Η Ευτυχία (1965) της Ανιές Βαρντά ||| Κριτικές που γράφτηκαν για την ταινία || Βαθμολογία-Αξιολόγηση

Θοδωρής Δημητρόπουλος [5/5]

Η Ευτυχία
(“Le Bonheur”, Ανιές Βαρντά, 1ω19λ)

Ένας μαραγκός ζει μια συνηθισμένη, ευτυχισμένη ζωή με τη γυναίκα και τα δύο παιδιά του μέχρι που γνωρίζει μια νεαρή κοπέλα την οποία κυνηγά προσπαθώντας μαζί της να -πώς αλλιώς να το πούμε- συμπληρώσει την ευτυχία της ζωής του.

Αγνός, σαρκαστικός, πικρός τρόμος της συνηθισμένης καθημερινότητας, γυρισμένος με έναν εντελώς αναπολογητικά ευθύ τρόπο. Ο θάνατος καταλαμβάνει κι εδώ -όπως και σε όλο το έργο της Βαρντά- έναν απολύτως κεντρικό ρόλο, πλαισιωμένος από μια σκληρή μοραλιστική εξερεύνηση της ζωής, της ευτυχίας γύρω από αυτόν. «Η ευτυχία δουλεύει αθροιστικά», μονολογεί ο ανέκφραστος ήρωας στο κρεβάτι δίπλα στη γυναίκα του, καθώς ο ίδιος προσπαθεί να γεμίσει ένα κενό κι η Βαρντά εξερευνά του όρους με τους οποίους έχουμε καθορίσει ολόκληρη την καθημερινή μας συνηθισμένη ύπαρξη και μαζί μια ηθική, μια ιδεολογία ευτυχίας και πληρότητας.

Η σκηνοθέτης καταγράφει την φαινομενική ευτυχία επηρεασμένη από πίνακες και συμφωνίες άρρηκτα συνδεδεμένα με την αρτιότητα (εξάλλου η Βαρντά ως Left Bank εξαρχής πίστευε στην συνομιλία των τεχνών) πριν η κάμερά της αρχίσει με τρόπο γεμάτο δίψα, περιέργεια και ενέργεια, να εξερευνά κορμιά, πρόσωπα, αγγίγματα και ελλείψεις. Σταθμός για τη Βαρντά, για τη Νουβέλ Βαγκ αλλά και για την εξερεύνηση φεμινιστικών στοιχείων στο σινεμά, λίγο πριν τα σεισμικά γεγονότα του Μάη του ‘68, ένα αγνό αριστούργημα από μια δημιουργό που όσο κι αν έχει αναγνωριστεί ως σπουδαία, με έναν παράλογο τρόπο το μεγαλύτερο μέρος του έργου της εξακολουθεί να παραμένει υποτιμημένο.

https://www.oneman.gr

**** Η ευτυχία του Νίνου Φενέκ Μικελίδη [4/5]

Le bonheur. Γαλλία,1965. Σκηνοθεσία-σενάριο: Ανιές Βαρντά. Ηθοποιοί: Ζαν-Κλοντ Ντρουό, Μαρία-Φρανς Μπουαγιέ, Μανόν Λανκλό, Σίλβια Σορέλ. 79’

Τρία χρόνια μετά την ταινία της, «Η Κλεό από τις 5 ως τις 7», μια με στοργή και ζεστασιά ματιά πάνω σε μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να αντιμετωπίσει το θέμα του θανάτου, η Ανιές Βαρντά, φεμινίστρια, ακτιβίστρια, ταυτόχρονα μοναδική δυναμική σκηνοθέτρια της γαλλικής νουβελ βαγκ, στρέφεται στη σχέση ενός ζευγαριού στην ταινία της «Η ευτυχία» («Le bonheur»). Τίτλος σίγουρα ειρωνικός πάνω σ’ ένα παντρεμένο για χρόνια και με δυο μικρά παιδιά ζευγάρι.

Η ταινία ξεκινά με το γκρο πλάνο ενός ηλιοτροπίου να κυριαρχεί στους τίτλους της, ενώ ακολουθούν ειδυλλιακές σκηνές του ζευγαριού που περνάει το Σαββατοκύριακο του σ’ ένα δάσος, έξω από τα περίχωρα του Παρισιού όπου ζουν: ένας περίπατος στο δάσος, ένα πικ-νικ, με τη γυναίκα να μαζεύει λουλούδια, με τα παιδιά να κοιμούνται στη συνέχεια κάτω από ένα φτιαγμένο πρόχειρα σκέπαστρο, με το ζευγάρι, τον Φρανσουά, έναν ψηλό, αρρενωπό, άντρα και την Τερέζ, μια όμορφη ξανθιά, ικανοποιημένη από τη ζωή της γυναίκα, αγκαλιά κάτω από τα δέντρα, και με υπόκρουση μια όμορφη μουσική του Μότσαρτ – ειδυλλιακές εικόνες μιας ευτυχισμένης ζωής που φέρνουν στο νου την «Εκδρομή στην εξοχή» του Ρενουάρ. Ευτυχισμένης ζωής όμως που σταδιακά ανακαλύπτουμε πως δεν είναι παρά επιφανειακή.

Αργότερα, ο άντρας, που εργάζεται στο ξυλουργείο του θείου του, φεύγει για τη δουλειά του, ενώ, η γυναίκα, στο σπίτι κάνει διάφορες δουλειές, μαγειρεύει, φροντίζει τα παιδιά, και στους ίδιους χώρους κάνει και τη δουλειά της ράφτρας για ρούχα γυναικών της περιοχής. Κάποια στιγμή, μια νέα γυναίκα, η Εμιλί, που μοιάζει πολύ με την Τερέζ, υπάλληλος στο ταχυδρομείο, που τη συναντά ο Φρανσουά, σε μια δουλειά του σε γειτονική πόλη, και η οποία σχεδιάζει να μετακομίσει στην περιοχή όπου ζει ο Φρανσουά, του ζητάει να φτιάξει τα ράφια στο νέο της διαμέρισμα. Συνάντηση που θα οδηγήσει πολύ γρήγορα σε μια παθιασμένη ερωτική σχέση, με τον Φρανσουά να της εξηγεί – και ειλικρινά να το πιστεύει – πως την αγαπά το ίδιο με τη γυναίκα του και να προσπαθεί, χωρίς ενδοιασμούς, να συνεχίσει τη σχέση, έχοντας την αίσθηση μιας μεγαλύτερης ευτυχίας, όπως θα εξηγήσει αργότερα στην ίδια τη γυναίκα του, σε ένα μεγαλόστομο μονόλογο, γεμάτο με περίεργες – αστείες όταν το σκεφτείς – παρομοιώσεις,

Δεν θέλω να σας αποκαλύψω τη συνέχεια, αλλά όσα παρακολουθούμε (με τον Φρανσουά να συνεχίζει την γεμάτη ευτυχία ζωή του και με τι δυο γυναίκες, ευτυχία που δεν μπορεί παρά να έχει και τις ανατροπές της), τονίζουν με τον καλύτερο τρόπο τη στάση της Βαρντά απέναντι στα πρόσωπα της, τόσο τις δυο γυναίκες όσο και τον άντρα, αλλά και γενικότερα την κοινωνία της τότε εποχής. Ταυτόχρονα, βάζει μερικά ουσιαστικά θέματα, από τις αληθινές σχέσεις και τις ηθικές αξίες μέχρι την υποκρισία και το βόλεμα μιας φαινομενικά ευημερούσας κοινωνίας.

Δεν πρέπει ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στην «ιδανική» κοινωνία της Γαλλίας του Ντε Γκολ, μια κοινωνία συντηρητική, ανδροκρατούμενη και εφησυχασμένη (ακόμη και η αρχικά ανεξάρτητη Εμιλί υποκύπτει τελικά στην οργανωμένη μικροαστική ζωή της εποχής της). Και θα χρειαστεί να περάσουν τρία ακόμη χρόνια πριν φτάσουμε στην εξέγερση το Μάη του 68.

https://www.enetpress.gr/

ΕΥΤΥΧΙΑ Κριτική Χρυσοστομάκης Λακταρίδης [4/5] : Ο Φρανσουά ζει ευτυχισμένος με τη σύζυγο του Τερέζ και τα δύο τους παιδιά σε ένα εργατικό προάστιο. Εκείνος είναι ξυλουργός και εκείνη μοδίστρα. Όταν ο Φρανσουά στέλνεται για δουλειά σε μια άλλη, κοντινή πόλη, γνωρίζει την Εμιλί, υπάλληλο ταχυδρομείου και ξεκινάει μια σχέση μαζί της που θα φέρει δραματικές αλλαγές στην οικογενειακή του ζωή, όσο κι αν εκείνος προσπαθεί να κρατήσει μια ισορροπία. Αργυρή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου και Βραβείο Louis Delluc Καλύτερης Γαλλικής Ταινίας για το 1965, για αυτό το φαινομενικά απλό στην δομή του, αλλά περίπλοκο στις ψυχολογικές παρατηρήσεις του, αισθηματικό δράμα της Ανιές Βαρντά (Πρόσωπα και Ιστορίες), το οποίο γύρισε, 3 χρόνια μετά το, Η Κλεό Από τις 5 στις 7 (1962). Πίσω από την πολύχρωμη, pop, ’60s αισθητική του (η καινούργια ψηφιακή κόπια, έχει αποκαταστήσει τα αυθεντικά χρώματα της ταινίας, όπου η κάθε σεκάνς σβήνει με ένα συγκεκριμένο χρώμα) και την φαινομενικά αισιόδοξη (;) ματιά του (ο γαλλικός Μάης του ’68 θα ερχόταν 3 χρόνια αργότερα), κρύβει με έναν εξαιρετικά επιδέξιο τρόπο, το σκοτεινό εκείνο κομμάτι της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, σε ό,τι έχει να κάνει με την ψυχοπαθολογία του έρωτα και την ανθρώπινη ανάγκη για αποκλειστικότητα, αλλά και τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό (όχι απαραίτητα με τον τρόπο που τα φαντάζεται κανείς). Η ταινία και η ίδια η Βαρντά (όταν ρωτήθηκε μερικά χρόνια αργότερα), δεν ενδιαφέρεται να ξεκαθαρίσει για το εάν πρόκειται για κοινωνική σάτιρα των οικογενειακών αξιών της εποχής του Ντεγκόλ ή για μια λυρική σπουδή πάνω στην πιθανότητα των ανοιχτών δεσμών πριν από την polyamorous εποχή μας. Αυτή η αμφισημία των προθέσεών της, της αποδίδει και την διαχρονικότητά της. Δεν έχει ξαναπαιχτεί επίσημα στη χώρα μας. Μην τη χάσετε! [Πηγή: http://www.doctv.gr]

Κριτική Η Ευτυχία

Από τον Χρήστο Μήτση – 20/06/2019 [4/5]

Μία από τις λιγότερο γνωστές ταινίες της Ανιές Βαρντά («Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο», «Πρόσωπα & Ιστορίες») προβάλλεται για πρώτη φορά, με πάνω από μισό αιώνα καθυστέρηση, στη χώρα μας, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη, διαχρονική κινηματογραφική αξία της «γιαγιάς της νουβέλ βαγκ». Μετά το «La Pointe Courte» του 1955, μια σειρά από μικρού μήκους ντοκιμαντέρ και το εμβληματικό «Η Κλεό από τις 5 ως τις 7» (1962), η Βαρντά υπέγραψε μια αινιγματική, ανοιχτή σε πάμπολλες ερμηνείες μελέτη πάνω στα ερωτικά ήθη της μεταπολεμικής γαλλικής κοινωνίας λίγο πριν από τον Μάη του ’68.

Η πρωτοπόρα και πλήρως απελευθερωμένη από δραματικές (και ιδεολογικές) συμβάσεις ματιά της είναι απόλυτα εναρμονισμένη με την αφηγηματική φρεσκάδα του γαλλικού νέου κύματος, την οποία αναγνωρίζουμε από την αρχή του φιλμ: μελωδίες του Μότσαρτ και ειδυλλιακές καλοκαιρινές εικόνες, που παραπέμπουν σε ιμπρεσιονιστικούς πίνακες και στο «Πρόγευμα στη Χλόη» του Ζαν Ρενουάρ, περιγράφουν την απόλυτη ευτυχία μιας τετραμελούς οικογένειας, η οποία απολαμβάνει την εκδρομή της στην εξοχή.

Τι είναι όμως η ευτυχία; Για τον νεαρό Φρανσουά είναι η ζωή του τακτοποιημένου, ερωτευμένου οικογενειάρχη, την οποία η Βαρντά σκηνοθετεί σαν όνειρο φωτεινό, ντυμένο με παστέλ χρώματα. Αυτό γίνεται ακόμη λαμπρότερο όταν ο ανέμελος ξυλουργός γνωρίσει σε ένα επαγγελματικό ταξίδι την Εμιλί και κάνει σχέση μαζί της. Νιώθει πλέον πως η ευτυχία του είναι πλήρης, μπορεί όμως αυτή να κρατήσει παγιδευμένη ανάμεσα στις προσωπικές ανάγκες, στις ψυχολογικές ανασφάλειες και στα κοινωνικά ταμπού;

Με μια διακριτικότητα που εκπλήσσει, η Βαρντά κρατάει ίσες αποστάσεις όχι μόνον από τους τρεις πρωταγωνιστές αλλά και από τον φτηνό μοραλισμό, τη φεμινιστική καταγγελία, τη σάτιρα και το μελόδραμα. Απογυμνωμένο από προκατασκευασμένες συγκρούσεις κι επεξηγηματικές εξομολογήσεις χαρακτήρων, το σενάριο αφήνει τις εικόνες να μιλήσουν για τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους και να αποτυπώσουν με μια εσωτερική μελαγχολία (τα φθινοπωρινά πλάνα του φινάλε) τη σισύφεια προσπάθεια του ατόμου να βρει την Αρκαδία του, καταδικασμένο να προσπαθεί διαρκώς και με οποιοδήποτε –υλικό, ηθικό, ψυχολογικό– κόστος.

Γαλλία. 1965. Διάρκεια: 80΄. Διανομή: ONE FROM THE HEART.

https://www.athinorama.gr

Η Ευτυχία
Le Bonheur
της Ανιές Βαρντά
ΚΡΙΤΙΚΗ 17 JUN 2019
[4/5] 

Τάσος Χατζηευφραιμίδης

Το αριστούργημα της Ανιές Βαρντά από το 1965 σε πολύτιμη πρώτη προβολή στην Ελλάδα και νέες αποκατεστημένες κόπιες. Αργυρή Αρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου, βραβείο Louis Delluc για την καλύτερη γαλλική ταινία της χρονιάς.

O θάνατος της Ανιές Βαρντά πριν λίγους μήνες, σε ηλικία 90 ετών αφήνει πίσω μια πλούσια παρακαταθήκη με ορισμένα αδιαμφισβήτητα αριστουργήματα, όπως την «Κλεό από τις 5 ως τις 7» και το «Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο», αλλά και μια φιλμογραφία που μετρά συνολικά πάνω από πενήντα ταινίες (μικρού και μεγάλους μήκους, μυθοπλασίας και τεκμηρίωσης) που χρήζουν επανανάγνωσης κι επανεκτίμησης. Μία από αυτές είναι δίχως αμφιβολία και το «Le Bonheur» του 1965, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της και η πρώτη έγχρωμη, η οποία κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο φεστιβάλ του Βερολίνου εκείνης της χρονιάς (για την ιστορία -και την ειρωνεία του πράγματος- τη Χρυσή Άρκτο κέρδισε το «Αλφαβίλ» του Γκοντάρ), προκάλεσε ένα μικρό σκάνδαλο με την αταξινόμητη πολυσημία της και μετά ξεχάστηκε βολικά κάτω από τη σκιά της μετάβασής της Βαρντά στην Αμερική, των πολεμικών ντοκιμαντέρ της και της δεύτερης, πιο έκδηλα φεμινιστικής της περιόδου.

Κι η αλήθεια είναι ότι ακόμα και σήμερα, πάνω από μισό αιώνα μετά, το «Le Bonheur» προκαλεί αμηχανία στην ερμηνεία του, ακόμα και στην κατηγοριοποίησή του. Πρόκειται για σάτιρα, αλληγορία ή ηθογραφία; Είναι ένα έργο αμοραλιστικό ή βαθύτατα ηθικό; Περιγράφει μια μοντέρνα κι αντισυμβατική ερωτική ιστορία ή σατιρίζει τα ερωτικά ήθη μια νέας, polyamorous εποχής; Κι η ματιά της Βαρντά είναι φεμινιστική ή υποκύπτει στην κυριαρχία του ανδρικού βλέμματος που υποτίθεται ότι στηλιτεύει; Η μήπως τελικά η ταινία είναι ένα φορμαλιστικό κινηματογραφικό πείραμα στον πνεύμα και τον απόηχο της nouvelle vague, της οποίας η Βαρντά ήταν άλλωστε η πρωτοπόρος; Ολες οι απαντήσεις και τα επιχειρήματα για τη μία ή την αντίθετη άποψη βρίσκουν έρεισμα στη μόλις 80 λεπτών ταινία κι εκεί ακριβώς έγκειται η γοητεία της. Γιατί η ιστορία είναι φαινομενικά απλή, στα όρια της απλοϊκότητας, είναι, όμως, η σκηνοθεσία κι η πλανοθεσία της Βαρντά που χτίζουν κι αποδομούν τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης.

Η ευτυχία του τίτλου αντικατοπτρίζεται από την αρχή στο γάμο του Φρανσουά και της Τερέζ. Νέοι, όμορφοι κι ευτυχισμένοι, έχουν δημιουργήσει την τέλεια οικογένεια και με τα δύο (υπερβολικά ήσυχα και καλόβολα παιδιά τους) απολαμβάνουν την ιδανική ζωή τους, όπως αυτή αποτυπώνεται στις εβδομαδιαίες εκδρομές τους σε μια φύση που πάλλεται από χρώματα, θυμίζοντας ιμπρεσιονιστικό πίνακα, ή σε μια ειδυλλιακή καθημερινότητα που κυλάει αρμονικά, ανέφελα και χωρίς καυγάδες στο προάστιο του Παρισού, όπου ζουν.

Ο Φρανσουά θα γνωρίσει την Εμιλί, μια υπάλληλο στο ταχυδρομείο που μοιάζει φυσιογνωμικά στη γυναίκα του και θα συνάψει ερωτικό δεσμό μαζί της, ούτε όμως αυτή η σχέση θα διασαλεύσει την οικογενειακή ευτυχία. Ο Φρανσουά θα μοιραστεί τις μέρες του ανάμεσα στη σύζυγο και στην ερωμένη και δεν θα νιώσει καμία ενοχή, αντίθετα θα αισθανθεί ακόμα πιο χαρούμενος, γιατί κατ΄ αυτόν «η ευτυχία λειτουργεί σωρευτικά». Κι όλα θα κυλήσουν χωρίς καμία δραματική κορύφωση, ακόμα κι όταν ο Φρανσουά θα αποκαλύψει στη γυναίκα του τη σχέση του με την Εμιλί στη διάρκεια μιας εκδρομής, εξηγώντας της ότι είναι πιο χαρούμενος από ποτέ κι ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει μεταξύ τους. Το ζευγάρι θα κάνει έρωτα, αλλά όταν ο Φρανσουά ξυπνήσει το επόμενο πρωί θα ανακαλύψει ότι η σύζυγός του πνίγηκε στο παρακείμενο ποτάμι. Αυτοκτονία ή τραγικό δυστύχημα; Η απάντηση είναι αδιάφορη, γιατί η οικογένεια θα αποκτήσει μια νέα μητέρα, την Εμιλί, και η «ευτυχία» του Φρανσουά και του τίτλου θα συνεχιστεί μετά τους τίτλους τέλους.

Η Βαρντά δήλωσε ότι με την «Ευτυχία» ήθελε να κάνει μια ταινία που θα μοιάζει με ένα τέλειο φρούτο, μέσα στο οποίο κρύβεται ένα σκουλήκι. Κι αλήθεια είναι ότι από την αρχή η οικογενειακή ζωή που απεικονίζεται μοιάζει ύποπτα τέλεια και αψεγάδιαστη, μια οικογενειακή φωτογραφία διαρκείας στην οποία όλα τα μέλη χαμογελούν, κρύβοντας επιμελώς τη σκοτεινή άβυσσο που ελλοχεύει κάτω από μια γυαλιστερή επιφάνεια. Στη μεταπολεμική Γαλλία του Ντε Γκολ και της ανοικοδόμησης των ήσυχων προαστίων αυτή η απεικόνιση της νέας αστικής τάξης, ειδικά λίγα χρόνια πριν το Μάη του 1969, αποκτά μια σαφέστατα ειρωνική διάσταση, πόσο μάλλον όταν την οικογένεια της ταινίας υποδύεται μια οικογένεια στην πραγματική ζωή, προσδίδοντας ένα ακόμα επίπεδο ερμηνείας.

Ακόμα και η φύση μοιάζει πλαστή μέσα στα εκτυφλωτικά της χρώματα και υπό τους μελωδικούς ήχους της μουσικής του Μότσαρτ που συνομιλούν με τις εικόνες και τους δίνουν τον ανάλαφρο και παιγνιώδη ρυθμό της. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, άλλωστε, ότι αυτή είναι η πρώτη έγχρωμη ταινία της Βαρντά, στην οποία η σκηνοθέτης μοιάζει να ανακαλύπτει εκ νέου το χρώμα και συνθέτει μια φωτεινή συμφωνία χρωμάτων, πίσω από την οποία κρύβεται επιμελώς το σκοτάδι. Αυτή η ποπ αισθητική είναι διάχυτη ακόμα και στην πόλη, όπου στα πολύχρωμα κτίρια οι πινακίδες κρύβουν συνθήματα που σχολιάζουν, ερμηνεύουν ή αποδομούν τα δρώμενα, όσο η Βαρντά δεν παύει να υπενθυμίζει ότι είμαστε στο σύμπαν μιας ταινίας, ένα φορμαλιστικό κατασκεύασμα από τη φύση του τεχνητό, που αποκαλύπτει όμως την αλήθεια του μέσα από το ψεύδος, όπως δίδαξε άλλωστε η nouvelle vague.

Κι αν η ευτυχία στη γαλλική γλώσσα είναι γένους αρσενικού, η Βαρντά υιοθετεί την ανδρική ματιά για να καταδείξει τις καταδυναστευτικές τις διαστάσεις και να την αποδομήσει εκ των έσω.

Προμηνύοντας το δεύτερο κύμα του φεμινισμού στις αρχές της δεκαετίας του 70, η ταινία υπογραμμίζει διαρκώς πώς η πατριαρχία έχει υπονομεύσει το ρόλο των γυναικών σε μια αναλώσιμη κι αντικαταστάσιμη υποστήριξη του κυρίαρχου αρσενικού. Ο Φρανσουά δίνει τον ορισμό της δικής του ευτυχίας γιατί απλούστατα μπορεί και οι γυναίκες της ζωής του, όμοιες εμφανισιακά μεταξύ τους, βρίσκονται εκεί δορυφορικά για να την υποστηρίξουν χωρίς ποτέ να θέτουν τα δικά τους όρια ή τις δικές τους απαιτήσεις.

Σε μια εποχή απελευθέρωσης των σεξουαλικών ηθών, όπου όλα άλλαζαν, αλλά όλα ίσως τελικά έμειναν ίδια, η «Ευτυχία» της Βαρντά μοιάζει να είναι η απάντησή της στις «Ομπρέλες του Χερβούργου», που είχε γυρίσει ο σύζυγός της Ζακ Ντεμί δύο χρόνια νωρίτερα. Αν το ζευγάρι εκείνης της ταινίας είχε μείνει τελικά μαζί, η πορεία τους μπορεί να έμοιαζε με το γάμο του Φρανσουά και της Τερέζ. Κι αν σ’ εκείνη την ταινία «οι άνθρωποι πεθαίνουν από αγάπη μόνο στις ταινίες», η Βαρντά υπενθυμίζει ότι και η ευτυχία ίσως δεν είναι τελικά παρά μόνο μια ψευδαίσθηση που διαμορφώνεται κάθε φορά από τις κυρίαρχες κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές δομές και βρίσκει την ιδεατή μορφή της μόνο σε κάτι τόσο σαγηνευτικά επίπλαστο, όσο η μεγάλη οθόνη.

http://flix.gr/

Η Ευτυχία (επανέκδοση) Le Bonheur  ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 1965 ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Γαλλία ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 79 ΧΡΩΜΑ: ΕΓΧΡ. Σκηνοθεσία: Ανιές Βαρντά Πρωταγωνιστούν: Ζαν Κλοντ Ντρουό, Μαρί-Φρανς Μπουαγιέ Ο Φρανσουά ζει ευτυχισμένος με τη σύζυγο του Τερέζ και τα δύο τους παιδιά σε ένα εργατικό προάστιο του Παρισιού. Εκείνος είναι ξυλουργός και εκείνη μοδίστρα. Όταν ο Φρανσουά πάει σε μια άλλη πόλη για δουλειά γνωρίζει την Εμιλί, υπάλληλο ταχυδρομείου, και ξεκινάει μια σχέση μαζί της που θα φέρει δραματικές αλλαγές στην οικογενειακή του ζωή.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 20.6.2019 [4/5]

Συγκαλυμμένα βιτριολική κοινωνική σάτιρα, η αισθαντική και στυλιζαρισμένη Ευτυχία της Ανιές Βαρντά εξιστορεί το απλουστευτικό επιχείρημα ενός συζύγου ο οποίος δημιουργεί παράλληλη ερωτική σχέση με μια άλλη γυναίκα, πως η πράξη τού προσθέτει ευτυχία αντί να προκαλεί δυστυχία, μια συλλογιστική που δεν αλλοιώνεται ακόμα και με τις τραγικές συνέπειες της φαλλοκρατικής παρόρμησής του. Αντί να γυρίσει μια φεμινιστική τραγωδία, η Βαρντά, σε ένα από τα λιγότερο γνωστά, αλλά πιο τολμηρά και ολοκληρωμένα φιλμ της, δανείζεται την τεχνικολόρ αισιοδοξία των ταινιών του συντρόφου της Ζακ Ντεμί για να χτίσει μια πεσιμιστική καταγγελία των φάλτσων παραδόσεων της προ-Μάη του ’68 Γαλλίας, επιλέγοντας μάλιστα τον Βέλγο ηθοποιό Ζαν Κλοντ Ντρουό για τον κεντρικό ρόλο και τη σύζυγο και τα δυο πραγματικά τους παιδιά για να τον πλαισιώσουν σε αυτή την οικογενειακή ουτοπία της ευδαιμονίας! Μεγάλο βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στην Berlinale του 1965. Πηγή: www.lifo.gr

Το κρυφό διαμάντι ολόκληρης της φιλμογραφίας που άφησε ως πολύτιμη κληρονομιά πίσω της η Ανιές Βαρντά, και ταυτόχρονα το πιο ριζοσπαστικό δημιούργημά της, προβάλλεται για πρώτη φορά στη χώρα μας και μάλιστα σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια.

Από τον Λουκά Κατσίκα [3,5/5]

Όταν η «Ευτυχία» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στις αίθουσες, τον χειμώνα του 1965, η Βαρντά βρισκόταν αισίως στην τρίτη μεγάλου μήκους δημιουργία της, είχε αποκτήσει σεβαστή καλλιτεχνική υπόσταση χάρη στο γλυκόπικρο «Η Κλεό από τις 5 έως τις 7» (1962) και απολάμβανε την αποκλειστικότητα του να είναι η μοναδική γυναικεία φωνή στο ανδροκρατούμενο σύμπαν του γαλλικού Νέου Κύματος. Για πρώτη και τελευταία φορά στην καριέρα της, επίσης, προκαλούσε με την ταινία της αυτή ένα μικρό σκάνδαλο. Αφενός γιατί πολλοί θεατές της εποχής δεν ήταν έτοιμοι να υποδεχτούν την αφοπλιστική ευθύτητα με την οποία η σκηνοθέτις απεικόνιζε μια ιστορία ερωτικού πάθους και μοιχείας. Αφετέρου γιατί ένα υπόγεια ύπουλο φιλμ όπως αυτό ήταν μοιραίο να παρεξηγηθεί.

Δεκαετίες ολόκληρες μετά την πρώτη κυκλοφορία της, η «Ευτυχία» παραμένει θεσπέσια αμφίσημη. Οι πανέμορφες ιμπρεσιονιστικές εικόνες με τα ακαταμάχητα παστέλ χρώματα, τα λουσμένα στο φως πλάνα και τις συνοδευτικές αρμονίες του Μότσαρτ ακόμη ξεγελούν. Η καρτποσταλική φαμίλια που βαδίζει στις καλοκαιρινές εξοχές χέρι-χέρι και γευματίζει μέσα σε ανθισμένους αγρούς, σαν να έχει ξεπηδήσει από κάποιο δικό της διαφημιστικό, εξακολουθεί να προκαλεί μειδίαμα. Και η παράδοξη αισθηματική συνθήκη στην οποία βρίσκεται ο νεαρός ήρωας, ειδυλλιακά παντρεμένος με την ιδανική σύζυγο και παράλληλα ερωτευμένος με μια άλλη γυναίκα δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό, προξενεί μέχρι σήμερα αμηχανία. Ακόμη περισσότερο όταν ο πρωταγωνιστής αποδεικνύεται απολύτως απαθής εμπρός στις δραματικές συνέπειες που επιφέρουν οι πράξεις του στους γύρω του.

Όμως μισό λεπτό. Πού σταματά η σοβαρότητα και πού αρχίζει η ειρωνεία; Πώς πρέπει να αντιμετωπίσει κανείς την ταινία; Ως ρομαντικό δράμα; Ως ηθική παραβολή; Ως κοινωνική κριτική; Ή ως σαρκαστικό σχόλιο; Η Βαρντά επιθυμεί να αναρωτηθούμε για τα όσα βλέπουμε. Τηρώντας φαινομενικά ουδέτερη στάση, λειτουργώντας ωστόσο υπονομευτικά, μας βυθίζει σε μια εξιδανικευμένη πραγματικότητα, πλησίον της πιο βολικής αρσενικής φαντασίωσης, όπου η ανδρική αυτοπραγμάτωση ισούται με την πολυγαμία και το κυνήγι των απολαύσεων, αρκεί να μην απειλείται ποτέ η προάσπιση των παραδοσιακών δομών. Με άλλα λόγια η ευλογημένη «Ευτυχία» του τίτλου θα επιτευχθεί μόνο όταν εξασφαλιστεί πάση θυσία η διαιώνιση της πατριαρχίας και της αγίας πυρηνικής οικογένειας.

http://www.cinemagazine.gr/

Η ΕΥΤΥΧΙΑ (1965)
(LE BONHEUR)
ΕΙΔΟΣ: Ρομαντικό Δράμα
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ανιές Βαρντά
ΚΑΣΤ: Ζαν-Κλοντ Ντρουό, Κλερ Ντρουό, Μαρί-Φρανς Μπουαγιέ, Μαρσέλ Φορ-Μπερτάν, Μανόν Λανκλό
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 79′
ΔΙΑΝΟΜΗ: ONE FROM THE HEART

της Κατερίνας Ανδρεάκου [3/5]

Η διαρκής ευτυχία του νεαρού οικογενειάρχη ξυλουργού Φρανσουά, παρέα με τη γλυκυτάτη σύζυγό του Τερέζ και τα δύο μικρά τους παιδιά, διπλασιάζεται όταν γνωρίζει μια άλλη γυναίκα, την Εμιλί. Η ειδυλλιακή του ζωή άραγε θα συνεχιστεί όταν θελήσει να μοιραστεί τη νέα του μορφή ευτυχίας με την Τερέζ;

Το 1965, τη χρονιά που «Η Ευτυχία» πρωτοπροβλήθηκε στις αίθουσες έχοντας κερδίσει (μεταξύ άλλων) την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου, η σεξουαλική επανάσταση βρισκόταν ήδη καθ’ οδόν, μαζί με το κίνημα των hippies και την ενδυνάμωση του φεμινιστικού αγώνα. Η ταινία της Βαρντά, με την ανατρεπτική και (για τους ανυποψίαστους) συχνά σοκαριστική της αφήγηση, προκάλεσε, δίχασε και σταδιακά… μισο-ξεχάστηκε, έως και λίγα χρόνια πριν, όταν έτυχε πλήρους αποκατάστασης και μετέπειτα επανακυκλοφορίας.

Το μεγαλύτερο ρίσκο της ταινίας είναι η παρεξήγηση του «φαίνεσθαι» εις βάρος του «είναι» της, από τους προαναφερθέντες ανυποψίαστους, ιδιαίτερα τους αμύητους στο συνολικό έργο και τις κοσμοθεωρίες της Βαρντά, καθώς και τους λεγόμενους «woke» της εποχής μας, που βιάζονται να παρερμηνεύσουν και να θυσιάσουν τα πάντα, ακόμα και αυτά που αγνοούν, στον βωμό της πολιτικής ορθότητας. Και εξηγούμαι παρακάτω.

Από το πρώτο έως και το τελευταίο πλάνο, η Βαρντά έχει χρωματίσει, χορογραφήσει και χειραγωγήσει με χειρουργική διεξοδικότητα την ιστορία, τους χαρακτήρες και, κυριότερα, τον «ύπουλο» τόνο ανελέητου σαρκασμού και κοινωνικού σχολίου για τον οποίον έτσι κι αλλιώς υπάρχει εξαρχής αυτή η ταινία. Δημιουργεί έναν χρονικό κύκλο μερικών μηνών, από το καλοκαίρι έως το φθινόπωρο, που αποτελεί και το νοητό «σύμπαν» του πρωταγωνιστή της, του Φρανσουά. «This is a man’s world», λέει το τραγούδι, και αυτό ακριβώς αποτυπώνει εδώ η Βαρντά. Όχι έναν αληθινό ανδρικό κόσμο, αλλά την εξιδανικευμένη αρσενική φαντασίωση (της εποχής της, τουλάχιστον) του κόσμου όπου ο άνδρας περιφέρεται στη φύση σε κατάσταση πλήρους, ιδανικής ευτυχίας, και τα πράγματα μπορούν μόνο να καλυτερέψουν γι’ αυτόν, καθώς στον τέλειο κόσμο του δεν υπάρχουν αρνητικές επιπτώσεις, τιμωρίες και ηθική καταδίκη από τον κοινωνικό και οικογενειακό του περίγυρο, καθώς όλοι αυτοί βρίσκονται εκεί μόνο ώστε να ενεργοποιήσουν και να επιτρέψουν ό,τι τον κάνει να παραμείνει σε αυτή την κατάσταση, της διαρκούς ευτυχίας. Εδώ, ο Φρανσουά μπορεί να λέει ελεύθερα «αυτά που αγαπώ μπορώ να τα έχω κάθε μέρα» και να το εννοεί, και να συμβαίνει πραγματικά γι’ αυτόν. Στο πρώτο πλάνο, εκείνος και η οικογένειά του (η αληθινή οικογένεια του πρωταγωνιστή, Ζαν-Κλοντ Ντρουό) εισάγονται με σταδιακή εστίαση, περιτριγυρισμένοι από το ηλιόλουστο, ανθοστολισμένο δάσος, τα ηλιοτρόπια κι ένα αρμόζον «Adagio» του Μότσαρτ, ο Αδάμ με την Εύα του και τους πρώτους απογόνους τους, καθώς η σκηνή προχωρά σε ένα picnic γεμάτο χαμογελαστά πρόσωπα που ξεχειλίζουν από αγάπη. «Ένα καλοκαιρινό ροδάκινο με τέλειες αποχρώσεις κι ένα σκουλήκι μέσα του», όπως περιέγραψε τότε την ταινία της η ίδια η Βαρντά. Αν ο θεατής δεν πιάσει ήδη από αυτή τη γλυκερή, υπερβολικά «αφελή» σκηνή τις – θαρρείς εξόφθαλμα – ειρωνικές προθέσεις του ύφους της Βαρντά, τότε καλύτερα να μην συνεχίσει με την υπόλοιπη ταινία. Γιατί αυτό που ακολουθεί είναι μια τολμηρή (από όλες τις απόψεις) ματιά στα κοινωνικά και οικογενειακά στερεότυπα και την ουσιαστική έννοια λέξεων όπως «αγάπη» κι «ευτυχία» στις ανθρώπινες σχέσεις, δοσμένη με έναν σχεδόν συμβολικό τρόπο και συχνά με αντίστροφη ψυχολογία, προ(σ)καλώντας τον θεατή να καταλάβει τι βλέπει και να σκεφτεί από μόνος του το αληθινό νόημα αυτής της προκλητικής ταινίας, η οποία κλείνει αναπόφευκτα (σχεδόν) όπως άρχισε, με την οικογένεια του Φρανσουά να φεύγει από το δάσος και εκτός εστίασης, υπό τις νότες του ίδιου «Adagio». Ωστόσο, τίποτα δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Ή μήπως είναι, τουλάχιστον για τον Φρανσουά; Μια τραγωδία που συμβαίνει λίγο πριν το τέλος έρχεται να δοκιμάσει την «προκαθορισμένη» του (ευτυχή) ύπαρξη – είναι όμως αρκετή;

Το περίτεχνο και εκούσιο στυλιζάρισμα της ταινίας, με τους συμβολισμούς, τις έντονες χρωματικές αρμονίες και αντιθέσεις (εμφανείς οι επιρροές και από τον σύζυγό της, Ζακ Ντεμί), αποτελούν άρρηκτα στοιχεία της δημιουργίας της Βαρντά και, βλέποντάς τα σήμερα, 54 χρόνια μετά, εκτός του γενικότερου πλαισίου τους, ενδέχεται να την κάνουν να φαίνεται κάπως απαρχαιωμένη, αν και ως κλασική περίπτωση Βαρντά, υπάρχουν και σκηνές που ούτε και σήμερα τολμούν να γυρίσουν οι περισσότεροι δημιουργοί (όπως εκείνη του θηλασμού του μωρού, γυρισμένη με απόλυτη φυσικότητα, σαν άλλο ένα οργανικό μέρος της Φύσης μας). Τα «μηνύματα» είναι όλα εκεί, προσφορά της Βαρντά προς το κοινό, άλλα πιο κραυγαλέα (όπως τα συχνά πλάνα με αφίσες και διαφημίσεις lifestyle στο φόντο, η αληθινή ζωή ενάντια στην ψευδαίσθηση) και άλλα πιο υποδόρια, αμφιλεγόμενα και τελικά ακαθόριστα. Μήπως η Βαρντά και «Η Ευτυχία» της, τελικά, «εγκρίνουν» σε κάποιο επίπεδο αυτή την υπερβολική και (για τους περισσότερους) ηθικά κατακριτέα ευτυχία του πρωταγωνιστή της, ως τον απόλυτο στόχο ζωής, όχι μόνο για τους άνδρες, αλλά για όλη την ανθρωπότητα, σε ένα πιο οργανικό επίπεδο όπου η επιδίωξη της ευτυχίας δεν πρέπει να εμποδίζεται από ηθικούς και κοινωνικούς φραγμούς; Ή μήπως είναι, πολύ πιο απλά, μια από τις πιο κραυγαλέες κινηματογραφικές δουλειές της φεμινιστικής ιδεολογίας, ξεμπροστιάζοντας τις αγορίστικες / ανδρικές φαντασιώσεις περί του τι νοείται αληθινή ευτυχία για εκείνους, με όποιο κόστος για τους υπόλοιπους; Το ακαθόριστο που προκαλείται από αυτά τα ερωτήματα, σε συνδυασμό πάντα με την προκλητική της αφήγηση, κάνουν την ταινία ταυτόχρονα δελεαστική και άκρως ενδιαφέρουσα από τη μία, όχι το διαχρονικό αριστούργημα που θα περίμενε κανείς από την άλλη. Πάντως, μισόν αιώνα μετά, ακόμα δεν υπάρχει γυναίκα δημιουργός με την έμπνευση, το θάρρος και το «θράσος» της ελεύθερης κινηματογραφικής έκφρασης της Ανιές Βαρντά.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Δύσκολη επιλογή, κι εύκολα παρεξηγήσιμη. Αν ξέρεις ήδη από Βαρντά, τότε θα δεις μια έντονα προβοκατόρικη ταινία της και μια από τις πιο ανοιχτά σαρκαστικές στην ιστορία του σινεμά, η οποία όμως τα δείχνει τα χρονάκια της. Οι λοιποί, διαβάστε κάτι πριν μπείτε… ξυπόλητοι στα δάση του μυαλού της Βαρντά, γιατί κινδυνεύετε να δείτε άλλη ταινία από αυτή που νομίζετε! 

http://freecinema.gr/

«Κάντο όπως ο Μπέργκμαν»: Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής  Κινηματογράφου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας || σε τιμή προσφοράς μόνο για το  καλοκαίρι!!

Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Εκμάθησης Μοντάζ (Adobe Premiere) και Σκηνοθεσίας || σε τιμή προσφοράς μόνο για το καλοκαίρι!!

Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Εκμάθησης Μοντάζ (Avid)  σε τιμή προσφοράς μόνο για το  καλοκαίρι!

Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου και Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους με κινητό, τάμπλετ, dslr, mirrorless ή GOPRO κάμερες ||| σε τιμή προσφοράς μόνο για το καλοκαίρι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.