Δεν φιλοσοφούμε για να σώσουμε την επανάσταση || Με αφορμή δύο επιστολές του Νίκου Πουλαντζά για τον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη που τον αποκαλεί «Επαναστάτη από τον ΟΑΣΑ»

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (Εφημερίδα των Συντακτών) 12.08.2019
Δεν φιλοσοφούμε για να σώσουμε την επανάσταση
Γιάννης Λαζαράτος*

Με αφορμή δύο επιστολές του Νίκου Πουλαντζά για τον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη (1-1-1977 & 6-2-1977), οι οποίες δημοσιεύτηκαν ξανά μετά από 43 χρόνια με κάποια επιπρόσθετα σχόλια των έγκριτων Δ. Ψαρρά και Δ. Καρύδα («Εφ.Συν.» 20-7-2019 & 5-8-2019), λίγα λόγια.

Στις 22-12-1945, αφήνοντας την υπόγεια κρυψώνα του, ο Κορνήλιος Καστοριάδης εγκαταλείπει την Ελλάδα, με μια υποτροφία από το Γαλλικό Ινστιτούτο για διδακτορικές σπουδές φιλοσοφίας στο Παρίσι, εισιτήριο επί τούτω ελευθερίας, και αυτοπραγμάτωσης. Η θεματική της διατριβής του αφορά τα όρια της λογικής. Πίσω του αφήνει τον άμεσο διπλό κίνδυνο που συνεπάγονται για τον ίδιο, τη φυσική ελευθερία και τη ζωή του, αφενός το ελληνικό κράτος της Δεξιάς και αφετέρου το εγχώριο σταλινικό κομμουνιστικό κόμμα (αμφότερα, αντιπαρατιθέμενοι τότε βιαίως εξουσιαστικοί μηχανισμοί ακραίας ετερονομίας), που ως διεθνιστή επαναστάτη, του οποίου η σκέψη και η πράξη τα αμφισβητεί ριζικά, τον στοχεύουν και τον διώκουν απηνώς. Έχει, μάλιστα, ήδη διαφύγει μιας στημένης παγίδας θανάτου από τους σταλινικούς.
Στη Γαλλία, θα συνεχίσει τη στρατευμένη πρακτική πολιτική δραστηριότητά του ανελλιπώς μέχρι και τις αρχές του 1967, δίνοντας μάλιστα από το ’49 ζωή στην εμβληματική ομάδα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» και το ομώνυμο περιοδικό. Ευρισκόμενος σε δυσχερή οικονομική θέση (ενώ έχει ήδη αποκτήσει την κόρη του Σπάρτη), σε ηλικία 26 ετών θα βρει δουλειά ως απλός στατιστικός οικονομολόγος στον ΟΟΣΑ, όπου από το 1948 έως το 1970, σε αυτήν που ήταν μόνον η εργασία του (με την οποία δε, χρηματοδοτούσε το «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα»), θα ακολουθήσει την προβλεπόμενη επιστημονική-τεχνική σταδιοδρομία, εξελισσόμενος με τα χρόνια και σε επιστημονικές-τεχνικές θέσεις ευθύνης (να σημειωθεί ότι η γνώση που «κλέβει» από τη συμμετοχή του στον οργανισμό τεκμηριώνει έτι περαιτέρω τη διόλου ακίνδυνη παράλληλη δημοσιευμένη οξύτατη κριτική του ενάντια στο σύστημα και στις διάφορες ιδεολογικές αναγνώσεις του). Τέλη 1970, λαμβάνει τη γαλλική υπηκοότητα, παραιτείται αμέσως από τον ΟΟΣΑ (μένοντας τρία συναπτά έτη άνεργος), ώστε να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του στο επάγγελμα του ψυχαναλυτή και να εμβαθύνει περαιτέρω στα ζητήματα της θεωρητικής φιλοσοφίας, και από το 1973-74 αρχίζει να ασκεί την ψυχανάλυση ως επάγγελμα (αδύνατο) και πράξη αυτονομίας, μέχρι και την τελευτή του.
Από το 1980 έως και το ’95, θα διδάξει παράλληλα κατόπιν εκλογής (μια πολιτική νίκη απέναντι σε ακόμη μία προσπάθεια συστηματικού αποκλεισμού της σκέψης του από μαρξιστές βαρόνους της Σχολής) ως καθηγητής φιλοσοφίας στην περίφημη EHESS στο Παρίσι. Μέχρι τότε, όμως, το Πανεπιστήμιο για τον ίδιο και τη ρηξικέλευθη σκέψη του ήταν ερμητικά κλειστό και οι πόρτες του σφραγισμένες (σε αντίθεση σημειωτέον με πλήθος άλλους θεωρητικούς της αμφισβήτησης για τους οποίους ευτυχώς τα πράγματα υπήρξαν πιο εύκολα και οι περιστάσεις εξ αρχής ευνοϊκές: λ.χ. τον περί ου εδώ ο λόγος Ν. Πουλαντζά ή και τον Κλοντ Λεφόρ, στον οποίο έγινε επίσης επίκληση, ατυχώς, κατά την επαναδημοσίευση των δύο ανωτέρω επιστολών, οι οποίοι αν και νεότεροι στην ηλικία από εκείνον εργάζονταν ήδη στον επίζηλο και προστατευτικό θεσμό του πανεπιστημίου από πολλά έτη πριν, σε πείσμα των όποιων σχετικών με την παλαιότερη εργασία του Καστοριάδη ως οικονομολόγου, αφ’ υψηλού και εκ του ασφαλούς, ετεροχρονισμένων επικρίσεών τους).
Η καθηγεσία του αυτή θα του δώσει πλέον τη δυνατότητα να μπορεί πιο ελεύθερος από βιοποριστικούς εργασιακούς χρονικούς περιορισμούς να επιδοθεί στο stricto sensu φιλοσοφικό, και στο θεωρητικό πολιτικό έργο του. Σε αυτό, δηλαδή, που ήταν η σημαίνουσα υπαρξιακή επιλογή του ήδη από 1966-67, όταν σταμάτησε μετά από 30 χρόνια την οργανωμένη επαναστατική πολιτική δράση, ώστε να επικεντρωθεί στο καθήκον της σκέψης ως πεδίου αυτονομίας. Από το 1945 μέχρι και το 1973 γράφει με ψευδώνυμα, λόγω του κινδύνου απέλασης που διατρέχει (ο οποίος δεν εκλείπει νομικά το 1970, όπως επισημαίνει ο Dosse), γεγονός που καθυστερεί σοβαρά την πρόσληψη του έργου του διεθνώς.
Και, ναι, μέσα στη θέρμη εκείνης της εποχής, και υπό το πρόδηλο πολιτικό κομματικό άγχος της επιτυχίας του τότε εγχειρήματος της «Δημοκρατικής Συμμαχίας» (το ομολογεί ο ίδιος στις επιστολές του) και γενικότερα της ιδεολογικής κατίσχυσης, ο Πουλαντζάς τον κατηγορεί το 1977, επτά χρόνια μετά την παραίτησή του, με αφορμή ακριβώς το πρώτο σύντομο βιβλίο του που δημοσιεύτηκε με το πραγματικό του όνομα «Κ. Καστοριάδης» στην Ελλάδα, για δύο πράγματα. Πρώτον: ότι εργάζεται στον ΟΟΣΑ, άρα για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, συνεπώς ότι η σκέψη και ο φιλοσοφικός και πολιτικός στοχασμός του είναι εντελώς ανάξια λόγου «υποπροϊόντα» και «φληναφήματα», υπέρ του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου. Αυτή είναι επί της ουσίας η απαξιωτική συλλογιστική. Πώς ακούγονται τα «επιχειρήματα» αυτά σήμερα, από εμάς; Δεν χρειάζονται σχόλια. Τι τα επέτρεψε στον Πουλαντζά; Μεταξύ άλλων, οπωσδήποτε και μια φιλοσοφική μεταφυσική αφετηρία, στη βάση ενός αναγωγιστικού συνολοταυτιστικού εργαλειακού φαντασιακού, που υποστηρίζει ότι η οικονομία και η οικονομική θέση καθορίζει περίπου τα πάντα στην κοινωνική ζωή (και που αντανακλάται σήμερα στη διατύπωση: «Επαναστάτης από τον ΟΟΣΑ»).
Ο Πουλαντζάς, αντιθέτως, καταθέτει σημαντικό έργο, για το κράτος λ.χ., ακριβώς όταν εκφεύγει από αυτό το ασφυκτικό μηχανιστικό πλαίσιο ή χαλαρώνει τα οικονομίστικα δεσμά του. Δεύτερον: τον κατηγορεί για την περίοδο της χούντας. Να αποδείξει, όμως, τι; ότι δεν είναι ελέφαντας; Ο Καστοριάδης δεν διαθέτει πλέον οργανωτικά μέσα, και έχει ήδη κάνει μια επιλογή ζωής. Κι όμως, συγκροτείται γύρω του μια πολιτική ομάδα επί τούτω το 1968, στην οποία συμμετέχει. Κυκλοφορούν ως γνωστόν το κείμενο, σε δύο γλώσσες, με τίτλο «Χειραφέτηση» (ενώ ο ίδιος έχει ήδη παρέμβει με κρίσιμα κείμενα και για τον Μάη). Στην Ελλάδα το 1971, με το που πατάει το πόδι του, ελέγχεται από την Ασφάλεια (βλ. Γ. Λαζαράτος, «Το παράθυρο του Καστοριάδη. Χάος, Αβυσσος, Απύθμενο», Παπαζήσης, 2018, σ. 38). Το ’72, όταν επισκέπτεται την Ελλάδα, και κάθε φορά που έρχεται, συμμετέχει σε πολιτικές συναντήσεις ανάλογης ομάδας στο σπίτι του Στίνα (το μαρτυρεί ο Καπώνης). Το ’72 δημοσιεύει μέσα στην Ελλάδα, από τις εκδόσεις Πράξη (στη χρηματοδότηση των οποίων συμβάλει), το «Επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό» και το ’73 «Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού».
Ομως, όλα τα ανωτέρω, κανονικά, έχουν ελάχιστη σημασία. Ούτε το πού εργάστηκε κάποτε ο Καστοριάδης ούτε το πόσο ακτιβιστής υπήρξε ενδιαφέρουν. Διότι, ο Καστοριάδης είναι πλέον σήμερα ένας σημαίνων φιλόσοφος, ο οποίος με τον πρωτότυπο στοχασμό του για το είναι και την πολιτική έχει εισέλθει στη διαχρονική φιλοσοφική αγορά, δίπλα στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Μακιαβέλι, τον Λοκ, τον Χιουμ, τον Καντ, τον Χέγκελ, τον Φίχτε, τον Μαρξ κ.λπ., και πρωτίστως ως τέτοιος μπορεί να μας ενδιαφέρει. Ως ένας καθολικός φιλόσοφος, που σκέπτεται διαφορετικά και γόνιμα την κοινωνία, την ιστορία, την ψυχή, τη γλώσσα, την ίδια τη σκέψη, τις επιστήμες, τα μαθηματικά, τα όρια της λογικής, την τέχνη. Κι αν δε, ενίοτε, δεν ασχολούμαστε ευθέως με το έργο του, αλλά με τον άνθρωπο και τις πράξεις του βίου του, ακόμη και αδικώντας τον, αν το καλοσκεφτούμε είναι γιατί η σκέψη του είναι αυτή που πραγματικά μας ενδιαφέρει. Αυτήν στόχευε τότε κι ο Πουλαντζάς.
Θα μιλούσε ο ίδιος έτσι και σήμερα; Το ερώτημα είναι εξόχως μεταφυσικό, και η απάντηση μη ελέγξιμη. Το να σκεφτούμε όμως ότι κάποιοι συνομιλητές του, που εγκωμιάζει στις επιστολές του 1977, επαίνεσαν αντιθέτως στη συνέχεια δημοσίως τον Καστοριάδη, δεν στερείται νοήματος. Διότι, αυτό που μένει εντέλει απτό στα χέρια μας είναι το έργο του. Αυτό μόνο μπορούμε να αγγίξουμε. Και τα πραγματικά «Πεπραγμένα και Πρακτέα» του Κ. Καστοριάδη είναι το τελευταίο του εν ζωή βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, και στο οποίο μπορούμε να διαβάσουμε ως προς τη συζήτησή μας: «Δεν φιλοσοφούμε, δεν ασχολούμαστε με την οντολογία, για να διασώσουμε την επανάσταση, αλλά για να διασώσουμε τη σκέψη μας, και τη συνοχή μας. Η ιδέα ότι μια οντολογία ή μια κοσμολογία θα μπορούσε να διασώσει την επανάσταση ανήκει στον εγελομαρξισμό, ήτοι σε μια αντίληψη τελείως απομακρυσμένη από τη δική μου». Πρόκειται, ακριβώς, για το καθήκον του στοχασμού ως θεμελιώδους εκδήλωσης ελευθερίας και αυτονομίας.

*καθηγητής Φιλοσοφίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο  ||| https://www.efsyn.gr

 

[] Σχόλιο του Αθηνοράματος

Eπαναστάτης από τον ΟΟΣΑ || Ο Πουλαντζάς για τον Καστοριάδη και η απάντησή του

 Πώς ο Κορνήλιος Καστοριάδης επηρέασε την παγκόσμια πολιτική σκέψη;

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους 2019-2020 (και με κινητό, tablet, mirrorless ή GOPRO κάμερες)

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2019-2020 || Ξεκίνησαν οι εγγραφές

[έναρξη πολύ σύντομα της Λέσχης Ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι -Σεμινάρια Κινηματογράφου στο Σχολείο του Σινεμά από Σεπτέμβριο 2019 [Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου, Συγγραφής Σεναρίου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής «ΚΑΝΤΟ ΟΠΩΣ Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ» (& Σκηνοθεσίας), Μοντάζ (adobe premiere και Avid)- Πληροφορίες στα τηλέφωνα 2130 159 816, 6944143564) ] .

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: