Φριτς Λανγκ, Ταξιδιώτης στην άκρη του χρόνου | του Νίκου Σαββάτη

Μια ομάδα νέων, που υπηρετούσαν τις τέχνες (ανάμεσά τους κι εγώ), έκαναν την τραγωδία φετίχ, εκφράζοντας ανοιχτά την εξέγερσή τους ενάντια στις παλιές απαντήσεις και τις φθαρμένες μορφές, και περνώντας από την αφελή γλυκύτητα και το φέγγος του 19ου αιώνα στο αντίθετο άκρο: το σκοτεινό δόγμα της απαισιοδοξίας για την απαισιοδοξία.

Fritz Lang, 1948

Συνέντευξη του Βιμ Βέντερς για το Παρίσι, Τέξας (1984): Η πρώτη μου ερωτική ταινία

Παρίσι, Τέξας (1984), Η μυθική, δαιμόνια Αμερική του Sam Shepard || του Πάνου Μανασσή

Παρίσι-Τέξας Wim Wenders Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ του Αχιλλέα Κυριακίδη

Παρίσι, Τέξας (1984) του Βιμ Βέντερς | κριτικές-γράφτηκε για την ταινία

Fritz Lang- Φριτς Λανγκ, η ύστατη και κορυφαία έκφραση του δημιουργού-καλλιτέχνη| του Μιχάλη Δημόπουλου

 

Στυλοβάτης του γερμανικού εξπρεσιονισμού και αργότερα μεγάλος κλασικιστής, ο Friedrich Christian Anton Lang γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου του 1890, στο χρυσό λυκόφως του 19ου αιώνα, στη Βιέννη του Φραγκίσκου Ιωσήφ, την πόλη όπου άνθισαν η τέχνη και οι ιδέες των Mahler, Schnitzler, Klimt και Freud. Μεγάλωσε στο σπίτι των αστών γονέων του, προσκολλημένος στη μητέρα του, Paola Schlesinger (κόρη υφασματοβιομηχάνου εβραϊκής καταγωγής) και εχθρικός προς τον πατέρα του, Anton (Καθολικό αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό), και τον μεγαλύτερο αδελφό του, Adolf. Εγκατέλειψε πρώτα την αρχιτεκτονική (για να σπουδάσει σχέδιο και ζωγραφική στην Ακαδημία Γραφικών Τεχνών) και στη συνέχεια την οικογενειακή εστία της προστατευμένης παιδικής ηλικίας και της αυστηρής, Καθολικής ανατροφής του, για να εγκατασταθεί στο Μόναχο, το 1911. Το 1913, ύστερα από περιπετειώδη ταξίδια στη Βόρεια Αφρική, τη Μικρά Ασία και την Άπω Ανατολή, καταλήγει στο Παρίσι, όπου, ζώντας μποέμικη ζωή, ανακαλύπτει τον κινηματογράφο. Με την κήρυξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ε­πιστρέφει στη Βιέννη, κατατάσσεται εθελοντής και υπηρετεί ως αξιωματικός του πυροβολικού στα μέτωπα της Ρωσίας, της Ρουμανίας και της Ιταλίας. Τα τραύματά του του χάρισαν αρκετά παράσημα, αλλά και του στέρησαν σχεδόν ολικά την όραση στο αριστερό μάτι.

Τον Αύγουστο του 1918, λίγο πριν αποστρατευτεί κι ενώ έχει ήδη γράψει σενάρια για ταινίες του Joe May, γνωρίζει τον παραγωγό Erich Pommer, που τον προσλαμβάνει στην εταιρεία Decla. Αρχικά σεναριογράφος και ηθοποιός σε ταινίες του Otto Rippert, σκηνοθετεί την πρώ­τη του ταινία, Μιγάς, το 1919. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία του διπτύχου Οι Αράχνες, που ο Lang γράφει και σκηνοθετεί, του στερεί τη δυνατότητα να γυρίσει το Εργαστήρι του Δρος Καλιγκάρι. Αργότερα, ο Joe May δεν του επιτρέπει να σκηνοθετήσει το σενάριο Ο τάφος τού Ινδού, το οποίο ο Lang έχει γράψει με τη σεναριογράφο Thea von Harbou, μόνιμη συνεργάτι- δά του από την Περιπλανώμενη εικόνα του 1919 ως τη Διαθήκη του Δόκτορος Μαμπούζε του 1933 και σύζυγό του από τις 26 Αυγούστου του 1922 ώς τον Απρίλιο του 1933. Η καλλιτε­χνική αναγνώριση έρχεται με τις μεγάλες εξπρεσιονιστικές ταινίες, όλες παραγωγές του Pommer για την Decla, η οποία σύντομα συγχωνεύτηκε με την Ufa: Θλιμμένος Θάνατος (1921), Δρ Μαμπούζε, ο παίκτης (1922), Οι Νιμπελούνγκεν (1923-’24), Μητρόπολη (1926).

Οι ταινίες αυτές, ταινίες-ορόσημα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, το αισθητικό πλαίσιο του οποίου καθορίζουν και ξεπερνούν, έδωσαν στο δημιουργό τους τη δυνατότητα να καλλιεργή­σει το απαράμιλλο εικαστικό στιλ του, αλλά και τη μορφή της μεγάλης, αλληγορικής μυθο­πλασίας. Ο κύκλος των αφηγήσεων αρχίζει μ’ ένα στοχασμό για την ανθρώπινη μοίρα, έναν αισθαντικό διάλογο του Έρωτα με το Θάνατο στη χώρα των σκιών, όπου κρύβεται όλη η ο­μορφιά του γερμανικού ρομαντισμού. Όλη η ασχήμια της δεκαετίας του ’20 με τις πραγματι­κές κρίσεις της τροφοδοτεί την ιστορία του παντοδύναμου αρχιεγκληματία Μαμπούζε, που διαβρώνει κάθε έννοια νομιμότητας και παραδίδεται στο μεγαλομανιακό παραλήρημα. Στους Νιμπελούνγκεν, την αποθέωση της στιλιζαρισμένης σκηνογραφίας, η αφήγηση επιστρέφει στο θρυλικό βασίλειο του νιτσεϊκού Υπερήρωα, όπου φως και σκοτάδι, άνθρωποι και τέρατα, ευ­γένεια και βαρβαρότητα, συγκρούονται ως τον εξολοθρεμό. Η σύνθεση μιας μεγαλόσχημης, ψευδοφιλοσοφικής θεματικής με τις υπεραισθητικές, εικονογραφικές αναζητήσεις του σκη­νοθέτη ολοκληρώνεται στη γιγαντιαία παραγωγή Μητρόπολη, ένα μελλοντικό όραμα της κοι­νωνίας των κυρίων και των σκλάβων που ο Lang το εμπνεύστηκε από το πρώτο ταξίδι του στη Νέα Υόρκη, τον Οκτώβριο του 1924, και υλοποίησε με πρωτοφανή μέσα (τελικό κόστος

5.000.000 μάρκα, υπερδιπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού, 310 μέρες και 60 νύχτες γυρί­σματος, 8 πρωταγωνιστές, 750 ηθοποιοί σε δεύτερους ρόλους και πάνω από 36.000 κομπάρ­σοι). Μετά την κολοσσιαία επένδυση της Μητρόπολης, η Ufa περνάει στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου, και ο Lang γίνεται παραγωγός των τελευταίων βουβών ταινιών του.

Σεμνότερες σε μέσα, αλλά όχι φτωχότερες σε θέαμα, αυτές οι δύο συνεπείς μελέτες δημοφι­λών ειδών είναι κάτι περισσότερο από μια ανάπαυλα ανάμεσα σε δύο μεγάλες ταινίες. Το πα­ραγνωρισμένο θρίλερ Κατάσκοποι, που αξίζει να επανεκτιμηθεί, στην πραγματικότητα είναι πιο ρευστό αφηγηματικά, πιο -φευγάτο» ρυθμικά, πιο εξελιγμένο σκηνοθετικά, από το διά­σημο Δρ Μαμπούζε, ο παίκτης. Περισσότερο από πειστική (για τα δεδομένα της εποχής) ανα­παράσταση ενός διαπλανητικοϋ ταξιδιού, το καθαρόαιμο παραμύθι επιστημονικής φαντα­σίας Γυναίκα στο φεγγάρι είναι ένα ενδιαφέρον πεδίο εντάσεων ανάμεσα στη γοητευτικά ψυ­χρή επιφάνεια της αναπαράστασης και μια μεσσιανική παραβολή, γεμάτη μελοδραματική α­φέλεια, στημένη γύρω απ’ την πρωταγωνίστρια, Gerda Maurus, με την οποία ο Lang έζησε έ­ναν σκανδαλώδη, τρελό έρωτα.

Η πρώτη ομιλούσα ταινία του Lang Μ, ο δράκος του Ντίσελντορφ (1931) είναι το αριστούρ­γημά του, ένα μεγάλο άνοιγμα του σκηνοθέτη σε ό,τι εξ ορισμού ο εξπρεσιονισμός αποκλείει: την αντικειμενική, σχεδόν ντοκιμενταρίστικη αναπαράσταση, την ψυχολογία και τον μπρε- χτισμό. Η ταινία, φρέσκια κι αναφομοίωτη, εξακολουθεί να εκπλήσσει με την τολμηρή και διφορούμενη ματιά της στη δικαιοσύνη, τη μαγεμένη καταγραφή της διαδικασίας της αστυ­νομικής έρευνας και των περιθωριακών δικτύων σε μια σύγχρονη πόλη, και, κυρίως, την α­πελευθέρωση της εγκληματικής επιθυμίας, της κακοφωνίας του ασυνείδητου, που για πρώ­τη φορά απαιτεί να ακουστεί με τέτοια ένταση. Η καινούργια αντικειμενικότητα της κινη­ματογράφησης και τα πειράματα με τις δυνατότητες του ήχου στο Μ, συνεχίζονται και στη Διαθήκη τον Δόκτορος Μαμπούζε, μια ευανάγνωστη αλληγορία της ναζιστικής παραφροσύ­νης, που οι Αρχές αξιολογούν δεόντως, απαγορεύοντάς την, το Μάρτιο του 1933. Παρά την απαγόρευση, ο ίδιος ο Goebbels προτείνει στο σκηνοθέτη να αναλάβει τη διεύθυνση του νέ­ου γερμανικού κινηματογράφου. Μέσα σε μια προσωπική θύελλα, την οριστική διάλυση του γάμου του με την Thea von Harbou και τις μυστικές πιέσεις της εξουσίας που κλιμακώνο­νται, ο Lang εγκαταλείπει άρον άρον τη Γερμανία.

Στο Παρίσι, ξανασυνεργάζεται με τον Erich Pommer στο Λιλιόμ, μια όαση χιούμορ και συναι­σθημάτων στο παγερό έρεβος της δημιουργίας του. Παντρεύοντας τον ποιητικό ρεαλισμό με τον εξπρεσιονισμό, το παραμύθι του ρομαντικού έρωτα με τη σάτιρα της ανθρώπινης και της θείας δικαιοσύνης, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να συλλάβει τον αφρό του καινούργιου περι­βάλλοντος όπου εργάζεται, και, ταυτόχρονα, να μη απομακρυνθεί από τον πιο προσωπικό ά­ξονα της θεματικής του: την αιώνια πάλη ενός αφελούς ήρωα με την παντοδύναμη αδικία τής μοίρας του. Η δική του μοίρα είχε αποφασίσει ότι η περιπέτεια της ζωής του θα συνεχιζόταν στην Αμερική: τον Απρίλιο του 1934, ο David Ο. Selznick τον προσλαμβάνει στην MGM.

Με μεγάλο ενθουσιασμό, ο Fritz Lang προσπαθεί να ενταχθεί στην καινούργια του πατρίδα ζητώντας αμέσως να γίνει αμερικανός πολίτης (πράγμα που συνέβη τον Αύγουστο του 1940). Περιμένοντας το πράσινο φως για την πρώτη του ταινία, σταματάει να μιλάει γερμανικά, δια­σχίζει τη χώρα, γνωρίζει τους ανθρώπους της, πηγαίνει για μερικές εβδομάδες σε καταυλισμό των Ναβάχος. Όμως πώς θα μπορούσε ένας τελειοθήρας, μανιακός του ελέγχου σκηνοθέτης, «κακομαθημένος» από την ευρωπαϊκή αντίληψη της τέχνης, να ενταχθεί χωρίς τριβές στην αγορά του Χόλιγουντ, όπου βασίλευαν η λειτουργικότητα (όχι η μεγαλοφυΐα) κι ο παραγωγός (όχι ο σκηνοθέτης); Η γερμανική περίοδος του Lang τον είχε προετοιμάσει να κυριαρχήσει στους κώδικες των ειδών, κι έτσι, η καλλιτεχνική του ακεραιότητα (όπως άλλωστε και άλλων Ευρωπαίων στο Χόλιγουντ) δεν κινδύνευε άμεσα από τον αμερικανικό κινηματογραφικό λαϊ­κισμό. Ο Lang, παρ’ όλα αυτά, στην Αμερική, αν και προσπαθεί να πλησιάσει δυναμικά τον άνθρωπο του δρόμου, αφήνοντας πίσω του τις στατικές, ολοκληρωτικές σκηνοθεσίες της ανθρώπινης πυραμίδας (μια πρακτική που είχε θριαμβεύσει στο Μ), δεν παραιτείται από την α­παισιόδοξη «γερμανικότητά» του, τη σκοτεινή μοιρολατρία του. Μπορεί να προσαρμόζεται με θαυμαστή άνεση στα είδη (π.χ. στο ουέστερν), αλλά επιμένει στην προσωπική απόδοσή τους, που επιδιώκει την υπέρβαση· όχι την απλή αληθοφάνεια. Το χειρότερο είναι ότι από το βάθρο του παντοδύναμου δημιουργού περιφρονεί την εργασιακή ή συνδικαλιστική δεοντολογία, το ωράριο και τις υπερωρίες του συνεργείου και των ηθοποιών. Τα πλατό των πρώτων του ται­νιών έμοιαζαν με ρινγκ, όπου ο σκηνοθέτης πάλευε με τους τεχνικούς και τους ανθρώπους της παραγωγής, ακόμα και με θερμόαιμους σταρ όπως ο Spencer Tracy, που λίγο έλειψε να διαλύσει το γύρισμα της Νέμεσης, πρωτοστατώντας σε μιαν ανταρσία ενάντια στον «απάν­θρωπο», αιώνια ανικανοποίητο και τυραννικό κινηματογραφιστή. Ίσως γι’ αυτό η πρώτη κοινωνική τριλογία που σκηνοθετεί στο Χόλιγουντ, ανάμεσα στο 1936 και το 1938 (Νέμεση, Ζεις μονάχα μια φορά, Εσύ κι εγώ), με πρωταγωνίστρια την καλή του φίλη Sylvia Sidney, δεν είναι καθόλου κολακευτική για το καινούργιο του περιβάλλον. Είναι μια τριλογία μίσους ή, έστω, ανελέητης κριτικής για την Αμερική, που παρουσιάζεται παραδομένη στη μαζική υστε­ρία, τη μισαλλοδοξία, το έγκλημα, την εκδικητικότητα και την αδικία. Όμως η αποτυχία τού μπρεχτικού πειραματικού μιούζικαλ Εσύ κι εγώ, του οποίου ήταν παραγωγός, φρενάρει για πρώτη φορά τη δημιουργική ορμή του Lang, καταδικάζοντάς τον σ’ ένα χρόνο απραξίας.

Η συνέχεια παίζεται στους ανοιχτούς ορίζοντες της περιπέτειας στην Άγρια Δύση που εκπο­λιτίζεται. Για την 20th Century-Fox του Darryl Zanuck σκηνοθετεί δύο έγχρωμα ουέστερν: την Επιστροφή του Φρανκ Τζέιμς (μια συνέχεια στο Τζέσι Τζέιμς του Henry King) και το πιο προσωπικό Western Union. Σ’ αυτές τις παραγγελίες, όπου ο Lang αναγκάζεται να σεβαστεί τις συμβάσεις και την ασφυκτική πειθαρχία των στούντιο, η προσωπική συνεισφορά του ή­ταν η λιτότητα και η (ίσως υπερβολική) σοβαρότητα της σκηνοθεσίας, η σύνθεση της μυθο­πλασίας με πραγματικά δεδομένα, η μεταφορά του μοτίβου της εκδίκησης στους χώρους μιας νέας γεωγραφίας, οι διακριτικές δοκιμές με τις δραματικές δυνατότητες του χρώματος. Στο ασπρόμαυρο Ανθρωποκυνηγητό (1941), σε σενάριο του μεγάλου Dudley Nichols, επιστρέφει στη γνώριμη ζούγκλα της Ευρώπης λίγο πριν την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέ­μου, όπου βασιλεύουν τα πιο βάρβαρα ένστικτα. Οι κυνηγοί και τα θηράματα, οι φασίστες και οι αντιφασίστες αλληλοεξοντώνονται, κι ο ρομαντικός έρωτας, μέσα απ’ τη θυσία, γίνε­ται η μοναδική δύναμη ζωής, η γλυκύτερη ανάμνηση της ανθρωπιάς.

Αμέσως μετά το Ανθρωποκυνηγητό, μια εγχείρηση στη χολή και -περισσότερο- η δυσαρέ­σκεια του Lang με τις παραγγελίες του στούντιο τον αναγκάζουν να εγκαταλείψει στη μέση δύο συνεχόμενες παραγωγές (Confirm or Deny και Moontide), που τελικά διεκπεραιώνει ο Archie Mayo, το 1941 και το 1942. Καθώς οι σχέσεις του με τον Zanuck επιδεινώνονται, το συμβόλαιό του με την 20th Century-Fox λύνεται. Ελεύθερος από τις δεσμεύσεις, ο Lang αφιε­ρώνεται στη συνεργασία του με τον Brecht στο αντιναζιστικό σενάριο του Και οι δήμιοι πε­θαίνουν!, εμπνευσμένο από την απόπειρα δολοφονίας του Reichsprotektor της Τσεχοσλοβα­κίας, Heydrich. Η ταινία, παραγωγή του ανεξάρτητου Arnold Pressburger, είναι μια εντυ­πωσιακή τοιχογραφία δράσης, ναζιστικών μηχανορραφιών και λαϊκής αντίστασης, «πλούσια σε έξυπνο μελόδραμα», όπως έγραψε ο μεγάλος αμερικανός κριτικός James Agee, που κατέ­κρινε τις αντιναζιστικές ταινίες των εκπατρισμένων Ευρωπαίων στο Χόλιγουντ για την κοι­νοτοπία και τη μεγαλόστομη προπαγάνδα τους. Διπλά απογοητευμένος από τα προβλήματα της συνεργασίας με τον Brecht και την αποδοχή της ταινίας, ο Lang σκηνοθετεί, για την Paramount, το μυθιστόρημα του Graham Greene Το Υπουργείο του τρόμου. Προσπαθώντας να υπερβεί τη μέτρια σεναριακή διασκευή του Seton I. Miller και ν’ αποφύγει τη βαριά προ­παγάνδα με στιλιστική ελαφράδα και «χιτσκοκική» ευελιξία, ο Lang καταφέρνει να κάνει μια απολαυστική περιπέτεια, που αποδείχθηκε πολύ εμπορική.

Στις 11 Οκτωβρίου του 1944, πέντε μέρες πριν από την πρεμιέρα του Υπουργείου του τρόμου, προβλήθηκε Η γυναίκα της βιτρίνας, παρ’ όλο που είχε γυριστεί αμέσως μετά. Ποτισμένο από την πιο εφιαλτική ενοχή και τον πιο βαθύ τρόμο μπροστά στην απελευθέρωση του σεξουαλι­κού πόθου, το σκοτεινό, εγκεφαλικό φιλμ νουάρ, γραμμένο με εξαιρετική πυκνότητα και οικο­νομία από τον Nunnally Johnson, ήταν δίκαια μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του σκηνοθέ­τη στην Αμερική. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η λειτουργικότητά του, η βασανιστική κλιμάκωση της έντασης ώς την τελική ανατροπή και το αμείωτο σασπένς, αλλά και η συγκινησιακή από­σταση από την οποία ο Lang φιλμάρει την ιστορία: αντικειμενικά μεν, αλλά όχι απόμακρα, νιώ­θοντας τη βαθιά μελαγχολία που χαρίζουν στα πρόσωπα οι λεπτές φωτοσκιάσεις της ερμηνείας του Edward G. Robinson και η θανατηφόρα, σεξουαλική ακτινοβολία της Joan Bennett.

To 1945, στην κορυφή της επιτυχίας του, ο Lang αγοράζει τη βίλα στην οποία έζησε ώς το θάνατό του, στη Σάμιτριτζ Ντράιβ του Μπέβερλι Χιλς. Ακολουθώντας το παράδειγμα πολ­λών συναδέλφων του, επιδιώκει την καλλιτεχνική αυτονομία και τις φορολογικές διευκο­λύνσεις του ανεξάρτητου παραγωγού, και ιδρύει την Diana Productions, με συνεταίρους την Joan Bennett, το σύζυγό της και παραγωγό Walter Wanger και τον Dudley Nichols. Η πρώ­τη παραγωγή τους είναι η Σκύλα, ριμέικ της κλασικής ταινίας του Renoir, με τους βασικούς πρωταγωνιστές και το διευθυντή φωτογραφίας (Milton Krasner) της Γυναίκας της βιτρίνας, αλλά με σεναριογράφο τον Dudley Nichols. Ωστόσο, παρά τους κοινούς συντελεστές και την ενότητα της ατμόσφαιρας, κάτι απ’ τη μαγεία της Γυναίκας της βιτρίνας έχει χαθεί- ίσως για­τί, στη Σκύλα, η σύγκριση με το αξεπέραστο πρωτότυπο είναι αναπόφευκτη, ή γιατί η ερωτι­κή ανθρωπολογία του Renoir, ούτως ή άλλως, δε θα μπορούσε ποτέ να προσαρμοστεί στην ηθικολογική τυπολογία του Χόλιγουντ. Το 1948, δύο χρόνια μετά από το τέταρτο, άνισο και α­κρωτηριασμένο από την Warner αντιναζιστικό θρίλερ Μανδύας και στιλέτο, ολοκληρώνεται η δεύτερη και τελευταία παραγωγή της Diana Productions, Το μυστικό πίσω από την πόρτα. Ούτε οι καλοί πρωταγωνιστές (Joan Bennett και Michael Redgrave) ούτε η πλαστικότητα της φωτογραφίας του μεγάλου Stanley Cortez κατάφεραν να σώσουν την ταινία από την ψυχαναλυτική αφέλεια και τη σεναριακή της εκκεντρικότητα. Η αποτυχία του Lang να κά­νει μια ταινία ισάξια της Ρεβέκκας του Hitchcock, όπως σκόπευε, ήταν η πιο κρίσιμη για τη σταδιοδρομία του. Οι βιαστικοί τιμητές του Χόλιγουντ αποφάσισαν ότι είχε αρχίσει η πα­ρακμή κι ότι ο Lang ήταν ένα άχρηστο απολίθωμα μιας άλλης εποχής.

Στη συνέχεια, τα προβλήματα συσσωρεύονται. Ο μηχανισμός της απόρριψης του δημιουργού που μαζί με μια χούφτα συναδέλφους του μορφοποίησε τον αμερικανικό κινηματογραφικό κλα­σικισμό, μπήκε σε λειτουργία. Οι ευκαιρίες άρχισαν να λιγοστεύουν, οι προϋπολογισμοί των ταινιών να μικραίνουν. Στα χρόνια του κυνηγιού των μαγισσών, οι διωκτικές Αρχές έβαλαν στο μικροσκόπιο τις «πρώιμες» αντιναζιστικές θέσεις του Lang, τις φιλίες του με εκπατρισμένους μαρξιστές (όπως ο Brecht και ο Eisler), τις συνεργασίες του με οργανωμένους κομμουνιστές (και συμπαθούντες) σεναριογράφους (John Wexley, Albert Maltz, Ring Lardner, Jr., Silvia Richards). Καθόλου τυχαία, οι ταινίες του Lang από το 1949 ώς το 1956 υπογραμμίζουν όλο και πιο απελ­πισμένα τα μοτίβα της ενοχής, της βίας και των διώξεων, γίνονται όλο και πιο απογυμνωμένες, όλο και πιο πικρές εκτιμήσεις της αντιστροφής του αμερικανικού ονείρου που βιώνει ο σκηνο­θέτης και, μαζί, ολόκληρος ο κόσμος. Το Σπίτι στο ποτάμι, ένα μικρό προσωπικό φιλμ νουάρ, δεν έχει ούτε μία ακτίδα φωτός, ούτε έναν απόλυτα συμπαθητικό χαρακτήρα.

Παρά τις δυσκολίες ο μεγάλος δημιουργός δεν καταθέτει τα όπλα, έστω κι αν η επόμενη ταινία του, Αμερικανοί αντάρτες στις Φιλιππίνες, είναι απλή διεκπεραίωση ενός πολεμικού σεναρίου α­πό ένα μάστορα του ρυθμού και της αφήγησης. To Rancho Notorious, του 1952, το καλύτερο ου- έστερν του Lang, καθαρίζει το είδος απο οτιδήποτε περιττό και αποτελεί ίσως την ποιητικότερη μελέτη του θέματος της εκδίκησης, την ωριμότερη χαρακτηρολογία της μοιραίας γόησσας, την πιο συναρπαστική μορφοποίηση του αμείλικτου πεπρωμένου σε φιλμικές φόρμουλες. Η μεγάλη κάψα, η τρίτη ταινία της δεύτερης ρεαλιστικής κοινωνικής τριλογίας του ανάμεσα στο 1952 και το 1953 (οι άλλες δύο είναι η Σύγκρουση τη νύχτα και Η γαλάζια γαρδένια), γίνεται μεγάλη επιτυ­χία και μένει στην Ιστορία ως ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα φιλμ νουάρ όλων των εποχών. Το απρόβλεπτο δεύτερο ριμέικ ταινίας του Renoir Το ανθρώπινο κτήνος, του 1954, αξίζει να ε- πανεκτιμηθεί ανεξάρτητα από το πρωτότυπο (από το οποίο, άλλωστε, απομακρύνεται σημαντι­κά) ως μια από τις σκληρότερες και αντιρομαντικότερες μελέτες της παγίδας του πόθου και του απόλυτου αμοραλισμού των αισθημάτων. Το ακόμα πιο απρόβλεπτο και ονειρικό Ο τζέντλεμαν του υποκόσμου για την MGM (1955) είναι η ανατροπή ενός πάλαι ποτέ τακτοποιημένου σύμπα- ντος, όπου ένα παιδί ψάχνει μάταια τον Θεό-δημιουργό του στον διφορούμενο συμβολικό πατέ­ρα του, έναν γοητευτικό λαθρέμπορο. Στο εξαιρετικό θρίλερ Ενώ η πάλη κοιμάται (μαζί με τη Νέμεση ήταν οι αγαπημένες αμερικανικές ταινίες του Lang), η ίδια η λειτουργία του Τύπου και η έννοια του επαγγελματισμού αμφισβητούνται, καθώς συνδέονται όχι μόνο με τη βία του αθέ­μιτου ανταγωνισμού, αλλά και με κύκλους παρανοϊκών εγκλημάτων, που διαφθείρουν κάθε σχέση των προσώπων της ταινίας. Και στο Πέρα από κάθε λογική αμφιβολία είναι η ίδια λογική που αντιστρέφεται, καθώς τα όρια ανάμεσα στον αθώο και τον ένοχο έχουν καταργηθεί.

Θα μπορούσε ποτέ το Χόλιγουντ να αντέξει τη σφοδρότητα αυτής της αηδιασμένης οπτικής χωρίς να την απομονώσει; Μετά από απανωτές εμπορικές αποτυχίες, το μόνο που απομένει στον Lang, είναι η αναδίπλωσή του στο ευρωπαϊκό φαντασιακό, η αισθητική επανεξέταση του εξπρεσιονιστικού παρελθόντος του. Επιστρέφει στη Γερμανία και, με παραγωγό τον Artur Brauner, σκηνοθετεί τελικά το σχέδιο που του είχε πάρει μέσα από τα χέρια ο Joe May, το 1920. Το ινδικό δίπτυχο Ο Τίγρεις, του ΕσναπούρΙΟ τάφος του Ινδού, σκηνοθετημένο όχι ως απλή παρέλαση ψευτο-φολκλορικού κιτς, αλλά ως ψυχρή, θανατερή μελέτη του απόλυτα ά­ψυχου στιλ, γίνεται μεγάλη εμπορική επιτυχία για τον εξωτισμό του και μεγάλη κριτική α­ποτυχία για τον ίδιο λόγο. Οι γερμανοί κριτικοί καταδίκασαν και την τελευταία ταινία τού Lang Τα 1000 μάτια του Δόκτορος Μαμποϋζε (1960), αρνούμενοι να δουν πίσω από την πολ­τώδη επιφάνεια του θρίλερ μια προσωπική ενδοσκόπηση του δημιουργού, που εκθέτει τη δυ­ναμική του ίδιου του κινηματογράφου, την ηδονοβλεπτική λειτουργία του, την αστείρευτη δίψα του για θέαμα και φτηνή συγκίνηση.

Το 1963, με τη μεσολάβηση της Mary Meerson, συντρόφου του Henri Langlois, ο Lang δέχε­ται την πρόταση του Godard να παίξει τον εαυτό του στην Περιφρόνηση. Παρά τις προσπά­θειες και τις επαφές με παραγωγούς και ηθοποιούς, κανένα από τα κινηματογραφικά σχέδιά του στη Γερμανία και τη Γαλλία δεν πραγματοποιείται, και η όραση του όλο και χειροτερεύει. Τα πρώτα χρόνια της ανεργίας του, εξακολουθεί να συμμετέχει σε φεστιβάλ και εκδηλώσεις, διαλέξεις και συζητήσεις. ‘Υστερα, απομονώνεται στο σπίτι του και προσπαθεί να αντιμετω­πίσει την αρρώστια και τα γηρατειά με αξιοπρέπεια. Λίγο πριν το θάνατό του, στις 2 Αυγού- στου του 1976, παντρεύεται την πιστή σύντροφό του, Lilly Latte. Στα τελευταία του γενέ­θλια, στις 5 Δεκεμβρίου του 1975, ενώ το Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας είχε διορ- γανώσει μια τιμητική ρετροσπεκτίβα είκοσι ταινιών του, ο Lang, μόνος, έγραφε στο ημερολό­γιό του αυτές τις σκέψεις: «Μερικές φορές, αναρωτιέμαι τι είδους ταινίες θα έκανα σήμερα, αν είχα την ευκαιρία… Έτσι όπως έχει καταντήσει ο κόσμος, πιστεύω ότι θα έπρεπε να είναι πο­λύ κριτικές… πολύ επιθετικές. Ας πούμε, θα ήθελα να δείξω πώς η τηλεόραση έκλεψε τη φα­ντασία των νέων. Αλλά αυτό θα ήταν μόνο ένα μικρό μέρος όσων θα ήθελα να πω».

Είκοσι οκτώ χρόνια μετά από αυτές τις σκέψεις, η πραγματικότητα έχει αλλάξει ακόμα πε­ρισσότερο, έχει αγγίξει έναν εξπρεσιονιστικό εφιάλτη. Τα 1000 μάτια του παράφρονα Μα- μπούζε, οι μυστικές κάμερες και τα μικρόφωνα έχουν εξελιχθεί σε δορυφορικά δίκτυα που κατασκοπεύουν την οριστική υποταγή του ανθρώπου στην απλή επιβίωση, ενώ τα σύννεφα ενός καινούργιου ολοκληρωτισμού, πολύχρωμου, εκκωφαντικού, ψηφιακού, αποενοχοποι­ημένου, απροκάλυπτα κυνικού, τυλίγουν τον πλανήτη των λίγων προνομιούχων και των α­μέτρητων εξαθλιωμένων. Σ’ αυτόν τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο, όπου εκτός των άλλων το κινηματογραφικό πλάνο δεν είναι μια συσσώρευση ψυχικής έντασης και στιλιστικής βίας, αλλά μια ξεκούραστη επιφάνεια όπου το βλέμμα ακουμπάει σχεδόν αδιάφορο, τι έχει να πει ακόμα ο κινηματογράφος του Lang; Ότι μια ταινία παράγει νόημα και γίνεται κομμάτι μιας πολιτιστικής πολιτικής, μόνο μέσα από τη σύγκρουση των διαμετρικά αντιθέτων, του άσπρου και του μαύρου, της έλξης και της απώθησης, του σεβασμού και της περιφρόνησης, της γοητείας και του τρόμου. Από αυτή τη σκοπιά, οι μυθοπλασίες του δεν είναι ένα κλειστό και αυταρχικό αισθητικό σύστημα, αλλά μια πεσσιμιστική εκδοχή του κόσμου που ο σκηνο­θέτης την κατασκευάζει ελπίζοντας ότι η πραγματικότητα, το μέλλον, η αντίδραση του θεα­τή θα τη διαψεύσουν. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρέπει να συγκρουστείς με το πεπρωμένο και να προσπαθήσεις να το αλλάξεις – αυτό είναι το απόσταγμα των ταινιών του. Μια απλή, αιώ­νια φιλοσοφία, που ο Fritz Lang επαναλάμβανε ακούραστα σε όλες τις συνεντεύξεις του.

Αθήνα, Ιανουάριος 2003

fritz lang

Σεμινάριο Ιστορίας του Κινηματογράφου 2019 – 10 Μαθήματα

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2019

ROMA 2018 του Αλφόνσο Κουαρόν η καλύτερη ταινία του 2018 , από τις συγκλονιστικότερες του 21ου αιώνα | του Γιάννη Καραμπίτσου

Ρόμα (2018) του Αλφόνσο Κουαρόν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών

Πάτρα : Σεμινάριο Ιστορίας και Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου “Κάντο όπως ο Μπέργκμαν”

Σύντομα θα ανακοινωθούν τα υπόλοιπα Σεμινάρια Κινηματογράφου του Σχολείου του Σινεμά της Αθήνας για το Έτος 2019.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: