Η Αόρατη Ζωή της Ευρυδίκης Γκουσμάο (2019) || Σκηνοθεσία: Καρίμ Αϊνούζ || αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών, κριτικές για την ταινία

Η AMA FILMS ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ

 

Η Η ΑΟΡΑΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΥΡΙΔΙΚΗΣ ΓΚΟΥΣΜΑΟ
A Vida Invisível de Eurídice Gusmão

 

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΚΑΡΙΜ ΑΪΝΟΥΖ

 

ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
ΕΝΑ ΚΑΠΟΙΟ ΒΛΕΜΜΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ 2019

 

[Έξοδος:  από 6 Φεβρουαρίου 2020  – στους Κινηματογράφους ΑΣΤΥ & ΠΤΙ ΠΑΛΑΙ & στη Θεσσαλονίκη ΟΛΥΜΠΙΟΝ] 

 

ΣΥΝΟΨΗ

Δύο αχώριστες αδερφές, στο Ρίο ντε Τζανέιρο της δεκαετίας του ’50, αναγκάζονται να αποχωριστούν η μία την άλλη. Η Γκουίδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να μεγαλώσει ολομόναχη το εκτός γάμου παιδί της, ενώ η Ευρυδίκη εξωθείται σε έναν νερόβραστο γάμο, εγκαταλείποντας το πάθος της για το πιάνο. Μια έξυπνη αναφορά στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, μα πάνω απ’ όλα ένας ύμνος στο γυναικείο σθένος. Ένας φόρος τιμής στις αμέτρητες γυναίκες που στερήθηκαν τη δυνατότητα να διαθέσουν το σώμα και το πνεύμα τους όπως οι ίδιες επιθυμούσαν, προκειμένου να στριμωχτούν σε ασφυκτικά πατριαρχικά καλούπια.

i aorati zoi tis evridikis gusmao i gnomi ton kritikon

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Καρίμ Αϊνούζ

Σενάριο: Karim Aïnouz, Murilo Hauser, Inés Bortagaray, Martha Batalha (βασισμένο στο βιβλίο της: «A Vida Invisível de Eurídice Gusmão»)
Ηθοποιοί: Κάρολ Ντουάρτε, Τζούλια Στόκλερ, Γκρεγκόριο Ντιβιβιέ, Μπάρμπαρα Σάντος, Φλάβια Γκουσμάο, Μαρία Μανουέλα, Αντόνιο Φόνσκα, Κριστίνα Περέιρα, Γκιλράι Κουτίνιο, Φερνάντα Μοντενέγκρο 

Έτος Παραγωγής: 2019

Είδος: Δράμα 

Διάρκεια: 139′  

Χώρα Παραγωγής: Βραζιλία, Γερμανία 

Γλώσσα: Πορτογαλικά, Ελληνικά Σενάριο: Murilo Hauser

Διεύθυνση φωτογραφίας: Hélène Louvart

Μοντάζ: Heike Parplies

Ήχος: Waldir Xavier

Μουσική: Benedikt Schiefer

Παραγωγή: RT Features, Pola Pandora, Sony Pictures, Canal Brasil, Naymar

Παραγωγός/Παραγωγοί: Rodrigo Teixeira, Michael Weber, Viola Fugen

Κοστούμια: Marina Franco

Executive producer: Camilo Cavalcanti, Mariana Coelho, Viviane Mendonca, Cecile Tollu-Polonowski, André Novis

Μακιγιάζ: Rosemary Paiva

Εικόνα: Έγχρωμη DCP

Ημερομηνία Εξόδου:  6 Φεβρουαρίου 2020

Καρίμ Αϊνούζ

O Καρίμ Αϊνούζ (γεννημένος στη Φορταλέζα της Βραζιλίας) εργάζεται ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης, έχοντας λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις. Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο Madame Sata έκανε την πρεμιέρα του στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ των Καννών, το 2002. Το ντοκιμαντέρ του Central Airport THF προβλήθηκε στο τμήμα “Panorama” της 68ης Μπερλινάλε, κερδίζοντας το βραβείο που απονέμει η Διεθνής Αμνηστία. Το Invisible Life of Euridice Gusmao είναι η έβδομη ταινία στην καριέρα του.

Φιλμογραφία

2002 Μαντάμ Σατανάς
2006 Ο ουρανός της Σουελί
2009 Viajo Porque Preciso, Volto Porque te Amo | I Travel Because I Have to, I Come Back Because I Love You (co-directed)
2011 O Abismo Prateado | Silver Cliff
2014 Praia do Futuro | Futuro Beach
2017 Zentralflughafen THF | Central Airport THF (ντοκ)
2019 A Vida Invisível de Eurídice Gusmão | The Invisible Life of Eurídice Gusmão

Χρήστος Μήτσης [4/5]

αθηνόραμα

Ο πρωτότυπος τίτλος της τελευταίας ταινίας του Βραζιλιάνου visual artist και κινηματογραφικού σκηνοθέτη Καρίμ Αϊνούζ («Madame Satã», «Futuro Beach»), τακτικού επισκέπτη όλων των μεγάλων σινε-φεστιβάλ, αφορά «μια αόρατη ζωή». Στην πραγματικότητα όμως όχι μόνο μία, αυτή της Εουρίντιτσε Γκουσμάο, αλλά κι εκείνη της αδερφής της Γκουίντα, και ακόμη περισσότερο την «αόρατη» ζωή την οποία επέβαλε κι επιβάλλει η βραζιλιάνικη πραγματικότητα σε όλους –και κυρίως όλες– όσοι είναι αναγκασμένοι να γεννιούνται και να πεθαίνουν εντός της.

Όπως οι αδερφές Εουρίντιτσε και Γκουίντα που, αν και αντίθετες ως χαρακτήρες, μεγαλώνουν αχώριστες. Η πρώτη ονειρεύεται μουσικές σπουδές στο ωδείο της Βιένης, αλλά είναι η μικρότερη αυτή που θα το σκάσει απροειδοποίητα για το εξωτερικό, ερωτευμένη με τον Έλληνα ναυτικό Γιώργο. Όταν όμως εκείνος την εγκαταλείψει έγκυο στο πρώτο λιμάνι, η Γκουίντα θα επιστρέψει μετανιωμένη στο Ρίο ντε Τζανέιρο της δεκαετίας του 1950, όπου τα ήθη δεν συγχωρούν παρόμοιες οικογενειακές ατιμώσεις.

Διωγμένη από τον πατέρα της, ο οποίος την πληροφορεί ψευδώς ότι η αδερφή της έχει εν τω μεταξύ φύγει κυνηγώντας καριέρα πιανίστριας στην Αυστρία, θα γεννήσει μόνη της το παιδί της, το οποίο θα σκεφτεί να εγκαταλείψει στο μαιευτήριο. Την ίδια στιγμή η Εουρίντιτσε θα αναγκαστεί να παντρευτεί έναν άντρα τον οποίο δεν θα αγαπήσει ποτέ, ενώ δεν θα μάθει πως η Γκουίντα επέστρεψε στην πόλη τους, πιστεύοντας πως ζει μια ευτυχισμένη ζωή στην Ευρώπη με τον Γιώργο.

Ονειροπόλες, δεμένες σε συναισθηματικές χίμαιρες γυναίκες, στενοκέφαλοι και φαλλοκράτες άντρες, αδιέξοδες σχέσεις, οικογενειακά δράματα και τραγικές συμπτώσεις… Το βιβλίο της Μάρτα Μπατάλια τα δένει σφιχτά πάνω στη μίζερη καθημερινότητα της βραζιλιάνικης μεσοαστικής καθημερινότητας και ο Καρίμ Αϊνούζ τα αφηγείται σαν ένα παλιομοδίτικο, αλά Ντάγκλας Σερκ μελόδραμα, που πατά και με τα δύο πόδια του στη λατινοαμερικανική γη. Έτσι, καθώς οι δεκαετίες περνούν και οι δύο αδερφές ζουν τη βουτηγμένη μέσα σε διαψεύσεις, όνειρα, χαρές και απογοητεύσεις ζωή τους αναζητώντας διαρκώς η μία την άλλη, η μυθιστορηματική πλοκή και τα θυελλώδη συναισθήματα δεν απομακρύνονται ποτέ από έναν γυμνό, θαρραλέο ρεαλισμό.

Με τον τρόπο που ο Πέδρο Αλμοδόβαρ εκμοντέρνισε το κλασικό χολιγουντιανό μελό, ο Αϊνούζ σκηνοθετεί με πάθος, κοινωνική ευαισθησία, οπτική μεγαλοπρέπεια (φωτογραφία της Ελέν Λουβάρ των «Πίνα Μπάους», «Xenia», «Ευτυχισμένος Λάζαρος») και ψυχολογική ακρίβεια μια ιστορία αδερφικής αγάπης που συγκινεί βαθιά. Ταυτόχρονα σχολιάζει τη θέση της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο, περιγράφει ωμά τον τρόπο με τον οποίο τα προσωπικά όνειρα καταλήγουν σε συλλογικές αυταπάτες και κερδίζει δίκαια το βραβείο καλύτερης ταινίας στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Κανών.

Βραζιλία, Γερμανία. 2019. Διάρκεια: 139΄. Διανομή: AMA FILMS.

Νίνος Φένεκ Μικελιδης [3/5]

Στο μελόδραμα, γυρισμένο με εικαστικά λαμπρές εικόνες, στρέφεται ο γνωστός visual artist και, περιστασιακά, Βραζιλιάνος σκηνοθέτης Καρίμ Αϊνούζ (Madame Sata) για να μεταφέρει στην οθόνη το ομότιτλο μυθιστόρημα της Μάρθας Μπατάλια.

Όπως και στην ταινία της Γκέργουικ, κι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Μόνο που εδώ είναι μια βραζιλιάνικη κοινωνία, με 100 περίπου χρόνια διαφορά από εκείνη της ιστορίας της Λουίζας Μέι Όλκοτ. Οι δυο ηρωίδες της ταινίας του Αϊνούζ, οι αδερφές Γκουσμάο, η Εουρίντιτσε/Ευρυδίκη (Κάρολ Ντουάρτε) και η Γκίντα (Χούλια Στόκλερ), ζουν στη Βραζιλία της δεκαετίας του ΄50: η πρώτη, με ταλέντο στο πιάνο, ονειρεύεται να σπουδάσει μουσική στην Αυστρία, η δεύτερη, η μικρότερη και πιο ζωηρή θέλει να ξεφύγει από την οικογένεια κι ένα καταπιεστικό πατέρα.

Η Γκίντα ερωτεύεται έναν Έλληνα ναυτικό, τον Γιώργο και το σκάει μαζί του στην Ελλάδα για να επιστρέψει μετά από λίγο μόνη και έγκυος και να διωχτεί από τον πατέρα «αφέντη», ο οποίος της λέει ψέματα πως η Ευρυδίκη έχει τελικά πάει για σπουδές στην Αυστρία. Ενώ η Γκίντα γεννάει μόνη το παιδί της, που, στη συνέχεια αναλαμβάνει, με αμέτρητες δυσκολίες, να μεγαλώσει, η Ευρυδίκη αναγκάζεται να παντρευτεί έναν άντρα που δεν αγαπά, πιστεύοντας πως η Γκίντα ζει ευτυχισμένη στην Ελλάδα με τον Γιώργο.

Τα χρόνια περνούν, οι αδερφές μεγαλώνουν στα απραγματοποίητά τους όνειρα και τις απογοητεύσεις τους, σε μια μικροαστική φαλλοκρατική κοινωνία, χωρίς ποτέ ν’ ανακαλύψουν την αλήθεια. Ο Αϊνούζ φτιάχνει ένα κομψό, γυρισμένο με αρκετό ρεαλισμό, μελόδραμα, που θυμίζουν περισσότερο τα μελοδράματα του Πέδρο Αλμοδόβαρ παρά εκείνα του Ντάγκλας Σκερκ, με αρκετές πρέπει να πω κοινοτοπίες, για να μας προσφέρει μια ταινία διάρκειας 139 λεπτών που σίγουρα θα κέρδιζε με μερικά κοψίματα.

Στην ταινία, πάντως, εκτός από την εξαιρετική φωτογραφία της Ελέν Λουβάρτ, υπάρχουν σίγουρα και εντυπωσιακά σκηνοθετημένες σκηνές, ιδιαίτερα εκείνη στην αρχή, με τις δυο αδερφές να περιφέρονται στη ζούγκλα, ενώ κάποια στιγμή η Ευρυδίκη χάνει την Γκίντα, όπως κι εκείνη του φινάλε, με την 89χρονη παλαίμαχο ηθοποιό της Βραζιλίας Φερνάντα Μοντενέγκρο, να ερμηνεύει την ηλικιωμένη Ευρυδίκη και να προσφέρει την υπόλοιπη συγκίνηση και τα απαραίτητα δάκρυα της ιστορίας.

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος [4/5]

Ο βίαιος και άδικος αποχωρισμός δυο αδελφών είναι η κεντρική αφηγηματική γραμμή της ωδής του Βραζιλιάνου σκηνοθέτη Καρίμ Αϊνούζ στις καταπιεσμένες γυναίκες, με φόντο το Ρίο ντε Τζανέιρο του ’50. Η Γκίντα ακολουθεί έναν Έλληνα ναύτη στην Αθήνα, μένει έγκυος και επιστρέφει ντροπιασμένη στο σπίτι της, αντιμετωπίζοντας τον εχθρικό πατέρα που την αποκληρώνει με συνοπτικές διαδικασίες και μπόλικη εκδικητικότητα. Η αδελφή της, η Ευρυδίκη, έχει παντρευτεί έναν αδιάφορο, ανώριμο άνδρα, ο οποίος βλέπει το σεξ σαν ένα κτηνώδες παιχνίδι κι εκείνη αποφεύγει, μάταια, να κάνει παιδί μαζί του. Το μεγάλο της όνειρο, να κάνει καριέρα ως πιανίστα, μένει μετέωρο και, τιμώντας το όνομά της και τον μύθο του Ορφέα, η μουσική αποτυγχάνει να τη σώσει. Η κατάβαση στην κόλαση σε αυτό το τροπικό μελόδραμα, όπως το περιγράφει ο Αϊνούζ, δεν προκύπτει με απότομες πτώσεις και ακραία περιστατικά αλλά συμβαίνει μέσα από έναν μελαγχολικό παραλληλισμό: είναι σαν οι κάποτε αχώριστες αδελφές να παρακολουθούν διαισθητικά τις ραγισμένες ζωές τους σε μια ταινία saudade ατμόσφαιρας και στέρεων ερμηνειών. Η Γκίντα και η Ευρυδίκη μένουν πολύ κοντά για να μη συναντηθούν ποτέ και σε ένα εστιατόριο ο Αϊνούζ στήνει σασπένς με την προσμονή και την ειρωνεία στη μοναδική σκηνή όπου το δράμα παραχωρεί τη θέση του σε υπαινιγμό μελοδράματος. Σε ένα απρόσμενο flash forward, η σπουδαία Φερνάντα Μοντενέγκρο (Κεντρικός Σταθμός), στα 90 της χρόνια, μας ξεναγεί σε μια συμπυκνωμένη αναδρομή με λίγα λόγια και τις απολύτως απαραίτητες εκφράσεις ‒ μια υπέροχη σεκάνς επιλόγου, απολύτως σύμμετρη με τη διάρκεια και τους ρυθμούς της ταινίας.

Πηγή: http://www.lifo.gr

Λήδα Γαλανού [3,5/5]

ΚΡΙΤΙΚΗ 25 JAN

Αφιερωμένη, με μελοδραματικό πάθος και πυκνή ομορφιά, στις γυναίκες που δεν ήταν, στ’ αλήθεια, αόρατες, η ταινία που κέρδισε το βραβείο του τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στο τελευταίο φεστιβάλ των Καννών.

Δυο κορίτσια, δυο αδελφές, η 18χρονη Ερίντιτσε κι η 20χρονη Γκίντα, κουβεντιάζουν στην ακρογιαλιά: πρέπει να βιαστούν να γυρίσουν σπίτι, πλησιάζει καταιγίδα και οι γονείς, ο αυστηρός φούρναρης μπαμπάς και η υποτακτική μαμά, τις περιμένουν. Διασχίζοντας το κοντινό δασάκι, η καθεμιά παίρνει άλλη κατεύθυνση και χάνονται: για να βρεθούν, πρέπει η μια ν’ ακολουθεί τη φωνή της άλλης, καθώς την καλεί με τ’ όνομά της. Αυτή η πανέμορφη, ποιητική εναρκτήρια σκηνή της ταινίας, προοικονομεί την ιστορία δυο αδελφών, δυο γυναικών, που απαιτούν η μία την ύπαρξη της άλλης, γιατί μόνο σε συσχετισμό μαζί της είναι υπαρκτή κι η ίδια. Στο Ρίο Ντε Τζανέιρο του 1950, εκεί όπου η παρουσία των γυναικών είναι μόνο διακοσμητική, ή κόμοδη.

Βασισμένος στο ομότιτλο βιβλίο του 2015 της Μάρτα Μπατάλα, ο Βραζιλιάνος Καρίμ Αϊνούζ αφηγείται (και κερδίζει το βραβείο του Un Certain Regard στο φεστιβάλ Καννών), την ιστορία της Ερίντιτσε, της εσωστρεφούς και πειθαρχημένης, που ονειρεύεται να γίνει σολίστ του πιάνου στην Αυστρία. Και της Γκίντα, ηδυπαθούς, σκανταλιάρας, τολμηρής, που ονειρεύεται να ζήσει το μεγάλο έρωτα που θα την πάρει μακριά από την περιορισμένη ζωή της. Αυτόν τον έρωτα τον βρίσκει, θαρρεί, στο πρόσωπο του ωραίου Ελληνα ναυτικού, Γιώργου, που την παρασύρει στο καράβι για Ελλάδα. Αλλά η περιπέτεια θα τελειώσει άδοξα κι η Γκίντα θα επιστρέψει στο Ρίο. Διωγμένη από τους γονείς της, η γυναίκα θα πιστέψει πως η αδελφή της ζει την ονειρεμένη ζωή της μακριά, στην Αυστρία. Μην μαθαίνοντας ποτέ για την ατιμασμένη επιστροφή της, η Ερίντιτσε θα πιστέψει πως η αδελφή της ζει τον παθιασμένο έρωτα στην Ελλάδα. Τα δυο κορίτσια, οι δυο γυναίκες, θα περάσουν χρόνια αναζητώντας η μια την άλλη, γράφοντας γράμματα για μια ζωή που συντρίβεται αλλά επιμένει, χαμένες ενώ μένουν στην ίδια, πολύβουη πόλη, αόρατες. Στην Ερίντιτσε και στην Γκίντα δίνουν ζωή δυο υπέροχες, νέες ηθοποιοί, η Χούλια Στόκλερ και η Κάρολ Ντουάρτε, ανασαίνοντας κι εκείνες, με ανεβασμένη δραματικότητα αλλά μαζί μια τεταμένη φυσικότητα, τον αέρα των ηρωίδων τους.

Απόλυτα απενοχοποιημένος, ο Αϊνούζ δημιουργεί ένα παθιασμένο μελόδραμα, όχι μόνο στο σενάριό του, με τη διάχυτη μελαγχολία και τις τραγικές ανατροπές, αλλά και, κυρίως, στη φορτισμένη εικόνα του, φωτισμένη μαγικά από την Ελέν Λουβάρ. Τα χρώματα πιο ζεστά κι από τους υγρούς καύσωνες του Ρίο Ντε Τζανέιρο, οι άντρες ντυμένοι ερμητικά, οι γυναίκες με τα ιδρωμένα κορμιά της δουλειάς και της κόπωσης γυμνά, όχι για έρωτα, αυτός ποτέ δεν έχει καλή έκβαση στην ταινία, αλλά επειδή τα ρούχα, οι ετικέτες, τα πρότυπα είναι αφόρητα στο δέρμα. Οι ρόμπες, τα κομπινεζόν, μια σωματικότητα πρακτική και γενναία, είναι το πρόσωπο αυτή της ταινίας, αφιερωμένης ολόψυχα στη δύναμη της γυναίκας, της αδελφής, κόρης, μητέρας, φίλης. Φεμινιστική ορμητικά, αλλά και queer μ’ έναν τρόπο που δηλώνει ότι, συχνά, η κατ’ επιλογήν οικογένεια είναι καλύτερο απάγκιο από αυτή του αίματος.

Ο χρόνος κυλά επαναλαμβανόμενος, αφαιρετικά, σηματοδοτημένος μόνο από ημερομηνίες σε γράμματα – ημερολόγια. Η ζωή προχωρά με την ίδια επιθυμία. Η ταινία, καθόλου αργή παρά τη μεγάλη της διάρκεια, έχει την υφή του ονείρου, αλλά αυτό είναι η πραγματικότητα των δυο γυναικών, που ζουν καλύτερα μέσα στο μυαλό τους, στη σκέψη τους, στις αναμνήσεις που δημιουργούν και κατά φαντασία μοιράζονται, παρά στην πραγματικότητα του έξω, έτσι κι αλλιώς συντριπτικά πατριαρχική. Κι είναι μέσα στην ένταση του μελοδράματος κι αυτή η απόλυτη ασημαντότητα της γυναίκας, της Ευριδίκης που η μουσική, τελικά, δεν την έσωσε από τον (ψυχικό) θάνατο, της Γκίντα που, τελικά, ο Γιώργος δεν αποδείχτηκε Ολύμπιος Θεός, αλλά κι η δύναμή τους να υπερβούν τη μοίρα τους, επιδιώκοντας όχι να επιβιώσουν, αλλά και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, ή έστω να μην εγκλωβιστούν στα πρότυπα που τις πνίγουν, περισσότερο κι από τον αποπνικτικό αέρα του Ρίο Ντε Τζανέιρο.

Είναι κρίμα που ο Αϊνούζ επιλέγει να κλείσει την ταινία του στο σήμερα, πηδώντας, από μια δυνητική κλιμάκωση, σ’ ένα αποχρωματισμένο παρόν που προσγειώνει τα μάτια και τη διάθεση – έχοντας ζήσει, για δυόμιση ώρες, στον πυρετό της επιθυμίας και της απώλειας, ο ρεαλισμός φτωχαίνει το συναίσθημα που ως τότε ρέει σε αφθονία. Έστω κι έτσι, η ιστορία της Γκίντα και της Ερίντιτσε, των γυναικών που έζησαν – και ζουν ακόμα – αν όχι αόρατες, σίγουρα διάφανες, με το αντρικό βλέμμα να περνά από μέσα τους και να μην συνειδητοποιεί τη συμπαγή τους δύναμη, βρίσκει στο φιλμ του Αϊνούζ μια πανέμορφη τιμή που ξεχειλίζει πάθος.

http://www.grandmagazine.gr/

Τάσος Ντερτιλής [4/5]

Υποβλητικό και μεγαλόπνοο μελόδραμα εποχής που αποτέλεσε την πρόταση της Βραζιλίας για το φετινό Oscar Διεθνούς Ταινίας.

Στο Ρίο ντε Τζανέιρο της δεκαετίας του ’50, ζει ο αξιοσέβαστος φούρναρης Μανοέλ με τη γυναίκα του και τις δύο του κόρες την Ευρυδίκη και τη Γκουίδα. Η Ευρυδίκη, ταλαντούχα πιανίστα, ονειρεύεται κονσερβατουάρ και ταξίδια στο εξωτερικό ενώ η Γκουίδα ξεμυαλίζεται με έναν Έλληνα ναύτη και το σκάει μαζί του στην Ευρώπη. Όταν όμως η Γκουίδα επιστρέφει μετανιωμένη και σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, ο πατέρας της την πετάει έξω από το σπίτι και της λέει ότι η Ευρυδίκη έφυγε για σπουδές στην Ευρώπη. Η Γκουίδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να μεγαλώσει ολομόναχη το παιδί της, ενώ η Ευρυδίκη, που φυσικά μόνο στην Ευρώπη δεν έχει μεταναστεύσει, έχει δεχθεί το προξενιό που της έκανε ο πατέρας της με το γιο ενός μεγαλέμπορου και βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα κρύο γάμο χωρίς αγάπη και με τα όνειρά της ακυρωμένα. Αγνοώντας η μια την τύχη της άλλης, οι δύο αδελφές καταδικάζονται να ζήσουν μια ζωή χωριστά, πιστεύοντας παραπλανημένες ότι η κάθε μια τους έχει βρει την ευτυχία στη ζωή.

Ο Ντάγκλας Σερκ, ο βασιλιάς του Χολιγουντιανού μελοδράματος των 50s, ο δημιουργός που ενέπνευσε τον Φασμπίντερ να αφηγηθεί τις πιο δυνατές του ιστορίες, θα ήταν περήφανος που απέκτησε ακόμη έναν σπουδαίο μαθητή, αυτή τη φορά στη Λατινική Αμερική των παθών και των γυναικείων δραμάτων. Η Ήπειρος που γέννησε τις telenovelas, τις δακρύβρεχτες τηλεοπτικές σαπουνόπερες ήταν το ιδανικό έδαφος για μια επιστροφή στο καθαρό, μεγαλόπνοο, παθιασμένο και βγαλμένο από τη ζωή μελόδραμα, αυτή τη φορά σαν φόρο τιμής στην καταπίεση και καταδίκη σε ζωές αόρατες των γυναικών που μεγάλωσαν μέσα στα πλαίσια μιας αυστηρά πατριαρχικής και απόλυτα φαλλοκρατικής κοινωνίας. Ο Βραζιλιάνος Καρίμ Αϊνούζ, σκηνοθέτης, συγγραφέας και εικαστικός, αναπλάθει ένα Ρίο του 50 βυθισμένο σε μια μουντή μελαγχολία που έρχεται σε αντίθεση με τα ζεστά υποτροπικά χρώματα και τα πολύχρωμα φορέματα των γυναικών που χρησιμεύουν απλά σαν διακοσμητικά στοιχεία ενός ανδρικού κόσμου, ενός στείρου και καταπιεστικού κοινωνικού ιστού, αόρατες και άνευ ταυτότητας. Σ αυτό τον εχθρικό κόσμο όπου βασιλεύει ο φαλλός (ενδεικτική η πρώτη νύχτα γάμου της Ευρυδίκης), οι γυναίκες του Αϊνούζ αποδεικνύονται τραγικές φιγούρες αλλά ταυτόχρονα και δυνατές, γεμάτες ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Αποδεικνύουν επίσης ότι το μελόδραμα κάθε άλλο παρά παρακατιανό είδος είναι, παρά τον χρόνιο τηλεοπτικό ευτελισμό του ανά την Υφήλιο.

Αυτή η Αόρατη Ζωή, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάρτα Μπατάλια, είναι η πιο γοητευτική και συναρπαστική προσθήκη στο είδος τα τελευταία χρόνια. Συγκινηθείτε ελεύθερα!

ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ «ΕΝΑ ΚΑΠΟΙΟ ΒΛΕΜΜΑ» ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ 2019

ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΟ ΟΣΚΑΡ 2020

Χρυσοστομάκης Λακταρίδης [3,5/5]

Δύο αχώριστες αδερφές, στο Ρίο ντε Τζανέιρο της δεκαετίας του ’50, αναγκάζονται να αποχωριστούν η μία την άλλη. Η Γκουίδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να μεγαλώσει ολομόναχη το εκτός γάμου παιδί της, ενώ η Ευρυδίκη εξωθείται σε έναν νερόβραστο γάμο, εγκαταλείποντας το πάθος της για το πιάνο. Βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του 2015 γραμμένο από τη Μάρτα Μπατάλα, η ταινία του Βραζιλιάνου Καρίμ Αϊνούζ που κέρδισε το Βραβείο στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ των Καννών, είναι η ιστορία δύο αδερφών, της Γκουίδα και της Ερίντιτσε. Η πρώτη ονειρεύεται τον έρωτα τον οποίο αναζητά στο πρόσωπο του Γιώργου, ενός Έλληνα ναυτικού τον οποίο ακολουθεί στην Ελλάδα. Η δεύτερη, μια μουσική καριέρα ως σολίστ πιάνου στην Αυστρία. Τα όνειρά τους δεν θα πραγματοποιηθούν, όμως μακριά η μία από την άλλη, θα αργήσουν να μάθουν η μία για τα γεγονότα της ζωής της άλλης, πιστεύοντας ότι είχαν βρει την ευτυχία. Επικό και πανέμορφο μελόδραμα εποχής, η ταινία αποτελεί μια έξυπνη αναφορά στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, μα πάνω απ’ όλα ένας ύμνος στο γυναικείο σθένος. Ένας φόρος τιμής στις αμέτρητες γυναίκες που στερήθηκαν τη δυνατότητα να διαθέσουν το σώμα και το πνεύμα τους όπως οι ίδιες επιθυμούσαν, προκειμένου να στριμωχτούν σε ασφυκτικά πατριαρχικά καλούπια. [Πηγή: http://www.doctv.gr]

 

Ζουμπουλάκης Γιάννης

Το βραζιλιάνικο αυτό μελόδραμα που βραβεύθηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών (Ενα Κάποιο Βλέμμα) σε κερδίζει με τη σκηνοθετική συνέπεια, την εικαστική ομορφιά και βέβαια το θέμα του που επίσης αφορά γυναίκες και μάλιστα πάλι αδελφές. Στο προσκήνιο, εδώ, η Ευρυδίκη (Κάρολ Ντουάρτε) και η Γκουίδα (Χούλια Στόκλερ), με την ιστορία να διατρέχει το Ρίο ντε Τζανέιρο στη δεκαετία του 1950 αλλά να καταλήγει στις μέρες μας. Οι δύο κοπέλες ενώνονται από μια βαθιά αγάπη η οποία συνθλίβεται άκαρδα από έναν σκληρό πατέρα. Για μια ολόκληρη ζωή η μία γυναίκα αναζητεί την άλλη και πάνω σε αυτή την ιδέα ο Καρίμ Αϊνούζ κτίζει μια υπέροχη, ουσιαστική σχέση, η οποία, ειρωνικά, πυροδοτείται από την ανθρώπινη απουσία και όχι την παρουσία. Αν και η ταινία είναι κάπως μεγαλύτερη σε διάρκεια απ’ όσο ίσως χρειαζόταν και αργεί κάπως να μπει στην ουσία του θέματος, όταν αυτό γίνεται δεν υπάρχει περίπτωση να την αφήσεις.
Βαθμολογία: 3 1/2

Γιώργος Νυκταράκης [2/5]

Κριτική: Η Αόρατη Ζωή της Ευρυδίκης Γκουσμάο – A Vida Invisível (Invisible Life) (2019)

Δύο κοπέλες που ζουν στη Βραζιλία προσπαθούν να κάνουν το παραπάνω βήμα στη ζωή προς την ουσιαστική ενηλικίωσή τους, πραγματοποιώντας όνειρα που θα τους οδηγήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον.
Ο Karim Ainouz φτιάχνει μια δραματική ταινία οικογενειακών παραμέτρων, βάζοντας στο προσκήνιο τις ζωές δύο γυναικών.

Καταγράφοντας μια πατριαρχική και σε μεγάλο βαθμό ανδροκρατούμενη κοινωνία με έντονη τη θρησκευτική επιρροή, οι δύο νεαρές κοπέλες προσπαθούν να μάθουν τη ζωή και τον κόσμο, αναζητώντας σχέσεις, ταξίδια, και γενικότερα εμπειρίες που δεν μπορούν να βρουν στο αυστηρό κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον τους.

Ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης παρακολουθεί παράλληλα τις δύο ηρωίδες (και όχι μόνο την Ευριδίκη όπως υπονοεί ο τίτλος), οι οποίες παρά τις διαφορετικές αφετηρίες δείχνουν να οδηγούνται σε παρόμοιες καταστάσεις εξαιτίας των κοινών επιθυμιών και ονείρων.

Το αποτέλεσμα όμως σε αυτή την πορεία γέρνει αισθητά προς το μελόδραμα, με έντονες σκηνές που δείχνουν συχνά επιτηδευμένες ως προς τα αισθήματα που επιδιώκουν να δημιουργήσουν και να μεταδώσουν.
Παράλληλα η διάρκεια είναι παραφουσκωμένη για τα ουσιαστικά στοιχεία πλοκής που έχει να παρουσιάσει το σενάριο, δημιουργώντας κάποια κενά διαστήματα τα οποία μπορεί να κουράσουν κατά την προβολή, και σίγουρα ατονίζουν το ενδιαφέρον της παρακολούθησης.

Στα συν οι δύο πρωταγωνίστριες Julia Stockler και Carol Duarte.
Και οι δύο γυναίκες με αρκετή ζωντάνια πετυχαίνουν και μεταδίδουν τις αμφιβολίες, τις ανασφάλειες αλλά και τις επιθυμίες των χαρακτήρων τους μέσα σε αυτή την προσωπική αναζήτηση ευτυχίας, με πολλούς καθημερινούς ανθρώπους και ιδίως γυναίκες να βρίσκουν πιθανή ταύτιση.

Μια ταινία η οποία παρουσιάζει εύστοχα την επιθυμία και ανάγκη διαφυγής από έναν στενών περιθωρίων και ελάχιστα ελαστικό κόσμο μέσα από δύο καλοσχηματισμένους κεντρικούς χαρακτήρες, αλλά με μια μελοδραματική και ελαφρώς φλύαρη σε ορισμένα σημεία προσέγγιση που αδικεί το τελικό αποτέλεσμα.

Στους κινηματογράφους από 6 Φεβρουαρίου.

Γιώργος Νυκταράκης.

Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου 2020

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου-Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους 2020

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2020

Συμπληρώστε τη δήλωση ενδιαφέροντος:

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: