθίζει να ευχαριστεί τιτάνες της διανόησης, τους πατεράδες (της τέχνης) του. Στη συγκεκριμένη εκφράζει χάριτες στους Ντοστογέφσκι και Τσέχοφ ξανά αλλά όχι στον Τζέιμς Τζόις, απ’ το «Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία» του οποίου φαίνεται να εμπνέεται σε δομή και περιεχόμενο, διασκευάζοντας και συνεχίζοντάς το με Στέφανο Δαίδαλο έναν 22χρονο, φυσικά σε μια εκδοχή στη σύγχρονη (όχι στις αντιλήψεις) Τουρκία. Εάν δεν το έχει διαβάσει, ισχύει η ρήση «τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται», αλλά με τον Τζεϊλάν, ανίκανο να διαβάσει όλους τους δακτυλίους, να κουτσουρέψει όπου πρέπει τα κλαδιά και να ελέγξει τον τάσεων γιγαντισμού κορμό, να αγγίζει μόνο περιοδικά τα υψίπεδα της «Χειμερίας Νάρκης» του, με ένα για τη μεγάλη οθόνη «ιδιότυπο μετα-μυθιστόρημα αυτομυθοπλασίας…ελεύθερο από όποια πίστη, ιδεολογία και συμμαχία» για «τα ουσιώδη μυστικά της ύπαρξης». Έτσι ακριβώς το άγουρο alter ego του, ο Σινάν, περιγράφει το «Η Άγρια Αχλαδιά», το κοινωνικά παρατηρητικό μεν στοχαστικά προσωπικό δε πρώτο συγγραφικό πόνημά του, η Οδύσσεια (για να μείνουμε στον Ιρλανδό νεωτεριστή αλλά και στον Όμηρο, παρακάτω το γιατί) για την έκδοση του οποίου θα τον βγάλει στον πηγαιμό για την επιθυμητή ή κάποια άλλη, όπως αυτή όπου έχει τσακιστεί ο γεννήτοράς του, Ιθάκη.

Μια αγριοαχλαδιά ο ίδιος, στυφός στον λόγο του και με μια μόνιμη έκφραση στραβωμένου με όλα και με όλους ανθρώπου, ο με στρωμένη δουλειά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (αλλά με υποχρεωτικό «αγροτικό» στη μεθόριο κι εφόσον περάσει τις προγραμματισμένες εξετάσεις) μα φιλοδοξία λογοτέχνη νέος γυρίζει στη γενέθλια κωμόπολη Τσαν πτυχιούχος. «Αν δεν έχεις λεφτά, δεν έχεις ζωή», είναι η πρώτη κατανοητική κουβέντα που θ’ ακούσει, απ’ τον κοσμηματοπώλη που μεταξύ τυρού και ξέρεις τι θα τον ενημερώσει ότι έχει δανείσει τον πατέρα του. «Μην προσπαθείς να ξεφύγεις απ’ την πραγματικότητα. Κρύβεις το κεφάλι σου στην άμμο», θα ακουστεί απ’ την ηχομπάντα του serial που βλέπουν η μάνα κι η έφηβη αδελφή του όταν πρωτοξαναπατάει πόδι στο σπίτι. Θα τα ακούσει και περί «ευθύνης» απ’ τον Δήμαρχο, που δεν θα χρηματοδοτήσει την κυκλοφορία του γραπτού του επειδή δεν αφορά την ένδοξη ιστορία του τόπου και δεν βοηθάει στον τουρισμό. Από τη συμμαθήτρια που δουλεύει στο χωράφι, φοράει μαντίλα κι έχει λογοδοθεί με προξενιό θα ακούσει «ωραία! Σώσε το τομάρι σου» και «όλα, η ζωή, μοιάζουν τόσο ρόδινα αλλά δεν είναι. Είναι τόσο μαύρα». «Όταν δεν μας βλέπουν, εκτονωνόμαστε πάνω τους», θα ακούσει έναν άλλο συνομήλικο, που τρώει ψωμί στα ΜΑΤ, να λέει στο τηλέφωνο σ’ έναν μπιλιαρδοκαφενέ. «Για να ζήσεις σ’ αυτή τη χώρα πρέπει να προσαρμοστείς», θ’ ακούσει κι απ’ τον ασπούδαχτο χωματουργό λαμόγιο, ενδεχόμενο πάτρονα, που επίσης θ’ αρνηθεί να χορηγήσει την έκδοση μιλώντας του για τους μορφωμένους άφραγκους. «Εκείνη την εποχή οι δάσκαλοι είχαν περισσότερη ελευθερία στη διδακτέα ύλη. Καλό ήταν αυτό!», θ’ ακούσει απ’ τον προσεχώς συνταξιούχο «γέρο» του, που χρωστάει παντού εθισμένος στον επίσημο τζόγο των προποτζίδικων αλλά αστειεύεται υπαινικτικά ενώ τους κόβουν το ρεύμα. «Φτωχός κι επαρχιώτης. Και άνεργος», όπως αυτοπροσδιορίζεται μεμψίμοιρα κάποια στιγμή, ο εκκολαπτόμενος διανοούμενος Σινάν ακούει, ακούει, ακούει. Πώς θα απαντήσει;

«Πρέπει να πέσει ατομική βόμβα», θα πει για τα μέρη του. «Όλοι οι μισαλλόδοξοι μαζεμένοι» για τους νοματαίους. «Είναι μονίμως εξεγερμένος ενάντια στο παράλογο της ζωής» για τον πατέρα του. «Πώς μπορεί ένας συγγραφέας να είναι αξιόπιστος αν δεν μπορεί να δει τον αληθινό εαυτό του;» για την τέχνη του και «η αλήθεια δεν είναι πάντα αρεστή» για το χειρόγραφό του. Αλλά ποια είναι αυτή η αλήθεια, και μπορεί να την κατέχει απ’ τη στιγμή που «υπάρχουν περισσότερες από μία πραγματικότητες», όπως του λέει ο αναγνωρισμένος ομότεχνος απ’ τον οποίο ζητάει feedback αλλά μετά σχεδόν αρπάζει απ’ τα μούτρα συμπεριφορικά και ιδεολογικά; Ο Σινάν (νομίζει ότι) γνωρίζει, και ο Τζεϊλάν, που ορίζει επί τρίωρο τη διαδρομή τού ήρωά του, το ίδιο. Και οι δύο απλώνουν ρίζες πιο μακριά απ’ ό,τι τους παίρνει, χαρακτηριστικότερα σε δύο ιμάμηδες τζόβενα που κλέβουν μήλα από μια Εδέμ επί της… γης, αντιπαρατίθενται θεολογικά σχεδόν καραμαζοφικά και πηγαίνοντας να τελέσουν γάμο για εξτραδάκι ξεμακραίνουν από ένα λοφώδες μονοπάτι μέχρι μια τεϊοποσία, μαζί με τον νεανία, τον ρυθμό και την ιστόρηση. Δεν έχει να κάνει τόσο με τ’ ότι δεν είναι μόνο ο μοντερνιστικός γεροπλάτανος του Τζόις (τα οικονομικά ζόρια των οικείων, μια άσωτη στο διάβα του άβγαλτου, το κήρυγμα του παπά, ο Ρουβίκωνας στο ακρογιάλι, η τέχνη και μόνο ως εικόνισμα, όλα φύονται εδώ παραλλαγμένα) που ξυλεύεται. Γιατί, τρόπον τινά απολογιστικός (εδώ και τα περίχωρα του Τσανάκαλε και το σχολείο τού «Kasaba», ο νατουραλισμός και τα παππούδια τού «Σύννεφα του Μάη», η φαμίλια εκραγείσα και το πλάνο του σκυψίματος στη γέφυρα όπως στο «Τρεις Πίθηκοι», η ματαίωση σ’ ένα μη δοσμένο ραντεβού τού «Κλίματα Αγάπης», το βαθύ κράτος του «Κάποτε στην Ανατολία», η υπεροψία της της πένας της προηγούμενης ταινίας του, το χιόνι και στα τρία τελευταία), ο αποκαλούμενος στη γείτονα «αυτοβιογραφικός λοκαλισμός» τού σκηνοθέτη φυλλορροεί αφηγηματικά, ενώ διαποτίζεται από οπτικοακουστικές αναφορές και προς τον σουφιστή Γιουσούφ Εμρέ, τον Αλμπέρ Καμί, το χολιγουντιανό «Τροία» (σε μια σεκάνς οιονεί δράσης, κυριολεκτικά και μεταφορικά Δούρειο Ίππο, κυριολεκτικά και μεταφορικά όνειρο) και τον Μπαχ, ελέω του «Πασσακάλια και Φούγκα σε Ντο Eλάσσονα» που επανέρχεται σημαινόμενα μουσικά και, του δημιουργού θέλοντος ή μη, σε επίπεδο μεταφοράς για τον μεγαλύτερο, πιο ανεπιθύμητο ρόζο εδώ.

Η πασσακάλια είναι ένα επαναλαμβανόμενο βάσιμο σε τρίσημο ρυθμό. Η φούγκα είναι μια χαλαρή σύνθεση, που δύσκολα μπορεί να τεμαχιστεί σε αυστηρά οριοθετημένα μέρη. Όλα τα τεχνικά και μορφολογικά γνωρίσματά της υπηρετούν το να παρουσιαστεί αρχικά το θέμα, που στη συνέχεια υφίσταται επεξεργασία κι ανελίσσεται καθώς η πλοκή ρέει ασταμάτητα εωσότου φτάσει σε μια κορύφωση όπου κοπάζει προσωρινά η κινητικότητα. Αμέσως, μια γρήγορη αποκλιμάκωση προς το τέλος επαναφέρει τη βασική ιδέα στην αρχική της μορφή, στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε. Έτσι ακριβώς, οι τρεις σεναρίστες (ο ένας ιμάμης, Ακίν Ακσού, και η σύζυγος τού Τζεϊλάν, Εμπρού, που υπαναχώρησε της εκπεφρασμένης απόφασής της να μην ξαναεργαστεί σε φιλμ του επειδή αυτά υπερβάλλουν σε διάρκεια!) ετεροφωνούν αισθητά, αν όχι στο φροντισμένο αλσύλλιο των χαρακτήρων, στο μπόλιασμά τους και στο… φύτεμα κάποιων διαλόγων, ενώ μια υποπλοκή για 300 απωλεσθέντα ευρώ, η (έντυπη ή όχι;) κατάληξη του προϊόντος της σκέψης του, μια αντιδήλωση μεταμέλειας και μια αφιέρωση από και στη μητέρα αντίστοιχα, το αναπόφευκτα συγκρουσιακό man to man, ο στρατός τρέχουν τον Σινάν και ψιλοκλαδεύονται στο post ώσπου να πιάσουν την κορώνα αυτής της αρσενικής και με τάλε κουάλε κόμπλεξ «Lady Bird» των γραμμάτων στον Μαρμαρά.

Ίσαμ’ εκεί, έχουν… φυσικά ανθίσει αξέχαστα μπροστά στα μάτια σου, εκτός (της διδασκαλίας) του ensemble και των καδραρισμάτων που δεν σου αφήνουν την παραμικρή σκλήθρα, ευφυολογήματα όπως εκείνο για την πόρτα της τοπικής αρχής, η μονταζιά «pas de deux στην οξιά-σήκωμα αέρα και κάμερας-κλάμα μιας Κίρκης σ’ εδάφη που δεν άρδευσε το Time’s Up», το μακάβρια trompe l’oeil σκηνικό στήσιμο μιας σιέστας μυρμηγκιάς, η μεταξύ Ταρ και Ταρκόφσκι υπνωτική (#diplhs) λήψη της τρεχάλας του σκύλου υπό τις νιφάδες για μπλουμ στο λιμάνι, η από κάθε άποψη παιγνιωδώς κατεστραμμένη φιγούρα του σωκρατικής μαιευτικής εύχαρι πατέρα όπως θα τη σκάλιζαν από κοινού ο Αντόν κι ο Φιοντόρ στον φλοιό μιας διασταύρωσης «Βυσσινόκηπου» κι «Υπογείου». Προ-είκασμα του (αύριο του) γιου του, στον επίλογο θα τον υποδεχθεί σαν την καλαμιά στον κάμπο στο παλιόσπιτο του σογιού στην ύπαιθρο, στο σκάψιμο ενός πηγαδιού όπου μάταια κόντρα σ’ ό,τι του έλεγαν όλοι χρόνια προσπαθεί να βρει νερό. Ο κανακάρης θα του κάνει πάλι την καρδιά περιβόλι; Το αρτεσιανό φρέαρ του Τζεϊλάν, τζοϊσικό ή όχι, θα αναβλύσει εκεί στο coup de foudre του(ς): Non serviam. Ου δουλεύσω. «Είναι κάτι σαν δοκιμασία για την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου. Όσο κι αν προσπαθείς να την κρύψεις, με κάποιον τρόπο αποκαλύπτεται», είχε πει για το γράψιμο στο ξεκίνημα, θαρρείς μιλώντας για τον realisateur του, με τα καλά και τα κακά του, το μυθοπλαστικό φυντανάκι του. Άντε Νούρι, με τα πολλά πολλά δεν έφαγες χώμα πάλι…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Από εικαστικοδραματουργικά σπάνιο μπουμπούκι έως γόνιμου προβληματισμού αντι-ερντογανική σύνθεση, κάθε σοδιά εντυπώσεων από το μπουκέτο των εδώ φίλων τού καλλιεργημένου cineaste είναι πιθανή. Αν ταινία του βλασταίνει πρώτη φορά μπροστά στα μάτια σου, σποραδικά ίσως το βρεις λίγο γλάστρα-με-νόημα ή νιώσεις ότι είδε τα δέντρα κι έχασε το δάσος. Πέρασε κι η μόδα των Σουλεϊμάν κ.λπ., οι του εμπορικού μπορεί να πετάξουν κηπευτικό στην οθόνη αν το τολμήσουν.

http://freecinema.gr/

Η Άγρια Αχλαδιά The Wild Pear Tree ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Δραματική ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 2018 ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Τουρκία/FYROM/Γαλλία/Γερμανία/Βοσνία/Σουηδία, ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 188 ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡ. Σκηνοθεσία: Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν Πρωταγωνιστούν: Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Τσεμσίρ, Μπενού Γιλντιριμλάρ

Νεαρός επιστρέφει απρόθυμα μετά τις σπουδές του στο χωριό που μεγάλωσε φιλοδοξώντας να αποφασίσει τι θα κάνει με το μέλλον του και να προσπαθήσει να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 3.1.2019 [3/5]

Η επιστροφή ενός νέου, επίδοξου συγγραφέα, στην γενέτειρα του, το Τσανάκαλε (που, διόλου συμπτωματικά, είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του σκηνοθέτη Νούρι Μπιλγκέ Τσεϊλάν) εμπνέει τον κάτοχο του Χρυσού Φοίνικα με την προηγούμενη ταινία του, τη Χειμερία Νάρκη, σε μια ακόμη ενδιαφέρουσα, μακρόσυρτη μελέτη χαρακτήρων, σε ένα σινεμά θεσπέσιων εικόνων και εκτενούς βερμπαλισμού. Με ηχητικό φόντο Μπαχ, ο Τσεϊλάν θίγει κομψά τον συντηρητισμό και το πολιτικό αδιέξοδο της χώρας του μέσα από τα διλήμματα ενός απογοητευμένου άνδρα που καλείται να αποφασίσει για το μέλλον του στο χωριό που μεγάλωσε, καθώς βλέπει τη μάνα και την αδελφή να έχουν αγκιστρωθεί στην παθητική τηλεθέαση, τον πατέρα του να έχει εθιστεί στον τζόγο, τους παιδικούς του φίλους να έχουν παραμείνει στάσιμοι και την παλιά του αγαπημένη λυπημένη (ή έτσι θέλει να νομίζει) και αδύναμη να ξεριζώσει τη σύμβαση και τον γάμο της ο τρυφερός και έντονος διάλογος τους στο δάσος είναι η καλύτερη σεκάνς της ταινίας. Η Άγρια Αχλαδιά δεν κρύβει εκπλήξεις στην πλοκή και ακολουθεί το τέμπο και το ύφος πανοραμικής οπτικής και θεατρικού λόγου, διατηρώντας την λογική ενός δράματος δωματίου

Πηγή: www.lifo.gr

Κριτική για την ταινία Η Άγρια Αχλαδιά

Από Νίκος Δρίβας – 06/01/2019 [3/5]

Έχουμε δει πολλές ταινίες τον τελευταίο καιρό από τον υπόλοιπο κόσμο και έχουμε μια νέα προσπάθεια με την ταινία «Άγρια Αχλαδιά» να αναφέρεται ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες της φετινής χρονιάς. Ισχύει κάτι τέτοιο;

Ο νεαρός Σινάν επιστρέφει μετά τις σπουδές στο χωριό όπου μεγάλωσε. Ανυπόμονος να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο, προσπαθεί ταυτόχρονα να αποφασίσει τι θα κάνει με το μέλλον του.

Πραγματικά είναι μερικές ταινίες που δεν περιμένεις να σε εντυπωσιάσουν και φυσικά δεν προβάλλονται, όσο θα έπρεπε ειδικά στην Ελλάδα. Και ενώ υπάρχει μεν σημαντικό κοινό που τις παρακολουθεί και στηρίζει, εστιάζουμε σε πιο «εμπορικές» ταινίες.

Η ταινία «Άγρια Αχλαδιά» είναι γυρισμένη με απλό τρόπο και ταυτόχρονα ανατρεπτικό τρόπο, με τον σκηνοθέτη να εστιάζει σε μερικά επίκαιρα θέματα με χιούμορ, συναίσθημα αλλά και μια ωραία διακριτική κριτική.

Δεν είναι η πιο γρήγορη ταινία του κόσμου, κρατάει 3 γεμάτες ώρες, δεν είναι κάτι «συνηθισμένο» για τον μη μυημένο θεατή, ωστόσο είναι γυρισμένη με απλό τρόπο και ταυτόχρονα εντυπωσιακό τρόπο, χωρίς υπερβολές.

Πραγματικά αποδεικνύεται ότι σε πολλές ταινίες δεν χρειάζονται φανφάρες απλά να δίνεις την δική σου ταυτότητα, με την ταινία «Άγρια Αχλαδιά» να καταφέρνει (παρά τους αργούς ρυθμούς ανά σημεία) πολλά πράγματα.

Η ταινία εστιάζει στον άνθρωπο και τα προβλήματα του, σε μια ταινία χωρίς μεμψιμοιρίες και σκεπτικισμό, ενώ το σημαντικότερο είναι πως το κάνει με περιορισμένα κλισέ και δίνει μια άλλη οπτική σε θέματα που είναι αν μη τι άλλο πολύ σημαντικά.

Καταρχήν, με βάση την θεματολογία της ταινίας και το γενικότερο στόρι με βάση και τα μηνύματα που θέλει να περάσει, θα ήταν πολύ εύκολο να επιλέξει τον εύκολο δρόμο, ωστόσο (με μερικά ψεγάδια) δίνει μια διαφορετική ματιά.

Η απεικόνιση των καταστάσεων και χώρων είναι πολύ καλή (με το δεύτερο μέρος να είναι καλύτερο και πιο to the point), ενώ γίνεται εξαιρετική οικονομία χρονου, με την ταινία να εστιάζει πάνω απ’ όλα στον άνθρωπο.

Υπάρχουν μερικές πολύ ενδιαφέρουσες πινελιές στους χαρακτήρες και κυρίως βέβαια στην πρωταγωνίστρια, πολυποίκιλες αναφορές σε θέματα ευρύτερης προσέγγισης και γενικότερα μια αντισυμβατική σκηνοθεσία που σε κάνει να ταυτίζεσαι με όσα γίνονται.

Η ταινία ούτε προκαλεί, ούτε προβοκάρει όπως μπορεί να έκανε κάποια αντίστοιχη, ενώ δεν έχει και πολλές ενδιαφέρουσες καταστάσεις και κάτι το οποίο πάντα σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, τα οποία φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε.

Ακόμα και σε λίγες σκηνές που μοιάζει στατική (δεν επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα) είναι πρωτότυπη με τον τρόπο της, ενδιαφέρουσα και μάλιστα προσφέρει κάτι στον θεατή χωρίς να είναι δήθεν, αλλά αντίθετα είναι ωραία δομημένη και φτιαγμένη.

Η «Άγρια Αχλαδιά» είναι μια προσεγμένη και απλή παραγωγή και γενικότερα υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον στον τρόπο που κυλάει στο σύνολο της η ταινία, ενώ όσο περνάει η ώρα εξελίσσεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Συνοψίζοντας, μιλάμε σίγουρα για μια αξιοπρόσεκτη ταινία, η οποία μπορεί να είχε να δώσει λίγα πραγματάκια ακόμα, αλλά κακά τα ψέματα είναι μια προσπάθεια που χρειαζόμαστε για να δώσει μια άλλη οπτική, χωρίς φανφάρες και κουραστικές αναλύσεις, μέσα από μια άκρως ενδιαφέρουσα ματιά.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: ★★★.5

http://www.cineramen.gr/

Η άγρια αχλαδιά Παύλος Γκουγιάννος [3,5/5]

MOVE IT

Σύνοψη: Ο Σινάν τέλειωσε τις σπουδές του και επιστρέφει στο χωριό που μεγάλωσε και στο πατρικό του σπίτι. Εκεί θα συναντήσει τον ανεύθυνο και χρεωμένο πατέρα του (λόγω εθισμού του στον τζόγο), την υποτακτική μητέρα του, μία παλιά του συμμαθήτρια, παλιούς φίλους του και έναν εκδότη καθώς θέλει να γίνει συγγραφέας, και προσπαθεί να εκδώσει το νέο του βιβλίο. Μέσα από τις συζητήσεις του με αυτούς τους ανθρώπους θα εκδηλώσει την αποστροφή του προς την κουλτούρα του χωριού του, ψάχνοντας να βρει τι θα κάνει στο μέλλον.

Άποψη: Η «Άγρια Αχλαδιά» είναι η πιο αυτοβιογραφική ταινία του βραβευμένου με Χρυσό Φοίνικα τούρκου σκηνοθέτη Nuri Bilge Ceylan, που αποτελεί και την υποψηφιότητα της Τουρκίας στα φετινά Όσκαρ. Ο σκηνοθέτης μέσα από τις ταινίες του βιογραφεί τον τόπο του, κυρίως την τούρκικη ενδοχώρα και τους ανθρώπους που ζουν σε αυτήν με στοιχεία που απορρέουν και από τον ίδιο. Αυτήν την φορά όμως ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Σινάν, καθίσταται ένα alter ego του Ceylan. Στην πιο ομιλητική ίσως ταινία του, όπου τα γνώριμα βουβά μακράς διάρκειας πλάνα του αντικαθίστανται από μακράς διάρκειας διαλογικές σκηνές, ακολουθεί την πορεία ενός φέρελπι συγγραφέα στην σύγχρονη Τουρκία.

Τα εμπόδια που βρίσκει είναι αφενός ο εαυτός του, που πρέπει να πάρει απόφαση τι θέλει να κάνει, σε ένα κόσμο όμως που δεν του δίνει κατεύθυνση, αλλά τον έχει αφήσει μετέωρο, όπως και η οικογένειά του, αφετέρου είναι ο κοινωνικός περίγυρος, η αδιαφορία των γονιών, η κατεύθυνση της τουρκικής ιντελιγκέντσια προς μία εθνικιστική στροφή, ανάδειξης του τουρκικού κράτους και πολιτισμού, αντί του κοινωνικού ρεαλισμού που ακολουθεί ο νεαρός συγγραφέας. Απόδειξη η συζήτηση με έναν εκδότη που του λέει ότι αν έγραφε για την Τροία, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται στο τουρκικό κράτος και αποτελεί σπουδαίο αξιοθέατο, τότε θα είχε τύχη, αλλά να γράψει για ένα γέρο που ζει στην περιοχή του τουριστικού προορισμού δεν έχει νόημα.

Και εδώ έγκειται η έννοια της αυτοβιογραφίας, διότι όπως ο Σινάν αποστρέφεται την παραδοσιακή τουρκική λογοτέχνια, θέλοντας να ασχοληθεί με τους ανθρώπους και με πιο ταπεινά και ταυτόχρονα υπαρξιστικά πράγματα, έτσι και ο Ceylan αρνήθηκε με το σινεμά του να μπει στην διαδικασία της εθνικής ανάδειξης. Πάντοτε στις ταινίες του αρκέστηκε στα απλά, τα καθημερινά, προσπαθώντας μέσω αυτών να φθάσει στα υψηλά, δηλαδή στην ίδια την ουσία της ύπαρξης, στις ρίζες αυτής της άγριας αχλαδιάς που ονομάζουμε ζωή. Αυτή η σκηνοθετική του προτίμηση καθίσταται ακόμα πιο εμφανής με τις σκηνές όπου μάνα και κόρη βλέπουν τούρκικα σίριαλ, με τον γνωστό μελοδραματικό στόμφο που τόσο πολύ διαφέρει από την έννοια του τσεϊλανικού Sublime. Επίσης, ο Σινάν λέει πως γράφει ένα μεταμυθιστόρημα με μικρές ιστορίες που οδηγούν όλες μαζί στην αυτοβιογραφία, κάτι που αν σκεφτούμε κάνει και ο σκηνοθέτης με τις ταινίες του, αλλά και μέσα στην «Άγρια Αχλαδιά», μία ταινία που στην πραγματικότητα αποτελείται από βινιέτες, όπου στην καθεμία βλέπουμε τον κεντρικό ρόλο να συνομιλεί με κάποιον, τον πατέρα, την μητέρα, παλιό φίλο, έναν γνωστό συγγραφέα, χωρίς απαραίτητα να έχουν συνοχή μεταξύ τους, οδηγώντας όμως στον ίδιο στόχο, που είναι η ψυχή του ήρωά του. Το μόνο που το χωρίζει από το αριστούργημα είναι η τρίωρη διάρκεια, γιατί αν στις προηγούμενες ταινίες δεν ήταν τόσο κουραστική η διάρκεια διότι υπήρχε μία ιστορία, τώρα που όλη η ταινία αποτελείται από διαλογικές σκηνές, γίνεται μία υπέροχη, αλλά κατά τόπους κουραστική ταινία.

Προβάλλεται:

Άστυ / Πέμ.-Τετ.: 17.20/ 20.45

Πτι-Παλαι / Πέμ.-Τετ.: 17.20/ 20.45

https://www.moveitmag.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: