Κάποτε στο… Χόλιγουντ (2019) του Κουέντιν Ταραντίνο || Οι Κριτικές για την Ταινία || Αστεράκια-Η Γνώμη των Κριτικών

Από

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η κριτική περιέχει spoilers. Προτείνεται να διαβαστεί από όσους έχουν δει την ταινία.

Aφού περιπλανήθηκε με δύο ταινίες στην αγροτική (προ και μετεμφυλιακή) Αμερική του 18ου αιώνα, ο Κουέντιν Ταραντίνο επιστρέφει στο Λος Άντζελες το καλοκαίρι του 1969, όταν μια ταραγμένη δεκαετία μπαίνει στην τελική της στροφή, αφήνοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση. Κοινωνικοί αγώνες δικαιώνονται και μια νέα γενιά περνάει δυναμικά στο προσκήνιο, επιβάλλοντας τις δικές της αξίες – από τα σεξουαλικά ήθη μέχρι τη μουσική και τις ταινίες. Ταυτόχρονα φιλελεύθερες πολιτικές προσωπικότητες δολοφονούνται, ο Ρίτσαρντ Νίξον εκλέγεται πρόεδρος και ξεσπά ο πόλεμος του Βιετνάμ, ενώ εκείνη τη χρονιά διοργανώνεται το Γούντστοκ, το «Απόλλων 11» προσσεληνώνεται και ο Τσαρλς Μάνσον γίνεται πρωτοσέλιδο.

Η Αμερική γυρίζει σελίδα σε κάθε επίπεδο, αλλά ο φακός του Ταραντίνο εστιάζει στο Χόλιγουντ και στη βιομηχανία του θεάματος. Ο αέρας της αλλαγής φυσάει και για τον τηλεοπτικό σταρ Ρικ Ντάλτον, πρωταγωνιστή του γουέστερν σίριαλ «Bounty law», ο οποίος δεν κατάφερε ποτέ να κάνει το επιτυχημένο πέρασμα στη μεγάλη οθόνη. Καταλαβαίνει πως η μπογιά του έχει πάψει πια να περνάει και σκέφτεται σοβαρά την πρόταση ενός παραγωγού να γυρίσει ένα γουέστερν σπαγγέτι στην Τσινετσιτά.

Είναι ο λαμπερός μα αποπροσανατολισμένος εκφραστής μιας εποχής που τελειώνει (οι χίπηδες τού τη δίνουν), ανέτοιμος να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της καινούργιας που ξεκινάει. Ο Ταραντίνο ρίχνει δίπλα του έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, έναν «αόρατο» εργάτη της show biz βγαλμένο απ’ την αληθινή ζωή. Ο κασκαντέρ και φίλος του, ο Κλιφ Μπουθ, είναι ένας πρώην βετεράνος του πολέμου που βοηθά το αφεντικό του σε κάθε δουλειά. Τον οδηγεί με το αμάξι στο πλατό και στα διάφορα ραντεβού του ή κάνει μερεμέτια στη βίλα του στο Μπέβερλι Χιλς, ακριβώς δίπλα στην έπαυλη του Ρομάν Πολάνσκι και της εγκύου συζύγου του Σάρον Τέιτ.

Παίρνοντας το χρόνο του, το «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» περιγράφει με σπιρτόζικο και ταυτόχρονα νωχελικό ταραντινικό στιλ μια φαινομενικά χαλαρή και αστεία καθημερινότητα στη Μέκκα του θεάματος. Σινεφίλ αναφορές και inside jokes πέφτουν βροχή, μια απρόσμενη συνάντηση του Κλιφ Μπουθ με τον Μπρους Λι μάλιστα εξελίσσεται με ξεκαρδιστικά απομυθοποιητικό τρόπο. Ακόμη και όταν ο Ντάλτον αποφασίζει να ταξιδέψει στη Ρώμη, η ταινία «χαραμίζει» μισή και πλέον ώρα στις περιπέτειές του εκεί. Μα καθώς τα κινηματογραφικά ανέκδοτα πληθαίνουν, ο Ταραντίνο αρχίζει να φέρνει στην επιφάνεια των φλασάτων εικόνων του ό,τι καλά κρυμμένο κουβαλούν αυτές από την πραγματική ζωή στην οθόνη.

Η παρουσία των χίπηδων πληθαίνει, όπως και οι αναφορές στο Βιετνάμ, ο Τσαρλς Μάνσον κάνει μια σύντομη εμφάνιση κι ένα μικρό κορίτσι δείχνει στον Ρικ Ντάλτον πως ανάμεσα στο σινε-σκουπιδαριό μπορεί να βρει κάποιος διαμάντια αληθινής καλλιτεχνικής έκφρασης. Τίποτα δεν είναι όπως δείχνει εδώ λοιπόν, τόσο στον αληθινό όσο και στον χολιγουντιανό, τον παραμυθένιο («ήταν κάποτε…») κόσμο. Η εκθαμβωτική ομορφιά, όπως αυτή της Τέιτ, μπορεί να είναι τραγικά καταδικασμένη και η πιο φτηνή αρπαχτή, όπως ένα γουέστερν σπαγγέτι της συμφοράς, να εξελιχτεί σε γνήσια κινηματογραφική συγκίνηση.

Στο magnus opus του ο Ταραντίνο σχολιάζει καυστικά την ποπ κουλτούρα, την οποία λατρεύει. Διασκεδάζει και την ίδια στιγμή ειρωνεύεται την αυτοαναφορική εγωπάθειά της (η Σάρον Τέιτ παρακολουθεί ευχαριστημένη τον εαυτό της στην οθόνη), νιώθει δέος απέναντι στο πώς μεταπλάθει την πραγματικότητα σε μυθοπλασία κι αισθάνεται θλίψη για το πώς μπορεί να επιβάλει αυτήν τη μυθοπλασία ως (νέα) πραγματικότητα.

Η ταινία κορυφώνεται με τη διαβόητη νύχτα των «φόνων του Μάνσον» και η τελική μεγάλη σεκάνς ξεκινάει «ανάβοντας τα φώτα» (το σούρουπο πέφτει και οι νέον πινακίδες του Λος Άντζελες φωτίζονται η μία μετά την άλλη). Ακολουθεί –νομίζουμε– η αληθινή ιστορία, αλλά δεν πρόκειται παρά για άλλο ένα σόου· με το πιο σοκαριστικό, αγωνιώδες, βίαιο και μακάβρια αστείο twist, το Χόλιγουντ ξαναγράφει την ιστορία, απαλύνοντας την οδύνη μας και προσφέροντάς μας το πλέον καταπραϋντικό χάπι. Το χάπι εντ.

ΗΠΑ. 2019. Διάρκεια: 161΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

* Κάποτε στο Χόλιγουντ ΚΡΙΤΙΚΗ ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ [3/5]     https://www.enetpress.gr/

Once Upon a Time In… Hollywood. ΗΠΑ, 2019. Σκηνοθεσία-σενάριο: Κουέντιν Ταραντίνο. Ηθοποιοί: Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Μπραντ Πιτ, Μάργκοτ Ρόμπι, Τίμοθι Όλιφαντ, Μπρους Ντερν, Αλ Πατσίνο, Ντακότα Φάνινγκ, Ντέμιαν Λούις. 161΄

Ένα είδος ωδής στο Χόλιγουντ του 1969, εκείνο της τελευταίας χρυσής εποχής της Μέκας του κινηματογράφου, αλλά και των δολοφονιών του Μάνσον, θέλησε να είναι η ταινία του, ο γνωστός για τις εντυπωσιακές παρεμβάσεις του, Αμερικανός σκηνοθέτης Κουέντιν Ταραντίνο. Φτάνοντας μάλιστα στο σημείο, στη διάρκεια του πρόσφατου φεστιβάλ των Κανών, όπου προβλήθηκε η ταινία του, να προβεί σε μια υπεροπτική ανακοίνωση, που διαβάστηκε στα αγγλικά και στα γαλλικά, στην αίθουσα Debussy, όπου έγινε η δημοσιογραφική προβολή, στην οποία ο σκηνοθέτης του «Reservoir Dogs» ζητούσε από τους δημοσιογράφους να μην αποκαλύψουν τις λεπτομέρειες του φινάλε της ταινίας του, για να αφήσουν το «παγκόσμιο κοινό να απολαύσει την ταινία με φρεσκάδα».

Φρεσκάδα που βασικά συναντάμε στις καλύτερες ταινίες του σκηνοθέτη, ιδιαίτερα στις πρώτες του και συγκεκριμένα σε ταινίες όπως το «Reservoir Dogs», «Pulp Fiction» και «Jackie Brown», αν και με λιγότερη επιτυχία σε κατοπινές ταινίες («Kill Bill», «Οι μισητοί οκτώ», κ.ά.).

Τη φρεσκάδα αυτή, μαζί με μια νοσταλγική ματιά, συναντάμε και σ’ αυτή την ταινία, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος της, που είναι, πρέπει να πω, και το καλύτερο, με τον Ταραντίνο να καταφέρνει να δώσει μια (διασκεδαστική στο μεγαλύτερο μέρος της) εικόνα του Χόλιγουντ και του Λος Αντζελες της τότε εποχής: του Χόλιγουντ των διαφημίσεων, των τρελών πάρτι (σε μια περίοδο που όλοι κάπνιζαν ασταμάτητα), πάνω απ’ όλα του Χόλιγουντ των δημοφιλών γουέστερν, τόσο των ταινιών όσο και των τηλεοπτικών σειρών της τότε εποχής, με τα τελευταία να του δίνει την ευκαιρία να μας παρουσιάσει το πρωταγωνιστικό ντουέτο του, τον Ρικ Ντάλτον (ένας πολύ καλός Λεονάρντο ΝτιΚάπριο να τονίζει τη χιουμοριστική πλευρά του χαρακτήρα του), ηθοποιό τηλεοπτικών γουέστερν που βρίσκεται στην κατιούσα, και τον κασκαντέρ και στενό του φίλο, Κλιφ Μπουθ (με ένα το ίδιο καλό Μπραντ Πιτ), τον άνθρωπο που τον αντικαθιστά στις επικίνδυνες σκηνές του.

Γύρω από το ντουέτο αυτό κινείται ένας ολόκληρος κόσμος, εκείνος των εφηβικών χρόνων του Ταραντίνο. Στον ίδιο κόσμο που κινείται και η Σάρον Τέιτ (πολύ καλή στο ρόλο η Μάργκοτ Ρόμπι), η με τραγική κατάληξη φίλη του Ρόμαν Πολάνσκι.

Για να μπορέσει να αποκτήσει και πάλι τη δημοτικότητά του, ο μάνατζέρ του (Αλ Πατσίνο) προτείνει στον Ρικ να ταξιδέψει στην Ιταλία και να συνεργαστεί με τον δεύτερο σπουδαίο σκηνοθέτη των ταινιών του είδους, των σπαγγέτι-γουέστερν δηλαδή (εννοώντας πως δεύτερος είναι ο Σέρτζιο Κορμπούτσι, με πρώτο πάντα, τον Σέρτζιο Λεόνε, στις ταινίες του οποίου αναφέρεται, μαζί και με τον τίτλο, και η παρούσα ταινία του Ταραντίνο). Σε αυτή την ατμόσφαιρα κινείται η ταινία: σ’ ένα γεμάτο αλλαγές Χόλιγουντ, με τον Ρικ να τις παρακολουθεί χωρίς να μπορεί να επέμβει, και τον Κλιφ να μπλέκει σε διάφορους μπελάδες (ιδιαίτερα με έναν άλλο σταρ της εποχής, τον Μπρους Λι), ενώ καταφτάνει και ο Πολωνός σκηνοθέτης Ρόμαν Πολάνσκι μαζί με την ελκυστική, σέξι φίλη του Σάρον Τέιτ.

Ο ρυθμός όμως της πλοκής άλλοτε κινείται σωστά κι άλλοτε νωθρά, με διάφορες σκόρπιες σκηνές, άλλες απολαυστικές και άλλες αδιάφορες, δοσμένες με το στιλ των καρτούν, στημένες πάντως με ξεχωριστή φροντίδα (στην ανάπλαση ιδιαίτερα της εποχής, με πολλές ωραίες λεπτομέρειες και με τα χρώματα των ταινιών της τότε δεκαετίας), και με ένα φινάλε απρόσμενο, όπου κυριαρχεί μια αναπάντεχη, και αδικαιολόγητη τη φορά αυτή βίαιη (αντίθετα με τη βία και την ωμότητα που λειτουργούσε στις ταινίες του «Reservoir Dogs» και «Pulp Fiction»).

Ανάμεσα στις πιο απολαυστικές σκηνές αναφέρω εκείνη με την Σάρον Τέιτ να ανακαλύπτει τον εαυτό της σε μια τεράστια αφίσα στο Λος Άντζελες, στην ταινία «The Wrecking Crew» (έχοντας για συμπρωταγωνιστή τον Ντιν Μάρτιν στο ρόλο του Ματ Χελμ), και να πηγαίνει στο κοντινό σινεμά για να παρακολουθήσει την ταινία, ή εκείνη με τον ΝτιΚάπριο να συναντά στα στούντιο ένα μικρό κορίτσι (που αργότερα σε μια άλλη, το ίδιο απολαυστική σκηνή, την παρατάει ως όμηρο), να φιλοσοφεί μαζί της και να ξεσπά σε λυγμούς ενώ αυτή προσπαθεί να τον ηρεμήσει. Στις καλές σκηνές κι εκείνη με τον Μπραντ Πιτ να οδηγεί με το αυτοκίνητό του, την Πούσικατ, ένα από τα κορίτσια του Μάνσον, στο περιβόητο Ράντσο Σπαν, όπου ζούσαν οι λάτρεις του Μάνσον.

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ… ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ (2019)
(ONCE UPON A TIME IN… HOLLYWOOD)

του Ηλία Φραγκούλη [2/5]

Στο Λος Άντζελες του 1969, ένας τηλεοπτικός αστέρας σειράς γουέστερν του ’50 αγωνίζεται να κρατήσει την καριέρα του στα όρια του αξιοπρεπούς, φροντίζοντας παράλληλα να βρίσκει δουλειά στον stuntman κολλητό του. Λεπτομέρεια: έχει για γείτονες τη Σάρον Τέιτ και τον Ρομάν Πολάσκι.

Ο Κουέντιν Ταραντίνο είναι ο εντελώς λάθος άνθρωπος για να σου αφηγηθεί ένα «παραμύθι». Μπορεί να σου φλυαρήσει με πολλές σκηνές από ένα παραμύθι μεμονωμένα, αλλά στο σύνολο δεν το έχει. Η μαγκιά της τεχνικής του (ειδικά στο γράψιμο) είναι αυτός ο «αχταρμάς» από μεγάλες σεκάνς διαλόγων, που αν από κάτω έχουν μία στοιχειώδη ιστορία, μπορούν να λειτουργήσουν και να αναδείξουν ακόμη και τα ελαττώματά του σε κάτι που θα λατρέψεις, θα σε διασκεδάσει και θα σου μείνει κιόλας. Το «Κάποτε στο… Χόλιγουντ», όμως, δεν έχει ιστορία. Έχει μονάχα μία πρόφαση για homage, ελπίζοντας το τελευταίο να καλύψει τα κενά τού σεναρίου. Που εδώ είναι απύθμενα.

Η πρόφαση είναι το αληθινό περιστατικό της σφαγής στο σπίτι της Σάρον Τέιτ από την παρέα του Τσαρλς Μάνσον. Γύρω από αυτό, ο Ταραντίνο δημιουργεί ένα τσούρμο φανταστικών ηρώων της βιομηχανίας του Χόλιγουντ των τελών του ’60, αναμειγνύει στις σκηνές τους κάμποσα ονόματα αστέρων της περιόδου σε cameo ρολάκια (από τον Μπρους Λι και τον Στιβ ΜακΚουίν μέχρι μέλη της μπάντας των The Mamas and the Papas) και… ασχολείται για κανένα δίωρο με τους διαλόγους τους. Τέλος. Πλοκή δεν υφίσταται. Ο ανασφαλής και στα όρια του ξεπεσμού TV star (ΝτιΚάπριο) μαζί με τον αχώριστο φίλο / stunt του (Πιτ) περιφέρονται ελαφρώς άσκοπα σε διάφορα locations και sets του LA (εξαιρετική η δουλειά της Μπάρμπαρα Λινγκ), δοκιμάζοντας την τύχη τους και αγωνιώντας για το μέλλον τους στην όλη μπίζνα, με μία απίστευτα προσχηματική υποπλοκή που βάζει μέσα στο σεναριακό σύμπαν τον Μάνσον και τους «dirty hippies» της συμμορίας του.

Είναι προφανές ότι ο Ταραντίνο έχει τεράστια αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη στη δύναμη της γραφής του. Αλλά όταν εκτός από την απουσία ιστορίας αντιλαμβάνεσαι και το πόσο αδύναμοι είναι οι δύο βασικοί του χαρακτήρες, πλέον, αντιμετωπίζεις του ρολογιού τους δείκτες σαν μία ανεπανόρθωτη ήττα. Είναι σαν να σου λένε ότι ολόκληρο το «Pulp Fiction» πατούσε αποκλειστικά και μόνο στους χαρακτήρες τού Βίνσεντ και του Τζουλς. Σκέψου το και δες το να… καταρρέει στο μυαλό σου. Αυτό συμβαίνει και εδώ. Επίσης, αρκετά ειρωνικά, ο ήρωας με την «πληρέστερη» σκιαγράφηση δεν είναι ο πρωταγωνιστής μας, αλλά… ο κομπάρσος του! Ο Κλιφ του Μπραντ Πιτ αισθάνεται μεγαλύτερη σιγουριά έχοντας ένα πιο στέρεο background, γι’ αυτό και ξεχωρίζει ερμηνευτικά απέναντι σε έναν εντελώς «χάρτινο» Ρικ, με τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο να αναλώνεται σε γκριμάτσες «προβληματισμού», καθώς τίποτε άλλο δεν στηρίζει την παρουσία τού χαρακτήρα του στο φιλμ.

Ναι, υπάρχουν οι τυπικές «fun» σκηνές που ξέρεις ότι θα βρεις σε ένα ταραντινικό έργο, όμως και πάλι μοιάζουν τυχαίες και σκόρπιες μέσα στο «Κάποτε στο… Χόλιγουντ», το οποίο αποτυγχάνει να σε μεταφέρει και στα παρασκήνια της βιομηχανίας ή του glam της εποχής, με μοναδική εξαίρεση τη λίγη (τελικά) σεκάνς του party στη βίλα του Χιου Χέφνερ. Αυτό που κυριαρχεί στην ανασύσταση της εποχής είναι οι δρόμοι του Χόλιγουντ, πλημμυρισμένοι από τα φώτα των επιγραφών των αμέτρητων κινηματογραφικών αιθουσών, αναδίδοντας αντί για νοσταλγία κάτι το πιο πένθιμο, τελικά. Ίσως ο Ταραντίνο να επιχείρησε να θυμηθεί και να σου αφηγηθεί περισσότερα για το κλίμα τού τότε, αλλά… το timing της δικής του ημερομηνίας γέννησης (1963) δεν ταίριαξε ιδανικά.

Κι αν το πρώτο (και βάλε) δίωρο σε βυθίζει σταδιακά στην πλήξη, μην ανησυχείς, στο φινάλε υπάρχει το δωράκι σου: η «ανατροπή» της πρόφασης! Η ιστορία της δολοφονίας της Σάρον Τέιτ παίρνει μία εξωφρενικά… σατιρική τροπή και το τελευταίο ημίωρο του φιλμ είναι από μόνο του ένα κινηματογραφικό κομμάτι ανθολογίας που μας υπενθυμίζει γιατί αγαπήσαμε τον Ταραντίνο… κάποτε. Αλύπητη βία και θέαμα στα όρια του gore, κατάμαυροι τόνοι χιούμορ κι ένα τραχύ και ειλικρινές σχόλιο γύρω από το «αναίτιο» της δολοφονικής μανίας που μαστίζει τις ΗΠΑ μέχρι και το σήμερα. Δίχως συντηρητικά μηνύματα, φυσικά. Μονάχα σαρκασμός. Αλλά πέραν αυτού, γιατί να διακωμωδήσεις έτσι μία πραγματική ανθρώπινη τραγωδία; Ποιο το point; Ποιο ήταν το θέμα, στην τελική; Μία συρραφή από πολλές αχρείαστες σκηνές (όντως είχαν δίκιο εκείνοι που είπαν ότι αν βγάλεις όλες τις στιγμές που εμφανίζεται στην ταινία η Μάργκο Ρόμπι, δεν αλλάζει τίποτα!), σκόρπιες σε μία διάρκεια που θα μπορούσε να είναι η μισή ή και η πολλαπλάσια, αρκεί για να φτιάξεις μια ταινία; Θα έθιγα και το ζήτημα της… αυτοϊκανοποίησης τώρα, αλλά σέβομαι εκείνη την παλιά ατάκα του Γούντι Άλεν. Ας μείνουμε στο storytelling, λοιπόν. Εδώ ο Ταραντίνο ξέχασε το story. Εύχομαι να το ξαναβρεί.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ:

Μια φορά και… καμία ιστορία! Ξεχειλωμένες σεκάνς ταραντινικού διαλόγου, star power για ταμειακούς λόγους (ποιος θα πέταγε ενενήντα εκατομμύρια δολάρια budget χωρίς αυτούς τους «κράχτες»;) και ένα απολαυστικό ημίωρο για το τέλος, στο οποίο «κρύβεται» όλο το ζουμί αυτής της αδιάφορα νοσταλγικής ταινίας. Το παλιό Χόλιγουντ δεν το θυμόμαστε για τις «φούσκες» του. Το θυμόμαστε για τις ταινιάρες του. Αστοχία ο χαβαλές αυτή τη φορά. Αν πάτε μόνο για ΝτιΚάπριο και Ταραντίνο, την πατήσατε άσχημα. Αν πάτε για την «καλτιά» των αναφορών στα τέλη του ’60, τουλάχιστον θα σας μείνει το «punchline» και κάτι ωραίες σκηνές ξέμπαρκες εντός των αχαλίνωτων (ειδικά για κάθισμα θερινού σινεμά) 161 λεπτών του φιλμ. Οι νεότεροι θεατές δίχως «εγκυκλοπαιδικές» γνώσεις γύρω από τη φιλμική περίοδο θα βγάλουν γένια μέχρι να τελειώσει…

http://freecinema.gr/

Κάποτε… στο Χόλιγουντ

Once upon a time… in Hollywood

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019

 
Κάποτε… στο Χόλιγουντ

Με την 9η ταινία του, ο Κουέντιν Ταραντίνο αναβιώνει θριαμβευτικά την αναλογική εποχή του σινεμά, απαριθμεί ουκ ολίγες από τις προσφιλείς ποπ εμμονές του, επικαλείται ανατρεπτικά ένα από τα πιο σκοτεινά καλοκαίρια στα πρόσφατα αμερικανικά χρονικά και ξαναγράφει με αυθάδεια την Ιστορία.

Από τον Λουκά Κατσίκα [3,5/5]

Σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του ο Κουέντιν Ταραντίνο ταλαντευόταν ανάμεσα στον κινηματογραφόφιλο ταραξία, που αρέσκεται να αποθεώνει και να παραχαράσσει λατρευτικά το σινεμά με το οποίο γαλουχήθηκε, και στον σοβαρό σκηνοθέτη ο οποίος ενδιαφέρεται να αφήσει πίσω του ένα καλλιτεχνικό στίγμα. Για κάθε «Reservoir Dogs» και «Jackie Brown» υπήρχε πάντοτε και ένας b movie φόρος τιμής όπως το «Death Proof» ή μια άνιση επιμειξία ειδών όπως ήταν ο συνδυασμός γουέστερν και ντετέκτιβ μυστηρίου στους «Μισητούς 8». Ανάμεσα σε αυτά υπάρχει φυσικά και το «Άδωξοι Μπάσταρδη», μια αναθεωρητική απάντηση στην Ιστορία μέσα από τη νίκη της φιλμικής ψευδαίσθησης έναντι της πραγματικότητας και την ικανότητα του σινεμά να αλλάζει κατά βούληση και να διαστρεβλώνει με ευπρόσδεκτη αυθάδεια την αλήθεια.

Στην καινούργια του δημιουργία, την 9η της φιλμογραφίας του, ο Ταραντίνο επιστρέφει στη ρεβιζιονιστική φιλοσοφία εκείνης της ταινίας, ταξιδεύοντας αυτή τη φορά στο Λος Άντζελες του 1969 και σε μια πόλη που ζει κάτω από τη λάμψη των χολιγουντιανών φώτων, λίγο πριν ο Τσαρλς Μάνσον και οι οπαδοί του εξαπολύσουν τη σαδιστική τους βία και πνίξουν στο αίμα οποιονδήποτε εφησυχασμό εκείνης της δεκαετίας.

Μια περήφανα στρατευμένη κατάθεση λατρείας στο αναλογικό σινεμά

Στην καρδιά της μεγαλούπολης, και μιας κινηματογραφικής βιομηχανίας που δεν έχει ακόμη αποχαιρετήσει τον παραδοσιακό κόσμο της, συναντάμε έναν ηθοποιό β’ διαλογής (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) και τον πιστό κασκαντέρ και φίλο του (ένας απίθανος Μπραντ Πιτ). Ο ηθοποιός βλέπει την καριέρα του να παίρνει την κατιούσα όσο οι αλκοολικοί εθισμοί του αποκτούν προβάδισμα. Ο φίλος του παραμένει δίπλα του για να τον βοηθά στις λιγότερο νηφάλιες στιγμές του, να χρησιμεύει ως οδηγός του και ως παρέα του. Ο ηθοποιός είναι γείτονας της οικίας που ο Ρόμαν Πολάνσκι μοιράζεται με την σύζυγό του, Σάρον Τέιτ. Ο κασκαντέρ μένει σε ένα τροχόσπιτο έξω από την πόλη. Η ταινία παρακολουθεί μια αλληλουχία γεγονότων που συνδέουν την ιστορία του ηθοποιού και του συνεργάτη του με εκείνη της εκθαμβωτικά όμορφης γειτόνισσάς του, ξεκινώντας από τον Φλεβάρη του 1969 και καταλήγοντας σε μια καυτή νύχτα εκείνου του Αυγούστου, καθοριστική για τη ζωή και των τριών αυτών χαρακτήρων.

Με τη βοήθεια της πανέμορφης φωτογραφίας από τον Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, μόνιμο συνεργάτη του από το «Kill Bill» και μετά, αλλά και ενός εντυπωσιακού σχεδιασμού παραγωγής, ο Ταραντίνο αναπαριστά με φετιχιστική προσοχή και αγάπη την εποχή και το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται η ταινία του. Όλοι οι πολύβουοι δρόμοι, οι φωτεινές ταμπέλες των καταστημάτων τη νύχτα, τα υπαίθρια drive ins, οι λαμπερές προσόψεις των κινηματογράφων, οι πολυτελείς επαύλεις στους λόφους που δεσπόζουν πάνω από την ξέφρενη Πόλη των Αγγέλων, ακόμη και οι τηλεοπτικές εκπομπές που βλέπουμε φευγαλέα να παίζουν στην τηλεόραση ή τα σποτάκια και οι μουσικές που ακούγονται από το ραδιόφωνο, αναβιώνουν με ακρίβεια και σχετικό δέος από μέρους του σκηνοθέτη, ίσως επειδή αποτελούν αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων. Με τον τρόπο αυτό ολόκληρο το φιλμ δίνει την ευκαιρία στους νοσταλγούς να ξαναζήσουν για δυόμισι ώρες στη μυθική πρωτεύουσα του θεάματος, με τέτοια αυθεντικότητα, μάλιστα, ώστε σε σημεία το «Κάποτε στο…Χόλιγουντ» μοιάζει να ξεπήδησε από τις μέρες εκείνες.

Μια ρομαντική φαντασίωση χτισμένη γύρω από τη δύναμη των εικόνων και την παντοδυναμία της μεγάλης οθόνης

Πιστός στην κινηματογραφόφιλο μικρόβιό του, από την άλλη, ο σκηνοθέτης αναπαριστά στη διάρκεια της ταινίας του σκηνές και γυρίσματα άλλων φιλμ και σίριαλ της μικρής οθόνης που παραπέμπουν σε υπαρκτά παραδείγματα της εποχής. Όλα αυτά βοηθούν τον Ταραντίνο να επανέλθει στη δικό του, εξιδανικευμένο και εναλλακτικό σύμπαν όπου ήρωες και καταστάσεις ξεπηδούν από το σενάριο και μπλέκουν με την πραγματικότητα, σε σημείο όπου τα όρια ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο γίνονται δυσδιάκριτα.

Κάπως έτσι το φιλμ φτάνει στο τελευταίο του μέρος και φέρνοντας στο μυαλό το «Άδωξοι Μπάσταρδη» χρησιμοποιεί το σινεμά ως ένα αιρετικό εργαλείο προκειμένου να ξαναγραφτεί η Ιστορία και να διορθωθούν οι αδικίες της. Με μια αποστομωτική σε θράσος κατακλείδα ο σκηνοθέτης εξαπολύει την εκδίκησή του σε ένα από τα πιο αποτρόπαια περιστατικά αληθινού σοκ και τρόμου που έζησε το Λος Άντζελες και η αμερικανική πραγματικότητα του ’60, τιμωρώντας τους ενόχους μέσα σε ένα ντελίριο κανιβαλιστικής βίας και χιούμορ, λίγο πλησιέστερα στον χαβαλέ όμως απ’ όσο θα εύχονταν κάποιοι.

Επειδή όμως οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει τους θεατές οι οποίοι θα σπεύσουν να δουν το φιλμ, καλό είναι να μπει εδώ μια τελεία. Η αλήθεια είναι, παρ’ όλα αυτά, ότι ο Ταραντίνο παραμένει τόσο απορροφημένος στο όραμά του ώστε δεν αντιλαμβάνεται ότι κινηματογραφεί επί της ουσίας μια ιστορία την οποία όχι μόνο έχει διηγηθεί ξανά, αλλά κι εδώ ξεχειλώνει πέρα από τις αφηγηματικές της δυνατότητες. Αυτάρεσκος και αμετροεπής, ιδίως μετά τον χαμό της εξαιρετικής μοντέρ των καλύτερων ταινιών του, δυσκολεύεται να αποχωριστεί ή να ψαλιδίσει σκηνές οι οποίες είτε δεν έχουν ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης είτε μακρηγορούν. Κι αυτό χρεώνεται εδώ ως η μεγαλύτερη αδυναμία του.

Από την άλλη είναι τέτοια η δεξιοτεχνία και ο έλεγχός του σε κάθε πλάνο, ώστε ακόμη και σημεία που τρενάρουν ή που δεν υποστηρίζονται από ιδιαίτερο δραματουργικό βάρος, περιέργως κατορθώνουν και λειτουργούν. Το «Κάποτε στο…Χόλιγουντ» αποτελεί, έπειτα, μια περήφανα στρατευμένη κατάθεση λατρείας στο αναλογικό σινεμά: μια ρομαντική φαντασίωση χτισμένη γύρω από τη δύναμη των εικόνων και την παντοδυναμία της μεγάλης οθόνης σε εποχές όπου κάτι τέτοιο αμφισβητείται. Ταυτόχρονα και ένας εξορκισμός κόντρα στις σκληρές αλήθειες του κόσμου έξω από την κινηματογραφική αίθουσα. Μπορεί όλα τα παραπάνω να είναι δοσμένα με ελάχιστη διακριτικότητα και ακόμη λιγότερη σκοτούρα για τις ευαισθησίες κάποιων θεατών, δεν παύουν ωστόσο να πηγάζουν από ένα μέρος ιδιαίτερα προσωπικό και απρόσμενα τρυφερό.

http://www.cinemagazine.gr/

Κάποτε στο… Χόλιγουντ

Once Upon a Time… in Hollywood

του Κουέντιν Ταραντίνο

ΚΡΙΤΙΚΗ 01 AUG 2019 Λήδα Γαλανού [4,5/5]

 

Αν το ως τώρα σινεμά του Κουέντιν Ταραντίνο ήταν ασκήσεις, η νέα ταινία του είναι η διατριβή του για το entertainment.

Ο Κουέντιν Ταραντίνo ζήτησε προσωπικά και επίμονα, όποιος βλέπει τη νέα ταινία του, το «Once Upon a Time… in Hollywood», να μην αποκαλύπτει τα μυστικά της – οπότε, φυσικά, θα το σεβαστούμε. Μόνο που τα μυστικά της, για να εξηγούμαστε, δεν έχουν να κάνουν με ξαφνιάσματα της πλοκής, μ’ ένα συναρπαστικό whodunnit. Έχουν να κάνουν με τον τρόπο της αφήγησης, με τη σύμβαση της θέασης μιας ταινίας ή μιας τηλεοπτικής σειράς, με το αν ο Ταραντίνο θα κερδίσει τη δική μας εμπιστοσύνη να παραδοθούμε στη δική του ιστορία. Είναι μια ταινία λιγότερο «…in Hollywood» και περισσότερο «Once Upon a Time…». Είναι μια ταινία συνειδητά και απολύτως meta.

Το φιλμ επιλέγει τη χρονιά του 1969 και τον τόπο του Χόλιγουντ. Ναι, από τη μια πλευρά αυτή η στιγμή περιλαμβάνει στοιχεία τοις πάσι γνωστά. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, το κίνημα των χίπις που περνά στην πιο σκοτεινή του φάση, ο Τσαρλς Μάνσον, το Playboy mansion, είναι μια στιγμή στο χρόνο με πολιτισμικά πλούσια κι εύκολα αναγνωρίσιμη ταυτότητα – την οποία η ταινία χαϊδεύει, περιγράφει μέσα από ραδιόφωνα, χαζεύει υπνωτιστικά. Αλλά από την άλλη, είναι μια στιγμή τόσο αναγνωρίσιμη που μπορεί εύκολα ν’ ανατραπεί, από το ίδιο το entertainment.

Η ταινία συναντά δυο άντρες, δυο buddies. Τον ηθοποιό – και τέως σταρ, τώρα στο μεταίχμιο της πτώσης του – Ρικ Ντάλτον (Λεονάρντο ΝτιΚάπριο), που ξεκίνησε στο σινεμά, «ξέπεσε» σε μια τηλεοπτική σειρά που μόλις κόπηκε και, με ατζέντη του τον… Αλ Πατσίνο, διεκδικεί μια θέση στα ιταλικά σπαγγέτι γουέστερν. Και τον κασκαντέρ Κλιφ Μπουθ, έναν «αληθινό» καουμπόη αντι-ήρωα με σκοτεινό παρελθόν, που διεκδικεί μόνο την ύπαρξή του και την ηρεμία του. Οι δυο άντρες είναι αδελφικοί φίλοι, ο πρώτος πνιγμένος στις ανασφάλειες, τα δάκρυα και τον αλκοολισμό του (ο ΝτιΚάπριο είναι εκείνος που στο φιλμ αποσυντίθεται κι ανασυντίθεται υπέροχα), ο δεύτερος υποστηρικτικός (ο Μπραντ Πιτ τόσο όμορφος και ικανός όσο ποτέ στην καριέρα του), βοηθητικός, σοφέρ, μάστορας και ψυχολόγος, πιο cool κι από έναν Πολ Νιούμαν ή έναν Στιβ ΜακΚουιν, ο πραγματικός «ήρωας» απέναντι στον «ηθοποιό» του Ρικ: το ζευγάρι που, από μόνο του, ενσαρκώνει την αντίθεση της ταινίας. Οι γείτονες του Ρικ είναι «οι Πολάνσκι», ο Ρομάν και η πανέμορφη, δροσερή ηθοποιός και σύζυγός του Σάρον Τέιτ (ο Ταραντίνο κινηματογραφεί τη Μάργκο Ρόμπι σαν ηλιαχτίδα), τα χολιγουντιανά πάρτι αγγίζουν το lifestyle των παιδιών των λουλουδιών με πιο ακριβά ποτά και drugs, τα παιδιά των λουλουδιών ακολουθούν τον Τσάρλι, τον Τσαρλς Μάνσον, με βρώμικες πατούσες και φλογερό βλέμμα.

Αυτή την ιστορία, που αγκιστρώνεται από τη σχέση των δυο αντρών, τους παρακολουθεί χωριστά και τους ξαναφέρνει κοντά σ’ ένα κύκλο, ο Κουέντιν Ταραντίνο την ντύνει με μια ομορφιά σύνθετη και, τελικά, μυθική. Το κάθε του πλάνο αποτελείται από ένα κολάζ αναφορών και αισθητικών σχολίων που εκτείνεται προς το βάθος: κάποιες σκηνές θα θελήσουν δυο και τρεις θεάσεις για να… καταγραφούν σωστά στη μνήμη. Τα χρώματά του, είτε στην τεκνικολόρ αναπαραγωγή μιας τοιχογραφίας του «Γίγαντα», είτε στο λυκόφως της πόλης των αγγέλων, θυμίζει τα σημεία όπου το φιλμ 35mm, ας μην απατόμαστε, υπερέχει. Η ταινία του δεν είναι μία, είναι τρεις-τέσσερις κι άλλες τόσες σειρές, από εκρηκτικά έγχρωμες, μέχρι σκονισμένες, μέχρι ασπρόμαυρες. Ο Ταραντίνο διεκδικεί και κερδίζει την άνεση του χρόνου του και της geekiness του ώστε, απλώς επειδή θέλει να το τιμήσει, να φτιάξει ένα ολόκληρο γουέστερν (το οποίο παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του) και δυο τηλεοπτικές σειρές, για να υπάρχουν ως πλαίσιο της ιστορίας του: ούτε καν, για να υπάρχουν επειδή πάντα ήθελε να τις κάνει.

Η ομορφιά των εικόνων του Ταραντίνο (και, φυσικά, του Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον), είναι εξίσου γιγάντια κι ολόκληρο το παιχνίδι του, της μυθολογίας του πώς γύρισε την ταινία, πώς τη μόνταρε στη μουβιόλα, πόσο κόστισε (95 εκ. δολάρια περίπου), ποιοι παίζουν (η συνύπαρξη Μπραντ Πιτ και ΝτιΚάπριο στην οθόνη προκαλεί ένα συνειδησιακό σεισμό, ό,τι και να πεις), πώς πρέπει όποιος τη βλέπει να την κρατά για τον εαυτό του, είναι κι αυτά στοιχεία του παιχνιδιού του. Του να ξαναδώσει στο entertainment, είτε είναι οι κινηματογραφικές ταινίες, είτε οι τηλεοπτικές σειρές που είναι προφανές ότι λατρεύει, το μυστηριακό στοιχείο που έχουν χάσει τα τελευταία χρόνια. Να δώσει την αφορμή για μια «κοινότητα», για όσους έγιναν μύστες, να συναντηθούν, να συζητήσουν, να διαφωνήσουν, να εκτιμήσουν.

Το γεγονός βέβαια παραμένει, ότι εκτός από απολαυστική, διασκεδαστική, μ’ ένα soundtrack όπως πάντα εθιστικό, σε μια σεκάνς (μόνο) εξαιρετικά βίαιη, γενικά καθηλωτικά όμορφη και σύνθετη, ενίοτε φλύαρη, η νέα ταινία του Ταραντίνο είναι (όχι για πρώτη φορά), μια πρόκληση εγκεφαλική. Μια μέθοδος όπου άλλα βλέπουν τα μάτια κι άλλα πρέπει να επεξεργαστεί το μυαλό. Κι αυτό προκαλεί, ιδιαίτερα στο φινάλε της, μια αίσθηση αμηχανίας. Ένα ερωτηματικό: είναι ΟΚ αυτό που μόλις συνέβη; Εχει ικανό λόγο ύπαρξης; Είναι κάτι πιο φιλοσοφικό κι ανθρωπολογικό από ένα αφηγηματικό παιχνίδι; Κι εκεί καλείται ο καθένας να απαντήσει, έχοντας, όμως, ήδη παίξει. Κι εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο κομμάτι της ταινίας γιατί, once upon a time, όταν άναβαν τα φώτα συζητούσαμε.

http://www.flix.gr

 

Κάποτε στο… Χόλιγουντ (Once Upon a Time… in Hollywood)

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΪΜΑΚΗΣ (3,5/5)

Σκηνοθεσία: Κουέντιν Ταραντίνο
Πρωταγωνιστούν: Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Μπραντ Πιτ, Μάργκο Ρόμπι, Κερτ Ράσελ, Αλ Πατσίνο

Διάσημος τηλεοπτικός αστέρας των 50s βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με την αφάνεια καθώς η μπογιά του φαίνεται να μην περνά πια (ο ατζέντης του προσπαθεί να τον πείσει να πάει να δουλέψει στη Ρώμη γυρίζοντας σπαγγέτι γουέστερν) και ο μόνος που τον στηρίζει είναι ο προσωπικός βοηθός και κασκαντέρ του για πολλά χρόνια. Βρισκόμαστε στις αρχές του 1969 και η Μέκκα του κινηματογράφου γνωρίζει την πιο βαθιά κρίση στην μέχρι τότε ιστορία της.

Όχι δεν είναι η καλύτερη ταινία του Ταραντίνο αφού με μια πρώτη εκτίμηση μπορούμε να βρούμε τουλάχιστον 2-3 ανώτερες του «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» δημιουργίες, ξεκινώντας με τις πρώτες του και φτάνοντας έως το «Τζάνγκο ο τιμωρός», ενώ υπάρχουν και φιλμ όπως το «Άδωξοι Μπάσταρδη» με το οποίο η σημερινή ταινία έχει στενή σχέση στο κομμάτι του αναχρονισμού που συγκινεί τον σκηνοθέτη. Το εντυπωσιακό ντεμπούτο του Ταραντίνο στο «Reservoir dogs» το 1993 έγραψε ιστορία και γέννησε αμέτρητους μιμητές (τα κωδικοποιημένα ονόματα των ληστών στο «Casa de papel» για παράδειγμα μεταξύ άλλων) ενώ το ανεπανάληπτο και βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα «Pulp fiction» συνέδεσε μοναδικά την pop κουλτούρα με την κινηματογραφική τέχνη. Έκτοτε ο Ταραντίνο ουσιαστικά γυρνά την ίδια ταινία αποθεώνοντας τη μαγική ψευδαίσθηση που φέρνει το θαύμα στην καθημερινότητα και μεταμορφώνει τους χάρτινους ήρωες του σε σύμβολα, μέσα από εξωφρενικούς ρυθμούς που προσφέρουν απύθμενη ηδονή στο θεατή. Στην ένατη ταινία του όμως ο σκηνοθέτης βρίσκεται σε περίεργη διάθεση αν όχι βαθιά περισυλλογή. Η ιστορία του κακομαθημένου τηλεοπτικού αστέρα γίνεται όχημα για να ταξιδέψουμε στο Χόλιγουντ του 1969, σε μια εντυπωσιακή ανάπλαση της εποχής που προκαλεί μεν συγκίνηση αλλά και αμηχανία ως προς το τι «θέλει να πει ο ποιητής». Ο Ταραντίνο τιμά τα ιερά τοτέμ της παιδικής ηλικίας του και προβαίνει σε μια φανταχτερή ωδή στο παλιό σινεμά. Η τεχνική αρτιότητά του είναι ως συνήθως χωρίς αδυναμίες την οποία εδώ συνοδεύει με νωχελικό –κάποιοι θα το πουν cool– στιλάκι, βάζοντας το χέρι του ακόμη και στο ξαναδιάβασμα της ιστορίας προκειμένου να επιτευχθεί το ζητούμενο, χολιγουντιανό happy end. Σφιχτή αφήγηση, ανάπλαση μιας ρομαντικής εποχής μέσω μιας ανεξάντλητης παρέλασης συμβόλων, καλοδουλεμένοι διάλογοι, ψαγμένοι χαρακτήρες. Το γνωστό σινεμά του σκηνοθέτη δηλαδή. Όμως στην επιστροφή του στο παλιό Χόλιγουντ ο Ταραντίνο –που ταυτόχρονα στοχάζεται πάνω στο θέμα της βίας και της Τέχνης- επιλέγει να βασιστεί σε 3 πρόσωπα για να δείξει πώς οδηγηθήκαμε στο τέλος της αθωότητας και του παραδοσιακού, αναλογικού σινεμά. Τον ανασφαλή και εγωισταρά σταρ του Ντι Κάπριο, τον αφοσιωμένο υπηρέτη-κασκαντέρ του (ο Μπραντ Πιτ σε ρόλο ζωής), την αθώα και πανέμορφη θέα της Μάργκο Ρόμπι που υποδύεται την αδικοχαμένη Σάρον Τέιτ, σύζυγο του Πολάνσκι. Μπροστά από τα μάτια τους παρελαύνει όχι μόνο η ψευδαίσθηση της βιομηχανίας του θεάματος αλλά και ο πόλεμος του Βιετνάμ, οι χίπις, η συμμορία του Μάνσον, η ψυχεδέλεια, τα drugs και φυσικά η βία. Ο Ταραντίνο στέκει για πρώτη φορά άβολος απέναντι στη βία. Προσπαθεί να καταλάβει τι τον γοητεύει σε αυτή και μας βάζει για πρώτη φορά σε θέση συνένοχου. Όπως ηδονίζεται κι εκείνος, έτσι κι εμείς. Για πρώτη φορά νιώθει αμηχανία, αν όχι απέχθεια, στη σαδιστική βία. Την κριτικάρει και προσπαθεί να την ξορκίσει με ψυχολογικούς αλλά και ταξικούς όρους. «Πάμε να σφάξουμε τα γουρούνια στις βίλες τους για το κακό που μας έκαναν. Αυτοί μας μύησαν στη βία μέσω των ταινιών τους» λένε τα μέλη της συμμορίας του Μάνσον πριν εξαπολύσουν την οργή τους στο εξωφρενικό –από όποια γωνία και αν το δεις– και αιματοβαμμένο φινάλε. Στο «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» ο Ταραντίνο σοβαρεύει αλλά δεν ωριμάζει. Η ωριμότητα αργεί ακόμη για τον 56χρονο σκηνοθέτη από το Τένεσι που δείχνει εδώ πάντως σημάδια υπαρξιακής κρίσης και βαθιάς περισυλλογής. Το είπαμε και στην αρχή. Η ταινία μπορεί να είναι η πιο προσωπική του (αυτές οι μνήμες) αλλά σε καμιά περίπτωση η καλύτερή του.

https://www.athensvoice.gr/

Ακόμα και όσοι έχουν τις αντιρρήσεις τους για μια ταινία που άλλοι θα αποκαλέσουν «έπος», το υψηλό ερμηνευτικό class των πρωταγωνιστών Μπραντ Πιτ & Λεονάρντο Ντι Κάπριο είναι αδιαμφισβήτητο και απολύτως καλοδεχούμενο, από όλους…

Δεν ξέρω αν θα υπήρχε ιδανικότερο κινηματογραφικό τοπίο για να βρεθούν επιτέλους μαζί οι δύο μεγαλύτεροι (και, σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο του Guardian, οι μοναδικοί) σταρ της φουρνιάς των ώριμων χολιγουντιανών ηθοποιών, από το Κάποτε στο Χόλιγουντ. Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και ο Μπραντ Πιτ κούμπωσαν σαν τέντζερης με καπάκι σε αυτόν τον μεγαλειώδη φόρο τιμής του Κουέντιν Ταραντίνο σε ένα Χόλιγουντ που έφυγε ανεπιστρεπτί. Αθώο και ένοχο  ταυτόχρονα, όσο και οι σαρκοβόροι χίπις που εισβάλλουν λαθραία, λίγο πριν το φινάλε, στο επίκεντρο της ιστορίας την οποία ο φανατικός παρελθοντολάγνος σκηνοθέτης θέλησε να αφηγηθεί. 

Μέχρι να συμβεί αυτό, μέχρι η πασίγνωστη τραγωδία που χάραξε τη ζωή του Ρομάν Πολάνσκι να ξαναγραφτεί δια χειρός του κατά συρροή ανατροπέα Ταραντίνο, ο Πιτ και ο Ντι Κάπριο κυριαρχούν. Τους παραδίδεσαι αμαχητί. Είναι απίθανα δύσκολο να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από πάνω τους. Κάθε τόσο, αναγκαστικά και αγχωμένα, στρέφεις την προσοχή σου παραδίπλα, παλεύοντας να μη χάσεις ούτε μία από τις δεκάδες αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα· αναφορές που εκτοξεύονται σαν σινεφίλ κεραυνοί δεξιόθεν και αριστερόθεν σε όλη τη διάρκεια αυτού του χορταστικού, εμμονικά φροντισμένου σε κάθε λεπτομέρειά του, rewind στο χολιγουντιανό και αμερικανικό τηλεοπτικό παρελθόν. Όχι ότι προλαβαίνεις, δηλαδή.  

1969. Φωτισμένος από τις αποχρώσεις της δύσης, παραπαίοντας αβέβαια στο κατώφλι μιας νέας εποχής στη σόουμπιζ και στον κόσμο, ο Ντι Κάπριο υποδύεται τον τηλεοπτικό (κυρίως) αστέρα Ρικ Ντάλντον. O οποίος κινδυνεύει να χάσει για πάντα το τρένο, αν δεν αναθεωρήσει τις απόψεις του περί σπαγγέτι γουέστερν –τουλάχιστον αυτό του λέει ο ατζέντης του, δηλαδή ο Αλ Πατσίνο. Ο Πιτ είναι ο μόνιμος στάντμαν του, Κλιφ Μπουθ· ο οποίος επίσης εκτελεί χρέη σοφέρ, κολλητού αλλά και μαμάς, καθότι ο Ρικ κατακλύζεται από τα τυπικά θέματα των αστέρων που κινδυνεύουν να μείνουν εκτός εποχής.

Σχεδόν από την αρχή, αντιλαμβάνεσαι ότι οι ρόλοι έχουν αναποδογυριστεί: ο Ντι Κάπριο, έχοντας πάρει εδώ και χρόνια ξεκάθαρη απόσταση από τις μέρες στις οποίες ανέτειλε ως το χρυσό αγόρι της κινηματογραφικής βιομηχανίας, τσαλακώνεται με θάρρος και με προσωπικό στιλ. Είναι έξοχος, ιδίως όταν παίζει σε ταινία μέσα στην ταινία, χάνοντας τα λόγια του, ξαναβρίσκοντάς τα, εντυπωσιάζοντας τη λιλιπούτεια συμπρωταγωνίστριά του: ένα αυστηρό παιδί-θαύμα, από εκείνα που εξακολουθούν να πετάγονται κατά κόρον από τα τσικό της χολιγουντιανής βιομηχανίας, σαν αστραφτεροί διάττοντες.    

 

Ο στάντμαν-Μπραντ, από την άλλη, παρόλο που ο ήρωάς του δεν έχει καμία απολύτως όρεξη για δόξες, αναλαμβάνει χωρίς πολλά λόγια να μας θυμίσει πώς ήταν τα αρσενικά κινηματογραφικά είδωλα τις εποχές που στις κοριτσίστικες φαντασιώσεις μεσουρανούσαν οι Ρόμπερτ Ρέντφορντ αυτού του κόσμου. Είναι αφόρητα σέξι, με έναν ώριμο, δωρικό, 100% masculine, παλαιάς κοπής τρόπο. Ο σταρ του Ντι Κάπριο τα πίνει στα σαλούν των πλατό, αλλά ο Ταραντίνο φύλαγε τον ρόλο του πραγματικού κάου μπόι για τον Πιτ· χώρια που το παρελθόν του χαρακτήρα του είναι σκοτεινό, αμφιλλεγόμενο και (υποθέτεις) κομματάκι πιο ζουμερό. Αν ο Ντι Κάπριο είναι έξοχος, ο Πιτ εδώ είναι μαγνητικός.

 

Έξτρα μπόνους τα cameo του Μπρους Ντερν και ενός τέλειου Λουκ Πέρι, στην τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση της ζωής του, ενώ τον γυναικείο πρωταγωνιστικό ρόλο αναλαμβάνει η Μάργκοτ Ρόμπι. Ο Ταραντίνο μας βομβαρδίζει με αμέτρητα κολακευτικά πλάνα της, τα οποία αντανακλούν με απόλυτη επιτυχία το απαραίτητο sexiness γένους θηλυκού των 1960s και 1970s, τυλιγμένο με μια σχεδόν αβάσταχτη χαρά και τη γλύκα της τσιχλόφουσκας. Υποδύεται τη Σάρον Τέιτ, τη νεαρή σύζυγο του Πολάνσκι –το μετέπειτα αιματοβαμμένο θύμα του Τσαρλς Μάνσον.  

Ο Πολάνσκι (ο οποίος εμφανίζεται φευγαλέα) είναι ο νέος γείτονας του Ρικ, ίνδαλμά του και, κατά τη γνώμη του, πιθανό διαβατήριο για έναν νέο επαγγελματικό ορίζοντα. Κάπου στην πορεία οι δρόμοι των γειτόνων θα διασταυρωθούν, αλλά στο μεταξύ ο Ταραντίνο δωρίζει στην ωραία Ρόμπι ένα από τα πιο απολαυστικά και πιο διεισδυτικά σημεία της ταινίας του· αποκαλύπτοντάς μας πώς ακριβώς νιώθει μια ανερχόμενη ηθοποιός όταν παρακολουθεί ινκόγκνιτο τον εαυτό της στη μεγάλη οθόνη, τυλιγμένη από τις αυθόρμητες αντιδράσεις των θεατών μέσα στη σκοτεινή αίθουσα. Η Τέιτ είναι η χαρούμενη, ανυποψίαστη ζέβρα της ιστορίας. Πολύ κοντά της, ο Ταραντίνο έχει στήσει μια δυσοίωνη σαβάνα, όπου καραδοκεί ένα κοπάδι από ύαινες (υπόκλιση στην αστείρευτη έμπνευση αυτού του ανθρώπου).

Το Κάποτε στο Χόλιγουντ έχει κι άλλες τέτοιες απολαυστικές στιγμές, μία από τις οποίες έκανε την κόρη του Μπρους Λι (μάλλον δικαίως) να εξοργιστεί, αλλά έχει απίστευτο γέλιο. Ένα από τα κλου είναι και το πίτμπουλ του Κλιφ, που με την ερμηνεία του σβήνει όλες τις ερμηνείες χολιγουντιανών σκύλων τις οποίες έχεις δει στη μεγάλη οθόνη. Αυτές οι στιγμές «εξέχουν» σαν λαμπερά pop-up από το «ντοκιμαντέρ» που κυλάει, μερικές φορές αργόσυρτα, στο φόντο ολόκληρης της ταινίας, για να απεικονίσει με εμμονικά εγκυκλοπαιδική ακρίβεια την κουλτούρα και την αισθητική της εποχής που ο Ταραντίνο υμνεί. 

 

Συχνά έχεις λοιπόν την αίσθηση ότι οι βασικοί ήρωες χρησιμεύουν ως αφορμή για αυτόν τον πολυπόθητο ύμνο, κομπάρσοι στην ίδια τους την (όχι και ιδιαίτερα πλούσια) ιστορία. Σε φάσεις σε συγκινούν, επειδή οι ηθοποιοί είναι τόσο υψηλής κλάσης ώστε δημιουργούν μια μοναξιά απτή· όμως δεν ταυτίζεσαι εύκολα μαζί τους. Δεν τους μαθαίνεις. Δεν έχεις ούτε το υλικό γι’ αυτούς, ούτε τον χρόνο, γιατί ο Ταραντίνο προσπαθεί να σου δείξει όλα τα άλλα, όλα όσα τον καθορίζουν, μέσα σε 160 λεπτά. 

Αποκτάς έτσι πλήρη συναίσθηση ότι παρακολουθείς έναν κινηματογραφικό άθλο, ποτισμένο με καυτερό αυτοσαρκασμό, τη μόνιμη νύξη της αναπόφευκτης βίας που παραμονεύει κάτω από τον ήλιο και την άνευ όρων αγάπη του δημιουργού του. Αλλά όταν πέφτουν οι τίτλοι (και εφόσον έχεις κατορθώσει να  παραβλέψεις την ενοχλητική ποδολαγνική μανία του σκηνοθέτη), νιώθεις ακόμα τη δίψα του θαυμαστή της πρώτης εποχής του Ταραντίνο για μια αυθεντική, παθιασμένη έκρηξη-κάθαρση. Δίψα που δεν σβήνεται ικανοποιητικά από τις σκηνές horror που σε περιμένουν λίγο πριν το τέλος. Κάτι λείπει.

Και μετά φεύγεις, και για τις επόμενες μέρες και νύχτες, χωρίς καθόλου να το περιμένεις, το Κάποτε στο Χόλιγουντ σε ακολουθεί σαν αλλόκοτη, creepy σκιά. Σαν το αιρετικό παρεάκι του Μάνσον, το οποίο δεν πείστηκε από την ειρήνη και θέλησε να τιμωρήσει τον γκλάμορους εχθρό με το ίδιο, κακό νόμισμα που θεώρησε ότι εισέπραξε. Τώρα, 50 χρόνια μετά, το παρεάκι σκοντάφτει στο φινάλε του Ταραντίνο. Ένα φινάλε που αφήνει την ερώτηση να αιωρείται.

Το Κάποτε στο Χόλιγουντ είναι πιθανό να διχάσει. Όμως, ακόμα κι αν έχεις τις αντιρρήσεις σου, είναι αδύνατον να το αγνοήσεις. Ή να το ξεχάσεις.

Ηνωμένο Βασίλειο/Η.Π.Α/Κίνα 2019

Σκηνοθεσία: Κουέντιν Ταραντίνο

Πρωταγωνιστούν: Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Μπραντι Πιτ, Μάργκοτ Ρόμπι, Εμίλ Χερς, Μάργκαρετ Κόλεϊ, Τίμοθι Όλιφαντ, Νρακότα Φάνινγκ, Μπρους Ντερν, Λιουκ Πέρι, Κερτ Ράσελ, Ντέμιαν Λιούις, Αλ Πατσίνο, Μάικλ Μάντσεν   

Διανομή: Feelgood 

 https://www.avopolis.gr

«Κάποτε στο… Χόλιγουντ»/ («Once Upon A Time…In Hollywood»)/Σκηνοθεσία: Κουέντιν Ταραντίνο/

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑ ΔΑΛΙΑΚΑ [4/5]

Παίζουν: Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Μπραντ Πιτ, Μάργκοτ Ρόμπι, Εμίλ Χιρς, Μάργκαρετ Κουόλι

Στο Λος Αντζελες του 1969 ο τηλεοπτικός αστέρας Ρικ Ντάλτον και ο για πολλά χρόνια κασκαντέρ του Κλιφ Μπουθ βρίσκονται μετέωροι σε μια βιομηχανία που αλλάζει. Ο πρώτος αντιμετωπίζει πρόβλημα αλκοολισμού και βρίσκεται στη δύση της καριέρας του ενώ ο δεύτερος, εκτός επαγγέλματος εξαιτίας του σκοτεινού παρελθόντος του, παραμένει ο κολλητός του και αυτός που εκτελεί χρέη σοφέρ και βοηθού γενικών καθηκόντων. Η πρόταση του μάνατζερ Μάρτιν Σβαρτζ για ένα πέρασμα του Ρικ από μια αμερικανική σειρά γουέστερν και στη συνέχεια για μια αναθεώρηση καριέρας στα ιταλικά σπαγγέτι γουέστερν, θα επιφέρει μια σειρά αλλαγών για τους δύο φίλους που κινούνται σε έναν παράλληλο κόσμο με τον λαμπερό χολιγουντιανό της Σάρον Τέιτ, της όμορφης συζύγου του σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι, δίπλα στην έπαυλη του οποίου μένει ο Ρικ τρέφοντας απεριόριστο θαυμασμό για εκείνον. Η ηρεμία του απομονωμένου δρόμου τους διακόπτεται που και που από ενοχλητικούς έως και επικίνδυνους χίπις….

Απομακρυσμένος από την διαλογική φλυαρία αλλά όχι και από την αγαπημένη του τακτική αποδόμησης των κινηματογραφικών ειδών, ο Ταραντίνο επιστρέφει τέσσερα χρόνια μετά το βραβευμένο με Όσκαρ για τη μουσική του Ένιο Μορικόνε γουέστερν «Οι μισητοί οκτώ» με τη δέκατη ταινία της φιλμογραφίας του που πιθανόν να είναι και η προτελευταία του σύμφωνα με τα ως σήμερα λεγόμενά του. Λουσμένο στα λαμπερά χρώματα του 35mm φιλμ, τη μαγεία του τεχνικολόρ υπό τη μαεστρική διεύθυνση φωτογραφίας του Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, το «Κάποτε στο…Χόλιγουντ» συνιστά μια απολαυστική επιστροφή στο παρελθόν της βιομηχανίας του θεάματος, μια μεταμοντέρνα χολιγουντιανή (αυτό) βιογραφία, καθαρά ταραντινική, δομημένη πάνω σε κεφάλαια-επεισόδια με άξονα το γουέστερν και τους κώδικές του.

Έχοντας ως εφαλτήριο την παράδοση των ταινιών που έστρεψαν το βλέμμα στο αμερικανικό entertainment ο Ταραντίνο μας καλεί σε μια ρεβιζιονιστική «βόλτα» στην ποπ τηλεοπτική κουλτούρα των 60s προσεγγίζοντας τους χολιγουντιανούς μύθους νοσταλγικά, αποθεωτικά, σαρκαστικά μέσα από ένα δικό του κάτοπτρο, ένα μελετημένο μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας παζλ αναφορών που επιφυλάσσει κάτι για κάθε γενιά θεατών. Και την εκρηκτική βία στην κορύφωση που αποτελεί την σφραγίδα του, και τις κινηματογραφοφιλικές αναφορές που απογειώνονται σε ολόκληρες ανασυνθέσεις σκηνών αλλά και το υποβόσκων κοινωνικό σχόλιο για την αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο σύστημα της παραγωγής θεάματος και τις κοινωνικές νόρμες της εκάστοτε εποχής.

Ο Ρικ Ντάλτον είναι ο τηλε-σταρ των γουέστερν που κινείται στις παρυφές του κινηματογραφικού Χόλιγουντ, βλέποντας το άστρο του να δύει τώρα πια και συνειδητοποιώντας το εφήμερο του επαγγέλματος να πασχίζει να δώσει τον καλύτερό του εαυτό φορώντας το καλύτερο καουμπόικο ένδυμα, παίζοντας σε ένα ακόμη γουέστερν (ένα ΝτιΚάπριο εκπληκτικά ρευστός και τρωτός).

Ο Κλιφ Μπουθ είναι μια σκιώδης προσωπικότητα, ένα υπερβίαιο κινηματογραφικό άλτερ έγκο που φαντασιώνεται ότι μπορεί με τη δύναμή του να νικήσει τον Μπρους Λι (η ονειρική σεκάνς για την οποία τόσος ντόρος έχει γίνει σχετικά με την απεικόνιση του Λι είναι πραγματικά ξεκαρδιστική) και που θα κάνει πράξη την ατρόμητη κουλ στάση του εισχωρώντας στο ράντσο της Οικογένειας Μάνσον για μια πραγματική αλά γουέστερν (και θρίλερ) αναμέτρηση (ο Μπραντ Πιτ γίνεται ο ορισμός του κουλ κωλοπαιδαρά).

Η Σάρον Τέιτ είναι το κορίτσι που ονειρεύεται, ερωτεύεται και περιβάλλεται από κινηματογραφικούς μύθους, περιτριγυρισμένη από θαυμαστές και καλλιτέχνες, ζώντας τον δικό της- πάνω σε λευκές μπότες που περπατούν στην Hollywood Boulevard – μέσα σε μια σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα που προβάλλει την κωμωδία στην οποία παίζει στο πλευρό του Ντιν Μάρτιν (η πανέμορφη Μάργκοτ Ρόμπι ως αιθέρια ενζενί και άπιαστο πλάσμα φαντασίωσης).

Γύρω από την ανατριχιαστική αστική μυθολογία της δολοφονίας της Σάρον Τέιτ που σφαγιάστηκε από ακολούθους του διαβόητου Τσαρλς Μάνσον στον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της, ο Ταραντίνο συνθέτει πολυμήχανα ένα ακόμη ρεβιζιονιστικό φιλμ που μπλέκει πραγματικότητα και μυθοπλασία. Που ενδεχομένως να θέλει να απονείμει δικαιοσύνη ή να αποδώσει κάθαρση και να αποτίνει φόρο τιμής – πάντα με όρους pulp αισθητικής, έξτρα ενισχυμένης εδώ – σε μια γνήσια «κινηματογραφική τραγωδία» που ταυτίστηκε με τις πιο μελανές σελίδες βίας της Αμερικής. Σε μια ταινία που περικλείει τεχνηέντως μια άλλη ταινία μέσα της, δομημένη σε άλλοτε υπαρξιακώς φιλοσοφημένα και άλλοτε απλώς σπαρταριστά επεισόδια, με βάθος πεδίου σε κάθε πλάνο και πυκνότητα αισθητικής προσέγγισης.

Οι ιστορικές αναφορές της εποχής, το Βιετνάμ και οι χίπις, η βία και η εγκληματικότητα, δίνουν τις απαραίτητες ιστορικές πινελιές σε ένα φιλμ φετιχιστικό, σινεφιλικά αυτοαναφορικό και αυτοσαρκαζόμενο που με πρωταγωνιστές τους Λεονάρντο ΝτιΚάπριο και Μπραντ Πιτ, τους μεγαλύτερους σταρ της σύγχρονης χολιγουντιανής εποποιίας σε ρόλους αντι-ηρώων, μοιάζει να ανασυντίθεται διαρκώς και να υπονομεύει ή να εξιδανικεύει τους φλοιούς του σεναρίου του απαιτώντας και δεύτερη και τρίτη θέαση, ανοιχτό σε οποιαδήποτε κρίση, προορισμένο να διχάσει ως προς την ουσία του. (2019).

https://www.ethnos.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ: Γιάννης Ζουμπουλάκης Βαθμολογία: [3½/5]

Η ένατη κινηματογραφική δημιουργία του σκηνοθέτη με το ένα και μοναδικό αποτύπωμα, του απόλυτου σταρ δημιουργού του σινεμά αυτή τη στιγμή παγκοσμίως, είναι η εξαιρετικά προσωπική ματιά του στο Χόλιγουντ του 1969, χρονιά οριακή για την αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία την οποία ο Ταραντίνο τόσο πολύ αγαπά και θαυμάζει. Δεν είναι μια βιογραφική ταινία που αποσκοπεί να μιλήσει για την άγρια δολοφονία της Σάρον Τέιτ (Μάργκο Ρόμπι), συζύγου του Ρόμαν Πολάνσκι από τον Τσαρλς Μάνσον (και οι δύο εμφανίζονται ως ήρωες της ταινίας). Με κέντρο βάρους μερικές μέρες από τη ζωή ενός παρηκμασμένου τηλεοπτικού αστέρα (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) και του κασκαντέρ φίλου του (Μπραντ Πιτ), ο Ταραντίνο έφτιαξε ένα κινηματογραφικό καζάνι μέσα στο οποίο βράζουν η φαντασία, η αλήθεια και πάνω απ’ όλα η σινεφιλία.

Ένας κόσμος ονειρικός, πλασμένος από αληθινά περιστατικά και μη, αληθινές ταινίες και μη, αληθινές σειρές της τηλεόρασης και μη. Χαρακτήρες της μυθοπλασίας μπερδεύονται με αληθινά πρόσωπα που εμφανίζονται ως ήρωες (έτσι όπως τους φαντάζεται, σαν να τους ξέρει ο Ταραντίνο). Η αθωότητα της Σάρον Τέιτ έτσι όπως την υποδύεται η Μάργκο Ρόμπι έχει κάτι το εντελώς παραμυθένιο (θυμίζει ξωτικό της πόλης), ακόμη και το ολιγόλεπτο «πέρασμα» του Στιβ Μακ Κουίν (ο Ντέιμιαν Λούις πολύ καλός και σχεδόν όμοιος με τον βασιλιά τού cool!) έχει κάτι το συναρπαστικό. Αρα η μυθοπλασία και η πραγματικότητα γίνονται ένα «πιάτο», έτσι όπως κατά μία έννοια είχε γίνει και στους «Αδωξους μπάσταρδους» όπου ο σκηνοθέτης «σκότωσε» τον Αδόλφο Χίτλερ μέσω μιας απίστευτης συρραφής αναμνήσεων του Ταραντίνο από αγαπημένες του σειρές, ταινίες και γεγονότα. Θα μπορούσες να πεις ότι στην ουσία ιστορία δεν υπάρχει, κάθε τι στην ταινία λειτουργεί σαν homage για μια εποχή που ο Ταραντίνο νοσταλγεί και θέλει να θυμάται με τον δικό του τρόπο. Πολύ πιθανόν αυτό το στοιχείο να κουράσει κάποιους που δεν έχουν εντρυφήσει τόσο πολλοί στο σινεμά όσο ο ίδιος ο Ταραντίνο. Ομως εμείς είμαστε μαζί του.

https://www.tovima.gr/

“Μια φορά κι ένα καιρό” ο Ταραντίνο έσπαγε τις συμβάσεις. Εξελίσσεται ή ανακυκλώνεται;

Once Upon a Time in Hollywood1

Κριτική από Κάννες Ιάκωβος Γωγάκης [3/5]

Όπως μας προϊδεάζει  ο τίτλος,  τo «Once Upon a Time In Hollywood» είναι  ένα παραμύθι. Εμείς προσθέτουμε …παραμύθι ενηλίκων, όπου η   βία αργεί αλλά καραδοκεί-  όπως συμβαίνει πάντα στο φιλμικό σύμπαν  του Κουεντίν Ταραντίνο. Κι όσοι γνωρίζουν το φιλμικό του σύμπαν , ας θυμηθούν την εξέλιξη των περισσότερων  ιστοριών του…προτού  φτάσουμε στις αιματοχυσίες, όπου όλα κινούνται στη σφαίρα του αιματηρού φινάλε.

Τα διθυραμβικά πρώτα σχόλια για την ταινία , όπως γράφτηκαν κι ακούστηκαν από τα μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα, δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Είναι υπερβολικά και φάνηκε από τη χλιαρή υποδοχή του κοινού και των κριτικών στην πρωινή προβολή της 22/5. 

Ο Κουεντίν Ταραντίνο δεν ξεφεύγει από το  σινεμά που αγαπά και από την ταύτιση  με την αμερικανική κουλτούρα (σε ένα μέρος του είναι γουέστερν και σε ένα άλλο το έργο εξελίσσεται σε σπλάτερ), παραμένοντας  το συγκεκριμένο είδος/είδη,  μια λατρεία, μια εμμονή- ίσως και μια  επιθυμία,  να θεωρηθεί ως ο  Αμερικανός αντικαταστάτης του Ιταλού  Σέρτζιο Λεόνε). Άφησε την εντύπωση,  πως οι συγκεκριμένες  σκηνές, γράφτηκαν στο σενάριο,  γιατί όφειλε να τονίσει  -για πολλοστή φορά ότι δεν πρόκειται να το  αποτινάξει το είδος. Εν αντιθέσει με τις δύο  προηγούμενες του ταινίες, που όριζαν το τι εστί σύγχρονο ουέστερν, το έργο διαδραματίζεται στο κοντινό παρελθόν κι έπρεπε να βρει τρόπο να το εντάξει… και τον βρήκε, κάνοντας τον ήρωά του ηθοποιό τέτοιων ρόλων. Επί παραδείγματι,  στους «Μισητούς 8» το σασπένς,   ήταν πιο ισχυρό, γιατί ολόκληρη η ταινία ήταν  επικεντρωμένη σε πρόσωπα που  είχαν έναν  κοινό παρονομαστή κι ένα  μέρος, που όλοι συγκεντρώθηκαν εκεί.  Στο νέο του έργο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως η  ματαιοδοξία των καλλιτεχνών του Χόλιγουντ  για δόξα, είναι υπαρκτή και την καυτηριάζει με έναν τρόπο εντελώς ταραντινικό αλλά εύστοχο.

 Τις φημολογίες για εμπλοκή του Πολάνσκι στη δολοφονία της γυναίκας του, τις αποτινάσσει, αλλά βρήκε έναν πλάγιο τρόπο να πει πως είναι αντίθετος με τη σεξουαλική συνεύρεση ενηλίκων με ανήλικα κορίτσια.     Όσοι ήλπιζαν πως στο ” Once Upon a Time in Hollywood”, ο Ταραντίνο  θα εξελίξει τις αποδεδειγμένες τεράστιες δυνατότητες του, κάνοντας ένα σινεμά “έκπληξη”,  δομώντας το σενάριό του σε άλλη κατεύθυνση, που δεν θα ακολουθεί απόλυτα το παρελθόν του, δηλαδή φτιάχνοντας  μια ταινία  πιο ρεαλιστική ίσως  και λιγότερη παιχνιδιάρικη…θα απογοητευτούν. Αντιθέτως,   δεν θα απογοητεύσει όσους κρατούσαν ένα καλάθι ούτε πολύ μικρό, ούτε και πολύ μεγάλο.   Το εάν η δολοφονία της Σάρον Τέιτ ήταν μια πλάνη, ένα παιχνίδι του Ταραντίνο για να μας οδηγήσει σε άλλα μονοπάτια ή έχει ουσία κι περιεχόμενο, το αφήνουμε να αιωρείται.

Ο εμπνευστής του σεναρίου και σκηνοθέτης της ταινίας,  ζήτησε από το κοινό και τους κριτικούς να αποφύγουν τις πολλές λεπτομέρειες κι εμείς θα το τηρήσουμε, γιατί ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, όπως και το σασπένς.

Η ταινία διαδραματίζεται στο Χόλιγουντ το 1969, σε δύο εποχές.  Το πρώτο μέρος διαδραματίζεται χειμώνα,  το δεύτερο το  καλοκαίρι.

Ο Λεονάρντο ντι Κάπριο ερμηνεύει τον Ρικ Ντάλτον, έναν φιλόδοξο νέο ηθοποιό, που έχει βάλει στόχο να πρωταγωνιστήσει στον κινηματογράφο και να αφήσει πίσω  τηλεοπτικούς ρόλους ουέστερν τρίτης κατηγορίας.  Συνοδοιπόρος του,  είναι ο φίλος του Κλιφ Μπουθ( Μπραντ Πιτ), ο οποίος κάνει ενίοτε τον κασκαντέρ. Είναι ένας τύπος χαμηλών τόνων, βετεράνος του Βιετνάμ, που μένει με το σκύλο του, μετά το θάνατο της γυναίκας του( οι κουτσομπόληδες του Χόλιγουντ λένε ότι  τη γυναίκα του τη δολοφόνησε). Μαζί θα  συναντήσουν έναν παραγωγό( Αλ Πατσίνο), ο οποίος προθυμοποιείται να στηρίξει τον Ρικ Ντάλτον, συμβουλεύοντας τον( εάν επιθυμεί να έχει ρόλους και καλές απολαβές)   να μετακομίσει στην Ιταλία και να παίξει σε σπαγγέτι ουέστερν.

Παράλληλα, δίπλα από το σπίτι που νοικιάζει ο Ρικ, αγόρασε δική του βίλα ο Ρόμαν Πολάνσκι (Rafał Zawierucha)και μετακόμισε εκεί με την ηθοποιό-σύντροφό του την Σάρον Τέιτ ( την ερμηνεύει η Μάργκοτ Ρόμπι). Ο Πολάνσκι απολαμβάνει τις δάφνες από την επιτυχία της ταινίας ” Το Μωρό της Ρόζμαρι” κι όπως λέει ο Ρικ ” Είναι ευκαιρία, να τον γνωρίσω να παίξω σε ταινίες του, είναι αυτός που έκανε το Rosemarys ( fucking) baby”.

Ως γνωστόν, το καλοκαίρι του 1969 οι κάτοικοι της Καλιφόρνια έζησαν τον τρόμο, μεταξύ Ιουλίου κι Αυγούστου,  όταν ο απατεώνας Τσαρλς Μάνσον,  μαζί με μέλη της οικογένειας του κι οπαδούς του,  προχώρησαν σε εγκλήματα,  δολοφονώντας τον πολιτικό ακτιβιστή Γκάρι Χίνμαν. Επόμενο θύμα ήταν η  σύζυγος του Πολάνσκι, η Σάρον Τέιτ.

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης, γυρίζει την ταινία σε φιλμ ( όπως το συνηθίζει) και  με τη  διάρκεια της να είναι  2.5 ώρες και κάτι ( όπως επίσης το συνηθίζει). Επιπρόσθετα, τοποθετεί δίπλα στους βασικούς πρωταγωνιστές (  Ντι Κάπριο-Πιτ),  είτε γνωστούς ηθοποιούς είτε είτε άγνωστους( που αντικαθιστούν υπαρκτά πρόσωπα της δεκαετίας του ’60, όπως είναι  Μάικ Μοχ στο ρόλο του Μπρους Λι τον οποίο ο Πολάνσκι υποψιαζόταν ως το δολοφόνο της γυναίκας του,  αλλά η σκηνή που βλέπουμε πόρρω απέχει από τις συγκεκριμένες υποψήφιες ).

Η κινηματογραφική δράση πάντα περιστρέφεται  γύρω από την αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση του Ρικ και του Κλιφ(Ντι Κάπριο και Πιτ). Επιλέγει κυρίως δυναμικές  μουσικές, ποπ και ροκ εντ ρολ εκείνης της εποχής κι  όλες τοποθετούνται με απίστευτη αρμονία στο κινηματογραφικό του δημιούργημα, το οποίο όπως το συνηθίζει όλα στήνονται σαν ένα αλφάδι ακρίβειας  Κάνει την έκπληξη κι ενώ όλοι περιμέναμε να ακούσουμε το “California Dreaming” από τους Mamas and Papas, όπου τα μέλη του συγκροτήματος  ήταν φίλοι του Πολάνσκι, επέλεξε την καταπληκτική ακουστική εκτέλεση του Χοσέ Φελισιάνο.

Ο Ταραντίνο -που πρόσφατα πάτησε τα 56-, δήλωσε το 2016, ότι στη δέκατη ταινία του,  θα βάλει  τίτλους τέλους  και θα αφήσει τη σκηνοθεσία… μια για πάντα. Εάν λέει αλήθεια-και δεν αναιρέσει την απόφαση του όπως έπραξαν άλλοι συνάδελφοί του-, τότε το  ” Once Upon a Time in Hollywood” αποκτά ιδιαίτερη σημασία,  καθορίζοντας τα τελευταία στάδια της -γεμάτης λαμπρές στιγμές- σταδιοδρομίας του( είναι η 9η ταινία του). Θα επιθυμούσε διακαώς οι έπαινοι εν έτει 2019 να είναι ανάλογοι  με τους επαίνους του 1994. Τότε,  με τη δεύτερη του ταινία( Pulp Fiction) και με ένα καστ πρωτοκλασάτων ηθοποιών ( όπως διαθέτει και τώρα) ,  έφυγε από τις Κάννες για την Αμερική ,  με το Χρυσό Φοίνικα των Καννών.

Πιστεύουμε, όταν καταλαγιάσει ο παροξυσμός του Φεστιβάλ Καννών, θα υπάρξει μια πιο νηφάλια αντιμετώπιση, όπου η ταινία από τη μια  θα αποδεικνύει την αξία του Ταραντίνο στο κινηματογραφικό γίγνεσθαι, αλλά δεν θα ανοίγει ούτε για τον ίδιο ούτε για το κοινό κάτι νέο και διαφορετικό. 

https://screeneye.gr/

«Κάποτε… στο Χόλιγουντ»: Ο Πιο Τρυφερός και Ώριμος Ταραντίνο που Έχουμε Δει Ποτέ

Η Μάρα Θεοδωροπούλου [4/5] γράφει για την πλέον αναμενόμενη και λαμπερή ταινία του 2019.

Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

22.08.2019

Μετά από 8 ταινίες που έχουν μπει στο μικροσκόπιο της ποπ κουλτούρας και είναι τόσο οικείες στο κοινό σαν ένα τρίτο χέρι, οι προσδοκίες σε κάθε νέα ταινία από τον Κουέντιν Ταραντίνο είναι περίπου οι ίδιες: ένα soundtrack προορισμένο να αποκτήσει δική του ζωή, προσκύνημα σε «κατώτερα» κινηματογραφικά είδη, διάλογοι με ρυθμούς πολυβόλου και ψαγμένες ποπ αναφορές, ξεχασμένοι ηθοποιοί στο σημαντικότερο ρόλο τους εδώ και χρόνια κι ακραία βία που ταυτόχρονα θέλεις και δεν θέλεις να κοιτάξεις.

Πριν κυκλοφορήσει, η μεγαλύτερη απορία σχετικά με το Κάποτε… στο Χόλιγουντ, τη νέα του (και, αν πιστέψουμε τις επίμονες δηλώσεις του, προτελευταία) ταινία που εκτυλίσσεται την παραμονή των φόνων του Τσαρλς Μάνσον, ήταν το πώς θα μετουσιώνονταν τα κλασικά ταραντινικά στοιχεία μέσα σε μια αληθινή ιστορία που από μόνη της είναι μια ποπ αναφορά και στην οποία η παράλογη βία ξεπερνά πολλές αρρωστημένες κινηματογραφικές ιδέες. Μπορεί την περιέργεια να συνόδευαν φόβοι για κακογουστιά ή κανιβαλισμό, αλλά κανείς δεν περίμενε ότι το Κάποτε… στο Χόλιγουντ θα ήταν η πιο ευαίσθητη (ακόμα και με το άγριο αιματοκύλισμα που περιλαμβάνει) και προσωπική ταινία που έχει υπογράψει σε ολόκληρη την καριέρα του ο Ταραντίνο, μια γλυκόπικρη ωδή στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας που για εκείνον είναι κάτι παραπάνω από πηγή βιοπορισμού — είναι πηγή ζωής. Για πρώτη φορά, η αναπαράσταση έχει ουσιαστικότερη σημασία από την απομίμηση και τα τραγούδια δεν χρειάζονται καν Shazam.

Η χρονιά είναι το 1969 και το Χόλιγουντ, ενώ παραμένει ηλιόλουστο και ιδανικό για μια βόλτα με το αυτοκίνητο, βρίσκεται στη σημαντικότερη μεταβατική περίοδό του από τότε που ο Αλ Τζόνσον φώναξε “you ain’t heard nothing yet!”. Η παλιά φρουρά που επιβλέπει τα στούντιο έχει χάσει τον σφυγμό της νεολαίας κι ενώ η αμερικάνικη κοινωνία βιώνει καταιγιστικές αλλαγές, από την απελευθέρωση των σεξουαλικών ηθών μέχρι την κατακραυγή για το μάταιο πόλεμο του Βιετνάμ, το Χόλιγουντ αποτυγχάνει να τις αντικατοπτρίσει στις παραγωγές του. Το τελειωτικό χτύπημα για το απαρχαιωμένο σύστημα, μετά τις προειδοποιητικές βολές της επιτυχίας του Πρωτάρη και του Μπόνι και Κλάιντ 2-3 χρόνια πριν, έρχεται με το low budget, ανεξάρτητο Easy Rider του Ντένις Χόπερ (δυστυχώς επίκαιρο και λόγω του θανάτου του Πίτερ Φόντα), που εν μια νυκτί έγινε σύμβολο της counterculture και προανήγγειλε τον ερχομό του Νέου Χόλιγουντ.

Μέσα σε αυτό το πολύ αληθινό πλαίσιο, γνωρίζουμε τον Φεβρουάριο του 1969, λίγους μήνες πριν την κυκλοφορία του Easy Rider και την επίσκεψη 4 μελών της Manson Family στο σπίτι του ζεύγους Ρόμαν Πολάνσκι-Σάρον Τέιτ, τον Ρικ Ντάλτον (Λεονάρντο Ντι Κάπριο, κρίμα που λύσσαξε να πάρει Όσκαρ για το The Revenant), έναν τηλεοπτικό σταρ που λίγα χρόνια πριν μεσουρανούσε στα ασπρόμαυρα γουέστερν της μικρής οθόνης, αλλά τώρα η καριέρα του έχει στεγνώσει και οι ρόλοι που του προσφέρονται είναι γκεστ εμφανίσεις σε κάποιο επεισόδιο που θα παίζει τον κακό. Συναντιέται με έναν κινηματογραφικό παραγωγό (Αλ Πατσίνο) με την προοπτική να γυρίσει ταινίες σαν τις παλιές του στην Ιταλία, αλλά ο κυκλοθυμικός Ρικ δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι οι καλύτερές του μέρες ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Οι πιο πιστοί του φίλοι είναι δύο: το αλκοόλ και ο Κλιφ Μπουθ (Μπραντ Πιτ), ο επί ετών κασκαντέρ του, που πλέον χρησιμεύει περισσότερο ως οδηγός του παρά ως συνεργάτης στα πλατό. Δεν βοηθάνε και οι φήμες για τον ευέξαπτο χαρακτήρα του και την πιθανή δολοφονία της γυναίκας του, για την οποία δε λογοδότησε ποτέ. Η απομόνωσή του από τον κόσμο (ζει σε ένα τροχόσπιτο πίσω από ένα drive-in) και η απολαυστική σκηνή που παίζει ξύλο με τον Μπρους Λι (Μάικ Μο) υπονοούν ότι μπορεί να μην είναι και τόσο φήμες τελικά, ωστόσο ο Κλιφ είναι ένας ευχάριστος τύπος, αξιόπιστος και αφοσιωμένος στο αφεντικό και φίλο του χωρίς να είναι βδέλλα, κι ο Πιτ τον ενσαρκώνει με την αφοπλιστική, ανεπιτήδευτη χαρισματικότητα ενός είδους σταρ που σήμερα σπανίζει.

Όταν δεν βρίσκονται σε γυρίσματα, ο Ρικ και ο Κλιφ περνούν τις μέρες τους οδηγώντας στο Λος Άντζελες, που ο Ταραντίνο, ως γνώστης και λάτρης της εποχής, ζωντανεύει άψογα με κάθε λεπτομέρεια (στο ραδιόφωνο παίζουν πραγματικές εκπομπές και σποτάκια όταν δεν ακούγεται το “Mrs. Robinson”, οι διαφημιστικές πινακίδες γεμίζουν τα πλάνα, η must ξένη ταινία στους κινηματογράφους είναι το Ρωμαίος και Ιουλιέτα του Τζεφιρέλι, όλο το Χόλιγουντ τρώει στο Musso & Frank Grill). Ο βαθμός αυθεντικότητας δεν έχει προηγούμενο, και παρότι είναι μάλλον αδύνατο για κάποιον που δεν μεγάλωσε τότε, πόσο μάλλον για το κοινό εκτός Αμερικής, να αναγνωρίσει όλες τις αναφορές με τις οποίες ξαναχτίζει εκείνη την περίοδο ο Ταραντίνο, δεν παύει να εντυπωσιάζει. Ο Ρικ και ο Κλιφ βλέπουν, επίσης, φανατικά τηλεόραση στο σπίτι του πρώτου, ο οποίος έχει αποκτήσει για νέους γείτονες τον πιο περιζήτητο σκηνοθέτη εκείνη την στιγμή χάρη στην πρωτοφανή επιτυχία του Μωρού της Ρόζμαρι, Ρόμαν Πολάνσκι (Ραφάλ Ζαβιερούτσα) και την πανέμορφη ανερχόμενη στάρλετ σύζυγό του, Σάρον Τέιτ (Μάργκο Ρόμπι). Το ηθικό του Ρικ αναπτερώνεται για λίγο, καθώς πιστεύει ότι τον «χωρίζει ένα κοκτέιλ πάρτι από ένα ρόλο στην επόμενη ταινία» του Πολάνσκι. Όμως το Λος Άντζελες βρίσκεται στο μεταίχμιο, και στις αόρατες άκρες κάθε ηλιόλουστου πλάνου του μαέστρου της φωτογραφίας Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον παραμονεύει απειλητικά μια υποψία σκότους.

[Ξαφνική διακοπή, Sopranos, fade to black. Θα πρέπει να σας δώσουμε δύο κρίσιμες πληροφορίες για τη συνέχεια: i) είναι σημαντικό να έχει κάποιος μια έστω βασική γνώση των πραγματικών περιστατικών που ενέπνευσαν την ταινία για να νιώσει πλήρως την επίδρασή της και ii) είναι εξίσου σημαντικό να μην ξέρει ΤΙΠΟΤΑ, AND I MEAN IT για το τι συμβαίνει στο τρίτο μέρος της πριν τη δει. Εδώ δεν θα αποκαλύψουμε ούτε το ελάχιστο, προχωρήστε άφοβα.]

Όμως πριν ο Ταραντίνο ασχοληθεί με τον Μάνσον (o Ντέιμον Χέριμαν, που παίζει τον ίδιο ρόλο και στο Mindhunter) και τους ακολούθους του, που απολαυστικά ο Ταραντίνο έχει επιλέξει να τους υποδύονται παιδιά διασημοτήτων, από την Μάργκαρετ Κουάλεϊ, κόρη της Άντι Μακντάουελ, ως την Μάγια Χοκ, κόρη του Ίθαν και της Ούμα Θέρμαν (και η αλήθεια είναι ότι, όπως και με τον Πολάνσκι, ο σκηνοθέτης σοφά αφήνει τον Μάνσον στις παρυφές της ιστορίας που εκτυλίσσεται στην οθόνη), έχει μια αποστολή που προτιμά να ολοκληρώσει: να τιμήσει τη ζωή, κι όχι να πενθήσει για το θάνατο, της Τέιτ. Μια φιγούρα που έχει συνδεθεί μόνο με το φρικτό χαμό της ενώ ήταν 8 μηνών έγκυος, η Τέιτ δεν πρόλαβε να αποκτήσει ούτε την καριέρα ούτε την οικογένεια που ονειρευόταν κι ο Ταραντίνο καταφέρνει μέσα σε δύο σκηνές να της χαρίσει ένα διαφορετικό legacy: δείχνοντάς τη να χορεύει τα τραγούδια των Paul Revere and the Raiders λουσμένη στο φως και, στην ωραιότερη στιγμή της ταινίας, να επισκέπτεται το σινεμά που παίζει την ταινία της The Wrecking Crew για να δει τον εαυτό της στη μεγάλη οθόνη και να παρατηρήσει τις αντιδράσεις του κοινού στην κωμική της ερμηνεία. Ο μικρός φόρος τιμής στην Τέιτ είναι ένας συμβολικός αποχαιρετισμός σε μια ολόκληρη εποχή.

Όταν το Κάποτε… στο Χόλιγουντ φτάσει στην παράνοια και την τρέλα, ο άλλος, ο «παλιός» Ταραντίνο υπενθυμίζει την παρουσία του με αιφνιδιαστικό, αρχικά αποπροσανατολιστικό τρόπο. Η ταινία αλλάζει ταχύτητα (κι όχι μόνο), καταλαβαίνουμε ότι το μωσαϊκό των προηγούμενων 2,5 ωρών ήταν μάλλον παζλ και το τελευταίο κομμάτι του είναι και το πιο ευφυές. Όταν γίνονται σαφείς οι προθέσεις της, η ταινία ξεπερνάει το shock factor και σε αφήνει να μοιραστείς τη μελαγχολία για το πέρασμα του χρόνου (που δεν αφήνει ασυγκίνητο και αδιάφορο σε προσωπικό επίπεδο ούτε τον δημιουργό της), την αγάπη της για το σινεμά και την έκπληξη για το πώς μέσα από κάτι ασύλληπτα σκληρό, μπορεί να προκύψει ο πιο τρυφερός και ώριμος Ταραντίνο που έχουμε δει ποτέ.

Η ταινία Κάποτε… στο Χόλιγουντ κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Feelgood Entertainment. Ο Τσαρλς Μάνσον ευτυχώς δεν κυκλοφορεί πια πουθενά.

https://popaganda.gr/

Once Upon a Time in Hollywood: Ο Tarantino στριμώχνει έναν ολόκληρο κόσμο μέσα σε μια κενή κινηματογραφική φαντασίωση

Ίσως είναι η τελευταία του, ίσως και όχι – προχωράμε

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου [1,5/5]

23 Αυγούστου 2019

Υπάρχουν κάποιες ακλόνητες σταθερές σε αυτήν την ζωή. Το Χόλιγουντ λατρεύει να κάνει ταινίες για το ίδιο το Χόλιγουντ. Ο Quentin Tarantino λατρεύει να κάνει ταινίες για το ίδιο το σινεμά. Αν υποθέσουμε ότι αυτές οι δύο σταθερές είναι όντως σταθερές, τότε πως διάολο δεν υπήρχε ήδη το Once Upon a Time in Hollywood; Κατά μία έννοια, είναι η ταινία που ήταν πάντα προορισμένος να κάνει ο Tarantino: ένα love letter στο σινεμά με το οποίο μεγάλωσε. Κι αν δεν υπήρχε το Once Upon a Time in Hollywood, θα έπρεπε να το εφεύρουμε. Μια νέα ταινία Tarantino, όμως, δεν μπορεί ποτέ να είναι απλώς μια προσωπική υπόθεση. Εκ των πραγμάτων, είναι κι ένα μείζον πολιτισμικό event. Και το συγκεκριμένο πολιτισμικό event, για να πούμε την αλήθεια, έχει μια παραπάνω βαρύτητα. Οι λόγοι ποικίλουν: κάτι που ο σκηνοθέτης λέει πως (μάλλον) θα είναι η τελευταία του ταινία, κάτι που έρχεται τέσσερα χρόνια έπειτα από το τελευταίο του φιλμ που άφησε αρκετούς θαυμαστές απογοητευμένους, κάτι που είναι η πρώτη του ταινία χωρίς τον Harvey Weinstein έπειτα από την ιστορία αποκάλυψης των σεξουαλικών παρενοχλήσεων, κάτι που έρχεται σε μια συγκυρία που η κινηματογραφική βιομηχανία βρίσκεται σε τεράστια κρίση. Μιλάει για όλα αυτά το Once Upon a Time in Hollywood; Σίγουρα όχι ευθέως. Ακόμα όμως κι αν η πρόθεση του δημιουργού δεν είναι να κάνει μια ταινία-παρέμβαση, το έργο του τοποθετείται αναγκαστικά σε ένα context κι έχει εξίσου αναγκαστικά ένα subtext. Ναι, λοιπόν: το Once Upon a Time in Hollywood είναι μεγάλη υπόθεση και γι’ αυτό θα το συζητήσουμε αναλυτικά.

Φυσικά, είναι γνωστό πως η πορεία του Tarantino είναι στενά δεμένη με την ίδια την πορεία του αμερικάνικου σινεμά εδώ και 25 τουλάχιστον χρόνια, απ’ όταν μετατράπηκε από θρασύ indie δημιουργό είδους με το Reservoir Dogs σε powerhouse βραβευμένο και πετυχημένο celebrity σκηνοθέτη με το Pulp Fiction. Αυτό που έκαναν ο Tarantino κι ο Weinstein στις αρχές των 90s είναι μια τεράστια ιστορία που άλλαξε σε μεγάλο βαθμό την σχέση ανάμεσα σε φεστιβάλ, βραβεία, box office, promotion, διανομή, indie και arthouse – διαμορφώνοντας ένα νέο παράδειγμα για αυτό το σύμπλεγμα βιομηχανίας και κουλτούρας που ονομάζεται μαζικό αμερικάνικο σινεμά. Θα χρειαζόμασταν πολύ περισσότερο χώρο για να αναλύσουμε πιο διεξοδικά το πώς η Miramax («the house that Quentin built») αναδιοργάνωσε την παραγωγή και την κατανάλωση σινεμά στα 90s, αλλά προς το παρόν θα πούμε ότι αν μη τι άλλο το κινηματογραφικό ύφος του Tarantino ήταν το πιο ιδανικό όχημα για κάτι τέτοιο. Τα 90s ήταν μια κρίσιμη εποχή για το αμερικάνικο σινεμά. Το μαζικολαϊκό κι αφελές σινεμά του Hollywood πέρναγε μια αδιαμφισβήτητη κρίση, κι αυτοί που κλήθηκαν να το ανανεώσουν ήταν νέοι δημιουργοί με μια μεταμοντέρνα οπτική πάνω στον ίδιο τον κινηματογράφο. Από τους σκηνοθέτες που εμφανίστηκαν στις αρχές των 90s και μέχρι το τέλος της δεκαετίας θα καθόριζαν το μοντέρνο Hollywood, στο πιο ριζοσπαστικό άκρο βρίσκουμε τον Quentin Tarantino με μια φουλ-ον ειρωνική και κυνική αποδόμηση της κινηματογραφικής γλώσσας με απολαυστικά ποπ, παστίς, κολάζ τρόπο. Ο Tarantino ήταν ένας φανμπόης του σινεμά που αντιμετώπιζε με τον ίδιο λατρευτικό τρόπο τον Godard και το kung fu, θρυμματίζοντας την απόσταση ανάμεσά τους προκειμένου να επαναδιαπραγματευτεί το πώς κάνεις κινηματογράφο για τις μάζες στα τέλη του 20ού αιώνα με τρόπο από θρασύ και προβοκατόρικο έως και ευθέως τραμπούκικο. Ναι, ο Tarantino γνωρίζει πολύ καλά την δύναμη και τις δυνατότητες της κινούμενης εικόνας, και τα χρησιμοποίησε στο έπακρο προκειμένου να την αλλάξει.

Όταν μιλάμε για ταραντινικό στυλ, συνήθως μιλάμε για την κινηματογραφική γλώσσα του Tarantino όπως διαμορφώθηκε στην κρίσιμη περίοδο από τις αρχές των 90s μέχρι τις αρχές των 00s. Ήταν η χρυσή δεκαετία όπου ο Tarantino έγινε ο Tarantino – με το ανακάτεμα των references και των genres, τις μη-γραμμικές αφηγήσεις, την κυνική-ειρωνική ματιά, την αισθητικοποίηση της βίας, τους μακροσκελείς διαλόγους, τα μεγάλα ensemble casts, τα soundtracks με μουσική του ’60 και του ’70, τα πόδια, την αναβίωση της καριέρας παλιότερων ηθοποιών, τα πλάνα μέσα από πορτ-μπαγκάζ, τις κάρτες τίτλων, τα πάντα που σήμερα θεωρούνται ταραντινιές. Εδώ και μια δεκαετία, όμως, ο Tarantino κάνει λίγο πολύ κάτι αρκετά συγκεκριμένο. Έχει μια συγκεκριμένη οπτική που λειτουργεί σαν μαγνήτης για να κολλήσουν πάνω της τα παραπάνω στοιχεία. Κάνει ένα είδος alt-ιστορικού σινεμά που ξεκίνησε με το Inglourious Basters το 2009, συνεχίστηκε με το Django Unchained το 2012 και το The Hateful Eight το 2014 και μάλλον ολοκληρώνεται εν έτει 2019 με το Once Upon a Time in Hollywood. Σ’ αυτά τα φιλμ, ο Tarantino φαντάζεται με έναν ρεβιζιονιστικό τρόπο το Ολοκαύτωμα και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την σκλαβιά και τον Αμερικάνικο Εμφύλιο, τα 60s της αντικουλτούρας και του Βιετνάμ. Γιατί άραγε το κάνει ασταμάτητα εδώ και δέκα χρόνια; Μήπως δεν έχει άλλες ιδέες; Μήπως θέλει να γιατρέψει τις πληγές της Αμερικής; Απλά γουστάρει; Σε κάθε περίπτωση, χρησιμοποιεί pop κινηματογραφικά genres προκειμένου να ανασυγκροτήσει κρίσιμα και τραυματικά σημεία του συλλογικού αμερικάνικου παρελθόντος.

Δεν μοιάζει, βέβαια, να τον απασχολεί ιδιαίτερα η ιστορική μέθοδος. Κατά μία έννοια, αισθητικοποιώντας την ίδια την ιστορία, θρυμματίζοντάς την σε cool στοιχεία με συγκολλητική ουσία το στυλιζάρισμα της κοινωνικο-ιστορικής σύγκρουσης (ως χορογραφημένη βία φυσικά), ο Tarantino κάνει πλέον ένα βαθιά αντι-ιστορικό ιστορικό σινεμά. Κατά την πρώτη δεκαετία του, το ταραντινικό σινεμά έμοιαζε φουλ υπερ-ιστορικό και άχρονο. Η ιστορία είχε τελειώσει και το σινεμά του παρελθόντος ήταν απλά ένα κείμενο από το οποίο ο δημιουργός διάλεγε στοιχεία για το κολάζ του, μπερδεύοντας με τον πιο μπλαζέ τρόπο ρεύματα, εποχές, είδη, γλώσσες, τα πάντα. Κατά μία έννοια, το ταραντινικό σινεμά των 90s έμοιαζε με μια κυνική παραδοχή της αδυνατότητας να κάνεις ιστορικό σινεμά (με το βλέμμα είτε στο παρελθόν είτε στο παρόν), βάζοντας ταυτόχρονα στο μπλέντερ όλα μα όλα τα μέχρι τότε ιστορικά του στοιχεία. Κακά τα ψέματα, αυτό το πράγμα δούλευε – κι ο Tarantino ήταν πάρα πολύ καλός σ’ αυτό. Ήξερε να το κάνει. Ήταν η γλώσσα του. Χοντρικά, το έκανε μέχρι και το δεύτερο Kill Bill, με το Death Proof να αποτελεί μάλλον ένα μικρό υστερόγραφο. Έπειτα, στρέφεται στο ιστορικό υλικό κι αποδεικνύεται ότι αυτό το πράγμα, εχμ, μάλλον δεν ξέρει να το κάνει και τόσο καλά. Για να το θέσουμε αλλιώς, ο ιστορικός ορίζοντας του ταραντινικού σινεμά είναι φτωχός. Μπορεί να φτάσει μόνο μέχρι την χρήση της ιστορίας ως background σκηνικό της δράσης ή ως φτηνή ενοποιητική κόλλα της πλοκής. Η ιστορία όμως, ως γνωστόν, είναι πανούργα. Επιβιώνει μέσα στο έργο, τρυπώνει και το θέτει σε κριτική, θέτοντας δύσκολα ερωτήματα. Πώς μπορείς να κάνεις σινεμά πάνω στο δράμα της ανθρώπινης ιστορίας όταν σχεδόν οτιδήποτε ανθρώπινο στις περισσότερες ταινίες σου είναι απλά ένα ακόμα στοιχείο του ντεκόρ; Όταν δείχνεις τόσο μπλαζέ κυνισμό κι αδιαφορία για την συντριπτική πλειονότητα των χαρακτήρων που έχεις γράψει ο ίδιος; Όταν τα ίδια τα ανθρώπινα υποκείμενα που έχεις κινηματογραφήσει είναι, εν πολλοίς, απλά παίχτες σε μια χορογραφία αδιαφοροποίητης στυλιζαρισμένης βίας;

Χοντρικά, λέω ότι από το Inglourious Basterds και μετά, ο Tarantino φτωχαίνει τρομερά το σινεμά του καθώς προσπαθεί να το ιστορικοποιήσει με τον δικό του ιδιότυπο τρόπο. Είναι όλα όσα είχε κάνει πιο πριν τέλεια; Όχι. Είναι όλα όσα έκανε μετά χάλια; Όχι. Υπάρχει όμως μια αλλαγή παραδείγματος σε έναν σημαντικό βαθμό. Εκεί που στο παρελθόν υπήρχε ένα παλλόμενο και παθιασμένο όραμα άχρονης κινηματογραφικής ενοποίησης υψηλού και χαμηλού σινεμά, παρά τις διαφωνίες που έχω με τον τρόπο που κάνει τέχνη, έπειτα έχουμε όλο και περισσότερο ένα μανιερίστικο άθροισμα αναγνωρίσιμων στοιχείων ταραντινιάς που καθώς σκορπίζονται πάνω σε έναν αποδομημένο ιστορικό καμβά απλά ελπίζεις να σχηματίσουν μια καλή ταινία. Πόσες σκηνές και χαρακτήρες θυμόμαστε από την πρώτη δεκαετία του Tarantino και πόσες από την δεύτερη; Πόσες φορές εδώ και 4-5 ταινίες δεν έχουμε σκεφτεί ότι σε έναν βαθμό μοιάζουν σα να αποτελούν προσπάθειες ενός ικανότατου σκηνοθέτη να αντιγράψει το στυλ του ίδιου Tarantino; Σε πόσες περιπτώσεις από το 2009 και μετά έχουμε πει “θα έπρεπε να ήταν μισή ώρα μικρότερο”; Μερικές φορές, κάποιοι πραγματικοί αντιγραφείς αποδεικνύονται οριακά πιο διασκεδαστικοί κι έξυπνοι από πρόσφατες ταινίες του Tarantino, όπως ο Drew Goddard στο Bad Time at the El Royale. Και κάποιες άλλες φορές, όπως εδώ στο Once Upon a Time in Hollywood, ο ίδιος ο Tarantino αποδεικνύεται πιο ικανός στο να αναπαράξει με αγάπη τις σειρές και τις ταινίες με τις οποίες μεγάλωσε (όπως και κάνει εδώ από το ψεύτικο western Bounty Law μέχρι το πραγματικό πολεμικό The Great Escape) παρά στο να φτιάξει ένα πραγματικά δικό του, συνεκτικό αφηγηματικό και οπτικό σύμπαν.

Και φτάνουμε έτσι στο ίδιο το Once Upon a Time in Hollywood, το οποίο στο εξής θα αναφέρουμε ως OUATIH γιατί πραγματικά κουραστήκαμε να το γράφουμε το γαμήδι. Πιθανώς το έχετε δει ήδη, αλλά κι αν δεν το έχετε κάνει εικάζουμε ότι τουλάχιστον σας είναι οικεία τα βασικά στοιχεία της ταινίας. Βρισκόμαστε στο 1969, μια χρονιά ορόσημο για την μεταπολεμική αμερικάνικη κοινωνία που κατά την διάρκεια των 60s βρίσκεται σε εσωτερικό κι εξωτερικό αναβρασμό. Το επίκεντρο της ταινίας είναι ο Rick Dalton του Leonardo DiCaptio, ένας σταρ των western 50s που πλέον βρίσκεται σε επαγγελματικό και προσωπικό κατήφορο, αδυνατώντας να προσαρμοστεί στη νέα χολιγουντιανή πραγματικότητα και παίζοντας κυρίως στην τηλεόραση. Δίπλα του βρίσκεται ο Cliff Booth, κολλητός και κασκαντέρ του Rick που υποδύεται ο Brad Pitt, ο οποίος πατάει στα πόδια του με πολύ πιο σταθερό κι αρρενωπό τρόπο, αντιμετωπίζοντας όμως εξίσου εχθρικά τις δυνάμεις της αλλαγής εντός και εκτός των κινηματογραφικών στούντιο. Γύρω τους, ένα Hollywood σε κρίση, μια κοινωνία σε σύγκρουση. Το παλιό δεν έχει πεθάνει, το καινούριο δεν έχει γεννηθεί, στο ενδιάμεσο συμβαίνουν αλλόκοτα πράγματα. Κι αν το παλιό είναι η χρυσή χολιγουντιανή εποχή κι η παραδοσιακή αρρενωπότητα (η οποία είχε από πίσω κι ένα σύστημα παραγωγής που έφτιαχνε ταινίες με συγκεκριμένους τύπους ηθοποιών και σκηνοθετών, κάτι που λατρεύει εμφανώς ο Tarantino), το καινούριο είναι οι hippies, η αντικουλτούρα, το New Hollywood των ριζοσπαστών δημιουργών που ήθελαν να επανεφεύρουν πιο ελεύθερα την αμερικάνικη πολιτισμική παράδοση. Η απειλή των «βρωμοχίπηδων» που υποτίθεται πως κατέστρεψαν τόσο την Αμερική γενικά όσο και το Hollywood ειδικά βρίσκει, βεβαίως, την έκφρασή της με τον πιο πυκνό τρόπο στις δολοφονίες της Οικογένειας Manson, κι ειδικά της Sharon Tate, συντρόφου του Roman Polanski, την οποία υποδύεται εδώ η Margot Robbie. Μέσα στην ταινία, συναντιούνται με έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο δύο πράγματα, δύο μετα-αφηγήσες, που φαίνεται να ενδιαφέρουν πολύ τον Tarantino: το τέλος του παλιού αμερικάνικου σινεμά κι η στιγμή που η αντι-κουλτούρα έγινε mainstream. Μην ξεχνάμε πως το 1969 ήταν η χρονιά του Woodstock και της κινηματογραφημένης προσγείωσης στο φεγγάρι. Η χρονιά του Wild Bunch και του Easy Rider.

Ένα πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι ο τρόπος που ξεδιπλώνεται η διαλεκτική ανάμεσα σε Old Hollywood και New Hollywood εντός του OUATIH. Οι σκηνοθέτες του New Hollywood στα 60s και τα 70s, από τον Altman και τον Scorsese μέχρι τον Peckinpah και τον Coppola, πράγματι αποσταθεροποίησαν το παλιό σύστημα της βιομηχανίας. Η κυρίαρχη φιγούρα πλέον ήταν ο σκηνοθέτης, όχι το στούντιο. Αντίστοιχα, η φιλμογραφία της περιόδου αντανακλούσε τον κοινωνικό και πολιτισμικό αναβρασμό που έφερναν τα κινήματα της εποχής κι έδινε στα φιλμ έναν αμφισβητησιακό και πιο ελεύθερο αέρα. Θα ήταν τραβηγμένο να πούμε ότι ο Tarantino αντιπαθεί προσωπικά τους δημιουργούς του New Hollywood, αφού βρίσκουμε και στον ίδιο πολλά στοιχεία τους, αλλά το συνολικό framing της ταινίας σίγουρα περιφρονεί αυτό το νέο κινηματογραφικό πνεύμα, όσο ακριβώς περιφρονεί και τους hippies. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το υπόρρητα συλλογικό όραμα του New Hollywood μοιάζει να βρίσκεται πράγματι σε έντονη αντίφαση με το ταραντινικό σινεμά όπως το περιγράψαμε παραπάνω. Μπορεί ο Tarantino να έχει χρησιμοποιήσει πολλάκις τις ταινίες των δημιουργών της περιόδου σαν στυλιστικά σημεία αναφοράς ή σαν μεθοδολογία ενός auteur επί το έργω, αλλά ο κυνικός και νοσταλγικός μηδενισμός του ελάχιστη επαφή μπορεί να έχει με μια εποχή επιθυμίας αλλαγής σαν αυτή που ανέπνεε μέσα σε εκείνες τις ταινίες.

Αν συγκρίνουμε την ματιά του OUATIH προς το New Hollywood με την ματιά που είχε το ίδιο το New Hollywood προς το παλιό σινεμά που αγαπάνε οι ταραντινικοί ήρωες, τότε βρίσκουμε αριστουργηματικά έργα βαθιάς ιστορικής ευαισθησίας και πολιτισμικής-κοινωνικής κριτικής όπως το The Day of the Locust του Schlesinger. Αντίστοιχα, βλέπουμε την νοσταλγία να χρησιμοποιείται με ουσιαστικό αναστοχασμό όπως στο The Last Picture Show του Bogdanovich. Ή, αν θέλουμε να βρούμε ένα αντίστοιχο ιστορικού ρεβιζιονισμού, τότε συναντούμε μια ριζοσπαστική επανεπινόηση της αμερικάνικης μυθολογίας όπως στο Bonnie and Clyde του Penn και τα αμέτρητα anti-western τη εποχής. Ο Tarantino εδώ, σ’ αυτήν την ταινία, δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτήν την ματιά. Προτιμάει ένα love letter στον Howard Hawks κι ένα passive-aggressive letter στον John Ford, δύο σπουδαίους δημιουργούς του παλιού Hollywood που δεν είχαν πια θέση στο καινούριο (λείπει βέβαια ο τρίτος μεγάλος, ο John Huston, αλλά αυτός συμφιλιώθηκε με την ιστορία και συνέχισε να μεγαλουργεί, κάτι που αφήνει ανοιχτό σαν διακριτικό ενδεχόμενο η ταραντινική ματιά). Περισσότερο από το να αναμετρηθεί ευθέως με τις δυνάμεις της αλλαγής, ο Tarantino προτιμά να ζωγραφίσει μια παραμυθένια εκδοχή του παρελθόντος, συλλαμβάνοντας πετυχημένα κυρίως το βιομηχανικό κιτς της μαζικής παραγωγής, το underbelly του κινηματογραφικού-τηλεοπτικού κόσμου όπου βρίσκονται πλέον ο ξεπεσμένος πρωταγωνιστής κι ο σκληροτράχηλος κασκαντέρ του.

Αν όμως συλλαμβάνει αυτήν την ιδιαίτερη αίσθηση, τότε μάλλον αποτυγχάνει στο να ανασυγκροτήσει με ουσιαστικό τρόπο την μεγάλη ιστορική εικόνα. Το 1969 του OUATIH επιφανειακά μοιάζει ζωντανό και παλλόμενο, αλλά η λογική του είναι μάλλον βιντεοκλιπίστικη, βγαλμένη από κάποιο αφιέρωμα τύπου “σαν σήμερα” ή από κάποια καρτ-ποστάλ των 60s. Η ιστορία περιορίζεται και πάλι σε ένα άθροισμα συμβόλων ή στοιχείων του ντεκόρ. Η αναζήτηση της βαθύτερης ιστορικής λογικής είναι απούσα, οι αντιθέσεις κι οι εντάσεις εξομαλύνονται. Τι μένει; Μένουν ντράιβ-ιν, Κάντιλακ, επιγραφές νέον, ραδιοφωνικά σποτ, χέρια που σχηματίζουν το σήμα της ειρήνης, ναρκωτικά, billboards, η έπαυλη του Playboy, το Hush, το Mrs Robinson, το Out of Time, το California Dreamin’. Ένα ψηφιδωτό, ένα κολάζ χωρίς ουσιαστική μέθοδο ή εσωτερική λογική που φλερτάρει κατά τόπους με την κοινοτοπία ή με το randomness. Το πράγμα δεν κολλάει ποτέ, δεν γίνεται ένα, δεν αποκτά μια συνεκτική ιδέα, έναν ρυθμό. Η λέξη κλειδί, όπως κι εν συνόλω στον Tarantino, είναι η φετιχοποίηση. Η μετατροπή μια πολύπλοκης πραγματικότητας σε ένα άθροισμα από φετίχ, σε αντικείμενα με ιδεολογική και συναισθηματική εξουσία πάνω στους ανθρώπους.

Δεν θέλουμε να είμαστε άδικοι: η χρόνια σχέση του Tarantino με την φετιχοποίηση έχει και καλές πλευρές, γιατί ήταν από τους δημιουργούς που άνοιξαν το σύγχρονο μαζικό σινεμά προς την επιθυμία και την λίμπιντο (κάτι που γενικά αντιπαθεί το Hollywood παρά μόνο αν είναι να το πουλήσει στεγνά). Επίσης, όμως, υπάρχει σ’ αυτό και μια πλευρά πραγμοποίησης, περιστολής σε πράγμα. Είναι κάτι που, σε τελική ανάλυση, κλείνει – δεν ανοίγει. Κι ίσως πράγματι είναι λογικό να αντιμετωπίσει κανείς αυτήν την ταινία ως ένα φετιχιστικό αντικείμενο που περιλαμβάνει πολλά άλλα φετιχιστικά αντικείμενα. Ένα ταραντικό προϊόν με μυθική-μαγική εξουσία πάνω στους fans του, το οποίο μέσα κρύβει τα αντίστοιχα προϊόντα που εξουσιάζουν μυθικά-μαγικά τον ίδιο. Όντως, όπως είδαμε να σημειώνεται και σε άλλα κείμενα που αναλύουν την ταινία, το OUATIH φωνάζει την αγάπη του για το παλιό Hollywood, αλλά δεν μας δείχνει γιατί αξίζει να αγαπηθεί πέρα από το να επιστρατεύει μια μηχανιστική επίκληση νοσταλγίας. Τι μας λένε οι εικόνες του Tarantino για το παλιό Hollywood; Μάλλον ότι τις προτιμάει κενές, άδειες από κοινωνική ένταση, ιστορικό βάρος, πολιτική ευθύνη.

Όχι, λοιπόν. Η εποχή δεν ζωντανεύει, ούτε αναλύεται. Είναι καρτ-ποσταλική. Είναι ένα φαντασιωτικό escapism σε ένα ρομαντικοποιημένο παρελθόν όπου οι εχθροί είναι απλά ο χρόνος κι η αλλαγή. Η νοσταλγία είναι γλυκερή κι ενίοτε μοιάζει και ευαίσθητη (πράγμα σπάνιο για τον σκηνοθέτη), αλλά μάλλον θυμίζει περισσότερο έναν καταδικασμένο μηχανισμό άμυνας απέναντι στο προσωπικό και συλλογικό impact της κατάρρευσης μιας παραδοσιακής βιομηχανίας. Κατάρρευσης; Το αστείο είναι πως, αν κοιτάξουμε την μεγάλη ιστορική εικόνα, το διάλειμμα του New Hollywood και του χιπισμού κράτησε λίγο, κι έπειτα η βιομηχανία επέστρεψε στην παλιά, καλή, συντηρητική μορφή της – την οποία ανανέωσε έπειτα κι ο ίδιος ο Tarantino μαζί με τον Weinstein, όπως αναφέραμε στην αρχή του κειμένου. Αν το OUATIH θρηνεί για την κατάσταση του σινεμά, αυτός ο θρήνος αφορά σε ένα πρώτο επίπεδο το 1969 αλλά αντηχεί πιο δυνατά στο 2019 – κι ο Tarantino το ξέρει πολύ καλά. Τα σημάδια του τέλους υπάρχουν παντού στο Hollywood, και τα κεντρικά του Netflix απέχουν μόλις λίγα μίλια από την Sunset Boulevard. Από την ανανεωτική ορμή του κακού παιδιού του ’90, φτάνουμε στον συντηρητικό νοσταλγό της βιομηχανίας που τον ανέδειξε σε αγαπημένο της προβοκάτορα. Πόσος και πόσος συντηρητισμός δεν έχει κρυφτεί πίσω από τις μυθολογίες των κακών παιδιών, αλήθεια; Το αποτέλεσμα, ενίοτε, μοιάζει με μια κατάσταση old-man-yells-at-cloud, την ώρα που το περιβάλλον γύρω του ερειπώνει. Όντας κατά έναν τρόπο η απόλυτη φαντασίωση ενός χολιγουντιανού baby boomer, το OUATIH, που όπως είπαμε είναι κι η πρώτη ταινία του Tarantino μετά το σκάνδαλο Weinstein, μοιάζει να αποτελεί και μια προσπάθεια του σκηνοθέτη να διαπραγματευτεί το κινηματογραφικό του daddy complex. Δεν είναι ότι θέλουμε να γίνουμε ψυχαναλυτές του πεντάλεπτου, αλλά ο Weinstein ήταν ο απόλυτος baby boomer του Hollywood κι ο Tarantino μεταχειρίζεται την κατάρρευση του daddy του και τα ζητήματα του MeToo με μια έντονη αλλά θολή αμφισημία. Από την μία, θεματοποιεί με πολύ ρητό τρόπο την σεξουαλική συναίνεση, κάτι όχι και τόσο συνηθισμένο στο μαζικό αμερικάνικο σινεμά. Επιπλέον, στέκεται εντελώς περιφρονητικά απέναντι στον καταδικασμένο βιαστή Polanski, την ώρα που βλέπει με μεγάλη συμπάθεια την Tate. Από την άλλη, όμως, κρατάει μια εντελώς κυνική κι αναίσθητη στάση απέναντι στην γυναικοκτονία που φέρεται να διέπραξε ο ένας από τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες του, ενώ κλασικά η οπτική γλώσσα κι η αφήγησή του περιορίζει όλες τις γυναίκες της ταινίας είτε σε σεξουαλικά αντικείμενα είτε απλά σε ένα κίνητρο ή βάρος για τους άνδρες χαρακτήρες.

Αν κάτι έχει αυθεντικό ενδιαφέρον μέσα στο OUATIH, αυτό είναι σε τελική ανάλυση η σχέση ανάμεσα στον Rick και τον Cliff. O Rick είναι ένας συναρπαστικός ήρωας που ζωντανεύει εξαιρετικά ο DiCaprio. Κατά μία έννοια, είναι ένας χαρακτήρας-εξαίρεση στο σινεμά του Tarantino. Ο δημιουργός εδώ μοιάζει να ενδιαφέρεται, να νοιάζεται και να αγαπάει αυθεντικά το δημιούργημά του, τον χαρακτήρα που έφτιαξε. Όχι επειδή είναι cool και γαμάτος, αλλά γιατί ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος – κάτι που συμβαίνει μάλλον σπάνια στο ταραντινικό σινεμά (δυο πολύ ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις είναι o χαρακτήρας της Pam Grier στο Jackie Brown κι η The Bride στο Kill Bill Volume 2). O Rick είναι ένας άνθρωπος χαμένος σε έναν κόσμο που αλλάζει, που κινείται σαν υπνοβάτης μέσα στην ιστορία την ώρα που εκείνη τον αφήνει πίσω. Δεν είναι απλά άλλος ένας μπλαζέ και cool ταραντινικός ήρωας αλλά ένας κινηματογραφικός χαρακτήρας με ψυχή, ουσία, δράμα, πάθος και πόνο. Αντίθετα, ο Cliff του Pitt είναι μόνο ματσίλα και κενότητα. Είναι άνετος, σκληρός, δροσερός, αρρενωπός, χωρίς αντιφάσεις. Μια μυθική εικόνα που έχει ανάγκη ο λαβωμένος πρωταγωνιστής, όπως ο Tyler Durden στο Fight Club. Κι όπως εκεί, έτσι κι εδώ, αυτή η τοξική φιγούρα καθαγιάζεται αισθητικά μέσω του coolness της. Στο μεταξύ όμως, ενώ ο Rick μας έχει πείσει κι η δυναμική της σχέσης του έχει ένα ενδιαφέρον σε πρώτο επίπεδο, αναγκαζόμαστε να ρωτήσουμε: πού είναι η φιλία; Πού είναι το περιεχόμενο της σχέσης τους; Ποια είναι η επαφή; Δεν βλέπουμε τίποτα, πραγματικά. Η ταινία μας λέει ότι είναι φίλοι, αλλά δεν μας το δείχνει, ούτε μας πείθει ότι αυτή η σχέση μπορεί να ζωντανέψει μπροστά στα μάτια μας. Εκεί που θα μπορούσαμε να έχουμε ένα κασαβετικό έργο βασισμένο στην μελέτη της ανδρικής εγγύτητας, έχουμε ένα κενό.

Εν τέλει, παρά τις καλοφτιαγμένες του στιγμές και τις περιστασιακές του εκλάμψεις, το OUATIH μοιάζει περισσότερο με μια καθήλωση σε σχήματα, μορφές, ιδέες και έργα που δεν αντέχουν στον χρόνο. Tarantino gonna Tarantino; ΟΚ, μπορεί – κι αν ο κόσμος συνεχίζει να περνάει καλά, όπως λένε οι βαθμολογίες και τα εισιτήρια, καμία αντίρρηση. Αν έχει κάτι συναρπαστικό σαν δημιουργός, αυτό σε τελική ανάλυση δεν είναι οι κλασικές ταραντινιές, τα άμεσα αναγνωρίσιμα στοιχεία και τρικ που έχουμε αναφέρει ήδη. Αυτό που τον καθιστά σημαντικό σκηνοθέτη, άσχετα αν σου αρέσει ή όχι, είναι ότι επιδεικνύει σταθερά μια έντονη κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στο σινεμά και την επιθυμία, ότι κατανοεί το φιλμ σαν τον εικονικό τόπο που συναντιούνται ο πόθος κι η εξουσία. Κι αυτό δεν το κάνει ποιητικά, σουρεαλιστικά, ψυχαναλυτικά όπως ο David Lynch των κλασικών του έργων, αλλά του δίνει την μορφή ενός αχαλίνωτου κι εύπεπτου κινηματογραφικού fun. Παρόλα αυτά, δεν αρκεί. Το OUATIH ήταν για μένα μια ταινία ασύνδετη, φλύαρη, βαρετή, ανούσια. Αν το δούμε σαν διατριβή για την βιομηχανία της ψυχαγωγίας, είναι φτωχό. Αν το δούμε σαν ιστορική αποτύπωση, είναι επιφανειακό. Αν το δούμε σαν ταινία για την φιλία, είναι ψυχρό και άψυχο (δε μπορείς απλά να γίνεις ευαίσθητος και τρυφερός όταν τόσες δεκαετίες εκπαιδεύεις τον εαυτό σου στο αντίθετο). Αν το δούμε σαν κλασική ταραντινιά, δεν είναι και τόσο fun. Ο Tarantino είναι ο τελευταίος μεγάλος celebrity σκηνοθέτης, και μάλλον μ’ αυτήν την ταινία θέλει να τραβήξει όλον τον κόσμο μαζί του μέσα στην τελευταία κινηματογραφική του φαντασίωση. Σ’ αυτήν την φαντασίωση, όλα επιστρέφουν στο Hollywood, δεν υπάρχει τίποτα έξω από το Hollywood. Θα έπρεπε να υπάρχει.  

https://luben.tv/

Κριτική στο «Once Upon A Time In Hollywood»

Από Λήδα Ειρήνη Αδάμου στις 26/08/2019 [83/100]

Στην ένατη κατά σειρά ταινία του, ο αγαπημένος σκηνοθέτης της γενιάς των 00’s, Quentin Tarantino, «πλάθει παραμύθια» για την γενιά των 60’s…

Όσο κι αν ισχυριστεί κανείς το αντίθετο, το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» δύναται να θεωρηθεί η προσωπική οπτική του Tarantino στους περιβόητους φόνους (των Sharon Tate, Abigail Folger, Jay Sebring και Wojciech Frykowski), που συγκλόνισαν την πολιτεία της Καλιφόρνια τον Αύγουστο του 69’, λαμβάνοντας χώρα στην βίλα Polanski (10050 Cielo Drive) στο Μπένετικτ Κάνιον του Λος Άντζελες.
Η όλη μάλιστα «φιλοσοφία» της γνωστής, από προγενέστερες ταινίες του ακρορεαλιστή σκηνοθέτη, εκδικητικής τακτικής των ηρώων του, παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης των τεκταινόμενων παρούσα, χαρίζοντας στον θεατή την «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» κάθαρση, η οποία στην περίπτωση της τραγωδίας της σφαγής της Tate (και του αγέννητου μωρού της), από μέλη της συμμορίας του Charles Manson (Susan Atkins, Patricia Krenwinkel και Tex Watson) είναι, όπως και να ‘χει, χρήσιμη…

Συνεπώς o semper fidelis στο «πνεύμα» που μας έχει συνηθίσει Quentin Tarantino, αποφεύγει να παρουσιάσει την «εκχριστιανισμένη» εκδοχή (που δόμησαν τα μέσα ενημέρωσης κατά κύριο λόγο) ενός αποτρόπαιου μακελειού, το οποίο κατέστησε και «μάρτυρα» την ηθοποιό Sharon Tate. Εν αντιθέσει επιλέγει τη (μαγική) σφαίρα της μυθοπλασίας (τι είναι εξάλλου μια ταινία;) και δομεί μια «εναλλακτική πραγματικότητα» (alternate reality), που άλλους θα σοκάρει, άλλους θα εκπλήξει και άλλους θα ξενερώσει…

Πέρα βέβαια από το παράλληλο σύμπαν (ή και παράλληλα σύμπαντα), όπου και δομείται η εν λόγω εναλλακτική πραγματικότητα, κατά την οποία η Sharon Tate περιβάλλεται από τον Rick Dalton και τον stuntman του, στον σκληρό πυρήνα του φίλμ, διαφαίνεται η «πραγματικότητα» της ύπαρξης μιας κατ’ ουσία εγκληματικής οργάνωσης, που παρίστανε τους hippies, με τάχαμου ιδεολογικό υπόβαθρο, απαιτώντας κάπως το δικό της μερίδιο από την πίτα της εξουσίας. Όλη αυτή η «επιφάνεια» βρίσκεται βέβαια «διαποτισμένη» στην ταινία, με τις κλασικές (για τους λάτρεις) αλά Tarantino πινελιές, που τη διαφοροποιούν και της προσδίδουν ταυτότητα! Εξάλλου, ποια ταινία του Tarantino δεν έχει ταυτότητα;

Μια, παραδείγματος χάριν, εκ των διαφοροποιήσεων αυτών, που προσδίδουν στο φιλμ «Once upon a time in Hollywood» την προσωπική του σφραγίδα/ταυτότητα, αφορά στο πως διαχειρίζεται o Quentin Tarantino στο δημιούργημα του, τον όρο “hippy”.

Η υποτιμητική διάσταση λοιπόν που δίνει στον όρο αυτό o πρωταγωνιστής του, Rick Dalton, απευθυνόμενος στους “hippies” ως περιθωριακούς τύπους (εκτός του ότι έχει προηγηθεί στην προγενέστερη ταινία του Tarantino, Death Proof), καθίσταται η αφορμή που βρίσκει ο δημιουργός να παρουσιάσει την εν λόγω εγκληματική συμμορία των χίπηδων, όχι ως απλά «δήθεν» (όπως σημειώσαμε νωρίτερα), αλλά ως το «εξάμβλωμα» μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς 60’, που αν το καλοσκεφτεί κανείς οφείλει την ύπαρξη της στους ίδιους τους hippies. Κοντολογίς, αυτές και τέτοιες άλλες ταραντίνικες υπερβολές μπορεί να συναντήσει κανείς στο φιλμ «Κάποτε στο Χόλιγουντ», χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κάτι κακό…

Αν αναλογιστεί μάλιστα εδώ κανείς, πως οι χίπηδες στην ευρωπαϊκή επικράτεια προήλθαν κατά κύριο λόγο από τα μεσοαστικά στρώματα, ο ιδιοφυής σκηνοθέτης δομεί μια επιπλέον εναλλακτική πραγματικότητα που απορρέει από το παράλληλο, αυτή τη φορά αμερικάνικο σύμπαν.
Σύμφωνα δηλαδή με το «μανιφέστο» του πρόσφατου αυτού δημιουργήματος του, οι αμερικανοί χίπηδες (σε αντίθεση με τους ευρωπαίους;) δεν είναι τίποτα εκλεπτυσμένα μυαλά αλλά παρακατιανοί, απόλυτοι στις πολιτικές τους πεποιθήσεις (σαν Pc police ή SJWs), σχεδόν τρελαμένοι (από το lsd) φιλελεύθεροι (crazy ass liberals). Και καταλήγει έτσι και να «υψώνει τη γροθιά του» στο φιλελεύθερο κατεστήμενο του Hollywood (Liberal Hollywood), με μας να μην έχουμε να του πούμε τίποτα παραπάνω, από ένα «ηχηρό» μπράβο…

Επιπλέον η παραγωγή της ταινίας βάζει το κερασάκι στην τούρτα ενός (σχεδόν κατά κοινή ομολογία) αριστουργήματος, βάζοντας μας με τη σειρά μας και από την πρώτη κιόλας στιγμή, στο τότε χολιγουντιανό κλίμα και εξηγώντας μας αριστοτεχνικά το τότε κατεστημένο της βιομηχανίας του θεάματος. Όλα συνοδευόμενα από τους ήχους ενός soundtrack, μια δεύτερη ανάγνωση (για μας τους πιο νέους) του οποίου, μπορεί να εκτοξεύσει την καλοκαιρινή μας διάθεση στα…ύψη!

https://www.cinemode.gr/

Cinema • Α΄Προβολή με τον Τάσο Ντερτιλή [4/5]

Once Upon a Time in… Hollywood – Κάποτε στο Χόλιγουντ
Η 9η ταινία του τρομερού παιδιού του Χόλιγουντ είναι ένα χαμηλότονο trip και ένας φόρος τιμής στη φαντασία που αποτελεί την πρώτη ύλη για τα εργοστάσια ονείρων της Αμερικάνικης κινηματογραφικής βιομηχανίας

Παραγωγή: ΗΠΑ/Βρετανία/Κίνα – 2019

Διάρκεια: 161 λεπτά

Είδος: Δραματική Κομεντί Εποχής

Βαθμολογία: * * * *

Σκηνοθεσία: Quentin Tarantino

Πρωταγωνιστούν: Leonardo DiCaprio, Brad Pitt, Margot Robbie, Al Pacino, Emile Hirsch, Margaret Qualley, Timothy Olyphant, Julia Butters, Austin Butler, Dakota Fanning, Bruce Dern, Mike Moh, Luke Perry, Damian Lewis, Nicholas Hammond, Samantha Robinson, Rafal Zawierucha, Lorenza Izzo, Costa Ronin, Damon Herriman, Lena Dunham, Mikey Madison, Harley Quinn Smith, Scoot McNairy, Clifton Collins Jr., Ramón Franco, Rachel Redleaf, Clu Gulager, Rebecca Gayheart, Kurt Russell, Zoë Bell, Michael Madsen, James Remar.

Λος Άντζελες, Φεβρουάριος 1969: Η βιομηχανία του θεάματος βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή ακολουθώντας τη γενικότερη κρίση αξιών μιας χώρας με ανοιχτές τις πληγές λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου του Βιετνάμ. Όλα είναι ρευστά και απρόβλεπτα. Όπως η καριέρα του Ρικ Ντάλτον, τηλεοπτικού αστέρα σε καθοδική πορεία που δεν πηγαίνει πουθενά χωρίς τον προσωπικό του κασκαντέρ-βοηθό-φίλο Κλιφ Μπουθ, άνθρωπο χαμηλών τόνων και σκοτεινού παρελθόντος. Καθώς ο Ρικ αναζητά μια διέξοδο στο αλκοόλ, βλέποντας την καριέρα του να βαλτώνει, στη διπλανή βίλα μετακομίζουν οι Πολάνσκι, ο διάσημος τότε δημιουργός του Μωρού της Ρόζμαρι με τη νεαρή και πανέμορφη σύζυγό του Σάρον Τέιτ. Λίγους μήνες αργότερα τίποτε δεν θα είναι ίδιο στη βιομηχανία του θεάματος…

Το τρομερό παιδί του Χόλιγουντ, ο αιώνιος χρονογράφος της κινηματογραφικής βιομηχανίας ενηλικιώνεται συναισθηματικά και επιστρέφει στον «τόπο του εγκλήματος», στο παρελθόν της πόλης που τον διαμόρφωσε ως άνθρωπο και καλλιτέχνη, για να της αφιερώσει ένα μακρόσυρτο και λεπτομερές χρονικό που σκιαγραφεί με απίστευτα διαφωτιστικές πινελιές τις ζωές τριών χαρακτήρων αυτής της Μέκκας του ψεύδους και της βίας. Δύο φανταστικοί χαρακτήρες και ένα πραγματικό πρόσωπο μπλέκονται σε μια μαγευτική αφήγηση που διαπερνά τα όρια ανάμεσα στη ζωή και την αναπαράστασή της και έρχεται να πάρει μια φανταστική εκδίκηση από το σκληρό και αδυσώπητο παρελθόν. Γιατί εδώ μετράει το παραμύθι και η αλήθεια μπορεί να «πάει μια βόλτα».

Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν ήταν ένα Χόλιγουντ που γέμιζε με βία το παγκόσμιο μαζικό ασυνείδητο, γνήσιο τέκνο της καουμπόικης κληρονομιάς της Αμερικής. Γκάνγκστερς, πιστολάδες, αδυσώπητοι κτηματίες και διαβολικές γυναίκες. Κι ύστερα ήρθαν οι χίπις, τα κινήματα ειρήνης, οι νέες ιδέες και η παρακμή του παλιού που διαβρώθηκε από την pop culture της αμφισβήτησης. Αυτό το παλιό εκπροσωπεί ο Ρικ Ντάλτον που σαν άλλη παρακμασμένη Νόρμα Ντέσμοντ του Sunset Boulevard παραδέρνει από τηλεοπτικό σετ σε τηλεοπτικό σετ προσπαθώντας μάταια να κάνει το πέρασμα στη μεγάλη οθόνη. Εκεί που βασιλεύει φρέσκια και όμορφη και ταλαντούχα η νέα του γειτόνισσα, η Σάρον Τέιτ, εκεί που μεγαλουργεί ο ιδιοφυής της σύζυγος Ρόμαν Πολάνσκι. Εκεί που δεν υπάρχει χώρος ούτε για το γοητευτικό και σκοτεινό alter ego του Ντάλτον, τον κασκαντέρ Κλιφ με κορμί αλλά και παρελθόν θανατηφόρο. Καταλύτης στις ζωές τους το αναρχικό χιπαριό που σέρνεται στους δρόμους του Λος Άντζελες, βρώμικο, μαστουρωμένο και εχθρικό προς μια κουλτούρα της οποίας ουσιαστικά και οι ίδιοι είναι τέκνα. Η τελική σύγκρουση μοιάζει αναπόφευκτη…

Και όχι, δεν είναι μια αντιδραστική ταινία για το θρίαμβο του συστήματος εναντίον των παιδιών των λουλουδιών. Εξάλλου ας μην λησμονούμε τεχνηέντως ότι η συμμορία του Μάνσον, υπεύθυνη για τη σφαγή του καλοκαιριού του 1969, ήταν ένα τσούρμο τρελαμένων και βίαιων σατανιστών. Όπως και ολόκληρο το Χόλιγουντ, που από πάνω έως κάτω ήταν, είναι και θα είναι προϊόν μιας βίαιης και φονικής φαντασιακής μηχανής. Ακόμη και σήμερα (πόσα βίαια κόμικ βλέπετε ετησίως;).

Το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα είναι το ίδιο με το υλικό από το οποίο φτιάχνονται οι βίαιοι εφιάλτες με τους οποίους μεγάλωσαν σκηνοθέτες όπως ο Ταραντίνο (ή και ο Άρι Άστερ του Μεσοκαλόκαιρου για να αναφέρουμε κι έναν νεότερο). Και σ αυτά τα όνειρα επιστρέφει ο δημιουργός του Pulp Fiction για να μας δώσει τη δική του βερσιόν του χολιγουντιανού παραμυθιού. Ενός παραμυθιού από το οποίο απουσιάζει παντελώς ο έρωτας και το οποίο διατρέχεται από μια γαλήνια υπόκωφη βία που ξεσπά όταν είναι να ξεσπάσει, έξαφνα και σοκαριστικά.

Όπως ο Φεντερίκο Φελίνι στη Ρόμα (το δικό του ερωτικό γράμμα στην αιώνια πόλη του) περιφέρεται και συναντά άσημους και διάσημους χαρακτήρες της Ρώμης, έτσι και εδώ οι τρεις πρωταγωνιστές μας διασχίζουν συνεχώς το Λος Αντζελες με αυτοκίνητο καθώς παίζουν τα ραδιόφωνα τις μεγάλες Pop και Rock επιτυχίες της εποχής, δημιουργώντας ένα σαγηνευτικό πορτραίτο μιας πόλης που ζει στα όρια της φαντασίας, βυθισμένη στην pop culture, τις επιγραφές από neon και την κατασκευασμένη εικόνα της. Κι αυτό είναι μια τεράστια ερωτική επιστολή στις ρίζες του θεάματος την οποία ο αθεόφοβος Κουέντιν δεν παραλείπει να υποσκάψει ειρωνικά καθώς περνούν από την οθόνη οι τίτλοι τέλους.

Όλο αυτό το περίτεχνο κατασκεύασμα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη μαγευτική χημεία των δύο πρωταγωνιστών. Δεν ξέρεις ποιον να ξεχωρίσεις: τον ημίθεο Λεονάρντο ή τον ωραίο Μπραντ που εδώ δημιουργεί ένα ανεπανάληπτο πορτραίτο ενός γνήσιου American Hero, ένα συνδυασμό Ρέντφορντ και Μπρόνσον με ολίγη από τον δικό του προσωπικό μύθο. Επίτευγμα! Όσο για την Μάργκοτ Ρόμπι το ξαναείπαμε παλιότερα: Νικόλ Κίντμαν, Κέιτ Μπλάνσετ, Μάργκοτ Ρόμπι, το αυστραλέζικο ερμηνευτικό τρίγωνο κορυφής είναι συμπληρωμένο!

Πέρα από την αριστουργηματική φωτογράφηση του τρις βραβευμένου με Oscar Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, να κάνουμε μια τελευταία μνεία για το καλλιτεχνικό τμήμα της ταινίας. Άθλος πραγματικός. Σχεδιασμός παραγωγής, καλλιτεχνική διεύθυνση, κοστούμια, σκηνικά, μακιγιάζ. Άψογα!

Τώρα, εάν όλο αυτό το σινεφίλ μεγαθήριο αφήσει αδιάφορο το κοινό των multiplex που διψά για δράση και βία, καθώς παρακολουθεί ταινία με το κινητό ανοιχτό στα social media, τι να κάνουμε… «C’est la vie», say the old folks, it goes to show you never can tell όπως έλεγε και το άσμα του Τσακ Μπέρι που χόρευε η Ούμα στο Pulp Fiction…

Διανομή: Feelgood Entertainment

http://www.grandmagazine.gr/

 

ONCE UPON A TIME IN… HOLLYWOOD

του Γιάννη Φραγκούλη [3,5/5]

Από την Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019 στους κινηματογράφους. Αξιολόγηση στο imdb.com 8,2/10.

ΣΥΝΟΨΗ

Στο Λος Άντζελες του1969 τα πάντα είναι ρευστά και όλα αλλάζουν. Ο τηλεοπτικός αστέρας Rick Dalton (Leonardo DiCaprio) και ο για πολλά χρόνια κασκαντέρ του Cliff Booth (Brad Pitt) κινούνται στη νέα βιομηχανία του θεάματος, την οποία με δυσκολία αναγνωρίζουν πια. Ο Quentin Tarantino επιστρέφει με την 9η ταινία του, μία μυθική ερωτική επιστολή στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση του τέλους της δεκαετίας του ’60 και μας βυθίζει στην εκρηκτική ομορφιά του Λος Άντζελες της εποχής. Με πρωταγωνιστικό δίδυμο δύο από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς τους, τον Leonardo DiCaprio και τον Brad Pitt, η ταινία είναι ένας φόρος τιμής στις τελευταίες στιγμές της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ, ένα αριστοτεχνικό κολάζ με κινηματογραφικές και τηλεοπτικές αναφορές, όπως μόνο αυτός ο δημιουργός ξέρει να υπογράφει.
Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ

Είναι έκπληξη ότι έχουμε να κάνουμε με μία ταινία που είναι καθαρά ταραντινική. Μία επιστολή στο Χόλιγουντ, για τα πάθη του κινηματογράφου, για τις δόξες, τις ποικίλες στιγμές, έτσι που μόνο ο Tarantino μπορεί να κάνει, ακολουθώντας αυτό το στιλ της αποστασιοποίησης και συγχρόνως της προσεχτικής ματιάς στον άνθρωπο. Το συναίσθημα πρωταγωνιστεί, όπως ο έρωτας, οι πολεμικές τέχνες, το ουέστερν, οι πολεμικές περιπέτειες. Τελικά και επιπροσθέτως έχουμε να κάνουμε και με μία ταινία αναφορά στις ταινίες αυτού του σκηνοθέτη, κάτι που μας βάζει σε σκέψεις…

Ο κινηματογράφος, όμως, είναι μία προκλητική ερωμένη, ο Tarantino είναι και καλός εραστής και, σαν τέτοιος, δε θέλει να πάρει εκδίκηση. Η ταινία αυτή αναφέρεται περισσότερο στο φιλμ νουάρ, μέσα από ένα ερωτικό περιεχόμενο, μία προσεχτική ματιά που μπορεί να έχει κάποιος που είναι, κυρίως, παθιασμένος με αυτή την τέχνη, ιδωμένη τόσο ως καλλιτεχνική έκφραση όσο και σα βιομηχανική διαδικασία.

Ο Ρικ Ντάλτον είναι ηθοποιός και δεν του είναι πλέον εύκολο να είναι σε μία ήρεμη κατάσταση, όταν ακολουθεί μία ρουτίνα, δεν αισθάνεται βολικά με την πεπατημένη διαδικασία της δουλειάς του. Αφήνει άλλους να τον ντουμπλάρουν και αυτός απολαμβάνει τη φήμη του. Είναι στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ο Κλιφ Μπουθ είναι το alter ego του. Η φιλία μεταξύ τους είναι δυνατή σε έναν ασταθή κόσμο. Η σχέση τους είναι ψευδοερωτική, το δέσιμό τους είναι μεγαλύτερο από αυτό δύο συζύγων.

Η επαφή που έχουν, τα σχόλια που αποκομίζουν από θαυμαστές τους, η εκτίμηση που απολαμβάνουν από τον κινηματογραφικό χώρο, όλα αυτά δίνουν ένα άρωμα κινηματογραφικό, ερωτικό, φιλικό και ανθρώπινο. Η ταινία αναφέρεται στο παρελθόν του Χόλιγουντ. Αυτό όμως είναι η αφορμή, ένα αφηγηματικό διάνυσμα που ξεκινά από αυτή την εποχή, τη δεκαετία του 1960, για να φτάσει στις μέρες μας. Κατά συνέπεια, ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανήκει στην ίδια την κινηματογραφική βιομηχανία, λιγότερο στις αναφορές στις διάφορες προσωπικότητές της. Η βία, έτσι όπως εγγράφεται στο δράμα, λειτουργεί απελευθερωτικά και τονωτικά για το ανδρικό πρότυπο.

Οι γυναικείες φιγούρες υποστηρίζουν την αντρική παρουσία, δυναμώνουν τη στεροτυπικότητά της. Ως υποστήριξη χρειάζονται κάποιο βάθος και το έχουν. Ο σκηνοθέτης αναπτύσσει τους χαρακτήρες του σε βάθος, τους δίνει αυτή τη χροιά που χρειάζονται, αποκτούν αυτά τα χαρακτηριστικά που πρέπει, ακολουθώντας την αφήγηση της ταινίας, χωρίς να εκβιάζουν την προσοχή και το συναίσθημά μας. Οι μεσήλικες άντρες είναι τα πραγματικά θύματα, αφήνουν τα ίχνη τους τόσο που είναι δύσκολο να τους ξεχάσεις. Όλα αυτά θυμίζουν τους ηθοποιούς εκείνης της εποχής, όπως το Steve MxQueen, για παράδειγμα.

Η φιλμική δημιουργία είναι άκρως ισορροπημένη, έτσι ώστε να μην υπάρχει η υπερβολή, να αναπτύσσεται με πλαστικότητα η δραματουργία, να είναι μία ταινία αυτού του σκηνοθέτη και όχι μία αναφορά σε άλλες ταινίες με αποσπασματική αφήγηση. Σου δίνει την εντύπωση ότι είναι η σύλληψη και το δημιούργημα ενός ανθρώπου, αυτού που, πιθανόν, ακολουθεί τα σημάδια του, βρίσκει τις αναφορές του στην κινηματογραφία, κάνει μία αφήγηση που ξεκινά από αυτόν και καταλήγει στον ίδιο, μία προσωπική αφηγηματική δημιουργία που μόνο ο Tarantino μπορεί να κάνει στις ΗΠΑ, δένοντας αρμονικά και όμορφα τα δάνειά του από άλλες ταινίες, με κάπως διαφορετικό στιλ, όπως αυτές του ασιατικού κινηματογράφου που συνέχεια τον καλοβλέπει.

http://www.filmandtheater.gr/

«ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ» (Once upon a time. .in Hollywood): Ο ΕΥΦΑΝΤΑΣΤΟΣ ΚΑΙ «ΣΙΝΕ – ΓΟΥΣΤΑΡΛΗΣ» ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ
23 Αυγούστου 2019
ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗ [4/5]

Αυτό ήταν το μυστικό του ΚΟΥΕΝΤΙΝ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ, αυτό τον έκανε διάσημο κι αυτό είναι που σε τούτη την ταινία βρίσκεται σε καθεστώς απογείωσης: Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ, το «ΓΟΥΣΤΑΡΛΙΚΙ» του σινεμά.

Διότι η αγάπη είναι μια όμορφη γεμάτη νόημα λέξη. Όμως το «γουσταρλίκι» δίνει στην έννοια «αγάπη» μια άλλη διάσταση, μια διαφορετική προέκταση, μια επέκταση, αν θέλετε. Είναι εκείνο που εκπέμπει κάποιος ο οποίος «γουστάρει» πολύ αυτό με το οποίο ασχολείται κι όχι απλώς το αγαπά (που από μόνο του δεν θα ήταν και λίγο). Το «γουστάρω» όμως εκτός από συναίσθημα περιλαμβάνει και χυμούς, περιλαμβάνει δόσιμο, περιλαμβάνει βουτιά στα βαθιά και δεν τον νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι αλλά μόνο η δική του ακατάβλητη όρεξη.

Στην περίπτωση του Ταραντίνο, το αντικείμενο είναι το σινεμά, η ΣΙΝΕΜΑΔΙΛΑ, αυτά που έβλεπε μικρός και τον έκαναν προφανώς να εκτοξεύεται σε υπέρτατπυς , κινηματογραφικούς γαλαξίες,διότι μέσα σε όλη αυτή την αίσθηση υπάρχει κι εκείνο το παιδικό στοιχείο, το γουσταρλίκι για το σινεμά ενός μικρού παιδιού, που λάτρευε να χαζεύει στον κινηματογράφο, αγαπούσε τα λαϊκά είδη, εκείνα που τον συνάρπαζαν και που οι άλλοι τα είχαν «εκτός σχεδίου». Μόνο που δεν αντιπαρατίθεται με εκείνους , με κανέναν θα έλεγα, αλλά δίνεται με πάθος και παιδική αχορταγίλα στο δικό του. Και προσφέρει υπόσταση και τιμή αναγνώρισης και στα παραγνωρισμένα είδη. Κάνει κι αυτή την προσφορά δηλαδή.

Αυτή τη διάθεση μεταφέρει στην οθόνη κι αυτή η ακατάσχετη αγάπη που δεν γνωρίζει όρια, περνά από την οθόνη στην πλατεία και μαγεύει. Μαγεύει όπως ένα πανέξυπνο παιδί που σε αφήνει άφωνο όταν το αναγνωρίζεις ως «genius», εκνευρίζει όπως εκνευρίζουν όλα τα έξυπνα και παθιασμένα παιδιά, τους λεγόμενους «μεγάλους», που η αταξία, η σκανταλιά, το θράσος που συνοδεύεται από ευφυία και ταλέντο και δεν μπορείς να το ανατρέψεις αφου τα επιχειρήματα του είναι η ίδια η διάθεση του παιδιού, κάνουν τον «μεγάλο» να εκνευρίζεται ώρες και φορές μα και να μην μπορεί να παραγνωρίσει την μεγαλοφυία που έχει μπροστά του.

Αυτά όλα συμβαίνουν στη νιοστή, στην τωρινή του ταινία «ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ» όπου αυτό το πνεύμα μεταφέρει στην αίθουσα κι αιχμαλωτίζει τον θεατή. Ακόμα κι εκείνον που εκνευρίζεται από τον τρόπο αιχμαλωσίας- μόνο που το πρόβλημα εδώ είναι του τελευταίου, η μεγαλοφυία δεν μπορεί να κατέβει επίπεδο ούτε να αλλάξει ρότα.

Κι έχουμε στο «Κάποτε στο Χόλυγουντ» ένα σινεμά από εκείνα που σπανίζουν.

Κάτοχος πλήρως της Τέχνης του και των ιδιοτροπιών του, ο Ταραντίνο δεν αυθαιρετεί αλλά κάνει σινεμά. Σινεμά συναρπαστικό.

Εχει εξελίξει κι άλλο την τέχνη του και την τεχνική του ως σεναριογράφος διότι στον Ταραντινο αυτό που έκανε αίσθηση από το ξεκίνημα του ήταν οι φρέσκιες και ιδιοφυείς σεναριακές ιδέες του. Κι αυτές οι σεναριακές ιδέες είχαν τέτοια κινηματογραφική πληρότητα ως σενάρια ώστε να έχουν έτοιμη και τη σκηνοθεσία.

Σκηνές διάρκειας όπου το μοντάζ να μπορεί να εισχωρήσει στο τρελό ντεκουπάρισμα των σκηνών και να κάνει μαγείες, ατάκες ευφυέστατες και περιεκτικές , ειρωνεία κι αγάπη σε ένα κράμα, βαθιά γνώση των ειδών.

Το «Κάποτε στο Χόλυγουντ» είναι ένα έργο για το Χόλυγουντ του 1969. Πρωταγωνιστεί το έτος. Η ιστορία κι οι χαρακτήρες βγαίνουν μέσα από τα παραγνωρισμένα είδη που ο Ταραντίνο λατρεύει, υπάρχει το Λος Αντζελες που μυρίζει σινεμαδίλα ως πόλη, με όλα τα συν και τα πληνν, είναι ο τρόπος με τον οποίο επισημαίνει ΣΕΝΑΡΙΑΚΑ όλες αυτές τις λεπττομέρειες, είναι η σκηνή με την «Σάρρον Τέητ» που την επεξεργάζεται ερμηνευτικά με υπέροχο τρόπο σε ταραντινέικο κλίμα η ΜΑΡΓΚΟ ΡΟΜΠΙ , σε εκείνη τη μοναδικά γραμμένη σκηνή όταν πηγαίνει στον κινηματογράφο στο Γουέστγουντ να δει ως θεατής μια ταινία της, το «ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ» όπου έπαιζε στο πλευρό του ΝΤΗΝ ΜΑΡΤΙΝ κι ανήκει στο είδος του σινεμά που ο Ταραντίνο εντάσσει στην υπόθεση του ως ταιριαστό στο κλίμα του, και το πώς αλλάζει η στάση της ταμία του σινεμά όταν ανακαλύπτει πως πρόκειται για κάποια τέλος πάντων , αλλά και πως φτιάχνει χαρακτήρα σεναριακά μέσα από τις αντιδράσεις των θεατών στην ταινία της που βλέπει και που έχουν αντίκτυπο πάνω της..

Είναι η μεγαλοφυία του να γυρίσει τη σκηνή σπλατεριάς προς το φινάλε σαν να επρόκειτο για κωμωδία, σαν να είχε υπόψη του «Το πάρτυ» του Μπλέηκ Εντουαρντς με τον τρόπο που την έστηνε πρώτα στο χαρτί (ή στον υπολογιστή)- σπλατεριά ως κωμωδία κι όχι ως φρίκη..

Είναι η μεγαλοφυία του να σε ετοιμάζει για τα κακό που θα συμβεί στην Σάρον Τέητ, την –ηθοποιό-έγκυο σύζυγο του Πολάνσκι που την κατέσφαξαν χίπιδες ή σατανιστές κι ο μπαγάσας να την πηγαίνει σε άλλο σπίτι τη σκηνή και να κλείνει με ένα ευφυή τρόπο κι ανατρεπτικό τρόπο με την Σάρον Τέητ.

Υποκλίθηκα στη μεγαλοφυία του και συνεχίζω…

Είναι πως τους ήρωες που είπα πιο πάνω στο κείμενο τους βγάζει μέσα από τα παραγνωρισμένα είδη κι ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ξεπεσμένος σταρ τηλεοπτικών γουέστερν και μέσα από αυτόν παρακολουθούμε την ταραντινέικη εξέλιξη μιας σινεματζίδικης ιστορίας….

Είναι το κλίμα που φτιάχνει μέσα από το γράψιμο των σκηνών. Εκείνο το ταραντινέϊκο κλίμα που έχει ως βάση την κωμωδία , οι ηθοποιοί παίζουν τους δραματικούς ρόλους τους ρόλους τους σαν να πρόκειται για κωμωδία, με αποτέλεσμα , δι αυτού του τρόπου να υπονομεύεται το δράμα αλλά να μη γίνεται κανείς τους ποτέ καρικατούρα.. Διοτι ο Ταραντίνο τους φτιάχνει κλίμα, το οποίο υπαγορεύεται μέσα από το ίδιο το σενάριο.. Στην αρχ’η της ταινίας, για παράδειγμα, υπάρχει μια σκηνή διαλόγου σε εστιατόριο , μεταξύ ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΝΤΙ ΚΑΠΡΙΟ και ΑΛ ΠΑΤΣΙΝΟ, από εκείνες τις κάπως «μακρουλές» σεκάνς της ταραντινέικης γραφής, όπου την αφήνει μονοπλάνο, δεν κάνει «cut», κι αφήνει τους δύο ηθοποιούς να κάνουν «παπάδες», να χαζεύει ο θεατής το μεταξύ τους, στο πως ο ένας ατακάρει τον άλλον, κι αυτό έχει να κάνει με το κλίμα- επαναλαμβάνω- που εκπορεύεται από το ίδιο το σενάριο. Σε αυτό το κλίμα μεγαλουργούν οι ηθοποιοί, χωρίς ο Ταραντίνο να είναι αυτό που λέμε «δάσκαλος ηθοποιών». Με τους ρόλους που τους γράφει και με το υπαγορευόμενο κλίμα, που έχει να κάνει με το γουσταρλίκι του ίδιου, οι ηθοποιοί τα δίνουν και δίνονται.

Ο ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΝΤΙ ΚΑΠΡΙΟ έχει φτάσει σε υψηλά επίπεδα εξέλιξης, το παίξιμο του είναι για χάζεμα διότι ο χαρακτήρας του περνά μέσα από διάφορα είδη τόσο στην ιστορία, στην υπόθεση, όσο και στο κλιμα και στον τρόπο με τον ποίο πρέπει να τα παίξει. Όχι μόνο δεν του ξεφεύγει τίποτα αλλά είναι και μεγάλος σε κάθε σκηνή, με απόλυτη συνοχή ως προς το σύνολο.

Μεγάλη στιγμή για τον ΜΠΡΑΝΤ ΠΙΤ αυτός ο ρόλος, αυτή η ταινία,support-άρει τον Ντι Κάπριο, τόσο ως θέση μέσα στο σενάριο όσο κι ως σχέση μεταξύ τους, παίζει ένα επίσης ιδιοφυώς γραμμένο ρόλο, τον διαρκή «κασκαντέρ» του ξεπεσμένου τηλε-σταρ που τον είχε για τις επικίνδυνες σκηνές στα τηλε-γουέστερν αλλά και για ό,τι άλλο γύριζε κι ο οποίος είναι ένα ανέμελο άτομο που καλό , όμως, είναι να μην μπλέξει κανείς μαζί του , έχει σκοτώσει τη γυναίκα του και την έχει γλυτώσει. Ο Ταραντίνο του έχει γράψει και τρεις μεγάλες σκηνές. Οι οποίες είναι ευφυέστατες τόσο ως γράψιμο όσο κι ως σύλληψη όσο κι ως ένταξη σε είδος. Η μία είναι , από εκείνες της σεκάνς διαρκειας, όπου το ντεκουπάζ δίνει στον μοντέρ τη δυνατότητα να κάνει αγγέλουςς, μια κωμική σκηνάρα όπου κάνει «μπλε μαρέν» τον… Μπρους Λη. Η σκηνή αυτή, κωμικά γραμμένη, δεν είναι τυχαία, θα χρησιμοποιηθεί στην τρίτη και μεγάλη σκηνή του, που είναι και η πιο κομβική της ταινίας, όπως θα χρησιμοποιηθεί και η δεύτερη μεγάλη σκηνή, αν και σε αυτήν αστράφτει με cameo part, ο ΜΠΡΟΥΣ ΝΤΕΡΝ. Στον «στρατώνα» των χίπιδων, όπου κάποιοι μπορεί να το νομίσουν για «κοιλιά», όταν όμως δουν το φινάλε θα καταλάβουν τα πάντα τόσο για το ρόλο του Μπραντ Πιτ όσο και για τον αντίκτυπο του χαρακτήρα του Μπρους Ντερν πάνω του και τότε θα καταλάβουμε, για μια ακόμα φορά τα μέγεθος της μεγαλοφυίας του Ταραντίνο. Διότι αυτή η τρίτη και τελευταία μεγάλη σκηνή του Μπραντ Πιτ είναι κάτι το ασύλληπτο και το πώς την παίζει ο ίδιος. Είναι αυτό που είπα ότι γυρίζει τη σπλατεριά έχοντας κατά νου το … «πάρτυ». Τόσο αστεία σπλατεριά δεν έχει ξαναδείξει ο κινηματογράφος. Και το πώς την παίζει ο Μπραντ Πιτ, με τι ένταξη κλίματος ..ναι!!!!!!!!!!!!

Τι να πω και για τους άλλους ηθοποιούς, το 8χρονο κοριτσάκι που δίνει μαθήματα υποκριτικής της «μεθόδου» στον «άξεστο» και «κουρέλα» Ντι Κάπριο, ή για την δεσποινιδούλα που οδηγεί τον Μπραντ Πιτ στους χίπιδες…Με τέτοιο ευφυες και περιεκτικό γράψιμο και με τέτοια ατμόσφαιρα γουσταριλικιού.

Τι να πω για το μοντάζ που θα ήθελα τόμους ολόκληρους.. Τη σκηνή που επιστρέφει ο Μπραντ Πιτ στο αχούρι του κι αρχίζει το διάλογο και το τάισμα με το σκύλο, πως την έχει γράψει, πως την έχει ντεκουπάρει, πως την έχει γυρίσει, πως την έχει κατατεμαχίσει και τι σύνθεση κι ανασυναρμολόγηση έρχεται και του κάνει ο ειδικός!!!!!!Στο μοντάζ.

Τι να πω για τη φωτογραφία του άλλου φωτισμένου και κορυφαίου και κάτοχου ΤΡΙΩΝ ΟΣΚΑΡ , του ΡΟΜΠΕΡΤ ΡΙΤΣΑΡΝΤΣΟΝ, τι L.A είναι αυτό, τι κάμερες, τι σινεμαδάρα.

Για τη χρήση της μουσικής και των τραγουδιών της εποχής; Με ένα τρόπο που δεν γίνονται ρετρό; Για τα ντυσίματα που περιλαμβάνουν μόδα ’60, εκκεντρικότητες, κουρελαρίες , γκλαμουριές β κατηγορίας; Και θα ήθελα να μπορούσα να έγραφα αναλυτικά για το κάθε κοστούμι της κάθε σκηνής!!!!!!!!!!!!!!!!! Μέχρι και στο σενάριο το έχει εντάξει όταν ο «Σα Γουαναμέηκερ» δίνει οδηγίες στην ενδυματολόγο για το πώς πρέπει να ντύσει τον Ντι Κάπριο.

Κάπου εδώ πρέπει να σταματήσω. Θα ήθελα όμως να πω κάτι σε όσους πραγματικά ενδιαφέρονται να μαθαίνουν για το σινεμά και να μην αναμασούν δημοσιευμένες γελοιότητες που πηγάζουν από άγνοια. Ενας λοιπόν βασικότατος, σεναριακός κανόνας, που άπτεται το ΕΡΓΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΥ λέει προς τους νέους κι επίδοξους συγγραφείς-σεναριογράφους πως αυτό που λέγεται σε ένα σενάριο, για κάποιο πρόσωπο πόσο μάλλον δημόσιο είτε της Τέχνης είτε της Ιστορίας είτε..είτε..είτε.. δεν είναι θέση αυτού που το γράφει αλλά του ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ που το λέει. Το τονίζω επειδή διάβασα απύθμενες βλακείες , ξεκινώντας από δημοσιεύματα του εξωτερικού, πως «ο Ταραντίνο γελοιοποιεί τον Μπρους Λη» ή κάτι περί σεξισμού και μερικές ακόμα αντι-καλλιτεχνικές, αντι—κινηματογραφικές ανοησίες. Δεν είναι ο Ταραντίνο που ειρωνεύεται τον Μπρους Λη, είναι ο χαρακτήρας του Μπραντ Πιτ που έχει δύναμη φονιά αλλά είναι και στο περιθώριο ως κασκαντέρ κι ακριβώς με το ότι πλάκωσε τον Μπρους Λη, σε σκηνή ΚΩΜΩΔΙΑΣ (το τονίζω!!!!) μπορεί να διικαιολογήσει το φινάλε. Ειδάλλως θα έμενε το φινάλε μετέωρο. Να ξέρετε λοιπόν πως στα έργα, στα σενάρια, δεν μιλά ο συγγραφέας αλλά ο χαρακτήρας τον οποίο έπλασε, τον έκανε άνθρωπο και τον ενέταξε σε είδος.

Όπως μάθημα συγγραφής σύντομης κι ολοκληρωμένης σκηνής είναι οι τρεις ατάκες με τις οποίες ο «Στηβ Μακ Κουήν» (που τον παίζει αγνώριστος ο ΝΤΕΪΜΙΑΝ ΛΟΥΙΣ), σε ένα π΄ρτυ του «Playboy» κουτσομπολεύει τη σχέση του τρίο Ρομάν Πολάνσκι-Σάαρον Τέεητ- και του φιλαράκου της που τον κάνει ο ΕΜΙΛ ΧΙΡΣ. Κάθως ο «Στηβ» καπνίζει τον μπάφο του. Ζυγισμένες ατάκες που μιλά ο «Στηβ» αλλά μιλά κι ο μπάφος…

Αυτή τη φορά σταματώ οριστικά!

Καλή απόλαυση, έως κάλλιστη, στους απανταχού της Γης σινεματζήδες.

https://pantimo.gr/

Κάποτε στο… Χόλιγουντ – Once Upon a Time… in Hollywood (2019) ΚΡΙΤΚΗ Γιώργος Νυχταράκης [4/5]

Ο Quentin Tarantino επιστρέφει με την 9η ταινία του, και αυτό αποτελεί από μόνο του ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς.
Αυτή τη φορά μας μεταφέρει στο Los Angeles του 1969 και στη γειτονιά της Sharon Tate, η οποία δολοφονήθηκε από τον διαβόητο Charles Manson.

Το παραπάνω σκηνικό αποτελεί ένα ιδανικό πλαίσιο για τον Tarantino ώστε να επιστρέψει στο καλλιτεχνικό παρελθόν του και να μας παρουσιάσει τις δικές του επιρροές.
Ο ενθουσιασμός του όμως που διαποτίζει κάθε πλάνο, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο και τροχοπέδη της ταινίας, καθώς το στόρι μοιάζει συχνά με μια αφορμή για να μας δώσει τις κινηματογραφικές (και όχι μόνο) φαντασιώσεις του.

Υπέροχη η αναπαραγωγή της εποχής, ξεχειλίζουν οι σινεφίλ πινελιές, αμέτρητες οι κινηματογραφικές αναφορές, αλλά όλο αυτό γίνεται για περίπου 2 ώρες, με την αφήγηση (και αυτό είναι κάτι ασυνήθιστο για τον Tarantino) να μην παίρνει συγκεκριμένη κατεύθυνση, ενώ και οι περίφημοι διάλογοι του δεν συντελούν στον αναμενόμενο βαθμό στο χτίσιμο της πλοκής, κάνοντας την ταινία λιγότερο διασκεδαστική από προηγούμενες δουλειές του.

Οπτικοακουστικά βέβαια αποδίδει ένα αρτιότατο αποτέλεσμα που σε κάνει να παρακολουθείς με μεγάλο ενδιαφέρον, παρόλο που το κύριο μέρος θα μπορούσε να είναι πιο μαζεμένο χρονικά.
Στο τελευταίο κομμάτι η δομή αλλάζει, και η ταινία παίρνει μια πιο στοχευμένη πορεία για να καταλήξει σε ένα αιματοβαμμένο φινάλε.
Χρησιμοποιώντας όμως και πάλι το τέχνασμα του Inglourious Basterds, ο Tarantino αναδιατυπώνει την ιστορία, αφήνοντας στο τέλος μια πολύ ευχάριστη αίσθηση που αποζημιώνει για την αναμονή.

Πέρα από τον δημιουργό που βάζει παντού την υπογραφή του, τεράστια συνεισφορά έχει το πρωταγωνιστικό καστ.
Οι Leonardo DiCaprio (The Revenant) και Brad Pitt (Allied) δημιουργούν ένα εξαιρετικό δίδυμο με δύο χαρακτήρες που κρύβουν, ατομικά και συλλογικά, περισσότερα απ’ όσα προλαβαίνει (παραδόξως) να μας πει το σενάριο.
Ιδίως ο DiCaprio επιβεβαιώνει και με αυτή την ερμηνεία (η οποία έρχεται μετά από 4 χρόνια αποχής) ότι μιλάμε μάλλον για τον κορυφαίο ηθοποιό της γενιάς του.
Μαζί τους η υπέροχη Margot Robbie (Mary Queen of Scots), βγαλμένη κατευθείαν από τη δεκαετία του ’60, δίνει με ζωντάνια και σεβασμό το προφίλ της Sharon Tate.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, αυτό που τελικά έχουμε είναι μια ταινία για όσους συμπάσχουν με το πάθος του Tarantino για τον κινηματογράφο.
Αυτή τη μορφή τέχνης που σε βυθίζει σε υπέροχους όσο και τρομακτικούς κόσμους, και δίνει την ευκαιρία να αφηγηθεί ιστορίες από τη ζωή, αλλά και παραμύθια (Once upon a time…) για το πώς θα μπορούσε (ή θα έπρεπε) να είναι η ζωή.

http://www.filmboy.gr/

24 Αυγούστου 2019 |

[4/5]

Once Upon a Time in Hollywood

Σκηνοθεσία: Κουέντιν Ταραντίνο

Παίζουν: Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Μπραντ Πιτ, Μάργκο Ρόμπι

Διάρκεια: 161′

Ο Κουέντιν Ταραντίνο ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να καμουφλάρει τις καταβολές του ή να χαλιναγωγήσει τις εμμονές του. Αντιθέτως, υπερνίκησε τον πειρασμό να τις αφήσει να κυριαρχήσουν ολοκληρωτικά στις ταινίες του με τον μόνο πρόσφορο τρόπο: ενδίδοντας ισοπεδωτικά, αδιαπραγμάτευτα, χωρίς κόφτες ή διαθλαστικούς φακούς. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι το σινεμά ενσαρκώνει για τον Ταραντίνο τον απόλυτο ορισμό της προσωπικής πατρίδας. Για να το θέσουμε με λίγη περισσότερη ακρίβεια, όχι ακριβώς το σινεμά, αλλά το δέος και τα γουρλωμένα μάτια που αντίκρισαν για πρώτη φορά αυτό τον καταιγισμό χρωμάτων και εικόνων, αυτό τον ντελιριακό κόσμο απατηλών πανέμορφων ψεμμάτων, ακριβοθώρητων ινδαλμάτων, φλογερών βλεμμάτων και πυρίκαυστων διαλόγων.

Ο Ταραντίνο, ένας καθ’ έξιν film buff, ένας επαγγελματίας geek της κινηματογραφικής θέασης, δεν ένιωσε ποτέ τύψεις για το «ταπεινό» του παρελθόν ως καταναλωτή ανυπολόγιστης ποσότητας μαζικής κουλτούρας. Φτηνιάρικα γουέστερν, κατασκοπικές ταινίες του κιλού, b-movies στριμωγμένες στα ξέχειλα συρτάρια των αζήτητων της κινηματογραφικής βιομηχανίας, καράτε μονομαχίες με ντουμπλαρισμένες φωνές και ερασιτεχνικό μιξάζ ήχου, ζόμπι με μακιγιάζ παιδικού πάρτι, τηλεοπτικές σειρές των 60s προορισμένες για μαζική απορρόφηση, ένα μαγευτικό pop συνονθύλευμα που τρύπωσε σε ένα συναισθηματικό θησαυροφυλάκιο που το ξεκλείδωνε σε κάθε του ταινία. Ο Ταραντίνο, σε όλη την ώς τώρα καριέρα του, δεν πασχίζει να ξορκίσει ένα σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, αλλά να πασπαλίσει με λίγο σκοτάδι το δικό του ολόφωτο αντικείμενο λαγνείας.

Το Once Upon a Time in Hollywood ενσωματώνει στον τίτλο του μια χροιά παραμυθιού, κλείνει το μάτι στα σπαγγέτι γουέστερν (τα οποία προσπαθεί να αποφύγει όπως ο διάολος το λιβάνι ο βασικός μας πρωταγωνιστής), αλλά το βεληνεκές του απλώνεται πολύ μακρύτερα από έναν γνώριμο ταραντινικό φόρο τιμής. Με αυτή την ταινία, ο Ταραντίνο στην ουσία απευθύνει μια αποχαιρετιστήρια επιστολή στη δική του κοσμοθεωρία, στο κατάδικό του κινηματογραφικό σύμπαν, επιδεικνύοντας εκείνη τη σπαρακτική ωριμότητα που ώρες ώρες καταφθάνει ουρανοκατέβατη και απρόσκλητη στη ζωή όλων μας. Κάποια στιγμή, πρέπει να χαλαρώσεις το σφίξιμο, να αφήσεις αυτό από το οποίο έχεις γραπωθεί τόσο πεισματικά και ιδεοληπτικά να γλιστρήσει απαλά από τα χέρια σου. Ένας αποχαιρετισμός που δεν είναι συνώνυμος με την απώλεια, που δεν εκπίπτει στη λήθη.

Ο Ταραντίνο υπήρξε σε όλη του την καριέρα ένας σεσημασμένος και αγαπησιάρης actors’ director και από αυτή την ταινία συσσωρευμένης σοφίας δεν θα μπορούσε να λείπει και μια ζεστή αγκαλιά προς τους διαχρονικούς τους συνοδοιπόρους. Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και ο Μπραντ Πιτ ισορροπούν θαυμαστά, σαν δυο παιδιά που τους βρίσκει το δειλινό στην τραμπάλα μετά από μια χορταστική μέρα παιχνιδιού, που στα παιδικά μάτια προφανώς και φαντάζει μια ολόκληρη ζωή. Ο πρώτος ενσαρκώνει τον Ρικ Ντάλτον, έναν ηθοποιό που γνώρισε μέρες δόξας ως τηλεοπτικός σταρ, αλλά έχει πλέον περιέλθει σε τέλμα, μεμψιμοιρώντας για την αδυναμία του να πραγματοποιήσει το ποιοτικό άλμα προς τη μεγάλη οθόνη.

Ανασφαλής και ετοιμόρροπος, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να παραδοθεί στο αλκοόλ και τα δάκρυα, αποζητά ακατάπαυστα την αποδοχή και τον έπαινο. Ακόμη κι αν πρόκειται για το πλατό μιας ανάξιας λόγου παραγωγής, ακόμη κι αν πρόκειται για το εγκώμιο ενός 8χρονου κοριτσιού που τον ραίνει με το αστείο κομπλιμέντο της «καλύτερης ερμηνείας που έχει δει στη ζωή της». Η κοντινότερη επαφή του Ρικ με τη διασημότητα εξαντλείται πλέον στη γειτνίαση του σπιτιού του με την οικία της ανερχόμενης σταρ Σάρον Τέιτ, που συζεί με τον hot as hell Ρόμαν Πολάνσκι. Η αστραφτερή επιτυχία απέχει ελάχιστα εκατοστά από την καταθλιπτική αφάνεια, τα πάντα είναι θέμα συμπτώσεων, τα πάντα εξαρτώνται από τα κέφια της μοίρας όταν ρίχνει τις ζαριές της.

Ο Ρικ Ντάλτον, λοιπόν, έχει ως ιδανικό και αναγκαίο συμπλήρωμα, ως κάτι παραπάνω από έτερον ήμισυ, τον κασκαντέρ/σοφέρ/βοηθό για τα θελήματα/ανεπίσημο σωματοφύλακα Κλιφ Μπουθ, που στέκει στο άλλο άκρο του συναισθηματικού φάσματος. Συμβιβασμένος με το ξέφτισμα μιας καριέρας που επί της ουσίας δεν ξεκίνησε ποτέ, με αναπολογητική διάθεση προς τον εαυτό του, με την αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που παίρνει τη ζωή όπως έρχεται, με σκοτεινά μυστικά που παραδέχεται άρρητα και σιωπηλά.

Δύο φιγούρες που αναπαριστούν τις δυο όψεις της σχιζοφρενικής διχοτόμησης που κατακλύζει την ψυχή και το μυαλό όχι μόνο του κάθε ηθοποιού που ταλαντεύεται ανάμεσα στην αυταρέσκεια και την αυτολύπηση, αλλά οποιουδήποτε κατοικεί στη χολιγουντιανή παραζάλη, εκεί όπου ο βούρκος και τα αστέρια περπατούν παρέα. Η δόξα είναι εφήμερη, τα διλήμματα εκβιαστικά, ο εκτροχιασμός πάντα εύκαιρος, η χλιδή παραισθησιογόνα, η πτώση εκκωφαντική.

Αναμφίβολα θα ειπωθεί και θα γραφτεί πως ο Ταραντίνο πετυχαίνει μια συγκλονιστική αναπαράσταση εποχής, προσδίδοντας στο Λος Άντζελες του 1969 μια αίσθηση σχεδόν χειροπιαστή. Κι όμως, το κατόρθωμά του είναι εμφατικά δυσκολότερο από μια επιμελέστατη δουλειά στην παραγωγή, τη σκηνογραφία και τα κουστούμια και το ρεπεράζ. Ο Ταραντίνο δεν αναπλάθει μια εποχή με τη μορφή φωτοτυπίας ή συστηματικής μελέτης ενός ντοκουμέντου, αλλά βουτά σε μια συγκεκριμένη εσοχή του χωροχρόνου, φυλαγμένη στο σεντούκι των προσωπικών του αναμνήσεων, στο μαγικό φίλτρο του σινεμά. Αυτό που ανασυστήνεται είναι μια τεθλασμένη ανάμνηση, μια ονειρώδης παραπομπή, άλλοτε εξωραϊσμένη άλλοτε απομυθοποιημένη, και εν πάση περιπτώσει, πολύ πέρα από τα στεγανά του πιστού και του πλαστού.

Το Παλιό Χόλιγουντ σβήνει και χάνεται χωρίς ελεγείες και στεφάνια, το Νέο Χόλιγουντ είναι έτοιμο να ανατείλει, τα παιδιά των λουλουδιών έχουν πλέον μετατραπεί σε σαρκοφάγα φυτά, η εναλλακτική κουλτούρα δεν λείανε εντέλει τον δρόμο προς την ελευθερία, αλλά για την ανεξέλεγκτη βία των 70s. O Ταραντίνο δεν αποχαιρετά έναν κόσμο που ξεψυχά, δεν υποκύπτει σε κάποιον άνευ όρων ρομαντισμό, ούτε όμως αποδομεί κάθε υπόνοια τρυφερότητας. Αντιθέτως, επιστρατεύει το ύστατό του καταφύγιο, το σινεμά, για να σκαρώσει την απομάγευση μιας τάχα μου αθωτότητας, μόνο και μόνο για να λούσει αυτή την απομάγευση ξανά με τα χρώματα του ονείρου και της ελπίδας. Θα επανέλθουμε, όμως, σε αυτό λίγο αργότερα.

 

Διόλου τυχαία, οι δύο ίσως απολαυστικότερες σεκάνς της ταινίας διαπλέκονται η μία με την άλλη, σε ένα μοντάζ τόσο κοφτερό σαν μονομαχία σε παλιό καλό (ή και πολύ κακό, το ένα υπάρχει εξαιτίας του άλλου, έτσι δεν είναι;) γουέστερν. Η Μάργκο Ρόμπι, ως Σάρον Τέιτ βολτάρει στους δρόμους του Χόλιγουντ και αντικρίζει μια μαρκίζα σινεμά όπου φιγουράρει και το όνομά της. Την ίδια στιγμή, ο Κλιφ Μπουθ τρυπώνει σχεδόν ερήμην του στα άδυτα της διαβόητης σέκτας του Τσαρλς Μάνσον, λίγο πριν τη στυγερή δολοφονία της Τέιτ και των φίλων της.

Η Τέιτ ρουφά το μεδούλι του ονείρου, ζει μια φαντασίωση που γίνεται πραγματικότητα, αγγίζει το μερίδιο της ευτυχίας που της αναλογεί. Αναδιπλώνεται στη θέση της (με ολίγον από το πατροπαράδοτο ταραντινικό toe fetish), μαγεύεται από την αντανάκλασή της στο πανί, αναβιώνει τις σκηνές της, χαμογελά αμήχανα και τρισχαριτωμένα στις θετικές αντιδράσεις του κοινού. Σχεδόν αναπόφευκτα, βομβαρδιζόμαστε με μια υποδόρια θλίψη για ένα φινάλε αναπόδραστο (;), αιμοταβαμμένο, λυπητερό.

Στον αντίποδα, ο Κλιφ Μπουθ, ένας αθέατος εργάτης των κινηματογραφικών πλατό, καταδικασμένος να μένει στην αφάνεια, μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή, σε μια σεκάνς που στάζει ιδρώτα, ένταση και αναμονή. Είναι πλέον το ομοίωμα του ήρωα που υποδύεται σε όλη του την καριέρα ο Διόσκουρός του. Γίνεται κι αυτός κομμάτι του ονείρου, στη διαμετρικά αντίθετή όψη του. Είναι ο ήρωας που τολμά να εισέλθει στον εφιάλτη, αντιπροσωπεύοντας εκείνη την πρώτη υπόνοια αισιοδοξίας που αμφισβητεί την ιστορική και ήδη καταγεγραμμένη ροή των πραγμάτων.

Παράλληλα, μας χαρίζει κι ένα πανέμορφο στιγμιότυπο, σχεδόν εμβόλιμο, όπου συνομιλεί με μια παλιά καραβάνα του Χόλιγουντ (τον Μπρους Ντερν) που αργοπεθαίνει απολιθωμένος, τυφλός (παρόλα αυτά καρφωμένος κάθε βράδυ στην τηλεόραση, ίσως μια δηκτική υπόνοια για την εποχή μας) κατάκοιτος. Ένα σκέτο ραμολιμέντο, κουφάρι μιας νεκρής εποχής, έρμαιο στα νύχια μιας νέας άγριας περιόδου.

Κάπως έτσι, φτάνουμε σε ένα φινάλε επαναδιατύπωσης της Ιστορίας και απονομής δικαιοσύνης. Ένα μοτίβο που εμφανίζεται σε πολλές από τις τελευταίες ταινίες του Ταραντίνο, αλλά εδώ βρίσκει την ομορφότερη εφαρμογή του. Στο Django, κυριαρχεί ένας κάπως παιδιάστικος και επιδειξιμανής ρεβανσισμός απέναντι στις ιστορικές αδικίες και πληγές. Στο Inglourious Basterds, το σινεμά ενδύεται με τον γοητευτικό μανδύα του απόλυτου game changer, χωρίς όμως να εκλείπει η παρόρμηση της εκδικητικής μανίας. Στο υποτιμημένο The Hateful Eight, το τελικό επιμύθιο παραμονεύει στο τέλος: το σινεμά είναι ικανό να διαβρώνει ακόμη και τα φαντασιακά συλλογικά θεμέλια στα οποία έχει εδραιωθεί η αλαζονική ψυχοσύνθεση ενός ολόκληρου έθνους.

Στο Κάποτε στο Χόλιγουντ, ο Ταραντίνο μας κλείνει το μάτι ιδιοφυώς και παμπόνηρα. Ο λυτρωτικός επίλογος δεν έγκειται στο ντελιριακό (και χορταστικό) κρεσέντο βίας που σώζει την παρτίδα, αλλά σε αυτό που έπεται αμέσως μετά. Στην υπόνοια ότι το μέλλον ίσως και να κρύβει λιγότερο πόνο και λιγότερη βία. Στην (αυτό)πεποίθηση ότι το σινεμά δεν φτιάχνει μόνο απατηλούς μύθους, αλλά αντικαθιστά με μύθους ακόμη και την πραγματικότητα. Στην πίστη ότι το σινεμά είναι παρηγοριά. Eλπίδα και χάδι για κάθε αδικία ενός αμετανόητα σκληρού κόσμου. 

cinedogs.gr/

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους 2019-2020 (και με κινητό, tablet, mirrorless ή GOPRO κάμερες)

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2019-2020 || Ξεκίνησαν οι εγγραφές

[έναρξη πολύ σύντομα της Λέσχης Ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι -Σεμινάρια Κινηματογράφου στο Σχολείο του Σινεμά από Σεπτέμβριο 2019 [1. Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου (και για τάμπλετ & κινητά), 2. Δημιουργίας (& Ιστορίας) Ντοκιμαντέρ 3. Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου, 4. Συγγραφής Σεναρίου, 5. Κινηματογραφικής Υποκριτικής «ΚΑΝΤΟ ΟΠΩΣ Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ» (& Σκηνοθεσίας), 6. Μοντάζ (adobe premiere και Avid)– Πληροφορίες στα τηλέφωνα 2130 159 816, 6944143564) και στο e-mail : schoolofcinemagr@gmail.com] .

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: