«Η έρημος των Ταρτάρων» του Ντίνο Μπουτζάτι || εκδόσεις Μεταίχμιο || Βιβλία που έχουν μεταφερθεί στον Κινηματογράφο

Περιγραφή βιβλίου

Το αριστούργηµα του Ντίνο Μπουτζάτι Η έρημος των Ταρτάρων αφηγείται την ιστορία του νεαρού υπολοχαγού Τζοβάνι Ντρόγκο, ο οποίος περνάει τη ζωή του στο Οχυρό Μπαστιάνι, όπου τοποθετείται στον πρώτο του διορισµό, περιµένοντας µάταια την εισβολή του θρυλικού εχθρού από τον βορρά.

Με φόντο την απέραντη, οµοιόµορφη έρηµο, ο Μπουτζάτι αφηγείται την αναµονή της µεγάλης ευκαιρίας για τον αξιωµατικό, της ευκαιρίας που θα του αλλάξει τη ζωή χαρίζοντάς του την πολυπόθητη δόξα. Μόνο που η µεγάλη ευκαιρία τελικά δεν παρουσιάζεται ποτέ και ο αξιωµατικός, τριάντα ολόκληρα χρόνια µετά, έρχεται αντιµέτωπος µε το κορυφαίο γεγονός: τον θάνατο. Και τον αντιµετωπίζει µονάχος, χωρίς να περιµένει βοήθεια ή κατανόηση από κανέναν, σ’ ένα περιβάλλον παντελώς άγνωστο. Ένα μυθιστόρημα για τη μοναξιά, την υπαρξιακή αγωνία, την άνιση μάχη ενάντια στο πέρασμα του χρόνου, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τον θάνατο. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1976 από τον σκηνοθέτη Βαλέριο Τζουρλίνι.

[ξεκινάει ξανά σε λίγες μέρες τη λειτουργία της η «Λέσχη Ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι» . Δηλώστε συμμετοχή και λάβετε πληροφορίες στο μέιλ fyodordostoevskylesxianagnosis@gmail.com και στα τηλέφωνα 2130 159 816, 6944143564]. [Επίσης θα ανακοινωθεί μέσα στην εβδομάδα η προβολή της ομότιτλης ταινίας του Βαλέριο Ζουρλίνι που βασίστηκε στο βιβλίο του Μπουτζάτι. Έτσι λοιπόν εγκαινιάζουμε την ενότητα μελέτης και δράσης ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ που θα συνδυάζει αναγνώσεις (στη Λέσχη Ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι) και προβολές με ανάλυση και συζήτηση ταινιών που έχουν βασιστεί σε βιβλία (στο Σχολείο του Σινεμά και την εκπαιδευτική κινηματογραφική του Λέσχη) και στήλη στο διαδικτυακό περιοδικό μας camerastyloonline με τον ίδιο τίτλο Από το Βιβλίο στην Κινηματογραφική Ταινία ].

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ένα παράξενο μυθιστόρημα που σε στοιχειώνει, ένα εκκεντρικό κλασικό βιβλίο. J.M. Coetzee, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2003

Δεν πέφτει συχνά στα χέρια σου ένα αριστούργημα, αλλά η Έρημος των Ταρτάρων είναι αναμφίβολα αριστούργημα, ένα θεσπέσιο βιβλίο του οποίου ο συγγραφέας είναι μαέστρος του γραπτού λόγου. Sunday Times

Ένα υπέροχο, αριστοτεχνικό μυθιστόρημα που λαμπυρίζει σαν αντικατοπτρισμός στην έρημο και εστιάζει στην ανάδυση και τη συντριβή των φιλοδοξιών μας, καθώς και στην ανελέητη διάβρωση του χρόνου. Είναι η ιστορία του Τζοβάνι Ντρόγκο, αλλά σίγουρα πολλοί από μας θα αναγνωρίσουν στοιχεία του εαυτού τους στον ήρωα του Μπουτζάτι. Yann Martel, συγγραφέας

Πληροφορίες

Συγγραφέας: Dino Buzzati Μεταφραστής: Μαρία Οικονομίδου ISBN: 978-618-03-1693-3 Σελίδες: 296 Ημερομηνία Έκδοσης: 21/03/2019 Διαστάσεις: 14 Χ 20,5 Εξώφυλλο: Μαλακό διαβάστε Η ΕΡΗΜΟΣ ΤΩΝ ΤΑΡΤΑΡΩΝ ΠΡΩΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

«Η έρημος των Ταρτάρων»: Κλασικό αριστούργημα με επικαιρικά νοήματα Το κλασικό μυθιστόρημα του Ντίνο Μπουτζάτι. Η έρημος των Ταρτάρων που αγάπησαν ο Μπόρχες και ο Κούτσι μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και λέει πολλά για τους βάρβαρους της εποχής μας. ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ 15.5.2019 |

Γράφοντας λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντίνο Μπουτζάτι είχε επίγνωση της επέλασης του φασισμού και της κατασκευής εξωτερικών εχθρών. Τα μεγάλα μυθιστορήματα δεν γράφονται απλώς για να ξεδιπλώσουν ιστορίες με πλοκή αυτό το κάνουν πολύ καλύτερα οι ταινίεςαλλά για να ορίσουν τις βαθιές αφηγηματικές συνθήκες που ερμηνεύουν τη ζωή και τον θάνατο. Ενίοτε και για να καταργήσουν όλες τις κραταιές και παραδεδομένες αντιλήψεις για τον χώρο, τον χρόνο, την πλοκή, τους ήρωες. Στη Μεταμόρφωση του Κάφκα έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς την αδιέξοδη, εξαρχής, πορεία του πρωταγωνιστή προς τον αφανισμό του, το ίδιο και στον Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς του Τολστόι ή στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, όπου οι πρωταγωνιστές βαδίζουν με περίσσια εσωτερική βεβαιότητα προς τον θάνατο. Σε μια αντίστοιχη πορεία, που μοιάζει με σκηνικό από αρχαία τραγωδία και σε πολλά σημεία ο πρωταγωνιστής φέρνει στον νου έναν τραγικό Οιδίποδα, ο Τζοβάνι Ντρόγκο, ο νεαρός υπολοχαγός που καταφθάνει στη δική του χτυπημένη από μια άγνωστη κατάρα μικρή πολιτεία, το Οχυρό Μπαστιάνι, βαδίζει νομοτελειακά προς την επιβεβλημένη και επιλεγμένη από τον ίδιο καταστροφή. Τα πάντα προοικονομούν ένα σκηνικό χαμένων ελπίδων και αναμνήσεων, όπου τίποτα δεν είναι ικανό να ανατρέψει την πτώση και το τέλος. Βλέποντας τον φασισμό να προελαύνει στην Ιταλία, ο Ντίνο Μπουτζάτι γράφει ένα συμβολικό, υπαρξιακό και δυνατό μυθιστόρημα για τους βαρβάρους που μπορεί τελικά να είμαστε εμείς οι ίδιοι, για τους ανύπαρκτους εχθρούς που διαρκώς κατασκευάζονται και για τις ματαιωμένες ελπίδες που τρέφουν τέρατα. Ήδη από τις πρώτες σελίδες του σπουδαίου αλληγορικού μυθιστορήματος Η έρημος των Ταρτάρων σε μετάφραση και επίμετρο της Μαρίας Οικονομίδου‒, όπου τίποτα δεν συμβαίνει ακριβώς επειδή συμβαίνουν τα πάντα, ο Ιταλός συγγραφέας Ντίνο Μπουτζάτι διαμηνύει σε τριτοπρόσωπη αφήγηση διά στόματος ενός τυχαίου προσώπου, ενός ράφτη, το τραγικό τέλος και ορίζει ένα ατμοσφαιρικό σκηνικό που ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο ή μήπως εφιάλτη;και την πραγματικότητα. Η ζωή, άλλωστε, είναι ένας συμβιβασμός ή μια μόνιμη σύγκρουση με τις μεγάλες ιδέες και συμβαίνει κάποτε ο πιο σύντομος δρόμος να είναι ο μακρύτερος. Από την πρώτη στιγμή που ο πρωταγωνιστής Ντρόγκο καταφθάνει στο οχυρό με τους παράξενους στρατιώτες και τους αλλόκοτους αξιωματικούς και τον συνταγματάρχη, δείχνει να διατρέχει αυτόν τον συντομότερο δρόμο, έστω προσπαθώντας κάθε τόσο να πείσει τον εαυτό του ότι οι εχθροί, δηλαδή οι θρυλικοί Τάρταροι, θα φανούν και θα μεταμορφώσουν την αδιέξοδη καθημερινή πρακτική σε αφορμή για δόξα. Σε ένα παιχνίδι ανάμεσα στις ψευδαισθήσεις και την ψευδεπίγραφη ερμηνεία της πραγματικότητας, η φαντασίωση εναλλάσσεται με την πιο κυνική σκέψη: τα οράματα για άλογα που τρέχουν προς την ελευθερία που ποτέ δεν έρχεται, οι εσωτερικές ενοράσεις για μεγαλεία που δεν θα είναι ποτέ εκεί, ακόμα και οι προσδοκίες για τον έρωτα που στη μία και μοναδική έξοδο και επιστροφή στην παλιά του ζωή ο ήρωας δεν είναι πια ικανός να νιώσει αποκτούν μια ονειρική διάσταση που δίνει στο μυθιστόρημα τον ρυθμό και τον τόνο. Κάθε λεπτό που περνάει γίνεται η νότα στο θλιμμένο και λυπητερό τραγούδι του εσωτερικού πένθους, κάθε ήχος που έρχεται απ’ έξω ερμηνεύεται ως ενδεχόμενο απελευθερωτικής εχθρικής επέλασης: «Ο άνεμος που παρέσερνε τον αχό του καταρράκτη, το μυστηριώδες παιχνίδι των αντίλαλων, ο διαφορετικός ήχος της κάθε πέτρας όταν έπεφτε πάνω της το νερό σχημάτιζαν μια ανθρώπινη φωνή, η οποία μιλούσε ακατάπαυστα κι έλεγε λόγια της ζωής μας, που είμαστε πάντα στο τσακ να τα καταλάβουμε κι απεναντίας δεν τα καταλαβαίνουμε ποτέ. Δεν ήταν, λοιπόν, ο στρατιώτης που σιγοτραγουδούσε, όχι ένας άντρας ευαίσθητος στο κρύο, στις τιμωρίες και τον έρωτα, αλλά το εχθρικό βουνό. Τι θλιβερό λάθος, σκέφτηκε ο Ντρόγκο, ίσως όλα είναι έτσι, πιστεύουμε ότι γύρω μας υπάρχουν πλάσματα ίδια μ’ εμάς κι αντιθέτως δεν υπάρχει παρά πάγος, πέτρες που μιλάνε μια ξένη γλώσσα, ετοιμαζόμαστε να χαιρετήσουμε έναν φίλο, αλλά το χέρι ξαναπέφτει νωθρό, το χαμόγελο σβήνει, γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε εντελώς μόνοι».

Παρότι στο οχυρό δεν υπάρχουν πραγματικοί φίλοι, αφού κάποια στιγμή ο Ντρόγκο βιώνει την προδοσία, τελικά παραμένει ίσως γιατί ξέρει πως η ανέφικτη προσδοκία αξίζει περισσότερα από μια αλλόκοτη πραγματικότητα: στο οχυρό ορίζει τα όρια, έχει τον έλεγχο πάνω στις στιγμές, αποκτά ιδιότητα και φτάνει να είναι εξαρτημένος ακόμα και από την απελπισία. Μπροστά σε αυτή την ασφυκτική ισοπέδωση, ωστόσο, οι εποχές, το τοπίο, τα χρώματα, κάθε λεπτό που περνά αποκτούν μια επική διάσταση και μεταμορφώνονται τελικά σε ποίηση. Έπειτα, όλα θα φανούν διαφορετικά, αν καταφθάσουν κάποια στιγμή οι εχθροί και μετατρέψουν τους στρατιώτες από πειθήνια όντα σε αναγνωρίσιμους ήρωες. Έτσι, ο χρόνος που δεν περνάει μοιάζει με λεπτομέρεια μιας σπουδαίας στιγμής που θα δώσει νόημα στο ασήμαντο και στο φευγαλέο και ενδεχομένως θα ορίσει την αιωνιότητα. Ακριβώς αυτή η προσδοκία της μάχης, όμως, στην οποία πίστεψε ο Ντρόγκο, στάθηκε η αδυναμία του. Όταν κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε αλλαγή του τοπίου μετριέται αποκλειστικά με την προσδοκία των Ταρτάρων, δηλαδή των βαρβάρων που δεν έρχονται, οι απελπισμένοι πρωταγωνιστές στρέφονται κατά του εαυτού τους, όπως συμβαίνει με έναν οργανισμό που έχει υποβληθεί σε μια παρατεταμένη και τεράστια προσπάθεια. Ερμηνεύουν κάθε εξωτερική πληροφορία ως εχθρική κίνηση και όταν κάποια στιγμή ο Λάτσαρι, ένας στρατιώτης του οχυρού, απλώς δεν αναφέρει το σύνθημα, τουφεκίζεται εν ψυχρώ από τον φρουρό. Αλλά και πάλι, ο θάνατός του δεν έχει καμία σημασία, αφού τόσο αυτός όσο και ο επόμενος νεκρός δεν είναι παρά οι τυχεροί που ξέφυγαν από το παιχνίδι της ματαιότητας. Τα πάντα στο οχυρό έχουν τη φύση και την υπόσταση ενός επιβεβλημένου κανόνα που καταντάει εντελώς παράλογος όταν δεν υπάρχει ούτε μάχη, ούτε εξωτερικοί εισβολείς, ούτε ήρωες. Και εδώ ακριβώς έγκειται η αλληγορική δύναμη ενός βιβλίου που αναφέρεται μεν στην εσωτερική μοναξιά αλλά αφορμάται από τον παραλογισμό της κατασκευής εχθρών, ψεύτικων μεγαλείων και ηρωικών καταστάσεων: γράφοντας λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντίνο Μπουτζάτι είχε επίγνωση της επέλασης του φασισμού και της κατασκευής εξωτερικών εχθρών. Ήξερε πως οι Τάρταροι, αυτοί οι αόρατοι εχθροί που ποτέ δεν φτάνουν και κανείς δεν ξέρει αν ποτέ υπήρξαν, συνειρμικά παραπέμπουν στους Τατάρους, δηλαδή στα πολεμοχαρή και βάρβαρα φύλα της Χρυσής Ορδής που έφεραν την καταστροφή στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα.

Βλέποντας τον φασισμό να προελαύνει στην Ιταλία, ο Ντίνο Μπουτζάτι γράφει ένα συμβολικό, υπαρξιακό και δυνατό μυθιστόρημα για τους βαρβάρους που μπορεί τελικά να είμαστε εμείς οι ίδιοι, για τους ανύπαρκτους εχθρούς που διαρκώς κατασκευάζονται και για τις ματαιωμένες ελπίδες που τρέφουν τέρατα. Ακριβώς για όλους αυτούς τους λόγους η έκδοση αυτού του βιβλίου στις επικίνδυνες εποχές που ζούμε μοιάζει καίρια, αν όχι απαραίτητη, και τα νοήματά του σχετικά με την αλληγορική προσωποποίηση της καθημερινής ποίησης σχεδόν επιβεβλημένα. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη

LiFO Πηγή: www.lifo.gr

«Κάντο όπως ο Μπέργκμαν»: Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας || σε τιμή προσφοράς μόνο για το καλοκαίρι!!

Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Εκμάθησης Μοντάζ (Adobe Premiere) και Σκηνοθεσίας || σε τιμή προσφοράς μόνο για το καλοκαίρι!!

Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Εκμάθησης Μοντάζ (Avid) σε τιμή προσφοράς μόνο για το καλοκαίρι!

Εντατικό Θερινό Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου και Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους με κινητό, τάμπλετ, dslr, mirrorless ή GOPRO κάμερες ||| σε τιμή προσφοράς μόνο για το καλοκαίρι!

Dino Buzzati: «Η έρημος των Ταρτάρων» Διώνη Δημητριάδου Δημοσιεύτηκε 10 Μαΐου 2019 Του φαινόταν έτσι πως γύρω του μεγάλωνε ένας σκοτεινός ιστός που προσπαθούσε να τον εγκλωβίσει.

Διαβάζοντας το αριστουργηματικό βιβλίο του Ντίνο Μπουτζάτι (στη νέα του μετάφραση από τη Μαρία Οικονομίδου, στις Εκδόσεις Μεταίχμιο) σκέφτομαι πόσα διαμάντια μιας λογοτεχνίας που θα έπρεπε να θεωρείται κλασική είναι σχεδόν άγνωστα στην Ελλάδα ή, έστω, γνωστά μόνο στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, δηλαδή στους λάτρεις και εραστές του εκλεκτού. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου πριν από χρόνια σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη (Αστάρτη, 1991) μας είχε συστήσει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, που όμως δεν είχε την απήχηση που θα έπρεπε. Τώρα, η δεύτερη αυτή έκδοση ευχόμαστε να έχει την ανταπόκριση που αρμόζει στο συγκλονιστικό αυτό μυθιστόρημα.

Η πλοκή της ιστορίας φτιάχνεται γύρω από ένα πρόσωπο και έναν τόπο. Και ξεκινώ από τον τόπο, όχι μόνο γιατί ο χώρος μέσα στον οποίο χτίζεται μια ιστορία είναι σημαντικός, προκειμένου να μη μείνουν μετέωροι οι ήρωες, αλλά και να αποδοθούν τα χαρακτηριστικά τους με τη δέουσα για τη λογοτεχνία αληθοφάνεια. Ο συγκεκριμένος τόπος, η έρημος που ανοίγεται όσο φτάνει το μάτι απέραντη και απειλητική, είναι στην ουσία ο δεύτερος «ήρωας» της ιστορίας, απολύτως συνδεδεμένη με τον νεαρό υπολοχαγό Τζοβάνι Ντρόγκο, που θα φθάσει στο οχυρό (ακριβώς στην αρχή της ερήμου) πιστεύοντας πως η παραμονή του εκεί θα είναι σύντομη, θα παραμείνει όμως για τριάντα χρόνια. Είναι ενδιαφέρουσες οι ιστορίες του ενός προσώπου, που δεν αναπτύσσονται με τον αφηγηματικό τρόπο του μονολόγου αλλά επιλέγουν την τριτοπρόσωπη αφήγηση (που συνήθως επιτρέπει τη συμμετοχή των υπολοίπων προσώπων ως συμπληρωματικών χαρακτήρων γύρω από έναν κεντρικό ήρωα), μια τεχνική που εστιάζει στη μοναχικότητα (άρα και τραγικότητα) του ενός, υπογραμμισμένη αριστοτεχνικά εδώ με την ερημιά και την αοριστία του τοπίου.

Στο ενδιαφέρον Επίμετρο του βιβλίου, η μεταφράστρια Μαρία Οικονομίδου αναφέρει:

Οι κριτικές που εξόργιζαν περισσότερο τον Μπουτζάτι ήταν αυτές που τον θεωρούσαν μιμητή του Κάφκα. Σε μια επιφυλλίδα του της 31ης Μαρτίου 1965 παρατηρούσε: «Από τότε που άρχισα να γράφω, ο Κάφκα ήταν ο σταυρός μου. Δεν υπήρξε διήγημα, μυθιστόρημα, κωμωδία μου όπου να μην αναγνωρίσει κάποιος ομοιότητες, αποκλίσεις, μιμήσεις ή ακόμα και ξεδιάντροπες λογοκλοπές σε βάρος του Βοημού συγγραφέα. Μερικοί κριτικοί κατήγγελναν ένοχες αναλογίες ακόμα και όταν έστελνα ένα τηλεγράφημα ή συμπλήρωνα τη φορολογική μου δήλωση».

Αναρωτιέμαι ποια είναι αυτά τα στοιχεία της γραφής του Μπουτζάτι που μπορούν ίσως να δημιουργήσουν σύνδεση με το έργο του Κάφκα. Το τοπίο, με τον παράξενο χαρακτήρα του (μοιάζει να έχει αποκοπεί από τον υπόλοιπο κόσμο) φέρνει αναπόφευκτα στον νου τα ανάλογα καφκικά. Ωστόσο, θα συνιστούσε μια ευκολία της ανάγνωσης να προχωρήσει κανείς σε περαιτέρω συσχετισμούς. Το τοπίο του Μπουτζάτι είναι παράδοξα σχεδιασμένο, όμως δεν είναι εφιαλτικό, κάτι που αποτελεί την απαραίτητη συνθήκη στα έργα του Κάφκα. Ο ήρωας, από την άλλη, μπορεί να νιώθει εγκλωβισμένος σαν ήρωας του Κάφκα σε έναν ιστό που ολοένα πλέκεται γύρω του, έχει όμως τις επιλογές δικές του αν θελήσει να απελευθερωθεί. Δεν είναι οι εξωτερικές συνθήκες, οι αλλότριοι παράγοντες που τον ακινητοποιούν επί τριάντα χρόνια στο οχυρό στη μέση του πουθενά. Ο ίδιος του ο εαυτός χτίζει γύρω τα τείχη του εγκλωβισμού του και δεν του επιτρέπει να δει τη συνέχεια της ζωής του έξω από τα στενά όρια της αχανούς ερήμου – το οξύμωρο της έκφρασης θαρρώ περιγράφει ακριβώς την αίσθηση που δημιουργεί ο χώρος και επηρεάζει τον ψυχισμό του ήρωα. Όσο κι αν μία ερμηνεία (από τις πολλές) του καφκικού κόσμου προβλέπει την προσωπική ευθύνη του ατόμου που εγκλωβίζεται και ακινητοποιείται, νομίζω πως είναι παρακινδυνευμένος ο συσχετισμός των δύο συγγραφέων επί της ουσίας – όσο κι αν τα εξωτερικά στοιχεία μάς οδηγούν παραπλανητικά σε κάτι τέτοιο.

Κάτω από αυτή την οπτική, η ιστορία του Μπουτζάτι καθίσταται απολύτως αλληγορική.

Ο τίτλος ας θεωρηθεί ευφυής όσο και υπαινικτικά εύστοχος. Ο αρχικός τίτλος, Οχυρό, απορρίφθηκε από τον Ιταλό εκδότη από τον φόβο να μην επιχειρηθεί συσχετισμός με τον επερχόμενο πόλεμο – βρισκόμαστε στα 1939. Έτσι ο Μπουτζάτι επέλεξε τον τίτλο Η έρημος των Ταρτάρων, οδηγώντας συνειρμικά τη σκέψη από τους Τάταρους (το ορθότερο) στους Τάρταρους, υπαινιγμός μέσω της ελληνικής λέξης τάρταρα στο χάος και την καταστροφή, που τα βάρβαρα φύλα της Χρυσής Ορδής επέφεραν στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα, αλλά και στον τρόμο μπροστά στον νέο επαπειλούμενο πόλεμο που δείχνει ήδη τη μορφή του. Το μυθιστόρημα εκδόθηκε πρώτη φορά το 1940, χρονιά κατά την οποία η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο.

Όμως αυτοί οι Τάρταροι δεν υπάρχουν πουθενά. Διατρέχουν ως απειλή, ως ενδεχόμενη εμφάνιση, όλο το βιβλίο, έχουν εγκατασταθεί ως υπαρκτή συνθήκη στη συνείδηση των υπερασπιστών της εσχατιάς του κράτους, ταγμένων να φυλάττουν ανύπαρκτες Θερμοπύλες. Υπάρχει επομένως διαφυγή; Ο Ντρόγκι θα φτάσει στο σημείο να αποφασίσει τη φυγή του από το οχυρό, οριακό σημείο συνειδητοποίησης της πλάνης στην οποία έχει περιπέσει:

Οπότε αντίο, Οχυρό, θα ήταν επικίνδυνο να μείνεις κι άλλο, το απλοϊκό σου αίνιγμα αποκαλύφθηκε, η πεδιάδα του βορρά θα συνεχίσει να είναι έρημη, ποτέ δεν θα έρθουν οι εχθροί, ποτέ κανείς δεν θα έρθει να επιτεθεί στα μίζερα τείχη σου. […] Αντίο λοιπόν, Οχυρό, με τα παράλογα φυλάκιά σου, τους υπομονετικούς στρατιώτες σου, τον κύριο συνταγματάρχη σου που κάθε πρωί, χωρίς να τον βλέπουν, ατενίζει με τα κιάλια την έρημο του βορρά, αλλά είναι μάταιο, ποτέ δεν υπάρχει τίποτα.

Ωστόσο, ο Ντρόγκο δεν θα φύγει. Ατενίζοντας την απέραντη έκταση μπροστά από τα τείχη διακρίνει κάποτε μακρινά, αδιόρατα σχεδόν, σημάδια που θα μπορούσαν να είναι οι επελαύνοντες Τάρταροι ή και κάτι καθόλου απειλητικό, όπως ένα μοναχικό και παράξενο άλογο ή μια οφθαλμαπάτη. Δεν έχει σημασία όμως τι από αυτά είναι στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που τα σημάδια προσδίδουν στον ήρωα την επαρκή δικαιολογία για την παραμονή στο οχυρό, για την πίστη σε έναν ρόλο που καλείται να διαδραματίσει. Πρόκειται για μια ιδεατή εικόνα του κόσμου, τόσο απομακρυσμένη από τον προσλαμβανόμενο με τις αισθήσεις ως πραγματικό, τόσο οραματική αλλά και τόσο δυνατή στην ενέργεια με την οποία εμπλουτίζει τον μικρόκοσμο του ήρωα.

Κάτω από αυτή την οπτική, η ιστορία του Μπουτζάτι καθίσταται απολύτως αλληγορική. Ο «εχθρός» –κατασκευασμένος πάντα από μια κυρίαρχη ιδεολογία που τον θεωρεί απαραίτητο για την υπόστασή της και τη μακροημέρευσή της στην εξουσία– είναι ταυτόχρονα μια εσωτερική συνθήκη απειλής για όποιον τον έχει ανάγκη ως προσωπικό όριο των κινήσεών του, ως φράγμα προστασίας του από την αληθινή ζωή και ως μια δικαιολογία/άλλοθι για την ατολμία του.

Ένα πολύ δυνατό έργο ως προς το θέμα του, ως προς τον τρόπο που επιτυγχάνει την καταγραφή του χρόνου, αργά εξελισσόμενου περισσότερο σαν μια βίωση εσωτερική στη συνείδηση του ήρωα, χωρίς όμως να δημιουργεί την παραμικρή απόσπαση της προσοχής του αναγνώστη, που έτσι εισέρχεται στον ψυχικό κόσμο του ήρωα απρόσκοπτα. Ένα έργο σε μια νέα μετάφραση που το επανασυστήνει στο ελληνικό κοινό. Άλλωστε, πίστη του Ανταίου Χρυσοστομίδη, που υπέγραφε την πρώτη μετάφραση, ήταν πως τα κλασικά έργα πρέπει να αναμεταφράζονται ακολουθώντας την ανανεωμένη δυναμική της γλώσσας που επιτάσσει η κάθε εποχή. Και το έργο του Μπουτζάτι είναι ένα κλασικό έργο.

https://diastixo.gr/

Του Τακη Θεοδωροπουλου Η έρημος των Ταρτάρων ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ 31.12.2013

Το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» του Καβάφη τελειώνει μάλλον αισιόδοξα. Στο τέλος της ημέρας οι βάρβαροι δεν εμφανίζονται, οι συγκεντρωμένοι στην αγορά επιστρέφουν στα σπίτια τους και, αν και θα ήταν κάποια λύση, η ζωή επανέρχεται εκεί που ήταν την παραμονή. Τίποτε δεν συμβαίνει. Οπως και δεν συμβαίνει τίποτε στην «Ερημο των Ταρτάρων», το αριστούργημα του Ντίνο Μπουτζάτι. Μόνον που εδώ τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα. Ο νεαρός αξιωματικός Τζιοβάνι Ντρόγκο, ο οποίος έχει αποσπασθεί στο φρούριο Μπαστιάνι, προκεχωρημένο φυλάκιο μπροστά στην έρημο, στα όρια του κατοικημένου κόσμου, όταν αναλαμβάνει υπηρεσία πιστεύει πως η παραμονή του εκεί θα είναι προσωρινή. Επί τριάντα χρόνια θα περιμένει τους Ταρτάρους, που κάποτε είχαν απειλήσει τη χώρα του, όμως τώρα πια κανείς δεν ξέρει αν συνεχίζουν να υπάρχουν. Ελπίζει πως κάποια μέρα θα τους δει να διασχίζουν την έρημο και ζει την καταθλιπτική ρουτίνα της καθημερινότητας του φρουρίου, μοιράζεται με τους υπόλοιπους την ακινησία της στρατιωτικής ζωής, λες και με την τυπολατρική τήρηση της πειθαρχίας και των κανόνων θα περισώσει την ευγένεια των αισθημάτων του. Στο τέλος πεθαίνει μόνος του, σε ένα θλιβερό πανδοχείο, στον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του.

Στην Ελλάδα του 2014 που ανατέλλει αύριο, ο καθένας έχει και τον δικό του βάρβαρο απέναντί του. Για τους μεν είναι η προοπτική μιας αριστερής κυβέρνησης, η οποία, ακόμη και αν δεν υλοποιήσει όσα υπόσχεται η ρητορεία της, ακόμη και αν προσπαθήσει να κρατήσει τη χώρα στον κόσμο της Ευρώπης, θα επιβάλει τις ανατροπές που υπόσχεται η ρητορεία της. Για τους δε, τους οπαδούς αυτής της Αριστεράς, είναι η συνέχιση μιας βαρβαρότητας που επέβαλαν τα αλλεπάλληλα Μνημόνια, η επιβεβλημένη οικονομική ανέχεια, η καταστροφή του παραγωγικού και του κοινωνικού ιστού της χώρας, η αιθαλομίχλη και τα συσσίτια. Και για όλους μαζί, πλην του κ. Στουρνάρα, είναι η βαριά φορολόγηση, ο Τομπούλογλου και ο Κάντας, το αίσθημα δηλαδή πως το τίμημα που καταβάλλεις μπαίνει σε μια τεράστια δεξαμενή όπου μόνον κατά τύχη μαθαίνεις ποιοι και με ποιον τρόπο το αξιοποιούν. Ο μεν Κάντας εκπροσωπεί την ιστορία των τελευταίων δεκαετιών, ο δε Τομπούλογλου την οδυνηρή βεβαιότητα πως τίποτε δεν άλλαξε ουσιαστικά. Τα ποσά μίκρυναν, συρρικνώθηκαν από τα εκατομμύρια σε μερικές χιλιάδες ευρώ, τις οποίες δεν θα καταδέχονταν οι άρχοντες πριν από χρόνια, όμως συνεχίζουν να ακολουθούν τον μαύρο δρόμο τους.

Κατά τα λοιπά, το ελληνικό κράτος, σαν το φρούριο του Μπουτζάτι, με ή χωρίς πρωτογενές πλεόνασμα, συνεχίζει να λειτουργεί μπροστά στην έρημο ακολουθώντας την καταθλιπτική του καθημερινότητα. Τα χρόνια περνούν, κοντεύουν τέσσερα από τότε που παραδεχθήκαμε πως έχουμε καταρρεύσει, οι άνεργοι πληθαίνουν σαν άτυπα κοινωνικά κύτταρα, και το κράτος δεν χορταίνει φόρους για να τρέφει μια τυπολατρική καθημερινότητα, την οποία οι πολίτες ζουν σαν τιμωρία. Τις ουρές στις εφορίες όσων θέλουν να ξεφορτωθούν τις πινακίδες των αυτοκινήτων τους, κάποτε περγαμηνές επιτυχίας, μπορεί να τις έχουμε συνηθίσει. Διότι όντως και η αρρώστια, και το κακό, όταν γίνονται κοινότοπα συνηθίζονται.

Αυτό που βλέπω μπροστά μου είναι η ίδια έρημος που όλοι βλέπουμε. Οσο περιμένουμε τους βαρβάρους ή τους Ταρτάρους τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει. Η χώρα θα συνεχίσει να βυθίζεται στο τέλμα της ακινησίας, η υπόλοιπη Ευρώπη δεν θα αφήσει να πεθάνει ο ανάπηρος συγγενής της. Ο πληθυσμός θα συνεχίσει να τροφοδοτεί με όσες δυνάμεις τού έχουν απομείνει ένα κράτος που το αντιμετωπίζει όλο και περισσότερο ως εχθρικό. Και η πολιτική τάξη θα συνεχίσει να συντηρεί αυτό το κράτος νομίζοντας πως αυτός είναι ο ρόλος της πολιτικής, να ανοίγουν οι πόρτες των υπηρεσιών στην ώρα τους.

http://www.kathimerini.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: