Οι Νεκροί δεν Πεθαίνουν (2019) του Τζιμ Τζάρμους || Κριτικές για την ταινία – Αναλυτική Παρουσίαση-Trailer- Αστεράκια

Οι Νεκροί δεν Πεθαίνουν (The dead don’t die) (2019)

Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους
Ηθοποιοί: Μπιλ Μάρεϊ, Τίλντα Σουίντον, Στιβ Μπουσέμι, Τομ Γουέιτς, Άνταμ Ντράιβερ, Σελίνα Γκόμεζ, Ίγκι Ποπ, Κλόι Σεβινί, Ντάνι Γκλόβερ, Ρόζι Περέζ, Σάρα Ντράιβερ, RZA
Είδος: Τρόμου, Κωμωδία, Φαντασίας
Ημερομηνία Εξόδου: 18 Ιουλίου 2019

[έναρξη πολύ σύντομα της Λέσχης Ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι -Σεμινάρια Κινηματογράφου στο Σχολείο του Σινεμά από Σεπτέμβριο 2019 (Σκηνοθεσίας και για τάμπλετ και κινητά, Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου, Σεναρίου, Σκηνοθεσίας και Κινηματογραφικής Υποκριτικής «ΚΑΝΤΟ ΟΠΩΣ Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ», Μοντάζ (adobe premiere και Avid)- Πληροφορίες στα τηλέφωνα 2130 159 816, 6944143564)] .

ΣΥΝΟΨΗ

Βρισκόμαστε σε μια ήσυχη, σχεδόν βουβή πόλη του Σέντερβιλ στην Αμερική, όμως κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Το φεγγάρι τις τελευταίες μέρες φέγγει πολύ έντονα και έχει κατέβει ανεξήγητα χαμηλά. Οι ώρες της ημέρας μπερδεύονται, το φως του ήλιου χάνεται, ενώ τα ζώα συμπεριφέρονται παράξενα. Οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις είναι ανησυχητικές και οι επιστήμονες απορούν. Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει την κατάρα που θα έρθει να σκεπάσει σύντομα αυτήν τη μικρή πόλη. Οι νεκροί δεν πεθαίνουν. Γίνονται αιμοδιψή ζόμπι και σηκώνονται απ’ τους τάφους τους για να κάνουν άγριες επιθέσεις στους ζωντανούς και να τους φάνε. Οι κάτοικοι της επαρχιακής πόλης πρέπει να παλέψουν για την επιβίωσή τους.

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

http://focusfeatures.com/the-dead-dont-die

Χώρα: ΗΠΑ, Σουηδία

Γλώσσα: Αγγλικά
Διάρκεια: 104′

Σενάριο: Τζιμ Τζάρμους
Παραγωγή: Τζόσουα Αστρακιάν, Κάρτερ Λόγκαν
Διανομή: Tulip (Ελλάδα), Focus Features
Εταιρείες Παραγωγής: Animal Kingdom

Release Dates:
USA 14 June 2019
Η νέα ταινία του Τζιμ Τζάρμους THE DEAD DON’T DIE ήταν η επίσημη έναρξη του φετινού, 72ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών (14-25 Μαΐου 2019)

Φυσικά βρισκόμαστε στο κινηματογραφικό σύμπαν του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Τζιμ Τζάρμους (Ο Νεκρός, Τσακισμένα Λουλούδια, Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί), οπότε το τέλος του κόσμου είναι πιο… cool από ποτέ. Οι συνήθεις ύποπτοι του σινεμά του αμετανόητου rock ‘n’ roll σκηνοθέτη (Μάρεϊ, Σουίντον, Ντράιβερ, Ίγκι Ποπ, RZA, Γουέιτς κ.α.) δίνουν βροντερό παρόν, μαζί με νέες προσθήκες στην παρέα (Γκόμεζ, Γκλόβερ κ.α.) σε μια εξαιρετικά αστεία, αυτοαναφορική, κυνική, απρόβλεπτη, μελαγχολική και… cool ματιά στην «απέθαντη» μυθολογία των ζόμπι.

Ο πατριάρχης του ανεξάρτητου Αμερικάνικου σινεμά, επιστρέφει με το χαρακτηριστικό μινιμαλιστικό του στυλ, και υπογράφει μια αναρχική κωμωδία ενήλικου τρόμου. Πίσω από τους σαρκοφάγους απέθαντους, από την απελπισία απέναντι στο κακό και την country μπαλάντα των τίτλων που υπαγορεύει την ιστορία, κρύβεται ένα γλυκόπικρο σχόλιο που λέει πολλά για τη σύγχρονη Αμερική, και όχι μόνο.

Βρισκόμαστε στην ήσυχη, σχεδόν αόρατη πόλη του Σέντερβιλ στην κεντρική Αμερική. Όλα εκεί φαίνονται ήσυχα και ασφαλή, όμως κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Το φεγγάρι τις τελευταίες μέρες φέγγει πιο έντονα και μοιάζει να έχει κατέβει ανεξήγητα χαμηλά. Οι ώρες της ημέρας μπερδεύονται, το φως του ήλιου χάνεται, ενώ τα ζώα συμπεριφέρονται παράξενα. Οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις είναι ανησυχητικές και οι επιστήμονες απορούν. Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει την κατάρα που θα έρθει να σκεπάσει σύντομα αυτήν τη μικρή πόλη.

Σε λίγο οι νεκροί δεν θα πεθαίνουν. Θα γίνονται αιμοδιψή ζόμπι και θα σηκώνονται απ’ τους τάφους για να κάνουν άγριες επιθέσεις στους ζωντανούς. Οι κάτοικοι της επαρχιακής πόλης πρέπει να παλέψουν για την επιβίωσή τους απέναντι στη βαρβαρότητα των ζωντανών νεκρών. Το Σέντερβιλ είναι μια μικρή πόλη, με το diner της, την εκκλησία της και το αστυνομικό της τμήμα. Μια πόλη όπου όλοι γνωρίζονταν με όλους.

Βρισκόμαστε στο κινηματογραφικό σύμπαν του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Τζιμ Τζάρμους (Στην Παγίδα Του Νόμου, Ο Νεκρός, Τσακισμένα Λουλούδια, Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί), οπότε το τέλος του κόσμου θα είναι πιο… cool από ποτέ. Ο πατριάρχης του ανεξάρτητου Αμερικάνικου σινεμά και αρχιερέας της νιχιλιστικής κωμωδίας, επιστρέφει με το χαρακτηριστικό μινιμαλιστικό του στυλ, και υπογράφει μια αναρχική κωμωδία ενήλικου τρόμου. Η αιματηρή βία, η ώριμη μελαγχολία, η διακριτική παραίτηση, ο τρυφερός κυνισμός και το πικρόχολο χιούμορ, είναι η μόνη άμυνα απέναντι στους σαρκοφάγους απέθαντους.

Οι συνήθεις ύποπτοι φίλοι του αμετανόητου rock ‘n’ roll σκηνοθέτη δίνουν βροντερό παρόν στο πολυπληθές cast, σε μια εξαιρετικά αστεία, αυτοαναφορική, κυνική, απρόβλεπτη, μελαγχολική και… ψύχραιμη ματιά στην «απέθαντη» μυθολογία των ζόμπι.

Ο αειθαλής Μπιλ Μάρεϊ (γνώριμος του Τζάρμους από την επιτυχία Τσακισμένα Λουλούδια) είναι στο ρόλο του αστυνομικού που προσπαθεί μάταια να επιβάλλει το νόμο και την τάξη.

Η αιώνια indie darling, Κλόι Σεβινί, μαζί με τον Άνταμ Ντράιβερ (ο οποίος συνεργάζεται ξανά με τον Τζάρμους, μετά το Paterson), είναι στον ρόλο των βοηθών στο αστυνομικό τμήμα της πόλης, Σέντερβιλ. Η καθημερινή ρουτίνα τους θα κλονιστεί όταν τα σαρκοφάγα ζόμπι θα εισβάλουν στην πόλη τους. Οι ανωμαλίες στη φύση και το μακελειό που έρχεται, αντανακλούν σαν σκοτεινός καθρέφτης την εποχή της άγριας κλιματικής αλλαγής και της πόλωσης στην ακραία μετά-Τραμπ πραγματικότητα της Αμερικής.

Η Τίλντα Σουίντον συνεργάζεται για τέταρτη φορά με τον ανεξάρτητο auteur και κλέβει την παράσταση χάρη στην Σκωτσέζικη προφορά της και την «εξωγήινη» ερμηνεία της. Ο μέσος white trash ρατσιστής της διπλανής πόρτας είναι ο Στιβ Μπουσέμι, γνώριμος του Τζάρμους από το Mystery Train (1989). Ο Ντάνι Γκλόβερ, ο RZA του θρυλικού ραπ συγκροτήματος Wu-Tang Clan και η Σάρα Ντράιβερ, βρίσκουν τη θέση τους στο cast.

Τα rock ινδάλματα, φυσικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Ο αυτοεξόριστος ερημίτης που παρατηρεί από απόσταση το ξέσπασμα βίας είναι ο αιώνιος καταραμένο ποιητής του rock, ο Τομ Γουέιτς. Επίσης, ο Ίγκι Ποπ δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη την πρόκληση να ερμηνεύσει ένα ζόμπι, όταν ήταν στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Gimme Danger», για την ιστορία των Stooges.

Οι νεκροί θα σηκωθούν από τους τάφους και θα έχουν άσχημες διαθέσεις στην ταινία που αποτέλεσε την επίσημη έναρξη του φετινού φεστιβάλ Καννών. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί την απειλή από άψυχες οντότητες, αλλά δεν στέκεται στον κινηματογραφικό τρόμο. Αντιμετωπίζει την έλευση του χάους σαν φυσικό κίνδυνο, που ίσως ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουμε.

Οι επιρροές του σκηνοθέτη ξεκινούν από το κλασικό White Zombie του 1932 με τον Μπέλα Λουγκόζι, αλλά και από το Περπάτησα Με Ένα Ζόμπι που γύρισε ο Ζακ Τουρνέρ το 1943. Φυσικά ο μινιμαλιστικός τρόμος της Νύχτας Των Ζωντανών Νεκρών (1968) παραμένει το αξεπέραστο αρχέτυπο που ενέπνευσε τους δημιουργούς περισσότερο και ο φόρος τιμής στην ταινία του Ρομέρο έρχεται με το αυτοκίνητο που οδηγεί η Σελένα Γκόμεζ παρέα με τους «hipster» φίλους της.

Ο κάντρι τραγουδιστής Sturgill Simpson, ερμηνεύει την country μπαλάντα των τίτλων αρχής που υπαγορεύει την ιστορία, και κρύβει ένα γλυκόπικρο σχόλιο που λέει πολλά για τη σύγχρονη Αμερική, και όχι μόνο.

Ο ατρόμητος Τζιμ Τζάρμους, πάντοτε έμπλεκε με μαεστρία τα διαφορετικά είδη. Στον Νεκρό (1995) έδεσε μια ψυχεδελική ελεγεία με την παράδοση γουέστερν. Στο Ghost Dog: The Way of the Samurai (1999) έδεσε την Ιαπωνική παράδοση των Ρόνιν, με την κουλτούρα του hip hop και το γκανγκστερικό νουάρ. Στο Broken Flowers (2005) έφτιαξε ένα υπαρξιακό road movie με τα υλικά μιας ρομαντικής κομεντί, ενώ στο Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί έκανε μια μποέμ μπαλάντα με βάση την παράδοση των βαμπίρ.

Ο ασυμβίβαστος Τζάρμους ένιωσε φέτος την καλλιτεχνική ανάγκη να βάλει την υπογραφή του σε ένα είδος που έχει αναβιώσει για τα καλά στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα. Περισσότερες από 50 κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές έχουν προβληθεί με επιτυχία την τελευταία πενταετία μόνο. Το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο της ταινίας του, η μπλαζέ μελαγχολία της και η meta αυτοαναφορικότητά του ωστόσο, ξεφεύγει από τις mainstream συνταγές και έχει σαν συγκριτικό πλεονέκτημα την εξυπνάδα και το αμίμητο στυλ.

 

Κριτική Χρήστος Μήτσης [2,5/5]

Η κινηματογραφική χώρα του Τζιμ Τζάρμους είναι μια πολυπολιτισμική Αμερική στην οποία τα ραδιόφωνα παίζουν πάντα ροκ, μπλουζ και τζαζ, οι losers βρίσκουν τον πιο αναπάντεχο τρόπο να επιβιώνουν και μια cool ατάκα είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση. Τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά ούτε και στο ξεχασμένο από τον Θεό Σέντερβιλ, μια κωμόπολη 738 ανθρώπων κάπου στις μεσανατολικές πολιτείες. Έτσι, όταν όλα γύρω αρχίζουν να φαντάζουν λίγο παράξενα – ο ήλιος αργεί να δύσει, το φεγγάρι έχει κατέβει ανεξήγητα χαμηλά, τα ρολόγια σταματούν, τα ζώα αντιδρούν αλλόκοτα – ο βετεράνος αστυνομικός Κλιφ μονολογεί με το ψυχραιμότερο ύφος του κόσμου: «αυτό δεν πρόκειται να τελειώσει καλά». Και πράγματι, όταν πέσει το σκοτάδι οι πρώτοι νεκροί βγαίνουν πεινασμένοι για ανθρώπινη σάρκα (και διψασμένοι για… καφέ) από τους τάφους τους, κάνοντας στάση στο απομονωμένο diner της περιοχής.

Όλα μοιάζουν φυσιολογικά και τίποτα δεν είναι ακριβώς στη θέση του στο σινε-μικρόκοσμο του Σέντερβιλ, μια χιουμοριστικά «πειραγμένη» μικρογραφία των σύγχρονων ΗΠΑ. Από τους τρεις διοπτροφόρους αστυνομικούς και τον ρατσιστή με το καπέλο που γράφει «Keep America White Again» ως το βενζινάδικο που πουλάει κόμικς και την ιδιοκτήτρια του γραφείου κηδειών με τη σκοτσέζικη προφορά, η σαρκαστική προσέγγιση του Τζάρμους αποκαλύπτει μια καθημερινότητα βαρετή κι επίπεδη, η οποία είναι απλά η βιτρίνα ενός κόσμου με πολλά θαμμένα (κυριολεκτικά) μυστικά.

Όταν αυτά βγουν στην επιφάνεια, το παρελθόν θα επιτεθεί βίαια σ’ ένα πανικόβλητο παρόν, το οποίο δεν μπορεί να αμυνθεί ούτε ομαδικά ούτε συντονισμένα ούτε φυσικά αποτελεσματικά. Πρόκειται για έναν άτυπο –αμερικανικό– εμφύλιο, λοιπόν, με τα ζόμπι να αναζητούν, εκτός από ωμό γεύμα, όλα όσα έκαναν εθιστικά όταν ήταν ζωντανοί: από το να πίνουν καφέ και να παίζουν τένις μέχρι το να μιλάνε στο κινητό και να ξεφυλλίζουν περιοδικά μόδας.

Οικολογικά και πολιτικά συνειδητοποιημένος, ο Τζάρμους στήνει μέσα στο σχήμα ενός κωμικού zombie movie μια αλληγορία για την Αμερική του ωφελιμισμού, της κατανάλωσης, της κοινωνικής ανισότητας και του Ντόναλντ Τραμπ. Παραδόξως, μιας και όλες οι αναφορές είναι προφανέστατες, επιμένει στην καταγγελία μ’ έναν διδακτισμό που αποδυναμώνει το καυστικό χιούμορ (ο ερημίτης Τομ Γουέιτς παρατηρεί από μακριά και σχολιάζει φιλοσοφικά τα αυτονόητα) και υπονομεύει την τρομακτική πλευρά της ιστορίας του.

Οι σινεφίλ αναφορές πέφτουν βροχή, η σάτιρα της ποπ κουλτούρας είναι σπιρτόζικη, το cool attitude είναι κατά στιγμές ευφυώς ανατρεπτικό, αλλά αυτοί οι «Νεκροί…» είναι μια διασκεδαστική μεν, αναποφάσιστη δε ταινία, μετέωρη ανάμεσα στην αφηγηματική απόλαυση ενός κινηματογραφικού είδους και την πολιτικοκοινωνική παρωδία του.

ΗΠΑ. 2019. Διάρκεια: 104΄. Διανομή: TULIP ENT.

Νίνος Φένεκ Μικελιδης [4/5]

Οι νεκροί δεν πεθαίνουν

The Dead Don’t Die. Σουηδία/ΗΠΑ, 2019. Σκηνοθεσία-σενάριο: Τζιμ Τζάρμους. Ηθοποιοί: Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράιβερ, Τομ Γουέιτς, Τίλντα Σουίντον, Στιβ Μπουσέμι, Κλόε Σεβινί, Ντάνι Γκλόβερ, Σάρα Ντράιβερ, Ίγκι Ποπ. 104΄

Η ασυνήθιστη αυτή για τον Τζιμ Τζάρμους ταινία για ζόμπις, ένα εξαιρετικό, απολαυστικό έργο (και όχι μόνο για τους φαν του είδους, εκείνους ιδιαίτερα που είναι έτοιμοι να δεχτούν καινο0τομίες και ανατροπές), που κινείται ανάμεσα στην ταινία τρόμου και τη μαύρη κωμωδία, αλληγορία πάνω στο μέλλον του πλανήτη μας, δεν μπορούσε να γυριστεί στο «βιομηχανικό» Χόλιγουντ των μπλοκ-μπάστερ αν δεν υπήρχε και η ευρωπαϊκή συμμετοχή (τη φορά αυτή της Σουηδίας).

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια μικρή αμερικανική πόλη, τη Σέντερβιλ, με τον μικρό πληθυσμό των 738 κατοίκων, με τους δυο αστυνομικούς που περιπολούν τους δρόμους της, τον κάπως βαριεστημένο Κλιφ (Μπιλ Μάρεϊ) και τον νεότερό του, πιστό συνεργάτη του, Ρόνι (Άνταμ Ντράιβερ), να ανακαλύπτουν πως ξαφνικά η νύχτα αργεί να εμφανιστεί, τα ηλεκτρονικά έχουν σταματήσει να λειτουργούν, ενώ αρχίζουν να συμβαίνουν και διάφορα άλλα περίεργα πράγματα.

Σταδιακά, ο Τζάρμους εισάγει τα διάφορα πρόσωπα που θα παίξουν ρόλο στη δομή της πλοκής του: την αστυνομικίνα Μίντι (Κλόε Σεβινί), τον ρατσιστή αγρότη Μίλερ (Στιβ Μπουσέμι), τον μαύρο Χανκ (Ντάνι Γκλόβερ), ένα νεαρό, φαν της επιστημονικής φαντασίας, ιδιοκτήτη ενός καταστήματος για κόμικς και όπλα (Κάλεμπ Λάντρι Τζόουνς) και την παράξενη, εξωγήινη Σκοτσέζα Ζέλντα (Τίλντα Σουίντον), γυναίκα με εκπληκτική δεξιοτεχνία στη χρήση του σπαθιού (στο νου έρχεται η Ούμα Θέρμαν στο «Kill Bill» του Ταραντίνο). Ενώ, λίγο μετά, θα φτάσουν στην πόλη και ένα τρίο τινέιτζερς (Σελίνα Γκόμεζ, Όστιν Μπάτλερ και Λούκα Σάμπατ) καθώς και ένα τρίο νεαρών που ζουν σε κέντρο κράτησης. Έξω από την πόλη, στο γειτονικό δάσος, κοντά στο νεκροταφείο, βρίσκεται και ο Ερημίτης Μπομπ (Τομ Γουέιτς), που παρακολουθεί από μακριά όσα συμβαίνουν.

Σε λίγο, από το νεκροταφείο που αρχικά είχαν προσπεράσει οι δυο αστυνομικοί, βλέπουμε να βγαίνουν από τους τάφους δυο άτομα, δυο ζόμπις (στους ρόλους η Σάρα Ντράιβερ, γυναίκα του Τζάρμους και ο μύθος του ροκ Ίγκι Ποπ), που εισβάλλουν στο κοντινό καφέ και κατασπαράσσουν τις δυο γυναίκες υπαλλήλους. Στη συνέχεια, οι ζωντανοί νεκροί θα πληθύνουν, με τον καθένα να συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο, από εκεί που σταμάτησε πριν το θάνατό του, σε διάφορες σκηνές, με κυρίαρχο στοιχείο το μαύρο (και όχι μόνο) χιούμορ:

άλλοι να συνεχίσουν να πίνουν καφέ (όπως τα δυο πρώτα ζόμπι), άλλοι να κοιτάνε τα κινητά και τα wi-fi τους και άλλοι (όπως η μπεκρού γριά στο κτίριο της αστυνομίας) να αναζητά το chardonnay κρασί της. Μια ολόκληρη στρατιά με στόχο να εξαφανίσει τους ζωντανούς (ενώ, ειρωνικά, ακούμε στο ράδιο του αυτοκινήτου των δυο αστυνομικών το τραγούδι «Οι νεκροί δεν πεθαίνουν» του Στέρτζιλ Σίμψον), στρατιά που μπορεί να την ξανα-σκοτώσεις («σκοτώστε τους νεκρούς» είναι το σύνθημα που ακούγεται…) μόνο όταν της κοπεί το κεφάλι, με καλύτερη για την αποκεφάλισή τους, να αποδεικνύεται η Σκοτσέζα Ζέλντα με το ιαπωνικό σπαθί της. Μόνο που οι ζωντανοί-νεκροί είναι πολύ περισσότεροι από τους ζωντανούς, και όπως αναφέρει κάθε τόσο ο Ρόνι, «τα πράγματα γίνονται χειρότερα».

Η ξαφνική αυτή εισβολή των ζόμπι, όπως μαθαίνουμε από τις τηλεοπτικές ειδήσεις, οφείλεται στην αλλαγή του άξονα της γης εξαιτίας της πολικής διάρρηξης. Με άλλα λόγια στην απληστία των διεθνών εταιριών, την πολιτική του Τραμπ και των ακροδεξιών κομμάτων, αλλά και την αποκλειστικά ματεριαλιστική στροφή της κοινωνίας μας που αναπόφευκτα οδηγούν τον πλανήτη και τις διάφορες μορφές ζωής σ’ αυτόν, στην καταστροφή του. Με τους ζωντανούς-νεκρούς να εκπροσωπούν τη σημερινή, αφημένη στην απάθεια και την εκμετάλλευση των ισχυρών, με άλλα λόγια μια χωρίς ψυχή, Αμερική. «Αυτό που με απασχολεί ιδιαίτερα», όπως ανάφερε ο, στη συνέντευξη τύπου που ακολούθησε την προβολή της ταινίας του στο Τζάρμους φεστιβάλ των Κανών, «δεν είναι τόσο η απάθεια, αλλά ο κίνδυνος, που έχει προκαλέσει η οργανωμένη κοινωνία μας, εξαφάνισης κάθε είδους ζωής από τον πλανήτη…».

Ο Τζάρμους αντλεί από διάφορες ταινίες του είδους, ιδιαίτερα όμως από τη «Νύχτα των ζωντανών νεκρών» του Τζορτζ Ρομέρο (με αναφορά σ’ αυτήν να γίνεται από την πρώτη κιόλας σκηνή στο νεκροταφείο) αλλά και άλλων (από τον Τζον Κάρπεντερ μέχρι τα «Πουλιά» του Χίτσκοκ) για να φτιάξει τη μαύρη, διανθισμένη με απολαυστικές ανατροπές, κωμωδία του, ταυτόχρονα παρωδία του είδους, με στόχο να ξεφύγει από την ταινία τρόμου, με τους ηθοποιούς του (από τους οποίους οι περισσότεροι είναι τακτικοί συνεργάτες του), ιδιαίτερα τον Μάρεϊ και τον Ντράιβερ, να δημιουργούν το ιδιόμορφο χιούμορ deadpan (ένα «στεγνό» χιούμορ) που συναντάμε στις πιο πολλές ταινίες του (από το «Στην παγίδα του νόμου» ως το «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί»).

Παύλος Θ. Κάγιος

Το κινηματογραφικό σύμπαν του Τζιμ Τζάρμους (Στην Παγίδα Του Νόμου, Ο Νεκρός, Τσακισμένα Λουλούδια, Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί) και πάλι μαζί μας από 18 Ιουλίου για να γίνει το… τέλος του κόσμου πιο cool από ποτέ.

Ο πατριάρχης του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά και αρχιερέας της νιχιλιστικής κωμωδίας, επιστρέφει με το χαρακτηριστικό μινιμαλιστικό του στυλ και υπογράφει μια αναρχική κωμωδία ενήλικου τρόμου. Η αιματηρή βία, η ώριμη μελαγχολία, η διακριτική παραίτηση, ο τρυφερός κυνισμός και το πικρόχολο χιούμορ, είναι η μόνη άμυνα απέναντι στους σαρκοφάγους απέθαντους.

Βρισκόμαστε στην ήσυχη, σχεδόν αόρατη πόλη του Σέντερβιλ στην κεντρική Αμερική. Όλα εκεί φαίνονται ήσυχα και ασφαλή, όμως κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Το φεγγάρι τις τελευταίες μέρες φέγγει πιο έντονα και μοιάζει να έχει κατέβει ανεξήγητα χαμηλά. Οι ώρες της ημέρας μπερδεύονται, το φως του ήλιου χάνεται, ενώ τα ζώα συμπεριφέρονται παράξενα. Οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις είναι ανησυχητικές και οι επιστήμονες απορούν. Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει την κατάρα που θα έρθει να σκεπάσει σύντομα αυτή τη μικρή πόλη.

Σε λίγο οι νεκροί δεν θα πεθαίνουν. Θα γίνονται αιμοδιψή ζόμπι και θα σηκώνονται απ’ τους τάφους για να κάνουν άγριες επιθέσεις στους ζωντανούς. Οι κάτοικοι της επαρχιακής πόλης πρέπει να παλέψουν για την επιβίωσή τους απέναντι στη βαρβαρότητα των ζωντανών νεκρών. Το Σέντερβιλ είναι μια μικρή πόλη, με το diner της, την εκκλησία της και το αστυνομικό της τμήμα. Μια πόλη όπου όλοι γνωρίζονται με όλους.

Οι συνήθεις ύποπτοι φίλοι του αμετανόητου rock ‘n’ roll σκηνοθέτη δίνουν βροντερό “παρών” στο πολυπληθές cast, σε μια εξαιρετικά αστεία, αυτοαναφορική, κυνική, απρόβλεπτη, μελαγχολική και… ψύχραιμη ματιά στην «απέθαντη» μυθολογία των ζόμπι.

Ο αειθαλής Μπιλ Μάρεϊ (γνώριμος του Τζάρμους από την επιτυχία Τσακισμένα Λουλούδια) είναι στον ρόλο του αστυνομικού που προσπαθεί μάταια να επιβάλλει το νόμο και την τάξη.

Η αιώνια indie darling, Κλόι Σεβινί, μαζί με τον Άνταμ Ντράιβερ (ο οποίος συνεργάζεται ξανά με τον Τζάρμους, μετά το Paterson), είναι στον ρόλο των βοηθών στο αστυνομικό τμήμα της πόλης, Σέντερβιλ. Η καθημερινή ρουτίνα τους θα κλονιστεί όταν τα σαρκοφάγα ζόμπι θα εισβάλουν στην πόλη τους. Οι ανωμαλίες στη φύση και το μακελειό που έρχεται, αντανακλούν σαν σκοτεινός καθρέφτης την εποχή της άγριας κλιματικής αλλαγής και της πόλωσης στην ακραία μετά-Τραμπ πραγματικότητα της Αμερικής.

Η Τίλντα Σουίντον συνεργάζεται για τέταρτη φορά με τον ανεξάρτητο auteur και κλέβει την παράσταση χάρη στη Σκωτσέζικη προφορά της και την «εξωγήινη» ερμηνεία της. Ο μέσος white trash ρατσιστής της διπλανής πόρτας είναι ο Στιβ Μπουσέμι, γνώριμος του Τζάρμους από το Mystery Train (1989). Ο Ντάνι Γκλόβερ, ο RZA του θρυλικού ραπ συγκροτήματος Wu-Tang Clan και η Σάρα Ντράιβερ, βρίσκουν τη θέση τους στο cast.

Τα rock ινδάλματα φυσικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Ο αυτοεξόριστος ερημίτης που παρατηρεί από απόσταση το ξέσπασμα βίας είναι ο αιώνιος καταραμένος ποιητής του rock, ο Τομ Γουέιτς. Επίσης, ο Ίγκι Ποπ δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη την πρόκληση να ερμηνεύσει ένα ζόμπι, όταν ήταν στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Gimme Danger», για την ιστορία των Stooges.

Οι νεκροί θα σηκωθούν από τους τάφους και θα έχουν άσχημες διαθέσεις στην ταινία που αποτέλεσε την επίσημη έναρξη του φετινού φεστιβάλ Καννών. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί την απειλή από άψυχες οντότητες, αλλά δεν στέκεται στον κινηματογραφικό τρόμο. Αντιμετωπίζει την έλευση του χάους σαν φυσικό κίνδυνο, που ίσως ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουμε.

Οι επιρροές του σκηνοθέτη ξεκινούν από το κλασικό White Zombie του 1932 με τον Μπέλα Λουγκόζι, αλλά και από το Περπάτησα Με Ένα Ζόμπιπου γύρισε ο Ζακ Τουρνέρ το 1943. Φυσικά ο μινιμαλιστικός τρόμος της Νύχτας Των Ζωντανών Νεκρών (1968) παραμένει το αξεπέραστο αρχέτυπο που ενέπνευσε τους δημιουργούς περισσότερο και ο φόρος τιμής στην ταινία του Ρομέρο έρχεται με το αυτοκίνητο που οδηγεί η Σελένα Γκόμεζ παρέα με τους «hipster» φίλους της.

Ο κάντρι τραγουδιστής Sturgill Simpson, ερμηνεύει την country μπαλάντα των τίτλων αρχής που υπαγορεύει την ιστορία και κρύβει ένα γλυκόπικρο σχόλιο που λέει πολλά για τη σύγχρονη Αμερική, και όχι μόνο.

Ο ατρόμητος Τζιμ Τζάρμους πάντοτε έμπλεκε με μαεστρία τα διαφορετικά είδη. Στον Νεκρό (1995) έδεσε μια ψυχεδελική ελεγεία με την παράδοση γουέστερν. Στο Ghost Dog: The Way of the Samurai (1999) έδεσε την Ιαπωνική παράδοση των Ρόνιν, με την κουλτούρα του hip hop και το γκανγκστερικό νουάρ. Στο Broken Flowers (2005) έφτιαξε ένα υπαρξιακό road movie με τα υλικά μιας ρομαντικής κομεντί, ενώ στο Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί έκανε μια μποέμ μπαλάντα με βάση την παράδοση των βαμπίρ.

Δημήτρης Μπάμπας

Σχόλιο πάνω σ΄ έναν κινηματογράφο είδους που προ πολλού έχει απολέσει την αθωότητά και το δυναμισμό του, η ταινία του Jim Jarmusch ξεχειλίζει από τη χαρά του δημιουργού της καθώς «παίζει» με τα κλισέ (…ή τα αρχέτυπα αν θέλετε) των ταινιών ζόμπι.
Μια μικρή επαρχιακή κωμόπολη, ο αστυνομικός (Bill Murray) και οι βοηθοί του (Adam Driver και Chloë Sevigny), ένας ιδιόρρυθμος ερημίτης (Tom Waits) που ζει μέσα στο δάσος, οι νεαροί περαστικοί επισκέπτες της κωμόπολης (μεταξύ των οποίων και η Selena Gomez), ο «αντιπαθητικός» κάτοικός της (Steve Buscemi), μια μυστηριώδη εξωγήινη παρουσία (Tilda Swinton ), μια «διαταραχή» της φυσικής τάξης που ενεργοποιεί το Κακό, η σταδιακή εξάπλωσή και η απόλυτη κυριαρχία του σ’ αυτόν τον επαρχιακό μικρόκοσμο…
Συνεχίζοντας την περιπλάνησή του σε «ταπεινά» κινηματογραφικά είδη, όπως το γουέστερν ή οι ταινίες με «δράκουλα», ο Jim Jarmusch επισκέπτεται τώρα ένα κινηματογραφικό είδος, αυτό των ταινιών ζόμπι, ένα είδος που προ πολλού έχει εξαντλήσει τη δυναμικότητά του. Ό,τι διακρίνει κάποιος στη σκηνοθετική του οπτική είναι κυρίως μια αποδομητική -περιπαικτική διάθεση. Της διάθεσης αυτής εκφάνσεις είναι τόσο οι διάλογοι της ταινίας –όπου οι κινηματογραφικοί χαρακτήρες έχουν πολλές φορές πλήρη συνείδηση ότι υποδύονται ρόλους σε μια ταινία-, όσο και η χρήση της μουσικής υπόκρουσης, και πιο συγκεκριμένα η σχεδόν εμμονική παρουσία του κομματιού του Sturgill Simpson, The Dead Don’t Die, τραγουδιού που δανείζει και τον τίτλο στην ταινία- και τα σχόλια που το συνδοεύουν. Το κινηματογραφικό σύμπαν της ταινίας δεν είναι αυθύπαρκτο, όπως π.χ. συμβαίνει στην ταινία που «γέννησε» την κινηματογραφική μυθολογία των ζόμπι Night of the Living Dead / Η νύχτα των ζωντανών νεκρών (1968) του George A. Romero. Για να υπάρξει αυτή η ταινία του Jim Jarmusch χρειάζεται μια ολόκληρη ενδοχώρα: όλη την κινηματογραφική μυθολογία των ζόμπι, δηλαδή τα κλισέ, τα αρχέτυπα αυτού του υπο-είδους, και επιπλέον τη γνώση των αφηγηματικών και δραματουργικών μηχανισμών της κινηματογραφικής μυθοπλασίας. Χρειάζεται, δηλαδή, η ταινία θεατές «εν πλήρει συνειδήσει» και όχι αθώους.
Είναι η συγκρότηση- σύνθεση μιας μετα-μυθοπλασίας, μιας μετα-ταινίας, ό,τι παρακολουθούμε. Και αυτή η σύνθεση πραγματοποιείται με την αφηγηματική χάρη, την ειρωνεία, το χιούμορ την περιπαικτική διάθεση του Jim Jarmusch…

Κωνσταντίνος Καϊμάκης [3/5]

Κάπου στην κεντρική Αμερική υπάρχει μια πόλη με το ενδεικτικό όνομα Σέντερβιλ όπου όλα κυλούν ήρεμα και φαινομενικά ειδυλλιακά, με το γραφικό diner, το παραδοσιακό μοτέλ και το ησυχαστήριο-κοιμητήριο δίπλα στην τοπική εκκλησία. Εκεί φτάνουν μια παρέα χιπστεράδων την ίδια στιγμή που κάποια ακραία φαινόμενα φτάνουν στην κορύφωση τους: το φεγγάρι είναι πιο κοντά από ότι συνήθως στη Γη, οι ώρες της νύχτας και της μέρας μπερδεύονται, τα ζώα είναι ανήσυχα και κάποιοι τάφοι έχουν ανοιχτεί. Τα πρώτα ζόμπι κάνουν την εμφάνιση τους και επιτίθενται στους κατοίκους του Σέντερβιλ, προκαλώντας πανικό ενώ ο ντόπιος αστυνόμος και οι βοηθοί του αδυνατούν να βρουν μια λύση.

«Killthehead», λέει ο νεαρός βενζινοπώλης που έχει μυηθεί στις ταινίες τρόμου και ξέρει ότι μόνο έτσι σκοτώνονται τα ζόμπι, δίνοντας τις κατάλληλες οδηγίες στους αστυνομικούς. Εκείνοι όμως επιλέγουν να απέχουν και να εθελοτυφλούν, στρέφοντας το βλέμμα τους αλλού όταν το θέαμα γίνεται γκρανγκινιόλ κι αναλαμβάνοντας δράση μόνο όταν πλέον η κατάσταση δείχνει να μην αντιστρέφεται. Ο Τζάρμους παίζει διαρκώς με τα κλασικά φιλμ τρόμου και φαντασίας. Οι αναφορές του στους νεκροζώντανους γίνονται όχημα κριτικής για τους ζωντανούς. Το σχόλιο του περί ζόμπι αφορά κυρίως την καταναλωτική κοινωνία του σήμερα, προεκτείνοντας την προβληματική του Ρομέρο που πρώτος διατύπωσε περί «πολιτών-ζόμπι» στην αριστουργηματική «Νύχτα των ζωντανών νεκρών» το 1968. Όμως το «Οι νεκροί δεν πεθαίνουν» δεν είναι μόνο ένα αιχμηρό κοινωνικοπολιτικό σχόλιο με σπλάτερ αισθητική (απόλαυση οι σκηνές με τα φαγοπότια των απέθαντων με τον ΙγκιΠοπ να δίνει σόου) αλλά και μια σοφιστικέ κωμωδία που τα χώνει αδιακρίτως. Η πονηρή ματιά του Τζάρμους πέφτει όχι μόνο στους εύκολους στόχους (o redneck ρατσιστής του ΣτιβΜπουσέμι που πυροβολεί όποιον πατήσει το πόδι του στην αυλή του ή οι μανιακοί καταναλωτές που ακόμη κι όταν βγαίνουν από τον τάφο τους «αναζητούν να έχουν αυτά που απολαμβάνουν όταν ήταν ζωντανοί») αλλά και σε πιο ανυποψίαστα θηράματα όπως οι μπλαζέ χιπστεράδες που ειρωνεύονται τα πάντα και τους πάντες ή οι αφελείς αλλά καλόκαρδοι συνωμοσιολόγοι που περιμένουν το τέλος της Γης. ΟΤζάρμους γίνεται κόλαφος για την υλιστική κοινωνία. Παίρνοντας ένα είδος που θεωρητικά είναι από τα πλέον ανάλαφρα και ψυχαγωγικά στο σινεμά, του προσδίδει βάρος ισομερές με ένα έργο γνήσιου προβληματισμού και υψηλής τέχνης, φτιάχνοντας ένα έργο που είναι 100%…Τζάρμους! Τα απαισιόδοξο σχόλιο του για τη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία δίνεται όχι μόνο με κωμικές αιχμές αλλά και με συνεχείς αναφορές στην ποπ κουλτούρα και το σινεμά του φανταστικού (από τον Νοσφεράτου, τον Ρομέρο και τον Τόκλιν μέχρι τον Πόλεμο των Άστρων ή τον Χάρι Πότερ) διαθέτοντας σπέσιαλ καστ για πολλά όσκαρ, από το οποίο ξεχωρίζει η «εξωγήινη»Τίλντα Σουίντον με την βαριά προφορά. «Πάντως είναι λίγο παράξενη» την σχολιάζει κάποιος και ο Μάρεϊ απαντά: «Ναι. Είναι σκοτσέζα»!

Δημήτρης Αποστολόπουλος [67/100]

Σε μια φιλήσυχη μικρή πόλη της κεντρικής Αμερικής, ονόματι Centerville, οι κάτοικοι αναστατώνονται, όταν αγέλες νεκρών που έχουν σηκωθεί απ’ τους τάφους, επιτίθενται και σκοτώνουν τους πολίτες. Κάθε κάτοικος θα πρέπει να επιβιώσει απ’ την αιματηρή επίθεση των ζόμπι.

Τρία χρόνια μετά το αξιόλογο Patterson, ο Jarmusch επιστρέφει πιστός στο κινηματογραφικό του ραντεβού, έχοντας αυτή τη φορά στις αποσκευές του, μια ματωμένη μαύρη κωμωδία, με κεντρικό άξονα τα ζόμπι Μετά τα βαμπίρ του Only Lovers Left Alive, ο Jarmusch χρησιμοποιεί τους νεκροζώντανους ως όχημα αφήγησης της ιστορίας του, που αποτελεί μια ξεκάθαρη αλληγορία της πλήρους ηθικής και πνευματικής κατάπτωσης του ανθρώπινου είδους και όχι μόνο. Το The Dead Don’t Die, είναι συνολικά μάλλον το πιο αδύναμο φιλμ του Jarmusch, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει επ’ ουδενί πως είναι κακό, αντιθέτως νοηματικά και ως προς αυτά που έχει να πει, είναι ίσως το πιο ώριμο και κατασταλαγμένο. Γενικώς, ο Jarmusch κάνει εξαρχής σαφείς τις προθέσεις του, στήνει έναν γνώριμα JarmuschΙκό μικρόκοσμο στην πόλη-φάντασμα του Centerville, γνωρίζει έναν έναν τους κατοίκους της στο θεατή, δημιουργώντας μικρές μικρές παράλληλες ιστορίες, διαφορετικών προσωπικοτήτων, ωστόσο το ίδιο παράξενων και αινιγματικών, για να ταιριάζουν στο μινιμαλιστικό και αφαιρετικό ύφος του φιλμ. Στοιχεία γνώριμα για τους λάτρεις του ευφυούς αυτού δημιουργού, που πολλές φορές συλλαμβάνει έννοιες πολύ παραπάνω απ’ το μέσο όρο αντίληψης, απλά παρατηρώντας τον κόσμο και καυτηριάζοντας όλη την επικαιρότητα, μέσα απ’ το προσωπικό φίλτρο του.

Κάτι αντίστοιχο επιχειρεί και εδώ, δυστυχώς εκτελεστικά δεν το πετυχαίνει πάντα για διάφορους λόγους, κάτι που αδικεί το εν λόγω φιλμ που είχε τόσο καλές αρχικές προθέσεις και σύλληψη, αλλά ακόμα και έτσι, περνάει τα μηνύματά του με αξιοπρεπή τρόπο, καθώς επ’ ουδενί δεν πρόκειται για φιλμ κακό ή αδιάφορο. Ο βετεράνος δημιουργός, πλησίασε περισσότερο από ποτέ, τον όρο αριστούργημα με το Dead Man του 1995, ωστόσο διατηρεί ακόμα την προσωπική του ματιά, που στο Dead Don’t Die, είναι πιο πικρόχολη, σκοτεινή και απαισιόδοξη όσο ποτέ. Ο Jarmusch, μέσα απ’ την παρωδία ταινιών με ζόμπι και κυρίως της τριλογίας του George Romero, αλλά και επιρροές-αναφορές στον Hitchcock με τα Πουλιά και άλλες δημιουργίες, φτιάχνει στην ουσία ένα ρέκβιεμ, αναφερόμενος στην κατάπτωση του ανθρώπινου είδους και την ολική, τελική σταδιακή εξαφάνισή του, μέσα απ’ τον ίδιο του τον κανιβαλισμό, με εικόνες βγαλμένες κατευθείαν απ’ την επίκαιρη Αποκάλυψη, με τρόπο κωμικό μεν, κατάμαυρο ωστόσο και νιχιλιστικό. Πρόκειται για μια σύλληψη εύστοχη, που αφορά όλους, ενώ δίχως να είναι πρωτότυπη, ο Jarmusch καταφέρνει και δίνει παλμό και τελετουργικό-μυστηριακό ύφος στην ταινία του, δημιουργώντας αρχικά μια αίσθηση αόρατης απειλής και φόβου, πριν τα ζόμπι εμφανιστούν, ενώ όταν αυτό συμβαίνει, ο Jarmusch με ύφος ξεκάθαρα χιουμοριστικό, πετά στην οθόνη τόνους gore, διασκεδάζοντας ο ίδιος, πάντα στο γνώριμο ύφος του.

Δυστυχώς, εκτελεστικά το φιλμ πάσχει σε κάποια σημεία, όπως κάποιες σκηνές που δεν οδηγούν κάπου παραπάνω την πλοκή, αν και θα ‘πρεπε, καθώς έχουμε στιγμές φλυαρίας εδώ και εκεί, με τους χαρακτήρες να αναλώνονται σε κάποιες στιχομυθίες χωρίς κάποιο στιβαρό περιεχόμενο, πράγμα που κουράζει μερικές φορές. Ένσταση επίσης, υπάρχει και για τη διεύθυνση ηθοποιών, που παραείναι υποτονικοί αρκετές στιγμές, πράγμα κατανοητό μεν για τον τόνο που ο δημιουργός ήθελε να δώσει, δεν του βγαίνει πάντα όπως θα’θελε ωστόσο, ενώ έχουμε και μια γενικότερη αίσθηση του προβλέψιμου, γνωρίζοντας εξαρχής που οδεύει το πράγμα, χωρίς περαιτέρω εκπλήξεις. Είναι γενικές λεπτομέρειες, που τοποθετούν το φιλμ ένα κλικ πιο κάτω, συγκριτικά με άλλες δημιουργίες του Jarmusch, είναι όμως αξιοπρεπές, με κάποιες ποιητικές στιγμές, κάποια δείγματα ευφυούς χιούμορ και ατάκες που βγάζουν γέλιο, ενώ η όλη ατμόσφαιρα και ταυτότητα του ανεξάρτητου δημιουργού είναι παρούσα, με κάποιες σκηνές ιδιαιτέρως μεθυστικές και οπτικά διεγερτικές. Μέσα στο φιλμ υπάρχουν δύο με τρεις σεκάνς, μαεστρικά σκηνοθετημένες, με έντονο trip ύφος που καθηλώνει και ταξιδεύει, όπως και το προβλέψιμο, κατά τα άλλα φινάλε (δυστυχώς), ωστόσο η ατμόσφαιρα που στήνει ο Jarmusch, σε συνδυασμό με τις έξοχες μελωδίες του Tom Waits, μένουν στο μυαλό σου αρκετή ώρα μετά τη θέαση.

Μέσα λοιπόν στις (υπαρκτές) αστοχίες του, το The Dead Don’t Die, διαθέτει ένα σκηνοθέτη, που παρά το ότι εδώ, δεν είναι στις κορυφές του, καταφέρνει να διατηρήσει την αισθητική του και να προειδοποιήσει, με σκοτεινά κωμικό και παρωδιακό τρόπο τον κόσμο, για τον επερχόμενο ολικό εκφυλισμό του. Μαζί με τον Jarmusch, οι γνώριμοι γι’ αυτόν, Bill Murray και Adam Driver, είναι αρκούντως ικανοποιητικοί ως κεντρικό πρωταγωνιστικό δίδυμο, πάντα στον τόνο που σκηνοθέτης τους καθοδηγεί, με μόνο παράπονο, το παραπανίσιο υποτονικό ύφος, καθώς τους λείπει η λίγη παραπάνω ένταση που χρειαζόταν . Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους ικανότατους ηθοποιούς, το Steve Buscemi, το Danny Glover, την Chloe Sevigny, την Tilda Swinton, ενώ bonus έχουμε την συμμετοχή του Iggy Pop ως ζόμπυ, του Tom Waits ως ερημίτη και του RZA των Wu-Tang Clan. Όλο το Jarmuschικό σύμπαν είναι εδώ παρόν, σε μια εκτελεστικά όχι δυνατή στιγμή του δημιουργού, αλλά με κάποια αξιόλογα σημεία και αλληγορίες που βρίσκουν εν τέλει τον στόχο τους.

THE VERDICT
Σε μια φιλήσυχη μικρή πόλη, οι νεκροί ξυπνούν, μετατρέπονται σε φονικά ζόμπι και σφαγιάζουν μαζικά τους ανυποψίαστους πολίτες. Ο Jarmusch επιστρέφει, με αυτήν τη μαύρη (κατάμαυρη) κωμωδία-παρωδία, αποχαιρετά με τον τρόπο του έναν κόσμο που φτάνει στο πνευματικό του τέλος. Πάντα με την ιδιόμορφη μίνιμαλ και triparιστή ματιά του δημιουργού, το φιλμ είναι αξιοπρεπές μεν, πάσχει ωστόσο στο εκτελεστικό του μέρος (όχι εντελώς), κάτι που το κατατάσσει ένα κλικ πιο κάτω, από άλλες ταινίες του Αμερικανού. Αξίζει ωστόσο της προσοχής σας.

Νεκτάριος Σάκκας [2,5/5]

Η μετα-αποκαλυπτική σάτιρα του Τζιμ Τζάρμους που άνοιξε το 72ο Φεστιβάλ Καννών, μπορεί να μην ανανεώνει τη ζόμπι μυθολογία όπως κατάφεραν «Οι Εραστές» για την αντίστοιχη των βαμπίρ, παραμένει ωστόσο μια διασκεδαστική all star cast συνύπαρξη που μένει πιστή στην χαρακτηριστική τζαρμουσική ιδιοσυγκρασία.
Με μια ταινία που θα μπορούσε να αποτελέσει τον ορισμό του πνευματώδους fun, πλην όμως αρκείται σε μία μετα-αποκαλυπτική σάτιρα πρώτου επιπέδου διανθισμένη με εκλάμψεις της απολαυστικά cool ιδιοσυγκρασίας του δημιουργού της, ο Τζιμ Τζάρμους συγκεντρώνει γύρω του καλούς φίλους που στην περίπτωση αυτή συνθέτουν ένα λαχταριστό all star cast (Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράιβερ, Τίλντα Σουίντον, Στιβ Μπουσέμι, Ντάνι Κλόβερ, Κλόι Σεβινί, Σελίνα Γκόμεζ, Τομ Γουέιτς) και ηχηρά καμέο (Ίγκι Ποπ και Σάρα Ντράιβερ).

Το «Οι Νεκροί Δεν Πεθαίνουν» («The Dead Don’t Die») είναι εν πολλοίς ένα αμάλγαμα συστατικών της ζόμπι μυθολογίας που σύστησε ο «πατριάρχης» του είδους Τζορτζ Ρομέρο μέσα από τις πρώτες δύο ταινίες της τριλογίας των ζωντανών-νεκρών, τα θρυλικά «Night of the Living Dead» (1968) και «Dawn of the Dead» (1978). Σε αυτό, η ήσυχη κωμόπολη Centerville αναστατώνεται όταν ο άξονας της γης αποσταθεροποιείται, έρχονται τα πάνω κάτω και οι νεκροί σηκώνονται από τους τάφους ζητώντας κυρίως τις σάρκες των ζωντανών και δευτερευόντως ό,τι τους είχε λείψει από τότε που ήταν ακόμα ζωντανοί. Την κρίση καλούνται να αντιμετωπίσουν οι αστυνομικοί Κλιφ (Μάρεϊ), Ρόνι (Ντράιβερ) και Μίντι (Σεβινί), όμως τίποτα προφανώς δεν πάει σύμφωνα με το πλάνο, πολύ απλά επειδή σε μία gore κωμωδία όπως αυτή δε νοείται υπάρχει τέτοιο.

Έχει το ενδιαφέρον της η απόπειρα του Τζάρμους να προσεγγίσει το μετα-αποκαλυπτικό γκροτέσκο ως μία τραγελαφική συνθήκη υπαρξιακής αποδιοργάνωσης

Η αλήθεια είναι πως το φιλμ ξεκινά με εφόδιο εκείνο το γνώριμο offbeat χιούμορ του Τζάρμους όπου εδώ διαχέεται ισότιμα ανάμεσα στους φευγάτους διαλόγους των ηρώων του, τις χαριτωμένα άβολες παύσεις τους και κάποιες λίγες στιγμές εμπνευσμένης ειρωνείας όπως αυτή με τον ρατσιστή Μπουσέμι να φοράει καπελάκι «Keep America White Again» (!) πίνοντας καφέ δίπλα στον Κλόβερ. Παράλληλα δηλώνουν παρών το απλά χαριτωμένο meta χιούμορ με τους συναδέλφους Μάρεϊ και Ντράιβερ να κάνουν πλάκα με το σενάριο και το τραγούδι της ταινίας καθώς επίσης ένα κάρο κινηματογραφικές αναφορές που ξεκινούν αναμενόμενα από τον Ρομέρο και φτάνουν στον Σάμιουελ Φούλερ και το «Ψυχώ».

Με δεδομένη την ευχέρεια του Τζάρμους στην επαναπροσέγγιση κορεσμένων μυθολογιών όπως η βαμπιρική έπειτα από το υπέροχο «Μόνο οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί», οι φορτωμένες προσδοκίες για το «Οι Νεκροί Δεν Πεθαίνουν» και μια ευφάνταστη αναδόμηση της σχετικής μυθολογίας με όρους σύγχρονης σάτιρας έμειναν ως επί το πλείστον αδικαίωτες. Τα περισσότερα «καρφιά» προς την Αμερική του Τραμπ, της ακατάσχετης συνωμοσιολογίας και της άρνησης της κλιματικής αλλαγής είναι πρώτου επιπέδου, οι αναφορές περί (υπερ)καταναλωτισμού τυχαίνουν μεν μιας επίκαιρης απεικόνισης που έχει την πλάκα της δίχως να πουν κάτι περισσότερο από όσα έχουν ήδη ειπωθεί από τον καθ’ ύλην αρμόδιο (Ρομέρο) εδώ και δεκαετίες, ενώ ο επίλογος του αφηγητή Τομ Γουέιτς που παίζει τον τρελό του χωριού κινείται στην αχρείαστη λογική «να σας το κάνω πενηνταράκια για όποιον δεν κατάλαβε».

Στον αντίποδα βέβαια έχει το ενδιαφέρον της η απόπειρα του Τζάρμους να κατεβάσει στο μίνιμουμ το σασπένς και την κλειστοφοβία μιας ταινίας με ζόμπι, προσεγγίζοντας το μετα-αποκαλυπτικό γκροτέσκο ως μία τραγελαφική συνθήκη υπαρξιακής αποδιοργάνωσης. Επίσης, του δουλεύει πολύ καλά η day for night φωτογραφία του Φρέντερικ Ελμς («Paterson», «Τσακισμένα Λουλούδια»), ενώ η «σαμουράι» με σκωτσέζικη προφορά Τίλντα Σουίντον ενσαρκώνει τον με διαφορά πιο διασκεδαστικό χαρακτήρα της ταινίας.

Ακόμα όμως και αν μένει κανείς πιστός στην όχι ακριβώς σβέλτη εξέλιξη της αφήγησης, το τρίτο μέρος μοιάζει κάπως αβέβαιο και στεγνό από ιδέες για το πού θέλει να καταλήξει, σαν ο Τζάρμους να έχει αρκεστεί σε μία ευχάριστη κινηματογραφική συνάθροιση καλών φίλων και συνεργατών, εντός της οποίας δε βρίσκουν χρηστική αξία τα ζομπο-καμέο των Ίγκι Ποπ και Σάρα Ντράιβερ. Όσο όμως και αν περιμέναμε περισσότερα από τον αγαπημένο Αμερικανό δημιουργό των «Πέρα από τον Παράδεισο», «Τσακισμένα Λουλούδια» και «Paterson», είναι δύσκολο να μην αφεθεί κανείς στον χαριτωμένα αποδιοργανωμένο κόσμο που στήνει με αυτοσχεδιαστικό μπρίο ο Τζάρμους.

Άντα Δαλιάκα [2,5/5]

Ο Ίγκι Ποπ πίνει καφέ και τρώει ανθρώπους

Η πολυαναµενόµενη νέα ταινία µε ζόµπι του Τζάρµους έχει ένα θαυµαστό καστ, αλλά αποδεικνύεται κατώτερη των προσδοκιών µας
«Οι νεκροί δεν πεθαίνουν» («The Dead Don’t Die») / Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους
Παίζουν: Μπιλ Μάρεϊ, Ανταμ Ντράβιερ, Κλόε Σεβινί, Τίλντα Σουίντον, Ντάνι Γκλόβερ, Τομ Γουέιτς

Στην ήσυχη κωμόπολη του Σέντερβιλ στην κεντρική Αμερική, μια σειρά παράδοξων φυσικών φαινομένων εγκυμονούν δυσοίωνα προμηνύματα τα οποία σύντομα θα αναγκαστούν να αντιμετωπίσουν ως φρικιαστικά γεγονότα ο τοπικός σερίφης και οι δύο βοηθοί του καθώς οι νεκροί του τοπικού νεκροταφείου «ξυπνούν» για να γευτούν τις σάρκες των ζωντανών…Μετά τις ποιητικές αναζητήσεις του «Paterson» (2016) και το βαμπιρικό λαβ στόρι του «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί», ο Τζιμ Τζάρμους επιστρέφει με μια αλληγορία για τους ζωντανούς νεκρούς της Αμερικής του Τραμπ που τον βάζει στα χνάρια ενός φόρου τιμής στο κινηματογραφικό είδος που δόξασε ο Τζορτζ Ρομέρο, με το δικό του ιδιότυπο στυλ, της νιχιλιστής κωμωδίας και του τρυφερού κυνισμού. Μόνο που εδώ, όσο γκροτέσκα αστεία φαίνεται μια σκηνή ξεσκίσματος σάρκας μετά καφεποσίας από τον Ίγκι Ποπ σε κατάσταση ζόμπι άλλο τόσο γυμνό σε αιχμηρότητα είναι το περιεχόμενο της κοινωνικής αλληγορίας εκφρασμένο μέσα από χαρακτήρες-σύμβολα μιας εποχής και μιας νοοτροπίας εντελώς σχηματοποιημένους (από την παρέα των χίπστερ έως την σκωτσέζα σαμουράι νεκροθάφτη της Τ. Σουίντον). Ακόμα και οι αγαπησιάρικα σινεφίλ και κατά τόπους αυτοαναφορικές σαρκαστικές ατάκες των ηρώων μοιάζουν δοσμένες σε αμήχανους τόνους, σώνει και καλά για να υπάρχουν σε μια λιπόσαρκη ιστορία αφηνιασμένων νεκροζώντανων. (2019)

Γιάννης Ζουμπουλάκης [3/5]

Με την τελευταία ταινία του, που ξεκαθαρίζω από την αρχή ότι δεν είναι από τις καλύτερές του αλλά είναι πολύ καλύτερη συγκριτικά με το τι βλέπουμε από νέες ταινίες αυτή την περίοδο, ο πάλαι ποτέ βαρόνος της αμερικανικής ανεξάρτητης κινηματογραφικής σκηνής Τζιμ Τζάρμους προσκαλεί τον θεατή στη δική του, απολαυστική εκδοχή του κόσμου των ζωντανών νεκρών.

Βασικό όπλο του το χιούμορ που πηγάζει από έναν μικρό «στρατό» εκκεντρικών ηρώων που υποδύονται ηθοποιοί ταυτισμένοι με τις ταινίες του Τζάρμους: Μπιλ Μάρεϊ, Ανταμ Ντράιβερ, Τομ Γουέιτς, Ιγκι Ποπ κ.ά. Φυσικά, σε μια ταινία ζόμπι με την υπογραφή του Τζιμ Τζάρμους τα ζόμπι δεν θα μπορούσαν παρά να είναι το πρόσχημα για τον σχολιασμό της σύγχρονης, ξενόφοβης αμερικανικής κοινωνίας, της Αμερικής του λαϊκισμού και του Ντόναλντ Τραμπ, του αχαλίνωτου κυνισμού και της απώλειας ελπίδας. Νιώθεις τελικά ότι τα ζόμπι στην ταινία του Τζάρμους είναι τα πιο ευαίσθημα πλάσματα του κόσμου. Η διαδρομή θα έχει διασκεδαστικούς σταθμούς, ακόμα και το λουτρό αίματος έχει κάτι το χαριτωμένο αφού είναι γεμάτο αναφορές, ακόμα και σε άλλες ταινίες: η Τίλντα Σουίντον ως… Ούμα Θέρμαν από τις ταινίες «Kill Bill» είναι απόλαυση.

Αυτή τη φορά ο Τζάρμους παίζει πολύ με το σινεμά, αυτοσαρκάζεται, βάζει τους ήρωες της ταινίας να μιλούν για την ίδια την ταινία στην οποία παίζουν. Και όσο για το φινάλε, αυτό κι αν είναι απρόβλεπτο, αφού σύμφωνα με τον Τζιμ Τζάρμους μόνον οι τρελοί έχουν ελπίδα για να επιβιώσουν!

Παναγιώτης Γκαραβέλας

Ο Τζιμ Τζάρμους, ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά επιστρέφει με μια σκοτεινή, ιδιοσυγκρασιακή κωμωδία τρόμου, η οποία επιλέγει να θίξει επίκαιρα, φλέγοντα ζητήματα αλλά με τρόπο κάπως αμήχανο, ηθικολογικό και διδακτικό.

Σε μια τυπική, αμερικανική επαρχιακή πόλη όπως το Σέντερβιλ τίποτα ασυνήθιστο δεν συμβαίνει, τίποτα δεν μπορεί να σπάσει την ρουτίνα των φιλήσυχων κατοίκων της. Όμως οι ξαφνικές, πολλαπλές εξαφανίσεις ζώων και κατοικιδίων προβληματίζουν τις τοπικές αστυνομικές αρχές, αφού τα στοιχεία δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κάποιο ένοχο. Τουλάχιστον σε κάποιο ζωντανό ένοχο… Σιγά σιγά γίνεται φανερό πως οι νεκροί σηκώνονται από τους τάφους τους, εξαιτίας της αντιστροφής των πόλων της Γης, η οποία προκλήθηκε από τις συνεχείς εξορύξεις μιας πολυεθνικής εταιρείας(!).

Από τα πρώτα λεπτά, ο Άνταμ Ντράιβερ, σπάζοντας ανενδοίαστα τον «τέταρτο τοίχο» θέτει εξαρχής τον τόνο του έργου: μπορεί να έχουμε μπροστά μας μια ταινία είδους, μπορεί η υπόθεση να αφορά νεκροζώντανους δαίμονες που περπατούν στη γη, αλλά δεν είναι απλά ένα δημιούργημα της φαντασίας του σκηνοθέτη. Ο κόσμος βρίσκεται λίγο πριν το τέλος του, και αυτό που βλέπετε στις οθόνες σας δεν είναι παρά μια τραβηγμένη απεικόνιση της επικείμενης καταστροφής!

Ο Τζάρμους μοιάζει να απολαμβάνει την βιβλικών διαστάσεων πτώση του ανθρώπινου πολιτισμού, καθώς κινηματογραφεί τους ήρωες του με ποιητική, πάντοτε νιχιλιστική διάθεση να περιφέρονται σε ένα ισοπεδωμένο περιβάλλον, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν, εκτοξεύοντας τα βέλη σε όλους τους κατ’ αυτόν υπαίτιους: στον καπιταλισμό, στον υπερκαταναλωτισμό, στην εμμονή με την φήμη και την ομορφιά, στην υστερίας με τα social media και την τεχνολογία…στους Ρεπουμπλικάνους, ακόμα και στους χίπστερ!

Επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα Night of the Living Dead του 21ου αιώνα, δανείζεται το εύρημα του George Romero ανανεώνοντας το, φτιάχνοντας με τα ίδια υλικά ένα απαισιόδοξο, προσωπικό οικολογικό κατηγορώ.

Παρόλα αυτά, κάτι από την συνηθισμένη rock’n’roll μαγεία του Τζάρμους έχει εδώ χαθεί, και έχει δώσει τη θέση του στον εύκολο και απροκάλυπτο διδακτισμό, σε μια αμήχανη, ασταμάτητη σάτιρα και σε αυτοαναφορικές ή… εξωγήινες σεναριακές ακροβασίες που δεν προσφέρουν πραγματικά τίποτα στο έργο. Το πολυπληθές, γεμάτο αστέρια καστ επίσης μένει δυστυχώς αναξιοποίητο, χρησιμεύοντας συνήθως για αχρείαστα cameo ή προσχηματικούς χαρακτήρες που δεν θα έλλειπαν σε κανέναν αν δεν υπήρχαν στο σενάριο. Φωτεινή εξαίρεση η Tilda Swinton σε έναν ρόλο έκπληξη.

Στην τελική, μια ξεκάθαρα “love it or hate it” δημιουργία, προορισμένη να γίνει άμεσα καλτ χιτ.

Filmboy team

Υπάρχουν κάποιες φορές που οι δημιουργοί ταινιών θέλουν να κάνουν μια διαφορετική ταινία από αυτές που κάνουν συνήθως.
Ή ακόμα και ένα ‘κινηματογραφικό διάλειμμα’.
Το ‘The Dead Don’t Die’ μπορεί άνετα να θεωρηθεί μια τέτοια περίπτωση ταινίας.

Ο εκπρόσωπος του σύγχρονου ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου Jim Jarmusch (Stranger Than Fiction, Dead Man, Broken Flowers) σκηνοθετεί πιθανότατα την πιο περίεργη ταινία της φιλμογραφίας του.
Και αυτό γιατί περιέχει παράλογους χαρακτήρες και εξωπραγματικές καταστάσεις που δεν συναντάς εύκολα στο έργο του και προφανώς δεν μοιάζει με τις προηγούμενες του δουλειές.
Μόνο κοινό στοιχείο είναι ίσως η επανασύνδεση με γνωστούς του ηθοποιούς, όπως ο Bill Murray (Ghostbusters), ο Adam Driver (The Man Who Killed Don Quixote), ο Steve Buscemi (Lean on Pete), η Tilda Swinton (Avengers: Endgame) και φυσικά ο Iggy Pop και o Tom Waits.

Η κατάχρηση των ενεργειακών πόρων του πλανήτη σε συνδυασμό με το λιώσιμο των πάγων στους πόλους και τη μετατόπιση του άξονα της γης έχει προκαλέσει αναταραχή στον πλανήτη μας.
Στην ήρεμη πόλη Centerville τα πρώτα συμπτώματα έρχονται και δεν είναι κάτι το συνηθισμένο.
Οι νεκροί σηκώνονται από το έδαφος και είναι έτοιμοι να επιτεθούν στους υπόλοιπους ανθρώπους με σκοπό να τραφούν.
Η μάχη για επιβίωση έχει μόλις αρχίσει και οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής θα παλέψουν με τους άφοβους απέθαντους…

Ώρα για διασκέδαση… με κριτική στον σύγχρονο κόσμο μέσα από το φακό του Jarmusch.
Με ένα καλό καστ γύρω του, ο αγαπητός σκηνοθέτης πειραματίζεται με το σινεμά τρόμου και το κάνει με ένα πραγματικά παράξενο τρόπο.
Στην ταινία επικρατεί κατά μεγάλο μέρος ησυχία και οι διάλογοι των ηθοποιών είναι όντως λιγοστοί και μινιμαλιστικοί.
Το αίμα ρέει άφθονο… δίχως να υπάρχει διάθεση για τρόμο ή σασπένς.
Πότε τα πράγματα είναι σοβαρά και πότε είναι για γέλια.
Σαν παρωδία τρόμου δεν τα πήγε και άσχημα.

Το σίγουρο είναι πως ανήκει στις πιο αδύναμες ταινίες του Jarmusch.
Οι προφανείς αναφορές στο σινεμά του σκηνοθέτη George Romero – δικαιολογημένα είναι και τόσες – όπως και οι υπόλοιπες σινεφίλ νύξεις κάνουν το όλο αποτέλεσμα ακόμα πιο ενθουσιώδη και οι θαυμαστές του σκηνοθέτη θα το εκτιμήσουν σίγουρα.
Όμως, η ταινία είναι μη ολοκληρωμένη και προκαλεί μια σχετική αδιαφορία στον θεατή.

Βέβαιο είναι πως θα διχάσει όσον αφορά την κατεύθυνση του και θα προκαλέσει ανησυχία για το αν έχει κάποια ουσία αυτό το πείραμα.
Διασκεδαστική και παράλογη, έχει άφθονη τροφή για σκέψη και έρχεται να προβληματίσει τους ανθρώπους για το μέλλον τους.
Το αποδεχόμαστε ως ένα σημείο.
Άμα δεν έδειχνε τόσο πρόχειρο το στήσιμο της, θα μας κέρδιζε αρκετές φορές περισσότερο.

Στους κινηματογράφους από 18 Ιουλίου 2019

Λήδα Γαλανού [2,5/5]

Όταν ο Τζιμ Τζάρμους, ο βασιλιάς του στιλ, της απέριττης κινηματογραφικής γοητείας, του κυνικού χιούμορ, της διακριτικής τρυφερότητας, κάνει ένα zombie-movie, μπαίνει, δηλαδή, στον κόσμο του βασιλιά των ταινιών είδους, περιμένεις από την ένωση ένα αριστούργημα. Το «The Dead Don’t Die» είναι ένα κατά στιγμές χαριτωμένο, ως επί το πλείστον άνευρο, ζομπι-ικό σχόλιο για την Αμερική του Τραμπ και την καταστροφή της γης, με τόσα πολλά κλεισίματα του ματιού που μοιάζει σαν να έχει τικ.

Το εύρημα του σεναρίου είναι καλοδεχούμενα γνώριμο. Στη «μικρή αμερικανική πόλη», που λέγεται Centerville κι άρα εκπροσωπεί το έθνος, τρεις αστυνομικοί έχουν ν’ αντιμετωπίσουν, για πρώτη φορά, μια πραγματική απειλή. Δυο άντρες, ο Κλιφ του Μπιλ Μάρεϊ και ο Ρόνι του Ανταμ Ντράιβερ και μια κοπέλα, η Μίντι της Κλόι Σεβινί, εκπροσωπούν την Τάξη, φορούν γυαλιά γιατί είναι πολύ σοβαροί και διατυπώνουν με ανέκφραστα πρόσωπα την έκπληξή τους γι’ αυτό που έτυχε στον τόπο τους. Αυτό που «έτυχε» είναι ότι, η υπερβολική εκμετάλλευση της γης την κάνει να ξερνά απέθαντους. Τα ζόμπι δεν είναι χορτοφάγα κι άρα όπου βρουν ζωντανή σάρκα επιτίθενται. Περπατούν σαν… ζόμπι κι επαναλαμβάνουν, το καθένα, από μία λέξη, το αγαπημένο τους πράγμα στη ζωή, όλα καταναλωτικά αγαθά: coke, fashion.

Τους τρεις αστυνομικούς περικυκλώνουν άλλοι, χαριτωμένοι ήρωες: ο αγρότης Μίλερ (Στιβ Μπουσέμι), ένας ορκισμένος ρατσιστής – την πρώτη φορά που τον βλέπουμε φορά καπελάκι που γράφει «keep America white again», εκεί πράγματι γελάσαμε – με καλύτερό του φίλο τον Αφροαμερικανό Χανκ (Ντάνι Γκλόβερ) που έχει το μαγαζί με είδη κιγκαλερίας. Στο κοντινό δάσος ζει ο ερημίτης Μπομπ (Τομ Γουέιτς), με την υπέροχα αφράτη κόμμωση, ένας αντισυστημικός ιδεολόγος που αφουγκράζεται καλύτερα απ’ όλους τον πλανήτη. Η Ζέλντα (Τίλντα Σουίντον) είναι η «εκκεντρική» νεκροθάφτης της πόλης, μια σκωτσέζα σαμουράι με μακριά ξανθά μαλλιά και τα δικά της μυστικά. Τη Centerville επισκέπτονται μια παρέα χίπστερ πλουσιόπαιδων από την «πόλη» με επικεφαλής τη Σελίνα Γκόμεζ που οδηγεί Πόντιακ γιατί είναι ρετρό κι ωραία και τρία πιτσιρίκια που το έχουν σκάσει από το αναμορφωτήριο.

Αυτή την ομάδα ηρώων, ταιριαστών «αταίριαστων» βγαλμένων από το σύμπαν του Τζιμ Τζάρμους αλλά και της καρδιάς της παραδοσιακής ή/και σύγχρονης Αμερικής, η ταινία τοποθετεί σ’ ένα περιβάλλον που στιλιστικά, στις στολές των αστυνομικών, στο diner, στην εξοχή, στο μινιμαλισμό, είναι βγαλμένο από το «Twin Peaks», μόνο που η φωτογραφία του Φρέντερικ Ελμς, αντίθετα από εκείνη του «Paterson», είναι αδικαιολόγητα φλατ. Οι διάλογοι είναι γραμμένοι με το χαρακτηριστικό μπλαζέ χιούμορ του παραλόγου του Τζάρμους, όμως εδώ το κωμικό timing δεν λειτουργεί, οι ατάκες που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά για να προκαλέσουν το γέλιο κρέμονται στο αέρα, σαν να καθυστερούν υπερβολικά να φτάσουν στο στόχο τους. Το τραγούδι της ταινίας, μια country μελωδία με τους στίχους «The Dead Don’t Die, After life is over, the afterlife goes on», ακούγεται τόσες φορές ως μοτίβο που το αστείο εξαντλείται.

Εάν ο Τζάρμους έχει την ευρηματικότητα να γεμίσει τη μικρή πόλη του με αντισυμβατικούς ήρωες, δεν αξιοποιεί κανέναν τους. Ιστορίες που ξεκινούν πολυδιάστατα, ή συγκρουσιακά, ή ρομαντικά, ξεχνιούνται στη μέση ή… γίνονται νόστιμο γεύμα για τα ζόμπι. Ο ερημίτης Μπομπ του Τομ Γουέιτς που θα μπορούσε και νοηματικά ν’ απογειώσει την ταινία, παραμένει να μονολογεί στο δάσος του, ενώ η Ζέλντα της Τίλντα Σουίντον, παρότι έχει τη δική της, απολαυστικά exploitative σκηνή καθώς μακιγιάρει δυο απέθαντους πριν την κηδεία τους, ανήκει τελικά σε μια άλλη, δική της, μικρού μήκους ταινία που ίσως, κάποτε, ήθελαν με τον Τζάρμους να κάνουν μαζί.

Από την άλλη πλευρά, με έναν πρωτοφανή, για το δικό του έργο, ναρκισσισμό, ο Τζάρμους γεμίζει την ταινία του αυτοαναφορικά παιχνίδια. Τα πρώτα ζόμπι που εμφανίζονται στην ιστορία είναι η Σάρα Ντράιβερ, η επί δεκαετίες σύντροφός του και… ο Ιγκι Ποπ και η αγαπημένη τους λέξη είναι, φυσικά, «καφές». Η κάμερα περνά δυο φορές πάνω από τον τάφο του Σάμιουελ Φούλερ, ο Κέιλεμπ Λάντρι Τζόουνς αναλαμβάνει, ως movie geek, τις αλλεπάλληλες σινεφιλικές αναφορές, διορθώσεις κι εξυπνάδες. Οσο για τις αναφορές της ταινίας στο ίδιο το b-είδος των zombie-movies που είναι προφανές πως λατρεύει, όπως τον Ρομέρο και τη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» ή το «Dawn (για να μην πούμε το Shaun) of the Dead», παρά την έκδηλη αγάπη και την έντιμη προσπάθεια για εφέ και σπλάτερ, η ταινία μόνο χάνει στη σύγκριση και κουράζει στην υπερβολή. Σ’ ένα είδος τόσο πλούσιο και τόσο ξεχωριστό, οι παγίδες αφθονούν: κι έτσι η αναμετάδοση των τρομερών ειδήσεων από την τηλεόραση μάς θυμίζει ότι έχει γίνει καλύτερα στην… «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά» του Πάνου Χ. Κούτρα κι η τελική αναμέτρηση ανθρώπων και ζόμπι φέρνει στο νου το γήπεδο στο «Κακό» του Γιώργου Νούσια. Το να έχεις τόσο χρόνο βλέποντας την ταινία ώστε να κάνεις συσχετισμούς, δεν λέει τίποτε καλό για το ρυθμό της.

Αλλά και ιδεολογικά, οι απόψεις του Τζιμ Τζάρμους έχουν μια παρωχημένη αίσθηση. Το Κακό γεννάται από τη ρωγμάτωση των Πόλων, τα απέθαντα ζόμπι του καταναλωτισμού του Τραμπ εξαπλώνονται, εκτός αν… «kill the head» η επαναλαμβανόμενη οδηγία, τους σκοτώσεις το πνεύμα, τα πλουσιόπαιδα πρέπει να πεθάνουν για να επιβιώσει ο σοσιαλισμός: τίποτε στραβό, απλώς ιδέες διατυπωμένες στο σινεμά με τόσο πιο αιχμηρούς και πρωτότυπους και σύνθετους τρόπους στο παρελθόν, ακόμα κι από τον ίδιο τον Τζάρμους. Το «The Dead Don’t Die» είναι η ταινία που επίμονα θέλεις να σ’ αρέσει, αλλά η κοινοτοπία της σε προδίδει. Μαζεύοντας γύρω του όλους τους αγαπημένους ηθοποιούς του, μιλώντας για το τέλος του κόσμου, επιστρέφοντας στην καρδιά της Αμερικής, μαχόμενος για το Καλό με τα λόγια του παππού, ο Τζιμ Τζάρμους μοιάζει, μ’ αυτή την ταινία, σαν να καταθέτει την τελευταία του λέξη, σαν να αποχαιρετά το κοινό του με νουθεσία για το μέλλον. Κι ειλικρινά, ελπίζουμε με πάθος στο επόμενο κινηματογραφικό βήμα του, γιατί είναι πολύ cool, πολύ ξεχωριστός, πολύ αγαπημένος, πολύ έξυπνος γι’ αυτό εδώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: