Ντάρλινγκ (1965) του Τζον Σλέσιντζερ από τα αριστουργήματα του free cinema σήμερα στη Βουλή || Οι καλύτερες κριτικές για την ταινία

Ντάρλινγκ

Από Χρήστο Μήτση – 28/06/2018  [4,5/5]

Ξεκινώντας από έναν επιτυχημένο τηλεοπτικό δημοσιογράφο, ένα νεαρό μοντέλο χρησιμοποιεί τους άντρες για να ανεβεί επαγγελματικά και κοινωνικά στη γεμάτη προκλήσεις βρετανική πρωτεύουσα του ’60. Βραβευμένη με τρία Όσκαρ, η τελευταία σπουδαία ταινία του free cinema περιγράφει ζωντανά, διεισδυτικά και με πικρή ειρωνεία τον πυρετό του Swinging London.

Συμπληρώστε τη δήλωση ενδιαφέροντος:

darling 1965 greek poster

Μία από τις τελευταίες σπουδαίες ταινίες του αγγλικού free cinema (οι young angry men έχουν δώσει τη θέση τους στο Swinging London), το «Ντάρλινγκ» περιγράφει πώς, ξεκινώντας από έναν επιτυχημένο τηλεοπτικό δημοσιογράφο, ένα νεαρό μοντέλο χρησιμοποιεί τους άντρες για να ανεβεί επαγγελματικά στη γεμάτη προκλήσεις βρετανική πρωτεύουσα του ’60. Με άφοβο ρεαλισμό, συνεχίζει την οξεία, πικρή κριτική του Τζον Σλέσινγκερ (Όσκαρ σκηνοθεσίας για τον αμερικανικό «Καουμπόη του Μεσονυχτίου») στη λαμπερή εικόνα της ποπ βρετανικής κοινωνίας, πίσω από την οποία απωθούνται επιμελώς ψυχολογικά αδιέξοδα και καταπιεσμένα πάθη («A Kind of Loving» του 1963, «Μπίλι, ο Ψεύτης» του 1964).

Υποψήφιο για έξι και βραβευμένο­ με τρία Όσκαρ (πρωτότυπο σενάριο, α΄ γυναικείος ρόλος και κοστούμια), το τολμηρό φιλμ εντυπωσιάζει ακόμη και σήμερα με την αφηγηματική ευρηματικότητα, τη σεναριακή οξυδέρκεια και το βαθύ αμοραλισμό του, τυλίγοντας σε ένα αντιρομαντικό πέπλο, τόσο κομψό μα και τόσο απαισιόδοξο, τα ήθη μιας ολόκληρης εποχής. Είναι η ταινία που ανέδειξε το ταλέντο­ της εκθαμβωτικής Τζούλι Κρίστι και απομυθοποίησε όσο καμιά άλλη την ιλιγγιώδη γοητεία του Swinging London.

Α/Μ. Μ. Βρετανία. 1965. Διάρκεια: 128΄. Διανομή: BIBLIOTHEQUE.

Καπράνος Άκης [5/5]
27 Ιουνίου 2018

«Ντάρλινγκ»: Το 1965 ήταν η χρονιά που το βρετανικό σινεμά έδειχνε να αλλάζει για τα καλά όπως άλλωστε και η ίδια η κοινωνία. Θυμηθείτε, είναι η εποχή του free cinema αλλά και των Beatles. Και, μέχρι τότε η μόνη ταινία που έδειχνε να μετουσιώνει στη γραφή της τα δυο αυτά «ρεύματα» ήταν το «A hard day’s night» (ελλ. τίτλος: «Ξεφάντωμα με τους Μπιτλς») που γύρισε ο Ρίτσαρντ Λέστερ μόλις το 1964. Τα Σκαθάρια βέβαια εκεί έκαναν μάλλον επιδερμικά χαβαλέ με την υποκρισία του αγγλικής προελεύσεως καθωσπρεπισμού – άλλωστε το ζήτημα ήταν… οι ίδιοι και το ροκ’ν’ρολ. Ο Τζον Σλέσινγκερ όμως, κρατώντας μεν την εφευρετική (στα όρια του παιχνιδίσματος) γραφή, επιχειρεί μια βαθιά τομή σε όλα αυτά που καθιστούν το «swinging» Λονδίνο των 60s μια μαγική εικόνα που στάζει υποκρισία και διαφθορά. Το timing ήταν σωστό: Η ταινία δεν θα μπορούσε να είχε γυριστεί λίγα χρόνια πριν – η λογοκρισία θα είχε εξαφανίσει τους σεξουαλικούς υπαινιγμούς, τις απιστίες καθώς και τα ζητήματα της άμβλωσης και της ομοφυλοφιλίας. Και επίσης, δεν θα μπορούσε να είχε γυριστεί με άλλη πρωταγωνίστρια: Η Τζούλι Κρίστι, τότε 23 ετών, έγινε σταρ σε μια νύχτα, κερδίζοντας μάλιστα και Όσκαρ καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, ενσαρκώνοντας την Νταϊάνα Σκοτ, μια ελαφρόμυαλη όσο και «ανήθικη» ηρωίδα που παρασύρεται από τη δίψα της για επιτυχία, φυσικά πληρώνοντας ένα βαρύ τίμημα.
Το ταξίδι της όμως είναι γεμάτο «ενδιαφέροντες» σταθμούς. Ξεκινά από λονδρέζα νοικοκυρά, μετά ερωμένη, διάσημη ηθοποιός ώς και πριγκίπισσα. Ίσως όλα τα όνειρα που θα είχε οποιαδήποτε ελκυστική γυναίκα – αν και η ίδια δεν είναι ποτέ ευγνώμων για την «τύχη» της και ποτέ ευτυχισμένη. Και κανείς φυσικά εκεί έξω δε συνειδητοποιεί πόσο άδεια, πόσο στεγνή από κάθε αληθινό συναίσθημα είναι η ζωή αυτής της γυναίκας όταν βλέπει τη φωτογραφία της στο εξώφυλλο ενός περιοδικού και αγοράζει, δίχως πολλή σκέψη, ένα τεύχος. Μα, «έχει ζήσει μια ονειρεμένη ζωή και είναι αξιαγάπητη». Ετσι, τούτη εδώ η πλέον κλασική, μοναδικά γραμμένη, εξόχως σκηνοθετημένη και τόσο φινετσάτα πικρόχολη ταινία, μιλάει για όλα εκείνα τα «ντάρλινγκς», τους ανθρώπους που αναζητούν αδιάκοπα την προσοχή, την επικύρωση ή την εξουσία ενώ παράλληλα διακωμωδεί τη σύγχρονη (και αναφέρομαι και στο τότε αλλά και στο τώρα) κουλτούρα του lifestyle. Ο Σλέσινγκερ μοιάζει να λέει πως όλες μαζί οι παραλλαγές του swinging lifestyle είναι ωφέλιμες κυρίως για τους καταστηματάρχες, τα καταστήματα και τις επιχειρήσεις. Για την ίδια την Νταϊάνα, η ταξική αναρρίχηση τής προσφέρει μονάχα ένα πολυτελέστατο περιβάλλον για να μπορέσει επιτέλους να αισθανθεί πόσο απελπισμένα μόνη είναι.

Κατερίνα Ανδρεάκου [4/5]

ΝΤΑΡΛΙΝΓΚ (1965)

(DARLING)

  • ΕΙΔΟΣ: Κοινωνικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζον Σλέσιντζερ
  • ΚΑΣΤ: Τζούλι Κρίστι, Ντερκ Μπόγκαρντ, Λόρενς Χάρβεϊ, Ρόλαντ Κάραμ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 128′
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: BIBLIOTHEQUE

Μια φιλόδοξη, ματαιόδοξη νεαρή κοπέλα περνά από διάφορες ερωτικές σχέσεις και χρησιμοποιεί την ομορφιά και την έμφυτη λάμψη της ώστε να κατακτήσει την κορυφή. Δυστυχώς για εκείνη, η «κορυφή» είναι μια ακαθόριστη ιδέα και το κόστος κατάκτησης αυτής της φαντασίωσης ενδέχεται να είναι πολύ βαρύ.

Πρώτο πλάνο της ταινίας και οι εικόνες των υποσιτισμένων παιδιών στη γιγαντοαφίσα για μια φιλανθρωπική εκστρατεία καλύπτονται από το τεράστιο, λαμπερό και υγιές χαμόγελο της Νταϊάνα Σκοτ, του «πιο ευτυχισμένου κοριτσιού», όπως γράφει το διαφημιστικό slogan του προϊόντος που διαφημίζει. Η κάμερα «κόβει» στον δρόμο όπου η ίδια η Νταϊάνα περπατά ανέμελα και πάντα χαμογελαστή, ενώ μια χαρωπή γυναικεία φωνή με έντονα μεγαλοαστική προφορά μας ενημερώνει πως πρόκειται για την ίδια στα 20 της χρόνια. Μέσα στα λιγοστά εναρκτήρια λεπτά, ο Τζον Σλέσιντζερ και οι συν-σεναριογράφοι του, Φρέντερικ Ραφαέλ και Τζόζεφ Τζάνι, έχουν ήδη σκιαγραφήσει τόσο τον τόνο και το ύφος όσο και τον πυρήνα του περιεχόμενου της ιστορίας τους, καθώς η σατιρική χροιά και ο κοινωνικός σχολιασμός της εποχής γίνονται άμεσα εμφανή.

Η Νταϊάνα, ήδη παντρεμένη με έναν συνομήλικό της και «καταδικασμένη» σε ένα βαρετό μέλλον ρουτίνας, οικοκυρικών και μητρότητας, αποφασίζει να τον αφήσει με τη δικαιολογία πως είναι πολύ νέος και ανώριμος, όταν γνωρίζει τον μεσήλικα δημοσιογράφο Ρόμπερτ, τον «έντιμο καλλιτέχνη» που θα αλλάξει τη ζωή της. Εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες που όμως συμπληρώνουν ιδανικά ο ένας τον άλλο, μένουν μαζί όταν και ο Ρόμπερτ αφήνει την οικογένειά του, όμως η φιλοδοξία και ο εγωκεντρισμός της Νταϊάνα θα την οδηγήσουν σύντομα στην αγκαλιά του Μάιλς, ενός νάρκισσου και ηδονιστή businessman, σε μια μη σχέση όπου το συναίσθημα δεν έχει καμία θέση, αλλά η κοινωνική ανέλιξη και οι σωστές γνωριμίες είναι αυτοσκοπός. Έτσι η Νταϊάνα γίνεται περιζήτητο φωτομοντέλο και ηθοποιός και η κοινωνική της ζωή περιστρέφεται γύρω από όχι μόνο τον φρενήρη ρυθμό των λονδρέζικων swinging sixties αλλά και του ευρωπαϊκού jet set. Φαινομενικά, λοιπόν, εκπληρώνει τα όνειρά της, αλλά το ενδεχόμενα μεγάλο τίμημα καιροφυλακτεί.

Το φαινόμενο των swinging sixties, με το οποίο ακόμα ταυτίζεται η Βρετανία εκείνης της δεκαετίας του ’60 στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου, είχε να κάνει κυρίως με την «απαίτηση» της νέας, μεταπολεμικής γενιάς, να ακουστεί και να γίνει αποδεκτή ως σημαντικό μέρος του κοινωνικού συνόλου, μέσα από τη μουσική, τη μόδα και την Τέχνη γενικότερα, βγάζοντας τη γλώσσα στις παλαιότερες, πουριτανικές, φειδωλές και σεξουαλικά καταπιεσμένες γενιές των γονέων και των παππούδων τους. Κινηματογραφικά, το νέο ρεύμα του free cinema (κάτι μου θυμίζει αυτό το όνομα…) δημιούργησε μερικές από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά ρεαλισμού στα τέλη του ’50 και τις αρχές του ’60, και οι περισσότεροι από τους δημιουργούς και τα νέα του κινηματογραφικά αστέρια συνέχισαν τη φυσική τους πορεία, από τον γκρίζο εργατικό Βορρά στο πολύχρωμο και πλούσιο Λονδίνο της περιόδου. Έτσι, δεν είναι παράλογη η παρατήρηση πως κάπου έχουμε ξαναδεί την Νταϊάνα: δύο χρόνια πριν το «Ντάρλινγκ», ο Σλέσιντζερ είχε σκηνοθετήσει το κινηματογραφικό ντεμπούτο μιας νεαρής ηθοποιού ονόματι Τζούλι Κρίστι, σε μια από τις λιγοστές κωμωδίες τού free cinema, το «Μπίλι ο Ψεύτης». Εκεί, η νεαρή ηρωίδα λεγόταν Λιζ και επιθυμούσε όσο τίποτα να φύγει από τον Βορρά και να βρει μια πιο λαμπερή καριέρα στην πρωτεύουσα. Η Λιζ, ήδη «έμπειρη» με αγόρια και γοητευτικά ατίθαση, με παρόμοια ρούχα και βάδισμα με τη σκηνή στην οποία πρωτοβλέπουμε την Νταϊάνα εδώ, τα αφήνει τελικά όλα πίσω και κάνει το μεγάλο ταξίδι στο Λονδίνο. Είναι, λοιπόν, η Λιζ προπομπός της Νταϊάνα; Πολύ πιθανό.

Το σενάριο αλλά και η σκηνοθετική καθοδήγηση του «Ντάρλινγκ» είναι συμβολικά γεμάτα από τις κοινωνικές αντιφάσεις της εποχής της, που δυστυχώς αντηχούν γνώριμα και σήμερα. Ο Σλέσιντζερ αντιπαραθέτει το χαμόγελο της «ευτυχισμένης» Νταϊάνα με την εικόνα πεινασμένων παιδιών. Τα στόματα των σχεδόν γκροτέσκων πλουσίων στη «φιλανθρωπική» δεξίωση, καθώς μπουκώνουν λαίμαργα, ενώ ο οικοδεσπότης τους μιλά για τον υποσιτισμό στην Αφρική. Την ευτυχισμένη Νταϊάνα να μην παρατηρεί καν την επικεφαλίδα της εφημερίδας που φέρνει ο Ρόμπερτ, για την απελπισμένη απεργία των ανθρακωρύχων. Αργότερα, βλέπουμε πως η φωτογράφιση για την τόσο «ευτυχισμένη» διαφημιστική εκστρατεία διακόπτεται όταν η Νταϊάνα ξεσπά ξαφνικά σε κλάματα, έχοντας μόλις γνωρίσει ίσως τη μοναδική συναισθηματική της απώλεια. Ακόμα και η φωνή της ηρωίδας, που μας αφηγείται τα πάντα σε ύφος συνέντευξης, αντιφάσκει με τα πλάνα που ακολουθούν, το όποιο σχόλιο ή επεξήγηση που δίνει. Δεν είναι καν αξιόπιστος αφηγητής της ίδιας της ιστορίας της, χαμένη πίσω από προσωπεία που εφευρίσκει για κάθε άνθρωπο που συναντά στη ζωή της – ίσως εκτός του Ρόμπερτ. «Το πιο ευτυχισμένο κορίτσι» είναι δυστυχισμένο και «η ιδανική γυναίκα», όπως παρουσιάζεται στο εξώφυλλο ενός περιοδικού, είναι μια νεαρή γυναίκα χαμένη στο κυνήγι ενός άπιαστου ονείρου.

Το «Ντάρλινγκ», με διακριτικά παρόντα μα ποτέ υπέρμετρο διδακτισμό και μηνύματα ηθικής, εξερευνά τις αυτοκαταστροφικές επιπτώσεις της ματαιοδοξίας, της κοινωνικής και προσωπικής υποκρισίας, της αυταρέσκειας και της επιπολαιότητας της εποχής της, με ένα πολυεπίπεδο βάθος, ωστόσο, το οποίο διατηρεί την ταινία αγέραστη παρά τα 53 της χρόνια. Αποτελεί ένα άκρως επιτυχημένο και διαχρονικό κοινωνικο-πολιτικό σχόλιο, διατηρώντας ταυτόχρονα και την κινηματογραφική του αξία ως μια από τις καλύτερες ταινίες του βρετανικού κινηματογράφου, με έξοχες ερμηνείες από την εξωπραγματικά πανέμορφη Τζούλι Κρίστι (δίκαιο το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου, μόλις στα 25 της χρόνια) και τον Ντερκ Μπόγκαρντ (ως Ρόμπερτ). Η Κρίστι εναλλάσσει εξαίρετα τις «μάσκες» τής ηρωίδας της, ενώ οι όποιες αναλαμπές του αληθινού της ψυχισμού γίνονται κι αυτές αμφιβόλου γνησιότητας, χωρίς ποτέ να είμαστε σίγουροι για το αν πρόκειται πραγματικά περί μιας κενής αμοραλίστριας ή ενός κοριτσιού που αναζητά την ευτυχία με τους λάθος τρόπους. Άλλωστε, όπως λέει και μια ατάκα της ταινίας που συνοψίζει ιδανικά τον τρόπο ζωής της Νταϊάνα, «όλα τα ψέματα γίνονται αλήθεια όταν τα λες».

Ο Σλέσιντζερ μπορεί να γύρισε το απόλυτο αριστούργημα της καριέρας του στην Αμερική τέσσερα χρόνια μετά, με το ακόμα πιο ανελέητο κοινωνικό σχόλιο του «Καουμπόι του Μεσονυχτίου», όμως είναι η εικόνα της συναισθηματικά χαμένης Νταϊάνα, ξανά «καταδικασμένης» σε μια άδεια ζωή, αυτή τη φορά στο χρυσό κλουβί που αρχικά επέλεξε πρόθυμα για τον εαυτό της, που θα μείνει για πάντα στο πάνθεον των πιο αξιομνημόνευτων γυναικείων χαρακτήρων του σινεμά.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Έξοχο κοινωνικό σχόλιο για μια δυτική κοινωνία που μεταλλάσσεται, με άμεσες ομοιότητες με τις σημερινές περιστάσεις, αλλά και μια σπάνια σκιαγράφηση / σάτιρα της μεταπολεμικής Βρετανίας σε όλες τις αντιφάσεις της. Κάποια σημεία της μπορεί να φανούν παρωχημένα, αλλά αν είστε θαυμαστές του κλασικού σινεμά χαρακτήρων, δεν θα βρείτε πολλά καλύτερα παραδείγματα από αυτό το διαμάντι του βρετανικού κινηματογράφου.

Νίνος Φένεκ Μικελιδης [4/5]

Σε επανέκδοση, η βραβευμένη με τρία Όσκαρ (καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, σεναρίου και κοστουμιών) ταινία του Τζον Σλέσιντζερ, με την Τζούλι Κρίστι έξοχη στο ρόλο του ελκυστικού, ανέμελου, ελεύθερου σεξουαλικά και ηθικά κοριτσιού, που κινείται στον επιφανειακό κόσμο του «τζετ-σετ», αποκαλύπτοντας μας τον πουριτανισμό και την υποκρισία της καθεστηκυίας τάξης (που τονίζεται ιδιαίτερα στη φιλανθρωπική σκηνή με τους μαύρους ντυμένους με κοστούμια του 18ου αιώνα). Σημαντική, ιδιαίτερα για την τότε εποχή, ταινία, που σήμερα φαίνεται κάπως ξεπερασμένη. Παρόλο που η Τζούλι Κρίστι κέρδισε το Όσκαρ ερμηνείας, ο Ντερκ Μπόγκαρντ και ο Λόρενς Χάρβεϊ παραμένουν και σήμερα πολύ καλύτεροι της.

Λήδα Γαλανού [3,5/5]

Η πανέμορφη, ολόδροση Νταϊάνα αφήνει τη βαρετή μικροαστική ζωή της και γίνεται μοντέλο. Η γνωριμία της με τον παντρεμένο Ρόμπερτ και, στην πορεία, με τον playboy Μάιλς θα την οδηγήσει όλο και πιο ψηλά στην επιτυχία, αλλά όλο και πιο μακριά από την ευτυχία, που παραμένει φευγαλέος στόχος.

Η μελαγχολία του Ντερκ Μπόγκαρντ και το σεξ απίλ του Λόρενς Χάρβεϊ πλαισιώνουν την αριστουργηματική Τζούλι Κρίστι που μ’ αυτόν τον ρόλο της κέρδισε το Οσκαρ.

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα του «ελεύθερου» βρετανικού σινεμά του ’60, του swinging London, μιας εποχής και μιας κοινωνίας σε αναταραχή.

Ένα θαυμάσιο σχόλιο για την κοινωνική υποκρισία, την ομορφιά, τον συμβατικό γάμο, τον ρατσισμό, την οριακά, τότε, νόμιμη ομοφυλοφιλία, ώς… την παγκόσμια πείνα και τα παιδάκια της Μπιάφρας, το «Darling» γοητεύει, πια, ως αξιοπερίεργο, ως μια ανάσα που έρχεται απευθείας από το ’60, μια ταινία τότε εξαιρετικά αιχμηρή, τώρα ιστορικό κειμήλιο.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: