Αντρέι Ρουμπλιόφ (1966) του Αντρέι Ταρκόφσκι || Κριτικές-Γράφτηκε για την Ταινία

Andrei Rublev
του Andrei Tarkovsky

Πρόκειται για την εκπληκτική τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής που απεικονίζει τη ζωή του Αντρέι Ρουμπλιόφ/ Andrei Rublev, ενός αγιογράφου-καλόγερου στη Ρωσία του 15ου αιώνα, μια περίοδο έντονης βίας και αιματηρών επιδρομών από βαρβάρους.

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2019

ROMA 2018 του Αλφόνσο Κουαρόν η καλύτερη ταινία του 2018 , από τις συγκλονιστικότερες του 21ου αιώνα | του Γιάννη Καραμπίτσου

Ρόμα (2018) του Αλφόνσο Κουαρόν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Πάτρα : Σεμινάριο Ιστορίας και Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου “Κάντο όπως ο Μπέργκμαν”

Σύντομα θα ανακοινωθούν τα υπόλοιπα Σεμινάρια Κινηματογράφου του Σχολείου του Σινεμά της Αθήνας για το Έτος 2019.

 

 

andrei_rublev-ussr++

Ο Ρουμπλιόφ, όταν σε μια επιδρομή των Τατάρων αναγκάζεται να σκοτώσει για να προστατεύσει μια ανυπεράσπιστη κοπέλα, βυθίζεται στη σιωπή και απαρνείται για πολλά χρόνια τη ζωγραφική. Θ’ αρχίσει να μιλά και να ζωγραφίζει ξανά, στο έξοχο, τελευταίο μέρος της ταινίας, όταν το πείσμα και η δύναμη ψυχής του νεαρού και άπειρου χύτη που κατασκευάζει την τεράστια καμπάνα, θα του ξαναδώσει το πάθος για ζωή και δημιουργία. Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκονται τα μεγάλα θέματα που απασχόλησαν τον Ταρκόφσκι σ’ όλο του έργο: το νόημα της ζωής, το αίνιγμα του θανάτου, η πνευματικότητα, η μεταφυσική, το ζήτημα της πίστης, η αθανασία της ψυχής, οι έννοιες της θυσίας και της αγάπης.
Και όμως, αυτή η bigger than life ταινία «φυλακίστηκε» από τους μικρόψυχους σοβιετικούς γραφειοκράτες για έξι ολόκληρα χρόνια, μέχρι την προβολή της το 1972 στο Φεστιβάλ Καννών και έκτοτε καταχωρήθηκε ως αυτό που πραγματικά είναι: ένα ανυπέρβλητο κινηματογραφικό αριστούργημα που συχνά το συναντάμε στις λίστες για τις δέκα καλύτερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά. Λέει ο δημιουργός της ταινίας Αντρέι Ταρκόφσκι/ Andrei Tarkovsky για το έργο του, στο κορυφαίο βιβλίο του Σμιλεύοντας τον χρόνο: «Το σενάριο γράφτηκε σε χωριστά επεισόδια, σε νουβέλες, όπου δεν εμφανιζόταν πάντοτε ο ίδιος Ρουμπλιόφ. Ωστόσο ακόμα κι όταν δεν ήταν παρών έπρεπε να αισθανόμαστε το πνεύμα του, να ανασαίνουμε την ατμόσφαιρα που διαπότιζε τις σχέσεις του με τον κόσμο…Τα επεισόδια, το καθένα με τη δική του πλοκή και θεματική αντλούν την ενότητά τους από την ποιητική λογική της ανάγκης του Ρουμπλιόφ να ζωγραφίσει την ξακουστή Αγία Τριάδα του. Το ένα επηρεάζει το άλλο και αναπτύσσονται ακολουθώντας τις εσωτερικές συγκρούσεις του καλλιτέχνη… Πρόκειται για ένα είδος οπτικής αναπαράστασης των αντιφάσεων και της πολυπλοκότητας της ζωής και της δημιουργικότητας στην τέχνη… Είναι εύκολο να καταλάβουμε πόσο ανεφοδίαστος ήταν ο Αντρέι για να αντιμετωπίσει τη ζωή όταν εγκατέλειψε την προστατευμένη ζωή του μοναστηριού, η οποία του έδινε μια στρεβλή άποψη της ζωής. Και μόνον αφού πέρασε όλους τους κύκλους της οδύνης, έγινε ένα με τη μοίρα του λαού του κατάφερε να επιστρέψει στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε: στην ιδέα της αγάπης, της αδελφοσύνης και της αλήθειας, έχοντας βιώσει τα βάσανα των συνανθρώπων του. Οι παραδοσιακές αλήθειες παραμένουν αλήθειες μονάχα όταν τις δικαιώνει η ατομική εμπειρία…».

(δ.τ.)

ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ
Αντρέι Ρουμπλιόφ

Η υπέρβαση στην τέχνη είναι αντικείμενο αλλά και μέθοδος στη δεύτερη ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι από το 1966 με τίτλο «ΑΝΤΡΕΪ ΡΟΥΜΠΛΙΟΦ». Αυτό ήταν το όνομα του σπουδαιότερου Ρώσου εικονογράφου του 15ου αιώνα. Ο Ρουμπλιόφ εδώ δε συνιστά το υποκείμενο της ιστορίας της ταινίας, αλλά το σημείο εκκίνησής της… Οι ταινίες του μεγάλου Σοβιετικού δημιουργού παίρνουν μορφή θαρρείς μέσα από μια οργανική διαδικασία και είτε τις εκτιμάμε θετικά είτε όχι είναι ζωντανοί οργανισμοί με κατάδικό τους κυκλοφορικό σύστημα.
Η τρεισήμισι ωρών αναπαράσταση του πραγματικού κόσμου εκείνης της εποχής, ή καλύτερα η ανάπλασή του, παίρνει υπόψη της ότι, η άποψη των σημερινών ανθρώπων για κείνη τη μακρινή εποχή διαφέρει παντελώς από την άποψη των τοτινών ανθρώπων για την εποχή μέσα στην οποία ζούσαν. Ετσι η ταινία του Ταρκόφσκι – που δεν είναι ούτε βιογραφία ούτε ιστοριογραφία με μορφή συνεκτικής ιστορίας – δεν περιορίζεται σε απλή εικονογράφηση φορτωμένη με στοιχεία τύπου «κειμήλιου» ή «σπάνιου συλλεκτικού κομματιού» στα μάτια των σύγχρονων θεατών, αλλά δομείται με ομιλούσες σεκάνς από τη ζωή του αγιογράφου. Με επεισόδια, σε χαλαρή σχέση μεταξύ τους, που ακουμπούν πάνω σε κρίσεις πίστης, που αγγίζουν την ωμότητα και το χάος αλλά και την αντίδραση τόσο του καλλιτέχνη όσο και του πιστού. Ο Ταρκόφσκι βγάζει τον μοναχό Ρουμπλιόφ έξω από το μοναστήρι και τον θέτει αντιμέτωπο με τις σκληρές και ενοχλητικές καταστάσεις μέσα στον κόσμο που ζει.
Ο Ρουμπλιόφ – σε ρόλο περισσότερο παρατηρητή και μάρτυρα μιας εποχής που ρημάζεται από πολέμους, παρά πρωταγωνιστή, σφραγίζει την τύχη του Αντρέι Ταρκόφσκι, ως ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης του κινηματογράφου. Με μεγαλειώδεις σκηνογραφίες, εκπληκτικές κινήσεις της κάμερας και αφηγηματική ποίηση που σφύζει από φαντασία, ο Ταρκόφσκι εκθέτει τη δική του εκδοχή για τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης. Η αφήγηση της ταινίας πραγματώνεται μέσα από εννέα κεφάλαια που ακολουθούν τη διαδρομή του εικονογράφου στο εσωτερικό μιας κατεστραμμένης από ατέλειωτους εμφύλιους Ρωσίας. Οι πιο δυνατοί πρίγκιπες βρίσκονται σε συνεχείς εχθροπραξίες για τη νομή της εξουσίας και τα χωριά στενάζουν υπό το φόβο των επιδρομών των Τατάρων. Στο επίκεντρο αυτού του χάους ο Ρουμπλιόφ αναζητά απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και το νόημα, τη σημασία που αυτά προσλαμβάνουν σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Ενα είδος διαλογισμού πάνω στην «πίστη» και πάνω στη «δυνατότητα» ή τη «μη δυνατότητα» σε σκληρούς καιρούς… Πάνω στο έλεος και την καταδίκη… Και πάνω στην τελική «κρίση», που είναι το θέμα της ζωγραφικής δουλειάς που ο εικονογράφος αναλαμβάνει στις αρχές του 1400, αλλά αντιμετωπίζει δυσκολίες να ξεκινήσει… Το αποτέλεσμα είναι μια κινηματογραφική εμπειρία εκτός κάθε τετριμμένης τέτοιας, όπου ο Ταρκόφσκι κάνει τους λογαριασμούς του με την «πίστη» τόσο τη θρησκευτική όσο και την καλλιτεχνική. Με την πρώτη σκηνή της ταινίας να συνιστά την απόλυτη κινηματογραφική τέχνη, ενώ τους ρόλους κρατούν ηθοποιοί τους οποίους θα ξανασυναντήσουμε και σε επόμενες ταινίες του σκηνοθέτη. Η ταινία έλαβε το ειδικό βραβείο της κριτικής επιτροπής το 1969 στο φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών.

Παίζουν: Ανατόλι Σολονίτσιν, Ιβάν Λάπικοφ, Νικολάι Γκρίνκο, Νικολάι Σεργκέγιεφ κ.ά.

Παραγωγή: Σοβιετική Ένωση (1966)

https://www.rizospastis.gr/

ANDREI RUBLYOV – Αντρέι Ρουμπλιόφ 1969 (Andrei Tarkovsky):

Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Tarkovsky, με πρόσχημα την «ασκητική» ζωή του Αντρέι Ρουμπλιόφ, του μοναχού του 15ου αιώνα, που έγινε ο κορυφαίος δεξιοτέχνης της θρησκευτικής ζωγραφικής. Η ταινία αναφέρεται στις σχέσεις ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο, στον άνθρωπο και τη φύση, στην φύση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, στον ρόλο του καλλιτέχνη, στον καλλιτέχνη και το λαό, καθώς και στο Ρώσο και στη χώρα του ως φυσικό και μυστικιστικό στοιχείο. Ο «Αντρέι Ρουμπλιόφ» είναι η ταρκοφσκική άποψη για το είδος της επικής βιογραφίας. Μέσα από έξι ιστορίες της ζωής ενός σπουδαίου αγιογράφου-μοναχού, μας δίνεται η αναπαράσταση της Φιλοσοφίας μιας Εποχής, των αυστηρών κανόνων που, εντελώς σχηματικά και αφαιρετικά, θα λέγαμε σήμερα ότι ρύθμιζαν τη ζωή τότε. Το κύριο εκφραστικό μέσο του σκηνοθέτη είναι κλασικά το μονοπλάνο. «Δεν δέχομαι ότι το μοντάζ είναι το κύριο διαμορφωτικό στοιχείο της ταινίας, όπως διατείνονταν το 1920-1930 οι πρωτεργάτες του «κινηματογράφου του μοντάζ», ακολουθώντας τον Kuleshov και τον Eisenstein, λες κι ένα φιλμ φτιάχνεται στο τραπέζι του μοντάζ». Η ταινία είναι ασπρόμαυρη, με μόνη εξαίρεση το χρώμα των αγιογραφιών που μας δείχνονται στο τέλος της. Δηλαδή, το μόνο χρώμα που χρησιμοποιεί ο Tarkovsky είναι το χρώμα με την αρχετυπική του έννοια, η μπογιά των πινάκων του Αντρέι Ρουμπλιόφ! Η ταινία είναι εμποτισμένη με την μόνιμη φιλοσοφική αγωνία του ίδιου του σκηνοθέτη, για την φύση της Τέχνης. Οι διάλογοι του Ρουμπλιόφ με τον δάσκαλο του, τον Θεοφάνη τον Έλληνα, για την ουσία της καλλιτεχνικής δημιουργίας και για την πίστη αποτελούν την σημαντικότερη σκηνή στο έργο του Tarkovsky και φυσικά στην ιστορία του κινηματογράφου και της διανόησης γενικότερα. Ο στοχασμός αυτών των ανθρώπων που ασκούσαν μια τέχνη (αγιογραφία) η οποία όφειλε να είναι ένα εκκλησιαστικό όργανο πίστης, η ανάγκη τους να υπάρξουν μέσα από ένα δημιούργημα δια του οποίου η ύπαρξη επιφυλάσσεται μόνο στο Θείο, σε συνδυασμό με την χρονική περίοδο, αλλά και την Χώρα που αυτή η αναζήτηση διεξάγεται (η ταινία αποσύρθηκε αμέσως μετα την πρώτη προβολή από την Ε.Σ.Σ.Δ.), δημιουργούν ένα πλέγμα, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρον για κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Η ταινία αξίζει επίσης για την ιδιαίτερη εικαστική φροντίδα. Μορφικά, ο Αντρέι Ρουμπλιόφ αγγίζει την απόλυτη κινηματογραφική τελειότητα και αποτελεί ένα κεφάλαιο ιστορίας, θεωρίας και πράξης του κινηματογράφου. Είναι ολοφάνερο από τα «παιδικά χρόνια του Ιβάν» αλλά κυρίως με τον Ρουμπλιόφ ότι ο Tarkovsky προσπαθούσε να περιορίσει και ακόμα να εκμηδενίσει τον ρόλο του γραπτού-σεναριακού λόγου. Ότι για το αμερικανικό σινεμά είναι το Άλφα και το Ωμέγα της ύπαρξης και της μοναδικότητάς του, για τον Tarkovsky ήταν η φυλακή και ο αντίπαλός του. Αυτό που κυριαρχεί σε κάθε υποδιαίρεση της ταρκοφσκικής οθόνης είναι ο διαρκής μετασχηματισμός κάθε πλάνου σε μια αυθύπαρκτη εικαστική οντότητα. Η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου (1995) την τοποθέτησε στην όγδοη θέση των καλύτερων ταινιών όλων των εποχών. Μια ταινία-ύμνος στον άνθρωπο και τη δύναμή του, αληθινός σταθμός στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου και όπως έχει γράψει και ο κριτικός κινηματογράφου Β. Σωτηρόπουλος, όποιος δεν την έχει δει, δεν δικαιούται να ομιλεί για κινηματογράφο.
Αναρτήθηκε από Cahiers du cinema

http://the100bestmovies.blogspot.com/

Αντρέι Ρουμπλιόφ , 1966
(Andrey Rublyov)

Σκηνοθεσία
Αντρέι Ταρκόφσκι
Σενάριο
Αντρέι Ταρκόφσκι, Αντρέι Κοντσαλόφσκι
Πρωταγωνιστούν
Ανατόλι Σολονίτσιν, Ιβάν Λάπικοφ, Νικολάι Γκρίνκο, Νικολάι Σεργκέγιεφ, Ίρμα Ράους

Χώρα
Ρωσία
Είδος
Ιστορικό δράμα
Πρεμιέρα
25 Απριλίου 2013

Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Ταρκόφσκι είναι μια βιογραφική ταινία –για τον θρυλικό ρώσο αγιογράφο του 15ου αιώνα, Αντρέι Ρουμπλιόφ– που όμοιά της δεν υπάρχει στη σινεματική ιστορία.

Έτη φωτός μακριά από τη συμβατική γραμμική αφήγηση μιας συνηθισμένης σινεβιογραφίας, η πρώτη μεγάλου μήκους μυθοπλασία του Ταρκόφσκι δεν ασχολείται καθόλου με την εμπεριστατωμένη διαδοχή γεγονότων και χρονολογιών που καθόρισαν τη ζωή του αγιογράφου Αντρέι Ρουμπλιόφ (1360-1427). Διαρθρωμένη σε επτά υποκεφάλαια, πρόλογο κι επίλογο, η ταινία –μέσα από νεφελώδεις χαρακτήρες, μια ποιητική καταγραφή φαινομενικά (ή και πραγματικά) ασύνδετων συμβάντων, και με τον κεντρικό χαρακτήρα συχνά να απουσιάζει τελείως από την εξέλιξη της ιστορίας– «θέτει ερωτήματα για τη σχέση μεταξύ καλλιτέχνη, κοινωνίας και πνευματικών πεποιθήσεων. Και δεν καταπιάνεται καν με το να τα απαντήσει», όπως πολύ όμορφα έγραφε, το Δεκέμβρη του 2010 στον «The Guardian» ο Στιβ Ρόουζ, σε άρθρο-εγκώμιο με τίτλο «”Αντρέι Ρουμπλιόφ”, η καλύτερη “καλλιτεχνική” ταινία όλων των εποχών».

Κλείνοντας, παραθέτω ένα ακόμη απόσπασμα από το εν λόγω ενθουσιώδες κείμενο του Ρόουζ, το οποίο εστιάζει σε μια από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του σελιλόιντ, για έναν θρησκευόμενο ζωγράφο, αργότερα εθνικό ήρωα και τέλος, άγιο με τη βούλα του μοσχοβίτικου πατριαρχείου εν έτει 1988 –χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας, δηλαδή. «Δεν πρόκειται για ταινία που πρέπει να την επεξεργαστείς ή ακόμη και να την καταλάβεις• μόνο να τη βιώσεις και να την αποθαυμάσεις πρέπει. (…) Από την πρώτη σκηνή, ύστερα από την πτήση ενός αυτοσχέδιου αερόστατου, μέσα από βελούδινη κίνηση της κάμερας και έντονες συνθέσεις, οδηγούμαστε μακριά σε έναν τόπο και χρόνο, όπου αισθανόμαστε εξίσου μπερδεμένοι, έκπληκτοι και τρομοκρατημένοι με τον ίδιο τον Ρουμπλιόφ. Για τις επόμενες τρεις ώρες θα κατέβουμε στη λάσπη και το χάος της μεσαιωνικής Ρωσίας, πάνω στην παλίρροια της Ιστορίας, με όχημα φοβερές επιδρομές Ταρτάρων, αλλόκοτες ειδωλολατρικές τελετουργίες, πείνα, βασανιστήρια και φυσικές κακουχίες. Παρακολουθούμε την ίδια τη ζωή σε όλα της τα επίπεδα, από τις βροχοσταγόνες που πέφτουν σε ένα ποτάμι ως τα στρατεύματα που ρημάζουν μια πόλη, συχνά στο ίδιο, αδιάλειπτο πλάνο».

Τατιάνα Καποδίστρια

https://tospirto.net

Andrej Rublev. Σοβιετική Ενωση, 1966. Σκηνοθεσία: Αντρέι Ταρκόφσκι. Σενάριο: Αντρέι Μιχάλκοφ-Κοντσαλόφσκι, Αντρέι Ταρκόφσκι. Ηθοποιοί: Ανατόλι Σολονίτσιν, Ιβάν Λαπίκοφ, Νικολάι Γκρίνκο, Νικολάι Σεργκέιεφ. 185 λεπτά.

Επανέκδοση ενός ανεπανάληπτου αριστουργήματος, με τον Ταρκόφσκι να χρησιμοποιεί την ιστορία του Ρώσου αγιογράφου του 15ου αιώνα, Αντρέι Ρουμπλιόφ, για να κάνει ένα σχόλιο πάνω στη ζωή, το θάνατο, την τέχνη, την πνευματικότητα, αλλά και πάνω σε μια βίαιη εποχή.

Σε επανέκδοση, και στην ολοκληρωμένη εκδοχή της (των 185 λεπτών), προβάλλεται το αριστούργημα αυτό του Αντρέι Ταρκόφσκι, απεικόνιση της ζωής του Αντρέι Ρουμπλιόφ, ενός αγιογράφου-καλόγερου στη Ρωσία του 15ου αιώνα, περίοδο έντονης βίας και αιματηρών επιδρομών από βαρβάρους. Εξοχη τοιχογραφία μιας ολάκερης εποχής που συνδυάζει το λαϊκό έπος με τον ανθρωπισμό, αλλά και το μυστικισμό του σκηνοθέτη της.

Από τα πρώτα κιόλας πλάνα, με τον χωρικό που μπαίνει σ’ ένα πρωτόγονο αερόστατο για να πετάξει, έστω και για λίγο, στον ουρανό, ο Ταρκόφσκι μάς εισάγει στο βασικό θέμα της ταινίας του, εκείνο της τέχνης και της θέσης του καλλιτέχνη στην κοινωνία, μαζί κι ενός μυστικισμού, που δίνεται μεταφορικά με την άνοδο του αερόστατου στους ουρανούς. Στοιχείο που επαναλαμβάνεται με τρόπο έξοχο στο τελευταίο μέρος της ταινίας, με το νεαρό, άπειρο χύτη να φτιάχνει το τεράστιο καμπαναριό, πράξη που ξαναδίνει στον, ορκισμένο στη σιωπή, απογοητευμένο από την αθλιότητα και τη βία που κυριαρχούν γύρω του, Ρουμπλιόφ, να ξαναβρεί το πάθος για ζωή και δημιουργία.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τη μεσαιωνική εποχή, με τη βία, τη βαρβαρότητα και την απεριόριστη ωμότητα (στοιχεία που τρόμαξαν την τότε σοβιετική γραφειοκρατία που επέβαλε στον Ταρκόφσκι απαράδεκτες περικοπές) την ανατροπή των ηθικών και άλλων αξιών, την απώλεια της πίστης, τον εκχυδαϊσμό και τις βαρβαρότητες που κυριαρχούν σ’ αυτήν, για να κάνει ένα σχόλιο πάνω στην ίδια την εποχή μας, με την οποία βρίσκει αρκετές ομοιότητες.

Ο Ταρκόφσκι αντλεί από τα διδάγματα του Αϊζενστάιν (ιδιαίτερα εκείνα στο «Ιβάν ο τρομερός»), για να φτιάξει ένα εντελώς δικό του, ερμητικό ίσως, αλλά πάντα συναρπαστικό στιλ, χρησιμοποιώντας μια κάμερα που κινείται με τρόπο εκπληκτικό, με κυκλικές κινήσεις και φωτισμούς, παίζοντας εύστοχα με το φως και το σκοτάδι, χρησιμοποιώντας με τρόπο μοναδικό το μαυρόασπρο φιλμ (η έξοχη φωτογραφία είναι του Βαντίμ Γιούσοφ), με εξαίρεση τον έγχρωμο επίλογο με τις λιγοστές εικόνες του Ρουμπλιόφ που έχουν διασωθεί -εικόνες που τονίζουν τον ανθρωπισμό του Ρουμπλιόφ.

Μια ταινία-ύμνος στον άνθρωπο και τη δύναμή του, αληθινός σταθμός στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου, που βλέπεται και ξαναβλέπεται με την ίδια πάντα απόλαυση.

Μία θέση στην αθανασία

Όταν με την πρώτη υπογράφεις «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» και με τη δεύτερη τον «Αντρέι Ρουμπλιόφ», ε, τότε από την αρχή της κινηματογραφικής σου διαδρομής έχεις κερδίσει μία θέση στην αθανασία

Είναι ολοφάνερο. Από τον «Ιβάν», αλλά κυρίως από τον «Ρουμπλιόφ», προσπαθούσε να περιορίσει και ακόμα να εκμηδενίσει τον ρόλο του γραπτού-σεναριακού λόγου. Ό,τι για το αμερικανικό σινεμά είναι το Αλφα και το Ωμέγα της ύπαρξης και της μοναδικότητάς του, για τον Αντρέι Ταρκόφσκι ήταν η φυλακή και ο αντίπαλός του. Στην αιωνόβια διαδρομή της 7ης Τέχνης δεν υπήρξε άλλος που να πίστεψε με τόση κυτταρική προσήλωση και με τέτοια θρησκευτική ευλάβεια σ’ αυτό το υπέρτατο μεγαλείο της κινηματογραφικής εικόνας. Τα νοήματα, οι ιδέες και οτιδήποτε άλλο συνιστά κινηματογράφο είναι τόσο εσωτερικά επεξεργασμένα και τόσο εικαστικά ενσωματωμένα στις μοναδικές τοιχογραφίες αυτού του υπέρτατου αγιογράφου της Ρούσικης Εικόνας, που ακόμα και ο πιο άθεος αυτού του κόσμου, μπορεί να πιστέψει πως κάποιο αόρατο, κάποιο υπερφυσικό Είναι οδηγεί και καθορίζει τον κύκλο της ύπαρξής του.

Αυτό που κυριαρχεί σε κάθε υποδιαίρεση της ταρκοφσκικής οθόνης είναι ο διαρκής μετασχηματισμός κάθε πλάνου σε μια αυθύπαρκτη εικαστική οντότητα. Χωρίς λόγια, χωρίς στόρι, παρά μόνο με πρόσωπα ημιφωτισμένα, με σιωπηλά πορτρέτα, με άφθονη υγρασία και ψιθυριστές μελωδικές φωνές. Με λίγα λόγια, το μεγαλείο και η μοναδικότητα του αποτυπώνονται σε μια πρωτοφανή διαδικασία. Μέσω της ασκητικής πίστης η εξύψωση του οίστρου κάθε ευλογημένης ψυχής και μέσω της Ποίησης η κατάληψη του Εικαστικού Θρόνου!

Ο «Αντρέι Ρουμπλιόφ», που επαναπροβάλλεται σε φρέσκια κόπια και με την ολοκληρωμένη χρονική διάρκεια που ήθελε ο Ταρκόφσκι (3 ώρες και 25 λεπτά), είναι το φλιπσάιντ του «Ιβάν ο Τρομερός». Κοσμική, δεσποτική η εξουσία του ήρωα του Σεργκέι Αϊζενστάιν. Θεοκρατούμενη, ευσεβής και χαμηλόφωνη του Αντρέι Ρουμπλιόφ. Του Ρώσου αγιογράφου που διέπρεψε, σεμνά και αθόρυβα, στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν η χώρα είχε μετατραπεί σ’ ένα απέραντο τοπίο πλιάτσικου από τους εισβολείς Τατάρους. Κατά τον Ταρκόφσκι, η διαδικασία αποβαρβαροποίησης και εκπολιτισμού την περίοδο εκείνη ήταν έργο θεόσταλτων, εμπνευσμένων χριστιανών καλλιτεχνών. Μπορεί κανείς να διαφωνεί ριζικά και κάθετα μ’ αυτή τη μεταφυσική και στο βάθος ελιτίστικη ιδεολογία, αλλά έτσι και το βλέμμα σου αιχμαλωτιστεί από τις ανυπέρβλητες αγιογραφίες, έτσι και παραμερίσεις όλες τις αφηγηματικές συμβάσεις, έτσι και άνευ όρων παραδοθείς, τότε σε μια άλλη διάσταση θα εκτοξευθείς. Εκεί όπου το Σινεμά όχι μόνο είναι αποκαθαρμένο από τα σκουπίδια και τα δεκανίκια, αλλά εκεί όπου πραγματικά η μεγάλη Ποίηση με την εικόνα συστεγάζονται κάτω από τον ίδιο ουρανό! Κανείς άλλος δεν υπήρξε σαν εκείνον. Και κανείς άλλος δεν πρόκειται σύντομα να προκύψει. Γιατί εκτός από το τάλαντο, τη μαστοριά και την τεχνική, εκτός από απροσμέτρητο μόχθο, απαιτείται ανείπωτη και άνευ όρων πίστη και ταπεινοφροσύνη. Να είσαι ο μέγιστος, αλλά να αισθάνεσαι και να ζεις σαν τον Αγιο Φραγκίσκο της Ασίζης!

http://www.provoles.gr

  • Κριτική από το Cine.gr:

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Δεν πρόκειται για ακόμα μια αριστουργηματική κινηματογραφική εμπειρία. Είναι καθαρά θρησκευτική εμπειρία και της πρέπει αμέριστη ευλάβεια. Ο Tarkovky έχει άμεσα επηρεαστεί από την ιδιότητα τού ήρωα του κι έχοντας ξεφύγει από κάποια γραφικά φαντάσματα των Παιδικών Χρόνων του Ιβάν, φιλμάρει χωρίς αύριο. Κάθε εικόνα είναι τοποθετημένη στο χώρο άψογα, κάθε ηθοποιός κινείται σύμφωνα με προσταγές, κάθε σκηνικό αστράφτει στη λιτότητα του. Οι εικόνες του Ρουμπλιόφ δένουν με ένα σινεμά πέντε αιώνων μετά από αυτόν, κάτι που παραπέμπει στην παρομοιώδη αρτιότητα του Sergei Eisenstein.

Η ταινία δεν επιμένει σε τεράστια πλάνα κι όμως είναι έπος. Η διαδρομή του ήρωα παίρνει έννοια προσκυνητή κι ο χαρακτήρας του αναλύεται αλλά δεν ψηλαφίζεται, αφού ο σκηνοθέτης φανερά τον λατρεύει. Μέσα από τις ιστορίες που περιβάλουν τον Ρούμπλιεφ μικρογραφείται ολόκληρη η Ρωσία του 15ου αιώνα. Χαρακτηριστικοί χαρακτήρες αναπλάθουν μια ολάκερη εποχή τόσο σε γενική διάσταση, όσο και λεπτομέρεια. Το βάρος του κεντρικού ρόλου το κουβαλάει ο Anatoli Solonitsyn, ο οποίος κινείται με προσοχή στο χώρο και έλεγχο των εκφράσεων του. Συνολικά, μία απόλυτη ενορχήστρωση, με τον Tarkovky να μη δέχεται μία φάλτση νότα και να κοιτάει με αγριάδα τους μουσικούς του για τυχών λάθος.

Βαθμολογία: (5/5)

Σταύρος Γανωτής
http://www.cine.gr

«Για να είμαι ειλικρινής, ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που μορφοποιούν καλύτερα τις ιδέες τους όταν φιλονικούν. Προσυπογράφω την άποψη ότι στην αλήθεια φτάνει κανείς με την αμφισβήτηση.» (Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, εκδ. Νεφέλη, σελ. 16).

Ο Ταρκόφσκι, όσο κι αν πολλοί νομίζουν ότι έκανε πάντα την ίδια ταινία, «μετρήθηκε» σε πολλά ήδη κινηματογράφου, επαναπροσδιορίζοντας τα, φυσικά. Ο «Αντρέι Ρουμπλιόφ» είναι η ταρκοφσκική άποψη για το είδος της επικής βιογραφίας. Μέσα από έξι ιστορίες της ζωής ενός σπουδαίου αγιογράφου-μοναχού, μας δίνεται η αναπαράσταση της Φιλοσοφίας μιας Εποχής, των αυστηρών κανόνων που, εντελώς σχηματικά και αφαιρετικά, θα λέγαμε σήμερα ότι ρύθμιζαν τη ζωή τότε.

Η διάρκεια της ταινίας είναι μεγάλη (220’), και, κλασικά, το κύριο εκφραστικό μέσο του σκηνοθέτη είναι το μονοπλάνο. («Δεν δέχομαι ότι το μοντάζ είναι το κύριο διαμορφωτικό στοιχείο της ταινίας, όπως διατείνονταν το 1920-1930 οι πρωτεργάτες του «κινηματογράφου του μοντάζ», ακολουθώντας τον Κουλεσωφ και τον Αϊζενστάιν, λες κι ένα φιλμ φτιάχνεται στο τραπέζι του μοντάζ».) Δεν θα μπορούσε όμως να επιστρατευθεί τίποτα πιο ταιριαστό για να αφηγηθεί κανείς τον ορθόδοξο ρωσικό μεσαίωνα. Ξεκαθαρίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, ότι η ταινία δεν είναι «ιστορική». Άλλωστε, ο ίδιος ο Ταρκόφσκι έχει γράψει ότι αν ο κινηματογράφος είναι τέχνη, δεν μπορεί να αποτελεί απλώς αμάλγαμα αρχών από άλλες παραπλήσιες μορφές τέχνης. Ο συνδυασμός λογοτεχνικού στοχασμού και ζωγραφικής φόρμας δεν συνιστά κινηματογραφική εικόνα, παρά ένα σχετικά κενό ή επίπλαστο υβρίδιο.

Με αυτούς τους όρους, ένα βασικό εύρημα της ταινίας αποκτά εντελώς ξεχωριστές διαστάσεις: η ταινία είναι ασπρόμαυρη, με μόνη εξαίρεση το χρώμα των αγιογραφιών που μας δείχνονται στο τέλος της. Δηλαδή, το μόνο χρώμα που χρησιμοποιεί ο Ταρκόφσκι είναι το χρώμα με την αρχετυπική του έννοια, η μπογιά των πινάκων του Αντρέι Ρουμπλιόφ! Αυτό το στοιχείο επιβεβαιώνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο την παραπάνω ρήση περί αυτονομίας του κινηματογράφου από τις αρχές των επιμέρους τεχνών. Το θέμα του Ρουμπλιόφ είναι (εμμέσως) η ζωγραφική, αλλά οι όροι με τους οποίους αυτή δείχνεται στην ταινία είναι αποκλειστικά κινηματογραφικοί, μολονότι η κάμερα λειτουργεί (φαινομενικώς) περιγραφικά στα τελευταία πλάνα. Αυτά τα τελευταία πλάνα δεν πρέπει να ειδωθούν ως περιπλάνηση ξεκομμένη από την ταινία, αλλά ως το μόνο αληθινό χρώμα της ζωής του Ρουμπλιόφ. Οι πίνακες είναι ενταγμένοι ως αναπόσπαστα μέρη της κινηματογραφικής αφήγησης και έρχονται ως το επιστέγασμα μιας ασπρόμαυρης ταινίας, σχεδόν 4 ωρών, να μας αποκαλύψουν αυτά τα έγχρωμα όνειρα ενός βαθιά βασανισμένου δημιουργού. Πρόκειται για ένα εύρημα πολύ πιο σημαντικό από οποιοδήποτε περίτεχνο μοντάζ. («Η κινηματογραφική εικόνα γεννιέται στο γύρισμα και υπάρχει μέσα στο πλάνο, σε κάθε καρέ. Επομένως, κατά το γύρισμα, με απασχολεί η πορεία του χρόνου στο κάδρο, συγκεντρώνομαι στην αναπαραγωγή και καταγραφή του χρόνου. Το μοντάζ ενώνει πλάνα που είναι ήδη γεμάτα χρόνο, και οργανώνει την ενιαία, ζωντανή δομή που ενυπάρχει στην ταινία. Και ο χρόνος που πάλλεται στα αιμοφόρα αγγεία της ταινίας, ζωντανεύοντας την, έχει ποικίλη ρυθμική πίεση. Η έννοια του «κινηματογράφου του μοντάζ» -ότι το μοντάζ ενώνει δυο ιδέες και γεννά μια τρίτη- μου φαίνεται ότι δεν συμβιβάζεται καν με την φύση του κινηματογράφου».)

Η ταινία είναι εμποτισμένη με την μόνιμη φιλοσοφική αγωνία του ίδιου του Ταρκόφσκι, για την φύση της Τέχνης. Οι διάλογοι του Ρουμπλιόφ με τον δάσκαλο του, τον Θεοφάνη τον Έλληνα, για την ουσία της καλλιτεχνικής δημιουργίας και για την πίστη αποτελούν την σημαντικότερη σκηνή στο έργο του Ταρκόφσκι και, φυσικά, στην ιστορία του κινηματογράφου και της διανόησης γενικότερα. Ο στοχασμός αυτών των ανθρώπων που ασκούσαν μια τέχνη (αγιογραφία) η οποία όφειλε να είναι ένα εκκλησιαστικό όργανο πίστης, η ανάγκη τους να υπάρξουν μέσα από ένα δημιούργημα δια του οποίου η ύπαρξη επιφυλάσσεται μόνο στο Θείο, σε συνδυασμό με την χρονική περίοδο, αλλά και την Χώρα που αυτή η αναζήτηση διεξάγεται (η ταινία αποσύρθηκε αμέσως με την πρώτη της προβολή απο την Ε.Σ.Σ.Δ.), δημιουργούν ένα πλέγμα, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρον για κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο.

Η ταινία αξίζει επίσης για την ιδιαίτερη εικαστική φροντίδα. Μορφικά, ο Αντρέι Ρουμπλιόφ αγγίζει την απόλυτη κινηματογραφική τελειότητα και αποτελεί ένα κεφάλαιο ιστορίας, θεωρίας και πράξης του κινηματογράφου. Είναι πολύ σημαντικό ότι αυτή η ταινία βγαίνει και σήμερα στις αίθουσες που κυριαρχεί αυτή η αντίληψη του γρήγορου, χιπχόπ, «σκληρού» και «βρώμικου», αληθινού, τάχα, σινεμά. Ήδη από το 1986 ο Ταρκόφσκι έλεγε: «Μια πιστή καταγραφή, ένα αληθινό χρονικό, δεν γίνεται με κάμερα στο χέρι, με μια κάμερα που σκαμπανεβάζει, ακόμα και με θαμπά πλάνα- σαν να μη μπορούσε ο οπερατέρ να βρει τη σωστή εστιακή απόσταση- η με άλλα παρόμοια τεχνάσματα. Αυτό που θα εκφράσει την ιδιαίτερη, μοναδική γραφή του εν εξελίξει γεγονότος δεν είναι το πώς γυρίζεις μια σκηνή. Πολύ συχνά, πλάνα με πρόθεση να φανούν «τυχαία» είναι τόσο δουλεμένα και εξεζητημένα όσο και τα σχολαστικά και μελετημένα κάδρα του «ποιητικού κινηματογράφου» με τον κούφιο συμβολισμό τους. Και στις δυο περιπτώσεις απουσιάζει το απτό, ζωντανό, συγκινησιακό περιεχόμενο του κινηματογραφημένου αντικειμένου»,

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη επανέκδοση, αυτή η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Ταρκόφσκι (1966) μας καλεί να απολαύσουμε πραγματικό κινηματογράφο, παραμένοντας ενεργή συγκινησιακά όχι μόνο για τον σύγχρονο θεατή, αλλά και για το θεατή του μέλλοντος. Προτείνω μετά τη θέαση της ταινίας, να διαβάσετε και το (Ευαγγέλιο θεωρίας) «Σμιλεύοντας το χρόνο» (Εκδ. Νεφέλη) του Αντρέι Ταρκόφσκι, το σημαντικότερο βιβλίο στοχασμού για τον κινηματογράφο, από έναν άνθρωπο που μας θύμισε και μας έμαθε πράγματα για την ουσία αυτής της τέχνης.

Βαθμολογία: (10/10) (Όποιος δεν την έχει δει, δεν δικαιούται να ομιλεί για κινηματογράφο.)

Βασίλης Σωτηρόπουλος

http://www.cine.gr

«Αντρέι Ρουμπλιόφ» – Αφιέρωμα στο αριστούργημα του Ταρκόφσκι
Η ιστορία πίσω από το αριστούργημα του Andrei Tarkovsky

by Χρήστος Γιαννάκενας Φεβρουάριος 14, 2017

Ερωτηθείς από τη δημοσιογράφο Donatella Baglivo για το τί είναι τέχνη, ο Σοβιετικός σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι είχε δηλώσει: «Είναι ένας από τους τρόπους προ­σέγ­­γισης ενός πνευματικού πλούτου στην ανθρώπινη ζωή, καθώς και πως η αντίληψη κάποιων ατόμων πως πρόκειται για γνώση είναι λανθασμένη, αφού η τέχνη (ξεπερνά την στεγνή γνώση στην στενότερη έννοιά της) και εξυ­ψώνει τον άνθρωπο προκειμένου να ξεπεράσει τον εαυτό του και να φτάσει σ’ αυτό που ονομάζεται ελεύθερη βούληση».

Δημιουργία
Σαν πειστήριο των απόψεών του ο Ταρκόφσκι άφησε παρακαταθήκη την ται­νία «Αντρέι Ρουμπλιόφ». Η ιστορία της ακολουθεί τον γνωστότερο Ρώσο αγιο­γράφο του Μεσαίωνα, ο οποίος έχει ανακηρυχτεί από τη ρώσικη ορθόδοξη εκκλησία άγιος. Ο Ρουμπλιόφ είναι ταλαντούχος και οι πολεμικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής του τον προτρέπουν να απαρνηθεί τη τέχνη του, μέχρι να κατανοήσει πως «ο καλλιτέχνης υπάρχει επειδή ο κόσμος δεν είναι τέλειος».

Ο Ταρκόφσκι είχε σκοπό να δημιουργήσει μια ταινία για την ιστορική προσω­πικότητα του Ρουμπλιόφ από το 1961, ύστερα από την πρόταση του ηθοποιού Βασί­λι Λιβάνωφ, που είχε βλέψεις για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Τελικά έκανε επίσημη πρόταση στο κινηματ­ογραφικό στούντιο της Mosfilm για έγκριση και χρηματο­δότηση του εγχειρήματος. Μετά την επιτυχία που γνώρισε σε διεθνή φεστιβάλ η πρώτη του ταινία «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» τον επόμενο χρόνο, η εταιρία αποδέχθηκε το αίτημα του και ξεκίνησε την παραγωγή το Δεκέμβριο του ’63. Ήδη ο Ταρκόφσκι είχε ξεκινήσει να δουλεύει το σενάριο, μαζί με τον φίλο του Andrei Konchalovsky. Τον Απρίλιο του ’64 το στούντιο ενέκρινε το κείμενο κι επέστρεψε στον σκηνοθέτη να ξεκινήσει γυρίσματα. Κι ενώ ο τύπος έδωσε έντονη σημασία στα ιστορικά και επικά στοιχεία του σεναρίου, ο στόχος του Ταρκόφσκι ήταν πολύ διαφορετικός.

Παρότι ο Ταρκόφσκι γύριζε την βιογραφία μιας ιστορικής προσωπικότητας, προτίμησε να εστιάσει στη σημασία που είχε ο Ρουμπλιόφ για τη ρώ­­σι­­κη κουλτούρα και τέχνη. Δεν τον ενδιέφερε να μιλήσει για ιστορικά γεγονότα και για πολεμικές συρράξεις, αλλά για τον αντίκτυπο που είχαν στην δημιουργική προσωπικότητα του μεγάλου ζωγράφου. Ακόμη, είχε σκοπό να ψυχογραφήσει την ωρίμανση ενός καλλιτέχνη και την την ανάπτυξη του ταλέντου του μέσα σε δύσκολους και­ρούς. Ήθελε να μιλήσει πάνω απ’ όλα για έναν άνθρωπο.

Σαν σύμμαχό του επέλεξε τον άγνωστο ως τότε θεατρικό ηθοποιό Anatoly Solonitsyn που, διαβάζοντας το σενάριο της ταινίας, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τον ρόλο. Μέχρι που ταξίδεψε και στη Μόσχα από την Αικατερινούπολη για να συναντήσει τον Ταρκόφσκι. Εκείνος είδε στον Solonitsyn αυτό που ήθελε ακριβώς, ένα πρόσωπο που ταίριαζε με τον Ρουμπλιόφ στην εξωτερική εμφάνιση αλλά και που μπορούσε να εκφράσει σωστά το ψυχολογικό βάθος του χα­ρα­κτήρα. Έναν κινηματογραφικό ηθοποιό που να μη κάνει τις ερωτήσεις που κατά παράδοση ταιριάζουν μόνο στο θέατρο, όπως συνέβαινε με τους ηθοποιούς των τότε ΕΣΣΔ. Η συνεργασία τους ήταν επιτυχημένη.

Για την κινηματογράφηση της ταινίας ο Ταρκόφσκι επέλεξε να χρησι­μο­ποιήσει ασπρόμαυρο φιλμ για το κύριο μέρος και στον επίλογο μόνο να κάνει χρήση έγχρωμου, προκειμένου να δείξει μερικές από τις σπουδαιότερες εικόνες του αγιογράφου. Την επιλογή του αυτή την δικαιολογεί σε συνέντευξή του λέγοντας πως «στην καθημερινή ζωή κανείς δεν παρατηρεί συνειδητά χρώματα». Έτσι, παρότι η τέχνη του καλλιτέχνη έχει χρώμα, η ζωή του είναι ασπρόμαυρη. Αυτόν και πολλούς ακόμη συμβολισμούς τοποθετεί στη ταινία του ο σκηνοθέτης, κάνοντας το ύφος της ποιητικό.

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1965 και ολοκλη­ρώθη­καν ένα χρόνο αργότερα μετά από πολλά προβλήματα. Αρχικά ο προ­ϋπο­λογισμός έπεσε από το 1,5 εκατομμύρια ρούβλια στο 1 εκατομμύριο, σε αντίθεσή με την μεταφορά του «Πόλεμος και Ειρήνη» του Λέοντα Τολστόι, που ξεπέρασε την ίδια περίοδο τον προϋπολογισμό των 8,5 εκατομμυρίων. Οι περικοπές αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα την α­φαί­­ρεση πολλών σκηνών του αρχικού σεναρίου, όπως μια μεγάλη εναρκτήρια σκηνή μάχης των Τατάρων με τους Ρώσους. Ύστερα όμως από μια χιονοστιβάδα που προκάλεσε μεγάλες καταστροφές και καθυστερήσεις, ο προϋπολογι­σ­μός έφτασε τα 1,3 εκατομμύρια. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που η ταινία άργησε τόσο πολύ να ολοκληρωθεί.

Πόλεμος
Μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, ο Ταρκόφσκι παρέδωσε στους παρα­γωγούς τη ταινία με τον τίτλο «Τα Πάθη Σύμφωνα με τον Αντρέι» και διάρ­κεια 205 λεπτών. Όμως οι επικεφαλείς της επιτροπής λογοκρισίας κινηματογράφου της ΕΣΣΔ, ή αλ­λιώς Goskino, απογοητεύτηκαν από το έργο. Περίμεναν μια ακόμη δαιδαλώδη βιογραφία χωρίς τα ποιητικά στοιχεία και την μη γραμμική αφήγηση του τελικού έργου. Όμως ποιοι ήταν οι λόγοι, πέρα από αυτούς τους προφανείς; Ο «Αντρέι Ρουμπλιόφ» πέρα από καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια ται­νία για την ελευθερία της σκέψης και τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Και ειδικά για ένα καθεστώς που υποστηρίζει την αθεΐα και που δεν επιτρέπει την ελευ­θερία στην σκέψη, τέτοια έργα κρίνονται επικίνδυνα.

Αρχικά απαίτησαν από τον σκηνοθέτη να κόψει μερικές σκηνές από την ταινία, που οδήγησαν σε μια έκδοση 190 λεπτών. Παρά τις αντιδράσεις του Ταρκόφσκι, η επιτροπή απαίτησε περαιτέρω περικοπές που οδήγησαν σε μια έκδοση 4 λεπτά μικρότερη. Τότε η επιτροπή δέχθηκε να γίνει μια δο­κιμαστική προβολή αποκλειστικά για κινηματογραφικούς κριτικούς, η οποία είχε πολύ καλές αντιδράσεις. Όταν τον Φεβρουάριο του ’67 η επιτροπή δεν είχε δώσει ακόμη άδεια για την επίσημη κυκλοφορία και μάλιστα απαίτησε περισσότερες περικοπές, ο Tarkovsky αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί τους.

Η άρνησή του αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να απαγορευθεί η έξοδος της ταινίας στις αίθουσες για μερικά χρόνια. Έτσι ξεκίνησε κι ο πόλεμος του Ταρκόφσκι με την επιτροπή και τα ρώσικα στούντιο, μέχρι που αποστάτησε από την Σοβιετική Ένωση.

Κυκλοφορία και Αναγνώριση
Η ταινία θα έμενε στην αφάνεια και το σκοτάδι για πάρα πολύ καιρό αν δεν γινόταν παρέμβαση από το εξωτερικό. Το 1967 το φεστιβάλ των Καννών είχε σχεδιάσει να τιμήσει την πεντηκοστή επέτειο της Οκτωβριανής Επαναστάσεως με ένα αφιέρωμα στο Σοβιετικό Κινημα­τογράφο. Έτσι επέλεξαν μέσα στις ταινίες τους και τον «Αντρέι Ρουμπλιόφ» και έστειλαν στην ΕΣΣΔ επιστολή με στόχο τη συμμετοχή της ταινίας στο φεστιβάλ. Η απάντηση όμως ήταν αρνητική, με τη δικαιολογία πως δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη.

Όμως οι υπεύθυνοι του φεστιβάλ έστειλαν και δεύτερη πρόσκληση για την συμμετοχή της ταινίας δύο χρόνια μετά. Οι Σοβιετικοί αυτή τη φορά δέχθηκαν, με τον όρο όμως το έργο να είναι εκτός συναγωνισμού για τον Χρυσό Φοίνικα. Η ταινία προβλήθηκε μόνο μια φορά στο φεστιβάλ, την τελευταία του μέρα και στις 4 τα ξημερώματα. Αυτό δεν εμπόδισε το κοινό να αγαπήσει το έργο και να κερδίσει πολλούς υπο­στηρικτές, μαζί με το βραβείο FIPRESCI. Παρά τις αντιδράσεις της ΕΣΣΔ, ένας Γάλλος διανομέας αγόρασε τα δικαιώματα του «Αντρέι Ρουμπλιόφ», με αποτέλεσμα την κυκλοφορία του στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Όμως και στα ρώσικα εδάφη υπήρχαν αντιδράσεις υπέρ της ταινίας, με αρκετούς από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες και δημοσιογράφους να πιέζουν την Goskino για την κυκλοφορία της ταινίας. Ο ίδιος ο Ταρκόφσκι δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται με επιστολές κι επισκέψεις σε υψηλά πρόσωπα της κυβερνήσεως. Τελικά η ταινία κυκλοφόρησε στις αίθουσες την Παραμονή Χριστουγέννων του 1971 στην εκδοχή των 186 λεπτών. Σύμφωνα με το προσωπικό ημερολόγιο του Ταρκόφσκι, οι κινηματογράφοι γέμιζαν σε κάθε προβολή. Άσχετα με το γεγονός πως σε ολόκληρη την πόλη δεν υπήρχε η παραμικρή αφίσα ή διαφημιστικό για την ταινία, οι εισπράξεις της έφτασαν τα 2.98 εκατομμύρια ρούβλια. Η ταινία προβλήθηκε το 1973 στη ρώσικη τηλεόραση με περικοπές που δεν είχαν εγ­κριθεί από τον Ταρκόφσκι και με περαιτέρω περικοπές στις κινηματογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ, παίρνοντας αποθαρυντικές κριτικές.

Χρόνια αργότερα η ταινία κυκλο­φό­ρησε στην αρχική της μορφή και έτσι αποκαταστάθηκε στα μάτια των κριτικών, ώστε να βρίσκεται σε υψηλές θέσεις σε λίστες για τις καλύ­τερες ταινίες όλων των εποχών. Η ταινία ενέπνευσε παγκοσμίως τον σεβασμό σε άλλους μεγάλους σκη­νο­θέτες. Αν υπάρχει κάτι που να αξίζει να αναφερθεί για να το αποδείξει αυτό, είναι τα λόγια του κορυφαίου Σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman: «Όταν η τέχνη δεν είναι ντοκουμέντο, είναι όνειρο. Γι’ αυτό ο Ταρκόφσκι είναι ο μεγαλύτερος απ’ όλους. Κινείται με τεράστια φυσικότητα στο δωμάτιο των ονείρων. Δεν εξηγεί. Τι πρέπει να εξηγήσει άλλωστε; Είναι ένας θεατής, ο οποίος έχει την ικανότητα να στήνει τα οράματά του στο πιο δυσκίνητο αλλά, κατά κάποιο τρόπο, το πιο πρόθυμο μέσο».

Ο Αντρέι Ταρκόφσκι κατάφερε να κάνει μια ταινία που άλλαξε τόσο το Σοβιετικό όσο και το παγκόσμιο σινεμά. Πολλοί σκηνοθέτες, ακολουθώντας τα χνάρια του, ξεκίνησαν να δημιουργούν καλλιτεχνικές ται­νίες χωρίς στρωτή αφήγηση και με πολλούς συμβολισμούς και νοήματα. Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Ταρκόφσκι έδειξε την δύναμη της τέχνης που ξεπερνάει κάθε εμπόδιο και μένει πάντα τέχνη. Τι και αν τελικά οι συνθήκες στη Ρωσία έγιναν τόσο αντίξοες γι’ αυτόν, ώστε τελικά να απόστατήσει μετά από 15 χρόνια αγώνα; Κατάφερε να ολοκληρώσει και να προβάλει ένα έργο που μένει στην μνήμη όλων, ενήμερων και μη θεατών. Ένα έργο που μιλάει για τον Θεό σ’ ένα κράτος αθεΐας, μια έκφραση ελευθερίας σε ένα απολυταρχικό καθεστώς.

http://cinemind.gr/

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ Αντρέι Ρουμπλιώφ: η εικαστική έκφραση της Ορθοδοξίας Για έναν από τους μεγαλύτερους αγιογράφους του κόσμου 24.5.2012 4
AΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

Η ρωσική εικονογραφία θεωρείται η σπουδαιότερη εικαστική έκφραση της Ορθοδοξίας μαζί με τη Βυζαντινή. Στην πρώτη περίοδό της, κατά τους 11ο και 12ο αι., ήταν άμεσα επηρεασμένη από τη Βυζαντινή, και πολλοί από τους αγιογράφους ήταν Έλληνες. Το περιφημότερο έργο αυτής της περιόδου είναι η Παναγία του Βλαδιμήρ, η οποία θεωρείται εφέστια εικόνα της Ρωσίας. Η εποχή Ακολούθησε η περίοδος του «Ταταρικού ζυγού», όπου η Ρωσία, με πρωτεύουσα τότε το Κίεβο, είχε κατακτηθεί από τους Τάταρους της λεγόμενης Χρυσής Ορδής. Οι Τάταροι, λεηλάτησαν και έκαψαν παλάτια, αρχοντικά, μοναστήρια κι εκκλησιές. Φορητές εικόνες, τοιχογραφίες, κεντήματα, μικροτεχνήματα κλπ καταστράφηκαν. Ακολούθησε αγώνας των Ρώσων για την ελευθερία τους, αγώνας που προκαλούσε νέες βαρβαρικές επιδρομές. Αλλά οι Τάταροι έβρισκαν συχνά βοήθεια από Ρώσους ηγεμονίσκους που απεχθάνονταν την αποκατάσταση ενιαίου κράτους. Εκείνη την περίοδο, που τόσο σωστά απεικονίζει ο Ταρκόφσκυ στην ταινία του «Αντρέι Ρουμπλιώφ», η τέχνη είχε ξεπέσει, όπως κι όλος ο πολιτισμός. Προσοχή όμως: τα όσα αφορούν στον ίδιο τον Ρουμπλιώφ είναι μυθιστορηματικά. Ο Ρουμπλιώφ του Ταρκόφσκυ δεν είναι βιογραφία, παρά τον τίτλο της ταινίας. Την ταραγμένη και σκοτεινή περίοδο εκείνη, έλαμψε το άστρο του Σεργίου, ηγουμένου της Μονής Αγίας Τριάδος του Ραντονέζ. Ο Σέργιος (περίπου 1314-1392) ήταν ο ηγέτης του ησυχασμού στη Ρωσία, ακολουθώντας πλήρως τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Την ίδια περίοδο, αψηφώντας το ζόφο και την ανασφάλεια, ήλθε στη Ρωσία ο Έλληνας μοναχός αγιογράφος Θεοφάνης. Ο Θεοφάνης, αποκαλούμενος Ο Γραικός ή ο Έλληνας, ήταν σπουδαίος αγιογράφος. Εικονογράφησε ναούς και στην ίδια την ακμάζουσα τότε Κωνσταντινούπολη. Αδιαφορώντας για τις επιδρομές, πήγε σε πολλές πόλεις της Ρωσίας αγιογραφώντας και εκπαιδεύοντας πλήθος μαθητών επί 30 ολόκληρα χρόνια. Ανάμεσά τους και ο Αντρέι Ρουμπλιώφ. Σκηνή από το Andrei Rublev του Ταρκόφσκι Βιογραφικά Πληροφορίες για τον βίο και το έργο του Αντρέι Ρουμπλιώφ σώζονται μόνο σε μεταγενέστερα χρονικά, και δεν είμαστε βέβαιοι για την ακρίβεια των πληροφοριών που δίνουν. Πάντως, υποστηρίζουν ότι σε πολύ νεανική ηλικία ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο, στη μονή της Αγίας Τριάδος, ως υποτακτικός του τότε ηγουμένου Σεργίου, εν συνεχεία οσίου (εκοιμήθη το 1392). Ο Σέργιος έδωσε το όνομα του Πρωτόκλητου Αποστόλου Ανδρέα στονεαρό μοναχό –άρα το κατά κόσμον όνομα του Ρουμπλιώφ δεν μας είναι γνωστό. Ο Αντρέι Ρουμπλιώφ πιθανολογείται ότι γεννήθηκε περί το 1360. Λέγεται ότι ήταν ένας πολύ ντροπαλός και σιωπηλός άνθρωπος, εξαιρετικά ταπεινόφρων. Την πρώτη επίσημη αναφορά του ονόματός του συναντάμε σ’ένα έγγραφο του 1405, στο οποίο δηλώνεται ότι την εικονογράφηση του Καθεδρικού ναού της Μόσχας στο Κρεμλίνο ανέλαβε ο Θεοφάνης ο Έλληνας μαζί με τον μαίστορα Πρόχορο και τον μοναχό Αντρέι Ρουμπλιώφ. Το ταλέντο του Ρουμπλιώφ έγινε γρήγορα γνωστό και προσελήφθη στην αυλή του Ηγεμόνα της Μόσχας ή το πιθανώτερο δεν προσελήφθη επ’ αμοιβή αλλά του ανετέθησαν έργα. Στα τέλη του 14ου αι. αγιογράφησε μέρος από τον Καθεδρικό του Ζβενιγκόροντ, κοντά στη Μόσχα, και το 1400 φαίνεται πως ανέλαβε να εικονογραφήσει τον Καθεδρικό του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο. Το 1408, μαζί με τον συνεργάτη του Δανιήλ, λέγεται ότι εικονογράφησε το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Βλαδιμήρ. O Αντρέι Ρουμπλιώφ δεν φαίνεται να απεχώρησε ποτέ ή να εγκατέλειψε τη μονή της μετανοίας του, δηλαδή τη μονή του Αγίου Σεργίου. Εκεί αγιογράφησε το Καθολικό. Σύμφωνα με την παράδοση, αγιογράφησε την Αγία Τριάδα προς τιμήν του γέροντά του οσίου Σεργίου, μεταξύ 1411 και 1422. Φαίνεται ότι ενώ ακόμη εικονογραφούσε τη μονή Ανδρόνικωφ, το 1430, ο Ρουμπλιώφ απέθανε σε ηλικία 70 περίπου ετών. Η σορός του εναποτέθηκε σε κρύπτη στο μοναστήρι. Η ρωσική Εκκλησία τον ανεκήρυξε άγιο το 1989 και η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιουλίου (με το παλαιό ημερολόγιο). Κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης οι τοιχογραφίες στη μονή Ανδρόνικωφ και σε άλλα μοναστήρια καταστράφηκαν, με το επιχείρημα ότι το νέο κράτος δεν θέλει Εκκλησία. Οι καταστροφές αυτές πρέπει να θεωρούνται από τις μεγαλύτερες συμφορές του πολιτισμού. Η ίδια η Λαύρα της Αγίας Τριάδος έγινε με διάταγμα του Λένιν Μουσείο του Λαού, και πολλά έργα καταστράφηκαν, πολλά όμως γλύτωσαν χάρις στην κουλτούρα του πρώτου Σοβιετικού Διευθυντή του …Μουσείου. Η μονή Ανδρόνικωφ είχε χειρότερη μοίρα: έγινε στρατόπεδο συγκέντρωσης, κι όταν αυτά άρχισαν να περιορίζονται, έγινε κατοικίες των εργατών κοντινού εργοστασίου. Μόλις το 1960 η μονή αποκαταστάθηκε κάπως και λειτουργεί έκτοτε ως Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης. Όχι μόνο στις φορητές εικόνες, όπως αυτές του Χριστού και των Αρχαγγέλων της Δεήσεως, αλλά και στις τοιχογραφίες, ο Ρουμπλιώφ φωτίζει τα πρόσωπα με τον τρόπο της βυζαντινής πλαστικότητας, σε αντίθεση προς τον έντονο εξπρεσιονισμό των τοιχογραφιών του Θεοφάνη Η σπουδαιότερη εικόνα του Andrei Rublev, Η Αγία Τριάδα (περίπου 1410. Tretyakov Gallery, Μόσχα) Αισθητικές αποτιμήσεις Ο Αντρέι Ρουμπλιώφ υπήρξε επιφανής Ρώσος αγιογράφος, ένας από τους μεγαλύτερους του κόσμου. Το έργο για το οποίο αναγνωρίζεται ως ένας των κορυφαίων αγιογράφων της Ορθοδοξίας, είναι η εικόνα της Αγίας Τριάδος, η οποία αποτελεί και το αριστούργημα της ρωσικής εικονογραφικής τέχνης. Η εικόνα της Αγίας Τριάδος διακρίνεται για την σύνθεση, τον ρυθμό, τον φωτισμό, την αρμονία την καθαρότητα και την απλότητα. Είναι πάντως δύσκολο να διατυπώσουμε αισθητικές κρίσεις με βεβαιότητα, δεδομένου ότι τα σωζόμενα και αποδιδόμενα σε αυτόν έργα, πλην της Αγίας Τριάδος είναι αμφίβολα. Ας ληφθεί υπ όψιν, επίσης, ότι τα σωζόμενα έργα του έχουν επιχρωματιστεί από μεταγενέστερους, διότι τα υλικά εικονογράφησης στα χρόνια του Ρουμπλιώφ, στη Ρωσία, δεν είχαν αντοχή στο χρόνο. Οι επιδράσεις του Θεοφάνη του Έλληνα πάνω στον Ρουμπλιώφ θα πρέπει να θεωρούνται αυτονόητες, αφού όλες οι πηγές τον συνδέουν με τον δάσκαλό του Θεοφάνη. Αλλά από όσα σώζονται, έστω αλλοιωμένα, είναι φανερό ότι ο Ρουμπλιώφ πήγε πολύ πιό πέρα από τον δάσκαλό του. Αυτό φαίνεται παραβάλλοντας τα έργα των δύο: ο Θεοφάνης έχει έναν δυνατό εξπρεσιονισμό, πολύ κοντινό στον άνθρωπο του αιώνα μας, όπως βλέπουμε στην εικόνα της Παναγίας, ενώ ο Ρουμπλιώφ ρίχνει όλο του το βάρος στην πνευματικότητα του προσώπου, όπως βλέπουμε στην εικόνα του Χριστού ή ακόμη και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ακόμη πιό έντονη είναι η διαφορά, ανάμεσα στην Αγία Τριάδα του Θεοφάνη και σε αυτήν του Ρουμπλιώφ. Όπως γράφει σ’ ένα δοκίμιό του ο π. Σταμάτης Σκλήρης, «αρκεί ν’αντιπαραβάλουμε τη φωτοσκίαση των ενδυμάτων του Θεοφάνη αφ ενός και του Ρουμπλιώφ αφ’ετέρου προς τη φωτοσκίαση των τοιχογραφιών της Μονής της Χώρας Κωνσταντινουπόλεως, για να συμπεράνουμε ότι ο Ρουμπλιώφ στάθηκε πιό βυζαντινός από τον δάσκαλό του. Δεν πρόκειται όμως μόνο για μια τέτοια λεπτομέρεια, αλλά για όλα τα στοιχεία που συγκροτούν το μνημειώδες και μοναδικό έργο του. Όχι μόνο στις φορητές εικόνες, όπως αυτές του Χριστού και των Αρχαγγέλων της Δεήσεως, αλλά και στις τοιχογραφίες, ο Ρουμπλιώφ φωτίζει τα πρόσωπα με τον τρόπο της βυζαντινής πλαστικότητας, σε αντίθεση προς τον έντονο εξπρεσιονισμό των τοιχογραφιών του Θεοφάνη.» Η ιστορία της τέχνης δεν μπορεί να μη σημειώσει, πάντως, ότι τα ίδια περίπου χρόνια και εδώ στην Ελλάδα σημειώθηκε τομή στην αγιογραφική τέχνη, με την εμφάνιση του κυρ Μανουήλ Πανσέληνου. Βεβαίως, ο Ρουμπλιώφ δεν ήξερε το έργο του Πανσέληνου. Αλλά ίσως δεν είναι τυχαίο ότι τα χρόνια εκείνα, χρόνια των Παλαιολόγων, ο εικαστικός μυστικισμός αναζήτησε νέους δρόμους για να εκφράσει το θείο.

Πηγή: http://www.lifo.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: