Παρίσι, Τέξας (1984) του Βιμ Βέντερς | κριτικές-γράφτηκε για την ταινία

Παρίσι, Τέξας

Paris, Texas

του Βιμ Βέντερς

ΚΡΙΤΙΚΗ 21 JUN 2016

[5/5] Κριτική Μανώλης Κρανάκης

Η ταινία που χάρισε στον Βιμ Βέντερς το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών, ένα από τα ωραιότερα, πιο μελαγχολικά και αρχετυπικά road movies όλων των εποχών. Σε επάνεκδοση.

Σεμινάριο Ιστορίας του Κινηματογράφου 2019 – 10 Μαθήματα

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2019

ROMA 2018 του Αλφόνσο Κουαρόν η καλύτερη ταινία του 2018 , από τις συγκλονιστικότερες του 21ου αιώνα | του Γιάννη Καραμπίτσου

Ρόμα (2018) του Αλφόνσο Κουαρόν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Πάτρα : Σεμινάριο Ιστορίας και Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου “Κάντο όπως ο Μπέργκμαν”

Σύντομα θα ανακοινωθούν τα υπόλοιπα Σεμινάρια Κινηματογράφου του Σχολείου του Σινεμά της Αθήνας για το Έτος 2019.

 

Ένας άντρας περιπλανιέται από το Μεξικό προς το Τέξας, μέσα στην ανυπόφορη ζέστη του «Big Bend». Δεν μιλάει καθόλου, ενώ όλα δείχνουν ότι έχει χάσει και σε μεγάλο βαθμό τη μνήμη του. Το όνομά του είναι Τράβις και το μόνο που θυμάται είναι μια κουκίδα στο χάρτη που γράφει «Παρίσι». Οταν θα βρεθεί λιπόθυμος στη μέση του πουθενά, θα επιστρατευτεί ο αδερφός του, ο Βαλτ, ο οποίος τον θεωρούσε νεκρό τα ελευταία τέσσερα χρόνια της απουσίας του. Θα ταξιδέψει από το Λος Αντζελες στο Τέξας για να τον φέρει πίσω στο σπίτι του. Εκεί μαζί με τη γυναίκα του, Αν, ζει και ο μικρός γιος του Τράβις, ο Χάντερ που έχει να δει τον πραγματικό του πατέρα από μωρό. Ο Τράβις επιστρέφει, αρνείται να εξηγήσει γιατί είχε φύγει όλα αυτά τα χρόνια, ενδιαφέρεται μόνο για το που βρίσκεται η νεαρή συζυγός του και μητέρα του Χάντερ, Τζέιν και αποφασίζει, μαζί πλέον με τον γιο του, να την αναζητήσει στο Χιούστον όπου μαθαίνει ότι βρίσκεται…

Μοιάζει σχεδόν αδύνατον να διαχειριστείς αυτό που συμβαίνει στην τελευταία ώρα μιας ταινίας που πίσω από τη φαινομενική εικόνα της ως ένα σύγχρονο γουέστερν κρύβει ένα μελόδραμα από αυτά που λίγοι σκηνοθέτες θα τολμούσαν να τοποθετήσουν στο έρημο τοπίο μιας Αμερικής χαρτογραφημένης πάνω σε πολύβουους αυτοκινητόδρομους, αερογέφυρες, πάρκινγκ αυτοκινήτων, βενζινάδικα, μοτέλ στη μέση του πουθενά, καλιφορνέζικα ηλιοβασιλέματα και μπλε ξημερώματα στο Χιούστον του Τέξας.

Στην πραγματικότητα, ο 39χρονος τότε Βιμ Βέντερς δεν κάνει τίποτα περισσότερο με το «Παρίσι, Τέξας» από το να επιμηκύνει για ακόμη μια πράξη την τριλογία του δρόμου του («Η Αλίκη στις Πόλεις», «Μια Λάθος Κίνηση», «Kings of the Road»), φτάνοντας νομοτελειακά στην Αμερική που αγάπησαν περισσότερο από πολλούς οι πρωτοπόροι του Νέου Γερμανικού Σινεμά, κυρίως γιατί εκεί γεννήθηκαν οι Technicolor φαντασμαγορίες των 50s, το ροκ ν ρολ των 60s, το νέο αμερικάνικο σινεμά των 70s, για να αναφέρει κανείς μερικές μόνο από τις εμμονές του – πιο «Αμερικάνου» απ’ όλους Βέντερς.

Οποιοδήποτε προηγούμενο φλερτ του Βέντερς με την Αμερική (από τον «Αμερικάνο Φίλο», την «Αλίκη στις Πόλεις» και το «Hammet») γίνεται πλέον εδώ μια παροξυσμική ερωτική πράξη με την εικονογραφία της πιο hardcore americana και μαζί η γιγάντωση και ακύρωση της ίδιας της μυθολογίας της.

Από την έρημο της εναρκτήριας σκηνής, μέχρι τις neon επιγραφές κατά μήκος του Τέξας και από τις ηλεκτρικές χορδές της κιθάρας του Ράι Κούντερ μέχρι την «Επιστροφή των Τζεντάι» στα σεντόνια ενός παιδιού και την ποτισμένη από τη σκόνη και όμως ακόμη και μέσα στο βαθύ μπλε και κόκκινο της διάφανη φωτογραφία του Ρόμπι Μίλερ – σαν πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ που ανακαλύφθηκαν στο… διάστημα , το «Παρίσι, Τέξας» είναι ό,τι πιο κοντινό γύρισε κανείς σε αρχετυπικό μεταχρονολογημένο γουέστερν, με το φάντασμα της «Αιχμάλωτης της Ερήμου» του Τζον Φορντ να είναι μόνο η προφανής αναφορά.

Πατώντας πάνω στο λιτό γραμμένο σαν να αναπαράγει έναν αστικό μύθο που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά σενάριο του Σαμ Σέπαρντ, ο Βιμ Βέντερς ακολουθεί τον μοναχικό καουμπόι ήρωά του σε μια σχεδόν βιβλική διαδρομή προς το σημείο εκείνο όπου κάθε άνθρωπος αναζητά πατρίδα και οικογένεια ακόμη και αν η μοίρα του του επιβάλλει να τις εγκαταλείψει ξανά. Σε μια σειρά από διακεκομμένες αναχωρήσεις, ο Τράβις του συγκλονιστικού Χάρι Ντιν Στάντον είναι καταδικασμένος να περιπλανιέται, να εγκαταλείπει μόνιμες ή εφήμερες εστίες, να κουβαλά πάνω στην σαν βγαλμένη από το βωβό σινεμά μελαγχολική και ταυτόχρονα αστεία φιγούρα του τη μελαγχολία ενός αμερικανικού ονείρου που δεν θα βγει ποτέ αληθινό.

Σε κατάσταση αμνησίας, σοκ ή μιας ολοκληρωτικής παραίτησης που ταυτίζεται με τις νοτιοδυτικές πολιτείες μιας Αμερικής που παραμένουν μια αφιλόξενη έρημος, ο Τράβις αναζητά αρχικά τη γεννετειρά του, στη συνέχεια το γιο του, στο τέλος τη γυναίκα που αγάπησε τελικά τον ίδιο του τον εαυτό σε μια διαδρομή που ξεκινάει χωρίς λόγια, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς κανένα συναισθηματισμό για να ολοκληρωθεί σε ένα μονόλογο που ενώ αφηγείται τα περισσότερα από τα πως και τα γιατί αυτής της διαλυμένης οικογένειας, μοιάζει και αυτός με ένα κομμάτι από το χαμένο χώρο και χρόνο ενός μελοδράματος που παίζεται πλέον – στη συγκλονιστική τελευταία ώρα – με τον τέταρτο τοίχο σπασμένο και τον θεατή να κοιτά κατάματα την αλήθεια.

Μια ταινία για την εγκατάλειψη περισσότερο από ένα φιλμ για την αποξένωση, όπως ακριβώς πρόδηλα μια ταινία ενός Ευρωπαίου και όχι ενός Αμερικάνου, το «Παρίσι, Τέξας» φέρνει στο Αντονιονικό road movie του Τράβις τις αποσκευές μιας ιστορίας στην οποία δεν γίνεται τίποτα ιδιαίτερο αλλά είναι σαν να συμβαίνουν τα πάντα. Βαθιά συγκινητική, όχι μόνο επειδή τη διατρέχει μια συνειδητή απόφαση πως ακόμη και μέσα στην απόλυτη καταστροφή υπάρχει κάποιος που πρέπει να σωθεί, αλλά κυρίως γιατί μέσα στην ερημιά της κατοικούν άνθρωποι χαμένοι που ψάχνουν ο ένας τον άλλον στα πιο αναπάντεχα μέρη.

Άλλωστε όπως θα εξομολογηθεί ο Τράβις σε εκείνη την τελευταία ώρα του «Παρίσι, Τέξας», η ιστορία που βλέπουμε έχει για ήρωες έναν άντρα και μια γυναίκα που ήταν τόσο ερωτευμένοι ώστε έκαναν ακόμη και το παραμικρό να μοιάζει με την μεγαλύτερη περιπέτεια στον κόσμο. Αυτό ακριβώς που κάνει, δηλαδή, ο Βιμ Βέντερς, στον εν λευκώ μεγαλειώδη, αφοπλιστικό, βαθιά κινηματογραφικό φόρο τιμής του σε μια Αμερική που στο μεγάλο χάρτη των ανθρώπινων διαδρομών της κάποιος κάποτε σημείωσε ένα άλλο Παρίσι, καταμεσής του Τέξας.

http://flix.gr/

Κριτική

Παρίσι, Τέξας

Από Χρήστο Μήτση – 23/06/2016 [5/5]

Ένα απόλυτα μοντέρνο αριστούργημα το οποίο εξελίσσει το σινεμά του Αντονιόνι και των ανεξάρτητων αμερικανικών ’60s & 70s, βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ Κανών.

Το Πάρις είναι μια πόλη του Τέξας συνονόματη με τη γαλλική πρωτεύουσα. Είναι επίσης μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίφαση, η οποία συνδέει την κομψότητα με το κιτς, τη μεγαλούπολη με την έρημο, την ευρωπαϊκή ιστορία με το αμερικανικό παρόν. Στο αριστουργηματικό φιλμ του Βιμ Βέντερς αντιπροσωπεύει τον ιδεατό τόπο «καταγωγής» ενός ήρωα χωρίς παρελθόν, ο οποίος ξεκινά ένα διπλό οδοιπορικό πρώτα στα σύνορα του Μεξικού και κατόπιν, όταν τον περιμαζεύει ο αδελφός του, μαζί με τον οκτάχρονο γιο του στο Τέξας, σε αναζήτηση αυτήν τη φορά της εξαφανισμένης γυναίκας του.

Ο Τράβις ψάχνει την υπαρξιακή του ταυτότητα σε έναν κόσμο απομόνωσης, μοναξιάς και αλλοτρίωσης, ο οποίος ορίζεται από ένα αχανές τοπίο κατοικημένο από σιδηροδρομικές γραμμές, μοτέλ, νέον επιγραφές, σκουριασμένες κατασκευές από σίδερο, γκραφίτι, παλιές διαφημιστικές πινακίδες και ατέλειωτους αυτοκινητόδρομους. Η σύγχρονη Αμερική και μάλιστα η γουέστερν εικονογραφία του «μυθικού» νότου της, όπου τα highways δεν είναι παρά μια σειρά από αμέτρητες μυθοπλαστικές δυνατότητες, προσφέρουν στους σεναριογράφους Σαμ Σέπαρντ και Ελ Εμ Κιτ Κάρσον το ιδανικό ντεκόρ για ένα απλό, λιγόλογο όσο και συγκινητικό road movie.

Με τη βοήθεια του φωτογράφου Ρόμπι Μίλερ και του μουσικού Ράι Κούντερ (το υποβλητικό slide guitar σκορ του είναι εμπνευσμένο από το «Dark was the night, cold was the ground» του Μπλάιντ Γουίλι Τζόνσον), ο Βιμ Βέντερς το μετατρέπει σε μια βαθιά εσωτερική οδύσσεια, η οποία περιγράφει σπαρακτικά τη σισύφεια αναζήτηση του σύγχρονου ανθρώπου για επικοινωνία μεταφρασμένη σε ερωτική ή οικογενειακή σχέση. Πρόκειται για ένα απόλυτα μοντέρνο αριστούργημα το οποίο εξελίσσει το σινεμά του Αντονιόνι και των ανεξάρτητων αμερικανικών ’60s & ’70s, βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ Κανών.

Γερμανία, Γαλλία. 1984. Διάρκεια: 148΄. Διανομή: STRADA FILMS.

www.athinorama.gr

ΠΑΡΙΣΙ, ΤΕΞΑΣ (1984)

(PARIS, TEXAS)

ΕΙΔΟΣ: Δράμα

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βιμ Βέντερς

ΚΑΣΤ: Χάρι Ντιν Στάντον, Ναστάζια Κίνσκι, Ντιν Στόκγουελ, Χάντερ Κάρσον

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 147′

ΔΙΑΝΟΜΗ: STRADA FILMS

του Ηλία Φραγκούλη

Ο αμίλητος Τράβις περιπλανιέται περπατώντας στην έρημο του Τέξας, σχεδόν δίχως σκοπό. Έχει φύγει από το σπίτι του πριν από τέσσερα χρόνια. Ο αδελφός του καταφθάνει για βοήθεια. Μπορεί να τον ξανακάνει… άνθρωπο;

Με μια μάλλον μεγάλη σε όγκο δουλειάς φιλμογραφία, ο Βιμ Βέντερς είναι ένας σκηνοθέτης ο οποίος απέκτησε τη φήμη που… είχε μέχρι πρότινος κυρίως από ταινίες όπως το «Παρίσι, Τέξας». Αν ρωτάς κι εμένα, ατυχώς! Επίσης αξιοσημείωτη, βέβαια, είναι και η επιλεκτικότητα της μνήμης των φίλων του Γερμανού δημιουργού, που τείνουν να ξεχνούν το πλήθος των αποτυχημένων φιλμ τού Βέντερς, μέσα από πολλαπλές απόπειρες αναζήτησης αφηγηματικού στιλ, που πολλές φορές φλέρταρε με την αμερικανική κουλτούρα και τις ρίζες της.

Προφανώς, κατάλαβες ότι δεν είμαι καθόλου fan τούτης της ταινίας. Και ένα επαναληπτικό viewing για φρεσκάρισμα της μνήμης αυτές τις μέρες, δεν κατάφερε να μου αλλάξει τη γνώμη ή τις εντυπώσεις για την πιο αμερικάνικη δουλειά του Βέντερς, ο οποίος αφήνεται σαν τουρίστας στα χέρια των σεναριογράφων του, Λ. Μ. Κιτ Κάρσον και Σαμ Σέπαρντ, με τον Ρόμπι Μιούλερ στο τιμόνι της διεύθυνσης φωτογραφίας να επεξεργάζεται με μαγικό τρόπο το wide open space και το φως ολόκληρου του 24ωρου σε Τέξας και Καλιφόρνια. Χωρίς αυτό, το στοιχείο της εικόνας, το «Παρίσι, Τέξας» θα έμοιαζε με κάτι σαφώς ανολοκλήρωτο, ελλαττωματικό (και ουχί ελλειπτικό), που κρύβει την αποσπασματικότητα και τον αναίτιο «προβληματισμό» του πίσω από τη σύγκρουση δύο εντελώς διαφορετικών φιλμικών κόσμων / πολιτισμών. Από τη μια η κληρονομιά του «σιωπηλού» ψυχογραφήματος που άφησαν πίσω τους οι φεστιβαλικοί auteur του ευρωπαϊκού σινεμά περασμένων δεκαετιών, από την άλλη το πιο ανοιχτό σε προσέγγιση προς τους ήρωες μελόδραμα του αμερικανικού κινηματογράφου, που στα 80’s είχε πλέον κατασταλάξει και εξωτερικεύσει τα υπαρξιστικά ζητήματα της αμέσως προηγούμενης δεκαετίας.

Ο Τράβις του Χάρι Ντιν Στάντον αποτελεί μια φιγούρα που στην ψυχή κουβαλάει μια άρνηση στην επικοινωνία, το βουβό προσωπείο ενός βασανισμένου (μέσα του) ανθρώπου, με τον τρόπο που το συγκεκριμένο «είδος» του ευρωπαϊκού σινεμά δεν αιτιολογεί, μη δίνοντας στον θεατή κάποιες (ας τις πούμε και βατές;) απαντήσεις. Ο ίδιος, όμως, αυτή τη φορά έχει τοποθετηθεί μέσα σε ένα αυστηρά αμερικανικό τοπίο και ο ψυχισμός του έχει πολιτογραφηθεί ως τέτοιος, έχει εγκλιματιστεί με αυτόν τον τρόπο ζωής. Και κάπου κλωτσάει έτσι η ιστορία τού Τράβις, ο οποίος απλά περπατάει δίχως σκοπό και σαφήνεια εντός ερημικών πλάνων του αχανούς Τέξας, μέχρι να τον εντοπίσει ο αδελφός του από το Λος Άντζελες και να επιχειρήσει να τον φέρει πίσω σε ένα σπίτι όπου εκείνος και η σύζυγός του είχαν μετατραπεί για τέσσερα χρόνια σε «θετοί» γονείς του υιού του, Χάντερ.

Σε αυτό το «εισαγωγικό» μέρος του φιλμ, ο Βέντερς δείχνει μάλλον σαστισμένος έξω από το αγαπημένο του αστικό τοπίο και αφήνει τους Κάρσον και Σέπαρντ να βρουν κάτι πιο… ντόπιο και αυθεντικό να πουν για τους χαρακτήρες μέσα από το σενάριό τους, που περισσότερο αποτελείται από σκόρπιες σκηνές «δράσης», με την ιστορία να εξελίσσεται δειλά και αφελώς, οδηγώντας μας μέχρι την οικία του αδελφού του Τράβις (Ντιν Στόκγουελ) και στο σκηνικό μιας ασαφώς διαλυμένης οικογένειας μετά ανήλικου τέκνου. Εδώ ο Βέντερς κάνει ένα κλείσιμο του ματιού προς το «Η Αλίκη στις Πόλεις» (1974), αλλά η χρήση του παιδιού λειτουργεί περισσότερο… made in USA μελοδραματικά, κάτι που δεν θα εκτονωθεί ακομπλεξάριστα όταν έρθει και η στιγμή της εμφάνισης της μητέρας, η οποία πρέπει να εντοπιστεί στο Τέξας για να κλείσουν οι (ποιοι, αλήθεια;) σεναριακοί λογαριασμοί του φιλμ.

Το «Παρίσι, Τέξας» σίγουρα έχει γεράσει στο πέρασμα του χρόνου και όσο κι αν προσπαθούν να το σηκώσουν συναισθηματικά οι Στάντον και Ναστάζια Κίνσκι, στην πραγματικά υπερβολική (αν και ζουμερή υποκριτικά) σε διάρκεια σεκάνς της εξομολογητικής επίλυσης των «διαφορών» τους, το φιλμ δεν καταλήγει σε κάτι το μεστά αληθινό και ανθρώπινο. Τα λόγια των δύο χαρακτήρων μοιάζουν με απαγγελία γραμμένου (όσο καλό και αν είναι…) κειμένου, που τελικά θα χαθεί σε μια διαρκή αβεβαιότητα για το αύριο. Σε σκόρπιους αυτοκινητοδρόμους. Χωρίς GPS. Τι να προσθέσω; Στο σινεμά εμένα μου αρέσει να υπάρχει και ένας προορισμός και κάποιοι χαρακτήρες που να μπορούν να με φτάσουν κάπου, έστω και με οτοστόπ. Και να μιλάμε στην πορεία. Όχι να μονολογούμε…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Από τα πιο διάσημα έργα του Βέντερς, το «Παρίσι, Τέξας» έχει φανατικούς οπαδούς που και με το έργο τού Σέπαρντ ταυτίζονταν και με τη μουσική (αυτό το θλιμμένο γρατζούνισμα «σύνθεσης») του Ράι Κούντερ ανατρίχιαζαν για τόσα χρόνια. Το refresh στη θέαση του φιλμ δεν μου άλλαξε τα μυαλά. Παρά μόνο μου έδωσε μια εντύπωση ότι ταινίες όπως αυτή εδώ αποτέλεσαν κάτι σαν το manual για το ξεκίνημα της καριέρας του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου (χωρίς τα «τρικ» του ταχυδακτυλουργού της εικόνας). Λογικά, ο θεατής τού σήμερα πιο κοντά στην απογοήτευση ή σε αναπάντητα ερωτήματα θα βρεθεί.

http://freecinema.gr/

Παρίσι, Τέξας Paris, Texas ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Δραματική ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 1984 ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: ΗΠΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 148 ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡ. Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς Πρωταγωνιστούν: Ναστάσια Κίνσκι, Χάρι Ντιν Στάντον

Ένας άνδρας που περιπλανιέται από το Μεξικό ως το Τέξας δεν μιλάει καθόλου, ενώ όλα δείχνουν πως έχει χάσει και σε μεγάλο βαθμό τη μνήμη του. Αυτό που τον καθοδηγεί είναι η ακατανίκητη επιθυμία να ξαναβρεί την οικογένειά του: τη νεαρή γυναίκα του, της οποίας τη ζωή θεωρεί πως έχει θέσει σε κίνδυνο, και τον επτάχρονο γιο του. ΘΟΔΩΡΗΣ

ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 23.6.2016 [4,5/5]

Το γουέστερν, ως υπαρξιακό ταξίδι. Από τα πρώτα κιόλας πλάνα του, με τον πρωταγωνιστή Τράβις, μια μικρή κουκκίδα στην αχαρτογράφητη, αλλά χαρακτηριστικά αμερικανική έρημο, να φτάνει στον «πολιτισμό», μυστηριώδης, λακωνικός και εμφανώς εξαντλημένος, μέχρι που σωριάζεται ημιθανής στον ενδεχόμενο προορισμό του, το Παρίσι Τέξας του Βιμ Βέντερς προσκαλεί τον θεατή να συμμετάσχει σε έναν διάλογο εικόνας και λόγου, έτσι όπως εξελίσσεται σταδιακά η αφήγηση, από τους αντικατοπτρισμούς της αρχής μέχρι το αξέχαστο τελικό speech στον καθρέφτη. Διανύοντας τη δική του απόσταση από το «γερμανικό» ξεκίνημα μέχρι το έντονο φλερτ με την Αμερική του ονείρου και του σινεμά, ο Βέντερς, σε σενάριο Σαμ Σέπαρντ, διαλογίζεται πάνω στη νοσταλγία, τη μοναξιά και την αποξένωση, αδειάζοντας τον χώρο και πλουτίζοντας τον κινηματογραφικό χρόνο αντίστροφα με αφαίρεση και εσωτερική ματιά. Ακούγεται διανοουμενίστικο το όλο εγχείρημα που βραβεύτηκε με Χρυσό Φοίνικα το 1984 στις Κάννες, αλλά ξεπερνάει τον σκόπελο της ταινίας στο μυαλό του σκηνοθέτη και γίνεται μια συναρπαστική, μοναδική, έντονη εμπειρία, όπως και η μουσική του Ράι Κούντερ.

Πηγή: www.lifo.gr

Κάπου χωρίς γλώσσα και οδούς

ΙΟΥΝΙΟΥ 28, 2016 OLD BOY TALKS CINEMA

ΚΑΠΟΥ ΧΩΡΙΣ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΟΔΟΥΣ

Mε αφορμή το «Παρίσι, Τέξας» του Βιμ Βέντερς

Κείμενο: Old Boy

Email: oldboy@elculture.gr

Ακόμη κι αν το μυαλό μου μια μέρα ρετάρει, ακόμη κι αν το αλτσχάιμερ ή κάποια άλλη μορφή άνοιας μετατρέψουν και αυτό και άρα και εμένα σε κάτι μπερδεμένο, αβέβαιο και θολό, σε κάτι που θα χάνεται και θα βρίσκεται μέχρι που δεν θα ξέρει πια πού είναι, η κιθάρα του Ράι Κούντερ από το θέμα των αρχικών σκηνών του «Paris, Texas» θα συνεχίζει να παίζει μέσα μου, αφού έχει σφηνωθεί τόσο πολύ βαθιά και τόσο πολύ στοιχειωτικά στον εγκέφαλό μου, ώστε θα παραμένει εκεί, ό,τι άλλο κι αν στο μεταξύ σβήσει, ό,τι άλλο και αν στο μεταξύ αλλοιωθεί. Αλλά δεν θα με στοίχειωνε έτσι από μόνη της, αν μόνο την είχα ακούσει, αν δεν την είχα δει. Ναι, δει. «Το Παρίσι, Τέξας» ξεκινά, ο Χάρι Ντιν Στάντον περπατά στην έρημο με το κουστούμι του, τη γραβάτα του και το κατακόκκινο καπέλο του, που μοιάζει να τα φορά χρόνια, και η μουσική παντρεύεται αμετάκλητα με την εικόνα, η εικόνα παντρεύεται αμετάκλητα με τη μουσική, ο Βέντερς προσφέρει μορφή και όψη στη μελωδία του Κούντερ και ο Κούντερ μας κάνει να ακούμε τον ήχο της ερήμου, τον ήχο του χασίματος, τον ήχο που έχει στο δικό του θολό μυαλό ο ήρωας, τον ήχο το δικό του μέσα σε αυτό το αχανές τοπίο στο οποίο περπατά σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν να μην υπάρχει σήμερα, παρά μόνο ένα ολότελα συντριπτικό χθες, που τον έφτασε σε σημείο επιθυμίας να εκμηδενιστεί και να τον καταπιεί η απεραντοσύνη του ορίζοντα.

Ο Τράβις φεύγει και ξαναφεύγει και ο αδελφός του θα τον ρωτήσει απορημένος. Μα τι έχει εκεί; Τίποτα δεν έχει εκεί. Προς τα εκεί που όλο φεύγεις είναι το τίποτα. Το τίποτα όμως δεν είναι το αντίθετο του τα πάντα. Και τα δύο ανήκουν στο απόλυτο. Αντίθετο του τίποτα και του τα πάντα είναι το σχετικά, το χτισμένα, το πολεοδομημένα, το καταγεγραμμένα, το ρυθμισμένα, το πονεμένα με μέτρο. Ναι, όταν ακόμη πονάς με μέτρο, όταν ο πόνος σου δεν έχει περάσει ένα όριο ανοχής, μπορείς να ζεις με τους άλλους ανθρώπους, μπορείς να ζεις μέσα στις πόλεις τους, μπορείς να ξέρεις διαρκώς πού είσαι, ποιος είσαι, τι μέρα είναι, ποια είναι η επικαιρότητα, ποιες οι καθημερινές σκοτούρες. Όταν όμως σπας οριστικά, όταν ούτε το ποτό δεν μπορεί πια να σε κρύψει από τον εαυτό σου, όταν ξυπνάς και καίγεσαι κυριολεκτικά, τότε αρχίζεις να τρέχεις χωρίς σταματημό, μέχρι να βρεθείς κάπου χωρίς γλώσσα και οδούς. Κι όταν όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου υπάρχει μόνο τοπίο φυσικό, όταν δεν ακούς γλώσσα, δεν ακούς λέξεις, δεν έχει τίποτα να σου θυμίζει τη γραφειοκρατία της ζωής, μπορείς να μείνεις ολομόναχος με την καταλυτικότητα της ύπαρξης. Να περπατάς, να περπατάς, να περπατάς. Χωρίς να έχεις να πας κάπου. Χωρίς να υπάρχει το κάπου. Να περπατάς για να αδειάσει το μυαλό σου, για να αδειάσει ο τρόμος σου, για να αδειάσει το κεφάλι σου από ό,τι είναι οδυνηρό, για να φύγεις όσο πιο μακριά γίνεται από τον σπαραγμό του εαυτού και των σχέσεων που έγιναν κομμάτια.

Μια γέφυρα, από κάτω ένας αυτοκινητόδρομος, ένας άντρας που κηρύττει προς τα αυτοκίνητα που δεν τον ακούνε, ο Τράβις που τον προσπερνά, κοιτάζοντάς τον σκιαγμένος σαν συγγενής. Αληθινά τρελοί είναι όσοι δεν τρελάθηκαν ποτέ, αληθινά δειλοί όσοι δεν το ‘σκασαν ποτέ, αληθινά μόνοι όσοι δεν έμειναν μόνοι ποτέ, αληθινά εκτός γλώσσας όσοι την πήραν ως δεδομένη και δεν δοκίμασαν να αδειάσουν από τα δεσμά της ποτέ, αληθινά έρημοι όσοι δεν περιπλανήθηκαν στην έρημο ποτέ. Δεν είναι εξ ορισμού η φυσική κατάσταση του ανθρώπου ο πολιτισμός, οι πόλεις, η γλώσσα και το κυνήγι των εντός του πολιτισμού σκοπών. Δεν είναι εξ ορισμού πιο αφύσικος αυτός που έχει χαθεί μέσα στην έρημο, από αυτόν που ζει με το ωράριό του, τις προσδοκίες του και τις ανησυχίες του, εντός σχεδίου πόλεως κι εντός σχεδίου βίου.

Κοίτα, όταν ζεις μέσα σε τοίχους και παράθυρα, όταν ζεις σε σπίτι με πιάτα και ζευγάρια παπούτσια, τα πιάτα πρέπει να πλυθούν, να σκουπιστούν, να μπουν στη θέση τους και τα παπούτσια δεν γίνεται να είναι σκόρπια εδώ κι εκεί και βρώμικα, πρέπει να γυαλιστούν και να μπουν δίπλα δίπλα σε μια σειρά, έτσι ώστε ίσως να τακτοποιηθεί αυτή η μικρή γωνιά του χάους, να ξέρεις ότι τουλάχιστον σε αυτό εδώ το απειροελάχιστο του υποσύνολο, ο κόσμος είναι εντάξει, όλα είναι στη θέση τους, αρκεί να φροντίζεις να τα τακτοποιείς διαρκώς, υποκαθιστώντας τα μεγάλα υπαρξιακά άγχη με την παρωδία των ψυχαναγκαστικών μικρών.

Ναι, αλλά, πάλι γιατί; Γιατί να μην μπορούν να είναι δυο άνθρωποι αγαπημένοι; Άλλοτε επειδή δεν αγαπήθηκαν στα αλήθεια ποτέ, άλλοτε επειδή αγαπήθηκαν και με τα χρόνια αυτό εξέπεσε κι άλλοτε πάλι επειδή αγαπήθηκαν υπερβολικά. «I knew these people, these two people» θα πει ο Τράβις μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο για αυτόν και την Τζέιν, αφηγούμενος την ιστορία ενός ζευγαριού, αφηγούμενος την ιστορία δύο ανθρώπων που γίνονται ζευγάρι. Και πριν ξαναδώ την ταινία, η μνήμη τον έφερνε να φταίει μόνο αυτός, αυτός και ο υπερβολικός του έρωτας, αυτός και η υπερβολική του ζήλια, αυτός και η υπερβολική του ανασφάλεια (αν και όταν βλέπεις τη Ναστάζια Κίνσκι στην ταινία αναρωτιέσαι ποιος θα μπορούσε να νιώσει μη ανασφαλής δίπλα σε αυτό το πλάσμα, ποιος θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει ότι είναι δική του και μόνο δική του, εκτός κι αν έλεγε ότι δε σε θέλω μόνο δική μου, εκτός αν αντιμετώπιζε έτσι τη ζήλια, παραδινόμενος, συνομολογώντας ότι μπορεί να είσαι και άλλων, κι εγώ αντί να νιώσω ανασφαλής, νιώσω ευλογημένος που σε ένα βαθμό και κάποτε σε είχα).

Ένα ζευγάρι είναι ένα πράγμα και ένα εντελώς διαφορετικό πράγμα είναι ένα ζευγάρι με παιδί.

Ενώ λοιπόν μου είχε μείνει μόνο η ζήλεια του Τράβις, μόνο το δικό του μερίδιο ευθύνης, συνειδητοποιείς ξαναβλέποντας την ταινία, ότι ο Τράβις έφταιξε ως ένα σημείο, ότι έχει κι η Τζέιν το δικό της μερίδιο. Γιατί ένα ζευγάρι είναι ένα πράγμα και ένα εντελώς διαφορετικό πράγμα είναι ένα ζευγάρι με παιδί. Όλη η δυναμική αλλάζει, τίποτα δεν είναι πια το ίδιο, τα πράγματα είτε θα είναι πολύ καλύτερα, είτε πολύ χειρότερα, είτε και ακόμα εξίσου τελικά καλά να είναι, πάντως θα είναι διαφορετικά καλά, καλά μέσα από αυτή τη νέα δυναμική. Και δεν ξέρω αν φταίει μόνο η μνήμη μου ή είναι και μια γενικότερη μνήμη που ανάγεται σε στερεότυπα και ταμπού, γιατί, ναι, ένας ζηλιάρης κτητικός σύζυγος είναι κάτι με το οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε εύκολα, αλλά μια νέα μητέρα που νιώθει παγιδευμένη με το μωρό της, που το νιώθει ως παγίδα, αντί ως ευλογία και μόνο, σκανδαλίζει και ξεχνιέται, ως κάτι που δεν μπορεί να είναι αληθινό.

Είμαστε απέναντι. Μιλάμε μέσω τηλεφώνου. Εγώ σε βλέπω, εσύ όχι. Τζάμι για μένα, καθρέφτης για σένα. Επικοινωνούμε χωρίς σωματική επαφή. Εσύ και χωρίς οπτική επαφή. Είμαστε τόσο κοντά και τόσο μακριά. Ένα μέρος που έρχονται οι άντρες για να ξεγελάσουν τη μοναξιά τους, να παίξουν το πουλί τους, να ψωνίσουν ίσως κορίτσια για μετά. Η αμαρτία χωρίς προφάσεις. Μέσα δεκαετίας ’80, δεν υπάρχει ίντερνετ να αναπληρώνει όλες αυτές τις λειτουργίες, αλλά ο θάλαμος που βλέπεις την περσόνα του άλλου, τον ρόλο του άλλου, την εικόνα του άλλου, ο θάλαμος που πας για να φτιαχτείς αλλά και να μιλήσεις, να μιλήσεις αλλά και να φτιαχτείς, γίνεται εξομολογητήριο, γίνεται καθαρτήριο, λύνει τους πιο αβάσταχτους λογαριασμούς με το παρελθόν. Μόνο έτσι, μόνο με αυτόν τον τοίχο να τους χωρίζει μπορεί να της μιλήσει, από κοντά θα του γύριζαν ίσως πάλι τα μυαλά, θα την ακουμπούσε, θα τη μύριζε, θα την ένιωθε, θα επανερχόταν όχι μόνο η έλξη και η επιθυμία να τη φιλήσει, αλλά κι όλος ο αμοιβαίος πόνος που προκάλεσαν ο ένας στον άλλο. Όχι, μερικές φορές δεν γίνεται, μερικές φορές η λύση είναι μόνο να χαθείς. Κι όταν κολλούν τα πρόσωπά τους στο τζάμι και τον καθρέφτη, όταν σχηματίζουν ένα ανδρόγυνο πρόσωπο, με τα μαλλιά της Κίνσκι να είναι σαν περούκα πάνω στο τραχύ πρόσωπο του Στάντον, αυτό δεν είναι ένα όμορφο πρόσωπο, αυτό είναι μια κακομορφία, είναι το πρόσωπο κάθε ζευγαριού που δεν άντεξε το πέρασμα του χρόνου και παρόλη τη μεγάλη αγάπη ή και εξαιτίας αυτής, μετατράπηκε σε τέρας.

Κι όταν βλέπουν το φιλμάκι με τα παλιά ευτυχισμένα χρόνια, o γιος τους, ο Xάντερ, βλέπει πώς την κοιτούσε, αλλά δεν είναι αυτή η μαμά του, είναι μόνο η μαμά του σε μια ταινία, σε έναν μακρινό γαλαξία τόσο πολύ παλιά. Κι αν η αλήθεια της ζωής φέρνει τους ανθρώπους μακριά, υπάρχει και η αλήθεια των φωτογραφιών και των ταινιών να αποτυπώσει τις στιγμές της αρμονίας και της ευτυχίας, τις στιγμές που μοιάζουν ψεύτικες σαν σινεμά κι είναι αληθινές σαν σινεμά.

Το «Παρίσι, Τέξας» επαναπροβάλλεται (μαζί με «Τα Φτερά του Έρωτα») και δεν ξέρεις πού να πρωτοσταθείς: από τη μουσική του Ράι Κούντερ ως τη μαγική φωτογραφία του Ρόμπι Μίλερ (σε μια ταινία που παίζει τελείως με το χρώμα) και το σενάριο του Σαμ Σέπαρντ, ο Βέντερς ενορχηστρώνει εκπληκτικά ένα έργο που δεν θα μας εγκαταλείψει. Η γη στην οποία συλληφθήκαμε. Η γη στην οποία ένας άντρας έκανε έρωτα σε μια γυναίκα κι από εκεί ξεκινήσαμε να υπάρχουμε. Το Παρίσι … του Τέξας. Εκεί θα αγοράσουμε γη. Η γη είναι φυσική. Η γλώσσα όχι. Λες Παρίσι και ο άλλος σκέφτεται Γαλλία. Στην παύση που θα προηγηθεί της διευκρίνισης, στην παύση που θα προηγηθεί του Τέξας, στην παύση που θα καλύψει το κενό ανάμεσα σε αυτό που ήταν όντως η μητέρα μας και στην ιδέα της, στην ιδέα πως ίσως το χτισμένο Παρίσι είναι πιο σημαντικό από το ερημικό, στην ιδέα πως οι ιδέες είναι πιο σημαντικές από την αλήθεια των ανθρώπων, από την αλήθεια του ανθρώπου, από την αλήθεια πως τόσο πολύ συχνά είναι αβάσταχτο για δυο ανθρώπους να ζουν μαζί και να κλειδώσει η αλήθεια του ενός με την αλήθεια του άλλου, σε αυτή την παύση οι άνθρωποι στέκονται και πονούν. Ενώ αν περπατάς μόνος στο πουθενά και δεν μιλάς, δεν υπάρχει παύση, δεν υπάρχει παρεξήγηση, υπάρχει μόνο η σιωπή και το μυαλό το άδειο από γλώσσα.

https://www.elculture.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: