Ευτυχία (2019) του Άγγελου Φραντζή || αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών, έγραψαν οι κριτικοί

Ηθοποιοί: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Κάτια Γκουλιώνη, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Θάνος Τοκάκης, Ντίνα Μιχαηλίδου, Παύλος Ορκόπουλος, Ευαγγελία Συριοπούλου, Λίλα Μπακλέση, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Ευγενία Σαμαρά, Γιάννης Δρακόπουλος, Αντώνης Λουδάρος, Κρατερός Κατσούλης, Ματθίλδη Μαγγίρα, Χρύσα Ρώπα, Φοίβος Δεληβοριάς, Χάρης Μαυρουδής, Λεωνίδας Κακούρης, Κατερίνα Διδασκάλου

Είδος: Δράμα, Βιογραφική, Μουσική

Ημερομηνία Εξόδου: 19 Δεκεμβρίου 2019

ΣΥΝΟΨΗ

Ένα κορίτσι, μικροπαντρεμένο, ταξιδεύει από το Αϊδίνι στην Ελλάδα με τη μητέρα και τις δύο της κόρες. Στο πλοίο του ξενιτεμού παίρνει απόφαση να μην αφήσει τη ζωή να την προσπεράσει, αλλά να τη ζήσει, όπως θέλει. Και τη ζει! Γράφει ακατάπαυστα σε ό,τι πιάνει το μελάνι, από χαρτοπετσέτες και κουτιά από τσιγάρα μέχρι υπόλοιπα λογαριασμών. Καπνίζει, ερωτεύεται με πάθος, χαρτοπαίζει με θράσος σε πολυτελή σαλόνια, αλλά και σε παράνομα υπόγεια. Μία δασκάλα που γίνεται ηθοποιός στα μπουλούκια και στο θέατρο, μία ποιήτρια που γίνεται η μεγαλύτερη Ελληνίδα στιχουργός του λαϊκού τραγουδιού. Συνεργάζεται με όλες τις διάσημες μουσικές προσωπικότητες της χώρας, από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Απόστολο Καλδάρα, ως τον Μανώλη Χιώτη, τον Αντώνη Ρεπάνη και τον Μάνο Χατζιδάκι, υψώνοντας θαρραλέα ανάστημα, σε έναν σκληρό και τυπικά ανδροκρατούμενο κόσμο.

Eftyhia

(2019) on IMDb 8.5/10


[Τον Γενάρη του 2020 ξεκινάνε τα Νέα Σεμινάρια του Σχολείου του Σινεμά Σκηνοθεσίας και Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους, Κριτικής Κινηματογράφου, Ιστορίας Κινηματογράφου, Σεναρίου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ, δηλώστε το ενδιαφέρον σας.
Πληροφορίες- δηλώσεις ενδιαφέροντος- Εγγραφές στο e-mail schoolofcinemagr@gmail.com και στα τηλέφωνα 2130 159 816 και 6944143564. Σεμινάρια παρέχονται και ιδιαιτέρως. Επίσης εξ αποστάσεως.
Στους συμμετέχοντες παρέχονται βεβαίωση παρακολούθησης του “Σχολείου του Σινεμά”, ηλεκτρονικές σημειώσεις, ενώ υπάρχει πρόσβαση σε δανειστική βιβλιοθήκη και ταινιοθήκη.]

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2019-2020

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους 2019-2020 (και με κινητό, tablet, mirrorless ή GOPRO κάμερες)

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2019-2020

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα

Γλώσσα: Ελληνικά

Διάρκεια: 123′

Σενάριο: Κατερίνα Μπέη

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γιάννης Δρακουλαράκος

Μοντάζ: Λάμπης Χαραλαμπίδης

Πρωτότυπη μουσική και τραγούδια: Μίνως Μάτσας

Καλλιτεχνική διεύθυνση: Μιχάλης Σαμιώτης, Γιάννης Παπαδόπουλος

Ήχος: Νίκος Μπουγιούκος

Μιξάζ: Κώστας Βαρυμποπιώτης

Sound Design: Αρης Λουζιώτης

Casting Directors: Σοφία Δημοπούλου, Φραγκίσκος Ξυδιανός

Κοστούμια: Ιουλία Σταυρίδου

Μακιγιάζ: Δήμητρα Γιατράκου

Hair stylist: Κωνσταντίνος Σαββάκης

Παραγωγός: Διονύσης Σαμιώτης

Εκτέλεση παραγωγής: Κώστας, Λαμπρόπουλος, Γιώργος Κυριάκος, Ναταλύ Δούκα

Εταιρείες Παραγωγής: Tanweer Productions

Εταιρείες Συμπαραγωγής: COSMOTE TV, Splendidway Universe, Phase2Phase Films, Viewmaster Films

Εκτέλεση Παραγωγής: Viewmaster Films

Υποστήριξη: Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ Α.Ε.)

Διανομή: Tanweer (Ελλάδα)

Tραγούδι: «Ευτυχία»

Μουσική: Μίνως Μάτσας

Στίχοι: Σοφία Καψούρου

Τραγουδιστές: Γιώργος Νταλάρας, Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Κώστας Τριανταφυλλίδης, Μαρία Κίτσου

Ενορχήστρωση: Μίνως Μάτσας

Σκηνοθέτης: Άγγελος Φραντζής («Ακίνητο Ποτάμι», «Σύμπτωμα», «Μέσα στο Δάσος», «Το Όνειρο του Σκύλου», «Polaroid»)

Σεναριογράφος: Κατερίνα Μπέη («Θηλυκή Εταιρεία»)

Χαρακτήρες Ηθοποιοί:

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου – Καρυοφυλλιά Καραμπέτη («Ο Εργένης», «Ελεύθερη Κατάδυση», τηλεοπτικές σειρές «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά», «Ο Κίτρινος Φάκελος») και Κάτια Γκουλιώνη (βραβείο γυναικείας ερμηνείας της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου για την ταινία «Πολυξένη: Μια Ιστορία από την Πόλη», «Ακίνητο Ποτάμι», «Σύμπτωμα»)

Μαριόγκα (μητέρα της Ευτυχίας) – Ντίνα Μιχαηλίδου («Πολίτικη Κουζίνα», τηλεοπτικές σειρές «Το Νησί» «Η Λέξη που δε Λες»)

Γιώργος Παπαγιαννόπουλος (δεύτερος σύζυγος της Ευτυχίας) – Πυγμαλίων Δαδακαρίδης («Έτερος Εγώ», τηλεοπτική σειρά «Πενήντα-Πενήντα»)

Λουκάς (επιστήθιος φίλος της Ευτυχίας) ο τιμημένος με βραβείο Χορν Θάνος Τοκάκης («Νήσος», τηλεοπτικές σειρές «Στο Παρά Πέντε», «Ντόλτσε Βίτα»)

Κώστας Νικολαϊδης (πρώτος σύζυγος της Ευτυχίας) – Παύλος Ορκόπουλος («Νήσος», τηλεοπτικές σειρές «Στο Παρά Πέντε», «Άγριες Μέλισσες»)

Μαίρη (κόρη της Ευτυχίας) – Ευαγγελία Συριοπούλου («Τέλειοι Ξένοι», τηλεοπτική σειρά «Έλα στην θέση μου»)

Καίτη (κόρη της Ευτυχίας) – Λίλα Μπακλέση, («Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού», τηλεοπτική σειρά «Ταμάμ»)

Ρέα (εγγονή της Ευτυχίας) – Ευγενία Σαμαρά (τηλεοπτικές σειρές «Η Εκδρομή», «Ερωτας Μετά»)

Μανέλης – Γιάννης Δρακόπουλος («Οίκτος», « Το σοι»)

Αλεξίου – Ανδρέας Κωνσταντίνου («Το Τελευταίο Σημείωμα», «Μικρά Αγγλία», «Ακίνητο Ποτάμι», «Άγριες Μέλισσες)

Μάνος Χατζιδάκις – Αντώνης Λουδάρος («Μια Μέλισσα τον Αύγουστο»)

Μανώλης Χιώτης – Κρατερός Κατσούλης («Το Έτερον Ήμισυ», «Το Κλάμα Βγήκε απ’ τον Παράδεισο»)

Ρένα Βλαχοπούλου – Ματθίλδη Μαγγίρα («Γαμήλιο Πάρτι», «Εφάπαξ»)

Σωτηρία Μπέλλου – Χρύσα Ρώπα («Οι Γαμπροί της Ευτυχίας», τηλεοπτική σειρά «Οικογένεια Βλάπτει»)

Απόστολος Καλδάρας – Χάρης Μαυρουδής («Λουκουμάδες με Μέλι»)

Βασίλης Τσιτσάνης – Λεωνίδας Κακούρης (« Επιστροφή», «Άγριες Μέλισσες»)

Μαρίκα Κοτοπούλη – Κατερίνα Διδασκάλου («Άγριες Μέλισσες»)

Κονφερασιέ – Φοίβος Δεληβοριάς

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

https://www.facebook.com/eftihiathemovie/

https://www.instagram.com/eftihiathemovie

Το soundtrack της ταινίας «Ευτυχία» θα κυκλοφορήσει ψηφιακά από τη MINOS-EMI, a Universal Music Company

Η Tanweer Productions και ο βραβευμένος Έλληνας σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής παρουσιάζουν το trailer της Ευτυχίας, της μεγαλύτερης ελληνικής παραγωγής του 2019.

Βασισμένη στον ταραχώδη βίο και το σπουδαίο έργο που κληρονόμησε η ελληνική μουσική από τη μεγαλειώδη πένα της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, η ταινία, σε σενάριο της Κατερίνας Μπέη, αντλεί έμπνευση από τα πάθη και τις αδυναμίες αυτής της πληθωρικής, αντισυμβατικής και πρωτοπόρου γυναίκας, που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της στο λαϊκό τραγούδι. Η μοναδική της προσωπικότητα αποτυπώθηκε στους στίχους της που μεταμορφώθηκαν σε μερικές από τις μεγαλύτερες και διαχρονικότερες επιτυχίες, όπως τα «Περασμένες μου αγάπες», «Όνειρο απατηλό», «Είμαι αητός χωρίς φτερά», «Ηλιοβασιλέματα», «Η φαντασία», «Είσαι η ζωή μου», «Μαντουμπάλα», «Στ΄ Αποστόλη το κουτούκι», «Πετραδάκι, πετραδάκι», «Μου σπάσανε τον μπαγλαμά», «Δύο πόρτες έχει η ζωή» («Το τελευταίο βράδυ μου»), «Ρίχτε στο γυαλί φαρμάκι».

Ο σκηνοθέτης συναντά την ασυμβίβαστη Ευτυχία στο πρόσωπο της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Κάτιας Γκουλιώνη, που υποδύονται τη στιχουργό σε δύο διαφορετικές ηλικίες.

Στο πλάι αυτής της καθαρόαιμης καλλιτέχνιδας στέκονταν οι πιο κοντινοί της άνθρωποι χάρη στους οποίους κατόρθωνε να ισορροπεί το δημιουργικό της δαιμόνιο με την αιρετική -για την εποχή- προσωπικότητα και ζωή της. Τους ρόλους αυτούς αναλαμβάνουν οι Ντίνα Μιχαηλίδου, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Θάνος Τοκάκης, Παύλος Ορκόπουλος, Ευαγγελία Συριοπούλου, Λίλα Μπακλέση, Ευγενία Σαμαρά και Γιάννης Δρακόπουλος. Γνωστές προσωπικότητες του καλλιτεχνικού κόσμου της εποχής ζωντανεύουν μέσα από ένα επιτελείο γνωστών ηθοποιών, όπως οι Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αντώνης Λουδάρος, Κρατερός Κατσούλης, η Ματθίλδη Μαγγίρα, Χρύσα Ρώπα, Χάρης Μαυρουδής, Λεωνίδας Κακούρης, Κατερίνα Διδασκάλου και ο τραγουδοποιός Φοίβος Δεληβοριάς.

Πώς αποτυπώνεται η Ευτυχία;

«Κανένα επίθετο δεν χαρακτηρίζει πραγματικά την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» λέει ο Άγγελος Φραντζής που ανέλαβε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τον βίο και την πολιτεία της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου και μαζί να συνθέσει ένα μωσαϊκό που ξεκινάει από την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού το 1922 για να διατρέξει πέντε δεκαετίες στην Ελλάδα και να καταλήξει στο 1972.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας σε μία αστική οικογένεια, παντρεύτηκε έναν πολύ μεγαλύτερο της άντρα, έκανε δύο παιδιά και βρέθηκε ξενιτεμένη στην Αθήνα μετά τον ξεριζωμό του 1922. Όταν αποφάσισε ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να παραμείνει με έναν άντρα που δεν αγαπούσε, αποφάσισε να κάνει ένα εντελώς αναπάντεχο καινούριο ξεκίνημα. «Καταρχήν στο θέατρο, όπου περνάει πολλά χρόνια παίζοντας στην αρχή σε μπουλούκια στην επαρχία και αργότερα στην Αθήνα με τη Μαρίκα Κοτοπούλη».

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, λέει για τη συναρπαστική τροπή που πήρε η ζωή της Ευτυχίας εκείνη την περίοδο: «Παρακολουθούμε την πορεία της. Πώς μια γυναίκα πάρα πολύ ελεύθερη και πολύ μπροστά για την εποχή της καταρχάς τολμάει και βγαίνει στο θέατρο σε περιοδείες, γνωρίζει έναν άντρα ηθοποιό και έχουν κάποια ερωτική σχέση». Αυτή η απόφαση να ακολουθήσει το όνειρο της, την ωθεί να χωρίσει τον σύζυγο της, αφήνοντας πίσω της μια μεγαλοαστική ζωή για να παίξει στα μπουλούκια. Δεν διστάζει, μάλιστα, να συνάψει ερωτική σχέση με τον ηθοποιό του θεάτρου Νίκο Αλεξίου, που ήταν και μέντορας της στα πρώτα της βήματα.

«Στη συνέχεια φεύγει από το θέατρο, ερωτεύεται τον Γιώργο Παπαγιανόπουλο, του οποίου παίρνει το επίθετο. Ξαναπαντρεύεται και αρχίζει να γράφει στίχους για τραγούδια, ενώ πάντα έγραφε ποιήματα. Ήταν ποιήτρια πολύ σπουδαγμένη, μορφωμένη, πάρα πολύ μπροστά από την εποχή της, ένα πολύ ελεύθερο πνεύμα» επισημαίνει ο σκηνοθέτης της ταινίας Άγγελος Φραντζής.

«Όταν γνωρίζει τον δεύτερο σύζυγο της, που ήταν και ο μεγάλος έρωτας της ζωής της, βλέπουμε πώς αναπτύσσεται παράλληλα η ανάγκη της να γράφει στίχους, πώς έρχεται σε επαφή με τον χώρο του τραγουδιού με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τους άλλους μεγάλους, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Μανώλη Χιώτη με τον Μάνο Χατζιδάκι» λέει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Με δεδομένο ότι η ταινία εμπνέεται από πραγματικά γεγονότα, αλλά δεν παύει να είναι μυθοπλασία, ο Άγγελος Φραντζής φρόντισε εξ αρχής να μην εξιστορήσει απλώς την πορεία αυτής της καταπληκτικής γυναίκας, αλλά να αποδώσει την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα. «Για εμάς ο πυρήνας της ταινίας ήταν η ορμή αυτής της ζωής, της τόσο πολύπλοκης, σύνθετης, παράδοξης και γεμάτης αντιφάσεις. Αυτό προσπαθούσαμε να αποδώσουμε σε όλα τα κομμάτια της ταινίας. Είτε αφορά το κομμάτι της κάμερας, όπου έχουμε μια κινητική κάμερα, όπου η κίνηση εκφράζει αυτή την ορμή, είτε σε όλα τα υπόλοιπα πεδία, όπως τη σκηνογραφία και τα κοστούμια» εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Για να βουτήξει κανείς σε μία εποχή και ένα ιστορικό πρόσωπο τόσο μεγάλο και να φωτίσει ένα πρόσωπο ιστορικό και μυθικό, όπως η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, χρειάζεται πολλή έρευνα. «Το πρώτο κομμάτι της δουλειάς είναι το να διαβάσουμε πολύ, να δούμε εικόνες, φωτογραφίες για την περίοδο, την εποχή και το ίδιο το πρόσωπο. Επίσης, μιλήσαμε με ανθρώπους που έχουν γνωρίσει την Ευτυχία, με ανθρώπους που έζησαν δίπλα της. Προσπαθήσαμε να καταλάβουμε αυτό το ιστορικό πρόσωπο, όχι για να είμαστε εγκυκλοπαιδικά ακριβείς, γιατί δεν είναι τόσο αυτός ο στόχος, όσο για να καταλάβουμε τον χαρακτήρα της. Είναι μια ταινία που εμπνέεται από τη ζωή της και τα πραγματικά γεγονότα, αλλά δεν παύει να είναι μια μυθοπλασία. Είναι ο δικός μας τρόπος να δούμε την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» επισημαίνει ο σκηνοθέτης.

«Βασιστήκαμε σε μαρτυρίες, στο βιβλίο της εγγονής της Ρέας Μανέλη, σε συνεντεύξεις, σε αφιερώματα, σε μαρτυρίες του Αλέξη Πολυζωγόπουλου, του εγγονού της» αναφέρει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Δύο ηθοποιοί, μία Ευτυχία

Στην ταινία αποφασίστηκε εξ αρχής να εμφανίζονται δύο διαφορετικές ηθοποιοί στον ίδιο ρόλο. Μια απόφαση που είχε ρίσκα και πολύ ενδιαφέρον. «Γιατί βεβαίως μπορεί κάποιος θεατής να χάσει την ταύτιση περνώντας από τον ένα χαρακτήρα στον άλλον. Παρ’ όλα αυτά εμείς επιλέξαμε να έχουμε δύο διαφορετικές ηθοποιούς για να φωτίσει η καθεμιά διαφορετικά τις πλευρές που αντιστοιχούν στην εποχή που ερμηνεύει. Άλλωστε, θα ήταν δύσκολο και ψεύτικο μια ηθοποιός να ξεκινάει από μία πολύ νεαρή ηλικία και να φτάσει σε μία πολύ μεγάλη ηλικία. Κάναμε πολλή δουλειά με τις δύο ηθοποιούς για να βρεθεί ο κοινός τόπος, η ουσία του χαρακτήρα και πώς φωτίζεται από τις διαφορετικές ηλικίες. Κάναμε αρκετούς μήνες πρόβα για να βρούμε τον ίδιο τρόπο και στις δύο, πολλούς αυτοσχεδιασμούς, πολλά κομμάτια εκτός ταινίας για να βρούμε πού βρίσκεται αυτός ο χαρακτήρας. Η μία ηθοποιός έπαιρνε τον ρόλο της άλλης ή έπαιρνε την ηλικία της άλλης ούτως ώστε να βρούμε τα κοινά σημεία» εξηγεί ο Άγγελος Φραντζής για τη διαδικασία.

«Κάναμε πολλή προετοιμασία με τον Άγγελο Φραντζή και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, με την οποία δουλέψαμε μαζί για να έχουμε έναν κοινό άξονα στον χαρακτήρα με πάρα πολλούς αυτοσχεδιασμούς. Δουλέψαμε κάπως πιο ελεύθερα πριν να μπούμε στο σενάριο» συμπληρώνει η Κάτια Γκουλιώνη. «Αντιμετωπίσαμε πέντε δεκαετίες με διαφορετικούς χώρους, σπίτια, ντεκόρ, ρούχα, φωτογραφία. Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα. Πέρα από το μακιγιάζ, ψάξαμε να βρούμε τι κάνει ένα σώμα και τι βαραίνει έναν ανθρώπινο νου και οργανισμό».

«Κάναμε αυτοσχεδιασμούς αναφερόμενες και σε παλιότερες εποχές, σε βιώματα και εμπειρίες της, πώς αυτά εγγράφηκαν στον ψυχισμό της, πράγματα σκοτεινά για το οποία δεν ήθελε να μιλάει, όπως μια περίοδο αιχμαλωσίας που είχε βιώσει την περίοδο της μικρασιατικής καταστροφής. Αργότερα κάναμε αυτοσχεδιασμούς με τα κοντινά της πρόσωπα, όπως με τον Παπαγιανόπουλο, ξεκίναγε η μία και μετά με σήμα του Άγγελου έμπαινε η άλλη σαν να ήμασταν το ίδιο πρόσωπο, για να αποκτήσουμε κοινούς εκφραστικούς κώδικες. Συζητήσαμε πολύ οι τρεις μας για τον εσωτερικό της κόσμο και πώς εκφραζόταν εξωτερικά για να έχουμε μια κοινή γλώσσα, στις χειρονομίες, στην εκφραστικότητα των χεριών, πώς σβήνει το τσιγάρο πώς το κρατάει. Το μολύβι, η εμμονή της με το χαρτί, οι σχέσεις της με τους άλλους, με τις κόρες της, με τον Λουκά που είναι ο κοντινός της άνθρωπος» θυμάται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

«Εκτιμώ ιδιαίτερα και τον Άγγελο Φραντζή και όλους του συντελεστές , όπως και αυτό το σπουδαίο θέμα, την καταπληκτική αυτή γυναίκα. Είναι μεγάλη τιμή να την υποδυθώ. Είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. ΟΙ στίχοι της συγκρίνονται με τα ποιήματα των μεγάλων ποιητών» καταλήγει η Καραμπέτη.

Οι χαρακτήρες

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου- Καρυοφυλλιά Καραμπέτη («Ο Εργένης», «Ελεύθερη Κατάδυση», τηλεοπτικές σειρές «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά», «Ο Κίτρινος Φάκελος») και Κάτια Γκουλιώνη (βραβείο γυναικείας ερμηνείας της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου για την ταινία «Πολυξένη», «Ακίνητο Ποτάμι», «Σύμπτωμα»)

Μία πληθωρική, εκρηκτική, μεγαλειώδης, αντιφατική ηρωίδα.

Ήταν πνεύμα ανεξάρτητο αλλά υπήρξε μία τρυφερή μητέρα, μία παθιασμένη προσωπικότητα, σταθερά ερωτευμένη με τον δεύτερο σύζυγο της, αλλά και χειραφετημένη γυναίκα ταυτόχρονα. Ήταν μια καθαρόαιμη καλλιτέχνιδα που έγραφε πυρετωδώς, όμως ξεπούλαγε το έργο της όπως όπως. Πέρασε από συναισθηματικές θύελλες, αλλά αγαπούσε με πάθος τη ζωή. Μετουσίωνε τις τραγικές εμπειρίες της σε σπουδαίους στίχους -που έγραψαν στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων- και κατάφερνε να συνεχίζει χάρη στο καυστικό της χιούμορ και το θερμό της ταπεραμέντο. Ήταν έμπρακτα δοτική σε όποιον το είχε ανάγκη και μια αμετανόητη χαρτοπαίχτρα, που σκαρφιζόταν απίθανες ιστορίες για να τροφοδοτεί το πάθος της. Αλτρουίστρια και -καμιά φορά- εγωίστρια.

«Ήταν ένα πλάσμα πολυδιάστατο και αντιφατικό. Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας, δεν είναι μία αγιογραφία, αλλά μια ταινία που προσπαθεί να αναδείξει όλες αυτές τις διαφορετικές πλευρές της. Ήταν ένα πνεύμα ασυμβίβαστο, μια γυναίκα πολύ ελεύθερη, μπροστά από την εποχή της, μια γυναίκα που βούτηξε στα πάθη της, που τα αποδέχτηκε, που δεν τα φοβήθηκε, και μας δίδαξε, μέσα από τους στίχους της και την ίδια της τη ζωή, ότι πρέπει να αποδεχόμαστε τη ζωή με όλες τις της αντιφάσεις» εξηγεί ο δημιουργός.

«Είχε απίστευτο χιούμορ, είχε ευθυβολία στην ατάκα της. Είχε μια έξυπνη απάντηση για να σατιρίσει ακόμα και τις δύσκολες στιγμές» εξηγεί η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. «Ήταν ένας άνθρωπος τόσο δοτικός που μπορεί να μην είχε χρήματα, αλλά αν έβλεπε ότι κάποιος άλλος είχε περισσότερη ανάγκη από εκείνη, έβγαζε από το υστέρημα της και τον βοηθούσε»

«Ήτανε μεγαλύτερη από τη ζωή η Ευτυχία, έτσι τη φαντάζομαι, δεν της έφτανε τίποτα, ήθελε παραπάνω, κι ας ήταν το μέγιστο αυτό που υπήρχε εκείνη τη στιγμή» λέει χαρακτηριστικά η Κάτια Γκουλιώνη. «Είναι μια γυναίκα η οποία αρνήθηκε να μπει σε πατριαρχικούς ρόλους, αρνήθηκε να υπηρετήσει την κοινωνική επιταγή και οτιδήποτε της ζητήθηκε, βάζοντας το χιούμορ πάντα μπροστά. Η Ευτυχία ζήτησε το ‘32 περίπου διαζύγιο, σε μία εποχή που η γυναίκα θεωρούνταν ότι είναι προς χρήση οικιακή ή συζυγική, τίποτα άλλο. Δεν είναι ότι δεν ένιωθε τις συνέπειες, αλλά αντιμετώπιζε σαν πείραμα τη ζωή».

Σε μία εποχή που οι γυναίκες ήταν προορισμένες αποκλειστικά για τους ρόλους της συζύγου και της μητέρας, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που είχε το πτυχίο της δασκάλας, αυτοπροσδιορίστηκε ως ηθοποιός, έπαιξε σε μπουλούκια και σε σκηνές, πήρε διαζύγιο, ερωτεύτηκε με πάθος, ξαναπαντρεύτηκε και παράλληλα κέρδισε το σεβασμό των μεγαλύτερων συνθετών της εποχής της, που ήταν, φυσικά, όλοι άντρες.

«Προσπαθούσαμε να εντρυφήσουμε στον χαρακτήρα της Ευτυχίας, αλλά και στην εποχή. Προσπαθούσαμε να καταλάβουμε το περιβάλλον της και πώς αυτή η γυναίκα είχε αυτή την ελευθερία να πηγαίνει κόντρα στην εποχή της. Πώς ήταν σε έναν κόσμο αυστηρά ανδροκρατούμενο κι υπήρχε εκεί με πολύ μεγάλη άνεση. Τη σεβόντουσαν όλοι» λέει η Καραμπέτη. «Τη διακατείχε μεγάλο πάθος για τα χαρτιά και για να το συντηρήσει πούλαγε τους στίχους της πολύ φτηνά. Δεν σκεφτόταν το μέλλον ή τα πνευματικά της δικαιώματα και τις εισπράξεις που μπορεί να της εξασφάλιζαν ένα καλύτερο μέλλον. Σκαρφιζόταν συνέχεια τρόπους για να αποκτά άμεσα ρευστό».

«Η Ευτυχία πρώτα ζούσε και μετά έγραφε, το ξέρουμε από μαρτυρίες. Ό,τι ζούσε αυτό έγραφε. Γιατί έκανε κακό στον εαυτό της με την χαρτοπαιξία; Αν δεν ζούσε έτσι, δεν θα έγραφε. Πρώτα ζούσε, αυτό μετουσιωνόταν και έγραφε. Δεν έγραφε ακαδημαϊκά. Ξεκίνησε δασκάλα, έγινε ηθοποιός, έφυγε με τα μπουλούκια, έγραφε από πάντα από πολύ μικρή με έναν τρόπο σαν ανάγκη στιγμιαία, με πυρετό, αυτό που θα βρεις πάση θυσία κάτι για να το σημειώσεις. Είχε ένα πυρετό σε αυτό που έκανε» επισημαίνει η Γκουλιώνη.

«Είναι ένας χείμαρρος, μία μητριαρχική φιγούρα, που σε μία ανδροκρατούμενη εποχή εισβάλλει σε μία περιοχή απαγορευτική για τις γυναίκες, με μία φιλοσοφία, με μία σκέψη, με μία φόρα και τα ανακατεύει όλα. Κάτι πολύ όμορφο» λέει ο Θάνος Τοκάκης, που υποδύεται τον επιστήθιο φίλο της Λουκά, έναν ομοφυλόφιλο άντρα, που βρήκε καταφύγιο στην ανοιχτόκαρδη Ευτυχία και έμεινε κοντά της μέχρι το τέλος της ζωής της.

«Τα χαρτιά ήταν το μοναδικό που τη συγκέντρωνε, αλλά και το γράψιμο της δεν είναι τυχαίο. Και το γράψιμο και τα χαρτιά είναι δύο πράγματα που έχουν τα χέρια. Αυτή η φόρα, το χιούμορ, η ορμή, η ελευθερία που είχε. Έζησε πάρα πολύ δύσκολα πράγματα, σε μία ανδροκρατούμενη κοινωνία» παρατηρεί η Γκουλιώνη.

Κόνα Μαριόγκα – Ντίνα Μιχαηλίδου («Πολίτικη Κουζίνα», τηλεοπτικές σειρές «Το Νησί» «Η Λέξη που δε Λες»)

Η τρυφερή μητέρα της Ευτυχίας, προσωποποίηση της προκοπής. Μία σοφή, στωική γυναίκα. Η Ευτυχία ήταν η μοναχοκόρη της, το μοναχοπαίδι της, το κέντρο του κόσμου της, που της χάρισε δύο εγγονές. Η άλλοτε αριστοκράτισσα Κόνα Μαριόγκα ξεριζώθηκε από το πλούσιο σπιτικό της στο Αϊδίνι και κατέληξε πάμπτωχη στην Αθήνα και στο έλεος των διαθέσεων της επαναστάτριας κόρης της. Τη στήριξε στα πάντα -τον δεύτερο σύζυγο της Ευτυχίας, τον Γιώργο τον έβαλε στην καρδιά της- και ανέλαβε το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών της, όσο η Ευτυχία έλειπε σε περιοδείες. Έφυγε ήσυχα, μήνα Μάρτη.

Γιώργος Παπαγιαννόπουλος (δεύτερος σύζυγος της Ευτυχίας) – Πυγμαλίων Δαδακαρίδης («Έτερος Εγώ», τηλεοπτική σειρά «Πενήντα-Πενήντα»)

Ο δεύτερος σύζυγος της Ευτυχίας, ο μεγάλος της έρωτας, ο άντρας που αγάπησε με πάθος, που ζήλευε στα κρυφά, που την ενέπνευσε να εκφραστεί μέσα από τους στίχους. Ένας αστυφύλακας, ένας μανιώδης βιβλιοφάγος, λάτρης της λογοτεχνίας και της ποίησης, ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άντρας. Οι γονείς του τον εγκατέλειψαν για να πάνε Αμερική, κάτι που διαμόρφωσε αμετάκλητα τον χαρακτήρα του. «Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας ήταν ένας αστυφύλακας που είχε τη χαρά και την ευλογία να διαβάζει. Ήταν ο δικός του τρόπος να βρίσκει τον εαυτό του, την ηρεμία του και να καλλιεργεί τη δική του γνώση και παιδεία. Οπότε είχε μια διαφορετική παιδεία από άλλους ανθρώπους. Αυτό ίσως τον έκανε να μαγευτεί από την ποιητική πλευρά της Ευτυχίας» λέει ο Πυγμαλίωνας Δαδακαρίδης που υποδύεται τον χαρακτήρα.

Ο Γιώργος Παπαγιαννόπουλος ήταν πέντε χρόνια μικρότερος από την Ευτυχία, την αγάπησε άνευ όρων και η οικογένεια της, η μητέρα της και τα παιδιά της, έγιναν δικά του. Έμεινε μαζί τους μέχρι το τέλος της ζωής του, τον Μάρτιο του 1956.

«Με κέντρισε στον χαρακτήρα και σε όλο το σενάριο η ιστορία αυτής της γυναίκας. Από πού ξεκίνησε και πού έφτασε, το χάρισμα που είχε της γραφής και της σκέψης και αυτό το σπάνιο είδος αγάπης που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, που τους ενώνουν όλα και από την άλλη έχουν σχεδόν μια παράλληλη πορεία με όλες τις συγκρούσεις που μπορεί να έχουν άνθρωποι σε μία σχέση χρόνων, αλλά με βαθιά αγάπη και πίστη ο ένας στον άλλον» λέει ο ηθοποιός.

Ο χαρακτήρας ανήκει σε μια περασμένη εποχή, έχει μία συμπεριφορά και μία παιδεία που ούτως ή άλλως δεν ήταν συνηθισμένη στους άντρες της εποχής εκείνης. «Μιλάμε για άλλη εποχή, σαν ηθοποιός έπρεπε να σκεφτώ τον τρόπο συμπεριφοράς, είτε λεκτικά είτε κινησιολογικά. Είχε παλιά ευγένεια και όχι τη βιασύνη που έχουμε σήμερα» εξηγεί ο Δαδακαρίδης, που διάβασε το βιβλίο για την Ευτυχία, έψαξε αρχειακό υλικό και συνάντησε τον εγγονό της Παπαγιαννοπούλου, Αλεξάκη Πολυζωγόπουλο, για να συλλέξει πληροφορίες για τον χαρακτήρα.

Λουκάςο τιμημένος με βραβείο Χορν Θάνος Τοκάκης («Νήσος», τηλεοπτικές σειρές «Στο Παρά Πέντε», «Ντόλτσε Βίτα»)

Ο επιστήθιος φίλος της Ευτυχίας, ο εξομολόγος της, μία σταθερή παρουσία στη ζωή της μέχρι το τέλος. Τον χαρακτήριζε το πηγαίο χιούμορ και ήταν άξιος συνομιλητής της εξίσου αιχμηρής Ευτυχίας. «Ο Λουκάς είναι ένας φίλος της Ευτυχίας, που τον μαζεύει όταν είναι σε πολύ μικρή ηλικία, γιατί είναι ομοφυλόφιλος, κατατρεγμένος την εποχή εκείνη. Τον μαζεύει στο σπίτι, γίνονται φίλοι, γίνονται οικογένεια και μένει μαζί της μέχρι το τέλος της ζωής της» εξηγεί ο Θάνος Τοκάκης. «Με κέρδισε η εποχή ολόκληρη, πλάσαμε έναν χαρακτήρα σε μία περίοδο που το να είσαι ομοφυλόφιλος ήταν όχι μόνο κατακριτέο, αλλά και θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στη φυλακή».

«Είναι δύσκολη παραγωγή και είναι μεγάλο στοίχημα να κάνεις τη διαδρομή μιας ολόκληρης χώρας. Ήταν σημαντικό ότι ήταν ο Άγγελος στη σκηνοθεσία, τον εμπιστεύομαι. Δουλέψαμε πολύ μαζί πάνω στον χαρακτήρα με πρόβες, κάναμε μια δουλειά που αρμόζει σε μία τέτοια παραγωγή» καταλήγει ο ηθοποιός.

Κώστας Νικολαϊδης (πρώτος σύζυγος της Ευτυχίας) – Παύλος Ορκόπουλος («Νήσος», τηλεοπτικές σειρές «Στο Παρά Πέντε», «Άγριες Μέλισσες»)

Ο Κωστής ήταν ο πολύ μεγαλύτερος σε ηλικία πρώτος σύζυγος της Ευτυχίας. Ώριμος άντρας, ίσως παραπάνω απ’ όσο άντεχε η πάντα νέα Ευτυχία. Φιλόδοξος επιχειρηματίας, που ταξίδευε συχνά στο εξωτερικό, αλλά δεν μπορούσε να προσφέρει στη σύζυγο του αυτό που ήθελε πραγματικά. H βαθιά αγάπη του για την εκείνη αποδείχθηκε από το γεγονός ότι τελικά την άφησε ελεύθερη, της έδωσε διαζύγιο και τη στήριζε με τον τρόπο του, ειδικά απέναντι στην πατρική του οικογένεια, που ποτέ δεν την αποδέχτηκε.

Μαίρη (κόρη της Ευτυχίας) – Ευαγγελία Συριοπούλου( «Αιγαίο SOS», τηλεοπτική σειρά «Έλα στην θέση μου»)

Η μεγάλη κόρη της Ευτυχίας, μία παθιασμένη γυναίκα, μία καλλονή με εξωτικά μάτια και κατάμαυρα μαλλιά. Έγινε ηθοποιός, δούλεψε σε περιοδείες, παντρεύτηκε τον διάσημο κωμικό Φραγκίσκο Μανέλη και έκαναν τη Ρέα. Επεισοδιακός γάμος, επεισοδιακή ζωή.

«Ήταν μία έντονη προσωπικότητα, υπήρχε μία ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα σε μητέρα και κόρη. Είχαν αδυναμία η μία από την άλλη, γιατί τα παιδικά της χρόνια τα έζησε με τον μπαμπά της. Της είχε λείψει πολύ η μητρική φιγούρα και η μητρική αγκαλιά, οπότε όταν πήγε γύρω στα 12 μαζί με τη μαμά της, βρήκε όλα αυτά που της έλειψαν» λέει η Ευαγγελία Συριοπούλου που ανέλαβε τον ρόλο.

Η Μαίρη έφυγε από τη ζωή ξαφνικά, μήνα Μάρτη. Ο θάνατος της, κάτι που ποτέ δεν ξεπέρασε η Ευτυχία, ενέπνευσε το «Δύο πόρτες έχει η ζωή».

Καίτη (κόρη της Ευτυχίας) – Λίλα Μπακλέση, («Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού», τηλεοπτική σειρά «Ταμάμ»)

Η μικρότερη κόρη της Ευτυχίας. Μία πολύ μορφωμένη γυναίκα με χαρακτήρα εντελώς διαφορετικό από τη μητέρα της. «Προσπαθούσε να κρατήσει τα μπόσικα και να βοηθήσει να μη μείνουν στο δρόμο. Προσπαθούσε να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη, τους μαγείρευε, φρόντιζε τα οικονομικά τους, ήταν ο βράχος της οικογένειας» εξηγεί η Λίλα Μπακλέση.

«Η γυναίκα αυτή είχε πάρα πολύ την αίσθηση του δικαίου. Στην ταινία είναι ο εισαγγελέας, έτσι τη φώναζε η Ευτυχία» λέει χαρακτηριστικά η ηθοποιός.

Όσο για την εμπειρία της στα γυρίσματα, η Μπακλέση λέει: «Για μένα σαν ηθοποιό το να μπορώ να υποδυθώ μια γυναίκα από 20 εώς 45 ετών είναι ένα πολύ μεγάλο δώρο. Δεν θα μπορούσε να γίνει σε μία μικρή παραγωγή».

Ρέα (εγγονή της Ευτυχίας) – Ευγενία Σαμαρά (τηλεοπτικές σειρές «Η Εκδρομή», «Ερωτας Μετά»)

Η πολυαγαπημένη εγγονή της Ευτυχίας. Μεγάλωσε ανορθόδοξα μέσα στο θέατρο και μαζί με τη γιαγιά και τον παππού της, όσο οι γονείς της έλειπαν σε περιοδείες. Είχε το μπρίο και το ταπεραμέντο της Ευτυχίας και της Μαίρης. Η Ρέα Μανέλη, που έζησε για πολλά χρόνια δίπλα στην Ευτυχία, έγραψε τη συναρπαστική βιογραφία της. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο της Ρέας Μανέλη, «Η γιαγιά μου η Ευτυχία» εκδόσεις Άγκυρα, με προσθήκη στοιχείων από μαρτυρίες, αλλά και στοιχείων μυθοπλασίας, τα οποία δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα.

Το βιβλίο της ήταν σημείο αναφοράς για όλους τους συντελεστές της ταινίας.

Μανέλης – Γιάννης Δρακόπουλος («Οίκτος», « Το σοι»)

Ο Φραγκίσκος Μανέλης ήταν γνωστός καρατερίστας της εποχής. Αν και όχι ιδιαίτερα εμφανίσιμος, είχε ιδιαίτερη επιτυχία στον γυναικείο πληθυσμό. Έγινε γαμπρός της Ευτυχίας και παντρεύτηκε την κόρη της Μαίρη. Η συνύπαρξη του με την οικογένεια δεν ήταν ομαλή και έδωσε τροφή για πολλά γέλια και κλάματα.

Αλεξίου – Ανδρέας Κωνσταντίνου («Το Τελευταίο Σημείωμα», «Μικρά Αγγλία», «Ακίνητο Ποτάμι», «Άγριες Μέλισσες)

Ο Νίκος Αλεξίου ήταν ηθοποιός με πλούσια θεατρική πορεία. Εραστής της Ευτυχίας, όταν πρωτοξεκίνησε στο θέατρο. Την έμαθε πολλά για την υποκριτική, αλλά ήταν καλύτερος δάσκαλος παρά ηθοποιός. Η σχέση τους ήταν θυελλώδης, αλλά όχι πραγματικά συντροφική.

Ο κόσμος της τέχνης

Η κινηματογραφική απόδοση της Ευτυχίας εμπνέεται από τις μαρτυρίες της Ρέας Μανέλη, της εγγονής της Ευτυχίας, και ξετυλίγει, μέσα από τη μυθοπλασία, όχι μόνο την ιδιωτική ζωή της, αλλά και τη συναρπαστική πορεία που χάραξε, όταν άρχισε να γράφει στίχους και να συνεργάζεται με σπουδαίους Έλληνες μουσικούς της εποχής της.

Ο κόσμος της μουσικής βιομηχανίας του τότε ήταν σκληρός πόσο μάλλον για μία γυναίκα, όπως η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, «που από το πουθενά βγήκε με αυτούς τους υπέροχους στίχους και προσπάθησε σε μία ανδροκρατούμενη κλίκα όχι μόνο να βρει χώρο, αλλά και να κατακτήσει αυτούς τους μουσικούς με τους στίχους της. Ήταν ένας χώρος αφιλόξενος» λέει ο Χάρης Μαυρουδής («Λουκουμάδες με Μέλι») που υποδύεται τον εμβληματικό Απόστολο Καλδάρα. Ο Καλδάρας, όπως περιγράφει το βιβλίο της Μανέλη, συνεργαζόταν σταθερά με την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και ήταν ο πρώτος που την υποχρέωσε να πληρώνεται με ποσοστά από τη δισκογραφική, εξασφαλίζοντας έτσι τα πνευματικά δικαιώματα των στίχων της.

Πώς ερμήνευσε ένα υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα τόσο γνωστό στην Ελλάδα ο ηθοποιός; «Στην προσπάθεια μου μίλησα με ανθρώπους που είχαν γνωρίσει τον Καλδάρα, εντόπισα το στοιχείο της ευγένειας και της διαφορετικής αισθητικής και ποιότητας. Μελέτησα τις συνεντεύξεις του, άκουσα τη μουσική του για να καταλάβω τι άνθρωπος είναι. Δεν τον φαντάστηκα, αλλά τον κατάλαβα» λέει ο Μαυρουδής.

Ο Κρατερός Κατσούλης («Το Έτερον Ήμισυ», «Το Κλάμα Βγήκε απ’ τον Παράδεισο») ενσαρκώνει τον Μανώλη Χιώτη, που επίσης μελοποίησε τους στίχους της Ευτυχίας σε πολλά τραγούδια που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία. Από τις προσωπικότητες που συναναστράφηκαν την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δεν θα μπορούσε να λείπει η Σωτηρία Μπέλλου, που ενσαρκώνει η Χρύσα Ρώπα («Οι Γαμπροί της Ευτυχίας», τηλεοπτική σειρά «Οικογένεια Βλάπτει»).

Ο μουσικός Φοίβος Δεληβοριάς εμφανίζεται στην ταινία στον ρόλο του κονφερασιέ σε μία φανταστική βραδιά προς τιμή της Ευτυχίας, στην οποία είναι παρόντες οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της εποχής της. «Σε ένα κάδρο βρίσκομαι μαζί, έστω στον χώρο, με τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Απόστολο Καλδάρα, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Μανώλη Χιώτη και τον Μάνο Χατζιδάκι. Αυτή η συνάντηση η οποία δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα ποτέ στην πραγματικότητα» λέει ο Δεληβοριάς.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, πριν καθιερωθεί ως στιχουργός, αυτοσυστήθηκε ως ηθοποιός και κατάφερε να παίξει σε μπουλούκια, αλλά και μεγάλους θιάσους. Η Κατερίνα Διδασκάλου («Άγριες Μέλισσες») αναλαμβάνει τον ρόλο της θρυλικής Μαρίκας Κοτοπούλη, η οποία ενσωμάτωσε στον θίασο της την Ευτυχία, όταν, σύμφωνα με τη βιογραφία της, την προσέγγισε με παροιμιώδες θράσος. «Ο Άγγελος Φραντζής μου ζήτησε να βρούμε την αύρα αυτής της γυναίκας, το πώς μιλούσε, το πώς φερόταν. Βρήκα συνεντεύξεις της και ήταν αποκαλυπτικό για μένα πόσο εύστροφη ήταν, πόσο γήινη, σχεδόν σκληρή» λέει η ηθοποιός για την έρευνα που έκανε σχετικά με την Κοτοπούλη.

Η αγάπη της Ευτυχίας για το θέατρο την έφερε κοντά στην αξεπέραστη Ρένα Βλαχοπούλου, που ενσαρκώνει η Ματθίλδη Μαγγίρα («Γαμήλιο Πάρτι», «Εφάπαξ»). Τις δύο γυναίκες έδεσε μία δυνατή φιλία με πολλές σπαρταριστές, αλλά και δραματικές στιγμές, όπως περιγράφονται στο βιβλίο της Ρέας Μανέλη, δίνοντας τροφή για μερικές από τις απολαυστικές σκηνές της ταινίας. «Από το σενάριο έμαθα ότι ήταν φίλη της Ευτυχίας, την εκτιμούσε πάρα πολύ σαν στιχουργό. Η Ευτυχία της έμαθε να παίζει χαρτιά, οπότε, όταν ήρθε η ώρα να παίξει την Χαρτοπαίχτρα, ήξερε. Μελέτησα πολύ τη Ρένα Βλαχοπούλου. Τυχαία ταυτίζομαι μαζί της στο μπρίο, στον χαρακτήρα, στην οπτική που βλέπω τον κόσμο. Ήταν απλός άνθρωπος» σχολιάζει η Ματθίλδη Μαγγίρα για τον ρόλο της.

Οι στίχοι της Ευτυχίας

Η Ευτυχία δεν θα μπορούσε παρά να είναι ντυμένη με πολλή μουσική. Για την ακρίβεια, η μουσική είναι κυρίαρχη στην ταινία. Ο Άγγελος Φραντζής ήταν ξεκάθαρος για την προσέγγιση που θα είχε σε σχέση με τα τραγούδια δια χειρός της Ευτυχίας σε μία αφήγηση που επικεντρώνεται στη ζωή της.

«Η μουσική είναι ένας πολύ βασικός παράγοντας μέσα στην ταινία και για να καταλάβεις το ίδιο το πρόσωπο πρέπει να βουτήξεις πολύ μέσα στη μουσική. Άκουσα ξανά όλα τα τραγούδια που είναι πολύ γνωστά και τα ξέρουμε όλοι, και πολλά που δεν είναι τόσο γνωστά. Ξαναδιάβασα τους στίχους πολύ αναλυτικά για να καταλάβω τι ακριβώς έλεγε και από πού εμπνεύστηκε για να τα γράψει. Όλη η ιδέα σε σχέση με τον χειρισμό των τραγουδιών ήταν να μη διακόπτουν την ταινία. Προσπαθήσαμε να έχουν δραματουργική σχέση με αυτό που διηγούμαστε από την κάθε περίοδο της ζωής της. Να εντάσσονται και όχι να είναι μια εξωτερική υπογράμμιση» εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη εκφράζει τον θαυμασμό της για το έργο της Ευτυχίας. «Από μικρό παιδί ακούω τα τραγούδια της, με έχουν συνοδέψει σε όλη μου τη ζωή. Έχουν συνδεθεί με στιγμές της ζωής μου. Έχουν εγγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο του λαού μας και πάντα μου έκανε εντύπωση η αμεσότητα των στίχων, η στέρεα γραφή, η δωρικότητα με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα της. Με λιτές και συγκεκριμένες λέξεις βγάζει έναν ολόκληρο κόσμο».

«Η ίδια η Ευτυχία ήταν σαν ένα πείραμα, χρησιμοποιούσε πολλές φορές την έννοια του πειράματος στη ζωή της και στους στίχους της και στην αντιμετώπιση που είχε κυρίως. Γι’ αυτό έχουμε όλα αυτά τα υπέροχα τραγούδια. Και τα ποιήματα της Ευτυχίας, γιατί είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές» σημειώνει η Κάτια Γκουλιώνη. «Σίγουρα τα τραγούδια της είναι ένας σταθμός γιατί σε εμπνέουν, καταλαβαίνεις πώς έπαιρνε τη ρωγμή, πώς έπαιρνε κάτι πάρα πολύ δύσκολο, την απώλεια, και ξεκινούσε με ορμή και μετά ερχόταν ο πόνος της».

Η Ευτυχία έγραφε τις νύχτες σε όποιο χαρτί έβρισκε μπροστά της, όμως κατάφερε να χαράξει εικόνες στο μυαλό μιας ολόκληρης χώρας. Ο Πυγμαλίωνας Δαδακαρίδης λέει σχετικά: «Με συγκινεί στους στίχους ο τρόπος που χρησιμοποιεί τις λέξεις, μέσα από αυτές εναρμονίζει διάφορες σκέψεις και φιλοσοφίες σε κάτι που για όλους είναι μια πολύ συγκεκριμένη έννοια, αλλά μία διαφορετική για τον καθένα ταυτόχρονα».

«Δύο πόρτες έχει η ζωή. Η Ευτυχία έδειξε πόσο πεπερασμένοι είμαστε, πόσο σύντομη βόλτα είναι αυτή. Μέσα στην απλότητα της, την ιδιοφυία της απλότητας της, έγραψε μεγαλειώδη τραγούδια, όπως το Είμαι αητός χωρίς φτερά, που είναι ένα αντρικό τραγούδι και το έχει γράψει μια γυναίκα. Παρόλο που πέρασαν πολλοί άντρες από τη ζωή της, ήταν ο άντρας του εαυτού της» λέει η Κατερίνα Διδασκάλου.

«Ήταν πολύ μεγάλη, όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη Ελληνίδα στιχουργός, αλλά και γιατί είχε χαρακτήρα, άγγιζε την ποίηση αυτό που έκανε. Ήταν μια μοιρολατρική ποίηση η ποίηση της. Δηλαδή ο κόσμος είναι γυάλινος για αυτήν, τα όνειρα είναι απατηλά, οι αετοί είναι χωρίς φτερά στον κόσμο της. Έχει πάντα να κάνει με τη μοίρα. Η μοίρα είναι αυτή που δεσπόζει στον άνθρωπο, οι αγάπες είναι πάντα περασμένες. Στον χώρο του τραγουδιού μαζί με τις υπέροχες ανατολίτικες μουσικές της δεκαετίας του’60 έγινε μια μείζων καλλιτέχνης» επισημαίνει ο Φοίβος Δεληβοριάς.

«Η Ευτυχία είναι ποιήτρια, έχει φιλοσοφία στους στίχους της, έχει βάθος. Λέει κουβέντες με πολλά νοήματα. Ήταν δουλεμένη, είχε το ταλέντο να εκφράσει αυτά που πέρασε, έζησε τη ζωή της. Έκανε τα θέλω της και όχι τα πρέπει. Ελεύθερος άνθρωπος» συμπληρώνει η Ματθίδλη Μαγγίρα.

Ο κόσμος της Ευτυχίας

Μια ταινία που ξετυλίγει τη ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου μέσα από μια πορεία 50 χρόνων, αποδείχτηκε μια απαιτητική παραγωγή που επιστράτευσε 71 ηθοποιούς, 900 κομπάρσους και 32 διαφορετικούς χώρους. Πρόκειται για μια πολύπλοκη ταινία ως προς το στήσιμο της παραγωγής της «κι αυτό γιατί οι εποχές αλλάζουν που σημαίνει ότι όλα αλλάζουν μαζί της, τα σκηνικά, τα κουστούμια, οι ηθοποιοί, το πώς μεγαλώνουν. Είναι μια ταινία με πολύ κόσμο, έχει γύρω στους 900 κομπάρσους. Σκεφτείτε πόσες εποχές αλλάζουν από το ‘20 μέχρι το ‘70, όλο αυτό δημιουργεί πλούτο ως παραγωγή. Αυτός ο πλούτος δεν είναι μόνο στην παραγωγή, αλλά και στον τρόπο που εναλλάσσονται τα συναισθήματα, από τη χαρά πάμε στη λύπη, από το χιούμορ πάμε σε κάτι πιο σκοτεινό. Αυτές όλες οι αντιθέσεις της ζωής» εξηγεί ο Άγγελος Φραντζής. «Είχα την τύχη να έχω σπουδαίους συνεργάτες σε όλα τα πεδία» συμπληρώνει ο σκηνοθέτης.

Ο διευθυντής φωτογραφίας Γιάννης Δρακουλαράκος κλήθηκε να αποδώσει πέντε διαφορετικές δεκαετίες φωτογραφικά. Με γνώμονα την ηρωίδα που ζει τις καταστάσεις στο επίκεντρο της ταινίας, ο Δρακουλαράκος λέει: «Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει η ταινία δεν είναι η ατμόσφαιρα της ή ο τρόπος που θα γυριστεί ή τα ντεκόρ ή το πώς θα φωτιστεί η ταινία. Είναι το να μπορέσει να βγει το συναίσθημα το οποίο έρχεται μέσα από τους στίχους της Ευτυχίας, που είχε τεράστια προσωπικότητα. Άρα, η συζήτηση δεν επικεντρώθηκε στα τεχνικά στοιχεία και την ατμόσφαιρα της ταινίας, όσο στην προσωπικότητα της Ευτυχίας, στο ίδιο το πρόσωπο. Μέσα από εκεί βγήκαν όλα. Ποια ήταν; Με ποιο τρόπο έγραφε; Η περίεργη διαδρομή μέσα στη ζωή της…».

Ο Μιχάλης Σαμιώτης και ο Γιάννης Παπαδόπουλος ανέλαβαν την καλλιτεχνική διεύθυνση της Ευτυχίας και φρόντισαν να εντάξουν αβίαστα τον θεατή στις δεκαετίες που αλλάζουν μέσα από τα επεισόδια της ταινίας. «Έχουμε επικεντρωθεί περισσότερο όχι στο να αποτυπώσουμε τις εποχές σαν ντοκιμαντέρ. Η ταινία δεν είναι ιστορική. Παίξαμε με κάποια στοιχεία και κάναμε μια αφαίρεση, ώστε να είμαστε πειστικοί. Το πιο εντυπωσιακό ήταν το σπίτι της Ευτυχίας, γιατί βρήκαμε έναν καταπληκτικό χώρο και τον αξιοποιήσαμε στο μέγιστο. Το ρεμπέτικο ήταν βασισμένο στο μποέμ, οπότε το αποτυπώσαμε αυτό» λέει το δίδυμο της ομάδας του καλλιτεχνικού σχεδιασμού της ταινίας, που πολλές φορές ανέτρεξε στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) για να κάνει έρευνα. Εκεί βρήκαν από ταυτότητες προσφύγων μέχρι λογαριασμούς ΔΕΗ του ’50 και τη σφραγίδα του λιμανιού του Πειραιά.

Βέβαια, οι μόλις τέσσερις μήνες προετοιμασίας για μια τέτοια ταινία ήταν μεγάλη πρόκληση, αλλά κατάφεραν να αποδώσουν το ζητούμενο ύφος σε κάθε περίπτωση. Ακόμα και όταν επιστράτευσαν ένα πλοίο του 1945, για τις ανάγκες των σκηνών που θέλουν την Ευτυχία, τη Μαριόγκα και τις μικρές Μαίρη και Καίτη να συνωστίζονται στο κατάστρωμα του πλοίου που τις έφερε κατατρεγμένες από τη Σμύρνη το 1922. «Έγιναν όλα πολύ γρήγορα, αλλά ήμασταν απίστευτα συγχρονισμένοι και είχαμε την τύχη να συνεργαζόμαστε με τον Άγγελο Φραντζή, με τον οποίο μοιραζόμαστε κοινή σκέψη» δηλώνουν οι υπεύθυνοι του καλλιτεχνικού σχεδιασμού.

Η μακιγιέζ Δήμητρα Γιατράκου κλήθηκε να αποδώσει την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου όχι μόνο σε διαφορετικές δεκαετίες, αλλά και σε δύο διαφορετικούς καμβάδες, στο πρόσωπο της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Κάτιας Γκουλιώνη. «Έπρεπε να βρούμε τα κοινά χαρακτηριστικά τους, να βοηθήσουμε και τις ίδιες με κάποιο τρόπο να παίξουν τον ρόλο τον ρόλο. Κάναμε πολλές συζητήσεις, έρευνα, δοκιμαστικά, αλλά η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν ότι τα γυρίσματα έγιναν τον Αύγουστο που είναι απαιτητική συνθήκη για τέτοιο μακιγιάζ γήρανσης. Δανειστήκαμε στοιχεία από το υπαρκτό πρόσωπο της Ευτυχίας και τα ενσωματώσαμε στους δύο ρόλους. Στοιχεία που αφορούν τον χαρακτήρα, στοιχεία εμφάνισης. Σχηματίσαμε, για παράδειγμα, κάποιες ρυτίδες στο άνω χείλος, επειδή ήταν δεινή καπνίστρια».

Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί έπρεπε να μεγαλώσουν κατά τη διάρκεια της ταινίας με διάφορους τρόπους και υλικά. «Η προσέγγιση που κάναμε με τον Άγγελο ήταν αφηγηματική και όχι ενός ντοκιμαντέρ. Δεν πήγαμε να κάνουμε ακριβώς το πρόσωπο της Ευτυχίας και των υπολοίπων. Αν και έγινε εκμαγείο των προσώπων, δεν κάναμε προσθετικά μέρη, για να έχουν μια φυσικότητα, ελευθερία κίνησης και έκφρασης» εξηγεί η Δήμητρα Γιατράκου.

Πρόκειται για μία μεγάλη παραγωγή, που χρειάστηκε πολλούς κομπάρσους. «Κάποιες μέρες είχαμε 100-120 κομπάρσους και μπορεί και 10 ηθοποιούς. Πολύ μεγάλη παραγωγή, εκπληκτικό σενάριο» σχολιάζει ο υπεύθυνος κομμώσεων Κωνσταντίνος Σαββάκης για τον όγκο της δουλειάς του. «Την Ευτυχία ερμηνεύουν δύο εκπληκτικές γυναίκες, κάναμε πολλές πρόβες για τις κομμώσεις, γύρω στις 10 15 πρόβες».

Η ενδυματολόγος Ιουλία Σταυρίδου θεωρεί ότι η πρόκληση της ταινίας είναι η ίδια η ιστορία της Ευτυχίας. «Η Ευτυχία δεν ακολουθεί την εποχή της σε τίποτα. Παίρνει κάποια πράγματα από τη μόδα. Όταν έρχεται από τη Σμύρνη επιλέξαμε να την εμφανίσουμε με ένα ρούχο της εποχής, αλλά μετά κάνει δικά της πράγματα. Τραβάει τον δικό της δρόμο και διαλέγει τα δικά της ρούχα, που είναι τελείως έξω από την εποχή της».

Ο διευθυντής φωτογραφίας Γιάννης Δρακουλαράκος καταλήγει για το αποτύπωμα της ταινίας: «Αυτό που θα εισπράξει ο θεατής είναι το συναίσθημα, ο τρόπος που έγραφε και η διαδρομή της ζωής της, που είναι κάτι ξεχωριστό. Δεν είναι εύκολο να δούμε σήμερα τέτοιες διαδρομές. Είναι μία δύσκολη αφήγηση αυτή που έχει αναλάβει ο Άγγελος. Όποιος μπει στην αίθουσα θα βγει με δάκρυα».

ΚΡΙΤΙΚΗ Γιάννη Καραμπίτσου [3/5]

Η Ταινία Ευτυχία λοιπόν… Είναι σίγουρα μια ταινία που αξίζει να δει κάποιος έλληνας και ενδεχόμενα κάποιος ξένος θεατής. Είναι Άγγελος Φραντζής τουλάχιστον όπως εκδηλώνεται καλλιτεχνικά στο «Ακίνητο Ποτάμι» και σε προγενέστερες ταινίες του;;; Είναι χωρίς και να είναι. Είναι τόσο τέλος πάντων ώστε να μην επιμείνουμε άλλο ετούτη τη στιγμή. Μου άρεσε η ταινία με την έννοια ότι γνώρισα καλύτερα την προσωπικότητα της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου που πάντα άκουγα για αυτήν αλλά δεν είχα ασχοληθεί όσο θα ήθελα.

Ο Κινηματογράφος είναι ο πιο «εύκολος» και αποτελεσματικός τρόπος για να γνωρίσεις έναν άνθρωπο. Ο Αφηγηματικός κυρίως για τον οποίο μιλάμε εδώ. Έχει όμως τους κινδύνους του που όλοι σχεδόν εκδηλώνονται εδώ. Γιατί τις περισσότερες φορές μια καλή αφηγηματική ταινία σου κινά το ενδιαφέρον να ασχοληθείς βαθύτερα με μια προσωπικότητα ή με μια κατάσταση αλλά ο καπιταλιστικός τρόπος ζωής μας της ταχύτητας και της υπερπληροφόρησης και η αδυναμία μας να πατήσουμε φρένο ή και ΣΤΟΠ σε όλο αυτό δεν μας το επιτρέπει εντέλει. Έτσι μας μένει η εντύπωση που μας δημιούργησε η ταινία για την προσωπικότητα ή την κατάσταση που περιγράφει. Ξαναγυρίζουμε στην ταινία για να τονίσω τη προτίμηση και συμπάθειά μου μετά ακι τον πρωταγωνιστικό ρόλο της στην «Πολυξένη»στην Κάτια Γκουλιώνη που σίγουρα έπαιξε ρόλο για να μπω πιο πολύ στην προσωπικότητα της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Μου αρέσουν τα ιδιαίτερα πρόσωπα, οι ιδιαίτεροι ηθοποιοί, οι ιδιαίτερες και δυναμικές προσωπικότητες, οι διαφορετικές. Για να μην φανώ ασεβής δεν μπορώ να μην πω ότι μου άρεσε εντέλει η ερμηνεία και της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη που ήταν για μια άλλη φορά πολύ καλή. Εδώ όμως έρχεται άλλη μια ένσταση για τη δομή της ταινίας. Για την οποία δεν έχω καταλήξει ακόμα 100%. Μου έκανε επίσης εντύπωση, διάβασα τις περισσότερες από τις κριτικές που γράφτηκαν, ότι κανένας συνάδελφος κριτικός κινηματογράφου δεν αναφέρεται σε αυτό σαν να είναι αυτονόητο. Η επιλογή δύο γυναικών ηθοποιών για να παίξουν τον ρόλο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους της ζωής της, ενώ όλοι οι άλλοι ηθοποιοί συνεχίζουν κανονικά, δεν μου φάνηκε ούτε αυτονόητη ούτε απόλυτα δραματουργικά, αισθητικά, καλλιτεχνικά δικαιωμένη. Ξαναλέω δεν το έχω λήξει μέσα μου το θέμα, αλλά η αλήθεια είναι ότι αρχικά με ξένισε και μέχρι τώρα έχω καταλήξει ότι οφείλεται περισσότερο σε εμπορικές επιταγές. Πάμε σε ένα άλλο θέμα επίσης σημαντικό, ούτε για αυτό έχω καταλήξει εντελώς, αν και είναι πιο σαφής η εικόνα που έχω για αυτό. Το θέμα ότι η ταινία Ευτυχία δεν καταπιάνεται ιδιαιτέρως με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα μέσα σε 5 δεκαετίες και δεν την συνδέει ενδεχόμενα όσο όφειλε με την προσωπικότητα και διαδρομή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Σε ένα βαθμό σημαντικό μοιάζει ο λόγος να είναι καλλιτεχνικός αλλά να συνδέεται και με το σενάριο που βασίζεται σε θεατρικό έργο. Αλλά μοιάζει να υπηρετεί και πάλι εμπορικές επιταγές επίσης και να προσπαθεί να συνεισφέρει στο περιβόητο δίπολο εμπορικότητα – καλλιτεχνικότητα στο οποίο, δεν μπορώ να πω σε γενικές γραμμές, η ταινία απαντά ικανοποιητικά. Θέλω να πω με λίγα λόγια ότι ο μάλλον κλασικός αφηγηματικός κινηματογράφος στον οποίο στεγάζεται εντέλει η ταινία δεν βοηθάει το βαθύτερο ψάξιμο των προσωπικοτήτων και καταστάσεων, πραγματικών ή όχι, όσο θα έπρεπε και κυρίως με μεθόδους αποστασιοποίησης και αποδόμησης που χρησιμοποιεί ο μοντέρνος αφηγηματικός κινηματογράφος και ο κινηματογράφος τύπου νουβέλ βαγκ κλπ. Έτσι ωραιοποιούνται ενδεχόμενα καταστάσεις, χαρακτήρες και προσωπικότητες κάτι που εδώ σε ένα βαθμό μεγάλο η σεναριακή και σκηνοθετική ματιά αποφεύγει για το ρόλο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, όχι όμως για το ρόλο του Λουκά κυρίως αλλά και για αυτόν του δεύτερου συζύγου της και της μητέρας της που παρουσιάζονται επίσης ελαφρώς ως καρικατούρες όσο και αν μας κερδίζει η πολύ καλή φυσική και ερμηνευτική παρουσία των τριών πολύ συμπαθών ηθοποιών. Κοντολογίς φοβάμαι λίγο τις βιογραφίες ακόμα και αν πρόκειται για την περίπτωση Νερούδα στην πάρα πολύ καλή ταινία του Χιλιανού σκηνοθέτη Λαραίν που δημιουργεί υποδειγματικές βιογραφίες. Τελειώνοντας πάμε σε ένα άλλο περιβόητο θέμα. Αν θα κόψει εισιτήρια κλπ η ταινία. στην εποχή που ζούμε αυτό μπορεί να έχει μεγαλύτερη ακόμα σημασία από εκείνην του 1980 που ανδρώθηκα. Όμως νομίζω στις κριτικές τους ασχολήθηκαν περισσότερο από όσο ενδιαφέρει μια κριτική ταινίας με αυτό το σημείο κατά τη γνώμη μου οι συνάδελφοι. Και επίσης νομίζω ότι επηρέασε και τις βαθμολογίες τους με αποτέλεσμα να βάζουν 4 και 4,5 αστεράκια. Είναι γνωστή η ευαισθησία μου σε αυτό το θέμα γιατί έτσι τίθεται σε αμφισβήτηση το μέτρο και αρχίζουμε να συγκρίνουμε με τις ταινίες Νερούδα, Θίασος, τυχαία αναφέρω, Καθρέφτης και Στάλκερ κλπ. Και σε αυτή την περίπτωση νομίζω ούτε η ταινία βγαίνει ωφελημένη ούτε η Ιστορία Κινηματογράφου.

** Ευτυχία [2/5] Κριτική Νίνος Φενέκ Μικελίδης

Στα παλιά, εμπορικά μελοδράματα της Φίνος Φιλμ» και της «Ανζερβός», με μια εκμοντερνισμένη, χάρη στις νέες τεχνολογίες, επίφαση, στρέφεται ο Άγγελος Φραντζής («Ακίνητο ποτάμι», «Σύμπτωμα») για να αφηγηθεί την ιστορία της ατίθασσης, αποφασισμένης να ζήσει τη ζωή της. Γεννημένης στο Αϊδίνι, διάσημης στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, που τους στίχους της ζωντάνεψαν με τη μουσική τους πρόσωπα όπως ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Χιώτης και ο Χατζιδάκις.

Το αποσπασματικό (για να καλύψει όλη την περίοδο στη δίωρη διάρκειά του), δοσμένο μέσα από συνεχή φλας-μπακ, σενάριο της Κατερίνας Μπέη εκμεταλλεύεται όλα τα γνωστά κλισέ των βιογραφικών ταινιών, τόσο στις (υπερβολικά) μελοδραματικές σκηνές, όσο και στις σκηνές εντυπωσιασμού (ενδιάμεσες συναντήσεις της ηρωίδας με τους διάφορους καθώς και άλλα πρόσωπα (τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Φραγκίσκο Μανέλλη, που παντρεύτηκε την αδερφή της), με την Ευτυχία να περνά την ώρα της καπνίζοντας και παίζοντας χαρτιά (η μεγάλη μανία της), ενώ παράλληλα σημειώνει τα τραγούδια της είτε σε χαρτιά από κουτιά τσιγάρων είτε σε χαρτοπετσέτες.

Εκείνο όμως που λείπει περισσότερο από το σενάριο είναι η σκιαγράφηση των χαρακτήρων (μαζί κι εκείνος του ομοφυλόφιλου Λουκά, που στηρίζεται σε στερεότυπα) καθώς και η δημιουργία της ατμόσφαιρας της Ελλάδας της εποχής στην οποία ζούσε η Ευτυχία. Με την Καρυοφιλλιά Καραμπέτη υπερβολική στο ρόλο μιας σε μεγάλη ηλικία Ευτυχίας (με απόγειο τη σκηνή του θανάτου της μητέρας της) και την Κάτια Γκουλιώνη, κάπως επίπεδη, στο ρόλο της νεότερης Ευτυχίας.

Ο Φραντζής εξυπηρετεί ικανοποιητικά το σενάριο, χωρίς όμως εκείνη τη φρεσκάδα και την έξαρση που θα το ανέβαζε σ’ ένα άλλο, καλύτερο επίπεδο. Εκτός από τις σκηνές της μικρασιατικής καταστροφής (που είναι και οι καλύτερες της ταινίας), δεν βλέπουμε, έστω και σε φόντο, τίποτα από την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, της γερμανικής κατοχής, της Αντίστασης, του εμφύλιου πολέμου, του παρακράτους της δεξιάς ή της περιόδου της φτώχιας και της μετανάστευσης. Όλα όσα παρακολουθούμε μοιάζουν σαν να εκτυλίσσονται σε κάποια παραμυθένια χώρα ή σε άλλο πλανήτη, παρόλο που η Ευτυχία έζησε σε μια συγκεκριμένη Ελλάδα κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών, στην Ελλάδα της περιόδου ανάμεσα στη δεκαετία του ’20 και εκείνη στις αρχές του ΄70.

http://www.enetpress.gr

Κριτική Πάρι Μνηματίδη [1,5/5]

Όχι ότι αυτή η ανάγκη δεν υπήρχε και παλιότερα στο ελληνικό σινεμά, και πιο συγκεκριμένα μετά τη δύση της Φίνος Φιλμς, αλλά ειδικά από την «Πολίτικη Κουζίνα» και μετά, ακόμη κι εντός οικονομικής κρίσης, η εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή σαν να βρίσκεται σε μια αέναη αναζήτηση από χρονιά σε χρονιά της μεγάλης λαϊκής ταινίας που θα βάλει το ευρύ κοινό εντός της αίθουσας. Τέτοια απόπειρα αποτελεί και η νέα ταινία του Άγγελου Φραντζή, στο πρώτο ουσιαστικά άνοιγμά του στο mainstream κύκλωμα. Όσο όμως φιλότιμες και να είναι οι προθέσεις του φιλμ για να αποτελέσει ένα αγνό, παλαιάς κοπής μελόδραμα με μοντέρνες ευαισθησίες, προσβάσιμο και οικείο όπως και οι μουσικές που συνοδεύουν τους στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, άλλο τόσο η εκτέλεση μοιάζει «λίγη».

Ο προϋπολογισμός εμφανώς είναι σχετικά περιορισμένης εμβέλειας, ωστόσο μια κατάλληλη αξιοποίηση των οπτικών μέσων μπορεί να καλύψει επαρκώς τις ατέλειες της παραγωγής που προκύπτουν εξαιτίας αυτού του παράγοντα. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει, και θα ήταν ωφέλιμο να γίνει μια σύγκριση με το «Ακίνητο Ποτάμι» ως προς τη σύνθεση εικόνων με ταυτότητα και σχετικό πλούτο. Με εξαίρεση την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής, της οποίας η επί της οθόνης αναπαράσταση χαρίζει στην «Ευτυχία» τις πιο δυνατές δραματουργικά στιγμές της, οι εναλλαγές της Ιστορίας περνούν και δεν αγγίζουν σχεδόν καθόλου τους ήρωες, σπαταλώντας την ευκαιρία για μια τοιχογραφία τρομερά κρίσιμων δεκαετιών για την Ελλάδα παράλληλα με την εξιστόρηση της ζωής της θρυλικής στιχουργού. Το ότι η εστίαση βρίσκεται στο προσωπικό επίπεδο παραβλέποντας εν μέρει το χρονολογικό υπόβαθρο, κατά βάση είναι μια κατανοητή επιλογή που ενίοτε αποδίδει, λείπει όμως μια γραφή αρκούντως δυνατή για να παραγάγει έντονο συναίσθημα μέσα από αυτήν τη στρατηγική.

Το σενάριο της Κατερίνας Μπέη προχωρά μηχανικά από το ένα σημαδιακό γεγονός για την Παπαγιαννοπούλου στο άλλο, δίχως να αξιοποιεί τον κινηματογραφικό χρόνο για να πλάσει έναν χαρακτήρα με επαρκές βάθος, που να αποκτά εκτόπισμα ανεξάρτητο από το βάρος της πραγματικής προσωπικότητας που απεικονίζει. Ακόμη πιο προβληματικοί είναι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, με αποκορύφωμα τον Λουκά του Θάνου Τοκάκη, που δυστυχώς φέρνει στον νου ακόμη κι εποχές Σταύρου Παράβα και Φίφη. Για να λέγονται όλα, πάντως, ένα στοιχειώδες επίπεδο σίγουρα διατηρείται. Σπάνια ξεφεύγουν «βατράχια» από τα στόματα των ερμηνευτών, και η σκηνοθεσία είναι σε γενικές γραμμές μετρημένη, προσηλωμένη ορθώς σε μια κατασκευαστική και όχι σε μια καλλιτεχνίζουσα νοοτροπία ελέω στόχευσης και θεματικής. Κάποια ευρήματα έχουν χαρακτήρα (η τελική σκηνή, αν και όχι πρωτότυπη, βγάζει έναν συναισθηματισμό που δεν συναντάται σε άλλα σημεία), κάποια άλλα είναι κάπως τεμπέλικα (η σύναξη κατά τη διάρκεια της οποίας συνεργάτες της στιχουργού την εγκωμιάζουν και που αποτελεί την αφορμή για την αναδρομική αφήγηση της ταινίας).

Το ερμηνευτικό δίπτυχο των Κάτια Γκουλιώνη και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη δεν αποδεικνύεται αρκετά δυνατό για να υπερβεί τα στεγανά ενός κειμένου με προβλήματα. Η μεν πρώτη εκπέμπει έναν αέρα περισσότερο σημερινό, μοιάζει σαν να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στα πλαίσια μιας ταινίας εποχής, γεγονός περίεργο μιας και το είχε καταφέρει στην «Πολυξένη». Η δε δεύτερη επιτυγχάνει σε μεγαλύτερο βαθμό να προσεγγίσει τον λαϊκό αέρα του προσώπου που υποδύεται, αλλά δυστυχώς αστοχεί σε κάποιες πιο απαιτητικές σκηνές. Από τους μπόλικους δευτεραγωνιστές ξεχωρίζει κάπως το μετριοπαθές και σύντομο μεν, μεστό και περιεκτικό δε πέρασμα της Χρύσας Ρώπα. Το ότι δεν υπάρχει κάποια ερμηνευτική παρουσία που να ακτινοβολεί πραγματικά είναι κυρίως ευθύνη του σεναρίου, που δεν παρέχει τις σωστές βάσεις για να αναδειχθούν αληθινά πολυδιάστατοι ήρωες.

Όσο κι αν κάποιος μπορεί να δηλώσει εύλογα την ανακούφισή του για το ότι δεν προκύπτει εδώ μια περίπτωση βιογραφίας τύπου «Καζαντζάκη», άλλο τόσο μπορεί να πικραθεί με το ότι δεν αξιοποιείται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για σινεμά κοινού που να αφήνει στίγμα και να προσφέρει πηγαία, βαθιά συγκίνηση και ανάταση.

http://www.filmy.gr

Ευτυχία

του Άγγελου Φραντζή

ΚΡΙΤΙΚΗ 7 Δεκεμβρίου 2019  || του Μανώλη Κρανάκη [3/5]

Πάνω από το μέσο όρο μιας ταινίας με λαϊκό έρεισμα, η ταινία του Αγγελου Φραντζή μπορεί να αισθάνεται δέος απέναντι στο μύθο της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, αλλά σκιαγραφεί με καθαρό συναίσθημα και ταλέντο μια μοναδική γυναίκα που έχει την ευτυχία να ερμηνεύεται από δύο υπέροχες ηθοποιούς.

Χωρισμένη στη μέση για τις δύο ηλικίες της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, η «Ευτυχία» είναι πριν από οτιδήποτε το πορτρέτο μιας γυναίκας που έζησε με τους δικούς της όρους, μπαινοβγαίνοντας – γυναίκα πράγμα – όχι μόνο στα κουτούκια όπου γεννήθηκε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι και στις χαρτοπαικτικές λέσχες όπου έπαιξε όλα της τα υπάρχοντα, αλλά και στις νόρμες μιας κοινωνίας που κάθε φορά που δεν χωρούσαν την bigger than life προσπωικότητά της αυτή έβρισκε τον δικό της τρόπο να τις ακυρώνει και να της ορίζει από την αρχή.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που ο Αγγελος Φραντζής τη σκηνοθετεί σε μια συνεχή διαδρομή: από τη Σμύρνη που καίγεται μέχρι τα ελληνικά παράλια, από τον Εθνικό Κήπο στα μπουλούκια της ελληνικής επαρχίας, από την κουζίνα του σπιτιού της στην Εθνική Βιβλιοθήκη, από μια βόλτα στην χειραφέτηση μέχρι ένα μεγάλο ταξίδι στην απώλεια, από την ανεξαρτησία στη μοναξιά και πάλι πίσω – στο μεγάλο δρόμο όπου το «περπάτημα» μιας γυναίκας γίνεται το μονοπάτι για όσες ακόμη θα τολμήσουν να πατήσουν στα βήματά της, αλλάζοντας λίγο τον κόσμο προς το καλύτερο.

Στις διαδρομές της, η Ευτυχία θα συναντήσει τους άντρες που τη σημάδεψαν, αυτούς που αγάπησε, αυτούς που «δικαίωσε» ερήμην προκαταλήψεων της εποχής, τις γυναίκες που έγιναν οι σύντροφοί της και μαζί μάνα, κόρες, φίλες, χορηγοί για το τζόγο της, αιώνιοι σύντροφοι της μοναξιάς της. Θα συναντήσει και τον Τσιτσάνη, τον Καλδάρα, τον Χιώτη και όλους όσους μεγάλους και τρανούς έσωσε κάθε φορά που έβγαζε ένα στιχάκι από τα τσαλακωμένα της χαρτάκια, βάζοντας λες από πείσμα σε δεύτερη μοίρα το ταλέντο της και σε πρώτη την μπάνκα για να μπορεί να παίζει. Θα συναντήσει και την αγάπη, την ολοκλήρωση, την επιτυχία. Θα συναντήσει και τον ξεριζωμό, την απώλεια, την αγωνία της διεκδίκησης, το τίμημα του να είσαι αδιαπραγμάτευτα ο εαυτός σου.

Πρώτη «περπατάει» στην μεγάλη οθόνη η Κάτια Γκουλιώνη με το δύσκολο έργο του να συστήσει την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, αλλά κυρίως να κάνει τον θεατή κοινωνό του ιδιαίτερου χιούμορ της, της τολμηρής (για την εποχή και όχι μόνο) γλώσσας της, του αναστήματος που όρθωνε απέναντι στους άντρες και τις συμβάσεις τις εποχής. Η επιτυχία της είναι ολοκληρωτική, αφού με την πολύτιμη κινηματογραφική εμπειρία της («Μέσα στο Δάσος», «Σύμπτωμα», «Πολυξένη», «Ακίνητο Ποτάμι.) κάνει την Παπαγιαννοπούλου το μοντέρνο κορίτσι που ήταν και μαζί μια αιφνιδιαστικά αφοπλιστική γυναίκα που διασχίζει την απόσταση ανάμεσα στην κοπέλα που ονειρεύεται και αυτή που περνάει αυτόματα στη δράση με πειθώ, σωματική ενέργεια και ίσως την καλύτερη σκηνή της ταινίας λίγο πριν την «έξοδό» της.

Εκεί μπαίνει σαρωτική η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη – που δεν σταματήσαμε ποτέ να την αναζητούμε στον κινηματογράφο ήδη από τις πρώτες φορές που την είδαμε – για να δώσει πρόσωπο, κίνηση και τόνους τσιγάρων στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που γνωρίζουμε. Σε απόλυτη ευθυγράμμιση με την Κάτια Γκουλιώνη, συνεχίζει τις διαδρομές της ηρωίδας μεγενθύνοντας ταυτόχρονα τόσο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, τις νίκες όσο και τις ήττες της. Βλέμματα, κινήσεις και μια πειθαρχημένη αίσθηση μιας γυναίκας που χρειάστηκε να υπερβεί τα ανθρώπινα μέτρα με οδηγό τις επιθυμίες της και να τζογάρει όχι μόνο την περιουσία της αλλά και την ίδια την υστεροφημία της – με μια σκηνή που σε αντιστοιχία με αυτή της Γκουλιώνη στο πρώτο μέρος σε τρυπάει κατευθείαν στην καρδιά.

Ανάμεσα στις δύο αυτές γυναίκες βρίσκεται ο Αγγελος Φραντζής που πατώντας πάνω στο μελετημένο σενάριο της Κατερίνας Μπέη (στηριγμένο σε αναμνήσεις και στο βιβλίο της εγγονής, Ρέας Μανέλη), ανεβάζει τον πήχη στην εικονογράφηση, κρατώντας το σκηνικό στα ανθρώπινα μέτρα και σκηνοθετώντας με κομψότητα και με οδηγό το συναισθηματικό ρακόρ της ηρωίδας του. Την ακολουθεί στις διαδρομές της και φωτίζει τη μία δίπλα στην άλλη (μερικές φορές πιο πολύ απ’ όσο αξίζει στην κινηματογραφικότητα του όλου εγχειρήματος) πτυχές της ιστορίας της, δίνει χώρο στους δεύτερους ρόλους (εξαιρετική η Ντίνα Μιχαηλίδου στο ρόλο της μητέρας, ένας ηθοποιός βαθιά συγκινητικός ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης στο ρόλο του Γιώργου Παπαγιαννόπουλου, φιλότιμος αν και όχι στο ύψος των περιστάσεων στο δύσκολο και με αρκετές γραφικοτητες ρόλο του ο Θάνος Τοκάκης) και με μια ενιαία οπτική καταφέρνει συχνά να πλησιάζει τον απώτερο στόχο πως αυτό που βλέπουμε είναι ή θα έπρεπε να είναι κανονικά η μεγάλη ιστορία της Ελλάδας και του λαϊκού τραγουδιού μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας και στο διάστημα πέντε δεκαετιών.

Προσανατολισμένο από τη γραφή του ήδη στη γυναίκα (και όχι στο μύθο) Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, η «Ευτυχία» δεν είναι αυτό, αφού η ελληνική Ιστορία περνάει μόνο αμυδρά κι ανώδυνα πάνω από τη δράση και τα τραγούδια της Παπαγιαννοπούλου «ακούγονται» μόνο σε ένα αμήχανο σεναριακό και σκηνοθετικό εύρημα που δένει το παρόν με το παρελθόν – μια εκδήλωση προς τιμήν της όπου ακούγονται διασκευές των μεγάλων της επιτυχιών και απ’ όπου παρελαύνουν και οι «διάσημοι» με τους οποίους συνδέθηκε.

Θα έλεγε κάποιος (μπορεί και δίκαια) πως δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς περισσότερα για μια γυναίκα που γράφει το στίχο «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά, χωρίς αγάπη και χαρά», συγκινώντας τον Μάνο Χατζιδάκι ή την σουρεαλιστική ιστορία της κυρίας Καβουρίνας, χαρίζοντας στον Τσιτσάνη ένα από τα αδιαπραγμάτευτα χιτς του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Ομως, από την ταινία της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου μαθαίνουμε λίγα για το ποια ήταν η έμπνευσή της για το κάθε τραγούδι, λιγότερα για το τι τελικά πίστευε η ίδια για τον εαυτό της, ακόμη πιο λίγα για το «τραύμα» που της άφησε ένα διαρκές αγχομαχητό για τον κόσμο όλο.

Πιο οικεία στις στιγμές της αδυναμίας της – υπέροχες οι μικρές αλλά τόσο πλούσιες σε αίσθημα «σκοτεινές» συναντήσεις της με την Ρένα Βλαχοπουλου και την Σωτηρία Μπέλλου, πιο δυνατή σαν φιγούρα και ορμή παρά ως ένα διαχρονικό φεμινιστικό σύμβολο, τελικά πιο γήινη και από την ίδια την επιμονή της για ανεξαρτησία, ελευθερία και επιβίωση, η γυναίκα Ευτυχία στέκεται με όλες τις της αδυναμίες της ως ένα ανοιχτό βιβλίο μπροστά στο θεατή. Ακριβώς όπως και αυτή η ταινία, που στέκεται πάνω από το μέσο όρο των ταινιών που θέλουν να πείσουν για το λαϊκό τους έρεισμα, σίγουρη πως κάθε μικρή ή μεγαλύτερη ατέλεια μπορεί να παραμεριστεί όταν πορεύεσαι με την πυξίδα στη σωστή κατεύθυνση: αυτή του συναισθήματος και της λιτότητας, αυτή της αυτογνωσίας και της ειλικρίνειας.

https://flix.gr/

Ευτυχία || Κριτική του Πάνου Γκένα [3/5]

Η συναρπαστική ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου γίνεται ένα γνήσιο, λαϊκό κινηματογραφικό τραγούδι που κρύβει πολύ μεράκι. Ένα συγκινητικό πορτρέτο μιας ασυμβίβαστης γυναίκας και μαζί ένα καλοδεχούμενο, φροντισμένο και απαραίτητο δείγμα εμπορικού ελληνικού σινεμά.

«Περασμένες μου αγάπες», «Είμαι αητός χωρίς φτερά», «Όνειρο απατηλό», «Πετραδάκι, πετραδάκι», «Ηλιοβασιλέματα», «Η φαντασία»… Οι λέξεις της έγιναν τραγούδια που έγραψαν τη δική τους ιστορία και η ζωή της ήταν στίχοι με χιουμοριστικές ρίμες και τραγικές στροφές. Η κινηματογραφική ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, της πρώτης ελληνίδας στιχουργού, μεταφέρεται στην οθόνη σε μία από τις πιο αναμενόμενες ελληνικές παραγωγές των τελευταίων χρόνων και ο σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής με την ομάδα του μελοποιούν θαυμάσια ένα φιλμικό τραγούδι για τη μνήμη, τη δημιουργία και το ζηλευτό πνεύμα μιας τολμηρής γυναίκας.

«Δεν θέλω να θυμάμαι». Αυτή είναι η πρώτη ατάκα της ταινίας, με την Ευτυχία παρούσα σε μία τιμητική εκδήλωση ανάμεσα σε οικείους και συνεργάτες. Η ενδιαφέρουσα αντίφαση θα ξεκινήσει το ταξίδι της με αφετηρία εικόνες από τη μικρασιατική καταστροφή και στη συνέχεια θα δώσει στάσεις σε μία ποικιλία επεισοδίων που περιλαμβάνουν σημαντικές γνωριμίες, αποφάσεις ζωής, κωμικές ανάσες και τραγικούς αποχωρισμούς.

Καλοδεχούμενο και απαραίτητο δείγμα εμπορικού ελληνικού σινεμά. Μακάρι το κοινό να ακούσει το τραγούδι της στις αίθουσες.

Ο Άγγελος Φραντζής χρησιμοποιεί την τιμητική εκδήλωση ως βασικό αφηγηματικό κορμό της «Ευτυχίας», αλλά και ως εύρημα που βοηθά το κοινό να παρακολουθήσει με ευκολία την ιστορία της. Και όχι μόνο. Σ’ αυτό το εν ζωή «μνημόσυνο», όπως σχολιάζει και η ίδια δηκτικά, θα παρελάσουν οι φιγούρες που καθόρισαν τη ζωή της, θα ακουστούν οι μουσικές μνήμες της και το παρελθόν θα ζωντανέψει για ένα τελευταίο αντίο. Μέσα από το αλκοόλ και τον καπνό των τσιγάρων, η μουσική σκηνή που τους φιλοξενεί θα μεταμορφωθεί σε ένα καθαρτήριο που θα ανακαλέσει τη δόξα της έμπνευσης και τον πόνο της απώλειας. Ο Φραντζής υπηρετεί με ευθύτητα, «ντόμπρα» που θα έλεγε και η Παπαγιαννοπούλου, την εμπορική ταυτότητα της ταινίας και παρότι δημιουργός που έχει καταθέσει γραφή ιδιοσυγκρασιακή και αλληγορική, εδώ διατηρεί το δημιουργικό, σκηνοθετικό βλέμμα του και καταθέτει με φροντίδα ένα γνήσιο, λαϊκό σινεμά χωρίς ενοχές. Όπως τα τραγούδια της..

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και η Κάτια Γκουλιώνη μοιράζονται το ρόλο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου σε δυο μεγάλες χρονικές περιόδους και ακομπανιάρουν τη σκηνοθεσία με οίστρο και μεράκι. Η Κάτια Γκουλιώνη («Πολυξένη: Μια Ιστορία από την Πόλη», «Ακίνητο Ποτάμι», «Σύμπτωμα») ενσαρκώνει το ατίθασο πνεύμα της Παπαγιαννοπούλου με καθαρότητα, σωματοποιεί με νεύρο τις πρώτες επαναστάσεις και προβάλλει το ατακαδόρικο χιούμορ του σεναρίου. Υποδύεται μία πληγωμένη και δυναμική γυναίκα που δεν διστάζει να πει και να γράψει αυτό που αισθάνεται, και παραδίδει το ρόλο μετά την πρώτη μεγάλη απώλεια, μία πολύ εμπνευσμένη στιγμή για να επιτευχθεί και να γίνει αποδεκτή η αλλαγή στα μάτια του θεατή. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ενδύεται στη συνέχεια την Ευτυχία, και την οδηγεί συνειδητά με απολαυστικό έλεγχο των ερμηνευτικών της μέσων σε αναπάντεχα χιουμοριστικά και σπαρακτικά δραματικά μονοπάτια. Η λαϊκότητα του χαρακτήρα εμμένει και προσφέρει ελαφράδα, όπου απαιτείται, την ίδια στιγμή που επωμίζεται τους επόμενους δυο μεγάλους αποχωρισμούς. Τίποτα δεν μπορεί να σας προετοιμάσει για τον τρόπο με τον οποίο ενσαρκώνει το συναισθηματικό κενό και την απόγνωση όταν η Ευτυχία μαθαίνει τα νέα του θανάτου της κόρης της. Το πρόσωπο, το βλέμμα, το σώμα και η φωνή μετουσιώνουν μία συγκλονιστική στιγμή.

Το πολυπληθές καστ αποδεικνύεται πολύτιμο στη συνεισφορά του

Η «Ευτυχία» όμως δεν είναι ένα βαρύθυμο δράμα. Πλημμυρισμένη από τραγούδια που έχουν σιγοντάρει βιωματικά προσωπικές στιγμές και καθορίσει τη λαϊκή μας παράδοση, γιορτάζει με αρκετό χιούμορ το ελεύθερο πνεύμα μιας γυναίκας που δεν υπηρέτησε την ανδροκρατούμενη δομή και υποτάχθηκε μόνο στα πάθη της. Εμπνευσμένο από το βιβλίο της Ρέας Μανέλη «Η γιαγιά μου η Ευτυχία», και λίγα χρόνια μετά την επιτυχημένη θεατρική παράσταση με τη Νένα Μεντή, το σενάριο της Κατερίνας Μπέη μεταφέρει με αυθεντικότητα και ζωντάνια στους διαλόγους μία πλούσια ιστορία και στήνει ένα κουπλέ-ρεφρέν παιχνίδισμα με χαρακτήρες και καταστάσεις. Συνδέει γνωστά τραγούδια με συγκεκριμένες στιγμές της ζωής της Ευτυχίας, συστήνει νέες αναγνώσεις τους και όσο δεν ξεχνά το δράμα, άλλο τόσο δεν ξεχνά την κωμωδία. Μερικές μόνο ενστάσεις, οι απότομες εναλλαγές ύφους από την κωμωδία στο δράμα που δημιουργούν κι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αφήγησης.

Το πολυπληθές καστ αποδεικνύεται πολύτιμο στη συνεισφορά του, ακόμα κι όταν ο χρόνος του στην ταινία είναι περιορισμένος. Γνωστοί ηθοποιοί (Λουδάρος, Κατσούλης, Μαγγίρα, Ρώπα, Κωνσταντίνου, Δρακόπουλος, Κακούρης, Διδασκάλου) υποδύονται μερικές από τις πιο διάσημες προσωπικότητες της ελληνικής καλλιτεχνικής σκηνής (Χατζιδάκις, Χιώτης, Βλαχοπούλου, Μπέλλου, Αλεξίου, Μανέλης, Τσιτσάνης, Κοτοπούλη) ξεπερνούν το σκόπελο της μίμησης και φέρουν την ουσία του ρόλου. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στους Θάνο Τοκάκη (Λουκάς), Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη (Γιώργος Παπαγιαννόπουλος), Ντίνα Μιχαηλίδου (Κόνα Μαριόγκα), Ευαγγελία Συριοπούλου (Μαίρη) και Λίλα Μπακλέση (Καίτη), που πλαισιώνουν υποδειγματικά, τρυφερά, κωμικά και συγκινητικά τις δυο πρωταγωνίστριες.

Καλοδεχούμενο και απαραίτητο δείγμα εμπορικού ελληνικού σινεμά, η «Ευτυχία» εμπνέεται από μία ξεχωριστή προσωπικότητα που έζησε τη στιγμή, ερωτεύτηκε παθιασμένα, διεκδίκησε με θράσος, πληγώθηκε μοιραία. Τι πιο κινηματογραφικό; Η ταινία του Άγγελου Φραντζή εξυψώνει τρυφερά τη γυναίκα που ρούφηξε τον καπνό της ζωής και μοίρασε τη δική της τράπουλα. Μακάρι το κοινό να ακούσει το τραγούδι της στις αίθουσες.

http://www.cinemagazine.gr/

Κριτική Λήδας Γαλανού [3/5]

Δυο πόρτες έχει η ζωή κι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου άνοιξε μια και μπήκε, γεμάτη ορμή, παίζοντας τα παιχνίδια της με τη μοίρα, προκαλώντας την τύχη, κοροϊδεύοντας την τραγωδία μ’ ένα δικό της, ατρόμητο χιούμορ. Την προσωπικότητά της μεταφέρει στην οθόνη η νέα ταινία του Αγγελου Φραντζή ο οποίος, έναν χρόνο μετά το «Ακίνητο ποτάμι», αποδεικνύει ξανά ότι μπορεί να διαχειριστεί σινεμά κάθε είδους κι αυτό εδώ είναι μια δραματική ταινία εποχής, με τη συνέπεια και το ύφος που απαιτεί ένα mainstream φιλμ που θα απολαύσει γνήσια το ευρύ κοινό.

Το σενάριο της Κατερίνας Μπέη, στηριγμένο σε αναμνήσεις και στο βιβλίο της εγγονής, Ρέας Μανέλη, αφηγείται την ιστορία της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, της σπουδαίας αλλά αναλογικά αφανούς στιχουργού (που ερμήνευσε εμβληματικά η Νένα Μεντή στον θεατρικό μονόλογό της, χωρίς η παράσταση να σχετίζεται δομικά με την ταινία), από τις στιγμές του βίαιου ξεριζωμού της, με τη μητέρα και τα δύο παιδιά της, από τη φλεγόμενη Σμύρνη το 1922, ώς τον θάνατό της, το 1972.

Η Ευτυχία, δασκάλα, φανατικά ανεξάρτητη, παρορμητική, έχοντας γευτεί την απόγνωση νωρίς, αποφάσισε να κυνηγήσει τη χαρά με όποιο κόστος. Χαρτοπαίχτρα, μανιώδης καπνίστρια, σαρωτική στην ενέργειά της, με μια επίφαση αφέλειας να σκεπάζει τη θλίψη της, έγραψε στίχους για όλους τους σπουδαίους, από τον Τσιτσάνη, τον Καλδάρα και τον Χιώτη ώς τον Καζαντζίδη και τον Χατζιδάκι, σε χαρτάκια-σκουπιδάκια, αδιαφορώντας για την υστεροφημία της, περίπου όπως κι οι άντρες γύρω της υποτίμησαν το ταλέντο της.

Αυτή τη συναρπαστική προσωπικότητα ενσαρκώνουν δύο ηθοποιοί, εξίσου εθιστικές στην οθόνη: η Κάτια Γκουλιώνη σε νεαρή ηλικία, απολαυστική και με μια υπέροχη σατιρική φλέβα, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στα ώριμα χρόνια, με το κύρος και την μπαρόκ γοητεία που μόνο εκείνη διαχειρίζεται τόσο καταλυτικά. Σ’ αυτή την από καρδιάς γυναικεία ταινία, ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης θυμίζει πως, με τον σωστό ρόλο και σκηνοθετική καθοδήγηση, είναι ένας σπάνια ευαίσθητος, γοητευτικός ηθοποιός.

Το φιλμ ξετυλίγεται παρατακτικά, γύρω από ένα ελαφρώς καταχρηστικό εύρημα, μια βραδιά όπου (με παρουσιαστή τον Φοίβο Δεληβοριά) η Ευτυχία τιμάται και θυμάται. Δεν πηγαίνει σε βάθος, αποφεύγει τις συγκρούσεις, οι πέντε σημαδιακές δεκαετίες ελληνικής ιστορίας δεν αγγίζουν τις συναντήσεις στα σπίτια, στις αυλές και στα κουτούκια. Οι δεύτεροι ρόλοι μένουν σχηματικοί (παρότι ο Θάνος Τοκάκης προσπαθεί φιλότιμα να αποφύγει την καρικατούρα ως ομοφυλόφιλος φίλος Λουκάς), όσο η φωτογραφία του Γιάννη Δρακουλαράκου δίνει στην ταινία το βάρος και το glam που έχει ανάγκη μια ελληνική παραγωγή εποχής. Σ’ αυτό το επίπεδο, το έντιμο κι ευαίσθητο (το φιλμ διανύει όλη την κλίμακα από το αυθόρμητο γέλιο στο κλάμα συγκίνησης), η «Ευτυχία» είναι, ξεκάθαρα, η καλύτερη ελληνική εμπορική ταινία που είδαμε εδώ και χρόνια, ό,τι κι αν σημαίνει η σύγκριση.

https://www.efsyn.gr/

Γιώργος Νυκταράκης [3/5]

Η Ευτυχία Παπαγιανοπούλου υπήρξε μια από τις σπουδαιότερες στιχουργούς του ελληνικού τραγουδιού, συνεργαζόμενη με τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής σκηνής στα μέσα του προηγούμενου αιώνα (Χιώτης, Τσιτσάνης, Χατζιδάκις, Καζαντζίδης μεταξύ άλλων).

Παρόλες τις επιτυχίες, η φήμη της συχνά περιοριζόταν στους μουσικούς κύκλους, κάτι που είχε να κάνει και με την προσωπική της στάση απέναντι στη ζωή.

Πάντα μποέμ και με μεγάλη αδυναμία στον τζόγο, έφερνε τον εαυτό της σε οικονομικά αδιέξοδα, αναζητώντας δανεικά και χαρίζοντας σχεδόν στίχους της για να επιβιώσει.

Όπως δηλώνει όμως και η ίδια μέσω της ταινίας, περπάτησε τη ζωή όπως πραγματικά επιθυμούσε, με άξονα την ελευθερία και χωρίς συμβιβασμούς.

Όλη αυτή την πορεία της επιχειρεί να αναδείξει η ταινία, και σε προσωπικό αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο, από την εποχή που έφυγε από τη Σμύρνη για να έρθει στην Ελλάδα, μέχρι την καθολική αναγνώριση της αξίας της.

Ο Άγγελος Φραντζής στήνει μια δραματική βιογραφική ταινία εστιάζοντας στην επαναστατική στάση ζωής, στις σχέσεις της, στις οικογενειακές απώλειες, στην χαρτοπαιξία, σε όλα όσα την διαμόρφωσαν και την καθόρισαν σαν άνθρωπο και σαν στιχουργό.

Με ένα στρωτό σενάριο από την Κατερίνα Μπέη, ο Φραντζής χειρίζεται εξαιρετικά ορισμένες πολύ έντονες δραματικές στιγμές, ενώ πετυχαίνει να χαρίσει και ανάσες γέλιου με ορισμένες ατάκες που εμφανίζονται σε κατάλληλο timing.

Από την άλλη, τα διάσημα τραγούδια της στιχουργού δεν αξιοποιούνται ιδανικά, με πολλά από αυτά να μην συμβαδίζουν με τον ρυθμό της αφήγησης, και άλλα να μην αποδίδονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Όσον αφορά τον ίδιο τον κεντρικό χαρακτήρα, μεγάλο βάρος πέφτει στις δύο πρωταγωνίστριες που καλούνται να αποδώσουν τον ρόλο της Ευτυχίας, ερμηνεύοντας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους τη ζωής της.

Αρχικά η Κάτια Γκουλιώνη η οποία με αρκετή ζωντάνια και μεταδοτικότητα μας δίνει την νεανική απεικόνιση του χαρακτήρα, ενώ στη συνέχεια έρχεται η εξαιρετική Καρυοφυλλιά Καραμπέτη με μια πιο εσωστρεφή αλλά απόλυτα εκφραστική αποτύπωση.

Δίπλα τους σε μικρότερους ρόλους που δεν αναπτύσσονται δυστυχώς επαρκώς, αρκετοί αναγνωρισμένοι ηθοποιοί μεταξύ των οποίων και οι Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Θάνος Τοκάκης, Παύλος Ορκόπουλος, Ευαγγελία Συριοπούλου, Ντίνα Μιχαηλίδου.

Μια ιδιαίτερα προσεγμένη δραματική βιογραφία που αντλεί δύναμη από τον κεντρικό χαρακτήρα και το πρωταγωνιστικό δίδυμο, αποδίδοντας με αρκετή λεπτομέρεια το προφίλ μιας καθοριστικής, αλλά για πολλούς άγνωστη προσωπικότητα για την ίδια την ύπαρξη της ελληνικής μουσικής.

 http://www.filmboy.gr/

Κριτική Ιάκωβος Γωγάκης [2,5/5]

Tο 2007, το θεατρικό κοινό της Αθήνας αγκάλιασε με θέρμη τον ταραχώδη βίο και την άστατη πολιτεία της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου (1893 – 1972). Η Νένα Μεντή -η οποία είχε προσωπικούς λόγους για να ταυτιστεί μαζί της- ανέλαβε τον αφηγηματικό μονόλογο. Ξεδίπλωσε έμπλεη συναισθημάτων- τις οβίδιες μεταμορφώσεις της Ευτυχίας και η απήχηση της παράστασης ξεπέρασε κάθε προσδοκία, για να επαναλαμβάνεται έκτοτε συστηματικά.

Η κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας, ήταν απόρροια του εμπορικού κινήτρου και μόνο.

Είναι θεμιτό, αλλά όταν το σενάριο δεν εμβαθύνει, δεν εμπλουτίζεται και στηρίζεται πάνω στις δραματουργικές διαδικασίες του θεατρικού έργου-ακόμα και οι διάλογοι και η εκφορά του λόγου παρέπεμπαν στο θέατρο- τότε είναι σχεδόν ακατόρθωτο, η κινηματογραφική ματιά του σκηνοθέτη να διασώσει το κείμενο. Παρούσα είναι και η τηλεοπτική φόρμα, με την ταινία να ξεκινά και εμβόλιμα εξελίσσεται σαν μια εκπομπή τύπου “Στην υγεία μας”, με οικοδεσπότη όχι τον Σπύρο αλλά τον Φοίβο… Δεληβοριά.

Οι τρεις συγγενικοί θάνατοι που συγκλόνισαν την Παπαγιαννοπούλου( μητέρας, δεύτερου συζύγου , κόρης) αποτυπώνονται περιγραφικά, χωρίς την ύπαρξη κάποιας μικρής έστω κορύφωσης. Η πληθώρα χαρακτήρων και ηθοποιών που λένε ελάχιστες ατάκες (ο ρόλος του εφήμερου εραστή της Νίκου Αλεξίου όταν ήταν σε διάσταση με τον πρώτο της άντρα, της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Μπέλλου, του Χιώτη, της Βλαχοπούλου… που λέει δύο ατάκες περισσότερες από τους άλλους), ενισχύουν την περιγραφική δομή της ταινίας, ενώ αιωρείται η μεταστροφή της Ευτυχίας, από μια φιλόδοξη και καπάτσα, εκκολαπτόμενη θεατρίνα, σε μια ανώνυμη στιχουργό. Ήταν άραγε μόνο ο τζόγος ο πραγματικός λόγος της τιθάσευσης των φιλοδοξιών της; Παραμένει αναπάντητο ερώτημα, όπως επίσης, δεν αναδεικνύεται η πλούσια προπαίδειά της , η μόρφωσή της και οι λογοτεχνικές της επιρροές , που ήταν το εφαλτήριο τα χρόνια πριν τον ξεριζωμό από το Αϊδίνι το ’22-, για να γράψει στίχους, ως “γριά” -όπως την αποκαλούσαν-, από τα 50 της και μετά.

Ο σκηνοθέτης της ταινίας Άγγελος Φραντζής, κλήθηκε τελευταία στιγμή να αναλάβει τα ηνία του έργου. Εκμεταλλεύτηκε τα πλούσια τεχνικά μέσα που διέθετε, περιόρισε τις υπαρκτές περιττολογίες και σκεπτόμενος ορθά, επέτρεψε στις δύο πρωταγωνίστριες που ανέλαβαν να ενσαρκώσουν την Ευτυχία ( Κάτια Γκουλιώνη σε νεαρή ηλικία, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε μεγαλύτερη) και κινησιολογική ευελιξία και τη δυνατότητα του αυτοσχεδιασμού.

Οι ικανότητες των δύο ηθοποιών- ιδίως της πιο έμπειρης Καραμπέτη- να προσαρμόσουν τον ρόλο στα δικά τους μέτρα και σταθμά, θα αποδειχθούν καθοριστικές για την εν μέρει διάσωση του εγχειρήματος και την αποφυγή του φιάσκου, φωτίζοντας -στο μέτρο που το επέτρεπε το σενάριο και η δομή της ταινίας- την εξερεύνηση της περίπλοκης Ευτυχίας.

Ο Φραντζής, απέφυγε να ωραιοποιήσει την προσωπικότητα της και ανέδειξε -έστω με τρόπο παρωδιακό- την παθολογική της εξάρτησή από τον τζόγο και τον αυτοκαταστροφικό της χαρακτήρα, από την μια να κερδίζει πολλά και να τα σκορπίζει πάνω στην πράσινη τσόχα( «Εγώ δεν τρώω φαΐ, τρώω λεφτά.», όπως την ακούμε να λέει) και από την άλλη να διαθέτει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης αλλά και μια αδυναμία να στηρίξει τις κόρες της αλλά και τον άντρα της.

Δεν την βλέπουμε να γράφει στίχους, δεν ακούμε καμία πρωτότυπη εκτέλεση, αλλά διασκευές από τις φωνές -μεταξύ άλλων- του Γιώργου Νταλάρα, της Ελεωνόρα Ζουγανέλη του Κώστα Τριανταφυλλίδη. Θυμόμαστε πως γράφτηκαν “Τα Καβουράκια” που την έφεραν σε σύγκρουση για την πατρότητά του τραγουδιού με τον Τσιτσάνη, ακούμε το πονεμένο “Δυο πόρτες έχει η ζωή”,το Χατζιδακικό ” Είμαι αϊτός χωρίς φτερά”.

Εκτός από τις δύο πρωταγωνίστριες, ξεχωρίσαμε την ερμηνεία του Πυγμαλίων Δαδακαρίδη, ως ο πιστός δεύτερος σύντροφος της και την νοσταλγική γκεστ παρουσία της Ματθίλδη Μαγγίρα ως Ρένα Βλαχοπούλου, που στάθηκε με όλους τους τρόπους, δίπλα στις μεγάλες περιπέτειες της Ευτυχίας.

του Ηλία Φραγκούλη [4/5]

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν η γυναίκα που έγραψε τους στίχους για μερικές από τις μεγαλύτερες και πιο αξιομνημόνευτες επιτυχίες στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Αυτή είναι η ζωή της.

Ζούμε με τα τραγούδια. Τα τραγούδια, θέλοντας και μη, γίνονται το «soundtrack» της ζωής μας. Η επανάληψη τα μετατρέπει (έως και) σε μέρος του λόγου μας. Οι στιγμές τα κάνουν πιο δικά μας. Η μνήμη τα συνδέει με το βίωμα. Προσωπικά, δεν έχω την καλύτερη σχέση με τα ελληνικά τραγούδια. Δηλαδή, δεν είμαι (καθόλου) το είδος του θεατή που θα μπορούσε να «πιάσει» ή (και) να αγγίξει η «Ευτυχία» του Άγγελου Φραντζή. Αλλά σέβομαι τη σημασία που έχουν τα τραγούδια στη ζωή των ανθρώπων. Και από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε τούτο το έργο, ένιωσα ένα ανεξήγητο βούρκωμα στα μάτια, βλέποντας το φιλμ να με πηγαίνει πίσω στις ρίζες. Όχι του Μικρασιατικού δράματος, αλλά σ’ εκείνες των τραγουδιών της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου.

Αυτή εδώ η ταινία μας αφηγείται με εντελώς ξεκάθαρο, βατό και «απλοϊκό» τρόπο δύο πράγματα: πώς ήταν η ζωή αυτής της γυναίκας και πώς έγραφε τα τραγούδια της. Ο χειρισμός του σεναρίου και ο τρόπος με τον οποίο η σκηνοθεσία το οπτικοποιεί και του δίνει ψυχή, δηλώνουν μία αφοσίωση στο πρόσωπο της ηρωίδας και εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό. Η «Ευτυχία» δεν είναι ένα έργο περιόδου που επιχειρεί να καταγράψει την κοινωνικοπολιτική κατάσταση των δεκαετιών στις οποίες έζησε η Παπαγιαννοπούλου, αλλά ένα «μικροσκόπιο» που στέκει πάνω από αυτόν τον άνθρωπο. Και ακολουθεί την πορεία του. Το κάνει και μεταφορικά αυτό, βάζοντάς μας να παρακολουθήσουμε μία τιμητική γιορτή / βράβευση της Παπαγιαννοπούλου, συμβάν το οποίο «διακόπτει» τη ροή του έργου σαν ένα «best of» χαρακτήρων που πέρασαν από τη ζωή της, για να σε κάνει (σταδιακά) να συνειδητοποιήσεις ότι πρόκειται για ένα είδος «κατευόδιου» γι’ αυτό το ιστορικό παρελθόν και τα πρόσωπα που πλαισίωσαν την καθημερινότητα και τον προσωπικό βίο της ηρωίδας. Κι αυτό είναι ένα εξαιρετικό εύρημα, το οποίο δίνει και μία πραγματική σκηνή ανθολογίας, όταν η Ευτυχία της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη αποχαιρετά (από το έργο) την Ευτυχία της Κάτιας Γκουλιώνη (συνοδεία της μητέρας της ηρωίδας), ώστε να πάρει τα ηνία του ρόλου στην πιο ενήλικη περίοδο της ζωής της. Είναι και η πρώτη φορά που δεν πρόκειται να μείνει μάτι στεγνό μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα…

Η «Ευτυχία» ξεκινά από τον ξεριζωμό των δικών μας ανθρώπων στη Σμύρνη του ’22. Η Παπαγιαννοπούλου, με τη μάνα και τις δυο κόρες της, βρίσκει στην Αθήνα σχεδόν ό,τι ποθεί χάρη στον σχετικά εύπορο σύζυγό της, τον οποίο όμως δεν αγαπά πια (ή και ποτέ, ίσως). «Σκληρό καρύδι» γυναίκας, ανυπόταχτη, ονειροπόλα, γραμματιζούμενη, με κουλτούρα και με ροπή προς τις Τέχνες, η Παπαγιαννοπούλου επιδιώκει τη φυγή από τη συζυγική αιχμαλωσία και αναζητά έναν άλλο τρόπο ζωής, αρχικά μέσω της υποκριτικής. Θα προσεγγίσει τη Μαρίκα Κοτοπούλη και θα της ζητήσει την όποια δουλειά στο θέατρό της, θα έχει έναν ερωτικό δεσμό με τον ηθοποιό Νίκο Αλεξίου, ο οποίος θα την πάρει μαζί του στα μπουλούκια, όμως σύντομα θα καταλάβει πως δεν γεννήθηκε για τέτοια. Πίσω στην Αθήνα, ο σύζυγός της δεν της δίνει διαζύγιο και την αφήνει να φύγει μονάχα με τη μία από τις κόρες τους, φορτώνοντας στην Παπαγιαννοπούλου την πρώτη ουσιαστική δυστυχία της ζωής της. Ταυτόχρονα, τα χαρτάκια στα οποία σημειώνει διαρκώς στίχους, δείχνουν πως μπορούν να φανούν πιο χρήσιμα για το μέλλον της.

Από τη στιγμή που στο πλάνο μπαίνει ο Βασίλης Τσιτσάνης και η Παπαγιαννοπούλου δείχνει να τραβάει την προσοχή των συνθετών του λαϊκού τραγουδιού, η ηρωίδα ωριμάζει όλο και περισσότερο, απολαμβάνει την ανεξαρτησία της και βρίσκει και την αληθινή αγάπη στο πρόσωπο ενός μπάτσου με… λογοτεχνικά ενδιαφέροντα και γνώσεις! Και το έργο προχωρά με μία αβίαστη αφήγηση μέσα στα χρόνια, παρακολουθώντας τον στενό της κύκλο, τα πρόσωπα τα συγγενικά κι εκείνα που ο δρόμος της ζωής φέρνει μπροστά σου και στέκονται κοντά σου μέχρι… ο θάνατος να σας χωρίσει.

Είναι αξιοθαύμαστο αυτό που έχει καταφέρει η Κατερίνα Μπέη στο σενάριο, σε συνδυασμό με το πόσο καλά έχει «κάτσει» πάνω του σκηνοθετικά ο Φραντζής. Μιλάμε για συνεργασία η οποία αποδίδει και δίνει ένα φιλμικό αποτέλεσμα που κυλά με τρόπο που σπάνια έχουμε δει στο ελληνικό σινεμά (δεν τολμώ να μετρήσω τα έτη…). Η «Ευτυχία» είναι μία ταινία ανθρωποκεντρική, που προσεγγίζει την ηρωίδα της με γνήσια εσωτερικότητα, λεπτοδουλεμένη και στη σκιαγράφηση του χαρακτήρα και στα λόγια που ξεστομίζουν οι δύο ηθοποιοί που την υποδύονται. Τι να πρωτοπείς για την Κάτια Γκουλιώνη και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη; Η πρώτη συστήνει την Ευτυχία του έργου, γεννάει τον ρόλο από το μηδέν (και γι’ αυτό αξίζει ένα μεγαλύτερο «μπράβο» αναγνώρισης), ολοκληρώνει το… ηλικιακό «χρέος» της σε αυτόν και δίνει ένα απλόχερο και γερό πάτημα στην Καραμπέτη για να πάρει τα ηνία της ιστορίας και να οδηγήσει το φιλμ στις πιο τραγικές του κορυφώσεις. Εδώ δεν τίθεται ζήτημα του τύπου «Ποια είναι η καλύτερη;», αλλά μονάχα ένα προσωπικό, εντελώς υποκειμενικό γούστο (μεγαλύτερης) ταύτισης με τη μία ή την άλλη ηθοποιό. Και οι δύο κάνουν την καλύτερη κινηματογραφική εμφάνιση της καριέρας τους (μέχρι στιγμής). Πόσο κρίμα που στην Ελλάδα δεν διαθέτουμε βραβεία ποιότητας και σημασίας αντίστοιχης με τις ερμηνείες τους…

Σε επίπεδο παραγωγής, η «Ευτυχία» είναι κάτι το υποδειγματικό. Ο Γιάννης Δρακουλαράκος φωτίζει και… «κλείνει» τα κάδρα του (ειδικά στον σκόπελο που λέγεται εξωτερικά…) με γνώση και εξυπνάδα, προστατεύοντας το σύνολο του έργου, το σκηνογραφικό κομμάτι είναι σχεδόν αλάνθαστο και τίμιο (στο πλαίσιο ενός budget που ούτε μπορεί να εκτοξευτεί «στο Θεό» εν Ελλάδι και σε μία Αθήνα διόλου φιλική στο γύρισμα ταινίας περιόδου), το casting είναι επιπέδου «ένας κι ένας» και λειτουργεί θαυμαστά σαν σύνολο, με δεύτερους ρόλους που δεν προλαβαίνεις να ξεχωρίσεις. Μεγάλος κερδισμένος ο Λουκάς του Θάνου Τοκάκη, δίπλα στα δύο κορίτσια που υποδύονται τις κόρες της Παπαγιαννοπούλου, την Ευαγγελία Συριοπούλου και τη Λίλα Μπακλέση. Θα μπορούσα να κατονομάσω και άλλους ηθοποιούς, αλλά φοβάμαι ότι θα πρέπει να γράψω… τους πάντες!

Μίλησα μονάχα για μία σκηνή ανθολογίας. Έχει περισσότερες η «Ευτυχία». Κρατάτε πρόχειρο ένα μαντίλι όταν ακούσετε το «Όνειρο Απατηλό» (με τη φωνή του Κώστα Τριανταφυλλίδη, σε μία διασκευή ποίημα) και το «Δυο Πόρτες Έχει η Ζωή» (με τη φωνή της Ασπασίας Στρατηγού), γιατί αυτές τις σκηνές θα τις νιώσετε με την καρδιά σας και θα τις πάρετε μαζί σας φεύγοντας από τον κινηματογράφο. Όπως κι εκείνο το στιγμιαίο βλέμμα της Καραμπέτη, που κρυφοχαμογελά μέσα στο σύννεφο του καπνού από το τσιγάρο της, στο λυτρωτικό φευγιό της ηρωίδας. Με τις… περασμένες της αγάπες. Υπέροχο σινεμά. Δικό μας. Επιτέλους.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

«Ευτυχία». Αυτό που λέει ο τίτλος. Την πρώτη φορά που την είδα, βγήκα από την προβολή με μία αίσθηση ότι παρακολούθησα ελληνική ταινία πολύ καλύτερη από αυτό που αξίζει το ντόπιο, λαϊκό, mainstream και μέσο κοινό του σήμερα. Εκείνο που έχει γαλουχηθεί από μετριότατες τηλεοπτικές σειρές και δεν ξέρει να ξεχωρίζει την ποιότητα ούτε στα πιο βασικά κι απλά πράγματα της κινηματογραφίας. Στη δεύτερη θέαση της ταινίας, απλά, ήθελα να το επιβεβαιώσω. Και να το πιστέψω. Η «Ευτυχία» διαθέτει άριστα υλικά, δύο μεγάλες πρωταγωνίστριες (και ένα έξοχο ensemble καστ) που ερμηνευτικά απογειώνουν την ιστορία της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, μαστορικό σκηνοθετικά χειρισμό του σεναρίου, δέσιμο των τραγουδιών με την ιστορική μνήμη αλλά και τα βιώματα ενός λαού (χωρίς να κάνει focus σε γεγονότα, μα πρωτίστως σε ανθρώπους, επώνυμους και μη) και δραματικές κορυφώσεις που θα συγκινήσουν με ειλικρίνεια. Όσο για τους ανθρώπους του χώρου, ας δουν επιτέλους τι θα πει φροντίδα στην παραγωγή και νοιάξιμο να βγει καλή ταινία κι ας έχουν (πλέον) την «Ευτυχία» ως το υπόδειγμα (πόσω μάλλον για τούτο το genre) με το οποίο θα (πρέπει να) συγκρίνονται στο μέλλον. Δεν είναι η ανακάλυψη του γαμημένου τροχού! Είναι σινεμά για τον κόσμο. Μαζικό. Φτιαγμένο με σεβασμό προς τον κόσμο. Που πρέπει να κάνει τη μεγάλη έξοδο.

http://freecinema.gr/

Βαθμολογία: 4,5/5 Κριτική Ειρήνη Δρίβα

Ένα κορίτσι, μικροπαντρεμένο, ταξιδεύει από το Αϊδίνι στην Ελλάδα με τη μητέρα και τις δύο της κόρες. Στο πλοίο του ξενιτεμού παίρνει απόφαση να μην αφήσει τη ζωή να την προσπεράσει, αλλά να τη ζήσει, όπως θέλει. Και τη ζει! Γράφει ακατάπαυστα σε ό,τι πιάνει το μελάνι, από χαρτοπετσέτες και κουτιά από τσιγάρα μέχρι υπόλοιπα λογαριασμών. Καπνίζει, ερωτεύεται με πάθος, χαρτοπαίζει με θράσος σε πολυτελή σαλόνια, αλλά και σε παράνομα υπόγεια. Μία δασκάλα που γίνεται ηθοποιός στα μπουλούκια και στο θέατρο, μία ποιήτρια που γίνεται η μεγαλύτερη Ελληνίδα στιχουργός του λαϊκού τραγουδιού. Συνεργάζεται με όλες τις διάσημες μουσικές προσωπικότητες της χώρας, από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Απόστολο Καλδάρα, ως τον Μανώλη Χιώτη, τον Αντώνη Ρεπάνη και τον Μάνο Χατζιδάκι, υψώνοντας θαρραλέα ανάστημα, σε έναν σκληρό και τυπικά ανδροκρατούμενο κόσμο. Κυρίες και κύριοι η στιχουργός Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου!

Ο Άγγελος Φρατζής είναι ένας σκηνοθέτης που όσοι παρακολουθούμε ελληνικό κινηματογράφο συζητούσαμε το όνομα του. Μετά την βράβευση του στο 59ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ταινία Ακίνητο Ποτάμι, αλλά και την διάκριση του στο HBO Europe, το μεγαλύτερο ίσως συνδρομητικό κανάλι, έγινε και ευρύτερα γνωστός. Όταν διέρρευσε πως θα κάνει ταινία την ζωή της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου η αλήθεια είναι πως προσωπικά με βρήκε διστακτική. Ακόμα μια ελληνική ταινία που περιγράφει την ζωή ενός σπουδαίου Έλληνα. Μετά μάθαμε ότι το σενάριο υπογράφει η Κατερίνα Μπέη (Θηλυκή Εταιρία) όπου έχει βασιστεί στα δικαιώματα του βιβλίου της Ρέας Μανέλη, εγγονής της στιχουργού και την παραγωγή ο Διονύσης Σαμιώτης (Πολίτικη Κουζίνα) καθώς και οι Γιώργος Κυριάκος και Κώστας Λαμπρόπουλος (Το βλέμμα του Οδυσσέα, Νύφες). Όταν δε ανακοινώθηκαν και τα ονόματα των ηθοποιών, σίγουρα εντυπωσιαστήκαμε όλοι.

Η ταινία «Ευτυχία» είναι μια πολύ καλή στιγμή για τον ελληνικό κινηματόγραφο και όχι μόνο. Μέσα από την κάμερα του Άγγελου Φρατζή, που πραγματικά έχει κάνει εξαιρετική δουλειά δικαιώνοντας όλα τα προγνωστικά γύρω από το όνομα του, βλέπουμε την καλλιτεχνική γέννηση και πορεία μιας μεγάλης γυναίκας στιχουργού, της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Από τα χρόνια της προσφυγιάς, την μετάβαση στην Αθήνα, τα μπουλούκια, τον πρώτο της γάμο, την γνωριμία με τον άντρα της ζωής της, τις συνεργασίες με όλα τα μεγάλα ονόματα τη εποχής, το πάθος της χαρτοπαιξίας και φυσικά τους στίχους της. Την πρώτη διανομή κρατάει η βραβευμένη Κάτια Γκουλιώνη (Πολυξένη). Μια ερμηνεία αξιώσεων τόσο άμεση και ανεπιτήδευτη που ξεχωρίζει από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Στην πιο ώριμη ηλικία της στιχουργού συναντάμε την πάντα εξαιρετική Καρυοφιλλιά Καραμπέτη. Για άλλη μια φορά βλέπουμε πόσο σπουδαία ερμηνεύτρια είναι. Καλά διαβασμένοι χαρακτήρες από όλους τους ηθοποιούς. Ιδιαίτερη αναφορά στον Θάνο Τοκάκη (βραβείο Χορν) στον ρόλο του επιστήθιου φίλου Λουκά κα στον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη στον ρόλο του Γιώργη, του δεύτερου άντρα της στιχουργού.

Η κατεύθυνση της ταινίας δεν περιορίζεται μόνο στο ταλέντο και την ζωή της Παπαγιαννοπούλου. Παρουσιάζει και τον αγώνα μιας γυναίκας να επιβιώσει και διακριθεί σε μια εποχή που η θέση της γυναίκας ήταν και περιορισμένη και ασήμαντη.

Η αφήγηση δεν κάνει πουθενά κοιλιά. Δυο ώρες ταινία και θέλεις να δεις κι άλλο. Από το σενάριο περνάνε όλοι οι τραγουδιστές και συνθέτες της εποχής. Τσιτσάνης, Μπέλλου, Καλδάρας, Χατζιδάκης. Παρακολουθούμε πως από μια εικόνα, ένα συναίσθημα, μια ατάκα γινόταν έμπνευση για την στιχουργό. Φυσικά, γίνεται λόγος και για το πάθος της Παπαγιαννοπούλου για τον τζόγο και μάλιστα υπάρχει και ένα έξυπνο καρέ με την Σωτηρία Μπέλλου, όταν η δεύτερη νοσηλευόταν στο νοσοκομείο και το έσκαγε κρυφά για να πάει να παίξει. Τον ρόλο κρατάει η Χρύσα Ρώπα και κάπως έτσι εγένετο το Όλα είναι ένα ψέμα! Όλα τα τραγούδι είναι διαλεγμένα και εύστοχα τοποθετημένα. Την ευθύνη τους έχει ο Μίνως Μάτσας. Ενώ, τα ολόσωστα κουστούμια η Δήμητρα Γιατράκου.

Αυτό που προς μεγάλη μας χαρά διαπιστώσαμε όσοι είδαμε την ταινία είναι ο εξαιρετικός ήχος. Κάτι που οι ελληνικές παραγωγές, όχι στο σύνολο τους, υστερούν. Να πούμε εδώ πως η ταινία έχει υποστηριχθεί από το Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας.

Η ταινία «Ευτυχία» είναι μια παραγωγή που αξίζει να δει ο κόσμος και αποδεικνύει περίτρανα πως ο πραγματικά καλός, Ελληνικός Κινηματογράφος είναι παρών!

https://tetragwno.gr/

«ΕΥΤΥΧΙΑ»: ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΩΣ ΣΥΝΟΛΟ, ΤΟΤΕ ΕΧΟΥΜΕ….ΕΥΤΥΧΙΑ!!!!!!!!!!!

19 Δεκεμβρίου 2019 Κριτική Παναγιώτη Τιμογιαννάκη [4/5]

Διότι, σε αυτή την ταινία, ακόμα κι αν συμπτωματικά έχει συμβεί, μια ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ του ελληνικού κινηματογράφου των τελευταίων 45 και κάτι χρόνων, δείχνει ότι πήρε τέλος. Από τη στιγμή που μια φορά μπόρεσε και συνέβη, σημαίνει ότι ΜΠΟΡΕΙ. Η θεωρία του «auteur» της οποίας είμαι πολέμιος και τη θεωρώ σημαντικά υπεύθυνη για τα δεινά, εδώ κατακρημνίστηκε. Κι αναδεικνύονται ΟΛΟΙ ΜΑ ΟΛΟΙ οι συντελεστές!

Ξεκινάμε, επιτέλους, από τον ΠΑΡΑΓΩΓΟ, τον ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΑΜΙΩΤΗ, ο οποίος άρπαξε το θέμα , που ήταν η ζωή της ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, της κορυφαίας Ελληνίδας στιχουργού, με την πολυκύμαντη και ταραγμένη ζωή, με μια πολύ ζωντανή κι ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, που προσφερόταν για να γίνει έργο.

Με αυτό το θέμα , ο παραγωγός κατέφυγε σε σεναριογράφο, την ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΠΕΗ και σε σκηνοθέτη , τον ΑΓΓΕΛΟ ΦΡΑΝΤΖΗ και «ξαφνικά» άρχισαν να στήνονται οι βάσεις για να λειτουργήσουν τα πάντα. Με τον ένα να κατευθύνει και να συμπληρώνει τον άλλο. Με αποτέλεσμα η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΠΕΗ, που ως τώρα δεν είχε δώσει κάτι ανάλογο ως δείγμα σεναριακής γραφής, να φτιάξει ένα σενάριο εξαιρετικό, εξαιρετικό όμως, και με τον Αγγελο Φραντζή να αναδεικνύεται σε σκηνοθέτη πρώτης γραμμής, όπου αυτό το σενάριο το δούλεψε από τη δική του μεριά, τη σκηνοθετική, με εμπνεύσεις, με ωραίες λύσεις, με εκπληκτικούς συνεργάτες ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ, όπου τα πάντα λειτούργησαν κι έφτασαν και σε κορυφώσεις.

Διάλεξαν την αφηγηματική γραμμή. Με σύντομες σκηνές, οι οποίες θα έδιναν στον μοντέρ παρακάτω τη δυνατότητα να δώσει ροή στην ταινία κι ο μοντέρ ΛΑΜΠΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ είναι από αυτούς τους συντελεστές στους οποίους η «ΕΥΤΥΧΙΑ» χρωστά πολλά.

Το σενάριο λοιπόν διαλέγει την αφηγηματική γραμμή, την εξιστόρηση του μύθου της στιχουργού, τις σκηνές που θα δείξει τα πάθη της και την προσωπικότητα της και θα αναδειχθεί ο χαρακτήρας της, την καταστροφή της Σμύρνης και το πώς έφτασαν στην Ελλάδα, τον πρώτο σύζυγο που τους περίμενε και το πώς δεν τον αγάπησε, την τάση ελευθερίας της που την οδήγησε στο αντί για δασκάλα που ήθελε να γίνει αρχικά να στραφεί στο να γίνει ηθοποιός, στα μπουλούκια, στην επαφή με την Κοτοπούλη και στο πως περνά στη στιχουργική, αλλά και στο χωρισμό, στο πως γνωρίζει τον έρωτα με έναν άνθρωπο που μόνο της ιδιοσυγκρασίας της δεν έδειχνε.. κι όμως.., μέχρι τις λοιπές εξελίξεις, το πάθος της με τον τζόγο, την αρρώστια και το θάνατο της κόρης της ,Μαίρης Λαϊδου (η τσιγγάνα του «Οκτώ Κούπα» προς τους Φωτόπουλο-Αυλωνίτη στο «Λατέρνα , φτώχεια και φιλότιμο» του Σακελλάριου) ….χοντρικά να το πω, το σενάριο τα δείχνει όλα με ένα τρόπο μαγικό, με μια υποδειγματική και παραδειγματική οικονομία, με την έννοια της λέξης «οικονομία». Δεν υπάρχει σκηνή περιττή, αντιθέτως κάθε σκηνή είναι «βασανισμένη» και μελετημένη και πάει την ιστορία συνεχώς παρακάτω. Πουθενά δεν «μαγκώνει», πουθενά δεν επαναλαμβάνεται.

Στην προσωπικότητα της «Ευτυχίας έχουν βρει σκηνοθέτης και σεναριογράφος τον κοινό παρονομαστή που πρέπει αυτός να ερμηνευθεί κι από τις δύο ηθοποιούς που θα αναλάβουν το ρόλο, μια κι αποφάσισαν, αφού θα έδειχναν όλη της τη ζωή, να την ερμηνεύσουν διαφορετικές ηθοποιοί στις δύο ηλικίες.

Ο κοινός ερμηνευτικός ιστός ήταν η ασυμβίβαστη, εκρηκτική της προσωπικότητα.

Πριν αναλάβει η ΚΑΡΙΟΦΥΛΙΑ ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ, προηγείται η ΚΑΤΙΑ ΓΚΟΥΛΙΩΝΗ, η οποία ετοιμάζει το έδαφος για την Καριοφυλιά, έχοντας φτιάξει την Ευτυχία της νεώτερης ηλικίας, έχοντας συστήσει πλήρως την προσωπικότητα της με ένα δικό της δυναμισμό, έχοντας ετοιμάσει και τη σκηνή του θρήνου, εκεί που μεγαλουργεί η ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ στο δεύτερο μέρος όταν χάνει την κόρη… όμως έχει προηγηθεί κι η Γκουλιώνη με ένα ανάλογο θρήνο, μικρότερης βέβαια εμβέλειας, όταν χάνει τη μάνα.. ΚΙ ο τρόπος θρήνου ακόμα, έχει σκηνοθετική κι ερμηνευτική συνέπεια.. Κι αυτό επίσης είναι ένα στοιχείο που πιστώνεται στο σενάριο, που μας προετοιμάζει εξ αρχής για πράγματα που θα συμβούν παρακάτω …

Στο μεταξύ, έχουν σκεφτεί, στα πλαίσια της αφηγηματικής ,ροϊκής γραμμής, να το ξεκινήσουν αλά Φώσκολος (κι εδώ δεν θέλω γέλια.. η αναγνώριση των απαρχών επιβάλλεται κι η ταινία στην πράξη τη διαθέτει) να την ξεκινήσει από την ωριμότητα, να ξεκινήσει με Καραμπέτη δηλαδή αλλά Καραμπέτη-Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου , δηλαδή με μουσική εκδήλωση προς τιμήν της όπου και την Καριοφυλιά θα πατρονάρει επειδή δραματουργικά θα καθυστερήσουμε παρακάτω- όμως, εξυπνότατα θα μας την επαναφέρουν με flash- forward) , για να μην ξεχνιόμαστε, κι αφετέρου με σύσταση με τη μία, της ηρωίδας. Του ποια είναι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, την ιστορία της οποίας θα δούμε. ΜΠΡΑΒΟ ΤΟΥΣ!!!

Κι αναλαμβάνει η Καριοφυλιά. Εχοντας παραλάβει τη σκυτάλη, σε πολύ καλό ημιτελικό σημείο από την Γκουλιώνη. Ο, τι κι αν πω για την Καραμπέτη και για την ερμηνεία της στο ρόλο, είναι λίγο. Πρώτον και κύριον , η σκέψη τους να πάρουν την Καριοφυλιά που εκ πρώτης δεν «φέρνει» της Παπαγιαννοπούλου, είναι ευφυής Διότι από τη στιγμή που θα προβάλλουν την Παπαγιαννοπούλου ως δυναμική προσωπικότητα, χρειάζονται και μια εκτυφλωτική ηθοποιό, που θα την αναλάβει στα δύσκολα και ώριμα χρόνια. (όχι ότι και τα νεανικά χρόνια ήταν εύκολα…). Από τη στιγμή που θα προβάλεις προσωπικότητα χρειάζεσαι ηθοποιό με προσωπικότητα που να μπορεί ΚΑΙ την ανάσα να κόβει ως πρωταγωνίστρια αλλά και να ενσαρκώνεται ως αληθινή ηθοποιός. Η ΚΑΡΙΟΦΥΛΙΑ ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ έχει αυτό το θείο χάρισμα, που μου το είχε μεταδώσει από την πρώτη φορά που την είχα δει στη σκηνή, πριν από 30 περίπου χρόνια: Ως «Λούλου» στο «Ανοιχτό Θέατρο» του Γιώργου Μιχαηλίδη,. Η εμφάνιση της στη σκηνή μου είχε κόψει την ανάσα. Και το ίδιο μου μετέδωσε όσες φορές κι αν την είδα: ΤΟ ΕΚΤΟΠΙΣΜΑ! Κατάγεται από τις παλιές στόφες . Αυτό το εκτόπισμα της το καταγράφει κι ο φακός. Τη θέλει κι ο φακός. Μόνο που τα σενάρια που είχαν πέσει στα χέρια της δεν ήταν τέτοια ώστε να την κάνουν κάτι ανάλογο με αυτό που την έκανε το θέατρο. Στην «ΕΥΤΥΧΙΑ» είναι η ΚΑΡΙΟΦΥΛΙΑ του μεγάλου, του τεράστιου εκτοπίσματος, ΠΟΥ ΚΟΒΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ. Ο τρόπος που παίζει, οι τελευταίες λεπτομέρειες στις κινήσεις της (εδώ βέβαια πάλι εύσημα στο σκηνοθέτη διότι τα έχει ετοιμάσει από πριν και με την Γκουλιώνη), το βλέμμα της, οι αποχρώσεις στους τόνους της, είναι ερμηνεία ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ.

Και βέβαια φτάνουμε στη μεγάλη σκηνή, ‘όπου πριν μιλήσω για την Καραμπέτη, πάλι πρέπει να αναφερθώ στη σωστή δουλειά των τριών βασικών συντελεστών-γονέων της ταινίας, παραγωγού-σεναριογράφου-σκηνοθέτη. Και το credit βέβαια γίνεται σεναριακό, αφού από εκεί ξεκινάμε πάντα: Ότι χρειάζεται μια σκηνή μεγάλης κορύφωσης. Ενα έργο χρειάζεται τουλάχιστον μία τέτοια μεγάλη σκηνή. Βεβαίως και χρειάζεται και ενδιάμεσες σημαντικές σκηνές πουν να σου μένουν. Όμως μία σκηνή κορύφωσης είναι επιβεβλημένη, για το ίδιο το έργο, για την ίδια την ηρωίδα και για την ανάδειξη της ηθοποιού που θα την ερμηνεύσει.

Και πράγματι διάλεξαν το πλέον κατάλληλο περιστατικό του ταραχώδους βίου της Παπαγιαννοπούλου, τον θάνατο της κόρης της. Αυτόν διάλεξαν για τη μεγάλη της σκηνή. Κι έφτιαξαν μια σκηνή για την οποία ας μου επιτρέψουν να τους δώσω τα συγχαρητήρια μου. Κι έδωσαν στην Καριοφυλιά, αυτό που στην Αμερική ονειρεύεται κάθε ηθοποιός να της τύχει για να πάρει το ΟΣΚΑΡ. Η σεκάνς ολόκληρη από το τηλεφώνημα στο ψιλικατζίδικο, ο σιωπηλός τρόπος με τον οποίο αντιδρά στην είδηση του θανάτου της κόρης της, η έκφραση της με την οποία, ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ, μεταδίδει πλήρως το συναίσθημα στο θεατή και η διαδρομή στο στενοσόκακο, από το ψιλικατζίδικο ως το σπίτι, ο τρόπος με τον οποίο βαδίζει που δείχνει ένα φρούριο το οποίο είναι έτοιμο να καταρρεύσει, αυτό το «παραντούρισμα» του πόνου όπου ο άνθρωπος προς στιγμήν χάνει τα λογικά του και το εκφράζει με το σώμα, με το βάδισμα, το πώς αυτό από το σώμα ανεβαίνει στο πρόσωπο, πως από τον βουβό ακόμα πόνο, που όμως μέσα της βράζει το πληγωμένο ζώο που πονάει , ανεβαίνει ως τα μάτια και δεν έχω ξαναδεί σε ηθοποιό να είναι έτοιμα τα μάτια να βγουν από τις κόγχες τους για να καταλήξει σε μια κραυγή, σε ένα συνδυασμό Παξινού Αρχαίας Τραγωδίας κι απελπισμένης γυναίκας σε κανονική κηδεία , με μία κραυγή που είναι κατάληξη όλης αυτής της διαδρομής… ΥΠΟΚΛΙΝΟΜΑΙ. Στην Καριοφυλιά, αλλά και στη σεναριακή σύλληψη και βέβαια στο σκηνοθέτη που της το ανέδειξε με αυτή την παρακολούθηση και στο πως συντόνισε τους άλλους ηθοποιούς, τους χαρακτήρες που την περιμένουν έξω από το σπίτι, να της το κάνουν χορωδία.. μια συμφωνία κραυγών, από τις σπάνιες που έχω δει στον κινηματογράφο. ΠΟΣΟ ΜΑΛΛΟΝ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ, που τόσο τον έχουν υποτιμήσει.

Να γιατί ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΟΥ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ήταν ανέκαθεν το ότι Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΣ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ. Πόσοι δούλεψαν για αυτή τη μεγάλη σκηνή της Καριοφυλιάς! Είναι μια «μικρογραφία» ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ.

Οι πένθιμοι φωτισμοί και το στήσιμο του πλάνου κι η παρακολούθηση της κάμερας από τον διευθυντή φωτογραφίας ΓΙΑΝΝΗ ΔΡΑΚΟΥΛΑΡΑΚΟ… από τον μοντέρ ΛΑΜΠΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ που παρακολουθεί το μονοπλάνο και κόβει στο σημείο που πρέπει να προλάβει ο θεατής να αντέξει κινηματογραφικά τον θρήνο κι όχι να αρρωστήσει.. από τη ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ των ΜΙΧΑΛΗ ΣΑΜΙΩΤΗ και ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ που βρήκαν αυτό το στενοσόκακο, είτε αυθεντικό είτε σκηνικό δεν μας ενδιαφέρει, μας ενδιαφέρει μόνο ως τέλειο πλαίσο για αυτή τη δραματική σκηνη, από τα κοστούμια της ΙΟΥΛΙΑΣ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ που πρόσεχα το ρούχο στο πως την είχε προετοιμάσει για πένθος, από το μακιγιάζ της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ που είχε επιμεληθεί ανεπαίσθητα τη χλωμάδα της..

ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ, όπως σε αυτή τη σκηνή, έχουν δουλέψει οι παραπάνω για ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ. Σκηνογραφική διεύθυνση πολλών εναλλαγών, που όλες οι επιλογές έχουν «εποχή» και «χρώμα», ένα χρώμα που να υποδηλώνει «Ελλάδα», «έπος», «λαικό τραγούδι».. αυλές, μπουζουξίδικα, χώρους του τζόγου.. Ετσι έχει δουλέψει ο Δρακουλαράκος όλη τη φωτογραφία, τι επιμέλεια πλάνων, τι στήσιμο πλάνων, τι φωτισμοί που να αναδεικνύουν τα υποβλητικά χρώματα της σκηνογραφίας και μια κάμερα που να μην είναι στατική, να δουλεύει μαζί με το σενάριο των σύντομων σκηνών, για το μοντάζ.

Όχι, δεν άφησα απέξω τον ήχο του θρήνου, διότι κι εδώ ο ΣΤΑΡ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΗΧΟΛΗΨΙΑΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΥΜΠΟΠΙΩΤΗΣ στο πως «απέσυρε» τους άλλους ήχους για να ακουστεί η κραυγή , έχει κάνει τη δική του κατάθεση . Ο Βαρυμποπιώτης, όμως , σε όλα την ταινία έχει παραδώσει μαθήματα ήχου. Ηχοι της κάθε λεπτομέρειας, είτε μιλάμε για τη σκηνή της Μικρασιατικής Καταστροφής είτε για τους ήχους της αυλής και των εσωτερικών χώρων είτε κυρίως εδώ- για την παρεμβολή και τη χρήση της μουσικής, για την παρεμβολή των τραγουδιών που έρχονται σαν μια φυσική απόρροια των δρωμένων. Τέτοια εκπληκτική σύνθεση.

Και βέβαια τα τραγούδια, διότι χωρίς τα τραγούδια τι Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου θα δείξεις. Όταν το «μότο» είναι πως «όλοι ξέρουν τα τραγούδια μου-δεν ξέρουν εμένα», κι όταν τα τραγούδια της είναι οι θησαυροί που έχουμε τραγουδήσει όλοι μας και συνεχίζουμε να τραγουδάμε κι όταν επίσης το «μότο» αυτό περιλαμβάνει και τη δραματική εκδοχή του , πως τα πούλαγε για να παίζει τζόγο αλλά κι έβγαιναν μέσα απ΄την ψυχή της κι από τα βιώματα της. Κι εδώ έχουν ΠΑΛΙ συμβάλει ο πάντες, σε ποιες σκηνές δηλαδή θα μπαίνουν τα τραγούδια είτε για να «εξηγήσουν» είτε για να «ανεβάσουν» συναίσθημα και ποια τραγούδια θα είναι αυτά. Εδώ έρχεται κι ολοκληρώνει ο ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑΣ αφήνοντας κι ένα τραγούδι-υποθήκη καθαρώς κινηματογραφικό για την ταινία.

Τώρα θα μου επιτραπεί να πιάσω και τους ηθοποιούς, έναν έναν. Πέρα από τις δύο «Ευτυχίες» για τις οποίες έγραψα.

Πρώτα θα ασχοληθώ με τους ηθοποιούς που παίζουν ρόλους οι οποίοι συμμετέχουν στο δράμα. Ο ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ ΔΑΔΑΚΑΡΙΔΗΣ στο ρόλο του μπασκίνα συζύγου, βγάζει έναν τόσο ζεστό , ανθρώπινο και ποιητή μπάτσο όπως τον θέλει το σενάριο. Ο ΠΑΥΛΟΣ ΟΡΚΟΠΟΥΛΟΣ που ήταν κι «υπομονετικός» αλλά κι «αποφασισμένος» πρώτος σύζυγος που σε όλη τη διαδρομή του ρόλου κράτησε το ανθρώπινο στοιχείο της συμπόνιας με το οποίο ολοκλήρωσε και δικαιολόγησε τις προηγούμενες ενέργειες του . Ο ΘΑΝΟΣ ΤΟΚΑΚΗΣ που παίζει τον πιστό γκέι φίλο της Ευτυχίας και του δίνει κι ένα τόνο «αμπιγιέρ» – τον δημιουργεί. Η ΝΤΙΝΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ στο ρόλο της μητέρας που την κάνει κι αυστηρή κι ανθρώπινη και δικαιολογημένα μάνα της Ευτυχίας. Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΥ που παίζει συγκινητικά αλλά και δυναμικά, σαν γνήσια κόρη της Ευτυχίας, την Μαίρη Λαίδου, την κόρη την άτυχη. Η ΛΙΛΑ ΜΠΑΚΛΕΣΗ που παίζει συγκινητικά την άλλη της κόρη. Η ΕΥΓΕΝΙΑ ΣΑΜΑΡΑ, είναι αυτό που πρέπει, η εγγονή, και βγάζει τόσο έντονα το κοριτσίστικο. Ο Τοκάκης, η Μπακλέση κι η Σαμαρά είναι αυτοί που γίνονται «χορωδία πόνου» στη σκηνή του στενοσόκακου. Συμβάλλουν, για αυτό και τους ανέφερα ονομαστικά, ξεκινώντας βέβαια από την επιλογή του casting director και την χρησιμοποίηση από τον σκηνοθέτη.

Και φτάνουμε σε ένα άλλο στοιχείο της ταινίας, που έχει να κάνει πάλι με το συλλογικό ,με παραγωγή, σκηνοθεσία και σενάριο. Με το ότι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου συνεργάστηκε με μυθικές προσωπικότητες ή έζησε με κάποιες από αυτές κι οι οποίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Σκέφτηκαν πανέξυπνα ότι έπρεπε να υπάρχουν στο σενάριο, έστω με μία σκηνή κάποιοι και με δύο οι τρεις σκηνές-, διότι σινεμά κάνουμε και θα ομορφύνουν την ταινία αρκεί να ενταχθούν στη δράση. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ γράφτηκε υπέροχη σκηνή ,κι ο σκηνοθέτης σε όλους έδωσε την κατεύθυνση που θα μπορούσαν να πιαστούν ώστε να αποδώσουν, να θυμίσουν χωρίς να μιμηθούν, να έχουν ενσωματωθεί στη δράση κι όχι απλώς να κάνουν περίπατο με λεζάντες.

Θα τους αναφέρω λοιπόν έναν-έναν: Τον ΑΝΤΩΝΗ ΛΟΥΔΑΡΟ για το πώς μόλις που υποδεικνύει το «ρο» του ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, τον ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΚΟΥΡΗ για το σύρσιμο του σίγμα με το οποίο «συστήνεται» ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, την ΜΑΤΘΙΛΔΗ ΜΑΓΓΙΡΑ ως ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ που το σενάριο τη θέλει λίγο «τρελοκερκυραία» να θυμίζει τη γνωστή και ζεστή φιλενάδα της Ευτυχίας – με τον ίδιο, όμως, τρόπο φωνής, τον ΚΡΑΤΕΡΟ ΚΑΤΣΟΥΛΗ που βγάζει την γλυκύτητα προσέγγισης του ΜΑΝΩΛΗ ΧΙΩΤΗ, τον ΧΑΡΗ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ως ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΚΑΛΔΑΡΑ να υποδηλώνει τον πιο πιστό της από όλους, την ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ να έχει τον αέρα της μεγάλης θεατρίνας αφού έτσι έβλεπε την ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ η Ευτυχία της νιότης και στο ίδιο υποκειμενικό της Ευτυχίας τον ΓΙΑΝΝΗ ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟ ως ΦΡΑΓΚΙΣΚΟ ΜΑΝΕΛΗ τόσο του «μπούφου» κωμικού- αναγνώρισης από τους θεατές αλλά και γαμπρού που η Ευτυχία δεν πολυγούσταρε- έκανε πολύ καλή σύνθεση ο ηθοποιός, τον ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ που σύνθεσε σε δύο σκηνές ένα χαρακτήρα μη αναγνωρίσιμο-πιθανόν να είναι κι επινοημένο πρόσωπο, τον ΦΟΙΒΟ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑ που έφτιαξε ένα κονφερασιέ υπερβολικό ακριβώς έτσι ώστε να εκνευρίζει την Ευτυχία. Πολύ καλός. Και βέβαια, την ΧΡΥΣΑ ΡΩΠΑ που ως ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΟΥ στη σκηνή του κουμαρτζίδικου ομολογώ πως δεν την αναγνώρισα, είχε πλήρως ενσαρκωθεί και μεταβληθεί από το μακιγιάζ και το ντύσιμο.

Όλα αυτά τα είπα, επειδή επαναλαμβάνω κάθε τόσο αυτό που διδάχτηκα τόσο εδώ πως «η σωστή διανομή είναι η μισή σκηνοθεσία» από τον μέγα Δαλιανίδη όσο και στην Αμερική το ότι η ερμηνευτική αξιολόγηση ξεκινά από το ρόλο που ξεκινά από το σενάριο κι από τη θέση του μέσα σε αυτό το σενάριο και από το πώς τον θέλει ο σκηνοθέτης, η ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ για την ακρίβεια, μέσα στο Σενάριο.

Κλείνω με ένα ΘΕΡΜΑ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ προς όλους αν δεν έγινε αντιληπτό από το υπόλοιπο κείμενο.

https://pantimo.gr/

Ευτυχία Κριτική Τάσου Δερτιλή

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, τα τραγούδια της, τα πάθη της και 50 χρόνια Ελλάδας σε μια σπουδαία ταινία μεγάλης συναισθηματικής δύναμης

Βαθμολογία: * * * *

Η Ευτυχία, από αστική οικογένεια του Αϊδινίου της Μικράς Ασίας, παντρεμένη με έναν πλούσιο πολύ μεγαλύτερο της άντρα που ταξίδευε συνεχώς, βρίσκεται ξενιτεμένη στην Αθήνα με τη μάνα της και τα δύο μικρά παιδιά της, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Στην Αθήνα, η Ευτυχία παίρνει τις αποφάσεις που θα χαρακτηρίσουν όλη την υπόλοιπη ζωή της. Αφήνει τον άντρα της που δεν τον αγαπούσε και κάνει ένα εντελώς αναπάντεχο καινούριο ξεκίνημα στο θέατρο. Περνάει χρόνια παίζοντας σε μπουλούκια στην επαρχία ενώ αργότερα έρχεται στην Αθήνα και δουλεύει με τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Όλο αυτό τον καιρό γράφει στιχάκια όπου βρει, σε χαρτοπετσέτες, σε πακέτα από τσιγάρα, παντού. Καπνίζει σαν φουγάρο, ερωτεύεται με πάθος, χαρτοπαίζει μέχρι τελικής πτώσης αλλά γνωρίζει και τον άντρα που έμελλε να γίνει ο δεύτερος σύζυγός της και παντοτινός σύντροφος, τον αστυνόμο Παπαγιαννόπουλο. Η Ευτυχία δεν αργεί να αναδειχθεί στη μεγαλύτερη Ελληνίδα στιχουργό του λαϊκού τραγουδιού. Στίχους της κάνουν τραγούδια όλες οι διάσημες μουσικές προσωπικότητες της χώρας, από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Απόστολο Καλδάρα, ως τον Μανώλη Χιώτη, τον Αντώνη Ρεπάνη και τον Μάνο Χατζιδάκι. Μια γυναίκα θαρραλέα, παθιασμένη και γεμάτη ταλέντο, σε ένα σκληρό και τυπικά ανδροκρατούμενο κόσμο.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το σύγχρονο κοινό έρχεται σε επαφή με το μύθο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Από το 2007 και για μια δεκαετία σχεδόν ανεβοκατέβαινε στη σκηνή η Νενα Μεντή στο διάσημο μονόλογο του Πέτρου Ζούλια που έγραψε Ιστορία στο Νεοελληνικό Θέατρο. Μια ιστορία με μοναδικά τραγούδια, που γράφτηκαν με ψυχή από μια γυναίκα που έζησε με πάθος τη ζωή, μια ιστορία που συνδέθηκε με τις μεγάλες στιγμές της πολιτικής και κοινωνικής εξέλιξης στην Ελλάδα. Είμαι αητός χωρίς φτερά, Όνειρο απατηλό, Η φαντασία, Ηλιοβασιλέματα, Όλα είναι ένα ψέμα, Πήρα απ’ τη νιότη χρώματα, Πετραδάκι πετραδάκι, Μαλάμω, Τι έχει και κλαίει το παιδί, Περασμένες μου αγάπες… Μια ιστορία βασισμένη εν πολλοίς στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Ρέας Μανέλη «Η γιαγιά μου η Ευτυχία» που αποτελεί και μια από τις πηγές για την νέα αυτή ταινία του Άγγελου Φραντζή που έρχεται να εμπλουτίσει ακόμη περισσότερο με μαρτυρίες, συνεντεύξεις και αφιερώματα το βίο και την πολιτεία αυτής της bigger than life προσωπικότητας, αυτής της γυναίκας που γεννήθηκε 100 χρόνια πρόωρα, που βασανίστηκε από τους προσωπικούς της δαίμονες, που έγραψε την αστική ηθική της εποχής της στα παλαιότερα των υποδημάτων της και…έζησε. Έζησε δημιουργώντας λαϊκή ποίηση αυθεντική, απόσταγμα ζωής και σκέψης. Ποίηση γεμάτη δύναμη, πόνο, αλλά και όρεξη για ζωή. Τη διαβολεμένη όρεξη που είχε μέσα της η ίδια η μεγάλη Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.

Και ερχόμαστε στην ταινία και βλέπουμε μπροστά στα-συχνά δακρυσμένα-μάτια μας να συντελείται ένα θαύμα! Η αναγέννηση του Ελληνικού (με κεφαλαίο Ε) κινηματογράφου από τα χέρια του Άγγελου Φραντζή, ενός δημιουργού γνωστού για τις αφηγηματικά πειραματικές και συχνά αλληγορικές έως και weird δημιουργίες του. Ενός δημιουργού που πέρυσι μόλις ξεκίνησε, με μια μεγαλειώδη διεθνή συμπαραγωγή, την πορεία του προς τα μεγάλα κοινά που του αξίζουν. Το εκθαμβωτικό Ακίνητο Ποτάμι, πολυβραβευμένο αλλά εμπορικά άτυχο στη χώρα μας, ήταν μόνο η εισαγωγή στη διαδικασία τελειοποίησης ενός απόλυτα προσωπικού αλλά πλατιάς κατανάλωσης σινεμά, ποιητικού, λυρικού, ευαίσθητου και ψυχολογικά διεισδυτικού που θα μας προσφερόταν απλόχερα με την Ευτυχία.

Ευτυχία να τη λες και ευτυχία να αισθάνεσαι βλέποντας στην μεγάλη οθόνη να ξετυλίγεται ένα από τα πιο παθιασμένα δράματα του Ελληνικού κινηματογράφου εδώ και δεκαετίες, μια εσωτερική υπερπαραγωγή συναισθημάτων με δύο μεγάλες πρωταγωνίστριες και ένα επιτελείο ηθοποιών που θα ζήλευαν ακόμη και σκηνοθέτες του Χόλιγουντ! Πως αλλιώς να χαρακτηρίσεις την υποκριτική τελειότητα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Κάτιας Γκουλιώνη που ερμηνεύουν την Ευτυχία σε δύο διαφορετικές περιόδους της ζωής της, τις οποίες το υποδειγματικό σενάριο της Κατερίνας Μπέη έχει μοιράσει ακριβώς στην μέση, ενώνοντάς τες με μια αριστουργηματική σκηνή ανθολογίας όπου οι δύο ερμηνεύτριες συνυπάρχουν για μια ποιητική στιγμή στο φιλμικό χρόνο. Ανατριχίλα! Και να ήταν μόνο αυτή σκηνή ανθολογίας! Ο ανεπανάληπτος τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνει ο φακός του Φραντζή τις ουκ ολίγες σκηνές πένθους και οδύνης για την ηρωίδα του θα κάνει ακόμη και τα πλακάκια της κινηματογραφικής αίθουσας να δακρύσουν από τη δύναμη της σκηνοθετικής σύλληψης και την κορυφαία απόδοση τόσο της μιας όσο και της άλλης ερμηνεύτριας. Και να ήταν μόνο αυτές! Ένα λαμπρό (αλλά υπέρλαμπρο) καστ συνοδεύει από το ίδιο σχεδόν ερμηνευτικό ύψος τις δύο πρωταγωνίστριες στην αποτύπωση 50 χρόνων Ελληνικής Ιστορίας γραμμένης σε πρόσωπα και λόγια κλεισμένα σε αυλές, καταγώγια και μπουζούκια. Θάνος Τοκάκης, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Ντίνα Μιχαϊλίδου, Ευαγγελία Συριοπούλου, Ευγενία Σαμαρά. Ποιον να πρωτοεπαινέσεις! Αλλά και όλοι οι guest stars που βάζουν ένα λιθαράκι υποδυόμενοι διάσημους της εποχής, πόσο ακριβείς, ιδιαίτερα η Ματθίλδη Μαγγίρα ως Ρένα Βλαχοπούλου κάνει απίστευτο channeling παρά την φυσιογνωμική ανομοιότητά τους.

Η Ευτυχία είναι η καταγραφή της συναισθηματικής ιστορίας μιας χώρας, η αποτύπωση στον ψυχισμό της μεγάλης στιχουργού όλων των εξωτερικών γεγονότων που δεν αναφέρονται καν σ αυτά τα 50 χρόνια που βλέπουμε την ζωή της να ξετυλίγεται και να ξοδεύεται μπροστά στα μάτια μας. Ένα επίτευγμα που δεν θα ήταν ίδιο χωρίς το team που ανέλαβε να κάνει πραγματικότητα το όραμα του Άγγελου Φραντζή. Επιγραμματικά να αναφέρουμε κάποιους: Ο Γιάννης Δρακουλαράκος κλείνει στο φακό του το φως πέντε ολόκληρων δεκαετιών, ο Μίνως Μάτσας διασκευάζει αριστοτεχνικά τα τραγούδια της Ευτυχίας, δίνοντας το μικρόφωνο σε νέους εξαιρετικούς τραγουδιστές και συμπληρώνοντας το κάδρο ιδανικά με τις δικές του μουσικές, τα κοστούμια της Ιουλίας Σταυρίδου είναι ένας άθλος για τα ελληνικά δεδομένα ενώ το περίφημο makeup and hairstyling που φέρνει Oscar και φήμη στο Χόλιγουντ, εδώ βρίσκει το κορυφαίο του δείγμα για Ελληνική ταινία, στα χέρια της Δήμητρας Γιατράκου και του Κωνσταντίνου Σαββάκη. Respect!

Μια μεγάλη παραγωγή για μια μεγάλη γυναίκα λοιπόν, ένα υπόδειγμα ταινίας για πλατύ κοινό το οποίο καλείται να ανταποκριθεί στην πρόκληση και να γεμίσει τις αίθουσες. Οψόμεθα!

www.grandmagazine.gr/

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και η Κάτια Γκουλιώνη βρίσκουν την Ευτυχία στην ταινία για τη ζωή μιας σπουδαίας ελληνίδας δημιουργού

Ο Άγγελος Φραντζής σκηνοθετεί ένα biopic αξιώσεων για την πρώτη ελληνίδα στιχουργό, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που ενσαρκώνουν εξ ημισείας η Καριοφυλλιά Καραμπέτη και η Κάτια Γκουλιώνη. Της Μάρας Θεοδωροπούλου.

Μάρα Θεοδωροπούλου [4/5]

19.12.2019

Το ασυμβίβαστο πνεύμα και η χειμαρρώδης δημιουργικότητα της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, της πρώτης ελληνίδας στιχουργού, αποτυπώνονται πειστικά, αν και όχι πολύ τολμηρά, στην Ευτυχία, ένα biopic αξιώσεων που σηματοδοτεί τη σημαντικότερη εμφάνιση της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη στον κινηματογράφο εδώ και 19 χρόνια, στον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο που μοιράζεται με την ανερχόμενη Κάτια Γκουλιώνη (Πολυξένη). Από τον ξεριζωμό της σε νεαρή ηλικία από το Αϊδίνι της Μικράς Ασίας ως τη σημαδεμένη από τα πάθη, αλλά και τις συνταρακτικές απώλειες, μετέπειτα πορεία της, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου αποτελεί ιδανικό πρόσωπο για δραματουργική μεταχείριση -η εγχώρια ποπ κουλτούρα το έχει κατανοήσει, δεδομένου ότι πριν από αυτή εδώ την ταινία, ο θεατρικός μονόλογος με τίτλο το όνομά της αποδείχθηκε ένα από τα πιο αειθαλή χιτ της Νένας Μεντή και της αθηναϊκής σκηνής, για αρκετές σεζόν.

Την κινηματογραφική εκδοχή της ζωής της ανέλαβε να εκπληρώσει ο σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής (Ακίνητο Ποτάμι, Σύμπτωμα), για πρώτη φορά δουλεύοντας από ένα σενάριο που δεν υπογράφει ο ίδιος (η Κατερίνα Μπέη, συχνή συνεργάτης του Νίκου Περάκη, άντλησε υλικό από μαρτυρίες και συνεντεύξεις συγγενών και γνωστών της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, και από το βιβλίο της εγγονής της, Ρέας Μανέλη), και δίνοντας βάρος στις ερμηνείες και την αισθητική αναπαράσταση της εποχής στην προσπάθειά του να αποφύγει τις παγίδες της συμβατικής αφήγησης. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της περίπτωσης της γυναίκας πίσω από τραγούδια όπως «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά», «Όνειρο απατηλό» και «Περασμένες μου αγάπες» ήταν το ξεκίνημα συγγραφής στίχων σε ηλικία 55 ετών, γεγονός που στην ταινία ισοπεδώνεται για κατανοητούς λόγους, αλλά -ειρωνικά- εις βάρος μιας πραγματικά επαναστατικής φιγούρας.

Σχεδόν σε κάθε της λεπτό, η ταινία Ευτυχία αντιμετωπίζει με θαυμασμό και δέος την ηρωίδα της, μια κατά κοινή ομολογία θαρραλέα γυναίκα που αψήφησε τις κοινωνικές νόρμες της εποχής της και «περπάτησε τη ζωή της όπως την ήθελε», με αποκορύφωμα της ενσάρκωσή της από την Γκουλιώνη και την Καραμπέτη που την επισκέπτονται σε διαφορετικές ηλικίες και αναδεικνύουν τις εκρηκτικές και ανθρώπινες πτυχές του χαρακτήρα της χωρίς να «κόβουν» την ταινία στα δύο. Το ρίσκο της διπλής διανομής είναι και το μεγαλύτερο ατού της ταινίας, με ερμηνείες των δύο ηθοποιών να αλληλοσυμπληρώνονται χωρίς να μοιάζουν ποτέ να ανήκουν η κάθε μια σε άλλο σύμπαν -εξίσου ομαλά μεταφέρεται και η χημεία τους με τα υπόλοιπα standouts του καστ, την Ντίνα Μιχαηλίδου (στο ρόλο της μητέρας της), τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη (στο ρόλο του δεύτερου συζύγου της και, κρίνοντας από την ταινία, ενός άγιου ανθρώπου) και τον Θάνο Τοκάκη (στο ρόλο του επιστήθιου φίλου της, Λουκά).

Η ταινία μεταχειρίζεται τη μουσική σχεδόν ιμπρεσιονιστικά, σαν ανάμνηση, με τον Φραντζή να τοποθετεί το context του κάθε τραγουδιού σε ένα νυχτερινό κέντρο που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών, όπου κάθε κομμάτι ερμηνεύεται live αφού πρώτα έχει γίνει η (κάπως βολική) αντιστοίχισή του με ένα καθοριστικό συμβάν από τη ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Παράλληλα, η ταινία επιχειρεί να δικαιώσει μετά θάνατον τη δημιουργό, αποδίδοντάς της το credit που της αξίζει (αλά Bohemian Rhapsody στα άλλα μέλη των Queen) και που η ίδια δεν κυνήγησε στην πραγματική ζωή, πεθαίνοντας ουσιαστικά φτωχή. Με το υψηλό επίπεδο παραγωγής της και την υπερβολική γενναιοδωρία σε μελοδραματισμούς και συγκίνηση (που εγγυώνται μια υγιή εμπορική πορεία), η Ευτυχία συμπληρώνει όλα τα κουτάκια, σε αντίθεση με την Ευτυχία που πάλεψε τόσο πολύ να μην ανήκει σε κανένα.

https://popaganda.gr

Μαρίνα Τσικλητήρα [4/5]

Δημοσίευση: 20 Δεκεμβρίου 2019

«Από θέατρο τι σκαμπάζεις;», ρωτάει η ντίβα Μαρίκα Κοτοπούλη τη νεαρή Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. «Τραγωδίες», είναι η απάντηση. Μονολεκτική, σαρκαστική, ξερή. Χωρίς μελό χυμούς. Γιατί, πράγματι, η Παπαγιαννοπούλου δεν υπήρξε μελό. Και την τραγωδία που τη σφράγισε και διέτρεξε υπόγεια όλες τις επιλογές της και, κυρίως, την αχαλίνωτη δίψα της για μια ζωή «όπως την ήθελε εκείνη», δεν ήθελε να τη θυμάται. Ούτε να μιλάει γι’ αυτήν.

Όλα, βέβαια, ξεκινούν από το 1922. Καταστροφή, διωγμός, και η Ευτυχία ξεριζώνεται βίαια, μαζί με τη μητέρα και τις δύο κόρες της. Προορισμός η Αθήνα και ένας σύζυγος που εγγυάται ασφάλεια, αλλά είναι υπερβολικά χλιαρός για να τη συγκινήσει.

Ό,τι δεν τη συγκινεί και δεν την τραντάζει, η Ευτυχία το αφήνει. Διεκδικεί διαζύγιο, αναγκάζεται να διαλέξει κόρη, γίνεται ηθοποιός, ερωτεύεται και μετά ερωτεύεται ξανά. Το κόστος δεν τη νοιάζει, ούτε η άποψη του ανδροκρατούμενου κόσμου για εκείνη. Με τον τρόπο της, είναι μια πρώιμη φεμινίστρια· αλλά, όπως φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τον φακό του Άγγελου Φραντζή, αν της το έλεγε κάποτε κανείς, θα ανασήκωνε τους ώμους αδιάφορα και θα άναβε ένα ακόμα τσιγάρο. Η Ευτυχία δεν ενδιαφέρεται για ταμπέλες, γνώμες και επαίνους. Δεν νοιάζεται καν για τον τίτλο της στιχουργού, που από ένα σημείο και μετά θα την ακολουθεί μέχρι το τέλος της ζωής της. Η τέχνη της βγαίνει αβίαστα, με μόνο στόχο να πληρώνει τα ατελείωτα χρέη της. Πολλά από τα τραγούδια της κυκλοφορούν μέχρι σήμερα ορφανά.

Καπνίζει ασταμάτητα. Όταν πρωταγωνιστεί στα μπουλούκια, όταν φλερτάρει με τον διανοούμενο αστυνομικό που θα κερδίσει τελειωτικά την καρδιά της, όταν τσακώνεται με τις κόρες της για τις επιλογές τους, όταν σημειώνει πυρετωδώς τους στίχους των ωραιότερων ελληνικών τραγουδιών που γράφτηκαν ποτέ πάνω σε πακέτα τσιγάρων, όταν γιορτάζει, όταν θρηνεί, όταν χαρτοπαίζει. Τα πάθη της τη χαρακτηρίζουν, τρέφονται σαν θηρία από την ίδια της τη δημιουργία, αλλά παρασύρεται σε αυτά από επιλογή.

Με την Ευτυχία ο Άγγελος Φραντζής κάνει mainstream σινεμά και το στοίχημα βγαίνει. Η ιστορία που αφηγείται άντλησε στοιχεία από το υλικό της εγγονής της Παπαγιαννοπούλου, Ρέας Μανέλη, και στηρίχθηκε στο σενάριο της Κατερίνας Μπέη. Η ταινία του χωρίζεται στα δύο. Το πρώτο μέρος μας πληροφορεί για τις καταστάσεις και τα πρόσωπα που καθόρισαν την αθυρόστομη, τολμηρή ηρωίδα του και σκιαγραφεί, με αδρές γραμμές, τον επαναστατικό της χαρακτήρα. Το δεύτερο εστιάζει στις απώλειες και στα κόστη. Το εύρημα που δένει όλα τα υλικά είναι μια τιμητική εκδήλωση, στη διάρκεια της οποίας η ηλικιωμένη (πλέον) στιχουργός συνδέει τα τραγούδια της με τα γεγονότα και τους ανθρώπους που την ενέπνευσαν να τα γράψει.

Δεν είναι πρωτότυπο, αλλά εξυπηρετεί την αφήγηση και δίνει στον θεατή την ευκαιρία να συνειδητοποιήσει πόσα από τα πασίγνωστα κομμάτια που τραγούδησαν ο Στράτος Διονυσίου, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Μαρινέλλα, η Βίκυ Μοσχολιού, η Μελίνα Μερκούρη, ο Γιώργος Ζαμπέτας, η Μαίρη Λίντα, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και ο Σταμάτης Κόκοτας πάτησαν σε δικούς της στίχους. Πίσω από την Ευτυχία οι εποχές περνούν (όπως και διάφορες προσωπικότητες της εποχής, από τη Ρένα Βλαχοπούλου μέχρι τον Μανώλη Χιώτη, τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Μάνο Χατζιδάκι), αλλά η Ιστορία αποτελεί απλώς το φόντο: δεν εμπλουτίζει ουσιαστικά το στόρι. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί αδυναμία, όμως το πρόσωπο της ηρωίδας, που κυριαρχεί στα περισσότερα πλάνα, λειτουργεί εξισορροπιστικά. Είναι απλώς αδύνατο να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του, είτε του δίνει ζωή η Κάτια Γκουλιώνη, είτε η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Το κάστινγκ της ταινίας, με ελάχιστες παραφωνίες στους guests, είναι το βασικό της ατού. Αναγκαστικά εστιάζεις βέβαια στις δύο πρωταγωνίστριες, που υποδύονται την Παπαγιαννοπούλου σε νεαρή και ώριμη ηλικία αντίστοιχα. Η Γκουλιώνη, μια ηθοποιός με έντονο προσωπικό στίγμα, είναι κοφτερή, αψιά, κυνικά αστεία, καυτερή. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη επιλογή για το πορτρέτο μιας τόσο ξεχωριστής γυναίκας. Τόσο απλά.

Και μετά, είναι η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Μία ακόμα ηθοποιός με εντελώς προσωπικό στίγμα. Για χάρη της ηρωίδας της κάπνισε, γδάρθηκε, γέρασε και, το σημαντικότερο, μαλάκωσε και χαμήλωσε, όπως συμβαίνει ακόμα και στους πιο γενναίους, όταν ο χρόνος και η απώλεια τους λυγίζουν. Θα έπρεπε να κάνει περισσότερο σινεμά η Καραμπέτη. Στην Ευτυχία είναι υπνωτιστική.

Έτερον ήμισυ και των δύο ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης. Ο ρόλος του δεν τον ευνοεί, δεν υπάρχει αρκετός χώρος γι’ αυτόν και είναι κρίμα. Όμως, διαπρέπει: την ώρα που μοιάζει να μην κάνει πολλά, κατορθώνει να είναι ορατός και να συγκινεί. Αναμφισβήτητη νίκη και μπράβο του.

Μερικές στιγμές, οι ραφές ανάμεσα στα δύο μέρη φαίνονται. Η ιστορία της ώριμης Παπαγιαννοπούλου περιλαμβάνει λιγότερα γεγονότα, κάτι που δημιουργεί μια ανισότητα. Ο θεατής, όμως, μπορεί να κρατήσει τη συνολική ατμόσφαιρα αυτής της φροντισμένης παραγωγής. Τα κοστούμια, τις μουσικές, τις ερμηνείες. Και την προσωπικότητα μιας γυναίκας μοναδικής, που, μετά τη συγκλονιστική μεταφορά της ιστορίας της στο σανίδι μέσα από τον αξέχαστο μονόλογο της Νένας Μεντήάξιζε να ζωντανέψει και στη μεγάλη οθόνη.

Avopolis Music Network

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είναι ένας γνωστός-άγνωστος θρύλος της ελληνικής μουσικής, η μεγαλύτερη στιχουργός της χώρας, μια ποιήτρια που αντιπαρέθετε την ευαισθησία και την έμπνευση στην ωμότητα της εποχής της για να υπερβεί το στενό πλαίσιο του σουξέ που σιγοψιθυρίζεται και να το ανυψώσει σε επίπεδο διαχρονικής επωδού, εγγεγραμμένο στη συλλογική μνήμη ενός λαού, καθώς προέρχεται κατευθείαν από την ψυχή του. Η δυστυχία της Παπαγιαννοπούλου, από τον άτακτο ξεριζωμό της μαζί με χιλιάδες Έλληνες κατά τη Μικρασιατική καταστροφή μέχρι τη μεταπολεμική ανέχεια και τις προσωπικές τραγωδίες, θα μπορούσε να αποσπάσει τη βιογραφική ταινία του Άγγελου Φραντζή και να τη μετατρέψει σε ένα μεγαλόστομο έπος άλλων κυβικών και ενδεχομένως διαφορετικής κατεύθυνσης. Η μεγαλύτερη στιχουργός της χώρας, μια ποιήτρια που αντιπαρέθετε την ευαισθησία και την έμπνευση στην ωμότητα της εποχής της για να υπερβεί το στενό πλαίσιο του σουξέ που σιγοψιθυρίζεται και να το ανυψώσει σε επίπεδο διαχρονικής επωδού, εγγεγραμμένο στη συλλογική μνήμη ενός λαού, καθώς προέρχεται κατευθείαν από την ψυχή του. Ευτυχώς, η Ευτυχία είναι μια μικροαστική ηθογραφία που παρακολουθεί με προσήλωση μια ξεχωριστή προσωπικότητα και παραμένει προσεκτική και πιστή στις στιγμές που γεννούν το έργο της. Η ταινία στήνεται γύρω από μια επινοημένη τιμητική βραδιά, όπου μεγάλοι συνθέτες, από τον Χιώτη και τον Τσιτσάνη ως τον Καλδάρα και τον Μάνο Χατζιδάκι, υποκλίνονται στα λόγια που τους χάρισαν μερικά από τα αριστουργήματά τους, και ξεδιπλώνει τη ζωή της μέσα από δύο μεγάλες περιόδους. Η Κάτια Γκουλιώνη υποδύεται τη νεαρότερη Παπαγιαννοπούλου, στη μικρή της επανάσταση απέναντι στον πρώτο της σύζυγο, στο ξεκίνημά της στο θέατρο και στις πρώτες της απόπειρες στη στιχουργική. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη την ενσαρκώνει στην ώριμη ηλικία, όταν ήταν πλέον παντρεμένη με τον άντρα που αγάπησε (έξοχα τρυφερός ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης) και αντιμέτωπη με τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ζωής της, τον θάνατο της μεγάλης κόρης που αγαπούσε ιδιαίτερα και τον εθισμό της στον τζόγο. Τα τραγούδια που όλοι γνωρίζουμε προκύπτουν από την καθημερινότητα και τις μνήμες της με μια τόσο καλοζυγισμένη απουσία έμφασης στη σπουδαιότητά τους που καταφέρνουν να αθροίσουν συγκίνηση και να αποδώσουν πολύ πειστικά το πνεύμα της δημιουργού, αντί να κατασκευάσουν τη φανταστική αγιογραφία μιας εξιδανικευμένης καλλιτέχνιδος. Επιπρόσθετα, η Ευτυχία του Φραντζή είναι μια ατελής ηρωίδα, απρόθυμη να αναγνωριστεί ως τέτοια, όπως όλοι οι αυθεντικοί ήρωες, βγαλμένη από ένα εναλλακτικό Τρίτο Στεφάνι, μια μπάλα από αντιφάσεις, γυναίκα με πάθη κι εκρήξεις, σύγχρονη και αδάμαστη, τραχιά και τρυφερή, απερίστροφα λαϊκή αλλά και μοντέρνα στις κρίσιμες αποφάσεις της. Υποκριτικά μεταφράζεται με συγχρονισμό από τις δύο ηθοποιούς: η Κάτια Γκουλιώνη συλλαμβάνει την ορμή της και συχνά συνθέτει ένα πικρό και βαρύ βλέμμα που κοντράρει την αυθάδεια της ηρωίδας, αν και μερικές φορές φαίνεται η τεχνική της. Η Καραμπέτη κατακτά πανηγυρικά μια διαφορετική ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη της Ευτυχίας να στερεωθεί στη σταθερότητα που με κόπο έχει κατακτήσει και στις δυνάμεις που βίαια την τραβούν στα τρίσβαθα. Ο χιουμοριστικός τόνος, αναμφίβολα απαραίτητος σε ένα τόσο δυσοίωνο χρονικό, ηχεί υπερβολικός και επαναλαμβανόμενος, αν και δεν επηρεάζει ένα συναρπαστικό πορτρέτο που παράλληλα λειτουργεί και ως χρονικό της μονομαχίας ενός ανθρώπου με τη μοίρα, το ανδρικό κατεστημένο και τον εαυτό του. Πηγή: www.lifo.gr

Οι ταινίες της εβδομάδας: «Ευτυχία» και πάλι «Ευτυχία»

Η βιογραφική ταινία του Αγγελου Φραντζή πάνω στην τραγική ζωή και το αθάνατο έργο της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου ανοίγει σε 79 αίθουσες πανελληνίως και όλα δείχνουν ότι θα παραμείνει εκεί για πολύ καιρό…

Ζουμπουλάκης Γιάννης [4/5]

19.12.2019

Η Καρυφυλλιά Καραμπέτη έξοχη στον ρόλο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Στα δεξιά της ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης που υποδύεται τον ήρεμο σύζυγό της και αριστερά ο Θάνος Τοκάκης στον ρόλο του Λουκά, του καλύτερου φίλου της Παπαγιαννοπούλου

«Ευτυχία» (Ελλάδα, 2019). Βιογραφικό δράμα του Αγγελου Φραντζή.

H τραγική βιογραφία της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, στιχουργού των πιο όμορφων τραγουδιών του λαϊκού ελληνικού ρεπερτορίου του 20ού αιώνα, μιας γυναίκας ιδιοφυούς αλλά και με αυτοκαταστροφικές τάσεις, μπορεί να εκληφθεί ως γεγονός για τον εγχώριο κινηματογράφο. Αν και τραγούδια όπως «Περασμένες μου αγάπες», «Όνειρο απατηλό», «Είμαι αητός χωρίς φτερά», «Ηλιοβασιλέματα», «Είσαι η ζωή μου», «Μαντουμπάλα», «Δύο πόρτες έχει η ζωή» («Το τελευταίο βράδυ μου»), τραγουδιούνται ακόμα και σήμερα όπως όταν πρωτοακούστηκαν, πολύς νέος κόσμος έμαθε για την σπάνια περίπτωση της Παπαγιαννοπούλου μέσω του θεατρικού μονόπρακτου στο οποίο επί πολλές σεζόν την υποδύθηκε μια καταπληκτική Νένα Μεντή. Να όμως που σήμερα, με την αρτιότατη ως κατασκευή ταινία του Αγγελου Φραντζή, το κοινό έχει την ευκαιρία να μπει κι εκείνο λεπτομερώς στην τόσο παράξενη ζωή της.

Η Λιβύη ως «ζωτική περιοχή» για την Ελλάδα

Το φιλμ είναι μοιρασμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο η Κάτια Γκουλιώνη υποδύεται την στιχουργό νέα και αργότερα η Καρυφυλλιά Καραμπέτη παίρνει την σκυτάλη για να απογειώσει την ταινία παίζοντάς την σε μεγαλύτερη ηλικία από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ως τον θάνατό της το 1972. Μια ιδέα του Φραντζή και της Κατερίνας Μπέη που λειτουργεί αποτελεσματικά είναι η τιμητική βραδιά για την στιχουργό που λειτουργεί ως άξονας στην μεταφορά του θεατή στον χρόνο καθώς παρόντες είναι όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και μουσικοί που συνεργάστηκαν μαζί της και την τιμούν με την παρουσία τους από τον Βασίλη Τσιτσάνη ως τον Απόστολο Καλδάρα και από τον Μανώλη Χιώτη ως τον Μάνο Χατζιδάκι (το μόνο ξένο σώμα εκεί είναι ο οικοδεσπότης της εκδήλωσης που έχει την μορφή του Φοίβου Δεληβοριά).

Η ταινία κτίζεται πάνω στην ιδέα ότι η Παπαγιαννοπούλου ζούσε για το τώρα και για τα πάθη της με την χαρτοπαιξία στη θέση του μεγαλύτερου. Ο Φραντζής και η Μπέη υπογραμμίζουν αυτό το γεγονός, και έτσι κτίζουν ένα ολοκληρωμένο, συμπαγές πορτρέτο αυτής της τρομερής γυναικείας προσωπικότητας που θαρρείς ότι κέρδισε μέρος από την απίστευτη ενέργειά της έχοντας επιβιώσει από την καταστροφή της Σμύρνης που την οδήγησε στον ξεριζωμό από την πατρίδα της το Αϊδίλι.

Η Παπαγιαννοπούλου ήταν κυριολεκτικά ατρόμητη, δεν φοβόταν τίποτε και κανέναν, δεν την απασχολούσε η υστεροφημία της, αδιαφορούσε για το αν θα έβλεπε το όνομά της στα τραγούδια που έγραφε, τα οποία δε, πουλούσε για ψίχουλα! Και ο κόσμος αν και δεινοπαθούσε δίπλα της, δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτήν- παράδειγμα ο δεύτερος σύζυγός της, ένας ενάρετος αστυνομικός που χάρη στον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη γίνεται η ήρεμη δύναμη της ταινίας, αλλά και ο Λουκάς, ο αφοσιωμένος γκέι φίλος της, που έχει το πρόσωπο του Θάνου Τοκάκη, τον οποίο πολύ θα θέλαμε να βλέπαμε συχνότερα στην μεγάλη οθόνη.

Άψογες στον απαιτητικό ρόλο που κλήθηκαν να αποδώσουν, οι δύο ηθοποιοί που παίζουν την στιχουργό δεν σου επιτρέπουν να στρέψεις ποτέ την ματιά σου εκτός οθόνης. Η Γκουλιώνη δεν έχει υπάρξει καλύτερη αλλά η Καραμπέτη, τελικά, είναι εκείνη που κυριολεκτικά απογειώνει την ταινία, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ότι είναι η καλύτερη εν ζωή ελληνίδα ηθοποιός της εποχής μας. Ακόμα και στο πόσο πειστικά καπνίζει ενώ είναι φανατική αντικαπνίστρια φαίνεται η αφοσίωσή της σε έναν ρόλο που όχι μόνον είναι ο καλύτερός της στο σινεμά αλλά προβλέπω ότι θα γράψει σελίδα στην Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου.

Βαθμολογία: 4

https://www.tovima.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: