Άγριες Φράουλες (1957) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν || Κριτικές που γράφτηκαν για την ταινία

Άγριες φράουλες Κριτική του Νίνου Φενέκ Μικελίδη [5/5]

Smultronstallet. Σουηδία, 1957. Μαυρόασπρη. Σκηνοθεσία-σενάριο: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Ηθοποιοί: Βίκτορ Σέστρομ, Μπίμπι Αντερσον, Ίνγκριντ Τούλιν, Γκούναρ Μπγιόρνστραντ, Νάιμα Βίσφραντ. Διάρκεια: 93΄

Κάθε σχεδόν ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι και ένα κινηματογραφικό γεγονός. Και σίγουρα καμιά περισσότερο από τις «Αγριες φράουλες» (Χρυσή Άρκτος στο φεστιβάλ Βερολίνου 1958), από τις πιο σύνθετες και πλούσιες σε φιλοσοφικά και ηθικά θέματα ταινίες του Σουηδού αυτού δημιουργού.

«Κάντο όπως ο Μπέργκμαν»: Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής  Κινηματογράφου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας || σε τιμή προσφοράς μόνο για το  καλοκαίρι!!

Πρωταγωνιστής της ταινίας ο παλαίμαχος σκηνοθέτης του βωβού, ταυτόχρονα «πατέρας» του σύγχρονου σουηδικού κινηματογράφου, Βίκτορ Σέστρομ, που ερμηνεύει τον Ισαάκ Μποργκ, καθηγητή της ιατρικής που ξεκινάει για ένα ταξίδι στο πανεπιστήμιο του Λουντ, όπου πρόκειται να τιμηθεί για τα 50 χρόνια από την αποφοίτησή του. Μαζί του ταξιδεύει και η νύφη του, Μαριάν (Ίνγκριντ Τούλιν), αποφασισμένη να εγκαταλείψει τον άντρα της. Επίκεντρο της ταινίας η πορεία τους, διανθισμένη με τους προσωπικούς καυγάδες τους, πραγματικές και φανταστικές συναντήσεις με διάφορα άγνωστα και γνωστά πρόσωπα, με τους εφιάλτες του ηλικιωμένου Μποργκ που έχει αρχίσει να σκέφτεται το θάνατο, και με ένα λυρικό «διάλειμμα» στο σπίτι όπου ο Μποργκ έζησε τα νεανικά του χρόνια.

Ανάμεσα στα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ταινία, εκείνα της ζωής και του θανάτου, της παρουσίας του θεού καθώς και των σχέσεων ανάμεσα στα δυο φύλα και της κόλασης που σταδιακά δημιουργούν ανάμεσά τους, καθώς και της ψυχολογίας των προσώπων, ιδιαίτερα των γυναικείων χαρακτήρων. Το κυρίαρχο όμως θέμα εδώ είναι εκείνο της μοναξιάς που εκφράζεται μέσα από τον κεντρικό ήρωα – με, για πρώτη και μοναδική φορά στον Μπέργκμαν, να είναι άντρας. Πρόσωπο διφορούμενο και αντιφατικό, με τη μοναξιά να είναι στενά δεμένη με το θέμα του θανάτου, πρόσωπο άλλοτε συμπαθητικό κι άλλοτε αντιπαθητικό, συχνά εγωιστικό, σύμφωνα με τον τρόπο που τον αντιμετωπίζουν (ή και που ο ίδιος αντιμετωπίζει) τα άλλα πρόσωπα γύρω του.

Η ταινία κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, συνδυάζοντας τους διαλόγους με την αφήγηση «off», χωρίς ούτε μια στιγμή να δημιουργεί κανένα χάσμα, κι αυτό χάρη στη δεξιοτεχνία με τα οποία αντιμετωπίζει ο Μπέργκμαν τις σκηνές του. Δυο (αξέχαστες) σκηνές καθορίζουν και σηματοδοτούν την ταινία: η σκηνή του ονείρου του Μποργκ και η σκηνή που αυτός θυμάται, σε φλας-μπακ, τη νεανική του ηλικία. Στην πρώτη, εφιαλτική σχεδόν σκηνή, ο Μποργκ ενώ περπατά σε μια έρημη πόλη, τον πλησιάζει ένας άντρας χωρίς πρόσωπο, στη συνέχεια βλέπει ένα τεράστιο, χωρίς δείκτες, ρολόι και γίνεται μάρτυρας σε μια σύγκρουση νεκροφόρας, που όταν την πλησιάζει και ανοίγει το φέρετρο βλέπει σ’ αυτή νεκρό τον εαυτό του (όνειρο που τον κάνει ν΄ αρχίσει να σκέφτεται το θάνατο).

Στη δεύτερη, ο Μποργκ βρίσκεται στο σπίτι των νεανικών του χρόνων και παρακολουθεί (ο ίδιος παραμένοντας πάντα σε προχωρημένη ηλικία) σκηνές από τη ζωή του: την ξαδέρφη του Μαριάν (Μπίμπι Αντερσον), με την οποία ήταν ερωτευμένος, να τη φλερτάρει κάποιος άλλος, κι αργότερα την ίδια, να του προσφέρει σε μια εκδρομή τους στο δάσος, άγριες φράουλες. Σκηνή δοσμένη με ποίηση και λυρισμό, «διάλειμμα» στους προβληματισμούς και τα υπαρξιακά άγχη των ηρώων της ταινίας. Η ερμηνεία του Σέστρομ ήρεμη, σίγουρη, λιτή αλλά και επιβλητική, σφραγίζει ολόκληρη την αριστουργηματική αυτή ταινία. Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε τις ερμηνείες των άλλων πρωταγωνιστών, ιδιαίτερα των γυναικών (της Ίνγκριντ Τούλιν και της Μπίμπι Αντερσον), ηθοποιών που συναντάμε και σε πολλές άλλες, κατοπινές, θαυμάσιες ταινίες του μεγάλου αυτού δημιουργού.

https://www.enetpress.gr/

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναδιατυπώνει τα μεγάλα ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη συνθήκη σε ένα κινηματογραφικό αριστούργημα – λυτρωτικό επιτάφιο μιας ζωής.

Κριτική Από τον Λουκά Κατσίκα [5/5]

Ο καθηγητής Ίσακ Μποργκ, 78, καλείται να μεταβεί από το σπίτι του στη Στοκχόλμη στο πανεπιστήμιο του Λουντ στη νότια Σουηδία, για να ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτορας για την προσφορά του στην επιστήμη. Ταξιδεύει εκεί μαζί με την νύφη του, η οποία τον απεχθάνεται, αφού ο γιος του, ο άντρας της, παρουσιάζει όλα τα εγωιστικά χαρακτηριστικά του πατέρα του και δε θέλει να κάνει παιδιά. Συναντούν τρεις εκδρομείς και τους παίρνουν μαζί στο αυτοκίνητο μέχρι το Λουντ. Ενώ επισκέπτεται το παλιό εξοχικό της οικογένειάς του, ο Μποργκ κατακλύζεται από εφιάλτες μέσα από τους οποίους γίνονται ξεκάθαρα όλα τα ελαττώματά του.

Χειρότερο από το θάνατο είναι να μην έχεις ζήσει πραγματικά – και ο γηραιός ήρωας του φιλμ άργησε να το καταλάβει. Στα 78 του χρόνια διαπιστώνει ότι βίωνε μία φενάκη. Εγωισμός και καιροσκοπισμός δεν τον άφησαν να γίνει ο άνθρωπος που όφειλε να είναι. Δεν επιδίωξε ποτέ να σταθεί πραγματικά κοντά στους οικείους του. Άφησε παθητικά να τον προσπεράσουν τα σημαντικότερα γεγονότα της νιότης και της μετέπειτα ενηλικίωσης. Στα μικρά χαμόγελα ευτυχίας δε θέλησε να ανταποκριθεί. Τη μοναξιά και την απομόνωση του τις έχτισε αργά και μεθοδικά. Να, όμως, που σήμερα τα φαντάσματα του παρελθόντος τον επισκέπτονται. Με τη μορφή αναμνήσεων, ονείρων και μυστηρίων παιχνιδιών του μυαλού περνούν τώρα να αποδώσουν στερνό χαιρετισμό σε έναν άντρα που ατενίζει νωχελικά τη δύση του.

Οι «Άγριες Φράουλες» ξεκινούν από την παραδοχή μιας ανθρώπινης αποτυχίας, το φόβο του τέλους και το βάρος της μνήμης, για να ανθίσουν σε έναν ύμνο της ζωής. Ο Σουηδός σκηνοθέτης δεν τρέφει ψευδαισθήσεις: η απόλυτη ευτυχία είναι ανέφικτη. Η μοίρα του ατόμου προδιαγεγραμμένη. Ο θάνατος αναπόφευκτος. Το μόνο που απομένει είναι να συνειδητοποιήσει κανείς το νόημα της εφήμερης ύπαρξης του. Βρίσκεσαι σε αυτό τον κόσμο για να αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Να προσφέρεις και να πάρεις χαρά. Να μοιράσεις τον εαυτό σου στους άλλους. Να γέρνεις το κεφάλι στο μαξιλάρι με τη σιγουριά πως ότι έπραξες ήταν για καλό. Όλα άλλωστε διαρκούν τόσο λίγο, κυλούν τόσο γρήγορα. Ο Μπέργκμαν πήρε μία θεμελιώδη ανθρώπινη αλήθεια και τη μετέτρεψε σε ένα κινηματογραφικό αριστούργημα. Έναν όμορφο, λυτρωτικό επιτάφιο σε μία ζωή. και τον ήσυχο θάνατο που πρόκειται να τη διαδεχτεί.

http://www.cinemagazine.gr

Άγριες Φράουλες
Κριτική Από τον Χρήστο Μήτση – 20/06/2019 [5/5]

Την ίδια χρονιά με την «Έβδομη Σφραγίδα» ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στοχάζεται ξανά πάνω στον τρόπο ενδοσκόπησης και απολογισμού μιας πορείας ζωής, όταν αυτή έρχεται αντιμέτωπη με το –απότομο ή φυσικό– τέλος της. Κι αν στο ζοφερό μεσαιωνικό δράμα του ο Θάνατος είχε τη μορφή μαυροντυμένου σκακιστή, εδώ παίρνει αυτήν ενός προειδοποιητικού ονείρου, το οποίο δίνει από την αρχή στον καθηγητή Ισάκ Μποργκ το έναυσμα να κοιτάξει κατάματα, χωρίς δικαιολογίες και αναβολές, το παρελθόν.

Ο 78χρονος ακαδημαϊκός ταξιδεύει οδικώς με τη νύφη του για το πανεπιστήμιο της Λουντ, το οποίο θα τιμήσει το ιωβηλαίο του. Αν εξαιρέσει όμως κάποιος τη λαμπρή πανεπιστημιακή καριέρα, τι απομένει στη ζωή του πεισματάρη Ισάκ, ο οποίος συνειδητοποιεί σε αυτό το διπλό ταξίδι, το οδικό κι εκείνο σε όλα όσα έχει ζήσει, πως ο εγωισμός του τον άφησε μόνο, εσωτερικά κενό και δυστυχή;

Ο Μπέργκμαν διαλέγει για τον ρόλο του Μποργκ τον Σκανδιναβό σπουδαίο σκηνοθέτη και είδωλό του Βίκτορ Σιέστρομ («Η Άμαξα Φάντασμα», «Ο Άνεμος») και αναθέτει στη φύση (η εξοχή, το φως, το νερό) τον ρόλο του συμπρωταγωνιστή, δημιουργώντας μια σειρά από ιμπρεσιονιστικούς πίνακες κι εξπρεσιονιστικούς εφιάλτες, εικόνες του παρελθόντος και των ονείρων αντίστοιχα.

Με την τεχνική του σουηδικού μοντάζ, όπου παρελθόν και παρόν συνυπάρχουν στο ίδιο πλάνο, ανακαλύπτει μαζί με τον ήρωά του τις μικρές χαρές και βαθιά ανθρώπινες στιγμές του παρελθόντος, οι οποίες σαν ένα άλλο Ρόουζμπαντ (του «Πολίτη Κέιν») συνοψίζονται εδώ στη «γωνιά με τις αγριοφράουλες». Μια αισιόδοξη τελική νότα που διαδέχεται την πικρή μελαγχολία του έσχατου απολογισμού και μία από τις κορυφαίες στιγμές της παγκόσμιας φιλμογραφίας.

Α/Μ. Σουηδία. 1957. Διάρκεια: 91΄. Διανομή: WEIRD WAVE.

http://www.athinorama.gr

Άγριες Φράουλες
Wild Strawberries
του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
ΚΡΙΤΙΚΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ  16 ΙΟΥΝΙΟΥ 2019
[4,5/5]

Σύμπραξη ουσιαστικά του Μπέργκμαν με τον θρύλο του σουηδικού σινεμά, Βίκτορ Σιόστρομ, οι «Αγριες Φράουλες» κοιτούν με αισιοδοξία τα τραύματα των ανθρώπινων σχέσεων όσο αποδεικνύουν περίτρανα την μαεστρία του δημιουργού τους στην οπτική και συναισθηματική απεικόνιση μιας διαδρομής γεμάτη λάθη και επίπονες αποφάσεις. Σε επανέκδοση με νέες κόπιες.

Έχει πάντα ενδιαφέρον να αντιστοιχίζει κανείς κάθε ταινία του Μπέργμκαν με την ηλικία στην οποία την ολοκλήρωσε, καθώς το έργο του μοιάζει να αποτελεί μια διαρκή πραγματεία παρόμοιων θεματικών, οι οποίες όμως εξετάζονται ανάλογα με την περίπτωση με διαφορετικό τρόπο, άλλοτε με αισιόδοξη και άλλοτε με πεσιμιστική ματιά, άλλοτε με πίστη στο ανθρώπινο είδος και άλλοτε με απογοήτευση, έως και μισανθρωπία.

Ωστόσο αυτή η προσέγγιση κρύβει ενίοτε παγίδες. Οι «Αγριες Φράουλες» βρίσκουν τον Ινγκμαρ Μπέργκμαν κοντά στα 40, στην εποχή που ο ίδιος, έχοντας πια βιώσει τις πρώτες μεγάλες του καλλιτεχνικές επιτυχίες, έχει πλέον πίστη στην φωνή του, στην οπτική του και στον τρόπο που επιλέγει να αναλύσει κάθε θεματική του, συνδυάζοντας το ανάλαφρο με τον φιλοσοφικό προβληματισμό και την ασημαντότητα της καθημερινότητας με τα βαρύγδουπα μεγάλα ανθρώπινα διλήμματα.

Και όμως, οι «Αγριες Φράουλες» δε μοιάζουν να προβάλουν αποκλειστικά την δική του οπτική. Ακριβώς όπως και η ιστορία του φιλμ αφορά έναν πατέρα και όχι τον εξίσου ψυχρό γιο του (ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο ήρωας σε μια άλλη ανέκδοτη ταινία του Μπέργκμαν), η φωνή του σκηνοθέτη μοιάζει να κάνει ένα βήμα πίσω για να παραδώσει ολοκληρωτικά την σκηνή στον Βίκτορ Σιόστρομ, εμβληματικό σκηνοθέτη και ηθοποιό του σουηδικού βωβού σινεμά (ανάμεσα στις ταινίες του συμπεριλαμβάνεται και η «Αμαξα Φάντασμα», ταινία που συγκαταλέγεται στις καθοριστικές επιρροές του σινεμά του Μπέργκμαν), ο οποίος ειρωνικά στη διάρκεια των γυρισμάτων όντως πλησίαζε στο τέλος της ζωής του. Για την ακρίβεια, πέθανε ακριβώς τρία χρόνια μετά την ολοκλήρωση της ταινίας.

Οι επιρροές της «Άμαξας Φάντασμα» μάλιστα είναι εμφανείς στις ονειρικές (ή μήπως εφιαλτικές;) σκηνές που μαρτυρούν τι βασανίζει τον ηλικιωμένο γιατρό Αϊζακ Μποργκ, ο οποίος πρόκειται να ξεκινήσει με το αυτοκίνητό του για την πόλη Λουντ, ώστε να τιμηθεί από το παλιό του πανεπιστήμιο για την 50χρονη καριέρα του. Ρολόγια δίχως δείχτες, άμαξες δίχως οδηγούς που κουβαλούν ένα οδυνηρά προσωπικό φορτίο, συναντήσεις με ανθρώπους από το παρελθόν που ωθούν κυριολεκτικά προς μια επίπονη ματιά στον καθρέφτη και μια συνεχής αλληλεπίδραση με τα λάθη του παρελθόντος και τις συναισθηματικές πληγές που ακόμα δεν έχουν κλείσει αποτελούν μόνο μερικά από τα συστατικά ενός κόσμου που ο Μπέργκμαν στήνει σταδιακά επιλέγοντας πότε να φωτίσει και πότε να βυθίσει στο σκοτάδι τον ήρωά του, αξιοποιώντας αφενός πλήρως όλη τη δυναμική του βωβού σινεμά και προσθέτοντας την δύναμη των λέξεων, όπως μόνο ο ίδιος ήξερε να χειρίζεται.

Χωρίς να απομακρύνεται από την μόνιμη θεματική του γάμου, ο Μπέργκμαν βάζει τον ήρωά του να αναλογιστεί την χαμένη αγάπη του παρελθόντος, να αντιμετωπίσει για άλλη μια φορά την μνήμη του αποτυχημένου γάμου του, να έρθει αντιμέτωπος με την ιδέα της οικογένειας, είτε αυτή αφορά την μητρική αγκαλιά είτε την συζυγική εστία, και να κλείσει τα μάτια στο τέλος της μέρας έχοντας έρθει σε επαφή για άλλη μια φορά με τον ενθουσιασμό της νιότης αλλά και με την μόνιμη απειλή της συναισθηματικής ψυχρότητας.

Στη διαδρομή προς το Λουντ, ο Αϊζακ Μποργκ του Σιόστρομ συνοδεύεται από την νύφη του, Μαριάν (η Ινγκριντ Τούλιν σε έναν ρόλο που μόνιμα δείχνει να εκφράζει μόνο την κορυφή των συναισθημάτων που φαίνεται να βράζουν εντός του χαρακτήρα), από ένα πιθανό ερωτικό τρίγωνο ενθουσιωδών νέων που του θυμίζουν έντονα το παρελθόν (η Μπίμπι Αντερσον υποδύεται την διπλή «Σάρα», τόσο τη νεαρή κοπέλα στο παρόν όσο και το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του Μποργκ, που τελικά κατέληξε σύζυγος του αδερφού του σε έναν ακόμα δυστυχισμένο γάμο), από ένα αντρόγυνο που μαρτυρά για άλλη μια φορά τη συναισθηματική βία που μπορεί να απειλήσει μια σχέση αλλά και από τις ίδιες του τις αναμνήσεις, σε μια πνευματική πορεία συμφιλίωσης με το παρελθόν και τους οικείους του χωρίς όμως δεδομένο προορισμό.

Είναι μια πορεία που ταιριαστά απογειώνεται από την θεατρικότητα των διαλόγων του Μπέργκμαν, από την συγκρατημένη δραματουργία που αποκαλύπτει μόνο όσα είναι απαραίτητα να ειπωθούν, από την εξαιρετική χρήση της σουηδικής ενδοχώρας και όλων των σκιών και των εκρήξεων φωτός που την χαρακτηρίζουν αλλά και από την τόλμη μιας ανάλαφρης οπτικής που μαζί με το δράμα, δε διστάζει να διακρίνει και το ασθενές αλλά σαφές χαμόγελο.

Αυτό δε που κάνει την ταινία να αποκτά μια απρόσμενη επιπλέον δύναμη, είναι η αισιόδοξη στάση του Μπέργκμαν απέναντι σε όλες τις σχέση σε κρίση. Όταν η Μαριάν μιλά ειλικρινά στον πεθερό της, η συνειδητοποίηση της αλήθειας μοιάζει ικανή να τον μετατρέψει σε έναν διαφορετικό, καινούριο άνθρωπο. Όταν τα σκληρά λόγια μοιάζουν ικανά να διαλύσουν για πάντα μια εύθραυστη έτσι κι αλλιώς σχέση, η απόσταση και η δύναμη των σωστών λέξεων δείχνουν να έχουν την δύναμη να γιατρέψουν τις πληγές. Όταν οι αυστηρές απόψεις φαντάζουν ανυπέρβλητες και καθοριστικές, μια σειρά από ευτυχείς συγκυρίες και συναντήσεις (όσο βολικά και συμβολικά κι αν προκύπτουν στη διαδρομή) όντως φαντάζουν ικανές να βάλουν στη σωστή πορεία, έστω και καθυστερημένα, μια διαδρομή γεμάτη λάθη και επίπονες αποφάσεις.

Αρκετά χρόνια μετά την ολοκλήρωση της ταινίας, ο Μπέργκμαν παραδέχτηκε ότι αρχικά ο χαρακτήρας του Μποργκ αποτελούσε μια προσπάθειά του να δικαιολογήσει την στάση του απέναντι στους δικούς του γονείς. Όμως ο Σιόστρομ πήρε το κείμενο και το διάνθισε με τις δικές του προσωπικές εμπειρίες και αγωνίες, προσδίδοντάς του τελικά ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο αποδοχής των λαθών και ανάγκης για συγχώρεση. Οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών και οι χαμένες δυνατότητες της νιότης παραμένουν στο επίκεντρο της ταινίας, όμως η συνεισφορά του Σιόστρομ ανήγαγε τον θεματικό άξονα του φιλμ σε κάτι πολύ πιο παναθρώπινο και οικουμενικό. Οι «Αγριες Φράουλες» δεν ήταν πια μόνο μια ακόμα προσωπική αφήγηση.

Για αυτό και το τελικό γαλήνιο πλάνο του Σιόστρομ λειτουργεί τόσο καλά ως φινάλε αλλά και ως αποχαιρετισμός στον ίδιο τον δημιουργό. Οι «Αγριες Φράουλες» είναι τόσο μια γνήσια ταινία του Μπέργκμαν όσο και το ουσιαστικό κύκνειο άσμα ενός ηθοποιού και σκηνοθέτη που επηρέασε καθοριστικά το σινεμά, ακόμα κι αν το όνομά του δεν κατέληξε να είναι τόσο αναγνωρίσιμο όσο των ακολούθων του.

Αλλά πάνω από όλα, η ταινία είναι μια ειλικρινής καταγραφή της ανθρώπινης φύσης και εκείνων των αντίρροπων δυνάμεων που τείνουν να διαλύσουν ή να συσφίξουν κάθε μορφή σχέσης. Και σε αυτή χωρούν τόσο ο τρόμος του παρελθόντος όσο και η αισιοδοξία του μέλλοντος, μία από τις πιο πολύτιμες αλήθειες που αποτύπωσε ποτέ στο σινεμά ο Μπέργκμαν.
http://flix.gr/

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής [5/5]

Έκδοση Κειμένου: 17/6/2019

Μέσα στην ίδια χρονιά, ο Bergman έβγαλε τις Φράουλες και τη Σφραγίδα, σταματώντας τον κινηματογραφικό χρόνο της «καθωσπρέπει» αφήγησης, και γεννώντας όλη αυτή την επίθεση του σινεφιλισμού της ευρωπαϊκής δεκαετίας του 1960. Και ενώ στη Σφραγίδα είναι καθορισμένα εξόφθαλμος ο υπερβατισμός του, εδώ στις Φράουλες… είναι «βωβός».

Η παρουσία του Victor Sjostrom κρύβει από μόνη της συμβολισμούς που είχαν μείνει μετέωροι από τη σουδική κινηματογραφική δεκαετία του 1910. Απλά ο καθηγητής Μποργκ-δημιουργός Sjostrom είναι πλέον σε ηλικία που είτε θα συμβιβαστεί με τα φαντάσματα που γεννούσε στα νιάτα του, είτε αυτά θα συνεχίσουν να τον καταδιώκουν ως τις στερνές του ώρες. Ο χαρακτήρας του καθηγητή είναι ο τυπικός τεκτονικός Βορειοευρωπαίος, αυτός που ζει με τον ορθολογισμό, αλλά για να το πράξει αυτό, θυσιάζει την όμορφη πλευρά της ζωής, τον συναισθηματισμό. Κλείνεται στον εαυτό του ως άμυνα έναντι όσων τυχών θα του χαλούσαν τη βολεμένη μοναξιά του, κι επιλέγει να πορευτεί δίχως ρίσκα. Υπολόγιζε όμως χωρίς το υποσυνείδητο, που έστω κι αργά θα έρθει να τον επισκεφτεί ως άλλον Σκρουτζ από μια κρυφή επιρροή του εν λόγω έργου, το «A Christmas Carol».

Ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας κρύβει τον ροδανθό του έργου του Ντίκενς, που δεν είναι άλλος από τη νεανική ερωτική απογοήτευση. Οι άγριες φράουλες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την κοπέλα που συνήθιζε να τις μαζεύει, και μάλιστα σε μια συγκεκριμένη στιγμή που επέλεξε να αφήσει τον καθηγητή και να στραφεί σε μια άλλη αγάπη. Τι κρίμα που στα νιάτα ο θάνατος φαντάζει τόσο μακρινός, που είναι σαν να δίνει δικαίωμα στον άνθρωπο για καθοριστικά σφάλματα, που συχνά δεν μέλλει να ξεπεράσει ποτέ. Τουλάχιστον, στην περίπτωση μας, ως τη σημερινή υπερβατική ημέρα, όπου ο ήρωας μας είτε θα αδράξει την ευκαιρία να συμφιλιωθεί με το τώρα του, είτε θα συνεχίσει να ζει μέσα σε φέρετρο, πριν αυτό πάρει καν σάρκα και οστά.

Ο Bergman μιλάει ανοιχτά για θάνατο, και μάλιστα «ζωή εν τάφω», αλλά είναι την ίδια ώρα αισιόδοξος. Τονίζει το «ποτέ δεν είναι αργά», κρίνοντας την ίδια ώρα τη νοοτροπία των συμπατριωτών του και το τέλμα που αυτή μπορεί να οδηγήσει. Βλέπει στα νιάτα της εποχής του τραγούδια, χαρά, πάθος για ελευθερία και έρωτα, αντίθετα με τις νεκροφόρες και τον άκρατο προτεσταντισμό του παρελθόντος. Ένας δημιουργός έντονων αντιθέσεων, κάτι σαν ορόσημο ανάμεσα στο ξέφρενο τώρα και το στριφνό πριν. Κυρίως, ένας δημιουργός συμβιβαστικών λύσεων, που θα απελευθερώσουν τα φαντάσματα του παρελθόντος, ώστε οι ζωντανοί του παρόντος να μπορέσουν να ζήσουν αληθινά ευτυχισμένοι.

Όσο όμως φροϋδική κι αν ακούγεται η ανάλυση μου πάνω στις Φράουλες, η ταινία δεν είναι ο σκληρός Bergman που θα κάνει την εμφάνιση του, π.χ., στην Περσόνα. Δεν τον έχουν άλλωστε πάρει ακόμα τα χρόνια, παρά την ήδη φανερή μεστότητα του μυαλού του. Πρόκειται επίσης για διαχρονικό σινεμά, αφού είναι ανθρωποκεντρικό και όχι άμεσα κοινωνικό. Και όπως οι περισσότερες από τις ταινίες του, και αντίθετα με το σύννεφο που σκευάζει συχνά τη νοοτροπία ενός Σκανδιναβού, είναι τόσο δροσερό που ταιριάζει σε θερινή προβολή, σαν μια νότα σινεφιλικής δροσιάς υπό το ζεστό φως μόνο των αστεριών.

https://www.filmy.gr

Ένας ηλικιωμένος γιατρός ταξιδεύει με το αυτοκίνητό του για την πόλη Λουντ, όπου θα τιμηθεί από το παλιό του πανεπιστήμιο για την 50χρονη καριέρα του. Στη διαδρομή, έπειτα και από έναν εφιάλτη που θα τον προβληματίσει, θα συναντήσει διάφορα πρόσωπα που, συνειρμικά, θα τον φέρουν αντιμέτωπο με τα όνειρα του παρελθόντος και τις μνήμες μιας ζωής που έχει μείνει πίσω.

ΤΑΣΟΣ ΜΕΛΕΜΕΝΙΔΗΣ 20.6.2019 [5/5]

Οι Άγριες Φράουλες μπορεί να είναι 62 χρονών πλέον και να αντιμετωπίζονται ως κάτι εδραιωμένο και σαφές για τη θέση που κατέχουν στην κινηματογραφική μνήμη, όμως, πέρα από την αντιμετώπισή τους ως ιερή αγελάδα, περισσότερο ενδιαφέρον θα είχε ένα νοερό ταξίδι στον χρόνο και στις πρώτες προβολές της ταινίας. Μέχρι σήμερα είναι πραγματικά εντυπωσιακή η διαύγεια και η σιγουριά με τις οποίες κοίταξε ένας 39χρονος τότε (όσο ήταν δηλαδή ο Μπέργκμαν στα γυρίσματα της ταινίας) το μεγάλο ταξίδι της ζωής και κατάφερε να χαρτογραφήσει πρώτα και να εικονογραφήσει στη συνέχεια το μυαλό ενός ηλικιωμένου ως ένα σύνολο από εμβληματικές γι’ αυτόν εικόνες που συχνά επιστρέφουν ως το ασφαλέστερο σπίτι, προβληματικές σκέψεις για όσα δεν έγιναν και ανήλικες φοβίες για όσα θα έρθουν. Από το ρολόι χωρίς δείκτες και την άμαξα ως τις μνήμες των παιδικών χρόνων, οι Άγριες Φράουλες μοιάζουν με το αριστουργηματικό κύκνειο άσμα που θα άφηνε ένα μεγάλος, κι όμως έγιναν από την όρεξη και τη σκέψη ενός σκηνοθέτη σε οίστρο στο μέσον της καριέρας του, με πρωταγωνιστή έναν μύθο του σινεμά της χώρας (τον Βίκτορ Σιέστρομ), που θα περνούσε στην αθανασία ‒ και όλα αυτά 10 μήνες μετά την Έβδομη Σφραγίδα! Πηγή: http://www.lifo.gr

Κριτική του Παναγιώτη Παναγόπουλου [5/5]

Ένας ηλικιωμένος καθηγητής ταξιδεύει μαζί με τη νύφη του για να παραλάβει μια τιμητική διάκριση. Στον δρόμο θα συναντήσουν διάφορους ανθρώπους και ο καθηγητής θα αρχίσει να έχει οράματα για τη ζωή του.

Ο προγραμματισμός των θερινών επανεκδόσεων είναι ένα θέμα για συζήτηση. Δεν έχει τη συνέπεια που είχε τις προηγούμενες δεκαετίες και λειτουργεί περισσότερο σαν γέμισμα στον καταιγισμό της γαλλο-ισπανο-ιταλικής δευτεράντζας που ξεχύνεται στα σινεμά. Τα λέμε συχνά, τα έγραψε και ο Ηλίας πρόσφατα. Δεν είναι όλες οι επανεκδόσεις το «Ιερό Δισκοπότηρο» της ιστορίας του σινεμά. Αυτή την εβδομάδα, όμως, έχουμε ένα φιλμ που λειτουργεί όπως πρέπει να λειτουργήσει μία επανέκδοση.

Οι «Άγριες Φράουλες» είναι μια ταινία που χαρακτηρίζει τη φιλμογραφία του σκηνοθέτη της, είναι μία από τις σημαντικές ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου και της ιστορίας του σινεμά, γενικότερα. Είναι ένα μάθημα κινηματογράφου που δικαιολογεί απολύτως την επανέκδοσή του (ακόμη και σε τέτοια εποχή).

Κεντρικός ήρωας είναι ο καθηγητής Έμπερχαρντ Ισάκ Μποργκ, ο οποίος προσκαλείται από το Πανεπιστήμιο του Λουντ για να παραλάβει μια τιμητική διάκριση. Θα πρέπει να ταξιδέψει από τη Στοκχόλμη όπου ζει, αλλά αποφασίζει να πάει οδηγώντας παρά να πετάξει με το αεροπλάνο. Θα προσφερθεί να τον συνοδεύσει η νύφη του, η Μαριάνε. Είναι σε μια δύσκολη φάση της ζωής της και της σχέσης της με τον γιο τού Ισάκ, τον Έβαλντ. Ξεκινώντας το ταξίδι θα εκμυστηρευθεί στον πεθερό της ότι είναι έγκυος και ότι αυτή η εγκυμοσύνη είναι, μεταξύ άλλων, ένα σημείο τριβής για τον γάμο.

Στη διαδρομή, ο Ισάκ και η Μαριάνε θα κάνουν μια παράκαμψη, όπου εκείνος θα συναντήσει την υπερήλικη, ψυχρή και απόμακρη μητέρα του, θα βρουν μία παρέα τριών νεαρών που θα πάρουν μαζί τους και ένα ζευγάρι που βγαίνει από το δρόμο με το αυτοκίνητό του επειδή τσακώνονται. Είναι μία παράξενη παρέα που δημιουργεί ένα περιβάλλον, μέσα στο οποίο ο Ισάκ βλέπει οράματα που αφορούν τη ζωή του από το παρελθόν, ποιος είναι, πώς αισθάνεται για το πού βρίσκεται στη ζωή. Είναι μια βαθιά συναισθηματική ιστορία, με ολοφάνερη τη βαθιά εσωτερική ανησυχία του Ισάκ, τους δισταγμούς και τις αμφιβολίες για την πορεία της ζωής του.

Οι «Άγριες Φράουλες» του τίτλου είναι μία μεταφορά. Στον πρωτότυπο σουηδικό τίτλο, ένα κομμάτι γης με φράουλες, ένας τόπος όπου μπορείς να απομονωθείς, να αναπολήσεις, να σκεφτείς. Ο Μπέργκμαν σκέφτηκε την ιδέα για το σενάριο ενώ νοσηλευόταν για δύο μήνες με έλκος και όντας σε μια δύσκολη (και) για εκείνον περίοδο της ζωής του. Οι «Άγριες Φράουλες» είναι μια προσπάθεια συμφιλίωσης με το παρελθόν και τα λάθη του και μια απόπειρα αποδοχής ανθρώπων, καταστάσεων, ό,τι τέλος πάντων περιλαμβάνει η ζωή με τις δυσκολίες και τις ικανοποιήσεις της.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Είναι ένα κινηματογραφικό μάθημα, που αν αγαπάς το σινεμά, θα πρέπει να δεις. Αν ως σινεμά αντιλαμβάνεσαι μόνο την παρέλαση στολών spandex, η φράουλα θα σου κάτσει στο λαιμό.

http://freecinema.gr/

ΑΓΡΙΕΣ ΦΡΑΟΥΛΕΣ: Κριτική Χρυσόστομάκης Λακταρίδης [4,5/5]

Ο ηλικιωμένος γιατρός Αϊζακ Μποργκ ταξιδεύει με το αυτοκίνητό του για την πόλη Λουντ, όπου θα τιμηθεί από το παλιό του πανεπιστήμιο για την 50χρονη καριέρα του. Στο ταξίδι τον συνοδεύει η έγκυος νύφη του Μαριάν, η οποία δεν τρέφει και τα ευγενέστερα των συναισθημάτων για τον εγωπαθή πεθερό της. Στη διαδρομή, έπειτα και από έναν εφιάλτη που θα τον προβληματίσει, ο γιατρός θα συναντήσει διάφορα πρόσωπα που, συνειρμικά, θα τον φέρουν αντιμέτωπο με τα όνειρα του παρελθόντος και τις μνήμες μιας ζωής που έχει μείνει πίσω και το ταξίδι του θα μετατραπεί, τελικά, σε μια πνευματική πορεία συμφιλίωσης με το παρελθόν και τους οικείους του, με το υποσυνείδητο να συναντά τους φόβους, τις αυταπάτες και τις διαψεύσεις μιας ζωής, πετυχημένης κοινωνικά, αλλά ακυρωμένης ερωτικά και συναισθηματικά. Γραμμένες σε μια περίοδο που ο 40χρονος Μπέργκμαν ήταν στο νοσοκομείο λόγω υπερκόπωσης, οι Αγριες Φράουλες (1957), είναι άλλη μία από τις πολυεπίπεδες δουλειές του σκηνοθέτη, που το προσωπικό, εμπλέκεται με το φανταστικό και που ο Στρίντμπεργκ συναντά τον Φρόιντ. Οικογενειακές σχέσεις, οι διαπροσωπικές σχέσεις των ζευγαριών εντός και εκτός γάμου, οι ελπίδες, οι ακυρώσεις, οι ενοχές, τα απωθημένα, ακόμη και η ύπαρξη ή μη του Θεού, όλα όσα τον απασχολούσαν σε ολόκληρη τη ζωή του, βρίσκουν χώρο σε αυτό το road movie, όπου όνειρα, αναμνήσεις και πραγματικότητα μπλέκονται περίτεχνα, εξερευνώντας τις νευρώσεις και τις ανησυχίες μιας ομάδας ανθρώπων τεσσάρων γενεών (αν υπολογίσουμε και την 90χρονη μητέρα του κεντρικού ήρωα, ο οποίος ενώνει νοερά τα κομμάτια του παζλ της ζωής του, προσπαθώντας να βρει κάποιο νόημα). Ασπρόμαυρες εικόνες εξαιρετικής αισθητικής, διάσπαρτοι φιλοσοφικοί διάλογοι που δεν ακούγονται πομπώδεις και κάποιες σεκάνς ονείρου που αποτελούν από μόνες τους, κομμάτια κινηματογραφικής ανθολογίας, σε άλλη μια καλοδεχούμενη μπεργκμανική επανέκδοση, μετά το Καλοκαίρι με τη Μόνικα σε καινούργιες ψηφιακές κόπιες. [Πηγή: http://www.doctv.gr]

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008 Κριτική Γιώργος Ευθυμίου [9/10]

Ο Borg είναι ιατρός. Πενήντα χρόνια πλήρους αφοσίωσης. Πενήντα χρόνια απομάκρυνσης της κοινωνικής ζωής. Ολοκληρωτικής παραίτησης στη διαπίστωση της συλλογικής ανοησίας της. Πενήντα χρόνια εγκλεισμού σε ένα στείρο εγώ. Εξιδανικεύοντας μια νεκρώσιμη πομπή. Και η απάθεια, ρούχο βαρύ στο παχύ στρώμα δέρματος, επακόλουθο της εγωιστικής και κουφής ενατένισης του αύριο.

Πενήντα χρόνια. Αλλά ποιος κατέκτησε το χρόνο για αυτόν να μας μιλήσει; Μερικές φορές για να εντρυφήσουμε στις έννοιες, είναι πιότερο να τις ισοπεδώσουμε και εξ αρχής να προσπαθήσουμε πάλι. Ένα ρολόι δίχως δείκτες, το μέγιστο τέχνασμα του τρισμέγιστου Ingmar Bergman. Μια εικόνα χίλιες λέξεις. Τι είναι άραγε ο χρόνος; Πως μπορείς να απαλλαγείς της συμβατικής θεώρησης του και να αγγίξεις τον πυθμένα του; Ο Borg θα βρεθεί μες στο αμάξι. Οι «Άγριες Φράουλες» γίνονται ένα ιδιότυπο και αρχέγονο road movie. Ένα road movie αναζήτησης στα άσβηστα ερωτήματα της ζωής.

Σταθμοί οι λίγες μνήμες ή μήπως ασπασμός ζωής; Φωτισμένες πιεστικά με ένα εκτυφλωτικό άσπρο. Όχι το λευκό της αγνότητας, από αυτό απέχουν πολλάκις. Μνήμες σαν να τοποθετήθηκαν κάτω απ` την λάμπα μιας ιατρικής κλινικής. Ζωή και θάνατος τόσο κοντά, σαν μια κλωστή να τις χωρίζει. Και αυτός άφθαρτος στο μαύρο του, να περιηγείται στα μονοπάτια του υποσυνειδήτου Σε μνήμες αγέραστες, μα αυτός ολότελα γερασμένος. Σχεδόν νεκρός. Ακούγεται βουβά το επικήδειο τραγούδι στην άρνηση αυτής της ανούσιας, κατά τα προσχήματα, ζωής. Και ο πόνος, μοναξιά που γρατζουνάει την αλλόκοτη αυτή υπεκφυγή. Η μοναξιά μένει… Και ακόμα και η παχιά επιδερμίδα δε δραπετεύει του θανάτου της. Και είναι και άλλοι πολλοί που τα χνάρια της παραίτησης ακολουθούν. Χαρίζοντας έναν πρόωρο θάνατο στην παραίσθηση του μεγάλου τους. Καθώς τους χαϊδολογούνται του εγωισμού τους.

Πενήντα χρόνια αφοσίωσης στην ιατρική. Όσο και αν ακούγεται απίστευτο, πενήντα χρόνια εναγκαλισμού της άγνοιας, της απομάκρυνσης μιας βαθύτερης γνώσης. Όχι εγκεφαλικής γνώσης. Γνώσης που πηγάζει των ευαίσθητων ψυχικών χορδών. Και είναι τόσοι αυτοί που έχουν ανάγκη υποταγής σε σύμβολα και εικόνες. Έτοιμοι να δοξάσουν την παραίτηση και ό,τι δεν κατέχουν. Μια δοξολογία άνευ γνώσης κάτω από επιχρυσωμένα παράσημα. Άραγε ποιος θα αποκρυπτογραφήσει την αλήθεια πίσω απ` την λυγερόκορμη λεζάντα;

Ερωτήματα αιώνια. Ο Σουηδός σκηνοθέτης τα κληρονόμησε στους εν ζωή ακουμπισμένους. Σε μια ζωή που πως να ορίσεις σε ένα ρολόι δίχως δείκτες; Μήπως ο θάνατος είναι ετούτο το επικήδειο άσμα της παραίτησης; Και ποια πυρωμένη μνήμη θα τον αναστήσει; Σε μια ζωή βυθισμένη στην αγριότητα και στη γλυκύτητα. Σαν φράουλα γλυκιά και άγρια που ακόμα να γευθείς…

https://www.cine.gr/

«Κάντο όπως ο Μπέργκμαν»: Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής  Κινηματογράφου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας || σε τιμή προσφοράς μόνο για το  καλοκαίρι!!

Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Εκμάθησης Μοντάζ (Adobe Premiere) και Σκηνοθεσίας || σε τιμή προσφοράς μόνο για το καλοκαίρι!!

Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Εκμάθησης Μοντάζ (Avid)  σε τιμή προσφοράς μόνο για το  καλοκαίρι!

Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου και Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους με κινητό, τάμπλετ, dslr, mirrorless ή GOPRO κάμερες ||| σε τιμή προσφοράς μόνο για το καλοκαίρι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.