Τα Άγρια Αγόρια (2017) του Μπερτράν Μαντικό || Αναλυτική Παρουσίαση, Trailer, Η Γνώμη των Κριτικών

Σύνοψη:

Στις αρχές του 20ου αιώνα, στο μικρό νησί Reunion του Ινδικού ωκεανού, πέντε έφηβοι καλών οικογενειών γοητευμένοι από τον αποκρυφισμό, διαπράττουν ένα άγριο έγκλημα. Ένας Ολλανδός καπετάνιος αναλαμβάνει τη συμμόρφωσή τους και τους παίρνει ως πλήρωμα στο στοιχειωμένο σαπιοκάραβό του. Οι μέθοδοι σωφρονισμού του ναυτικού σοκάρουν τα πέντε αγόρια που ετοιμάζονται για ανταρσία. Προορισμός του ταξιδιού είναι ένα μαγικό νησί με οργιώδη βλάστηση.

Synopsis (En):

At the beginning of the 20th century on the island of La Réunion, five adolescents of good family, enamoured with the occult, commit a savage crime. A Dutch Captain takes them in charge for a repressive cruise on a haunted, dilapidated sailboat. Exhausted by the methods of the Captain, the five boys prepare to mutiny. Their port of call is a supernatural island with luxuriant vegetation and bewitching powers.

The debut feature from Bertrand Mandico tells the tale of five adolescent boys (all played by actresses) enamored by the arts, but drawn to crime and transgression. After a brutal crime committed by the group and aided by TREVOR – a deity of chaos they can’t control – they’re punished to board a boat with a captain hell-bent on taming their ferocious appetites. After arriving on a lush island with dangers and pleasures abound the boys start to transform in both mind and body. Shot in gorgeous 16mm and brimming with eroticism, genderfluidity, and humor, THE WILD BOYS will take you on journey you won’t soon forget.

seminaria kinimatografou 2019-2020

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2019-2020

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους 2019-2020 (και με κινητό, tablet, mirrorless ή GOPRO κάμερες)

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2019-2020

Τα «Άγρια Αγόρια» θα μπορούσαν να είναι η νουβέλα (κάτι μεταξύ Ιουλίου Βερν και Ρ. Λ. Στήβενσον) που θα διάβαζε ένα μοναχικό παιδί μια μέρα, όταν δεν θα είχε σχολείο. Όμως, τώρα αυτό το παιδί κοιμάται κι η νουβέλα αποκτά ζωή, οι χαρακτήρες αρχίζουν να ζωντανεύουν.

Η νουβέλα γίνεται ένα φιλμ που ξεχειλίζει από συμβολισμούς, εμβολίζει τα στερεότυπα, ακολουθεί τρελαμένες τροχιές. Σ’ αυτήν την τρέλα υπάρχει λογική. Σε ολόκληρη την ταινία, τα φαντάσματα του Σαίξπηρ, της «Νύχτας του κυνηγού», του Ρεμπώ, αναγγέλλουν το αρτίστικο, αγαπησιάρικο, πολιτικό πρόγραμμα των καιρών που έρχονται. Για τον Μπετράν Μαντικό, τα πάντα έχουν σχέση με την μεταμόρφωση. Αυτά που μας δείχνει, μας μετασχηματίζουν και μας μεταλλάσσουν.

Η πρότασή του μας αποκολλά από την θλιβερή, καθημερινή μας ρουτίνα, προβάλλοντάς μας μέσα σε μια μεγαλειώδη, οραματική κατάσταση. Γι’ αυτόν τον λόγο το φιλμ μπορεί να γίνει πολιτικό (επανεφευρίσκοντας μια θετική σχέση με τον πόλεμο) και τόσο σεξουαλικό (απόλυτη συναίσθηση της ανακάλυψης νέων σχέσεων, ερωτικοποίηση των πάντων), χωρίς να επαναπαύεται σε μονοσήμαντες ερμηνείες οι οποίες θα περιόριζαν την έντονη ποιητικότητά του.

Η συναίσθηση του έργου τέχνης είναι σαν τον κεραυνοβόλο έρωτα. Ένα φιλμ σε κερδίζει ή σε χάνει από την πρώτη εικόνα του. Τα «Άγρια Αγόρια», από τις πρώτες κιόλας εικόνες τους, είναι ένα αριστούργημα. Μια πηγή γεμάτη από κρασί, γάλα και μέλι, που αναβλύζουν μέσα από μια χέρσα γη.

Πακόμ Τιελμέν

Φεστιβάλ Βενετίας: Εβδομάδα Κριτικής Βραβείο Mario Serandrei

Cahiers du Cinéma: Καλύτερη ταινία για το 2018 Βραβείο Louis Delluc καλύτερης πρώτης ταινίας

Σημείωμα σκηνοθέτη:

Η ταινία αρχίζει στα 1920, στο νησί Reunion (ηφαιστειογενές νησί στον Ινδικό Ωκεανό, Γαλλικό έδαφος ως τις μέρες μας). Είναι μια ταινία σουρεαλιστικής φαντασίας, μια περιπέτεια με πινελιές ερωτισμού. Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από δυο λογοτεχνικές πηγές: Τον Ιούλιο Βερν και τον Ουίλιαμ Μπάροουζ. Αυτό το πλαίσιο μου έδωσε την ευκαιρία να αποφύγω αναφορές σχετικές με την δική μου καθημερινότητα. Τα ΑΓΡΙΑ ΑΓΟΡΙΑ είναι κατά πρώτον και κυρίως μια βίαιη, ανήθικη ιστορία που μιλά για τις βίαιες και τις σεξουαλικές παρορμήσεις μιας ομάδας νέων, εξαρτημένων από τις πιο σκοτεινές επιθυμίες τους. Σ’ αυτό το φιλμ, θέλησα να ωθήσω αυτές τις παρορμήσεις στα άκρα, δημιουργώντας ένα στυλιζαρισμένο, οργανικό σύμπαν το οποίο θα μου επέτρεπε, όχι να κρίνω τις παρορμητικές πράξεις των διαφορετικών χαρακτήρων, αλλά να τις κατανοήσω παίζοντας με τις αμφιλεγόμενες και ειρωνικές φύσεις τους, κάπου ανάμεσα στο χιούμορ και στον τρόμο.

Μπερτράν Μαντικό – Σύντομο βιογραφικό

Γεννήθηκε το 1971. Σπούδασε animation αλλά γύρισε μόλις μια ταινία του είδους πριν αρχίσει να εργάζεται για το ARTE κατσκευάζοντας μινιατούρες. Σύντομα άρχισε να ασχολείται με την μυθοπλασία, σκηνοθετώντας πολλές ταινίες μικρού μήκους που διακρίθηκαν σε σημαντικά διεθνή φεστιβάλ.

Συνεργάζεται μόνιμα με την ηθοποιό Ελίνα Λέβενσον (πολύ γνωστή για τις παλαιότερες συνεργασίες της με τον Χαλ Χάρτλεϋ) υλοποιώντας μαζί της το πρότζεκτ «21 φιλμ σε 21 χρόνια». Τα «Άγρια αγόρια» είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία.

Φιλμογραφία:

2011 Boro in the Box

2017 Les Garçons sauvages | The WIld Boys | Τα άγρια αγόρια

Τα Άγρια Αγόρια (2017) του Μπερτράν Μαντικό || Έτσι Οφείλει να Είναι ο Κινηματογράφος || κριτική Γιάννη Καραμπίτσου [4/5]

Βρισκόμαστε λίγο πριν μπει το 2020. Βλέπουμε πάρα πολλές ταινίες ενδιαφέρουσες τα τελευταία χρόνια, απελπιστικά πολλές αν σκεφθεί κανένας ότι αυτή την εβδομάδα βγαίνουν στις αίθουσες 10 ταινίες και από αυτές οι 5 είναι τουλάχιστον αξιόλογες. Φαινόμενο που επιδέχεται οπωσδήποτε βαθύτερης μελέτης αν σκεφθεί κανένας ότι η Κοινωνία δεν παρουσιάζει την ίδια κινητικότητα. Όμως Ταινίες όπως το Άγρια Αγόρια και το Λίλιαν δεν βλέπουμε συχνά τις τελευταίες δεκαετίες. Ταινίες καλλιτεχνικές, αντίστοιχες με εκείνες που παίζονταν από τη δεκαετία του 60 και μετά με την έλευση της Νουβέλ Βαγκ, του Κινηματογράφου του Δημιουργού και του Μοντέρνου Κινηματογράφου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80. Ταινίες όπως οι καλλιτεχνικές και άβαντ γκαρντ της καλύτερης δεκαετίας του κινηματογράφου εκείνης του 20 του περασμένου αιώνα. Τέτοιες λοιπόν ταινίες είναι τα Άγρια Αγόρια και η Λίλιαν που είχαμε την τύχη να απολαύσουμε αυτή την εβδομάδα. Πάμε στα Άγρια Αγόρια που συγκέντρωσαν πολύ καλές κριτικές από την πλειονότητα των συναδέλφων κριτικών του Μπερτράν Μαντικό που εδώ πραγματοποιεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του με εντυπωσιακό τρόπο μετά από πολλές βραβευμένες ταινίες μικρού και μεσαίου μήκους. Περισσότερα για την ταινία διαβάστε σε άλλο άρθρο μας όπου περιλαμβάνονται αναλυτική παρουσίαση, το τρέιλερ με ελληνικούς υπότιτλους, τα αστεράκια των κριτικών και μερικές από τις καλύτερες κριτικές που γράφτηκαν για την ταινία. Εμείς θα σταθούμε στα εξής σημεία. Δεν έχουμε δει όλες τις ταινίες μικρού ή μεσαίου μήκους , τις μουσικές του ταινίες, κάποιες μόνο και είναι δύσκολο να κατατάξουμε τον Μαντικό κάπου με ασφάλεια. Αναφορικά με τα Άγρια Αγόρια θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει πειραματικά στοιχεία αναμφισβήτητα αλλά κάλλιστα θα περνούσαν απλά ως καλλιτεχνικά αφού η ταινία διαθέτει μια μοντέρνα μεν αφήγηση δε. Έτσι δεν θα τοποθετούσαμε την ταινία στον πειραματικό ή Πρωτοποριακό Κινηματογράφο τύπου Κένεθ Άνγκερ ή Στάν Μπράκχρατζ αν και έχει επιρροή από τον Κένεθ Άνγκερ αλλά σαν μια μοντέρνα καλλιτεχνική ταινία του σύγχρονου κινηματογράφου, όπως ενδεχόμενα όφειλαν να είναι όλες οι ταινίες του Κινηματογράφου ως Τέχνη και όχι ως Βιομηχανία. Ο Κλασικός (Χολιγουντιανός) Αφηγηματικός κινηματογράφος που σαν Μορφή και Ύφος αφορά το μεγαλύτερο μέρος ταινιών σήμερα στον Πλανήτη, όσο και αν παρουσιάζει ενδιαφέρον και αρκετές καλές ταινίες, κινδυνεύει να σκοτώσει την Τέχνη στο Σινεμά και να τον καταστήσει απλά ένα Θέαμα με ποιότητα ή όχι. Κοντεύει να σκοτώσει τον Αληθινό Κινηματογράφο που είναι ο Καλλιτεχνικός και που σαν τέτοιος οφείλει να πειραματίζεται. Αφού ξεκαθαρίσαμε αυτό σε ένα στοιχειώδες επίπεδο, να πούμε ότι τα Άγρια Αγόρια είναι μια επίσης Ποιητική Ταινία και ότι έχει επιρροές από τη λογοτεχνία τον Άρχοντα των Μυγών του Γκόλντινγκ τον Ιούλιο Βερν και τον Μπάροουζ γιατί όχι και τον Τζότζεφ Κόνραντ και άλλες και από τον κινηματογράφο επίσης πολλές όπως από τον Βαλέριαν Μπόροβζικ και το Γκότο του Νησί του Έρωτα, τον Gay Maddin, το Κουρδιστό Πορτοκάλι, τον Κένεθ Άνγκερ που προαναφέραμε και πολλές άλλες. Εμάς μας θύμισε πάρα πολύ την Ταινία του Ραούλ Ρουίζ Οι 3 Κορώνες του Ναύτη κυρίως στη Μορφή και στο Ύφος που είδαμε για πρώτη φορά σε ένα αφιέρωμα στο Παλλάς των Καγιέ ντι Σινεμά την δεκαετία του 80. Δεν είναι τυχαίο μάλλον ότι τα Καγιέ ανέδειξαν τα Άγρια Αγόρια σαν την καλύτερη ταινία της χρονιάς το 2017 που προβλήθηκε. Πρόκειται για μια Περιπέτεια Σουρεαλιστικής Ποιητικής Φαντασίας με πινελιές Ερωτισμού παραλλάσσοντας λίγο μια φράση του ίδιου του δημιουργού. Ας περάσουμε τώρα στην ίδια την ταινία επισημαίνοντας κάποια σημεία που δεν περιλαμβάνονται σε κριτικές συναδέλφων ή που εξηγούνται με άλλο τρόπο, Η έντονη Ποιητικότητα της Ταινίας επιτρέπει πολλές αναγνώσεις. Η Εικαστικότητα και Πλαστικότητα της Ταινίας πλήρως ενταγμένα στην Αφηγηματική της διάσταση και λειτουργικότητα της και που ενισχύονται από την Μέθοδο δουλειάς του Μαντικό που προσθέτει και επεξεργάζεται τον ήχο όλον στο Post Production είναι σίγουρα τα στοιχεία της ταινίας που ξεχωρίζουν. Το Στοιχείο που ξεχωρίζει περισσότερο από όλα στο Περιεχόμενο και το Θέμα της Ταινίας εκτός από εκείνο του ερωτισμού και της νεανικής ορμής που μπορεί να φτάσει μέχρι την επιθετικότητα και το φόνο περισσότερο με μια συμβολική έννοια αφού εδώ βιάζουν και δολοφονούν τη δασκάλα τους, εκείνη μάλιστα που τους δίδαξε και τους ενέπνευσε την σεξουαλική και πνευματική ελευθερία, από την άλλη είναι αστόπαιδα και θέλουν επιπλέον “εκπαίδευση” κάτι που αναλαμβάνει με τη σύμφωνη γνώμη των γονέων τους μετά τον αποτρόπαιο φόνο που διέπραξαν ο Ολλανδός Καπετάνιος με το ένα βυζί που βρίσκεται στα μέσα μιας μεταμόρφωσης που φαίνεται να είναι ένα άλλο κυρίαρχο μοτίβο της ταινίας αλλά και του δημιουργού Μπερτράν Μαντικό, εκείνο που ξεχωρίζει περισσότερο για εμάς είναι η φεμινιστική οπτική. Ως Άγρια Αγόρια και υπηρετώντας την Επιθυμία και τη Φύση τους για έρωτα και Ηδονές σκοτώνουν κυριολεκτικά και συμβολικά τη δασκάλα τους, μεταμορφώνονται σε κορίτσια κάτι που φαίνεται να είναι η “αληθινή” φύση μας και εκείνη που μπορεί να μας οδηγεί στην Αγάπη. Από τη μία ο Μαντικό πιστεύει στα ένστικτα και στη Φύση, στην Επιθυμία και την Ικανοποίησή της αλλά και σε έναν κόσμο που η Πατριαρχία θα δώσει τη θέση της στη γυναικεία αληθινή φύση των ανθρώπων που θα είναι γεμάτη με έρωτα ηδονές και αγάπη. Να επισημάνουμε εδώ ότι τους ρόλους των Άγριων Αγοριών υποδύονται κορίτσια με υπέροχο τρόπο, ότι ο Καπετάνιος είναι συνεργάτης και υπηρέτης της Σεβερίν (Ελίνα Λέβενσον) και ότι ο σκληρός τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεται στα άγρια αγόρια είναι εν μέρει σκηνοθετημένος για να οδηγήσει τα παιδιά στην εξέγερση και στο νησί των ηδονών εκ νέου, είναι ένα είδος εκπαίδευσης, και εν μέρει οφείλεται στην ημιτελή μεταμόρφωσή του που τον κρατά άντρα σε ένα βαθμό και για αυτό τιμωρείται στο τέλος, ότι ο Μαντικό Συνεργάζεται μόνιμα με την Ρουμανο-Αμερικανίδα ηθοποιό Ελίνα Λέβενσον (πολύ γνωστή για τις παλαιότερες συνεργασίες της με τον Χαλ Χάρτλεϋ) υλοποιώντας μαζί της το πρότζεκτ «21 φιλμ σε 21 χρόνια» .

Από τις καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα από τα συγκλονιστικότερα ντεμπούτα μεγάλου μήκους δημιουργών του παγκόσμιου κινηματογράφου τα Άγρια Αγόρια δεν απευθύνονται όπως έγραψαν κάποιοι κριτικοί σε ένα ψαγμένο και ειδικό κινηματογραφόφιλο κοινό αλλά σε όλο τον κόσμο, όπως σε όλο τον κόσμο απευθύνεται ο κινηματογράφος τέχνη, άσχετα ότι με την Έλλειψη Παιδείας Κινηματογραφικής και Όχι Μόνο αυτή η Προσέγγιση έχει καταστεί πολύ δύσκολη. Τελειώνω με μια φράση που μου έκενε εντύπωση από την κριτική μιας συναδέλφου στο εξωτερικό.

Filmed in shimmering black and white, with dashes of surreal color, it’s as if Guy Maddin and Kenneth Anger adapted one of Joseph Conrad’s nightmares for a sexploitation producer.

Κινηματογραφημένη σε ασπρόμαυρο με πινελιές σουρεαλιστικού χρώματος, είναι σαν ο Guy Maddin και ο Kenneth Anger να προσαρμόσουν έναν από τους εφιάλτες του Joseph Conrad για έναν παραγωγό sexploitation.

By Bilge Ebiri

  • Nov. 14, 2018

Πάνος Γκένας [3/5]

cinemagazine.gr

Θεαματικό ντεμπούτο του Μπερτράν Μαντικό που υπόσχεται ένα τριπαριστό, αισθησιακό ταξίδι στα κινηματογραφικά «νερά» του πειραματικού σινεμά.

Από τον Πάνο Γκένα

Σε ένα μικρό νησί του Ινδικού ωκεανού, πέντε έφηβοι διαπράττουν ένα άγριο έγκλημα και ένας Ολλανδός καπετάνιος αναλαμβάνει τη συμμόρφωσή τους. Το εφηβικό πλήρωμα του καραβιού θα σοκαριστεί από τις μεθόδους του καπετάνιου και θα ετοιμάσει ανταρσία.

Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Μπερτράν Μαντικό, που πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Βενετίας (2017), είναι μία ζόρικη, οργιαστική κινηματογραφική φαντασίωση που ξεχειλίζει από την ένταση της νεανικής ορμής με σαφή ερωτική διάσταση. Με προορισμό ένα μαγικό νησί, όπου η βλάστηση κατακλύζει τα πάντα, ο Μαντικό σε συμφωνία με τη «φύση» παρατηρεί τη λάγνα επίγνωση της εφηβικής ορμής και παρασύρει με ποίηση και χιούμορ, τόσο το νεανικό πλήρωμα της ταινίας όσο και το παρθένο κοινό.

Τα «Άγρια Παιδιά» είναι ένα ελευθεριάζον φιλμικό τέκνο που συγγενεύει με το σινεμά των Ζαν Κοκτό και Ντέρεκ Τζάρμαν, επιδεικνύει με ηδυπάθεια τα λογοτεχνικά του δάνεια (από τον Βερν και τον Γκόλντινγκ ως τον Ρεμπό και τον Μπάροουζ), παίζει επιδέξια (και όχι με στείρα επιδειξιομανία) με αβαν-γκαρντ οπτικά ερεθίσματα και μέσα από την διάχυτη τρυφηλότητα σχολιάζει πολιτικά τις κοινωνικές τάξεις, την έμφυλη ταυτότητα, τα σεξουαλικά ταμπού και τα όρια της αφήγησης.

Σουρεαλιστικό και παρορμητικό – ως οφείλει – πειραματικό σινεμά με έμπνευση και αυτοπεποίθηση. Το ταξίδι μπορεί να μην είναι για όλους, αλλά η διαδρομή είναι απολαυστική.

http://www.cinemagazine.gr/

του Ηλία Φραγκούλη [4/5]

Στις αρχές του 20ου αιώνα, πέντε φιλότεχνα αγόρια διαπράττουν ένα αδικαιολόγητο έγκλημα και οι μεγαλοαστοί γονείς τους αποφασίζουν να τα τιμωρήσουν παραδίδοντάς τα σε έναν σκληροτράχηλο καπετάνιο που θα τα «αναμορφώσει» κατά τη διάρκεια ενός περιπετειώδους πλου.

Ο χαρακτηρισμός του «art-house» σινεμά, επιτέλους, βρίσκει μία ταινία που τον δικαιώνει! Διότι εδώ μιλάμε κυριολεκτικά περί έργου τέχνης. Που εκφεύγει και των ορίων του, ίσως. Και πρόκειται για σκηνοθετικό ντεμπούτο (μεγάλου μήκους), το οποίο ξυπνά στον νου αναμνήσεις υπέροχες από παλαιότερα έργα του Ραούλ Ρουίζ, του Ντέρεκ Τζάρμαν ή του Χανς-Γιούργκεν Ζίμπερμπεργκ! Μια αληθινή πρόταση διαφορετικού, καλλιτεχνικού σινεμά με εικαστικό ενδιαφέρον απόλυτα εστετίστικο, που ακόμη κι αν ενοχλήσει μερίδα του κοινού, δύσκολα μπορείς να του αρνηθείς τη μοναδικότητά του ως αξίας στο φιλμικό σύμπαν τού σήμερα.

Σε ένα πλαίσιο δράσης παρόμοιο με εκείνο του λογοτεχνικού αριστουργήματος «Ο Άρχοντας των Μυγών» του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, πέντε νεαρά αγόρια κατηγορούνται για ένα βάναυσο έγκλημα στις αρχές του 20ου αιώνα. Η ενοχή τους είναι δεδομένη. Αντί τιμωρίας, υποχρεώνονται να ακολουθήσουν έναν μυστηριώδη καπετάνιο σε ναυτική περιπέτεια «ενηλικίωσης», η οποία θα τα οδηγήσει στην ανταρσία, για να καταλήξουν σε ένα άγνωστο νησί τροπικής βλάστησης με «μαγικές» ιδιότητες.

Με μια διάθεση «ποιητικής» εικονοποιίας, κυρίως σε ασπρόμαυρο φιλμ και «παλιακό» frame, λες και κρυφοκοιτάζεις stills από ViewMaster, ο Μαντικό στήνει ένα σύμπαν αδιαφιλονίκητης αισθητικής γοητείας, με άπειρα back projections «λανθασμένης» προοπτικής, διπλοτυπίες, μακέτες ή μοντέλα, ακόμη και εφέ προκλητικά ψεύτικα στο βλέμμα, αποφεύγοντας μανιασμένα την ταύτιση με οτιδήποτε το ρεαλιστικό (κάτι που σχεδόν αντιστρέφεται στο καθαρά νατουραλιστικό τοπίο της νήσου). Το homoerotic στοιχείο είναι λανθάνον αν και… στη διαπασών, με τα φαλλικά σύμβολα να σου κλείνουν διαρκώς το μάτι (ακόμη και χιουμοριστικά, όπως στη σκηνή με το δέντρο που «φτύνει» σαν έκκριση σπέρματος τους ζουμερούς χυμούς του στο «μαγικό» νησί). Οι ουσιαστικές προθέσεις του Μαντικό, όσον αφορά τη σεξουαλικότητα των ηρώων, αναπτύσσονται πέρα από κάθε υποψιασμένη φαντασίωση σουρεαλισμού! Το «queer» δίνει τη θέση του σε έναν προσανατολισμό παν-ηδονισμού, στον οποίο τα φύλα χάνουν τη σημασία τους, όσο και την ταυτότητά τους.

Πέραν της προφανούς αναφοράς στον Γουίλιαμ Μπάροουζ (ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από βιβλίο του), το δεύτερο μέρος των «Άγριων Αγοριών» είναι ένα παραισθητικό παραλήρημα ορμονικής μετάλλαξης που δεν θα τολμούσε να φανταστεί να συμβαίνει σε μία… μυστηριώδη νήσο ούτε ο Ιούλιος Βερν, με εικαστικά «δάνεια» από το «Flaming Creatures» (1963) μέχρι και το «Pink Narcissus» (1971)! Και μόνο να συζητάμε για τέτοια πράγματα εν έτει 2019, σε έναν κόσμο απόλυτης κινηματογραφικής στειρότητας και ατολμίας, αποτελεί υπέρβαση. Δεν θα ξοδέψω άλλες λέξεις γι’ αυτό που έκανε ο Μαντικό εδώ, καθώς οι εικόνες και η φαντασία τού έργου ανήκουν στο βλέμμα και ουχί στην περιγραφή. Επιβιβαστείτε σε αυτό το «ταξίδι». Όσο πιο παρθένοι σε αυτό που έχετε να αντιμετωπίσετε, τόσο το καλύτερο.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Σινεμά έξω από φόρμες και προβλέψεις, που οραματίζεται με σκεπτικό καλλιτεχνικής δημιουργίας, όχι απλά φιλμικά. Θαρραλέα κίνηση να διανεμηθεί στη χώρα μας, σε αυστηρά κλειστό κύκλωμα, φυσικά. Κάποιοι θεατές θα δοκιμαστούν, άλλοι θα γίνουν έξαλλοι και θα εγκαταλείψουν πριν από το φινάλε της ταινίας, άλλοι θα λατρέψουν και δεν θα θέλουν να τραβήξουν το βλέμμα από την οθόνη ακόμη και αφού τελειώσει. Είναι θέμα κουλτούρας και αισθητικής αντίληψης. Το συστήνω σαν εμπειρία, δεν απαιτώ να αρέσει κιόλας. Προσωπικά, ομολογώ πως είναι ένα έργο που θαύμασα.

http://freecinema.gr/

Τάσος Χατζηευφραιμίδης [4/5]

ΚΡΙΤΙΚΗ 24 NOV

8 Στα 10

Tο αταξινόμητο, τολμηρό, ποιητικό ντεμπούτο του Γάλλου Μπερτράν Μαντικό. Ενα εικαστικό κομψοτέχνημα, αλλά και μια από τις πιο ρηξικέλευθες (αισθητικά και πολιτικά) κινηματογραφικές προτάσεις των τελευταίων χρόνων.

Γράφεται πολύ συχνά για διάφορες πρώτες σκηνοθετικές δουλειές ότι είναι πολλά υποσχόμενα ή και θεαματικά ακόμα ντεμπούτα, που δημιουργούν προσδοκίες για το μέλλον, καμία όμως ταινία της πρόσφατης μνήμης δεν έφερε τόσο σαρωτικά στο προσκήνιο έναν πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη όσο τα «Aγρια Αγόρια» του Γάλλου Μπερτράν Μαντικό, ένα αισθητικό και πανσεξουαλικό παραλήρημα που κατέκτησε δικαίως την περίοπτη πρώτη θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς των ακριβοθώρητων Cahiers du Cinema κι αποτελoύσε μέχρι σήμερα ένα καλά κρυμμένο μυστικό για την ελληνική διανομή, το οποίο κέρδισε (επιτέλους) δικαιωματικά την …αποκάλυψη.

Κι αν ο Μαντικό είχε δείξει τα πρώτα (αισθητικά και θεματολογικά) δείγματα γραφής με μια πλειάδα μικρού μήκους ταινιών, στις οποίες μια πανσπερμία διακειμενικών queer αναφορών κι ένα αταξινόμητο gender fluidity συνέθεταν ένα ολότελα προσωπικό και πρωτότυπο καλλιτεχνικό όραμα, στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία ο Γάλλος σκηνοθέτης πηγαίνει ακόμα ένα βήμα παραπέρα, κηρύσσοντας μια (κινηματογραφικά τουλάχιστον) πολυπόθητη σεξουαλική επανάσταση. Κι όπως κάθε ταινία που (συ)στήνει ab ovo ένα ακραιφνώς ιδιοσυγκρασιακό κινηματογραφικό σύμπαν, τα «Αγρια Αγόρια» απαιτούν τη βύθιση του θεατή σ’ αυτά χωρίς στεγανά και προκαταλήψεις.

Μετά από μια ονειρική in medias res εισαγωγή στην οποία σε ένα τροπικό νησί ένα ερμαφρόδιτο αγόρι με ένα γυναικείο στήθος δέχεται την επίθεση από έναν σκύλο με ανθρώπινο πρόσωπο (όσοι δεν έχουν σταματήσει την ανάγνωση σ’ αυτό το σημείο πρέπει να ξέρουν ότι αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά σε όσα ακολουθούν), η ταινία μας μεταφέρει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όπου τα «Αγρια Αγόρια» του τίτλου είναι μια ομάδα έφηβων αγοριών, γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών και συμμαθητές σε ιδιωτικό σχολείο. Κατά τη διάρκεια μιας αυτοσχέδιας παράστασης του «Μάκβεθ» για τη φιλόλογό τους, οι νεαροί, φορώντας προσωπεία, που παραπέμπουν σε αρχαία τραγωδία, καταλαμβάνονται από μια ένθεη και διονυσιακή μανία, η οποία μετουσιώνεται στη μορφή ενός κρυστάλλινου κρανίου με το όνομα Τρέβορ, και αφού βιάσουν την καθηγήτριά τους τη σκοτώνουν.

Στη δίκη στην οποία ο δικαστής παρουσιάζεται σαν υπερμεγέθης τιμωρός και οι φύλακες είναι ημίγυμνές ερμαφρόδιτες φιγούρες, οι νεαροί κρίνονται ένοχοι και η τιμωρία τους δεν είναι η φυλάκιση, αλλά ο σωφρονισμός επέρχεται με ένα ταξίδι με αρχηγό έναν Ολλανδό καπετάνιο, μια εντελώς butch μορφή βγαλμένη από το Tom Of Finland, o οποίος αναλαμβάνει να φέρνει στον ίσιο δρόμο παραβατικά αγόρια. Ταΐζοντάς τους ένα εξωτικό φρούτο που παραπέμπει σε τριχωτό ακτινίδιο (κι ευνόητα σε κάτι πολύ πιο πονήρο), ο καπετάνιος σκληραγωγεί τους νεαρούς στη διάρκεια του ταξιδιού, και τους υποβάλλει σε καταναγκαστικές εργασίες, ενώ τους δένει στο καράβι για να ασκεί απόλυτο σωματικό έλεγχο πάνω τους. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και μια σαδομαζοχιστικά ερωτική ατμόσφαιρα, δείχνοντάς τους μεταξύ άλλων, και το εξωπραγματικά υπερμεγέθες πέος του.

Ο προορισμός του ταξιδιού είναι ένα τροπικό νησί στη μέση του πουθενά, στο οποία βασιλεύει μια οργιαστική και τελείως sui generis χλωρίδα, με φαλλόμορφα φυτά που (στην κυριολεξία) εκσπερματώνουν τους χορταστικούς χυμούς τους. Σ’ αυτόν τον ερωτικό Παράδεισο, οι νεαροί θα γνωρίσουν κοσμογονικές αλλαγές, όχι μόνο στην κοσμοθεωρία τους, αλλά και στο ίδιο τους το σώμα. Κι ενώ θα αποκαλυφθεί ότι ακόμα και ο ίδιος ο Καπετάνιος βρίσκεται στα μισά της σωματικής αλλαγής με ένα γυναικείο στήθος στο στέρνο του, τα αγόρια θα αποβάλλουν τα γεννητικά τους όργανα και θα γίνουν σταδιακά κορίτσια, υπό την επίβλεψη της επιστήμονα Σεβερίν (μοναδικά και στα όρια του camp ερμηνευμένης από την καλτ θεότητα του πάλαι ποτέ ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου Ελίνα Λόβενσον), της μοναδικής κατοίκου του νησιού, η οποία ανακάλυψε πρώτη ως άντρας της μαγικές ιδιότητες του μέρους και χρησιμοποιεί τα τέως «άγρια αγόρια» ως τους πρώτους πολεμιστές της σεξουαλικής της επανάστασης, η οποία μπορεί επιτέλους να ξεκινήσει.

Κι αν όλα αυτά δεν ήταν αρκετά fucked up, υπάρχει μια ακόμα μικρή λεπτομέρεια που αλλάζει τα πάντα και απογειώνει ακόμα περισσότερο το εγχείρημα του Μαντικό. Τα αγόρια του τίτλου ενσαρκώνονται από γυναίκες ηθοποιούς, κάτι που για τον παρατηρητικό θεατή γίνεται βέβαια αμέσως αντιληπτό, ακόμα όμως και για όσους δεν το παίρνουν αμέσως χαμπάρι και το αποκαλύπτουν στη συνέχεια αυτής της φρενήρους διαδρομής, μπλέκει ακόμα περισσότερο τα όρια ανάμεσα στα φύλα και προσθέτει ακόμα περισσότερα επίπεδα ανάγνωσης σ’ αυτή την ήδη φιλόδοξη απόπειρα κατάρριψης οποιουδήποτε στερεότυπου αναφορικά με την αναπαράσταση των έμφυλων ταυτοτήτων στο κινηματογραφικό μέσο.

Ο Μαντικό στήνει από την αρχή ένα εξωπραγματικά τεχνητό σύμπαν, μέσα στην πανηδονιστική ατμόσφαιρα του οποίου η έννοια του φύλου δεν είναι παρά ένα κατασκεύασμα που αποδομείται κι επανασυντίθεται διαρκώς. Θυμίζοντας τον διάσημο στίχο των Blur από το Girls and Boys για τα κορίτσια που είναι αγόρια και ούτω καθεξής, η ταινία παίζει διαρκώς με τις αντιλήψεις, τις προσδοκίες (ακόμα και τα ταμπού) του θεατή, δημιουργώντας έναν περιρρέοντα ερωτισμό που (κυριολεκτικά) στάζει καύλα σχεδόν σε κάθε πλάνο, χωρίς όμως ποτέ να εκπίπτει στην πορνογραφία. Αντίθετα η πρόκληση είναι βαθύτερη κι εγκεφαλική, διατηρεί όμως τη σωματικότητα κι εκείνη την απαραίτητη παιγνιώδη και σκανδαλιστική ελαφρότητα που καθιστούν το εγχείρημα του Γάλλου σκηνοθέτη όχι απλώς ένα νοητικό κι αισθητικό πείραμα, αλλά μια ολοκληρωμένη κι ε(ρε)θιστική εμπειρία.

Φυσικά οι αναφορές που μπορεί να εντοπίσει κανείς στο έργο του Μαντικό είναι άπειρες, ο τρόπος όμως που αυτές συντίθενται σε ένα προσωπικό και ξεχωριστό τελικό αποτέλεσμα είναι αυτός που κάνει τη διαφορά. Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρουμε μερικές για να φανεί το εύρος του διακειμενικού οράματος του Γάλλου σκηνοθέτη: η εισαγωγή, αλλά και όλη η ειρωνική αντιμετώπιση απέναντι στις έννοιες της παραβατικότητας και του σωφρονισμού παραπέμπουν στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο αχαλίνωτος ερωτισμός και η προκλητική διάθεση κατάρριψης των ταμπού και των απαγορεύσεων στον περιορισμένο χώρο ενός νησιού στο «Γκοτό, το Νησί του Έρωτα» του Βαλέριαν Μπορόβτζικ, η δημιουργία μιας εξαρχής τεχνητής κι επίπλαστης ατμόσφαιρας στις δημιουργίες του Γκάι Μάντιν, αλλά και στα σεξουαλικά φορτισμένα μελοδράματα του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, ενώ ο ίδιος ο Μαντικό ευχαριστεί στους τίτλους τέλους τον Ιούλιο Βερν (!) και τον Γουίλιαμ Μπάροουζ. Και πραγματικά η ταινία αυτή θα μπορούσε να είναι το παιδί της αγάπης αυτών των τόσο διαφορετικών κι ετερόκλιτων συγγραφέων.

Γυρισμένο σε ένα εξωπραγματικά γυαλιστερό ασπρόμαυρο, οι αποχρώσεις του οποίου μοιάζουν να έχουν εμποτιστεί με glitter, και με σποραδικές εκρήξεις χρώματος, στις οποίες ο σκηνοθέτης μαζί με τη σταθερή διευθύντρια φωτογραφίας του Πασκάλ Γκρανέλ φορτώνουν το κάδρο με φίλτρα συνθέτοντας μια αλλόκοτα απόκοσμη κι αισθαντική ατμόσφαιρα, τα «Αγρια Αγόρια» του Μπερτράν Μαντικό δεν είναι μόνο ένα εικαστικό κομψοτέχνημα, αλλά και μια από τις πιο ρηξικέλευθες (αισθητικά και πολιτικά) κινηματογραφικές προτάσεις των τελευταίων χρόνων, μια ταινία που τολμά να προκαλέσει αντιδράσεις και συζητήσεις, όχι μόνο για τον αυτοσκοπό της πρόκλησης. Κι αυτό είναι επιτακτικά αναγκαίο σε μια εποχή που η πολιτική ορθότητα τείνει να μετατραπεί σε έναν νέο συντηρητισμό.

https://flix.gr/

Νίνος Φένεκ Μικελιδης

Enetpress

Ταξίδι στο νησί των ερωτικών διαστροφών

Του Νίνου Φένεκ Μικελίδη

**** Τα άγρια αγόρια

Ανάμεσα στην ατμόσφαιρα του βιβλίου «Ο άρχοντας των μυγών» του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ (και την ταινία του Πίτερ Μπρουκ) και την ερωτική φαντασίωση των ταινιών του Βαλέριαν Μπορόβτζικ κινείται ο πειραματικός Γάλλος καλλιτέχνης Μπερτράν Μαντιγκό στην πρώτη του αυτή μεγάλου μήκους, προκλητική ταινία, που προκάλεσε διάφορες αντικρουόμενες εντυπώσεις όταν πρωτοπροβλήθηκε στο φεστιβάλ της Βενετίας του 2017.

Η ταινία αρχίζει σε κάποιο νησί, στις αρχές του 20ου αιώνα, με το βιασμό και το θάνατο μιας όμορφης δασκάλας από πέντε, από πλούσιες οικογένειες και επηρεασμένους από τη μαύρη μαγεία (και συγκεκριμένα από ένα πνεύμα με το όνομα Τρέβορ), μαθητές της, ενώ στη συνέχεια παρακολουθούμε την τιμωρία που επιβάλλεται στους δράστες: τη μεταφορά τους από τον «λοχαγό», σε ένα μαγικό (με δέντρα και λουλούδια με φαλλικά σύμβολα) νησί, όπου τα υποτιθέμενα αγόρια αρχίζουν να βγάζουν βυζιά, ενώ τα πέη τους αρχίζουν να πέφτουν, για να ανακαλύψουμε πως τα αγόρια ήταν τελικά κορίτσια, με τον Μαντιγκό να βάζει με έξυπνο τρόπο το θέμα του φύλου, και του αναγκαίου (ή υποχρεωτικού); ρόλου των διαφορετικών πλευρών του (με πολύ ωραίες, πρέπει να σημειώσω, ερμηνείες από τις νεαρές Πολίν Λοριγιάλ, Βιμάλα Πονς, Ντιάν Ρυζέιλ, Αναέκ Σνεκ και Ματίλντ Βαρνιέ).

Εκείνο που κάνει την ταινία του Μαντικό να αποφεύγει τη χυδαιότητα (και υπάρχουν αρκετές, με ερωτικά και σεξουαλικά στοιχεία σκηνές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν εκεί) και να ξεχωρίζει είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την ιστορία του. Με στιλιζαρισμένες, εξπρεσιονιστικές συχνά εικόνες, που αντλούν τόσο από το βουβό κινηματογράφο όσο και από τον πιο σύγχρονο (με τον διευθυντή φωτογραφίας Πασκάλ Γκρανέλ να κινείται επιδέξια ανάμεσα στο μαυρόασπρο και το έγχρωμο φιλμ), με τη δημιουργία μιας, με έντονο ερωτισμό, σουρεαλιστικής ατμόσφαιρας (ένα είδος μποροβτσικού «Γκοτό, το νησί του έρωτα»).

https://www.enetpress.gr/

Τα Άγρια Αγόρια

Από Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο – 05/12/2019 4/5

Ο Γκάι Μάντιν συναντά τον Κένεθ Άνγκερ, τον Ιούλιο Βερν και τον Ουίλιαμ Γκόλντινγκ σε ένα αταξινόμητο φιλμ, το οποίο ξεπερνά κάθε κινηματογραφική φαντασία. ­Διότι ο Γάλλος Μπερτράν Μαντικό, ένας εικονοκλάστης με όλη τη σημασία της λέξης, υπογράφει ένα ντεμπούτο προορισμένο να αφήσει ορθάνοιχτα στόματα. Σε έναν χρονικά και χωρικά απροσδιόριστο κόσμο μια ομάδα αγοριών, τα οποία ενσαρκώνουν αφοπλιστικά γυναίκες, διαπράττουν ένα αποτρόπαιο έγκλημα, συνεπεία του οποίου οδηγούνται εξόριστοι σε ένα νησί, όπου βιώνουν μια σκληρή και απότομη ενηλικίωση.

Ο Μαντικό κατασκευάζει ένα ποιητικό σύμπαν, όπου οι σεξουαλικές ορμές δρουν ανεξέλεγκτα και το φύλο είναι μια έννοια ρευστή, βασισμένη στις συνθήκες και τις ορέξεις. Η λίμπιντο των ηρώων δρα άλλοτε απελευθερωτικά και άλλοτε σαν φυλακή, με τα πάθη τους να γίνονται προκλήσεις μιας επίπονης διαδικασίας αυτογνωσίας. Έτσι ο τολμηρός δημιουργός υπογράφει ένα χειμαρρώδες αβανγκάρντ κομψοτέχνημα, που επιτίθεται στις αισθήσεις σαν παραισθησιογόνο, με δύναμη που σπανίζει πλέον, προκαλώντας τα εκφραστικά όρια του σινεμά.

Γαλλία. 2017. Διάρκεια: 110΄. Διανομή: CAROUSEL.

https://www.athinorama.gr/

Γιάννης Αποστολίδης

FilmBoy

Κριτική: Τα Άγρια Αγόρια – Les Garçons Sauvages (The Wild Boys) (2017)

Στη Γαλλία των αρχών του 20ού αιώνα, πέντε πλουσιόπαιδα δολοφονούν την καθηγήτρια τους.

Η τιμωρία τους θα είναι να πέσουν στα χέρια ενός σκληρού καπετάνιου, ο οποίος αναλαμβάνει την διαπαιδαγώγησή τους μέσα από ένα επικίνδυνο ταξίδι, με τελικό προορισμό ένα απόκοσμο, μυστηριώδες νησί, όπου θα έρθουν αντιμέτωποι με απρόβλεπτες εμπειρίες.

Σε αυτήν την τολμηρή, arthouse περιπέτεια φαντασίας και την ίδια στιγμή ένα από τα πιο πρωτότυπα κινηματογραφικά εγχειρήματα των τελευταίων ετών, ο Ιούλιος Βερν συναντά την beat λογοτεχνία.

Τα Άγρια Αγόρια, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Bertrand Mandico, προκάλεσαν αίσθηση στη Γαλλία το 2018, όταν βρέθηκαν στην κορυφή της ετήσιας λίστας με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, του ιστορικού κινηματογραφικού περιοδικού Cahiers du Cinéma.

Διόλου τυχαία η διάκριση σε ένα τόσο ριζοσπαστικό έντυπο (ας μην ξεχνάμε ότι μέσα από τις σελίδες του γεννήθηκε η επανάσταση της Nouvelle Vague), καθώς πρόκειται για μία εκκεντρική και άκρως καλλιτεχνική, μοντέρνα δημιουργία, που δοκιμάζει τα όρια και τις αισθήσεις του θεατή.

Επηρεασμένη από το ομώνυμο μυθιστόρημα του εμβληματικού beat συγγραφέα Γουίλιαμ Μπάροουζ και το έργο του Ιουλίου Βερν (ο Mandico ευχαριστεί αμφότερους στους τίτλους τέλους), αυτή η αλλόκοτη ιστορία ακολουθεί την πορεία πέντε παραβατικών αγοριών, γόνων αριστοκρατικών οικογενειών, που μετά από τον ομαδικό βιασμό της καθηγήτριας τους, την δολοφονούν βάναυσα.

Με την συναίνεση των γονιών τους, επιβιβάζονται σε ένα πλοίο για ένα ταξίδι με πολλές αναμετρήσεις.

Ο καπετάνιος που αναλαμβάνει τον σωφρονισμό τους, αφού τα κακομεταχειρίζεται και τα εξευτελίζει, τα αποβιβάζει σε ένα μυστηριώδες νησί με οργιώδη βλάστηση, κρυφές ηδονές αλλά και επικίνδυνες παγίδες.

Εκεί θα περάσουν μέσα από αμφιλεγόμενες δοκιμασίες, που θα επιφέρουν τεράστια αλλαγή στην ψυχή αλλά και στο σώμα τους.

Αψηφώντας κάθε κινηματογραφική σύμβαση, ο Γάλλος δημιουργός προσεγγίζει με αυστηρά εικαστικό ύφος το υλικό του.

Έννοιες όπως η πατριαρχία, τα κοινωνικά στερεότυπα και τα σεξουαλικά ταμπού, γίνονται τα ερεθίσματα όχι για να στοχαστεί πάνω σε αυτές, αλλά για να εξωτερικεύσει το καλλιτεχνικό του όραμα, δημιουργώντας εντελώς απελευθερωμένα, ένα κινηματογραφικό σύμπαν χωρίς όρια.

Η εξπρεσιονιστική ασπρόμαυρη φωτογραφία, τα λίγα έγχρωμα, πειραγμένα με φίλτρα, πλάνα και οι σουρεαλιστικά σκηνοθετημένες, άλλοτε ευφάνταστες κι άλλοτε ενοχλητικές σκηνές, περιβάλλονται από έναν διάχυτο ερωτισμό.

Μέσα σε αυτήν την παραισθησιογόνα οπτική πανδαισία, η ονειρική ατμόσφαιρα είναι υπνωτιστική και τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας γίνονται δυσδιάκριτα, ενώ ο Mandico βρίσκεται σε έναν οργασμό δημιουργίας.

Aκόμη κι αν κάποιες στιγμές φλερτάρει με την αυταρέσκεια φορτώνοντας με όλο και περισσότερες στιλιστικές υπερβολές την εικόνα, εντυπωσιάζει με την πρωτοτυπία και την τόλμη του, υπογράφοντας ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σκηνοθετικά ντεμπούτα των τελευταίων ετών.

http://www.filmboy.gr/

Τάσος Μελεμενίδης [3,5/5]

LiFO

Μια ομάδα αγοριών διαπράττει ένα έγκλημα στη Ρουνιόν των αρχών του 20ού αιώνα. Για να τους τιμωρήσει, ένας Ολλανδός καπετάνιος τούς παίρνει στο στοιχειωμένο καράβι του και, βάζοντας πλώρη για ένα μαγικό νησί, γίνεται τύραννος κι αφέντης.

ΤΑΣΟΣ ΜΕΛΕΜΕΝΙΔΗΣ 5.12.2019 |

Αταξινόμητο, σεξουαλικά φορτισμένο και γεμάτο ιδέες που μπορούν να γεμίσουν 10 φιλμ, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Γάλλου πειραματιστή και βιρτουόζου σκηνοθέτη Μπερτράν Μαντικό αντλεί έμπνευση από τον πρώιμο εξωτισμό των αμερικανικών φιλμ της δεκαετίας του ’30, το εξωπραγματικό της εικόνας του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ από την ίδια εποχή και τις πιο πρόσφατες σουρεαλιστικές αναζητήσεις του Καναδού Γκάι Μάντεν. Παράλληλα, παρά τον ακραίο φορμαλισμό τους και την τοποθέτηση σκηνών που μοιάζουν με ενσωματωμένα βιντεοκλίπ, τα Άγρια Αγόρια βασίζονται σε έναν στρωτό αφηγηματικό πυρήνα που δεν παρατούν ποτέ, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες του φύλου και της κοινωνικής τάξης, μιλώντας ξεκάθαρα για το παρόν, αν και η ιστορία τους τοποθετείται έναν αιώνα πίσω. Η επιλογή κοριτσιών (περισσότερο ανδρόγυνων μορφών) για τους ρόλους των αγοριών συνηγορεί κι αυτή με τον τρόπο της στο πνεύμα της αισθητικής επανάστασης που βγάζει η δουλειά του Μαντικό ως πρώτο βήμα για μια αντίστοιχη κοινωνική, για έναν νέο, ουτοπικό κόσμο που παραλληλίζεται εδώ με ένα χαμένο, μαγικό και ηδονικό νησί.

Πηγή: www.lifo.gr

Τα Άγρια Αγόρια

Συντάκτης: Πάρις Μνηματίδης

Είναι απαραίτητη εδώ μια ξεκάθαρη διευκρίνιση: το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Bertrand Mandico δεν απευθύνεται σε όλους. Η ελευθεριακή, αμφίσημη και συχνά βίαιη παρουσίαση της σεξουαλικότητας, η πληθώρα αλλόκοτων εικόνων, η παραισθησιογόνα ατμόσφαιρα και η παράθεση αμέτρητων συμβολισμών μπορούν να δοκιμάσουν τα όρια ενός όχι και τόσο εξασκημένου θεατή.

Αποτελώντας ελεύθερη διασκευή μιας νουβέλας του διαβόητα προβοκατόρικου William S. Burroughs, τα «Άγρια Αγόρια» προκαλούν μια ποικιλία αντιφατικών συναισθημάτων κατά τη θέασή τους, αντανακλώντας την αντίστοιχη οδύσσεια των κεντρικών ηρώων. Ενοχλούν, γοητεύουν, παραξενεύουν, υποβάλλουν. Ακόμη κι αν σε ουκ ολίγα σημεία ξεχειλίζει μια δημιουργική αυταρέσκεια εκ μέρος του Mandico, όπως και μια αίσθηση του ότι πίσω από τις άφθονες επιμέρους ιδέες κρύβεται ένα τελικά απλοϊκό νόημα περί του διττού της φύσης της έμφυλης ταυτότητας, το σύνολο είναι τόσο τολμηρό και πρωτόγνωρο στη σύλληψή του που είναι δύσκολο να μην κερδίσει όσους έχουν τεντωμένες τις κεραίες τους. Λίγη σημασία έχει η προσπάθεια ακριβούς κατανόησης των μηχανισμών του σύμπαντος που ξεδιπλώνεται εδώ, μιας και η όλη εμπειρία δεν μπαίνει σε απολύτως λογικά στεγανά. Το ζήτημα δεν είναι να μπει η μερίδα του κοινού που αναμένεται να εκτιμήσει το φιλμ σε μια διαδικασία εξαντλητικής αποκρυπτογράφησης του περιεχομένου, αλλά να μπορέσει να αφεθεί στον γενναιόδωρο αισθητικό καταιγισμό που επιχειρεί ο σκηνοθέτης. Εξάλλου, ο τρόπος με τον οποίο θέτει μέσω της ιστορίας που αφηγείται τους προβληματισμούς του περί σύνδεσης μεταξύ μεγαλοαστισμού και πατριαρχίας και ορίων ανάμεσα στην κοινωνική κατασκευή του ανθρώπου και του ορμέμφυτού του μεταξύ άλλων είναι ορθώς αυτός ενός καλλιτέχνη, όχι ενός επιστήμονα.

Εύσημα αξίζει η δουλειά που έχει γίνει στη φωτογραφία από την Pascale Granel. Καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα ελκυστικό ασπρόμαυρο, το οποίο αποδεικνύεται εξαιρετικά αποτελεσματικό ειδικά στις γεμάτες ένταση σκηνές στο καράβι και που όταν η δράση μεταφέρεται αλλού παραπέμπει ευθέως στην πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του «Άρχοντα των Μυγών», μιας εκ των πιο προφανών επιρροών του σεναρίου. Τα δε ελάχιστα έγχρωμα στιγμιότυπα (οι φορές που οι πρωταγωνιστές υποκύπτουν στον Trevor;) σοφά είναι μετρημένα στον αριθμό, μιας και η σπανιότητά τους σε συνδυασμό με τις πολύ έντονες κι εξωτικές αποχρώσεις που τα χαρακτηρίζουν τα καθιστά πραγματικά αξιομνημόνευτα. Όσο όμως κι αν ο χώρος της δράσης έχει τη σημασία του, οι αληθινοί πρωταγωνιστές είναι τα σώματα και οι λεπτομέρειές τους. Πώς αυτά ξεχωρίζουν μέσα στο περιβάλλον που κινούνται, πώς αλληλοσυμπληρώνονται, πώς κουβαλούν τα μηνύματα της νοηματικής του σεναρίου και πώς αφηγούνται μικρές, αυτόνομες ιστορίες το καθένα ξεχωριστά. Δεν θα ήταν αυθαίρετο να καταλογιστεί στον Mandico και μια έμπνευση από τον σωματικό τρόμο του Cronenberg.

Σε όλα αυτά τα στοιχεία που καθιστούν τη συγκεκριμένη ταινία μια ιδιάζουσα περίπτωση ανήκει και το κομμάτι των ερμηνειών. Όλοι οι βασικοί ηθοποιοί καταφέρνουν, με μια τεχνική που φαντάζει αβίαστη, να υποδυθούν χαρακτήρες με μανιερισμούς τέτοιας ακρίβειας που επιτυγχάνουν να διαγράψουν σε αυτούς πολύ ξεκάθαρα και συγκεκριμένα γνωρίσματα, πλάθοντας έτσι φιγούρες που μένουν στη μνήμη. Καθεμία από τις ερμηνεύτριες που ενσαρκώνουν την παρέα των παραβατικών εφήβων που βρίσκονται στο επίκεντρο της αφήγησης κατορθώνει να δώσει το δικό της στίγμα, αν όμως έπρεπε να αναγνωριστεί μια παρουσία ως εξέχουσα θα ήταν αυτή της άκρως δυναμικής Vimala Pons. Και οι πέντε ωστόσο έχουν δουλέψει αξιοθαύμαστα την κινησιολογία τους, ώστε να φέρνει σε αυτήν ενός αρσενικού προενήλικα. Αξιοπρόσεκτα είναι ωστόσο και τα πορτραίτα τόσο του Sam Louwyck, που εκπέμπει με μεγάλη άνεση μια σεβάσμια αυστηρότητα και συνάμα μια αλητεία, όσο και της αινιγματικής Elina Lowensohn.

Πρωτίστως όμως πρόκειται για μια δημιουργία της οποίας το πηδάλιο κρατάει γερά ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, έχοντας στο μυαλό του ένα όραμα πολυδιάστατο και ιδιοσυγκρασιακό. Σοφιστικέ και ωμά ταυτόχρονα, τα «Άγρια Αγόρια» συνιστούν μια πρόταση έξω από τα συνηθισμένα, που είναι σε θέση να ανταμείψει και με το παραπάνω έναν ανοιχτόμυαλο θεατή.

https://www.filmy.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: