Οι 10 καλύτερες ταινίες για το 2019 του Flix στο βίντεο της χρονιάς

Οι 10 καλύτερες ταινίες του Flix για το 2019 στο βίντεο της χρονιάς, με την υπογραφή του Νίκου Πάστρα.

 

Αυτές είναι οι δέκα καλύτερες ταινίες του 2019 όπως τις ψήφισαν οι συντάκτες του Flix.

 

Flix Top Ten – 2019: Το νούμερο 1
Πόλυ Λυκούργου

1.«Ο Ιρλανδός» (The Irishman) του Μάρτιν Σκορσέζε

Ο Μάρτιν Σκορσέζε μάς εξαπάτησε. Πιστέψαμε ότι επιστρέφει απλώς στο γκανγκστερικό είδος που γνωρίζει τόσο καλά. Φέρνει μαζί του παλιά και νέα «Καλά Παιδιά» και θα αφηγηθεί άλλη μία ιστορία «Κακόφημων Δρόμων». Θα μάς έφτανε αυτό. Θα ήταν σπουδαίο. Αλλά, ο Σκορσέζε μάς εξαπάτησε. Πατώντας πάνω στο βιβλίο του Τσαρλς Μπραντ («I Heard You Paint Houses» – ευφημισμός για τους εκτελεστές της μαφίας, καθώς το αίμα των θυμάτων τους έβαφε τους τοίχους) μάς παρέσυρε σε ένα επικό τρίωρο μαφιόζικο ντελίριο. Για να αφήσει την αποκάλυψη των προθέσεών του στο τελευταίο μισάωρο. Με την αλήθεια του να αντηχεί πιο εκκωφαντικά από πυροβολισμούς… in the still of the night. Μέσα στους ιδρυματοποιημένους, ψυχρούς διαδρόμους ενός γηροκομείου. Ησυχη σαν τον θάνατο. Γιατί αυτό έχει ανάγκη να κάνει σήμερα. Στα 77 του χρόνια, ο Σκορσέζε κοιτά το θάνατο στα μάτια. Ή, τουλάχιστον, τη συνειδητοποίηση ότι πλησιάζει – έτσι σαν ένα γνώριμο, υγρό μονοπλάνο που κανείς δεν μπορεί να σταματήσει. Ο Μάρτιν Σκορσέζε μάς εξαπάτησε. «Ο Ιρλανδός» του είναι μία θλιμμένη, σοφή ελεγεία της ανθρώπινης θνησιμότητας. Μία εξομολόγηση ενοχών, μία τελευταία ανάσα σπαραχτικής μεταμέλειας, μοναξιάς και ματαιότητας. Ο Σκορσέζε κοιτά πένθιμα τη φιλμογραφία του και το συνειδητοποιεί: την πιο σκοτεινή καρδιά δεν την έχει η μαφία, ο καπιταλισμός, η εξουσία. Αλλά ο χρόνος.

Power Points

Tίποτα δε λείπει από τη σήμα-κατατεθέν κινηματογραφική γραφή του. Το στιβαρό voice over του ήρωα, οι απολαυστικές αναφορές στην ποπ κουλτούρα, η vintage αισθητική, το πορωτικό σάουντρακ, το κατάμαυρο χιούμορ που εναλλάσσεται με τα ξεσπάσματα βίας. Ο Σκορσέζε ενορχηστρώνει τα πάντα στην λεπτομέρεια και φέρνει το A game του σε ένα genre που γνωρίζει πολύ καλά: αριστοτεχνική, φιδίσια κίνηση της κάμερας, μελετημένη χωροταξία, η Θέλμα στο μοντάζ να ξέρει πώς να ανεβάσει την ένταση, ή πώς να την φριζάρει στις δεσποτικές φιγούρες των χαρακτήρων. Τίποτα από όλα αυτά δεν έχει σημασία. Οσο οι ηθοποιοί του. Ο (μέχρι στιγμής τόσο μα τόσο αδικημένος στα βραβεία) Ντε Νίρο παραδίδει μία άψογη, συγκινητική ερμηνεία, έτσι όπως ακροβατεί τον ήρωά του ανάμεσα στη σκληρότητα και την (προσωπική του) ηθική. Ο Πατσίνο παραδίδει την καλύτερη ερμηνεία των τελευταίων του 25+ χρόνων, όχι γιατί μιμείται τέλεια την ιστορική φιγούρα Τζίμι Χόφα, αλλά γιατί τον αποδομεί και τον ξαναφτιάχνει – τον ενδιαφέρει ο άνθρωπος, ο φίλος. Ο Τζο Πέσι – ω, ο Τζο Πέσι. Αυτός είναι η αποκάλυψη. Αντίθετα από την φωνακλάδικη, βίαιη περσόνα των παλιότερων σκορσεζικών του ηρώων, εδώ είναι βουβός, θλιμμένος, ανατριχιαστικά ακίνητος. Στέκεται στα πλάνα απέναντι στην ένταση των άλλων, με μια μελαγχολική σοφία στα μάτια. Και δεν χρειάζεται τίποτα άλλο για να κλέψει την παράσταση.

Θα μείνει κλασικό

Γιατί κέρδισε όλα τα στοιχήματα. Της αναμέτρησης με το χρόνο, αλλά και με τον ίδιο τον φιλμικό χρόνο. Ναι, ο Σκορσέζε επέτρεψε στον «Ιρλανδό» να επεκταθεί στις απαγορευτικές στην εποχή μας τρεισήμισι ώρες. Θέλησε να κάνει μία βαθιά υπόκλιση στο κλασικό, παραδοσιακό, μεγάλο σινεμά – αυτό για το οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος με την κατακερματισμένη προσοχή δεν έχει υπομονή και αντοχές πια. Εκείνος το τόλμησε – μεγαλόπρεπα, επικά. Αλλά κι εκεί έφερε την ανατροπή. Γιατί στο τέλος, καμία σημασία δεν είναι το πολύωρο, φασαριόζικό του κομψοτέχνημα. Στο τέλος, αυτό που μένει είναι αυτό που έσκυψε και μάς ψιθύρισε.

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

Ένα απλό (;) τηλεφώνημα που αποκαλύπτει, για πρώτη φορά, ολόκληρο τον ήρωα. Ένα τηλεφώνημα που αποδεικνύει τι είναι ακόμα ικανός να κάνει ο Ντε Νίρο. Μόνο με το πρόσωπο. Μόνο με τα μάτια και τη φωνή και τις παύσεις και τις αμηχανίες. Ένα τηλεφώνημα, η στιγμή της χρονιάς. «Tι σόι άνθρωπος κάνει ένα τέτοιο τηλεφώνημα;»

Γράψαμε στο Flix

Εδώ, περισσότερο από όλες τις άλλες φορές, ο Σκορσέζε ενδιαφέρεται για τους (αντι)ήρωές του. Μπαίνει στην καρδιά των πραγματικών γεγονότων με λεπτομέρεια αλλά και ποιητική αδεία (άλλωστε και η αποκαλυπτική αφήγηση του Σίραν στο βιβλίο του Μπραντ έχει αμφισβητηθεί για το αν είναι βάσιμη ή το παραλλήρημα ενός γέροντα), όμως δεν στέκεται στην αλήθεια της ειδησιογραφίας, όσο στην κινηματογραφική αλήθεια. Αυτή που μπορεί να διαβαστεί ως μία παραβολή για την ανθρώπινη φύση και να αφορά κι εμάς – τον κάθε ένα προσωπικά- και τις μικρές ζωές μας που δε θα απασχολούσαν ποτέ την μεγάλη οθόνη. Ολοι θα πεθάνουμε – πλούσιοι και φτωχοί, επιτυχημένοι κι αποτυχημένοι, άσημοι και διάσημοι, αμαρτωλοί κι αθώοι. Ο Φρανκ επέζησε της βαρβαρότητας της δουλειάς του. Πιστός, ξηγημένος κι έξυπνος κέρδιζε τις ισορροπίες στα στημένα παιχνίδια και την εμπιστοσύνη των ισχυρών παικτών. Δεν έφαγε σφαίρα, δεν κάηκε ζωντανός, δεν “εξαφανίστηκε”. Να τος μπροστά μας, γέροντας, άρρωστος και μόνος. Ενας άνθρωπος μια ζωή παγερός, ψυχρός κι ανίκανος για συναισθήματα, να μην έχει που αλλού να κρυφτεί από τον θάνατο που πλησιάζει. Διαβάστε ολόκληρη την κριτική εδώ

Και κάτι ακόμη

Το Flix είχε την τύχη να συναντήσει τους πρωταγωνιστές του «Ιρλανδού», Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο, σε μία αποκλειστική για την Ελλάδα συνέντευξη. Σοκ, δέος, βαθιά υπόκλιση.

Αλ Πατσίνο: Πάντα χρησιμοποιούσα μία αναλογία για να εξηγήσω πώς αισθάνομαι ως ηθοποιός: είναι σαν να είμαι ακροβάτης του τσίρκου. Ισορροπιστής σε τεντωμένο σχοινί. Και ξέρετε, ο Σκορσέζε δεν παρέχει δίχτυ ασφαλείας. Σε αφήνει να δοκιμάσεις ό,τι θέλεις, χωρίς χαλινάρι. Κι αυτό είναι υπέροχο και δημιουργικό. Αλλά και εντελώς τρομαχτικό. Εκτός κι αν έχεις τον Μπόμπι απέναντί σου. Ο Μπόμπι ήταν το δίχτυ μου. Ηταν και για εμάς πολύ συγκινητικό ότι τα καταφέραμε επιτέλους και παίξαμε σε μία τέτοια ταινία.

Ρόμπερτ Ντε Νίρο: Με τον Αλ δεν νιώθεις ότι μοιράζεσαι τις σκηνές. Δεν αφαιρείται ο κινηματογραφικός σου χρόνος για να πάρει ως συμπρωταγωνιστής σου τον δικό του. Πολλαπλασιάζεται. Προσθέτει βάρος και ουσία σε ό,τι κάνεις κι εσύ.

Flix Top Ten – 2019: Το νούμερο 2
ΑΠΟΨΗ 30 DEC / Τάσος Χατζηευφραιμίδης
Η ταινία που εξαπλώθηκε σε όλες τις γωνιές της γης.

2.«Παράσιτα» (Parasite) του Μπονγκ Τζουν-χο

Με πάνω από 120 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box-office και μια διαφαινόμενη λαμπρή οσκαρική πορεία, έστω και σε επίπεδο υποψηφιοτήτων, τα «Παράσιτα» του Μπονγκ Τζουν-χο δεν έγιναν μόνο ένας από τους πιο δημοφιλείς Χρυσούς Φοίνικες της πρόσφατης (και όχι μόνο) μνήμης, αλλά μετατράπηκαν τους μήνες που ακολούθησαν το φεστιβάλ των Καννών σε πολιτισμικό φαινόμενο. Αρκεί μια αναζήτηση του hashtag #BongHive (έτσι αυτοπροσδιορίζονται πλέον οι θαυμαστές, παλιότεροι και νεότεροι, του σκηνοθέτη) στο twitter για να καταλάβει κανείς την επίδραση που είχε τελικά η ταινία σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Κι όλα αυτά είναι απολύτως δικαιολογημένα, καθώς καμία άλλη φετινή ταινία δε μίλησε για τα δεινά του ύστερου καπιταλισμού και τις νέες (αλλά και τόσο διαχρονικές τελικά) ταξικές και κοινωνικές ανισότητες με τον τρόπο που μόνο η παγκόσμια κινηματογραφική γλώσσα μπορεί.

Power Points

Στην ίδια νοητή γραμμή με τους «Κλέφτες Καταστημάτων» του Χιροκάζου Κόρε-Εντα, τον (καθόλου τυχαία) περσινό Χρυσό Φοίνικα, αλλά και το «Παιχνίδι με τη Φωτιά» του συμπατριώτη του Λι Τσανγκ-ντογκ, ο Μπονγκ Τζουν-χο θέλει μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας μικροαπατεώνων που προσπαθούν να επιβιώσουν στην σκληρή πραγματικότητα της σύγχρονης Σεούλ και βρίσκουν τη μεγάλη ευκαιρία να πιάσουν την καλή «εισβάλλοντας» σταδιακά στο πολυτελές σπιτικό μιας εύπορης και νεόπλουτης οικογένειας στη σκιά του ασιατικού οικονομικού θαύματος, να μιλήσει για τους «μη έχοντες», τους παρίες ενός καπιταλιστικού συστήματος που είναι βαθύτατα ταξικό, αλλά και τοξικό μαζί. Το κάνει, όμως, μέσα από την ολότελα προσωπική σκηνοθετική του ματιά, με ένα σινεμά που από τον τίτλο ακόμα αψηφά τα είδη και τολμά να είναι καυστική σάτιρα, κλειστοφοβικό θρίλερ, μαύρη κωμωδία, πολιτική αλληγορία, φάρσα και (μελό)δραμα μαζί, πολλές φορές ακόμα και στην ίδια σκηνή, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο το πραγματικά αριστουργηματικό (και κατασκευασμένο για τις ανάγκες της ταινίας) σκηνικό της μινιμαλιστικά μεγαλειώδους έπαυλης της οικογένειας Παρκ σε πλήρη αντίστιξη με το χαμόσπιτο της οικογένειας Κιμ, για να αναδείξει μέσα από μια καταιγιστική πλανοθεσία τα ύψη και τα (απύθμενα τελικά) βάθη μιας πάλης που δεν μπορεί παρά να καταλήξει μετά από μια τρικυμιώδη και απρόβλεπτη αφηγηματική διαδρομή στην τραγωδία και σε ένα αποδραματοποιημένα κυνικό και πικρό φινάλε.

Θα μείνει κλασικό

Καταρχάς για τα προφανή: είναι η πρώτη κορεάτικη ταινία που βραβεύτηκε με το Χρυσό Φοίνικα κι, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, η πρώτη που θα τιμηθεί με το διεθνές (πρώην ξενόγλωσσο) Όσκαρ. Γιατί είναι η ταινία που επιτέλους έφερε στην πρώτη γραμμή (ή μάλλον παγίωσε πανηγυρικά) το όνομα του Μπονγκ Τζουν-χο ως ενός από τους πιο συναρπαστικούς και πολυσχιδείς σκηνοθέτες παγκοσμίως, με μια ακόμα αταξινόμητη δημιουργία να προστίθεται σε μια ήδη λαμπρή φιλμογραφία που έχει πλειστάκις αποδείξει πως γλιστρά δεξιοτεχικά ανάμεσα στα είδη, τα αποδομεί και τα αναμοχλεύει για να αναδείξει τις ενδογενείς αντιφάσεις της ανθρώπινης κατάστασης. Γιατί είναι μια από τις πιο διαυγείς κινηματογραφικές αποτυπώσεις των ημερών του ύστερου καπιταλισμού, με μια ματιά σαρδόνια, καυστική και διαπεραστική, αλλά και συνάμα συναισθηματική, τρυφερή και οργισμένη, μακριά από μανιχαϊστικές υπεραπλουστεύσεις και πολυκαιρισμένες ρητορείες. Γιατί αυτό είναι το πολιτικό σινεμά που χρειαζόμαστε αυτή τη στιγμή, ένα σινεμά διασκεδαστικό, ζωντανό, έξυπνο και μοντέρνο, που πατάει, όμως, γερά στις ανθρώπινες αξίες κι έχει ξεκάθαρη πολιτική και κοινωνική θέση.

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

Σε μια ταινία που κάθε κίνηση είναι χορογραφημένη στην εντέλεια και η πλανοθεσία σχεδιασμένη ως και την πιο παραμικρή σεναριακή, σκηνοθετική και σκηνογραφική λεπτομέρεια, η σκηνή του παιδικού πάρτι που θα οδηγήσει την ιστορία στην κορύφωσή της είναι σοκαριστικά αναπάντεχη, αλλά και νομοτελειακά προδιαγεγραμμένη μαζί, μια οπερατική έκρηξη βίας παράλογα άβολη και κωμική, εξόχως πολιτική και βαθύτατα ανθρώπινη μέσα στην τραγικότητά της, μία σεκάνς που συμπυκνώνει την πάλη των τάξεων και το αγεφύρωτο κοινωνικό χάσμα σε λίγα μόλις λεπτά.

Γράψαμε στο Flix

Χτισμένο πάνω σε χαρακτήρες που ακόμη κι αν εύκολα θα μπορούσαν να κατρακυλήσουν στην καρικατούρα, κατορθώνουν να αποκτούν βάθος, οντότητα και διακριτά χαρακτηριστικά, με ένα σενάριο που δίνει σημασία στις λεπτομέρειες και ξέρει να ταιριάζει το φαρσικό με το συγκινητικό και το λεπτό με το γκροτέσκο, το αποτέλεσμα είναι ανέλπιστα απολαυστικό κι ανέλπιστα διαπεραστικό. Ενα φιλμ βαθιά πολιτικό για θεατές που μπορούν να δουν κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων και δεν θέλουν το σινεμά τους να αντικαθιστά το θρησκευτικό κήρυγμα ή τον πολιτικό προσηλυτισμό. Μοντέρνο κι ευρηματικό, καυστικό και σαρδόνιο, ιδιοφυές και οργισμένο, το «Parasite» είναι μια σπουδαία και σκληρή ταινία που σε κάνει να γελάς πικρά στην αποκάλυψη της εικόνας μιας κοινωνικής πραγματικότητας που είτε το θέλεις είτε όχι σε αφορά. Διαβάστε ολόκληρη την κριτική εδώ

Και κάτι ακόμη

«Κάποιες από τις ταινίες που ξαναεπισκέφθηκα στην προετοιμασία του «Parasite» ήταν τα αστυνομικά του ’70 του Κλοντ Σαμπρόλ, αυτά τα χαρακτηριστικά policiers, γιατί συχνά παρουσιάζουν μπουρζουά ήρωες κι επίσης τον «Υπηρέτη» του Τζόζεφ Λόουζι που επίσης έχει μια σκάλα κυριολεκτικά, αλλά και ως ταξικό σύμβολο. Αλλά αυτές τις ταινίες δεν μπορείς να τις χαρακτηρίσεις b-movies, ενώ τη δική μου μπορείς. Είμαι μεγάλος φαν των b-movies, είδα ότι είναι εδώ στις Κάννες ο Τζον Κάρπεντερ στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών, θαυμάζω τρομερά τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας του κι αναρωτιέμαι αν θα καταφέρω να τον γνωρίσω! Χαίρομαι που οι ταινίες είδους ανθούν ξανά. Είμαι μεγάλος φαν τους κι ενώ μ’ αρέσει να καταστρέφω ή να ανατρέπω τις συμβάσεις τους, γενικά λειτουργώ μέσα στα όρια του είδους. Υπάρχει ένας ιδιαίτερος κινηματογραφικός ενθουσιασμός που φέρνουν στο κοινό αυτές οι ταινίες.» Εκτός από βαθύτατα πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης, ο Μπονγκ Τζουν-χο είναι κι ένας δεινός σινεφίλ, όπως αποκάλυψε στη συνέντευξη που έδωσε στο Flix λίγο πριν τα «Παράσιτα» πάρουν τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών και τραβήξουν το δρόμο της ταινίας-φαινόμενο του 2019.

Top Ten – 2019: Το νούμερο 3
ΑΠΟΨΗ 29 DEC / Πόλυ Λυκούργου
Tο Νο 3 μάς ράγισε την καρδιά.

3.«Ιστορία Γάμου» (Marriage Story) του Νόα Μπόμπακ

Πολλοί το χαρακτήρισαν το «Κράμερ Εναντίον Κράμερ» της εποχής μας. Δεν είναι. Άλλοι είδαν κάτω από τις ραφές της το φάντασμα του Γούντι Αλεν που αγαπούσε τον Μπέργκμαν. Όχι ακριβώς. Η ιστορία ενός διαζυγίου, που κάποιος έχει την τρυφερότητα, την μεγαλοψυχία και τη θλιμμένη γενναιοδωρία να τη δει από το πρίσμα μίας μεγάλης αγάπης που μπορεί να τελείωσε αλλά υπήρξε, είναι ξεκάθαρα, μία ταινία του Νόα Μπόμπακ. Και, μάλιστα, η καλύτερή του. Ενός δημιουργού που από την αρχή της καριέρας του τον ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, κι όχι οι ήρωες. Οι ιστορίες τους, άναρχες και ατελείς, όχι οι συγκροτημένες παρουσιάσεις εαυτών. Ενός σκηνοθέτη που μέσα από το παράδοξο, καταφέρνει την απόλυτη οικειότητα. Μέσα από το τραύμα, αναβλύζει ανθρωπιά. Μέσα από τη δική του ιδιοσυγκρασιακή κινηματογραφική αφήγηση, όλα βγάζουν νόημα. Η «Ιστορία Γάμου» δεν λέει κάτι καινούργιο. Οι άνθρωποι αγαπιούνται, με όλα τους τα ελαττώματα, σμίγουν, ενώ υπάρχουν δεκάδες πράγματα που τους χωρίζουν, παντρεύονται, κάνοντας ένα άλμα στο κενό, με πίστη ότι η αγάπη θα είναι το για πάντα το δίχτυ ασφαλείας. Και, κάποιες φορές, δεν είναι. Πώς γίνεται να τελειώνει η αγάπη; Πώς είναι δυνατόν να φτάνεις να μισείς αυτόν που μοιράστηκες ανάσες, δρόμο, όνειρα; Και κατά πόσο ευνοεί και το κοινωνικό πλαίσιο, το πώς είναι στημένο ένα σύστημα, για να βγεις από τα όριά σου; Ο τρόπος που ο Μπόμπακ απαντά σε αυτές τις ερωτήσεις είναι μια μικρή επανάσταση. Γιατί τις παλεύει. Γιατί αντιστέκεται. Γιατί αγωνίζεται να καταλάβει. Γιατί «δεν στέργει ήσυχα στην καλή νύχτα». Σηκώνει ανάστημα και το παλεύει. Γιατί σκορπάει με πικρή ειλικρίνεια σε χίλια κομμάτια το ζευγάρι, και στο τέλος, το αποδέχεται, το παρηγορεί, το ξανακολλά (έστω και με άλλο τρόπο) στην κινηματογραφική αγκαλιά του.

Power Points

Πρώτα από όλα, η γραφή. Οι ιδέες, το βλέμμα στα πράγματα. Συνήθως αφηγούμαστε έναν χωρισμό μέσα από το θυμό και την απαξίωση. Δεν ξεκινάμε από όσα κάνουν (όχι «έκαναν», αλλά κάνουν) τον άλλον μοναδικό, ερωτεύσιμο, Τον Ανθρωπο Μας. Από την πρώτη σκηνή, ο Μπόμπακ μάς σπαράζει. Κι αυτό το νήμα ακολουθεί. Το νήμα που δεν έχει λογική, αλλά έτσι είναι. Ο άντρας προσπαθεί να καταλάβει που έχασαν το δρόμο. Η γυναίκα προσπαθεί να καταλάβει που έχασε τον εαυτό της. Εμβόλιμοι χαρακτήρες (οικογένειες, φίλοι, ψυχοθεραπευτές, δκηγόροι) στέκονται τριγύρω τους, απέναντί τους και, κυρίως, ανάμεσά τους με έναν «λογικό παραλογισμό». «Ετσι είναι η ζωή». Αστείοι (το πικρό χιούμορ του Μπόμπακ είναι και το σήμα κατατεθέν του) κι επικίνδυνοι. Τίποτα δεν ξέρουν, κι όλα τα ξέρουν. Ο Μπόμπακ τους γράφει ως καρικατούρες, γιατί οι γνώμες των άλλων πάνω στο δικό σου πόνο είναι μόνο κλισέ. [Αλλά κι εκεί κρύβει ανατροπές – ο μονόλογος της Λόρα Ντερν, το μεγαλείο του Αλαν Αρκιν]. Το ζευγάρι του βέβαια είναι άλλη υπόθεση. Σε αυτούς σκύβει και φροντίζει και χαϊδεύει με τη γραφή του. Και απογυμνώνει και πιάνει νεύρο και καρδιά – μέσα από σκηνές που δίνουν στον Ανταμ Ντράιβερ και την Σκάρλετ Τζοχάνσον την ευκαιρία να ακονίσουν τους υποκριτικούς τους κυνόδοντες. Όλα τα φώτα, όλα τα σκοτάδια, όλα πάνω τους, με εμπιστοσύνη. Δείξτε μας τι σημαίνει να μην έχει σημασία αν έχεις δίκιο ή άδικο. Αλλά να νιώθεις μισός, ακάλυπτος, λίγος. Οργισμένος. Προδομένος. Σε απόγνωση. Ηττα. Πώς μαζεύεις τα κομμάτια σου και προχωράς; Οι υποψηφιότητες των ηθοποιών για τα βραβεία, τον δικαιώνουν.

Θα μείνει κλασικό

Γιατί αυτές είναι οι «μικρές» μεγάλες ταινίες. Αυτές είναι οι ταινίες που δεν γράφουν απλώς κινηματογραφική ιστορία, αλλά διηγούνται τις δικές μας ιστορίες. Αυτές που δεν θυμόμαστε μόνο. Τις κουβαλάμε. Αυτές που πιάνουν κάτι μικρό (ένα διαζύγιο σε σύγκριση με τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα αυτού του πλανήτη) και το μεγαλώνουν μέσα μας – ακόμα και μετά τους τίτλους τέλους. Γιατί για κάποιους «έτσι είναι η ζωή», αλλά όταν σου συμβαίνει είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Και το σινεμά θα σε δικαιώσει. Δε θα απαξιώσει το συναίσθημά σου. Θα του κάνει το κοντινό που του αξίζει.

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

Ο Άνταμ Ντράιβερ βγήκε σαν το επόμενο It Boy της δεκαετίας μέσα από το «Girls» της Λίνα Ντάναμ – λίγο πιο χίπστερ, λίγο πιο off, λίγο πιο κάπως. Δεν μάς είχε κερδίσε, δεν μάς είχε πείσει. O Mπόμπακ τον είχε σταμπάρει – του έδωσε ρόλους και στο «Frances Ha» και στο «While We’re Young». Και μετά ήρθε ο Σκορσέζε και του εμπιστεύθηκε τη «Σιωπή» του. Και μετέπειτα, ορδές φανατικών υποκλίθηκαν στη σκοτεινή του Δύναμη. Το «Paterson» του Τζιμ Τζάρμους ήταν το δικό μας κομβικό σημείο αναγνώρισης. Εκεί, όλα ανατράπηκαν. Εκεί φάνηκε ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι σπουδαίο.

Και το σπουδαίο εδώ έχει το μικρόφωνο. Έχει τη σκηνή. Για τον ήρωα όλα έχουν τελειώσει, δεν έχει τίποτα πια να χάσει. Σηκώνεται αποφασισμένος. Φτιάχνει με αμηχανία τη ζώνη του παντελονιού του, τραβάει πίσω τα μαλλιά του από τα μάτια. Τα μάτια που δεν τα σηκώνει από το πάτωμα, τα αφήνει εκεί. Γκρεμισμένα. Ανοίγει το στόμα του και τραγουδά. Με μικρές παραφωνίες και μεγάλες γενναίες κορώνες και τεράστια ψυχή. Το «Being Alive» του Στίβεν Σόνταμ από το μιούζικαλ «Company» εξηγεί γιατί ζευγαρώνουμε οι άνθρωποι. Γιατί, όσο άβολο κι αν είναι να κάνεις χώρο στο κρεβάτι και την παραξενιά του άλλου, αν χτυπά η καρδιά σου αλλά κανείς δεν την ακούει, είναι σαν να μην χτυπά καθόλου. Κι όταν αυτό το τραγουδά ένας άνθρωπος που έμεινε πάλι μόνος, εμείς… μόνο σιωπή. Σιωπή και δέος μπροστά στον Άνταμ Ντράιβερ και τι κάνει με αυτή τη σκηνή.

Γράψαμε στο Flix

Ισορροπώντας δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ, την οργή και την πίκρα, η ταινία δίνει την ευκαιρία στους δύο πρωταγωνιστές να δώσουν ίσως τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους. Η Σκάρλετ Τζοχάνσον, με μαλλί μπεργκμανικής ηρωίδας και άβαφη στη μεγαλύτερη διάρκεια, δεν ήταν ποτέ τόσο γήινη, προσιτή και ανθρώπινη, ειδικά στη σκηνή του καυγά που καταρρέει μπροστά την κάμερα, ενώ ο Ανταμ Ντράιβερ καλύπτει όλο το φάσμα του fragile masculinity ενός κατά βάση εγωκεντρικού καλλιτέχνη που πρέπει να χάσει τον άλλο για να ανακαλύψει την αξία του, όταν έχει ωριμάσει, όμως, κι έχει συνειδητοποιήσει τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον άνευ όρων, είναι πλέον αργά. Εκείνη, πάντως, που (αναμενόμενα) κλέβει την παράσταση είναι η Λόρα Ντερν στον κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της ρόλο της δικηγόρου της Νικόλ που εκτελεί χρέη ψυχολόγου και για τους δύο χωρισμένους, ενώ το λογύδριό της για την άμεμπτη συμπεριφορά που αξιώνει από τη γυναίκα η δικαιοσύνη κατά τη διαδικασία έκδοσης ενός διαζυγίου είναι εκείνο που προκάλεσε το ενθουσιώδες χειροκρότημα του κοινού κατά την πρώτη προβολή της ταινίας κι εκείνο που θα οδηγήσει την ηθοποιό στα Όσκαρ.

Και κάτι ακόμη

Ο Νόα Μπόμπακ δεν έχει κάνει ακριβώς μία αυτοβιογραφική ταινία. Αλλά σίγουρα αυτός ο ειλικρινής σπαραγμός έρχεται από κάπου πολύ βαθιά. Από τα δκά του προσωπικά του βιώματα ως παιδί χωρισμένων γονιών (δεν είναι τυχαίο ότι οι ήρωες εδώ έχουν παρατηρητή το μικρό τους αγοράκι), αλλά και λόγω του πρόσφατου δικού του διαζυγίου από την Τζένιφερ Τζέισον Λι (2013). Ο Μπόμπακ ομολόγησε ότι έδειξε την ταινία στην πρώην γυναίκα του «και της άρεσε πολύ». Κι αυτό μάς κάνει να καταλαβαίνουμε (και να συγκινούμαστε) με την τελευταία αγκαλιά της ταινίας, ακόμα περισσότερο. Όχι, η αγάπη δεν τελειώνει. Αλλάζει μορφή κι επιβιώνει. Όπως μπορεί.

ΑΠΟΨΗ 28 DEC / Δημήτρης Δημητρακόπουλος

Στο Νο 4, μια δυναμική, περήφανη κι εξόχως ειλικρινής ταινία με πραγματικό γυναικείο βλέμμα.

4.Το Πορτρέτο Μιας Γυναίκας Που Φλέγεται της Σελίν Σιαμά

Σε μια εποχή όπου το τι ακριβώς σημαίνει «γυναικείο σινεμά» γίνεται αντικείμενο συζητήσεων, αναλύσεων αλλά και χλευασμού, η Σελίν Σιαμά παρουσιάζει μια ταινία γεμάτη δύναμη, μαχητικότητα και απόλυτη συναίσθηση της πραγματικότητας, όντας σύγχρονη αλλά και διαχρονική και με μια μόνιμη πίστη στην ισχύ την αφήγησής της. Το «Πορτρέτο Μιας Γυναίκας Που Φλέγεται» δεν είναι απλά ένα φεμινιστικό μανιφέστο, ούτε μια ταινία με «πολεμική» ατζέντα αλλά η άκρως προσωπική ταινία μιας ταλαντούχας σκηνοθέτιδος, με δύο γνήσια δυναμικές ηρωίδες και ένα ειλικρινές, πανίσχυρο γυναικείο βλέμμα, άρτιο δείγμα ενός θαυμαστού σύγχρονου σινεμά που ο κόσμος έχει ουσιαστικά ανάγκη.

Power Points

Η συναισθηματική ειλικρίνεια, η υποβόσκουσα ένταση, οι σιωπές και ο θόρυβος του ανέμου που υποκαθιστούν τις εσωτερικές κραυγές, τα έντονα βλέμματα, η αλήθεια που κραυγάζει χωρίς να εκτονώνεται, η σπίθα στο πρόσωπο και σε κάθε μέρος του σώματος, ο πίνακας στον οποίο ουσιαστικά μετουσιώνεται κάθε εξόχως μελετημένο κάδρο. Και φυσικά, πάνω από όλα, οι δύο αποστομωτικές κεντρικές ερμηνείες που, όπως και η αφήγηση, δεν καταφεύγουν ποτέ σε ευκολίες παρά βρίσκουν πάντα τον σωστό τρόπο για να διαλύσουν την καρδιά και τα συναισθήματα του θεατή.

Θα μείνει κλασικό

Γιατί το «Πορτρέτο Μιας Γυναίκας Που Φλέγεται» είναι γεμάτο εμβληματικά καδραρίσματα, ξεχειλίζει από ένταση ακόμα κι όταν κανείς δεν επιτρέπεται να εκδηλώσει το οτιδήποτε, ξεπερνά τις όποιες ταξικές διαφορές για να αποκαλύψει ότι ο πραγματικός καταπιεστής είναι τελικά άλλος και κορυφώνεται ίσως στο πιο εξοντωτικό, κινηματογραφικό two-punch που έχουμε δει τελευταία στο σινεμά, χωρίς κορώνες, εξάρσεις και θεατρινισμούς. Η οπτική της Σιαμά είναι συγκεντρωμένη, μαχητική, ψύχραιμη και γνωρίζοντας απόλυτα τι θέλει να πει και πώς να το πει, μιλώντας με την γλώσσα της εποχής της και αποδεικνύοντας με ένα φιλμ εποχής πόσο στην πραγματικότητα άχρονα είναι όλα όσα έχει να πει.

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

H σκηνή στα «Κορίτσια» όπου η παρέα του τίτλου τραγουδά το «Diamonds» της Rihanna (πέρα από μία από τις καλύτερες σκηνές της δεκαετίας) είναι ενδεικτική του τρόπου που η Σιαμά χρησιμοποιεί την μουσική για να αυτοπροσδιορίσει τις ηρωίδες της, σε μια προσωπική επανάσταση που χρησιμοποιεί τους όρους της εποχής για να εκφράσει κάτι απόλυτα απελευθερωτικό και μεγαλειώδες. Το εκπληκτικό είναι ότι και στο «Πορτρέτο Μιας Γυναίκας Που Φλέγεται», η Σιαμά καταφέρνει να κάνει με την σκηνή γύρω από την φωτιά ακριβώς το ίδιο σε μία αφήγηση σχεδόν χωρίς μουσική και χωρίς pop στοιχεία, όμως με μία σαφή ομοιότητα στον τρόπο που το γυναικείο φύλο – σε κάθε εποχή – έρχεται στην ανάγκη να ορίσει το ίδιο τι τελικά είναι ώστε να κερδίσει τη θέση του στην κοινωνία.

Γράψαμε στο Flix

«Η Σιαμά κατασκευάζει μία ταινία εποχής κρατώντας τις ισορροπίες του παλιομοδίτικου γαλλικού δράματος: ναι, σε στιγμές βερμπαλιστικό, φιλοσοφικό, ακαδημαϊκό. Όταν απομακρυνθείς λίγο και δεις τον καμβά ολόκληρο όμως, διαφαίνεται πόσο επίκαιρο, μοντέρνο και ουσιαστικό είναι το αφήγημά της. Όχι (μόνο) γιατί πρόκειται για μια αντισυμβατική λεσβιακή ιστορία. Αλλά γιατί με αφορμή έναν χωρίς μέλλον έρωτα, ξεδιπλώνεται όλο το φάσμα του γυναικείου ανεκπλήρωτου. Οι ιδέες της για να αποτυπώσει κάτι τέτοιο, στις μικρές και μεγάλες σκηνές είναι εξαιρετικές. Η Σιαμά φτιάχνει μία μητριαρχική κοινωνία (οι άντρες είναι απόντες), που ακόμα και το ταξικό φάσμα γεφυρώνεται από τη γυναικεία αλληλεγγύη. Δούλες και κυρές είναι υποτακτικές και το ξέρουν. Αλλά ταυτόχρονα το ότι το ξέρουν, τους δίνει μία αυτόφωτη δύναμη.»

Και κάτι ακόμη

«Ο στόχος μου ήταν η ανασύσταση της καρδιάς και της ψυχής αυτών των γυναικών, η ιδιωτική ζωή τους. Αυτό δεν μας έχει μεταδοθεί γιατί οι γυναίκες δεν έχουν μπορέσει ποτέ να μιλήσουν γι’ αυτήν κι έχει διαγραφεί από την ιστορία της τέχνης, ή και την ιστορία γενικώς. Αυτό ήταν πιο δύσκολο από την αναπαράσταση της εποχής. Η αίσθηση ότι παρότι ζεις σε μια εποχή που δεν σου επιτρέπει να έχεις αυτές τις επιθυμίες, εσύ συμβαίνει να τις έχεις. Αν και ζεις μέσα σ’ ένα πρωτόκολλο, όταν είσαι στο δωμάτιό σου δεν κάνεις την κυρία. Είναι μια ταινία που προσπαθεί ν’ αποτυπώσει αυτή την ιδιωτικότητα.» Ή αλλιώς, η Σελίν Σιαμά εξηγεί πώς βρήκε τον τρόπο να ξεπεράσει τους περιορισμούς μιας ταινίας εποχής για να αφηγηθεί κάτι εγγενώς διαχρονικό και μοντέρνο.

Flix Top Ten 2019: Το νούμερο 5
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 27 DEC / Λήδα Γαλανού
Aυτή η ταινία ευνοήθηκε.

5.«Η Ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου

Το σύμπαν της αποστασιοποίησης, του κυνικού χιούμορ και της συναισθηματικής αδεξιότητας του Γιώργου Λάνθιμου μεταφέρεται στην Αγγλία των αρχών του 18ου αιώνα. Η Βασίλισσα Αννα (Ολίβια Κόλμαν) διχάζεται μεταξύ δυο γυναικών: της Λαίδης Σάρα (Ρέιτσελ Βάις) που, ως δεξί της χέρι, καθορίζει τη στρατηγική της αυτοκρατορίας. Και της Αμπιγκεϊλ (Εμα Στόουν), της νέας προσθήκης στα ανάκτορα, που διεκδικεί τη θέση της στην καρδιά της βασίλισσας και στην καρδιά της πολιτικής αρένας και της εξουσίας. Με μια παραμορφωμένη, μέσα από έναν καθοριστικό ευρυγώνιο φακό, ματιά στη βρετανική βασιλεία και το ταξικό σύστημα, ο Γιώργος Λάνθιμος κεντά το πορτρέτο της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, σε μια κωμωδία εποχής που τρυπά την επιδερμίδα του παρόντος.

Power Points

Ο Έλληνας σκηνοθέτης που κατέκτησε το δικό του κεφάλαιο στο κινηματογραφικό στιλιζάρισμα, αποδεικνύει ότι ωριμάζει υπέροχα, ότι αφήνει πίσω του το «λανθιμικό στιλ» για να το μιμούνται άλλοι, ότι μπορεί να διατηρήσει την ψυχή του πνεύματος και της αισθητικής του, αλλάζοντας άρδην το περιτύλιγμα. Σε μια ταινία αφιερωμένη σε όλες τις διαστάσεις της γυναίκας, τρεις μαγικές ηθοποιοί, διαφορετικού ύφους αλλά εξίσου μεγάλου διαμετρήματος, δίνουν τρεις ξεχωριστές ερμηνείες, ενδεχομένως τις καλύτερες της καριέρας τους. Σε μια διαδρομή με αφετηρία λίγα χρόνια πίσω, ο Γιώργος Λάνθιμος γίνεται πραγματικά διεθνής, ένας από τους σύγχρονους σκηνοθέτες που, περισσότερο απ’ όλους, κεντρίζουν το παγκόσμιο ενδιαφέρον και κάνουν κοινό και κριτική να λαχταρούν το επόμενο βήμα του.

Θα μείνει κλασικό

Γιατί λίγες ταινίες μιλούν τόσο κομψά, τόσο εγκεφαλικά, τόσο καλλιτεχνικά για τη σκληρότητα του σήμερα. Γιατί η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου βρέθηκε υποψήφια για 10 Βραβεία Οσκαρ (κέρδισε το Α’ Γυναικείου η Ολίβια Κόλμαν), περπάτησε χέρι-χέρι με τους «μεγάλους», άφησε το αποτύπωμά της όχι μόνο στη χρονιά, αλλά και στη δεκαετία – και το αποτύπωμα αυτό έμοιαζε με πατουσάκι κουνελιού που τρέχει για να προλάβει.

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

Ανάμεσα σε τόσες αξέχαστες, θα είναι πάντα η σκηνή του χορού, γιατί κάτω από όλα τα μεσοφόρια, κάτω από αμέτρητα στρώματα λευκής πούδρας, σ’ αυτές τις φιγούρες ο Γιώργος Λάνθιμος κλείνει το μάτι στο «λανθιμικό σινεμά».

Γράψαμε στο Flix

Με την «Ευνοούμενη», ο Λάνθιμος βασίζεται στο βλέμμα των σεναριογράφων Ντέμπορα Ντέιβις και Τόνι ΜακΝαμάρα για να σκηνοθετήσει μία «πειραγμένη» ταινία εποχής – μία πανέξυπνη, καυστική και σε στιγμές γκροτέσκ κωμωδία για τις ανασφάλειες της ανθρώπινης φύσης, το ανελέητο κυνήγι της εξουσίας και το πώς όλα αυτά ερωτοτροπούν σ’ έναν αέναο φαύλο κύκλο μηχανορραφίας και χυδαιότητας. Αλλά και γέλιου. Γιατί υπάρχει κάτι σκοτεινά κωμικό στην αμετροέπεια της εξουσίας. Κάτι τραγικά γελοίο στα όρια όπου φτάνει ο άνθρωπος για να νικήσει τον ανταγωνισμό. Κάτι θλιμμένα σαρκαστικό στην ανάγκη όλων μας για αποδοχή, εκτίμηση, αγάπη.

Και κάτι ακόμη

Η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, όπως πάντα οι σπουδαίες ταινίες, έγινε το όχημα των ξεχωριστών συνεργατών του, για να βρουν την απήχηση που αξίζουν. Αυτό συνέβη με την Ολίβια Κόλμαν, της οποίας η φήμη βγήκε από τα βρετανικά σύνορα κι έγινε παγκόσμια. Αυτό συνέβη και με τον Γιώργο Μαυροψαρίδη, τον Ελληνα μοντέρ που, φέτος, ήταν υποψήφιος για Οσκαρ Καλύτερου Μοντάζ κι ανακηρύχθηκε Καλύτερος Ευρωπαίος Μοντέρ στα Βραβεία της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Flix Top Ten 2019: Το νούμερο 6
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 26 DEC / Γιώργος Κρασσακόπουλος
Η αγωνία και η έκσταση της δημιουργίας της αγάπης, της απώλειας. Οι πόνοι του σώματος, η δόξα του πνεύματος

6. «Πόνος και Δόξα» του Πέδρο Αλμοδόβαρ

Μια μελαγχολική ελεγεία για το να μεγαλώνεις και τον αναπολείς, να μετανιώνεις και να συγχωρεις, να προχωράς μπροστά, να συμφιλιώνεσαι με το παρελθόν και με την ιδέα του θανάτου, να μαθαίνεις τελικα να ζεις πιο γεμάτα, πιο ειλικρινά. Η καινούρια ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ δεν είναι τίποτα λιγότερο από αυτοβιογραφική, αλλά αυτό αντί να μειώνει την δύναμη και τον αντίκτυπό της τον μεγεθύνει. Στα 70 του το σινεμά του Αλμοδόβαρ γίνεται εσωστρεφές αλλά τόσο ειλικρινές βαθύ και γεμάτο συναισθηματικούς χυμούς που δεν μπορεί παρά να σε αφορά βαθιά. Κι έτσι η ιστορία ενός σκηνοθέτη σε μια κομβική στιγμή της ζωής του, σε ένα σταυροδρόμι αναλογισμού, η ιστορία του ίδιου του Αλμοδόβαρ, γίνεται σχεδόν μια εξομολόγηση που σε αγγίζει και σε αλλάζει.

Power Points

Η ειλικρίνεια, η αλήθεια του, το πάθος μιας ταινίας που μιλά επί προσωπικού δίχως φόβο και πάθος. Ο τρόπος που ο Αλμοδόβαρ ωριμάζει σκηνοθετικά με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο κρατώντας την ουσία του σινεμά του μα κατεβάζοντας τους τόνους στο επίπεδο ενός τρυφερού ψιθύρου. Ο τρόπος που Αντόνιο Μπαντέρας αποκαλύπτει τον σπουδαίο ηθοποιό που κρύβει μέσα του και που ακόμη κι αν είχαμε κρυφοκοιτάξει αρκετές φορές στο παρελθόν, για πρώτη φορά τον βλέπουμε σε όλη του τη δόξα.

Θα μείνει κλασικό

Για το πως κάνει ένα απόλυτα προσωπικό σινεμά, μια αληθινή εξομολόγηση να αφορά κάθε θεατή ασχέτως καταγωγής, ηλικίας, βιωμάτων. Γιατί ακόμη κι αν μοιάζει με υπερβολή το «Πόνος και Δόξα» έχει μια ποιότητα που φέρνει στο μυαλό ένα έργο τέχνης του εύρους και του μεγέθους του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ.

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

Τόσες πολλές μα αν πρέπει να κρατήσουμε μια, κι αυτή δεν είναι το φινάλε, όταν ο Σαλβαδόρ και η μητέρα του περιμένουν το τρένο στον σταθμό και η ζωή και το σινεμά μπλέκουν αξεδιάλυτα, τότε θα είναι σίγουρα εκείνη που ο τον εργάτης που επισκευάζει το υπόσκαφο σπίτι τους στο χωριό ζωγραφίζει τον μικρό Σαλβαδόρ, κι η αγάπη του για την τέχνη και η αλήθεια της σεξουαλικότητάς του τον πλημμυρίζουν σαν θάλασσα.

Γράψαμε στο Flix

Πιο υπαρξιακή από το πιο προφανές χιλιοειπωμένο αδιέξοδο έμπνευσης ενός καλλιτέχνη και φτιαγμένη από τον πρωτότυπο συνδυασμό των σπάνιων υλικών του τίτλου της, η ταινία που είναι προφανές ότι κλείνει ένα μεγάλο κύκλο στη ζωή και την καριέρα του 69χρονου σκηνοθέτη, δεν σε αφήνει στιγμή ασυγκίνητο μπροστά σε μια τόσο γνώριμη, αλλά τελικά πάντα επείγουσα ιστορία επιβίωσης.

Και κάτι ακόμη

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθείς ότι ο ήρωας της ταινίας ακόμη κι αν δεν έχει το όνομά του, είναι ο Πέδρο. Δεν είναι ότι του μοιάζει μόνο εμφανισιακά είναι ότι ακόμη και το διαμέρισμά του είναι μια ρέπλικα του σπιτιού του Αλμοδόβαρ ότι ακόμη κι αν οι βιογραφικές λεπτομέρειες δεν είναι ακριβείς, η αλήθεια τους είναι. Τόσο που όπως λέει ο ίδιος όταν οι συνεργάτες του διάβασαν το σενάριο του φιλμ, ο αδελφός του Αγκουστίν, η Πενέλοπι Κρουζ, ο Αντόνιο Μπαντέρας, χρειάστηκε να τον ρωτήσουν: «Είσαι στ’ αλήθεια τόσο άσχημα όσο ο Σαλβαδόρ; Υποφέρεις τόσο πολυ;»

Flix Top Ten 2019: Το νούμερο 7
ΑΠΟΨΗ 25 DEC / Μανώλης Κρανάκης
Ξαναβλέπουμε την ιστορία του Χόλιγουντ από την αρχή.

7. Κάποτε στο… Χόλιγουντ (Once Upon a Time in Hollywood) του Κουέντιν Ταραντίνο

Για δεύτερη φορά στην ιστορία (του), μετά το «Inglourious Basterds», o Κουέντιν Ταραντίνο αλλάζει την Ιστορία, αφού πρώτα την αναπαριστά με τον πιο ευλαβικό, ακέραιο και βαθιά συγκινητικό τρόπο. Ο φόρος τιμής του δεν είναι ίσως ούτε στο σινεμά, ούτε στην τηλεόραση (την οποία ευφυώς αποθεώνει ως το μέρος όπου όλοι κάποτε μάθαμε σινεμά), ίσως ούτε σε μια από τις πιο μυθικές ιστορίες που συνέβησαν ποτέ στο Χόλιγουντ και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να ζει, είτε μέσα από τη διαχρονική δίωξη του Ρόμαν Πολάνσκι είτε στην εμμονή του (τηλεοπτικού, κινηματογραφικού ή άλλου!) κοινού με τους serial killers. Σε αυτό που, μέχρι τώρα τουλάχιστον, είναι το magnus opus του, ο Ταραντίνο μπαίνει βαθιά στον ψυχισμό και το μυαλό των ανθρώπων της βιομηχανίας για να εξιστορήσει ένα παραμύθι που μιλάει με τον πιο καίριο, συναρπαστικό και πολιτικό τρόπο για τους τρόπους με τους οποίους ορίζουμε τη δράση, τους διαλόγους, τη μυθοπλασία, το happy end. Στο σινεμά αλλά κυρίως στη ζωή.

Power Points

Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Ο Μπραντ Πιτ. Η Μάργκο Ρόμπι. Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο στη σκηνή με τη μικρή συμπρωταγωνίστρια του. Ο Μπραντ Πιτ να φτιάχνει ημίγυμνος μια κεραία. Η Μάργκο Ρόμπι να βλέπει ως Σάρον Τέιτ το αυθεντικό «Wrecking Crew». Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο να μπαίνει ψηφιακά στην «Μεγάλη Απόδραση». Ο Μπραντ Πιτ να μπαίνει στο ράντσο του Τσαρλς Μάνσον. Η Μάργκο Ρόμπι να ονειρεύεται το Χόλιγουντ. Τρεις πρωταγωνιστές που δεν παίζουν μόνο τους ρόλους τους ή όλους τους ρόλους που έπαιξαν όλοι οι συνάδελφοι τους σε σινεμά και τηλεόραση πριν από αυτούς, αλλά τρία σύμβολα για ένα σινεμά – αυτό του Ταραντίνο – που πάνω τους αποθεώνει το glamour, την ομορφιά και το stardom στέλνοντας μήνυμα προς κάθε ενδιαφέρομενο για το τι σημαίνει υποδύομαι / είμαι / ξέρω ποιος είμαι σε όλες τις δεκαετίες που ξέραμε ότι υπάρχει… Χόλιγουντ.

Θα μείνει κλασικό

Γιατί όπως γράψαμε συνοψίζοντας την ουσία του «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» σε μια πρόταση: «αν το ως τώρα σινεμά του Κουέντιν Ταραντίνο ήταν ασκήσεις, η νέα ταινία του είναι η διατριβή του για το entertainment». (Θα διδάσκεται, δηλαδή)

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

Είναι φυσικά το φινάλε. Η στιγμή όπου οτιδήποτε ήταν, είναι και θα είναι το σινεμά του Κουέντιν Ταραντίνο απλώνεται πάνω στο φιλμικό χρόνο για να ακυρώσει την ίδια την Ιστορία – όπως αυτή γράφτηκε ερήμην του σινεμά. Η βία μέσα και έξω από τα όρια του κινηματογραφικού κάδρου, το geek fun ως απενοχοποίηση μιας ολόκληρης κοινωνίας από οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη ενοχή, η μελαγχολία ενός κόσμου που δεν θα μπορέσει ποτέ να αντιστρέψει τους κανόνες και να παίξει χωρίς αυτούς το ωραιότερο φιλμικό παιχνίδι που γυρίστηκε ποτέ. Φυσικά και δεν μπορούμε να το αποκαλύψουμε, αφού θα ζηλεύουμε για πάντα όσους στο μέλλον θα δουν για πρώτη φορά το «Κάποτε στο… Χόλιγουντ» χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα πως στο κλείσιμο της δεκαετίας, ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του σύγχρονου σινεμά, επιβεβαίωσε πως στο σινεμά μπορούν να συμβούν απλά τα πάντα.

Γράψαμε στο Flix

Ο Κουέντιν Ταραντίνο ζήτησε, προσωπικά κι επίμονα, όποιος βλέπει τη νέα ταινία του, το «Once Upon a Time… in Hollywood», να μην αποκαλύπτει τα μυστικά της – οπότε, φυσικά, θα το σεβαστούμε. Μόνο που τα μυστικά της, για να εξηγούμαστε, δεν έχουν να κάνουν με ξαφνιάσματα της πλοκής, μ’ ένα συναρπαστικό whodunnit. Εχουν να κάνουν με τον τρόπο της αφήγησης, με τη σύμβαση της θέασης μιας ταινίας ή μιας τηλεοπτικής σειράς, με το αν ο Ταραντίνο θα κερδίσει τη δική μας εμπιστοσύνη να παραδοθούμε στη δική του ιστορία. Είναι μια ταινία λιγότερο «…in Hollywood» και περισσότερο «Once Upon a Time…». Είναι μια ταινία συνειδητά και απολύτως meta.

Και κάτι ακόμη

Το τέλος της ταινίας δεν υπήρχε σε κανένα σενάριο που κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια της προπαραγωγής και του γυρίσματος της ταινίας, ούτε καν στην κατοχή ανθρώπων του στούντιο. Οι μόνοι που γνώριζαν πως τελειώνει η ταινία ήταν ο Κουέντιν Ταραντίνο, ο Μπραντ Πιτ και ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και ένας φίλος του Ρόμαν Πολάνσκι ο οποίος είχε διαβάσει ολόκληρο το σενάριο. Οι υπόλοιποι, συμπεριλαμβανομένου και του Διευθυντή Φωτογραφίας Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον έμαθαν το φινάλε στο διάστημα δύο μηνών πριν το γύρισμά του, ενώ άλλοι το έμαθαν στη διάρκεια του post-production.

Flix Top Ten 2019: Το νούμερο 8

ΑΠΟΨΗ 24 DEC / Τάσος Χατζηευφραιμίδης

παίρνουμε φωτιά…

8. To Παιχνίδι με τη Φωτιά (Burning) του Λι Τσανγκ-ντογκ

Σκανδαλωδώς αβράβευτο στις Κάννες το 2018, αλλά σε περίοπτη θέση σε όλες σχεδόν τις λίστες με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς διεθνώς (πλέον και της δεκαετίας), το «Παιχνίδι με τη Φωτιά» σήμανε τη μεγάλη επιστροφή του Λι Τσανγκ-ντονγκ στη μεγάλη οθόνη, οκτώ χρόνια μετά την αλησμόνητη «Ποίηση» του, με ένα έργο μαγικό και αταξινόμητο, που αψηφά τα είδη και τις προσδοκίες και θολώνει διαρκώς τα νερά ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, στο ρεαλισμό και τη μεταφυσική, στο όνειρο και στον εφιάλτη, έναν κινηματογραφικό γρίφο, οι μυστικές πτυχές του οποίου προκαλούν ακόμη και σήμερα (και ξεφεύγουν δεξιοτεχνικά από) την αποκωδικοποίηση.


Burning 607 1

Power Points

«Για μένα η ζωή είναι ένα μυστήριο». Αυτή η παραδοχή του κεντρικού ήρωα, Γιονκσου, θα μπορούσε να συνοψίσει και ολόκληρη την ταινία του Λι Τσανγκ-ντογκ, ο οποίος μετέτρεψε ένα ολιγοσέλιδο διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι, στο οποίο ένας άντρας συναντά ξανά μετά από χρόνια μια κοπέλα από το παρελθόν του και τον καινούριο της φίλο και εκείνος του εξομολογείται ότι κάθε δύο μήνες βάζει φωτιά σε έναν στάβλο και τον κοιτάζει να καίγεται, σε ένα πολυμορφικά βραδυφλεγές παλίμψηστο, στο οποίο κάθε αφηγηματική στροφή δίνει νέα διάσταση στα τεκταινόμενα και μετατρέπει αυτή την αρχικά ρομαντική κωμωδία σε ένα αβυσσαλέο ψυχολογικό θρίλερ για την εγγενή αδυναμία οποιασδήποτε τελεολογίας και αφηγηματικότητας σ’ αυτό που ονομάζουμε ζωή.

Burning 607 2

Θα μείνει κλασικό

Για τον απαράμιλλο τρόπο με τον οποίο ο Λι Τσανγκ-ντογκ υφαίνει τους μηχανισμούς της επιθυμίας που χαρακτηρίζουν το έργο του Μουρακάμι στο δικό του κοινωνικά ρεαλιστικό σινεμά μέσα από μια αφηγηματική όσμωση που αναδεικνύει τις ταξικές διαφορές και τις κοινωνικές ανισότητες στη Νότιο Κορέα με όρους ερωτικού θρίλερ. Για το παιχνίδισμα του φωτός που μοιάζει σε κάθε πλάνο να υπαγορεύει και να αντικατοπτρίζει τις επιθυμίες των ηρώων της ταινίας, οδηγώντας σε εκρήξεις λυρισμού που επιτείνουν το αλλόκοτο αίσθημα μιας μαγικής αβεβαιότητας. Για το πραγματικό …παιχνίδι με τη φωτιά, την οποία ο Λι Τσανγκ-ντογκ χρησιμοποιεί είτε ως σύμβολο, είτε ως αλληγορία, όχι μόνο για να υποδαυλίσει τα πάθη και τις επιθυμίες του κεντρικού της ήρωα, αλλά και για να τον εξαγνίσει σε ένα απελευθερωτικά καθαρτήριο φινάλε.

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

Στην κορύφωση της ταινίας, ακριβώς στα μισά της διάρκειάς της και λίγο πριν η ιστορία του ανορθόδοξου ερωτικού τριγώνου μετατραπεί σε ένα θρίλερ κρυφών ταυτοτήτων και ανομολόγητων ταξικών και υπαρξιακών απωθημένων, η Χαέμι αρχίζει να λικνίζεται γυμνή στο ηλιοβασίλεμα με μουσική υπόκρουση το θέμα του Μάιλς Ντέιβις από το «Ασανσέρ για Δολοφόνους» και ο χορός της μπροστά στην απέραντη πεδιάδα, με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου να χαϊδεύουν το γυμνόστηθο κορμί της, μετατρέπεται σε μια μυσταγωγική ιεροτελεστία της «Μεγάλης Πείνας» για το μυστήριο της ζωής, έναν φλεγόμενο κι εξαγνιστικό διονυσιασμό για το απόλυτο τώρα, λίγο πριν η Χαέμι ξεσπάσει σε δάκρυα και εξαφανιστεί μυστηριωδώς.

Burning 607 3

Γράψαμε στο Flix

Μα αυτό που μένει σταθερό στην διάρκεια αυτής της συναρπαστικής αφηγηματικής και συναισθηματικής διαδρομής, είναι η αβεβαιότητα στην οποία το φιλμ σε κρατά βυθισμένο και η πολυπλοκότητα των θεματικών του, η υπαρξιακή του βαθύτητα, η σαγηνευτική θαμπάδα των προθέσεων και των πιθανοτήτων στις οποίες ανοίγεται. Από τον έρωτα και τις οικογενειακές σχέσεις, την ταξική αντιπαλότητα, την πολωμένη δυναμική των εχόντων και των μη εχόντων, το παιχνίδι των ταυτοτήτων και της αληθινής μας φύσης, το «Παιχνίδι με τη Φωτιά» δοκιμάζει να ξετυλίξει μερικά από τα κουβάρια που συνθέτουν τον τυλιγμένο σε ένα μυστήριο γρίφο που ονομάζουμε ύπαρξη και τον αχανή, φασματικό κόσμο των επιθυμιών, των μυστικών, των ονείρων, των θέλω, των ενστίκτων που αναπνέει κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας.

Burning 607 4

Και κάτι ακόμη Το «Παιχνίδι με τη Φωτιά» ήταν η πρώτη κορεάτική παραγωγή στην ιστορία που έφτασε μέχρι τη μακρά λίστα των υποφηφιοτήτων για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, χωρίς όμως να καταφέρει να φτάσει στην τελική πεντάδα. Φαίνεται, όμως, ότι …άνοιξε το δρόμο για τα «Παράσιτα», αφού η ταινία του Μπονγκ Τζουν-χο όχι μόνο κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες την αμέσως επόμενη χρονιά, αλλά είναι ήδη το μεγάλο φαβορί και για τα επερχόμενα βραβεία της Ακαδημίας, όχι μόνο στην κατηγορία του διεθνούς (πλεόν) Όσκαρ.

Burning 607 5

Flix Top Ten 2019: Το νούμερο 9

ΑΠΟΨΗ 23 DEC / Χρήστος Μπακατσέλος

Πεθαίνουμε από τα γέλια…

Joker του Τοντ Φίλιπς

Στo κλονισμένo από την οικονομική (κι όχι μόνο) κρίση Γκόθαμ Σίτι, ο Αρθουρ Φλεκ είναι ένας κοινωνικά απροσάρμοστος, μοναχικός άντρας που ζει με τη μητέρα του. Εργάζεται περιστασιακά ως κλόουν, αλλά κρυφά ονειρεύεται να γίνει stand up κωμικός. Θέλει να κάνει τον κόσμο να γελά, όπως οι διάσημοι παρουσιαστές των late night τηλεοπτικών εκπομπών. Κανείς όμως δεν τον πιστεύει. Οταν η ασφυκτική πίεση του περιβάλλοντός του κορυφωθεί, η προσωπική του έκρηξή του θα λάβει απρόβλεπτες διαστάσεις. Ο Τοντ Φίλιπς παίρνει την ιστορία ενός απλού καθημερινού ανθρώπου και ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας την κάθοδό προς στην τρέλα και την αναρχία. Εκεί όπου ο (αντι)ήρωας, ειρωνικά, θα βρει το δρόμο για τη σωτηρία του. Χωρίς να αποκόβει τελείως τον εαυτό του από τη μυθολογία του, αυτός ο «Joker» είναι επιτέλους η μεγάλη ευκαιρία του Πρίγκιπα Κλόουν του Γκόθαμ να κερδίσει τη θέση του μπροστά στη σκηνή, όπως πραγματικά του αξίζει. Και το καταφέρνει με ένα τεράστιο κρότο. Γιατί γελά καλύτερα, όποιος γελάει τελευταίος.


Joker top-9 607 1

Power Points

Το Γκόθαμ του «Joker» παραμένει σκοτεινό και αφιλόξενο, με τον Φιλιπς όμως να κάνει σαφείς αναφορές στην ατμόσφαιρα του σινεμά του Μάρτιν Σκορσέζε ( «Ταξιτζής», «Βασιλιάς για Μια Νύχτα»), στήνοντας έτσι έναν κόσμο γνώριμα κακόφημο, βρώμικο, επιθετικό. Έναν κόσμο επικίνδυνο, όχι μόνο γιατί το έγκλημα και η διαφθορά ελλοχεύουν σε κάθε γωνιά της πόλης κάνοντάς την έτοιμη να εκραγεί με την παραμικρή σπίθα, αλλά κυρίως γιατί επίκεντρο όλων των συνεπειών είναι ο «αόρατος ανθρωπάκος» που παλεύει αδιέξοδα για τη ζωή του. Μέσα σε όλα αυτά, ένας τεράστιος ηθοποιός. Ο Χοακίν Φίνιξ μεγαλουργεί και αποθεώνεται δημιουργώντας τον δικό του Joker από την αρχή, με μια tour-de-force ερμηνεία που δεν σε αφήνει λεπτό χωρίς να σε κάνει να νιώσεις τον τρόμο, την τραγικότητα αλλά και την οργή και την ασχήμια μιας ολόκληρης κοινωνίας, που ευθύνεται για αυτό το τεράστιο κόκκινο «χαμόγελο».

Joker top-9 607 2

Θα μείνει κλασικό

Γιατί ξέφυγε από την καρικατούρα, το χάρτινο σχήμα και την κόμικ διάσταση του «super villain» των συνηθισμένων κινηματογραφικών μεταφορών. Γιατί ο Τοντ Φίλιπς, πριν ασχοληθεί με τον Joker, προτίμησε να εστιάσει στον Αρθουρ Φλεκ, έναν κοινό άνθρωπο που παλεύει να επιβιώσει μέσα σε μια εχθρική κοινωνία που του συμπεριφέρεται σαν σκουπίδι, βρίσκει τρόπο να του τσακίσει τα όνειρά του και με την πρώτη ευκαιρία, τον κανιβαλίζει. Ο δικός του Joker δεν είναι δημιούργημα ενός ατυχήματος (κάποιος έπεσε σε τοξικά απόβλητα), αλλά ενός κόσμου που μεταχειρίζεται τους ανθρώπους από τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις σαν απόβλητα. Γιατί πριν κοιτάξει το ξέσπασμα της βίας, εξετάζει τις συνθήκες που τη δημιουργούν. Κι αυτό είναι ακόμα πιο σοκαριστικό. Γιατί το ταξίδι του Joker μοιάζει σήμερα πιο οικείο, πιο επίκαιρο από ποτέ – μια συμβολική ματιά στην σκοτεινή καρδιά της Αμερικής του Τραμπ (κι όχι μόνο).

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

Πριν ακόμα κυκλοφορήσει η ταινία στις αίθουσες, μια από τις πρώτες εικόνες που βγήκαν στη δημοσιότητα ήταν και αυτή με τον Joker, σε μια κατάσταση ευφορίας, να κατεβαίνει χορεύοντας τα σκαλοπάτια μίας γειτονιάς του Μπρονξ. Αυτά τα 132 σκαλιά, μία απότομη αναφορική σκάλα που ενώνει τις Λεωφόρους Σέξπιρ και Άντερσον, έγιναν από τότε διάσημα. Ομως αυτή η σκηνή είναι για πάρα πολλούς λόγους σημαντική: είναι συμβολική τόσο της πορείας του ήρωα, όσο και της ίδιας της ταινίας του Φίλιπς. Όσο ο ήρωας ήταν ακόμα «Άρθουρ», ο Φίλιπς τον κινηματογραφούσε να ανεβαίνει αυτή την ανελέητη σκάλα σέρνοντας το κορμί του. Όταν μεταμορφώθηκε σε «Joker» αγκαλιάζει την κάθοδο προς την παράνοια και την αναρχία, χορεύοντας με μια έκφραση εκστατικής απελευθέρωσης – τόσο από τις ηθικές του αναστολές όσο κι από τα δεσμά της ίδιας της εξουσίας. Και όλο αυτό, μέσα σε μια μόλις σκηνή, δείχνει τόσο μα τόσο λυτρωτικό.

Joker top-9 607 4

Γράψαμε στο Flix

Το «Joker» είναι μια ιστορία συλλογικής κακοποίησης και εύκολων κατηγοριών, η αποτύπωση μιας πόλης σε αναβρασμό που περιμένει το σπινθήρα που θα θέσει αρχή σε μια ασταμάτητη φωτιά. Για αυτό και το αναπόφευκτο τελικά ξέσπασμα του θανάτου είναι σοκαριστικό, γλαφυρό αλλά και απόλυτα αναμενόμενο. Η βία του «Joker» σοκάρει ακριβώς γιατί είναι φανερό από πού προέρχεται και αυτό κάνει τον αντίκτυπό της ακόμα μεγαλύτερο.Το σκοτεινό Γκόθαμ της ταινίας δεν τοποθετείται κάπου ακριβώς χρονικά αλλά έχει στοιχεία τόσο από την γκανγκστερική υφή του «Serpico» και του «Ταξιτζή» όσο και από τις σύγχρονες αμερικανικές εξεγέρσεις των καταπιεσμένων κοινωνικά ομάδων. Η αφήγηση του «Joker» άλλωστε είναι άχρονη αλλά και διαχρονική, μια συνεχής επισήμανση των εγγενών κοινωνικών αντιφάσεων μιας «πλούσιας» σύγχρονης κοινωνία και όλα τα δομικά μέρη του φιλμ στοιχειοθετούν έναν σκληρό, επιθετικό κόσμο.

Joker top-9 607 3

Και κάτι ακόμη

Ο Πρίγκιπας Κλόουν κατάφερε να φέρει μαζί του ένα «αναρχικό» χάος, όχι μόνο στη Γκόθαμ Σίτι, αλλά και στην Αθήνα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα αλλά και προσωπικές καταγγελίες στα κοινωνικά δίκτυα, έφοδοι της Ελληνικής Αστυνομίας έγιναν το Σάββατο 19 Οκτωβρίου στο Village Mall στο Μαρούσι και την Κυριακή 20 Οκτωβρίου στον πολυκινηματογράφο Αελλώ στην Κυψέλη, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι ιδιοκτήτες των κινηματογράφων άφηναν ανηλίκους να παρακολουθήσουν το «Joker» του Τοντ Φίλιπς, ταινία που είναι «κατάλληλη άνω των 18 ετών». Και στις δύο περιπτώσεις, οι καταγγελίες φέρεται να έγιναν από δύο γυναίκες υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, πράγμα που επιβεβαιώνει ο αρμόδιος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., μιλώντας στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα πραγματικό αλαλούμ, χωρίς μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι πραγματικά είχε συμβεί, με τις αντιδράσεις πολιτών να γεμίζουν σωρηδόν τα social media και τις δηλώσεις πολιτικών, τόσο από την πλευρά της κυβέρνησης όσο και τις αντιπολίτευσης, όπου πετούσαν το μπαλάκι των ευθυνών ο ένας στον άλλον.

Joker top-9 607 5

Αλλά αυτό δεν εμπόδισε την ταινία να γίνει η εμπορικότερη στο ελληνικό box office, φτάνοντας και ξεπερνώντας το ανέφικτο πια νούμερο των 900.000 εισιτήριων (ξεπερνώντας κατά πολύ το «Aν…» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη που κρατούσε μέχρι σήμερα τον τίτλο με 531.547 εισιτήρια). Ο εμπορικός θρίαμβος του «Joker» δεν περιορίστηκε μόνο στον ελληνικό χώρο φυσικά. Στο παγκόσμιο box office κατάφερε να σπάσει όλα τα ρεκόρ και να γίνει η πρώτη ακατάλληλη ταινία η οποία ξεπέρασε το φράγμα του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Το είπαμε από την αρχή: γελάει καλύτερα, όποιος γελάει τελευταίος.


Joker top-9 607 10

Flix Top Ten 2019: Το νούμερο 10

ΑΠΟΨΗ 22 DEC 21 / Τάσος Χατζηευφραιμίδης

Συγκλονιστικό, ελεγειακό, (παν)ανθρώπινο οδοιπορικό…

10. Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος (An Elephant Sitting Still) του Χου Μπο

Oταν ένα σκηνοθετικό ντεμπούτο φτάνει στην τιτάνια διάρκεια των τεσσάρων ωρών, αυτό συνήθως μαρτυρά έναν υπερφιλόδοξο (στην καλύτερη περίπτωση) ή έναν ανοικονόμητο (στη χειρότερη) φέρελπι δημιουργό. Στην περίπτωση του Χου Μπο, ωστόσο, το «Eνας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος» αποτέλεσε κάτι πολύ περισσότερο, καθώς ήταν ταυτόχρονα και το κύκνειο άσμα του, λίγο πριν βάλει τέλος στη ζωή του σε ηλικία μόλις 29 ετών, ένα magnum opus που μπορεί σίγουρα να ερμηνευτεί κι ως κραυγή απελπισίας ή ως το σημείωμα αυτοκτονίας ενός καταραμένου καλλιτέχνη, αλλά ξεπερνά αυτή την περιοριστική πρώτη ανάγνωση ως ένα από τα σημαντικότερα πρωτόλεια των τελευταίων χρόνων.


An Elephant Standing Still 607 2

Power Points

Οι ζωές τεσσάρων ανθρώπων σε μια ανώνυμη, γκρίζα και μουντή επαρχιακή πόλη της βόρειας Κίνας διασταυρώνονται στη διάρκεια μιας βασανιστικής μέρας, η πορεία όμως του καθενός μοιάζει με μια ατομική κάθοδο στην Κόλαση μέσα σε ένα ερειπωμένο και πνιγηρά αμοραλιστικό περιβάλλον, το οποίο παραδομένο πλέον στις απαιτήσεις και τους ρυθμούς της Κίνας ως νέας παγκόσμιας καπιταλιστικής υπερδύναμης, πόρρω απέχει από οποιαδήποτε ουτοπική συλλογικότητα του κομμουνιστικού παρελθόντος. Ο Χου Μπο, μαθητής του Μπέλα Ταρ, καταγράφει με αργά και περίτεχνα δομημένα μονοπλάνα, χτίζοντας διεξοδικά μια δυστοπική περιρρέουσα ατμόσφαιρα εγκατάλειψης και απελπισίας, στην οποία οι ήρωές του καταλαμβάνουν ασφυκτικά το κάδρο, εγκλωβισμένοι στη limbo ενός αδιέξοδου παρόντος. Πίσω, όμως, από το ζόφο, υπάρχει (πάντα;) η ελπίδα, ακόμα και στο έργο ενός μελλοντικά αυτόχειρα δημιουργού, και η ταινία διαπνέεται τελικά από μια παράλογη και σχεδόν ενστικτώδη πάλη για τη διέξοδο, μια ανθρωπιά και μια ανάγκη για κατανόηση και αποδοχή που όχι μόνο ενώνει τους τέσσερις ήρωες, αλλά διαπερνά την οθόνη αναζητώντας τον θεατή.

An Elephant Standing Still 607 6

Θα μείνει κλασικό

Για τη ρεαλιστική και βλοσυρή αποτύπωση της σύγχρονης Κίνας ως μιας τεράστιας χωματερής, όπως άλλωστε λέει χαρακτηριστικά ο ένας από τους ήρωες. Για την αυτοπεποίθηση ενός πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού, που κατάφερε να δημιουργήσει με τη μοναδική ταινία του ένα (τραγική ειρωνεία) έργο ζωής. Για την πλανοθεσία που μετατρέπει το αστικό περιβάλλον της κινεζικής ενδοχώρας σε έναν λαβύρινθο χωρίς κέντρο και χωρίς (δι)έξοδο σωτηρίας. Για τις ενέσεις κυνικού χιούμορ και αφοπλιστικής τρυφερότητας σε αντίστιξη με τις εκρήξεις της βίας,που συνθέτουν όλες μαζί μια όχι μόνο μια τοιχογραφία της Κίνας του σήμερα, αλλά έναν υπαρξιακό καταστατικό χάρτη της ανθρώπινης συνθήκης.

An Elephant Standing Still 607 5

Η σκηνή που δεν θα ξεχάσουμε

Ο ελέφαντας του τίτλου, ο οποίος κατά τον τοπικό θρύλο στέκεται σε ένα τσίρκο του Βορρά, αδιάφορος για τα χτυπήματα και τα βασανιστήρια των ανθρώπων, αποκτά προφανείς συμβολικές και αλληγορικές διαστάσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, κάνει όμως την εμφάνιση του με τον πλέον εντυπωσιακό κι απροσδόκητο τρόπο μόλις στην τελευταία σκηνή της, αφήνοντας το θεατή να βάλει τα δικά του συμπεράσματα για τη (στωική; αισιόδοξη; απέλπιδα;) στάση του.

An Elephant Standing Still 607 3

Γράψαμε στο Flix

«Eίναι αυτή η βαθύτερη ανάγκη για επαφή, αποδοχή και κατανόηση, όπως αποτυπώνεται στις εκρηκτικές μέσα στη σπανιότητά τους εκδηλώσεις τρυφερότητας, που μετατρέπει και εξυψώνει τελικά τη δημιουργία του Χου Μπο από μια τετράωρη άσκηση στη μιζέρια, σε μια προσωπική κραυγή αγωνίας και σε ένα συγκλονιστικό, ελεγειακό και (παν)ανθρώπινο οδοιπορικό για την ανάκτηση της χαμένης ανθρωπιάς ενός κόσμου, στον οποίο ο νεαρός σκηνοθέτης αποφάσισε δυστυχώς πολύ νωρίς ότι δεν έχει πλέον θέση.» |

An Elephant Standing Still 607 4

Και κάτι ακόμη

Η ταινία αποτέλεσε τη μίνι εισπρακτική έκπληξη του εγχώριου box office, γεμίζοντας αρχικά ασφυκτικά τη μία και μοναδική αίθουσα που τόλμησε να το φιλοξενήσει και στη συνέχεια τις μεμονωμένες προβολές του σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αποδεικνύοντας ότι οι σπουδαίες ταινίες μπορούν να βρουν το κοινό τους ανεξαρτήτως διάρκειας και δυσοίωνων εμπορικών προοπτικών.

 


[Τον Γενάρη του 2020 ξεκινάνε τα Νέα Σεμινάρια του Σχολείου του Σινεμά Σκηνοθεσίας και Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους, Κριτικής Κινηματογράφου, Ιστορίας Κινηματογράφου, Σεναρίου, Κινηματογραφικής Υποκριτικής και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ, δηλώστε το ενδιαφέρον σας.
Πληροφορίες- δηλώσεις ενδιαφέροντος- Εγγραφές στο e-mail schoolofcinemagr@gmail.com και στα τηλέφωνα 2130 159 816 και 6944143564. Σεμινάρια παρέχονται και ιδιαιτέρως. Επίσης εξ αποστάσεως.
Στους συμμετέχοντες παρέχονται βεβαίωση παρακολούθησης του “Σχολείου του Σινεμά”, ηλεκτρονικές σημειώσεις, ενώ υπάρχει πρόσβαση σε δανειστική βιβλιοθήκη και ταινιοθήκη.]

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2020

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους 2020 (και με κινητό, tablet, mirrorless ή GOPRO κάμερες)

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2020

«Κάντο όπως ο Μπέργκμαν»: Σεμινάριο Κινηματογραφικής Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας 2020

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: