Ο Φάρος (The Lighthouse 2019) του Ρόμπερτ Έγκερς || αναλυτική παρουσίαση, trailer, κριτικές για την ταινία

Ο Ρόμπερτ Έγκερς ξεκίνησε την καριέρα του ως σκηνοθέτης και σκηνογράφος στη στη θεατρική σκηνή της Νέας Υόρκης, προτού μεταπηδήσει στον κινηματογράφο. Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του στην κινηματογραφική σκηνοθεσία με τίτλο Η μάγισσα πραγματοποίησε την πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ του Σάντανς αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές, ενώ σημείωσε τεράστια εισπρακτική επιτυχία στις αίθουσες. Η ταινία The Lighthouse, η οποία αποτέλεσε τον δεύτερο σταθμό στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, προβλήθηκε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στο Φεστιβάλ των Καννών, εισπράττοντας και αυτή με τη σειρά της αποθεωτικά σχόλια.

[ το Σάββατο 8.2.2020 στις 16.00 δωρεάν Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ, στις 19.30 ΟΡΓΙΣΜΕΝΟ ΕΙΔΩΛΟ του Σκορτσέζε Προβολή και Ανάλυση της ταινίας, την Κυριακή 9.2.2020 στις 12.00 Έναρξη του Σεμιναρίου Σκηνοθεσίας-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους με ανοιχτό μάθημα κανονικό και στις 19.00 το πρώτο Μάθημα ανοιχτό και αυτό του Σεμιναρίου Ιστορίας και κριτικής Κινηματογράφου. Τσαμαδού 26-28, Εξάρχεια, Σχολείο του Σινεμά, 2130 159 816, 6944143564, schoolofcinemagr@gmail.com ]

faros

Φιλμογραφία

2008 The Tell-Tale Heart (μμ)

2015 Η μάγισσα

2019 Ο φάρος

Ο οραματιστής και ραγδαία ανερχόμενος σκηνοθέτης Ρόμπερτ Έγκερς, τέσσερα χρόνια μετά το εξαιρετικά ατμοσφαιρικό θρίλερ Η Μάγισσα (The Witch) επιστρέφει με ένα δεύτερο, ανεξάρτητο αριστούργημα: μια ακόμη πιο αινιγματική ταινία υπαρξιακού τρόμου, με τίτλο Ο Φάρος (The Lighthouse).

Στη δεύτερη ταινία του, ο Έγκερς αφηγείται μια ιστορία τοποθετημένη στη Νέα Αγγλία των Ηνωμένων Πολιτειών, γύρω στο 1890. Σε ένα μυστηριώδες νησί, δυο φρουροί ενός απομονωμένου φάρου έχουν χρέος να μείνουν στο πόστο τους για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Εκεί θα έρθουν κοντά, θα συγκρουστούν και τελικά θα βυθιστούν στα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους. Το πέρασμα του χρόνου θα φέρει στην επιφάνεια το πνιγηρό αίσθημα απομόνωσης, θα ανασύρει σκοτεινές φαντασιώσεις και, τελικά, θα στρέψει τους δυο άνδρες στην παράνοια.

Εάν η Μάγισσα εξερευνούσε ένα θηλυκό αρχέτυπο τρόμου, τότε ο «Φάρος» εξερευνά τα σκοτεινά ένστικτα των αντρών, όταν αυτοί αφεθούν σε ένα παιχνίδι εξουσίας, με κόστος τη δική τους πνευματική ισορροπία.

Ο Γουίλεμ Νταφόε και ο Ρόμπερτ Πάτινσον προσεγγίζουν με θεατρική ένταση και ακρίβεια τους χαρακτήρες τους, οι οποίοι στέκουν αβοήθητοι μέσα στο παραισθησιογόνο σασπένς της ιστορίας. Ο καπετάνιος/μέντορας (Νταφόε) και ο πρώην ξυλοκόπος/μαθητής (Πάτινσον) δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο Νταφόε και ο Πάτινσον ήταν οι αρχικές επιλογές του σκηνοθέτη, και οι τρεις τους δούλεψαν εντατικά για να δώσουν ζωή στους δύο απαιτητικούς και δύσκολους ερμηνευτικά χαρακτήρες. Οι δυο ηθοποιοί πραγματοποίησαν αληθινή ερμηνευτική υπέρβαση καθώς μπήκαν μέσα στο δέρμα των ρόλων τους και αφομοίωσαν τη μοναξιά και τη συναισθηματική τους αγωνία, στον απόκοσμο φάρο. Οι πρόβες ήταν εξοντωτικές και η μέθοδος κινηματογράφισης ήταν μοναδική εμπειρία, σύμφωνα με τους ίδιους.

Η εξοντωτική συντήρηση του φάρου και τα σκληρά καθημερινά τους καθήκοντα, αποτελούν μια βασανιστική ρουτίνα κάτω από τις ριπές του ανέμου και το πηχτό σκοτάδι. Στο απόκοσμο αυτό μέρος, θα ζωντανέψουν οι αιώνιοι μύθοι και οι αρχαίοι θρύλοι που θα απειλήσουν με παράδοξο τρόπο τους δυο ήρωες. Η κουραστική καθημερινότητα θα είναι μόνο η αρχή ενός βιβλικού ολέθρου. Οι ιστορίες των δυο αντρών θα ξεδιπλωθούν σταδιακά. Η εμμονή με το καθήκον, οι θολές μνήμες, οι αληθινές ταυτότητες πίσω από τον μύθο, οι επίπονες σωματικά βάρδιες και η απελπισία τους μέσα στον φάρο που μοιάζει ξεχασμένο από τους ανθρώπους, θα οδηγήσουν την ιστορία. Το ψυχολογικό παιχνίδι θα είναι αδιάκοπο.

Η ατμοσφαιρική, ασπρόμαυρη φωτογραφία της ταινίας, αποτελεί από μόνη της ένα χαρακτήρα του έργου. Το αινιγματικό σκοτάδι δημιουργεί την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία οι δυο χαρακτήρες θα χάσουν τις ψυχές τους.

Για να πετύχει καλλιτεχνικά το φιλόδοξο όραμά του, ο σκηνοθέτης γύρισε το φιλμ του σε υψηλής ποιότητας ασπρόμαυρο και επέλεξε τετράγωνο κάδρο (1.19:1). Με αυτόν τον τρόπο, ήθελε να συνδυάσει τον μινιμαλιστικό τρόμο με τη γοτθική ατμόσφαιρα του τοπίου, στη Νέα Σκωτία του Καναδά. Πέρα από την ένταση της φυσικής τοποθεσίας, ιδιαίτερη έρευνα έγινε για τον ρεαλισμό της γλώσσας, καθώς οι δυο ηθοποιοί προσέγγισαν απόλυτα τη διάλεκτο του 19ου αιώνα.

Ο σκηνοθέτης Ρόμπερτ Έγκερς προσπαθούσε πολύ καιρό να προχωρήσει την ταινία με τους δικούς του όρους, χωρίς να συμβιβαστεί στο καλλιτεχνικό του όραμα. Τα πάντα άλλαξαν γι αυτόν όταν προκάλεσε θόρυβο γύρω από το όνομά του με τη βράβευσή του ως καλύτερος σκηνοθέτης στο φεστιβάλ του Σάντανς το 2015. Είχε στα σκαριά ένα remake του κλασικού φιλμ τρόμου Νοσφεράτου, αλλά τελικά προτίμησε να ασχοληθεί με τον Φάρο. Αυτή ήταν μια ιστορία που είχε γράψει, έχοντας επιρροές από πολλές μεταφυσικές ιστορίες που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά μέσω της προφορικής παράδοσης, καμωμένες από μύθους φαντασμάτων και από διάσημες folk ιστορίες, αυτές που λέγονται γύρω από τη φωτιά.

Έχοντας πολλά σημεία αναφοράς (από τη στοιχειωμένη λογοτεχνία του Χ. Φ. Λάβκραφτ μέχρι τον «Μόμπι Ντικ» και από τον μύθο του Προμηθέα μέχρι την Έβδομη Σφραγίδα του Μπέργκμαν, αλλά και τις κλασικές παραγωγές του Βαλ Λιούτον), o Ρόμπερτ Έγκερς περνάει στην ταινία του μια πληθώρα καλλιτεχνικών επιρροών. Όμως, τη μεγάλη επιρροή τού την άσκησε η ζωγραφική και τα ιστορικά ντοκουμέντα της ζωής των ναυτικών, της περιόδου του 1890, στοιχεία που βρήκαν το δρόμο τους στις σκηνές του φιλμ.

Η παραγωγή ξεκίνησε το 2018 και τα γυρίσματα διήρκεσαν 32 μέρες, ξεκινώντας στις αρχές Απριλίου της ίδιας χρονιάς. Οι αληθινές τοποθεσίες στις οποίες έγιναν τα γυρίσματα έδωσαν ξεχωριστό ρεαλισμό στο φιλμ, ενώ ο διευθυντής φωτογραφίας δούλεψε με ειδικούς φακούς προκειμένου να αποτυπώσει πειστικά και ατμοσφαιρικά το μακρινό φως μέσα στο πυκνό σκοτάδι.

To συνεργείο έπρεπε να πραγματοποιήσει τις δύσκολες λήψεις της κάμερας μέσα στο στενό εσωτερικό του φάρου, ενώ τα απαιτητικά εξωτερικά γυρίσματα γίνονταν με τους ανέμους να φτάνουν τα 120 χιλιόμετρα την ώρα, με τις συχνές καταιγίδες να δυσχεραίνουν το σκηνικό.

Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε στο Φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών του 2019 και η ταινία απέσπασε το βραβείο FIPRESCI. Οι κριτικές από όλον τον κόσμο ήταν αποθεωτικές και όλοι μιλούσαν για ένα κλειστοφοβικό ταξίδι στη σκοτεινή πλευρά που υπνωτίζει τον θεατή και για μια παράτολμη αλληγορία με υποβλητική δύναμη.

Από εκεί και μετά, ο Φάρος σημείωσε μια θριαμβευτική φεστιβαλική πορεία, μέχρι τα Independent Spirit Awards, όπου απέσπασε διπλή υποψηφιότητα για καλύτερο Α’ Ανδρικό ρόλο (ο Πάτινσον και ο Νταφόε ανταγωνίζονται στην ίδια κατηγορία). Όλα δείχνουν ότι ο «Φάρος» θα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην φετινή award season, με τις υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες και για Όσκαρ να πλησιάζουν.

Ηλίας Φραγκούλης 0,5/5

FreeCinema

Στα 1890, σε μυστηριώδες και εντελώς αποκομμένο από τον πολιτισμό ξερονήσι έξω από τη Νέα Αγγλία, δύο άνδρες έρχονται αντιμέτωποι με τη λογική και τη σημασία της ύπαρξής τους, έχοντας ως μοναδική φροντίδα την αδιάκοπη και σωστή λειτουργία ενός φάρου.

Το «διαβασμένος» δεν σημαίνει απαραίτητα και δημιουργικός. Ο 36χρονος Ρόμπερτ Έγκερς εμφανίστηκε στη σκηνοθεσία με το «The Witch» (2016), ένα ντεμπούτο το οποίο παρουσιάστηκε σαν η «νέα» ματιά στο σινεμά τρόμου και, προσωπικά, μόνο σε κατάσταση γέλωτα θυμάμαι να με είχε φέρει. Ο Έγκερς έχει εμφανείς αρτίστικες αισθητικές καταβολές και οι πρώτες του δουλειές στον κινηματογράφο είχαν να κάνουν με το production design και τα κοστούμια. Με άλλα λόγια, αυτά έχει μελετήσει, έχει αναζητήσει το υλικό της στιλιστικής του βάσης και (μάλλον) το λιγότερο που τον αφορά κατόπιν είναι… η ιστορία. Όσοι έχουν δει εκείνο το φιλμ, καταλαβαίνουν πολύ καλά τι εννοώ.

Η κριτική τον υποδέχτηκε θερμά τότε, αλλά με το που έστειλε τον «Φάρο» στις περσινές Κάννες, το hype έφτασε στον Θεό! Δυστυχώς, με απλά λόγια, το έργο αποτελεί έναν «εκτροχιασμό» της όποιας hipster-ικής αντίληψης του τι εστί 7η Τέχνη, είναι ικανό να προκαλέσει τον έντονο εκνευρισμό ή (αδιέξοδες) συζητήσεις (ενδεχομένως και ωρών) για το «τι ήθελε να πει ο ποιητής» και, παρά την (κυριολεκτικά ανεξήγητη και αδικαιολόγητη) ώθηση / φημολογία ότι μπορεί να φτάσει και μέχρι στις φετινές υποψηφιότητες των Όσκαρ, δικαίωσε μονάχα το πιο καλοδουλεμένο καλλιτεχνικά κομμάτι του, μπαίνοντας στην πεντάδα της καλύτερης διεύθυνσης φωτογραφίας (με ένα απόλυτα δηθενάδικο 1.19:1 aspect ratio, σε μαυρόασπρο φιλμ, εννοείται…).

Ο «Φάρος» μάς τοποθετεί στα 1890 (παρατηρείται, δηλαδή, ένας εθισμός στο κλίμα περιόδου, μετά τα 1630 της πρώτης του ταινίας), σε ένα ξερονήσι που διαθέτει έναν φάρο, με δύο άνδρες να φροντίζουν για τη σωστή λειτουργία του. Ο ένας είναι βετεράνος ναυτικός που λες κι έχει ριζώσει εκεί, ο άλλος ένας «ψαρωμένος» νεαρός που σταδιακά αρχίζει να έχει αμφιβολίες για το τι είναι πραγματικό ή μη στο νησί. Τις ίδιες ανησυχίες μπορεί να έχει σταδιακά και ο θεατής, ο οποίος παρακολουθεί τους Ρόμπερτ Πάτινσον και Γουίλεμ Νταφόου να παίζουν στα σύνορα της θεατρικής μανιέρας, λες και το έργο βασίζεται σε σαιξπηρικό λόγο και δραματουργία αρχαιοελληνικής τραγωδίας (για να μην πω ότι παραλίγο να αναζητήσω την προέλευση ποιητικών τσιτάτων στο Google…). Όταν ο πρώτος σκοτώσει έναν γλάρο που τον παρενοχλούσε νύχτα-μέρα, ο δεύτερος θα θεωρήσει ότι το πτηνό τούς έχει καταραστεί, διότι ως προληπτικός πιστεύει σε έναν θρύλο που λέει ότι τα συγκεκριμένα πουλιά κουβαλάνε μέσα τους τις ψυχές ναυτικών που χάθηκαν στις θάλασσες.

Αν τα πρώτα επτά λεπτά απόλυτης σιωπής σε έβαλαν σε ανησυχία, αυτό που ακολουθεί είναι ακόμη πιο τρομακτικό. Ο Έγκερς δεν οδηγεί πουθενά την αφήγησή του, απολαμβάνοντας (σαν αυτοϊκανοποιούμενος) το εικαστικό του σύμπαν που αποτελεί μία σκέτη… τρικυμία στο κρανίο! Ο «Φάρος» του αναλώνεται σε όμορφες εικόνες «νεκρής φύσης» και γεωμετρίας που στους εσωτερικούς χώρους θυμίζουν τη «Νύχτα του Κυνηγού» (1955) του Τσαρλς Λότον, τη στιγμή που η διανοητική ισορροπία των δύο ηρώων του τίθεται υπό αμφισβήτηση. Είναι κάποιος από τους δύο τους τρελός; Μήπως τα χάνουν και οι δύο; Υπάρχει περίπτωση ο ένας να αποτελεί… φανταστικό χαρακτήρα; Δίπλα σε αυτά τα ακανθώδη ερωτήματα, ο Έγκερς παρακολουθεί τους δύο άνδρες να… κλάνουν ηχηρά ή να αυνανίζονται καθώς φαντάζονται ονειρεμένες γοργόνες ή ακόμη και κάτι το «απροσδιόριστα» ομο-ερωτικό, το οποίο ενίοτε υποφώσκει αλλά δεν δηλώνεται με πράξεις ή επιδιώξεις.

Το δεύτερο μέρος στέκει ως μία από τις πλέον εξουθενωτικές (η ηχητική μπάντα σε κάνει να θέλεις να κόψεις τα αυτιά σου με τσεκούρι) εμπειρίες που είχα στο σινεμά εδώ και πολλά χρόνια! Πρόκειται για έναν αχταρμά από εμφανώς κλεμμένες «αναφορές» σε ζωγραφικούς πίνακες (από Σάσα Σνάιντερ μέχρι Ζαν Ντελβίλ) και φιλμικά παραδείγματα (από Ζαν Επστάιν μέχρι Καρλ Ντράγερ), οτιδήποτε το avant-garde που μοιάζει να σε καλεί να παίξεις ένα test γνώσεων, οι οποίες αντί για ουσιαστικές μπορεί να βασίζονται σε ένα απλό «ξεφύλλισμα» έργων τέχνης. Η ιστορία δεν βγάζει κανένα νόημα (ούτε σαν «σπαζοκεφαλιά»), οι δύο άνδρες πλακώνονται μεταξύ τους ή καταστρέφουν οτιδήποτε τους επιτρέπει να επιβιώσουν στο ξερονήσι, ενώ οι «παραισθητικές» στιγμές φτάνουν σε σημείο να προκαλούν έως και το γέλιο (ειδικά όταν αρχίζουν να εμφανίζονται… πλοκάμια στην «απαγορευμένη» κορυφή του φάρου ή όταν ο χαρακτήρας του Νταφόου φαίνεται πως έχει μία… σεξουαλικού είδους σχέση με αυτόν και το φως που εκπέμπει!). Τέλος (και εξήγηση) δεν υφίστα(ν)ται (διότι εδώ κάνουμε «τέχνη», όχι μπαναλαρία…), με το επιλογικό κάδρο του «Φάρου», ένα μετωπικό τράκο Λουίς Μπουνιουέλ με Αισχύλο, να προκαλεί πραγματικό θυμό. Εάν επιτρεπόταν η οπλοχρησία, με τέτοιες ταινίες θα είχαμε γενοκτονίες ολόκληρες στα σινεμά!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όχι.

Τάσος Ντερτιλής [1/5]

GRAND Magazine

The Lighthouse Ο Φάρος

Πληθώρα λογοτεχνικών αναφορών, ασπρόμαυρο τετράγωνο κάδρο, καταχνιά και εκκωφαντική ηχητική μπάντα σε μια ταινία ψυχολογικού τρόμου που δεν μας έπεισε

Βρισκόμαστε στη Νέα Αγγλία στις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ, γύρω στο 1890. Σε ένα μυστηριώδες νησί, δυο φύλακες έρχονται να αναλάβουν υπηρεσία σε ένα απομονωμένο φάρο και σταδιακά αποκόπτονται από τον έξω κόσμο λόγω της παρατεταμένης θύελλας. έχουν χρέος να μείνουν στο πόστο τους για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Μόνοι στο φάρο, δεν θα αργήσουν να συγκρουστούν και τελικά να βυθιστούν στα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους. Το πέρασμα του χρόνου θα φέρει στην επιφάνεια το πνιγηρό αίσθημα απομόνωσης, θα ανασύρει σκοτεινές φαντασιώσεις και, τελικά, θα στρέψει τους δυο άνδρες στην παράνοια.

H δεύτερη, μετά την φημισμένη αλλά και αμφιλεγόμενη Μάγισσα, ταινία του Ρόμπερτ Έγκερς είναι ακόμη πιο φιλόδοξη. Μπολιάζοντας μια ιστορία που έγραψε ο αδελφός του Μαξ με στοιχεία τρόμου αλλά και ναυτικής φιλολογίας τύπου Χέρμαν Μέλβιλ και Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, δημιουργεί έναν κλειστοφοβικό φιλμικό εφιάλτη που φιλοδοξεί να..Επ! μια στιγμή! Τι ακριβώς επιδιώκει με αυτή την ταινία και με αυτόν τον τρόπο που επέλεξε να την πραγματοποιήσει, αρμόδιος να απαντήσει καλύτερα θα ήταν ίσως ένας ψυχολόγος.

Μια πληθώρα λογοτεχνικών αναφορών πέφτει στους ώμους των δύο πρωταγωνιστών που τραβούν του λιναριού τα πάθη για να φέρουν σε πέρας το καλλιτεχνικό όραμα του 37χρονου Αμερικανού δημιουργού. Η αλήθεια είναι ότι τα καταφέρνουν να στοιχειώσουν κάθε κάδρο του φιλμ με την παρουσία τους και να τιθασεύσουν το ζητούμενο: την σταδιακή κλιμάκωση της παράνοιας μέσα σε ένα κλειστοφοβικό και απομονωμένο περιβάλλον. Ο Έγκερς χρησιμοποιεί φιλμ και τετράγωνο κάδρο (1,19:1), ασπρόμαυρη φωτογραφία βουτηγμένη στην υγρή καταχνιά που είναι και το βασικό ατού της ταινίας αλλά και εκκωφαντική ηχητική μπάντα. Το θέμα είναι ότι όλα αυτά τίθενται στην υπηρεσία μιας υπερβολικά ελλειπτικής (μάλλον αλληγορικής) ίντριγκας, διανθισμένης με μεταφυσικό μυστήριο, βία, λανθάνοντα και μη ερωτισμό και άφθονα σωματικά υγρά (και αέρια). Παράνοια λοιπόν υψηλών λογοτεχνικών προδιαγραφών μπροστά στην κάμερα αλλά μήπως και παράνοια πίσω από αυτήν; ‘Η έστω μια τρέλα μεγαλείου που καθιστά τον Έγκερς φυσικό διάδοχο του Ντέιβιντ Λίντς (αρκεί να «παίρνει τα χάπια του»). Μέχρι στιγμής πάντως και παρά το μυστήριο και τη γοητεία που κουβαλάνε οι ταινίες του (εκτός από το άπειρο hype), το μόνο που καταφέρνει (τουλάχιστον κατά τη δική μας άποψη) ο Έγκερς, είναι να αναγορευθεί σε γκραν μάστερ της δηθενιάς και του art με την κακή έννοια. Αυτό πάντως που κάνει τη θέαση της ταινίας σχεδόν μαρτύριο είναι η ηχητική μπάντα, ένα σύνολο πρωτοποριακής μουσικής, εκκωφαντικών ήχων και γοερών κραυγών που δεν χωνεύονται με τίποτα χωρίς ντεπόν. Παρά την αρνητική εντύπωση που μας έκανε συνολικά, το φιλμ έχει τους οπαδούς του (και είναι πολλοί και φανατικοί).

Η πρεμιέρα έγινε στο περσινό Φεστιβάλ των Καννών όπου η ταινία απέσπασε το βραβείο FIPRESCI. Οι κριτικές από όλον τον κόσμο ήταν αποθεωτικές και όλοι μιλούσαν για ένα κλειστοφοβικό ταξίδι στη σκοτεινή πλευρά που υπνωτίζει τον θεατή και για μια παράτολμη αλληγορία με υποβλητική δύναμη. Από εκεί και μετά, ο Φάρος σημείωσε μια θριαμβευτική φεστιβαλική πορεία, μέχρι τα Independent Spirit Awards, όπου απέσπασε διπλή υποψηφιότητα για καλύτερο Α’ Ανδρικό ρόλο (ο Πάτινσον και ο Νταφόε ανταγωνίζονται στην ίδια κατηγορία). Κατέληξε δε στους υποψήφιους για Όσκαρ φωτογραφίας. Η επιτομή του δήθεν στο καλλιτεχνικό σινεμά. Περί ορέξεως…

Κωνσταντίνος Καϊμάκης [2,5/5]

Athens Voice

1890. Σε απομονωμένο νησί στη Νέα Αγγλία των ΗΠΑ φτάνει για να εργαστεί στο πλευρό του γέρου φαροφύλακα ένας λιγομίλητος και αινιγματικός νέος. Πέρα από την ευθύνη της λειτουργίας του φάρου, οι δύο άντρες θα αναγκαστούν να συνυπάρξουν παρότι τους χωρίζουν τόσα πολλάενώ και το τοπίο μοιάζει να τους ασκεί μια παράξενη έλξη.

Η δεύτερη ταινία του ταλαντούχου Έγκερς σκιαγραφεί μοναδικά το δύναμη του φανταστικού που επιβάλλεται σε ένα κόσμο δεισιδαιμονίας (αμέτρητοι οι ναυτικοί μύθοι που μοιράζονται οι δύο άντρες) και προκαταλήψεων. Όπως με τo «Η μάγισσα» –η πρώτη του ταινία, παραγωγής 2016, δεν βγήκε στις ελληνικές αίθουσεςπου αφορούσε στα περίεργα συμβάντα μιας οικογένειας στη Νέα Αγγλία του 1630, έτσι κι εδώ το μεταφυσικό μοιάζει να ορίζει τις τύχες των δύο αντρών στην ίδια περιοχή των ανατολικών αμερικανικών πολιτειών. Η απόκοσμη γοητεία του επιβλητικού τοπίου είναι έντονη από το πρώτο κιόλας πλάνο που αφορά στον ερχομό του νεαρού φαροφύλακα. Ο Έγκερς χτίζει το θέμα του πάνω στα στέρεα υλικά ενός σκοτεινού (ασπρόμαυρου στη συγκεκριμένη περίπτωση) παραμυθιού. Αρχέγονοι θεοί, ναυτικοί θρύλοι, αίσθηση απομόνωσης, εφιαλτικά όνειρα και μια υποψία παράνοιας μεταφέρουν στην κόντρα των δύο αντρών το βασικό θέμα της ιστορίας που ξεκινάει από τον προμηθεϊκό μύθο και καταλήγει στη θύελλα του μυαλού. Ο κίνδυνος που παραμονεύει σε κάθε σκηνή είναι όχι απλώς ορατός αλλά και χειροπιαστός. Η εικόνα της αισθησιακής γοργόνας, το σκότωμα του γλάρου που σηματοδοτεί την ύβρη, το ανίερο μεθύσι των δύο αντρών, ο αγώνας για την επιβίωση. Όλα συντείνουν προς μια αλληγορική ιστορία για τον εγκλεισμό, που οδηγεί σταδιακά στην παράνοια. Ή μήπως όλη αυτή η δοκιμασία δεν είναι τίποτε άλλο από μια ανατριχιαστική διαδρομή στα αβαθή του νου και τα σκοτάδια της ανθρώπινης φύσης; Όπως και να έχει, ο «Φάρος» είναι μια ανεπανάληπτη εμπειρία πάνω στην εξερεύνηση ενός λιντσεϊκού πυρετού. Τα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους ορίζονται από τις ναυτικές ιστορίες, το πάντρεμα αρχαίων θεών και θαλασσινών συμβόλων, τη συνύπαρξη του ανοίκειου με τη βλασφημία. Ένα ψυχόδραμα σουρεαλιστικό, κλειστοφοβικό και ενίοτε μακάβρια αστείο που δίνει την ευκαιρία στους εντυπωσιακούς Ρόμπερτ Πάτινσον και Γουίλεμ Νταφόε να φτάσουν στα όρια της υποκριτικής τους δεινότητας. Μία υποψηφιότητα για όσκαρ χάρη στη θαυμάσια φωτογραφία του Γιάριν Μπλάσκε.

Λουκάς Κατσίκας [3/5]

cinemagazine.gr

Τέσσερα χρόνια αφότου προκάλεσε μεγάλη αίσθηση με το «Witch», ο Ρόμπερτ Έγκερς μετατρέπει μια ακόμη ιστορία γοτθικού τρόμου σε μια ατμοσφαιρική άσκηση σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας. Τίποτα περισσότερο αλλά και τίποτα λιγότερο…

Στα τέλη του 19ου αιώνα, δυο άντρες αναλαμβάνουν τη φύλαξη ενός φάρου που βρίσκεται στην κορυφή ενός μικροσκοπικού και ανεμοδαρμένου νησιού. Για τις τέσσερις εβδομάδες που θα χρειαστεί να περάσουν εκεί, θα έρθουν αντιμέτωποι όχι μόνο με την ανελέητη απομόνωση και τον θυελλώδη καιρό αλλά και με την ψυχολογική καταιγίδα που δεν αργεί να ξεσπάσει ανάμεσά τους: Όταν αρκετά μπουκάλια ρούμι οδηγήσουν τα τεταμένα πνεύματα και τη σχέση εξουσίας και ανταγωνισμού μεταξύ των δυο αντρών σε μια παρανοϊκή κατάδυση στις σκοτεινές γωνιές που κρύβει καθένας μέσα του.

Αυτή είναι όλη κι όλη η ιστορία της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του 36χρονου Αμερικανού σκηνοθέτη. Γυρισμένο σε ασπρόμαυρο και σε παλιομοδίτικο τετράγωνο κάδρο, όπως ακριβώς γυρίζονταν οι ταινίες των αρχών του ομιλούντος κινηματογράφου, το φιλμ του Ρόμπερτ Έγκερς (ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο με τον αδερφό του) αντλεί και πάλι έμπνευση από ένα μακρινό και φορτωμένο δοξασίες και αόρατες απειλές παρελθόν, με τον ίδιο τρόπο που το έκανε στο «Witch».

Κινηματογραφική εμπειρία αντίστοιχη με τον αντίκτυπο ενός αλλόκοτου ονείρου

Αυτή τη φορά, ωστόσο, η προτεραιότητα είναι περισσότερο στιλιστική. Στόχος είναι η είσοδος του θεατή σε έναν ζοφερό και ερεβώδη κόσμο ο οποίος ζει και αναπνέει κάτω από το αχνό τρεμόπαιγμα των κεριών καθώς η ομίχλη και η υγρασία περικυκλώνουν τα πάντα. Τα στοιχεία της φύσης συνηγορούν στον υφέρποντα φόβο, η φωτογραφία στήνει κατανυκτικά παιχνίδια με το χειμωνιάτικο φως και το βαθύ σκοτάδι, η πανούργα χρήση του ήχου δίνει μια επιπλέον παραισθησιογόνα διάσταση στα δρώμενα και οι σωματικές ερμηνείες των ηθοποιών συλλαμβάνουν γλαφυρά το ντελίριο δυο ανθρώπων που βρίσκονται στο κατώφλι της ιδιωτικής τους κόλασης.

Οι αδερφοί Έγκερς ανατρέχουν, επιπλέον, σε μια ολόκληρη σειρά από λογοτεχνικές αναφορές είτε πρόκειται για ναυτικές προκαταλήψεις αφυπνισμένες από τα βάθη του χρόνου, είτε για τον Χέρμαν Μέλβιλ και το «Μόμπι Ντικ», είτε για τα ποιήματα του Σάμιουελ Κόλεριτζ και τον Προμηθεϊκό μύθο, είτε για τις απαρχαιωμένες διαλέκτους που επικαλούνται στις φορτισμένες στιχομυθίες τους οι ήρωες.

Και παρά το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω δεν οδηγούν σε κάτι αφηγηματικά πρωτόγνωρο, ούτε κατορθώνουν να μας πείσουν εν τέλει πως η βουή και η μανία που ξεσπούν επί οθόνης δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια επίδειξη ύφους, ο «Φάρος» προσφέρει κινηματογραφική εμπειρία αντίστοιχη με τον αντίκτυπο ενός αλλόκοτου ονείρου. Ή κάποιου τρομακτικού εφιάλτη.

Χρυσοστομάκης Λακταρίδης [3/5]

DOC TV

Ο ΦΑΡΟΣ: Τη τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, στη Νέα Αγγλία των Ηνωμένων Πολιτειών, δυο άντρες φτάνουν στο φάρο ενός απομονωμένου νησιού για μια βάρδια 5 εβδομάδων, αντικαθιστώντας τους δύο προηγούμενους φαροφύλακες. Ο ένας, είναι ένας έμπειρος ηλικιωμένος πρώην καπετάνιος κι ο άλλος, ένας νεαρός πρώην ξυλοκόπος, με ένα κρυμμένο μυστικό. Από την πρώτη μέρα κιόλας, ο μεγαλύτερος άντρας, δεν θα επιτρέψει στο νεαρό να ανέβει στη λάμπα του φάρου, καθώς θα την αναλάβει αποκλειστικά ο ίδιος, μαζί με το καθημερινό μαγείρεμα. Ο νεαρός θα κάνει όλες τις υπόλοιπες δουλειές αγγαρείας, τη τροφοδοσία με κάρβουνο, τη καθαριότητα, το βάψιμο και κάθε είδους μικρότερη ή μεγαλύτερη επιδιόρθωση. Οι σχέσεις τους θα παραμείνουν ψυχρές, μέχρις ότου ο νεαρός αρχίσει να πίνει αλκοόλ, πράγμα που μέχρι ενός σημείου απέφευγε. Μεθυσμένοι, θα ευθυμήσουν και θα έρθουν πιο κοντά μέχρι να συγκρουστούν με αποτρόπαιο τρόπο, καθώς η απομόνωση, η πνιγηρή ατμόσφαιρα του νησιού, το αλκοόλ και τα παιχνίδια εξουσίας μεταξύ τους, τους οδηγούν στη παράνοια και τη τρέλα. Ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Γουίλεφ Νταφόε και τον Ρόμπερτ Πάτινσον, στη καινούργια ταινία του Ρόμπερτ Εγκερς, ενός από τους τρεις σπουδαιότερους ανανεωτές του νέου κύματος του Αμερικάνικου Σινεμά του Φανταστικού (μαζί με τον Αρι Άρτσερ της Διαδοχής και του Μεσοκαλόκαιρου (Midsommer) και τον Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ, του, Σε Ακολουθεί και του Μυστικού της Ασημένιας Λίμνης), ο οποίος εντυπωσίασε με τη Μάγισσα (The Witch), το 2015, το οποίο στη χώρα μας παίχτηκε μονάχα στα πλαίσια του Horrorant Film Festival. Έχοντας σαν πηγές έμπνευσής του από τον μύθο του Προμηθέα, τους αρχαίους και τους λαϊκούς θρύλους, τη κλασική αμερικάνικη λογοτεχνία τρόμου του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, τον Πόε, τον Λάβκραφτ, αλλά και τον Μελβίλ του Μόμπι Ντικ, μέχρι το βουβό, κινηματογραφικό, The Lighthouse Keepers (Gardiens de Phare), του Ζαν Γκρέμιγιον από το 1929 , κλασικά βρετανικά θρίλερ, όπως τα Tower of Terror (1941) & Thunder Rock (1942), αλλά και την 7η Σφραγίδα του Μπέργκμαν, ο Εγκερς σκηνοθετεί ένα αγωνιώδες, arthouse, ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου και υπαρξιακού τρόμου το οποίο φορτώνει ωστόσο υπερβολικά, με συμβολισμούς και αναφορές. Το κάδρο είναι τετράγωνο 1.19:1, ασπρόμαυρο (η Διεύθυνση Φωτογραφίας του Γιάριν Μπλάσκε είναι υποψήφια για Όσκαρ) και ως επί το πλείστον, είτε παρακολουθεί τον νεαρό Εφρέϊμ/Τόμας στις καθημερινές του δραστηριότητες, είτε εικονογραφεί την υποκειμενική ματιά του και κυρίως τους εφιάλτες του, σε ότι έχει να κάνει με τον επίσης ονομαζόμενο Τόμας, μεγαλύτερο, κακότροπο άντρα, που τον παροτρύνει να πιει, με το φάρο, την σκοτεινή, άγρια θάλασσα, τις αιμοβόρες γοργόνες και ένα αποτρόπαιο συμβάν από το παρελθόν του, αυτό που τον οδήγησε ως εκεί για δουλειά. Η απομόνωση, οι μεταξύ τους εντάσεις και το αλκοόλ θα οδηγήσουν τους δύο άντρες στα άκρα, ειδικά από τη στιγμή και μετά, όπου ο Εφρέϊμ, αποκαλύψει στον Τόμας το μυστικό του. Εξ ου και το why you spilled your beans? που αφορά αυτή την αποκάλυψη από μέρος του και όχι τα φασόλια, στη λανθασμένη ελληνική μετάφραση του τρέιλερ. Το κλίμα είναι αλλόκοτο από τη πρώτη στιγμή και οι βινιέτες που ακολουθούν εντείνουν την απειλητική, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα προϊδεάζοντας το θεατή πως όλα όσα παρακολουθεί θα μπορούσαν να συμβαίνουν μονάχα στο μυαλό του νεαρού άντρα, θυμίζοντας τρομακτικές γκραβούρες από εικονογραφήσεις βιβλίων εκείνης της εποχής. Η προσεγμένη ηχητική μπάντα και τα αριστουργηματικά καδραρίσματα σε συνδυασμό με τις εντάσεις ανάμεσα στους δύο άντρες να αποκτά στιγμές διαστάσεις που θολώνουν τα σύνορα ανάμεσα στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα και τη καταπιεσμένη σεξουαλική έλξη σαν επιθυμία είτε κατάκτησης, είτε υποταγής και η χρήση Αγγλικών του 19ου αιώνα, τα οποία μιλούν οι πρωταγωνιστές (που επίσης χάνονται στη μετάφραση), συνθέτουν μια ανεπανάληπτη παραισθησιακή κινηματογραφική εμπειρία. Αν ο υπερταλαντούχος σκηνοθέτης δεν ήθελε να μιλήσει για τόσα πολλά σε μία μόνο ταινία και περιόριζε τις λογοτεχνικές/κινηματογραφικές αναφορές του, θα μιλούσαμε για ένα πραγματικό αριστούργημα. Ιστορικά, αν και ο φάρος σαν σύμβολο έχει μια θετική χροιά, ο απομονωμένος φάρος σε κάποιο ακατοίκητο μικρό νησί, έχει θρέψει την οργιώδη σκοτεινή φαντασία των ανθρώπων από το 1703 μέχρι σήμερα, όταν ένας από τους πρώτους σύγχρονους φάρους της εποχής κατέρρευσε, σκοτώνοντας όλους όσοι ζούσαν μέσα του. [Πηγή: www.doctv.gr]

Νικόλ Φιλιπποπούλου [3,5/5]

CultVille – The City of Arts

O Φροϋδικός “Φάρος” του Robert Eggers στον Αντίποδα της “Μάγισσας” του Κριτική Ταινίας

29 Ιανουαρίου 2020

Σκηνοθεσία: Robert Eggers

Μετά το ντεμπούτο του με το γοητευτικό The witch, ο Robert Eggers, επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη, πάλι στα μονοπάτια ενός «Λαβκραφτιανού», «Μπεργκμανικού» και φροϋδικών προδιαγραφών horror, με θρησκευτικό υπόβαθρο κι εντυπωσιακούς ελιγμούς στον ψυχολογικό, σχεδόν εφιαλτικό, κλασικό τρόμο.

Στον αντίποδα της σκοτεινής και φεμινιστικής φιγούρας της Μάγισσας, ο Eggers καταπιάνεται γι’ ακόμη μια φορά με τον καταστροφικό ψυχολογικό αντίκτυπο του θρησκευτικού συντηρητισμού, ως ρίζα του κοινωνικού συντηρητισμού, προσεγγίζοντας αυτή τη φορά τους προβληματισμούς του υπό την οπτική της τοξικής ανδροπρέπειας και της επιβλαβούς ρηχότητας των ταμπού που χαρακτηρίζουν το ανδρικό φύλο. Η αλληλεπίδραση των ηρώων του Φάρου, είναι ωμή, βίαιη, σχεδόν ψυχωτική, δημιουργώντας ένα σουρρεαλιστικό σύμπαν παραισθήσεων, πλάνης κι αναπάντητων ερωτημάτων. Ο «πατήρ» και ο «υιός», το παλιό και το καινούριο, η εμπειρία και η καινοτομία, προσωποποιούνται αντιφατικά, σε μια σχέση κυριαρχίας-υποτέλειας, που οι ρόλοι των προσώπων ακολουθούν προϋπάρχουσα ιεραρχική δομή και κάθε υπόνοια συναισθήματος ερμηνεύεται ως αδυναμία, οδηγώντας εν τέλει τους ήρωες σε έναν κοινό παρονομαστή.

Η αρρενωπή φύση του Φάρου, γίνεται εμφανής ήδη από τα πρώτα πλάνα του φιλμ, τόσο από την ίδια τη σκηνογραφία όσο κι από τα γεγονότα που διαδέχονται το ένα το άλλο. Σε αυτό το απομακρυσμένο και άγριας ομορφιάς νησί, η φύση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του δράματος, συμπάσχοντας, προειδοποιώντας ή τιμωρώντας τους ήρωες για τις επιλογές τους. Οι folklore αναφορές, δεν αποτελούν μόνο στυλιστική πινελιά στη σκοτεινή αυτή ιστορία, αλλά παίρνουν σάρκα και οστά στο πρόσωπο των δύο ανδρών, πλαισιώνοντας ποιητικά την κλιμάκωση κι έκβασή τους.

Κανείς δεν γνωρίζει τι πραγματικά συνέβη στο Φάρο, αν οι χαρακτήρες είναι πρόσωπα ή προσωπεία, ή ακόμα κι αν το «φαλλόσχημο» αυτό φωτεινό σύμβολο υπήρξε στ’ αλήθεια. Όμως, δεν είναι αυτό το ζητούμενο ˙ κάθε ιστορία έχει τη δικιά της δόση αλήθειας, ούτως ή άλλως. Αυτό που πραγματικά μετρά για την κατανόηση των «παράξενων» γεγονότων που συμβαίνουν στο The lighthouse περιγράφεται με μία μόνο λέξη ˙ χημεία. Οι ήρωες κινούνται σαν μαγνήτες ˙ ο ένας έλκει τον άλλο, συμπληρώνει τον άλλο ή απωθεί τον άλλο.

Ωστόσο, ακόμα και στο τέλος αυτού του υπαρξιακού και ψυχολογικά σκοτεινού φιλμ, το βασικό ερώτημα παραμένει: Αυτοί οι ήρωες είναι ίδιοι ή διαφορετικοί; Με τις «Μπεργκμανικές» αναφορές να κυριαρχούν το ερώτημα αυτό καταντά ρητορικό έως κι αυτοαναφορικό ˙ δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι διαφορετικοί ˙ μπορεί, απλώς, να είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μόνο που ο Eggers, το πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα ˙ η φετιχιστική αυτή, κωμικοτραγική ταύτιση κι αντίφασή τους ξεκινά ως «τροφή» τους για να καταλήξει σε εμμονή και αυτοκαταστροφή τους.

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος [3,5/5]

αθηνόραμα

Κριτική

Ο Φάρος

30/01/2020

Σαν εκείνους τους εφιάλτες που βλέπουμε τον εαυτό μας να πέφτει προτού μας ξυπνήσει ο γδούπος, έτσι και ο «Φάρος» γραπώνει από το λαιμό τον θεατή ώσπου να τον απελευθερώσει απροειδοποίητα. Αν στην περίπτωση του ονείρου η πραγματικότητα επιστρέφει μόλις ανοίξουμε τα μάτια, στο φιλμ του Ρόμπερτ Έγκερς οι αμφιβολίες για το τι είναι αληθινό και τι όχι παραμένουν και αφού ανάψουν τα φώτα της αίθουσας.

Ο σκηνοθέτης του υποβλητικού «Witch» εμπνέεται ξανά από το μακρινό παρελθόν, εδώ εν μέρει από μια αληθινή ιστορία του 19ου αιώνα, για να στήσει ένα καθηλωτικά στιλιζαρισμένο φιλμ που κινείται ανάμεσα στα θρίλερ και στις ταινίες τρόμου, συνοδευμένο από διακριτικά κωμικά στοιχεία. Μοναδικοί πρωταγωνιστές οι Ρόμπερτ Πάτινσον και Γουίλεμ Νταφόε, στον ρόλο δύο αποκλεισμένων σε βραχονησίδα φαροφυλάκων, οι οποίοι βιώνουν μια σειρά από αλλόκοτες εμπειρίες που απειλούν την ψυχική τους ισορροπία.

Η πλοκή που στήνει ο Έγκερς μοιάζει απλή, αλλά αποδίδεται με την ορμή καταιγίδας, η οποία δυναμώνει μαζί με την υστερία που σταδιακά κατακλύζει τους χαρακτήρες. Από μόνο του το ύφος της ταινίας, χάρη στη μαεστρική δουλειά του οσκαρικά υποψήφιου διευθυντή φωτογραφίας Γιάριν Μπλάσκε, είναι τόσο επιβλητικό, που παρασύρει ανά στιγμές την προσοχή μακριά από την ουσία. Η προσηλωμένη αφήγηση του Έγκερς αποτρέπει τα φλύαρα παραστρατήματα και απελευθερώνει τη φρενήρη δυναμική της ταινίας, στην οποία αποθεώνονται οι επιρροές του σκηνοθέτη. Κάθε σεκάνς του «Φάρου» θα μπορούσε να είχε βγει από τη σκοτεινή φαντασία του Έντγκαρ Άλαν Πόε ή του Χ.Φ. Λάβκραφτ, ενώ το πνεύμα του μακάβριου «Nosferatu» (Φ.Β. Μουρνάου) πλανάται πάνω από τα τετράγωνα κάδρα και τις χειροπιαστές ασπρόμαυρες εικόνες.

Την ίδια στιγμή όμως το φιλμ του Αμερικανού μοιάζει ολότελα καινούργιο, δημιούργημα μιας αποτρόπαιης παραίσθησης ή ενός επίμονου άγχους ριζωμένου στο ασυνείδητο. Είναι εκείνο εξάλλου που απογυμνώνεται στον «Φάρο» μέσα από την κόντρα των Νταφόε – Πάτινσον για επιβολή. Οι δύο ηθοποιοί μοιάζουν με ζωντανά φαντάσματα καθώς βαλτώνει μέσα τους η απόγνωση, απόρροια της ακινησίας στην οποία είναι εγκλωβισμένοι. Η μονοτονία της μοναξιάς τους οξύνεται από το αλκοόλ και τη σεξουαλική στέρηση, που με τη σειρά τους δίνουν χώρο στη διαστροφή. Σαν ήρωες αρχαίας τραγωδίας, οι δύο άντρες έχουν διαπράξει ύβρη, παραδομένοι στις ανεξέλεγκτες ορμές τους, και βρίσκονται στο έλεος της νέμεσης. Έτσι αποκαλύπτεται η ουσία του «Φάρου», ο οποίος ρίχνει φως στην ακατανόητη τάση του ανθρώπου να αποζητά την καταστροφή του, αδιαφορώντας για το μέγεθος της τιμωρίας που θα επιφέρει και θα οδηγήσει στον πλήρη αφανισμό του.

Ειρήνη Δρίβα [3,5/5]

Tetragwno.gr

Κριτική: Ο Φάρος (The Lighthouse)

Ένας αλληγορικός τόπος όπου αλήθεια και παράνοια μπερδεύονται επικίνδυνα

Ιαν 27, 2020

Δύο άνδρες βλοσυροί και λιγομίλητοι επωμίζονται τη λειτουργία ενός απομονωμένου φάρου. Ο Τομ, βετεράνος ναυτικός με σκοτεινά μυστικά, φροντίζει το φως να εκπέμπει, ευθύνη που καθορίζει την ιεραρχία. Ο Έφραμ αναλαμβάνει τις ταπεινές δουλειές, νιώθοντας σταδιακά αποστροφή για τον σαρκασμό και την κυκλοθυμία του Τομ. Η απώλεια συντεταγμένων, η παράνοια και το ποτό θα πάρουν τα ηνία, καθώς το μοναχικό δίδυμο ακροβατεί ανάμεσα στο μίσος και την συντροφικότητα, το σκοτάδι και το φως.

Τον Ρόμπερτ Έγκερς τον γνωρίσαμε από την μικρού μήκους ταινία The Tell-Tale Heart (2008) ενώ ευρέως γνωστός έγινε το 2015 με την Μάγισσα. Από τότε ήθελε να γυρίσει ένα film, ωδή στον τρόμο και μάλιστα πληροφορίες ήθελαν να φλερτάρει με την ιδέα του κλασικού αριστουργήματος Νοσφεράτου. Τελικά, εμπιστεύτηκε το ένστικτο και τους παραγωγούς του που τον ήθελαν να προχωρήσει σε μια ταινία τρόμου, αλλά να βασίζεται σε δικό του σενάριο. Όπερ και αγέννητο και έτσι, έχουμε τον Φάρο. Τώρα αν δικαιώθηκε, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Όσοι περιμένουν να δουν μια ταινία με ένα στρωτό σενάριο και μια λογική σειρά γεγονότων, μάλλον θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Όσοι πάλι θέλουν να βυθιστούν στον κόσμο της παράνοιας, του δράματος και της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας που όλα έχουν συμβολικό χαρακτήρα, ας σπεύσουν. Εξάλλου, ο σκηνοθέτης μας έχει συνηθίσει στην εμμονή του με τις αρχέτυπες ιστορίες τρόμου. Αυτό ακριβώς είναι Ο Φάρος. Ένας τόπος που δεν είμαστε σίγουρη αν υπάρχει στα αλήθεια και ούτε αν οι δυο άντρες βρέθηκαν στα αλήθεια εκεί. Όλη η πλοκή έρχεται στην επιφάνεια μέσα από τις φαντασιώσεις τους και τις παραισθησιογόνες ερωτικές τους επιθυμίες. Επιθυμία για εξουσία, για υποταγή, για έλεγχο. Η καθημερινή ρουτίνα, η παρουσία πουλιών που συνεχώς τους υπενθυμίζουν πως είναι ανεπιθύμητοι, η μοναξιά και η απομόνωση συνθέτουν μια εικόνα βιβλική. Η ταινία είναι ασπρόμαυρη και γυρισμένη σε τετράγωνο κάδρο (1.19:1). Αυτό από μόνο του προσθέτει ακόμα έναν χαρακτήρα στο έργο. Το σκοτάδι που λειτουργεί ως καταλύτης και οδηγεί την μοναδική δέσμη φωτός, που εκπέμπει ο ίδιος ο φάρος και αποτελεί μήλον της έριδος για τους ήρωες, που με την σειρά της οδηγεί στην απόλυτη τρέλα. Η φωτογραφία είναι αριστούργημα.

Το μινιμαλιστικό τοπίο με την γοτθική ατμόσφαιρα ήταν ο ιδανικός καμβάς για να δουλέψει ο Τζάριν Μπλάσκε και βέβαια να κερδίσει υποψηφιότητα για όσκαρ καλύτερης φωτογραφίας. Οι ερμηνείες των Νταφόε και Πάτισον είναι κάτι παραπάνω από άψογες. Κι αν δεν σας πείσει η ταινία θα σας πείσουν αυτοί οι δυο. Ειδικά ο Πάτισον είναι συγκλονιστικός. Το θέμα είναι όμως, για να επανέρθουμε στο αν δικαιώθηκε ο σκηνοθέτης είναι αν αυτή η ταινία μπορεί να σταθεί και σεναριακά από μόνη της. Εδώ, φοβάμαι πως πολλοί θεατές θα βγουν από τις αίθουσες μάλλον απορημένοι για αυτό που είδαν. Γιατί Ο Φάρος δεν είναι μια ταινία κινηματογράφου, είναι μια ιστορία άρτια χτισμένη, σκηνοθετικά και τεχνικά, με ερμηνείες αξιώσεων, αλλά μοιάζει με στοιχειωμένη λογοτεχνία που περισσότερο θα ταίριαζε σε μια θεατρική σκηνή παρά σε μια σκοτεινή αίθουσα. Μη ξεχνάμε πως ο Ρόμπερτ Έγκερς ξεκίνησε την καριέρα του ως θεατρικός σκηνοθέτης και σκηνογράφος και μάλιστα είχε λάβει και διθυραμβικές κριτικές για το αποτέλεσμα των θεατρικών παραγωγών του. Και αυτό κάνει και στον κινηματογράφο. Πιστός σε ένα μια νέα τάση, που αρχίζουμε και την συναντάμε όλο και περισσότερο, εμπιστεύεται περισσότερο την εικόνα πάρα το σενάριο.

Ο Φάρος μοιάζει περισσότερο με σουρεαλιστικό ψυχόδραμα παρά με κινηματογράφο. Άρτιο και άψογα εκτελεσμένο εγκλωβισμένο όμως σε μια οθόνη που δεν είμαι σίγουρη αν θα καταφέρει να κάνει βουτιά στους θεατές που νομίζουν απλά πως θα δουν ένα ακόμα θρίλερ. Οπότε, η απάντηση αν ο σκηνοθέτης δικαιώθηκε με την επιλογή του θα απαντηθεί στις 30 Ιανουαρίου 2020 όπου η ταινία θα βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Του Νίνου Φένεκ Μικελίδη https://www.enetpress.gr/

**** Ο φάρος

The Lighthouse. Καναδάς/ΗΠΑ, 2029. Σκηνοθεσία-σενάριο: Ρόμπερτ Έγκερς. Ηθοποιοί: Γουίλεμ Νταφόε, Ρόμπερτ Πάτινσον, Βαλέρια Καραμάν. 109΄

Τον «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μελβίλ φέρνει στο νου, από τα πρώτα κιόλας πλάνα, η νέα ταινία «Ο φάρος» (βραβείο FIPRESCI στις Κάνες και υποψήφια για Όσκαρ φωτογραφίας), του production designer και σκηνοθέτη Ρόμπερτ Έγκερς, γνωστού για την πολυβραβευμένη (ανάμεσά τους και στο φεστιβάλ του Σάντανς) ταινία του «Η μάγισσα» («The Witch: A New England Tale»).

Και όχι μόνο για τις αναφορές που γίνονται στην ταινία στον πλοίαρχο Ahab, τον ήρωα του «Μόμπι Ντικ» αλλά και στη δημιουργία της όλης ατμόσφαιρας, ακόμη και στη χρήση της γλώσσας όπως τη μιλούσαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ατμόσφαιρα, ακόμη, που κερδίζει χάρη τόσο στη χρήση μιας αλλόκοτης μουσικής, από τον Μαρκ Κόρβεν και στη εξαιρετική χρήση του ήχου (των πουλιών, των κυμάτων που χτυπάνε στους βράχους, της βροχής) όσο και στην ατμοσφαιρική μαυρόασπρη, όπου κυριαρχούν οι γκρίζοι τόνοι, φωτογραφία του Jarin Blaschke. Φωτογραφία γυρισμένη στο τετράγωνο κάδρο των παλιών ταινιών της δεκαετίας του ’30, δίνοντάς της μια γοτθική, τρομακτική όψη, κάτι ανάμεσα στις ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού και τις κλασικές ταινίες τρόμου της δεκαετίας του ’40.

Τοποθετημένη στη Νέα Σκωτία του Καναδά, γύρω στα 1890, η ταινία αφηγείται την ιστορία δυο αντρών, του ηλικιωμένου Τόμας Γουέιτ (Γουίλεμ Νταφόε) και του νεότερου Εφρέμ Γουίνσλοου (Ρόμπερτ Πάτινσον), φρουρούς, για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, στον φάρο του απομονωμένου, ανεμοδαρμένου νησιού. Η παραμονή τους στο νησί θα προκαλέσει διαφωνίες και συγκρούσεις, οδηγώντας τους μέχρι και την παράνοια, στο αδιάκοπο, εξοντωτικό παιχνίδι εξουσίας που αρχίζει να παίζεται ανάμεσά τους.

Με τον Εφρέμ να κάνει τις καθημερινές και πιο δύσκολες χειρωνακτικές δουλειές (σε μια σειρά πλάνα τον βλέπουμε να κουβαλάει κάρβουνα, μέσα στη βροχή, τσαλαβουτώντας στις λάσπες, ενώ σε άλλες ξενυχτάει γεμίζοντας με κάρβουνα το καζάνι του φάρου), ενώ ο Τόμας αφηγείται διάφορες περίεργες ιστορίες και να χρησιμοποιεί τον Εφρέν σαν σκλάβο δίνοντάς του, κάθε τόσο, διαταγές (συχνά εξευτελιστικές), περιορίζοντας τη δική του ευθύνη στον έλεγχο και τη διατήρηση του απρόσιτου για τον Εφρέμ φανού. Ενός φωτεινού («μαγικού» θα έλεγα) φανού, που η εμμονή του Εφρέμ να τον πλησιάσει και να μπορέσει να τον χειριστεί θα τον οδηγήσει σταδιακά στην παράνοια και την τρέλα.

Το παιχνίδι εξουσίας δίνει την ευκαιρία στον Έγκερς να χρησιμοποιήσει φαντασιώσεις, αρχαίους θρύλους, μύθους (όπως εκείνο του Προμηθέα) και παραδόσεις, για να δημιουργήσει μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, με σκηνές που κινούνται ανάμεσα άλλοτε στο σουρεαλισμό και το ιδιόμορφο χιούμορ κι άλλοτε τον πειραματικό κινηματογράφο, για να τονίσει τη μοναξιά και τον υπαρξιακό τρόμο των δυο του ηρώων, με μια σκηνοθεσία που ελέγχει πλήρως από το πρώτο ως το τελευταίο πλάνο.

Με τους δυο πρωταγωνιστές του να δίνουν συναρπαστικές ερμηνείες: με τον Νταφόε, από τη μια, αυστηρό, επιβλητικό, να απολαμβάνει με ένα παράξενο τρόπο τις διαταγές του (με τον διευθυντή φωτογραφίας Blaschke να φωτογραφίζει συχνά από χαμηλά, τον Νταφόε, με τη ποσειδωνική γενειάδα του, όπως στη σκηνή που ο Τόμας καταριέται τον Εφρέμ, θυμίζοντας όχι μόνο τον πλοίαρχο Ahab του Μελβίλ αλλά και τον Γουέλς στον «Κύριο Αρκάντιν) και τον Πάτινσον, από την άλλη (στην καλύτερη, πρέπει να πω, ερμηνεία του), να τονίζει την απελπισία αλλά και τα αδιέξοδα, και την όλη ψυχολογική του κατάσταση (από τις καλύτερες σκηνές του αναφέρω εκείνες που μεθοκοπάει μαζί με τον Τόμας καθώς και τις εφιαλτικές «συγκρούσεις» του με ένα γλάρο).

Με αποτέλεσμα να έχουμε μια ξεχωριστή, ασυνήθιστη, αν και ευπρόσδεκτη, για την εποχή μας, δοσμένη με λυρισμό, ταινία, μια ταινία επίθεση στις αισθήσεις μας, που απαιτεί ιδιαίτερη αντιμετώπιση αλλά και που προσφέρει μια ξεχωριστή απόλαυση.

Ιάκωβος Γωγάκης [4/5]

screeneye.gr

Η πηγή έμπνευσής του θα μπορούσε να είναι ο “Σταυρός του Νότου”, η “Εσμεράλδα”, η “Φάτα Μοργκάνα”. Ο Ρόμπερτ Έγκερς -Αμερικανός γαρ- μπορεί τον θαλασσοπόρο μας ποιητή να τον αγνοεί, τον σαγηνεύει όμως η βαθιά αίσθηση του φόβου και το όριο μεταξύ της λογικής και της παράνοιας. Ως εκ τούτου, οι ρεαλιστικές βασανισμένες ανθρώπινες υπάρξεις από τα ποιήματα του Καββαδία-που μας τις θυμίζει η ταινία- δίνουν τη θέση τους στην παραφροσύνη των ηρώων του Αμερικανού Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Το 1849 ξεκίνησε να γράφει το “Φάρο”, μερικές εβδομάδες προτού πεθάνει, Πρόλαβε να γράψει δύο σελίδες. Ο Έγκερς υιοθετεί διάσπαρτα κομμάτια της μικρής ιστορίας του Πόε και προσθέτει κι άλλα δικά του. Αντί για τα τέλη του 18ου αιώνα τοποθετεί την ιστορία τέλη 19ου, μακριά από τη Γροιλανδία αλλά στη Βόρεια Αμερική. Η παρελθοντολιγική διάσταση αποτυπώνεται με την ασπρόμαυρη εικόνα. Ο νεαρός Τόμας Χάουαρντ (Ρόμπερτ Πάτινσον) οδεύει προς το φάρο, σκυθρωπός σαν να κάνει αγγαρεία. Η συμφωνία είναι να εργαστεί εκεί μόνο για τέσσερις εβδομάδες, ως βοηθός του ηλικιωμένου επιστάτη. Τον επιστάτη τον λένε επίσης Τόμας αλλά Γουέικ(Γουίλεμ Νταφόε).

Το σκηνικό είναι απόκοσμο, αλλά ο εξωτερικός παράγοντας δεν υπερτονίζεται, όπως συμβαίνει στις επιφανειακές ταινίες τρόμου. Ναι είναι ταινία που φλερτάρει με τον τρόμο, αλλά δεν είναι απόλυτα. Δύο άνθρωποι οφείλουν να συνυπάρξουν χωρίς να υπάρχει ψυχή δίπλα τους, στο έλεος των καταιγίδων και ενός περιβάλλοντα χώρου, ακατάλληλου για την ανθρώπινη διαβίωση, μονάχα τα πουλιά ίσως συμβολίζουν κάτι θετικό.

Ενώ ο Χάρολντ Πίντερ στο θεατρικό του έργο “Ο Επιστάτης” , τοποθετεί ένα πρόσωπο- όπως είναι στο έργο μας ο νεαρός Χάουαρντ-να υπονομεύει τη σχέση του με τους εργοδότες του, στο “Φάρο” συμβαίνει το αντίθετο. Υπονομευτής είναι ο παλιός, είναι ο “αξιωματούχος” του φάρου, ο Γουέικ, όπου θεωρεί τα πάντα ιδιοκτησία του. Του νεαρού θα του κάνει κυριολεκτικά… το βίο αβίωτο, μα δεν υπάρχει απολύτως καμία αναίμακτη διέξοδος διαφυγής. Όταν από την πλευρά του ενός απουσιάζει η συλλογική σκέψη, υπάρχει εκδικητική συμπεριφορά, ταπείνωση του υφιστάμενου , τότε το έργο αποκτά άλλες διαστάσεις, ψυχολογικές και κοινωνικές. Υπάρχει βέβαια και ένα μυστικό.

Ο Έγκερς τοποθετώντας την κάμερα πάνω στα δύο πρόσωπα- σε ένα τετ α τετ θεατρικής αισθητικής αναζητά τα βαθύτερα αίτια των σαδιστικών συμπεριφορών, είτε από μια πολιτική ματιά, όπως τη διατύπωσε ο πρώην πρόεδρος των Η.Π.Α Τόμας Τζέφερσον (“ Όποιος καταλαμβάνει μια θέση, την θεωρεί για πάντα κτήμα του”) είτε κοινωνιολογικής ματιάς, όπως τη διατύπωσε ο Μαξ Βέμπερ. Δηλαδή, ότι γύρω μας υπάρχουν κατεστραμμένες αξίες και ότι όλοι -με διάφορους τρόπους-θέλουν να κυριαρχήσουν πάνω στους άλλους. Με τον παραδοσιακό, τον χαρισματικό ή με το γράμμα του νόμου. Ο βετεράνος Γουέικ σίγουρα είχε το πρώτο και το τελευταίο, του έλειπε το δεύτερο. Ποιος μας λέει, πως αν ο νεαρός Χάουαρντ βρισκόταν στη θέση του, δεν θα έπραττε το ίδιο;

Στο έργο εμφανίζεται και το τρίπτυχο της ελληνικής τραγωδίας αλλά και ο ψυχολογικός παράγοντας, οι παραληρητικές σκέψεις που οδηγούν στη ζήλια και στη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Η υπόγεια και διαρκώς υπαινισσόμενη ομόφυλη σεξουαλική επιθυμία του ηλικιωμένου προς τον νεαρό αγγίζει άλλη μία παράμετρο, η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύσει απόλυτα όλα τα κίνητρα του “γέρο” Γουέικ. Θα μπορούσε ίσως, αν υπήρχε ανταπόκριση, να λειτουργήσει σαν ηρεμιστικό και να καταπραΰνει την εκδικητική του συμπεριφορά . Ήταν άλλη μία ενδιαφέρουσα παράμετρος της ταινίας.

Υπέροχοι και οι δύο. Το υποκριτικό βάθος του Γουίλεμ Νταφόε είναι ανεξάντλητο, είναι και ογκώδες. Οι εκφράσεις του , τα ξεσπάσματά του, η προφορά του, το τι υπαινίσσεται και το τι όχι, ισορροπούν τέλεια πάνω στον καλά σχεδιασμένο μοιρογνωμόνιο του Έγκερς .

Ο 33 χρόνος Ρόμπερτ Πάτινσον είχε να διαχειριστεί διάφορες εσωτερικές ανατροπές Συνήθως βρισκόταν σε θέση άμυνας, έκανε όμως την ανατροπή. Έδωσε μία υπέροχη ερμηνεία κόντρα σε όλους, που εδώ και χρόνια δεν τον πιστεύουν.

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος [4,5/5]

LiFO

Σε ένα μυστηριώδες νησί οι δύο φρουροί ενός απομονωμένου φάρου έχουν χρέος να μείνουν στο πόστο τους για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Εκεί θα έρθουν κοντά, θα συγκρουστούν και τελικά θα βυθιστούν στα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους. ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 30.1.2020 || Ο Ρόμπερτ Έγκερς εδραιώθηκε αμέσως με το ντεμπούτο του στο μεταφυσικό, αιθέριο Witch και με τον Φάρο εκτοξεύεται με ένα κολασμένο ντελίριο τρέλας και παράνοιας, γεμάτο μυθολογικές και λογοτεχνικές αναφορές, τερτίπια του μυαλού και παιχνίδια εξουσίας, γοργόνες και σκοτεινά όνειρα, ιδρώτα και θάνατο. Ασπρόμαυρο, σχεδόν τετράγωνο, γυρισμένο σε 35άρι φιλμ, το φαντασματικό horror του 36χρονου σκηνοθέτη λειτουργεί και ως θεατρικό δωματίου, με τους δύο φαροφύλακες, εξαίσια ερμηνευμένους από τον Γουίλεμ Νταφόου και τον Ρόμπερτ Πάτινσον, εγκλωβισμένους σε ένα ανελέητο κυνήγι με τον χρόνο και την άγρια φύση, σε μια κοπιώδη κατάβαση στον Άδη χωρίς επιστροφή. Έργο δύο προσώπων με δύο όψεις, ο Φάρος ξεκινά ως παραλλαγή του Έντγκαρ Άλαν Πόε και ουσιαστικά εικονογραφεί μελανά τον Χέρμαν Μέλβιλ και τον Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, προσηλωμένο σταθερά σε έναν σισύφειο διάλογο ανάμεσα στον ψαρωμένο Εφρέμ και στον μπαρουτοκαπνισμένο Τόμας. Εικαστικά, το κιαροσκούρο του Έγκερς προσθέτει συνεχώς ατμόσφαιρα στη μινιμαλιστική πλοκή (υποψηφιότητα για Όσκαρ Φωτογραφίας στον Γιάριν Μπλάσκε), την ίδια στιγμή που ο πεισματάρης, σαδιστής Νταφόου προκαλεί τον νεαρό βοηθό του σε μια εξέλιξη ανοιχτή και ανατρεπτική. Έργο δύο προσώπων με δύο όψεις, ο Φάρος ξεκινά ως παραλλαγή του Έντγκαρ Άλαν Πόε και ουσιαστικά εικονογραφεί μελανά τον Χέρμαν Μέλβιλ και τον Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, προσηλωμένο σταθερά σε έναν σισύφειο διάλογο ανάμεσα στον ψαρωμένο Εφρέμ και στον μπαρουτοκαπνισμένο Τόμας. Το ξύπνημα στον εφιάλτη μοιάζει δίχως αύριο, πνιγμένο στην ένταση και τα σύμβολα, από τον φαλλικό φάρο ως την απόκοσμη γοργόνα, τεστάροντας ανδρισμό και αντοχές με ρόλους που εναλλάσσονται και παραισθήσεις που διαδέχονται η μία την άλλη. Η ταινία έκλεψε την παράσταση στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στο Φεστιβάλ Καννών και η απουσία της από τις κατηγορίες του α’ και β’ ανδρικού ρόλου, καθώς και της σκηνοθεσίας στα Όσκαρ είναι η κρουστή απόδειξη πως φέτος η Ακαδημία παρέβλεψε μια σημαντική περιοχή του ανεξάρτητου, ανερχόμενου σινεμά. Πηγή: www.lifo.gr

Ο Φάρος (The Lighthouse)

ΗΡΩ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ 30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, 2020 http://cinepivates.gr/

***** (5/5)

Τέσσερα χρόνια μετά το εξαιρετικό σκηνοθετικό ντεμπούτο του «The Witch», ο Robert Eggers σκηνοθετεί ακόμη ένα θρίλερ με δύο συγκλονιστικούς πρωταγωνιστές. Πρόκειται για την ταινία «The Lighthouse» («Ο Φάρος»), η οποία μάλιστα όταν προβλήθηκε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στο Φεστιβάλ των Καννών, απέσπασε διθυραμβικές κριτικές που του χάρισαν και το Βραβείο FIPRESCI της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.

Ο λόγος για ένα «νέο-γοτθικό» ,όπως έχει χαρακτηριστεί, θρίλερ το οποίο αφηγείται την συμβίωση δύο φαροφυλάκων (Robbert Pattinson και William Dafoe) σε ένα ξεχασμένο και μυστηριώδες νησί της Νέας Αγγλίας γύρω στα 1890. Από την μία ο Tom (Dafoe) είναι υπεύθυνος αποκλειστικά για την φύλαξη του φωτός, και από την άλλη ο Ephraim που τον υποδύεται ο ώριμος υποκριτικά πλέον Pattinson, έχει αναλάβει τις υπόλοιπες χειρονακτικές και κουραστικές εργασίας, γεγονός που καθημερινά όλο και τον εξοργίζει. Φυλακισμένοι σε έναν βράχο στη μέση του πουθενά, αντιμέτωποι με αντίξοες καιρικές συνθήκες και άθλιες συνθήκες διαβίωσης, οι δύο άντρες συγκρούονται και φτάνουν στα όριά τους, φλερτάροντας με την τρέλα και την παράνοια.

Η πλοκή της ταινίας όπως εξελίσσεται είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και δεν αφήνει κενά στην ερμηνευτική προσέγγιση της συμπεριφοράς των πρωταγωνιστών. Σταδιακά αποκαλύπτονται τα βαθύτερα μυστικά τους, τα οποία μοιράζονται κάθε βράδυ πιωμένοι, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια απόλυτη αρμονία και συνοχή των δεδομένων και των γεγονότων.

Ακόμη, εντυπωσιακή είναι η ασπρόμαυρη φωτογραφία από τον Jarin Blaschke (με τον οποίον είχε συνεργαστεί και στο «The Witch») με τα παιχνίδια φωτός και σκοταδιού- του φάρου και του μαύρου τοπίου- καθώς και η σκηνοθετική επιλογή της κινηματογράφησης σε στενό τετράγωνο κάδρο το οποίο δίνει στη ταινία έναν «παλιακό» χαρακτήρα, παραπέμποντας σε ασπρόμαυρες ταινίες εποχής. Ταυτόχρονα, η επιβλητική μουσική, με ήχους που σε προετοιμάζουν για την «καταιγίδα» που θα ξεσπάσει , καταφέρνουν να δημιουργήσουν τον κόσμο των παραισθήσεων και της εσωτερικής κόλασης των κεντρικών ηρώων.

Η ταινία εισάγει τον θεατή από το πρώτο λεπτό σε ένα κόσμο σκοτεινό, μυστικό, γεμάτο ομίχλη, φόβο, και απειλή, ενώ στο σύνολό της αφήνει τη γεύση ενός άσχημου εφιάλτη. Πρόκειται για μια αριστουργηματική ταινία με όλα τα στοιχεία της να συνηγορούν στη δημιουργία αυτού του αισθήματος της τρέλας και των παραισθήσεων των πρωταγωνιστών. Οι δύο άντρες δίνουν εξαιρετικές ερμηνείες και εκφράζουν την παράνοια μέσα στην οποία βρίσκονται, με τον καλύτερο τρόπο. Με ξεσπάσματα μίσους, αγάπης, γέλιου, εκδίκησης, η σχέση των δύο φαροφυλάκων διαρκώς εξελίσσεται και παίρνει διάφορες μορφές οδηγώντας όμως αναπόφευκτα στην καταστροφή.

Χρήστος Σκυλλάκος [5/5] ||| 30/01/2020 https://www.toperiodiko.gr/

Δεν ενδιαφέρει κανέναν πραγματικά να ψάξει να βρει αν και όντως υπάρχει κάποια συγκεκριμένη, συγκροτημένη, εκλογικευμένη ή αλλιώς στερεότυπη θεματική σε ένα έργο του οποίου η εικόνα και η όλη του εικαστική δυναμική παράγει στον θεατή ουσιαστική απειλή και αναπάντεχο τρόμο, όπου οι φυσιογνωμίες των δυο ηθοποιών παράγουν εφιάλτες και ματαιότητα όπως κινούνται εξαρχής ηττημένοι και οι ερμηνείες τους μας εγκλωβίζουν σε αρχέτυπους χαρακτήρες τραγωδίας γεμάτους αμφισημίες. Δεν θα κάτσουμε να αναρωτηθούμε «τί» και «γιατί» συμβαίνει ό,τι συμβαίνει αποκλείοντας κάθε ελευθερία να λειτουργήσουν οι αισθήσεις μας μπρος σε ένα «κείμενο» που μοιάζει με ασήκωτη θεατρική αναπαράσταση της παρηκμασμένης ανθρώπινης κατάστασης: μπρος στο τσακισμένο και διαμελισμένο σώμα ενός γλάρου στα χέρια ενός ανθρώπου, εργαλείο εκτόνωσης της επερχόμενης απόγνωσής του. Δεν θα βρούμε κάποιο δίδαγμα ή μια πλοκή που θέλει επεξήγηση. Δεν θα κάτσουμε να το ταυτίσουμε με κάποιο «είδος» για να μας γίνει πιο κατανοητό. Πραγματικά δεν χρειάζεται να στραφούμε προς τέτοιου τύπου αναγνώσεις. Η τέχνη δεν φτιάχνεται άλλωστε από τεχνοκράτες και η ασάφεια είναι συχνά εργαλειακό μέρος της φύσης της. Ο κινηματογράφος, ναι, μπορεί να παράξει ακριβώς την αίσθηση της τραγωδίας και ως δραματουργία και ως μεταφορά και ως κυριολεξία- του ανθρώπου ακόμη και με τα πιο βασικά και κύρια εργαλεία του. Η φόρμα οφείλουμε να δηλώσουμε πως παράγει νοήματα και αυτό ασφαλώς δεν δηλώνει καθόλου φορμαλισμό. Απλά κοιτάζουμε. Και ικανοποιούμαστε με αυτό που κοιτάζουμε γιατί δεχόμαστε επιθέσεις από τους αλλεπάλληλους συνειρμούς μας.

Είναι πραγματικά σπουδαίο, από την άλλη, να βλέπουμε τον Robert Eggers, ένα νέο (ηλικιακά και επαγγελματικά) Αμερικάνο σκηνοθέτη να καταργεί πλήρως τις συμβατικές του χολιγουντιανού κανόνα, να πετάει τα ψηφιακά CGI στα σκουπίδια, να αδιαφορεί για την κλασική εξέλιξη πλοκής και ιστορίας αλλά ωστόσο να ενδιαφέρεται για ανάπτυξη κλίματος μελαγχολίας, αδιεξόδου και ασφυξίας στον θεατή, να βρίσκει τελικά τις αναφορές του στην τέχνη και όχι στο θέαμα, στον κινηματογράφο τέχνης του Bergman και του Dreyer, στον Σαίξπηρ, τα ναυτικά σπαράγματα και στην αρχαία ελληνική δραματουργία, να είναι πραγματικά ανεξάρτητος σε ένα εξαρτημένο από τα στούντιο αφήγημα που μας έχεις κατακλείσει, στην εποχή του Netflix και του ευκολόπεπτου, να κατασκευάζει με τον βαρύ κόκκο του αυθεντικού φιλμ και σε τετράγωνο αποπνικτικό φορμά, δύσκολο ασπρόμαυρο «γοτθικό» σινεμά γεμάτο υπάρξεις σκιές, θάλασσα που δεν λέει να κοπάσει, γλαροπούλια που κρώζουν ανθρώπινες ενοχές, ανασφάλειες, μυστικά και βία: η φύση που θα επιστρέψει τιμωρητικά και πτωματοφάγα.

Δύο άτομα και ένας φάρος στην ερημιά μιας ακτής. Η βάρδια τους είναι αποκλειστικά το να καταφέρουν να αντέξουν τον χρόνο, τον χώρο και την ίδια τους την ύπαρξη. Willem Dafoe, άριστος για άλλη μια φορά και Robert Pattinson που τελεσίδικα ακολουθεί ουσιαστικές καλλιτεχνικές πορείες, οι δυο χαρακτήρες. Ο ένας γέρος και ο άλλος νέος. Τι παρελθόντα και τι μέλλοντα! Χαμένοι από χέρι. Η κηδεία τους ήδη έχει γίνει από το πρώτο καρέ. Από το δεύτερο, υπογραμμίζουν πως αποτελούν μια και μοναδική «περσόνα», διχασμένη, διασπασμένη ανάμεσα στην πρόθεση και την αναποφασιστικότητα. Σε αυτό που θέλουν να είναι και σε αυτό που είναι. Είναι δυο μοναξιές που έρχονται σε επαφή μονάχα για να επιβεβαιώσουν και να «γιορτάσουν» εκ νέου την μοναξιά τους, δυο άνθρωποι που μυρίζουν (ναι, το φιλμ αυτό μυρίζεται κιόλας) λίγη εναπομείνασα ανθρωπιά και ταυτόχρονα προετοιμασία για φονικό, που τους παρακολουθούμε σε μια πορεία κατακόρυφης κατρακύλας και πτώσης, ασχέτως που πιστεύουν πως θα κατακτήσουν στο συμβολισμό του φάρου, το «φως». Αλαζονεία θα εκφράσουν και θα γκρεμιστούν σαν τον Ίκαρο. Ύβρη θα διαπράξουν και θα κατασπαραχθούν σαν τον Προμηθέα που σκέφτηκε να φέρει τη φωτιά στους ανθρώπους. Σε αυτούς που δεν την τίμησαν και σωριάζονται αιωνίως. Που έχουν καταρχήν τιμωρηθεί: δεν υπάρχει χώρος για φιλία, για συναδελφικότητα, για συνεργασία, για στοργή, δεν υπάρχει χώρος για αγάπη σε αυτή την πεταμένη απομόνωση, υπάρχει μονάχα ιεραρχία που όμως κανείς δεν άρχει. Είναι το περιθώριο του περιθωρίου. Ζούνε από την σάρκα του άλλου. Από τις σκέψεις του άλλου. Απομυζούν. Και εμείς παρακολουθούμε και κοιτάζουμε να δούμε από την άκρη του κάδρου μπας και υπάρξει ελπίδα. Ωστόσο κανένα πλοίο δεν προσμένουν. Τίποτα απολύτως δεν θα υπάρξει στον ορίζοντα για να δει την λάμψη. Μονάχα αυτοί. Εγκλωβισμένοι, ενώ το φως του φάρου είναι εκεί ψηλά αναβοσβήνοντας και βγάζοντας τον μονότονο ήχο του, διαχειρίζονται όχι προφανώς την σωτηρία τους αλλά με ποιο ακριβώς τρόπο θα συντριφτούν.

Μια ταινία ξεπλυμένη από το αλάτι της θάλασσας.

Μια ταινία, σκουριασμένο σίδερο.

Μια ταινία, κατακρεουργημένη ευαισθησία.

Μια ταινία, αίμα στεγνό και ασπρόμαυρο.

Μια ταινία που σε ένα θρυμματισμένο κόσμο, σαν τον σημερινό, μονάχα μπορεί να υπάρξει. Και υπήρξε, ευτυχώς.

Γιώργος Κρασσακόπουλος https://flix.gr/ [5/5]

του Ρόμπερτ Εγκερς

ΚΡΙΤΙΚΗ 02 JAN 2020

Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη του «The Witch», παραβλέπει και ξεπερνά τις προσδοκίες καθ’ οδόν προς ένα σκοτεινό μεγαλείο. Ρεσιτάλ ερμηνείας από τους Ρόμπερτ Πάτινσον και Γουίλεμ Νταφόε.

Από τον Χέρμαν Μέλβιλ και τον Χάουαρντ Φίλιπ Λάβκραφτ κι από τον μύθο του Προμηθέα στις απαρχές του εξπρεσιονισμού και στις πιο αλλόκοτες ναυτικές ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, αυτή η κλειστοφοβική ταινία γοτθικού, ψυχολογικού τρόμου, σε κάνει να νιώθεις την θάλασσα και την καταιγίδα στο δέρμα σου, την παράνοια να εισβάλλει στο μυαλό σου και το χιούμορ μαύρο σαν σκοτάδι να σε καταπίνει -σε μια κινηματογραφική εμπειρία που δεν μπορείς εύκολα να ξεχάσεις.

Ο Γουίλεμ Νταφόε κι ο Ρόμπερτ Πάτινσον είναι απλά συγκλονιστικοί σε δυο ερμηνείες που θα έχτιζαν τις καριέρες τους, αν δεν ξέραμε πια τι ακριβώς μπορούν να κάνουν με την κατάλληλη καθοδήγηση και ο Ρόμπερτ Εγκερς αποδεικνύει ότι το «The Witch» ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από ατύχημα.

Κινηματογραφημένο σε ασπρόμαυρο, σε ένα σχεδόν τετράγωνο 1.19:1 κάδρο, με μια εντυπωσιακή φωτογραφία από τον Τζάριν Μπλάσκε που είχε δείξει ήδη το ταλέντο του και στη «Μάγισσα», το φιλμ μας φέρνει σε ένα απομονωμένο νησί στην μέση του πουθενά, σε μια απροσδιόριστη χρονολογία κάπου στον 19ο αιώνα. Ο Τόμας Γουέικ κι ο Εφρέμ Γούνσλοου είναι οι δυο φαροφύλακες που θα αναλάβουν για έναν μήνα την ευθύνη του φάρου που στέκεται εκεί και, μιας σειρήνας, της οποίας ο επαναλαμβανόμενος ήχος προειδοποιεί τα πλοία που περνούν, για τον κινδυνο που παραμονεύει.

Μόνο που εκτός από τις ξέρες που κρύβονται κάτω από τα αγριεμένα κύματα, οι κίνδυνοι μοιάζουν να βρίσκονται και στην ξηρά, στην σχέση των δύο ανδρών που είναι από την αρχή γεμάτη εντάσεις κι ανταγωνισμό. Ο βετεράνος Τόμας απαιτεί να είναι μόνο εκείνος που θα φροντίζει την λάμπα του φάρου («η πιο πιστή και ήσυχη γυναίκα που είχα ποτέ»), ο νεαρός Εφρέμ βρίσκει τις αγγαρείες της καθημερινότητας, το καθάρισμα, το κουβάλημα κάρβουνου, τα μερεμέτια, αδιάφορα, κουραστικά και μάταια. Το αφιλόξενο τοπίο, ένας ενοχλητικός γλάρος, η μοναξιά, το κακότροπο αφεντικό του, αλλά και τα μυστικά που ο καθένας κουβαλά, τα ψέματα που λένε, θα φέρουν τους δυό τους στα όρια τους, πριν η αναγκαστική συνύπαρξη και μερικά μπουκάλια ρούμι τους φέρουν πιο κοντά.

Ο «Φάρος» λάμπει με την ένταση ενός βροντερού κεραυνού στην καρδιά μιας ξέφρενης κινηματογραφικής καταιγίδας και προβάλλει σαν ένα σπουδαίο κατόρθωμα που κερδίζει αυτοστιγμεί τη σφραγίδα ενός κλασικού φιλμ.»

Αλλά όπως και στην φυση γύρω τους, η φαινομενική ηρεμία, απλά προϊδεάζει για την καταιγίδα που θα ακολουθήσει κι όταν μια κυριολεκτική καταιγίδα που δεν λέει να κοπάσει θα τους αποκλείσει στο νησί πολύ περισσότερο απ΄όσο υπολόγιζαν να μείνουν, η απουσία ικανοποιητικής τροφής, η υπερκατανάλωση αλκοόλ, η υπερβολική μεταξύ τους τριβή, η σαρωτική μοναξιά, τα φαντάσματα του καθενός, οι εμμονικές ιδέες, η σεξουαλική στέρηση, θα οδηγήσουν την σχέση τους σε μια αληθινά εκρηκτική πορεία και τους δυο τους στα όρια της ψύχωσης και της παράνοιας.

Αυτό που θα ακολουθήσει είναι ένα ονειρικό, εφιαλτικό κρεσέντο συγκλονιστικής ομορφιάς και υποδόριου τρόμου, όμως «O Φάρος» δεν είναι ένα σε καμία περίπτωση ένα τυπικό horror movie, αλλά μάλλον ένα ψυχολογικό δράμα δωματίου εξαιρετικής ορμής κι έντονων ομοερωτικών υπονοούμενων (ή όχι και τόσο υπονοούμενων), που θέλει να εξερευνήσει ανάμεσα σε άλλα για πράγματα όπως οι διαδάλοι της ανδρικής ψυχολογίας, τις καταπιεστικές νόρμες του ανδρισμού, τις μεθόδους με τις οποίες κατασκευάζουμε ή διαλύουμε τους εαυτούς μας, την δυναμική των σχέσεων εξουσίας, το πόσο αδύναμη είναι η ανθρώπινη θέληση απέναντι στη φύση, ή απέναντι στη φύση μας.

Με μια ποιητική, λογοτεχνική γλώσσα που προσθέτει πολύ στον αντίκτυπο της ταινίας και μας χαρίζει μερικές από τις πιο ευφυείς προσβολές κι ευρηματικές κατάρες που ακούσαμε ποτέ, με μια κινηματογραφική γραμματική που μπλέκει τα όρια ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το ονειρικό και με το τοπίο να αποτελεί έναν ακόμη διακριτό χαρακτήρα, ο «Φάρος» λάμπει με την ένταση ενός βροντερού κεραυνού στην καρδιά μιας ξέφρενης κινηματογραφικής καταιγίδας και προβάλλει σαν ένα σπουδαίο κατόρθωμα που κερδίζει αυτοστιγμεί τη σφραγίδα ενός κλασικού φιλμ.

 

 

Σεμινάρια Κινηματογράφου 2020 του Σχολείου του Σινεμά

(ΣΑΒΒΑΤΟ 8.2.2020 1. Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ, 16.00 ||| Ανοιχτό-Δωρεάν Μάθημα-Παρουσίαση || Θα γίνει ενημέρωση για το τι θα περιλαμβάνει ο Νέος Κύκλος Μαθημάτων και θα πραγματοποιηθεί εισαγωγικό μάθημα με θέμα τι είναι το ντοκιμαντέρ, ποια η διαφορά του από τις ταινίες μυθοπλασίας , μέσα από την προβολή αποσπασμάτων χαρακτηριστικών ταινιών θα προσεγγίσουμε τους βασικούς σταθμούς της ιστορίας του  ντοκιμαντέρ και θα παρακολουθήσουμε μια Σύνοψη της μεθόδου δουλειάς πως από την Ιδέα και την Έρευνα καταλήγουμε στην Ταινία Μικρού Μήκους Ντοκιμαντέρ διάρκειας 15 λεπτών  2. Προβολή της Ταινίας ΟΡΓΙΣΜΕΝΟ ΕΙΔΩΛΟ του Σκορτσέζε με ελεύθερη είσοδο Ανάλυση και συζήτηση στις 19.30 .

ΚΥΡΙΑΚΗ 9.2.2020 ||| 1. Σκηνοθεσία-Δημιουργία Ταινίας Μικρού Μήκους, 12.00 2. Ιστορία & Κριτική Κινηματογράφου, 19.00)

Τα Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους ξεκινάει την Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020 στις 12.00 στο πρώτο κανονικό, ανοιχτό (δωρεάν) μάθημα για όσους ακόμα δεν έχουν αποφασίσει, στο Σχολείο του Σινεμά (Τσαμαδού 26-28, Εξάρχεια).

Την Κυριακή 9.2.2020 στις 19.00 θα πραγματοποιηθεί ανοιχτό (για όσους δεν έχουν ακόμα αποφασίσει) κανονικό μάθημα διάρκειας 3 ώρες που σηματοδοτεί την Έναρξη του Σεμιναρίου Ιστορίας & Κριτικής Κινηματογράφου.

Ο Νέος κύκλος θα περιλαμβάνει στον άξονα Ιστορία Κινηματογράφου όλα τα κινηματογραφικά ρεύματα περιεκτικά, τους σημαντικότερους δημιουργούς του σινεμά, ενδιαφέρουσες θεματολογίες, Βιβλία που έγιναν Ταινίες, Πολιτικός Κινηματογράφος, Φεμινισμός και Κινηματογράφος κ.α. Στα 11 μαθήματα περιλαμβάνονται για το Ελληνικό Σινεμά, για το Animation και για τον Πειραματικό Πρωτοποριακό Κινηματογράφο. Δηλαδή Όλη η Ιστορία του Σινεμά, ένας Χάρτης και Οδηγός της.

Στον άξονα Κριτική Κινηματογράφου θα διδαχτεί μια μέθοδος κριτικής προσέγγισης των ταινιών και θα αναλυθούν και μελετηθούν, θα γραφούν κριτικές από τους συμμετέχοντες για σημερινές και παλιότερες ταινίες. Θα καταπιαστούμε ενδεικτικά με τον Τζόκερ, ο Ιρλανδός και το Κάποτε στο Χόλιγουντ αλλά και με ταινίες όπως τα Άγρια Αγόρια ή εκείνες του Γκουσμάν.

η ύλη των 11 Μαθημάτων περιλαμβάνει: 

À bout de souffle

Όλα τα κινηματογραφικά ρεύματα, τα κινήματα και τις πιο σημαντικές σχολές (σε 2 μαθήματα), τους πιο σημαντικούς δημιουργούς του σινεμά (1 μάθημα), μια σύνοψη της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου (1 μάθημα), του animation (1 μάθημα), του ντοκιμαντέρ (1 μάθημα) και του πρωτοποριακού ή πειραματικού κινηματογράφου (1 μάθημα), επιλεγμένες σημαντικές θεματολογίες όπως Βιβλία που έγιναν Ταινίες, Πολιτικός Κινηματογράφος, Φεμινισμός και Κινηματογράφος (1 Μάθημα), το Κομμάτι Κριτική μιας ταινίας όπου θα αναζητήσουμε μια Μέθοδο Κριτικής Προσέγγισης μιας Ταινίας βασισμένη στον Μπόρντγουελ και άλλους θεωρητικούς (1 Μάθημα) και 2 Μαθήματα αφιερωμένα σε Σύγχρονους Σκηνοθέτες Καουρισμάκι- Νταρντέν- Κέν Λόουτς και Ταραντίνο- Τρίερ- Αλμοδόβαρ- Σκορτσέζε- Κόπολα-Γούντι Άλεν και άλλοι συγχρονότεροι – Σύγχρονος Παγκόσμιος Χολιγουντιανοποιημένος Αφηγηματικός Κινηματογράφος και οι Εναλλακτικές του.

Στο Κομμάτι Κριτική μιας Ταινίας θα αναζητήσουμε μια Μέθοδο Κριτικής Προσέγγισης μιας Ταινίας βασισμένη στον Μπόρντγουελ και άλλους θεωρητικούς και εστιασμένη σε εκτός από κλασικές ταινίες όπως το Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ και με Κομμένη την Ανάσα, το Οργισμένο Είδωλο, σε σύγχρονες όπως ο Ιρλανδός, Τζόκερ, Κάποτε στο Χόλιγουντ, αλλά και Pulp Fiction, Μαλχόλανταν Ντράιβ, Ντόγκβιλ, ο Νεκρός, ο Γυμνός κλπ.

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2020

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους 2020 (και με κινητό, tablet, mirrorless ή GOPRO κάμερες)

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2020

Συμπληρώστε τη δήλωση ενδιαφέροντος:

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: