Η πόλη και τ’ άστρα, Άρθουρ Κλάρκ, εκδόσεις: Κάκτος, μετάφραση: Τάσος Ρούσσος || Αποσπάσματα από το Βιβλίο || Άρθουρ Κλάρκ, ο προφήτης της διαστημικής εποχής, Νίκος Πράντζος

Η πόλη και τ’ άστρα, Άρθουρ Κλάρκ

μετάφραση: Τάσος Ρούσσος

εκδόσεις: Κάκτος

… Μερικές φορές όμως οι αρχαίοι μύθοι ξυπνούσαν μέσα τους για να τους ταράξουν, κι αναστατώνονταν καθώς θυμόντουσαν τις ιστορίες της Αυτοκρατορίας, όταν το Ντίασπαρ ήταν ακόμα νέο και στήριζε την ύπαρξή του στο εμπόριο πολλών ηλιακών συστημάτων.

Δεν επιθυμούσαν να ξαναγυρίσουν οι παλιές μέρες, γιατί ήταν ευχαριστημένοι με το αιώνιο φθινόπωρό τους. Οι δόξες της Αυτοκρατορίας άνηκαν στο παρελθόν και θα έμεναν για πάντα εκεί, γιατί θύμιζαν με ποιο τρόπο έφτασε το τέλος της, και με τη σκέψη των Εισβολέων, το ρίγος του διαστήματος έφτανε βαθιά ώς τα κόκαλά τους.

Τότε ήθελαν πιο πολύ να γυρίσουν στη ζωή και τη ζέστα του Ντίασπαρ, στη μεγάλη χρυσή περίοδο που η αρχή της ήταν ήδη χαμένη και το τέλος της ακόμα άγνωστο. Άλλοι άνθρωποι είχαν ονειρευτεί μια τέτοια εποχή, αλλά μόνο εκείνοι το είχαν κατορθώσει.

Ζούσαν στην ίδια πόλη, περπατούσαν στους ίδιους θαυμαστά αμετάβλητους δρόμους, κι ας είχαν περάσει περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο χρόνια.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Συγγραφέας: Κλαρκ, Άρθουρ

Εκδότης: Κάκτος

Σελίδες: 366

ISBN: 9789603825661

Μεταφραστής: Ρούσσος, Τάσος

Ημερομηνία Έκδοσης: 1/1/1984

[…] ωστόσο η πόλη δεν ένιωθε ούτε το ψύχος ούτε τη θερμότητα. Δεν είχε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, ήταν η ίδια ένας ολόκληρος κόσμος. σελ. 7

[…] Ακόμα οι τεχνικές τους περιπέτειες μπορεί να εκτυλίσσονταν ευχάριστα στο εσωτερικό της πόλης, σε υπόγεια σπήλαια ή σε μικρές κομψές κοιλάδες τριγυρισμένες από βουνά που άφηναν έξω όλο τον υπόλοιπο κόσμο. σελ. 18

[…] Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, εκτός από έναν λαμπερό τοίχο, πάνω στον οποίο μια παλίρροια από χρώματα ζωήρευε κι έσβηνε, καθώς ο Άλβιν πάλευε με τα όνειρά του, ένα μέρος του σχεδίου τον ικανοποίησε είχε αγαπήσει τις ανάερες γραμμές των βουνών, όπως αναπηδούσαν έξω από την θάλασσα. Υπήρχε σ’ εκείνες τις ανερχόμενες καμπύλες δύναμη και περηφάνια, τις είχε μελετήσει πολύ καιρό και τελικά τροφοδότησε με αυτές τη μονάδα μνήμης του σκεπτογράφου, όπου θα παρέμεναν όσο θα καταπιανόταν με το υπόλοιπο μέρος της εικόνας. Κάτι ακόμα του ξέφευγε, αν και δεν ήξερε τι. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να γεμίσει τις λευκές επιφάνειες, καθώς η συσκευή διάβαζε μέσα στο μυαλό του τα φωτεινά σχέδια και κατόπιν τα υλοποιούσε πάνω στον τοίχο. Δεν γινόταν τίποτα. Οι γραμμές ήταν λεκιασμένες κι αβέβαιες, τα χρώματα θολά κι ανούσια. Αν ο καλλιτέχνης δεν ήξερε τον στόχο του, ακόμα και τα πιο θαυμαστά εργαλεία δεν θα μπορούσαν να τον πραγματοποιήσουν. σελ. 20

[…] Το φώς πλημμύρισε πάλι το δωμάτιο, και το φωτεινό ορθογώνιο όπου είχε σχεδιάσει τα όνειρά του συγχωνεύτηκε με τα γύρω επίπεδα για να γίνει ένα με τους άλλους τοίχους. Επρόκειτο όμως για τοίχους; Για τον καθένα που δεν είχε δει ποτέ πριν ένα τέτοιο μέρος, ήταν πραγματικά πολύ ιδιόρρυθμο δωμάτιο. Ήταν απόλυτα άδειο, χωρίς χαρακτηριστικά και χωρίς καθόλου επίπλωση, έτσι που φαινόταν σαν να στεκόταν ο Άλβιν στο κέντρο μιας σφαίρας. Αόρατες διαχωριστικές γραμμές χώριζαν τους τοίχους από το πάτωμα ή το ταβάνι. Δεν υπήρχε τίποτα που να σταματούσε το μάτι, ο χώρος που περιέβαλλε τον Άλβιν θα ήταν δέκα μίλια πλατύς, όσο που μπορούσε να φτάσει η αίσθηση της όρασης. Ήταν δύσκολο ν’ αντισταθείς στον πειρασμό να περπατήσεις μ’ απλωμένα τα χέρια, για ν’ ανακαλύψεις τα φυσικά όρια του αλλόκοτου αυτού μέρους.

Ωστόσο τέτοια δωμάτια είχαν γίνει «το σπίτι» για τους περισσότερους ανθρώπους στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Ο Άλβιν έπρεπε μόνο να κάνει την κατάλληλη σκέψη, και οι τοίχοι θα μεταβάλλονταν σε παράθυρα, ανοιχτά σ’ οποιαδήποτε περιοχή της πόλης ήθελε. Μια άλλη ευχή, και συσκευές που δεν είχε δει ποτέ του θα γέμιζαν το δωμάτιο, υλοποιώντας τη σκέψη του, με κάθε είδους επίπλωση που χρειαζόταν. Αν αυτά αποτελούσαν «την πραγματικότητα» ή όχι, ήταν ένα πρόβλημα που λίγους είχε απασχολήσει εδώ και ένα δισεκατομμύριο χρόνια. Βέβαια, δεν ήταν λιγότερο πραγματικά από την απατηλή, συμπαγή ύλη και, όταν δεν θα χρειάζονταν πια, θα γύριζαν στο φανταστικό κόσμο των Τραπεζών Μνήμης της πόλης. Όπως καθετί άλλο στο Ντίασπαρ, ποτέ δεν πάλιωναν –και ποτέ δεν άλλαζαν μορφή, εκτός αν τα υλικά εξαφανιζόντουσαν με μια προμελετημένη ευχή. σελ. 22

[…] Έξω από τους τοίχους του Ντίασπαρ δεν υπάρχει τίποτα, εκτός από την έρημο, που γι’ αυτή μιλούν οι μύθοι μας. σελ. 25

[…] Ο πιο πολύς πληθυσμός κοιμάται στις Τράπεζες Μνήμης, περιμένοντας το σήμα που θα τον καλέσει στην κατάσταση της ύπαρξης για άλλη μια φορά. Έτσι έχουμε συνέχεια –έστω εναλλασσόμενη αθανασία και όχι στασιμότητα. σελ. 28

[…] Ο τοίχος τρεμούλιασε ανοίγοντας σ’ ένα μέρος του προς τα έξω, καθώς εκείνος βάδιζε στο διάδρομο, και τα διαλυμένα κομμάτια εμπόδιζαν το διάβα το, σαν να φυσούσε ένας ελαφρύς άνεμος στο πρόσωπό του. […] Το δωμάτιό του ήταν σχεδόν στο κεντρικό επίπεδο της πόλης και μία μικρή δίοδος τον έφερε έξω σε μια ελικοειδή κατηφοριά, που τον οδήγησε κάτω στο δρόμο. Αγνόησε το κινούμενο οδόστρωμα κι έπιασε το στενό πεζοδρόμιο. σελ. 30

[…] Οι καλλιτέχνες της πόλης συνήθιζαν –και καθένας στο Ντίασπαρ ήταν καλλιτέχνης κάποια εποχή- να εκθέτουν πρόσφατες εργασίες τους σ’ όλο το μάκρος της πλευράς των κινούμενων δρόμων, έτσι που οι περαστικοί θα μπορούσαν να θαυμάσουν τα έργα τους. σελ. 31

[…] Όλοι οι δρόμοι, κινούμενοι και ακίνητοι, τελείωναν όταν έφταναν στο πάρκο που ήταν η πράσινη καρδιά της πόλης. Εδώ, σε μια κυκλική έκταση με διάμετρο τρία μίλια υπήρχε η ανάμνηση του τι ήταν Γη πριν από την εποχή που η έρημος κατάπιε τα πάντα εκτός από το Ντίασπαρ.

Στην αρχή υπήρχε μια πλατιά ζώνη πρασινάδας, έπειτα χαμηλά δέντρα που όλο και πύκνωναν όπως έμπαινες στη σκιά τους. Τότε το έδαφος κατηφόριζε απαλά, έτσι που, όταν έβγαινες από το πυκνό δάσος, όλη η θέα της πόλης είχε χαθεί, κρυμμένη από το παραπέτασμα των δέντρων.

Το πλατύ ρεύμα που απλωνόταν μπροστά στον Άλβιν ονομαζόταν απλώς το Ποτάμι. Δεν είχε και δεν χρειαζόταν άλλο όνομα. Κατά διαστήματα περνούσε στενές γέφυρες και κυλούσε γύρω από το πάρκο σ’ έναν πλήρη κλειστό κύκλο που τον διέκοπταν τυχαίοι ορμίσκοι. σελ. 32

[…] Σε λίγο το έδαφος άρχισε πάλι ν’ ανηφορίζει ο Άλβιν πλησίαζε το μικρό λόφο που υψωνόταν ακριβώς στη μέση του πάρκου και φυσικά και της πόλης. […] Υπήρχαν μερικές αρχιτεκτονικές μορφές που δεν άλλαζαν ποτέ, γιατί είχαν φτάσει στην τελειότητα. Το Μνημείο του Γιάρλαν Ζέυ ίσως ήταν σχεδιασμένο από τους αρχιτέκτονες ναών των πρώτων πολιτισμών που γνώρισε ο άνθρωπος, παρόλο που δεν θα είχαν τη δυνατότητα να φανταστούν από τι υλικό είχε γίνει. Η οροφή ήταν ανοιχτή προς τον ουρανό και η απλή αίθουσα είχε στρωθεί με μεγάλες πλάκες που μόνο στην πρώτη ματιά έμοιαζαν με φυσική πέτρα. Για χιλιάδες χρονικές περιόδους τα πόδια των ανθρώπων είχαν πατήσει επανειλημμένα αυτό το πάτωμα και δεν άφησαν το παραμικρό ίχνος στην ακατανόητη, σκληρή ύλη του. […] Από αυτή την πλεονεκτική θέση ο Άλβιν μπορούσε να δει καθαρά μπροστά του το πάρκο, πιο πάνω το παραπέτασμα των δέντρων και πέρα η πόλη. Τα κοντινότερα κτίρια απείχαν σχεδόν δυο μίλια και σχημάτιζαν μια χαμηλή ζώνη που κύκλωνε ολόγυρα το πάρκο. Μακρύτερα σε αλλεπάλληλες σειρές που όλο και ψήλωναν, ήταν οι πύργοι και οι ταράτσες που αποτελούσαν τον κύριο όγκο της πόλης. Απλώνονταν για πολλά μίλια, σκαρφαλώνοντας αργά προς τον ουρανό, ενώ γίνονταν περισσότερο πολύπλοκα και σαν μνημεία επιβλητικά. Το Ντίασπαρ είχε σχεδιασθεί σαν κάτι το ζωντανό ήταν μια μοναδικά ισχυρή μηχανή. Ωστόσο, παρόλο που η εξωτερική του εμφάνιση ήταν σχεδόν καταθλιπτική εξαιτίας της πολυπλοκότητας του, δημιουργούσε καθαρά την αίσθηση με τα κρυμμένα θαύματα της τεχνολογίας της ότι, χωρίς αυτά, όλα τα τεράστια κτίρια θα ήταν τάφοι χωρίς ζωή.

Ο Άλβιν παρατήρησε γύρω τα σύνορα του κόσμου του. Δέκα είκοσι μίλια μακριά, οι λεπτομέρειες τους, χαμένες στην απόσταση, αποτελούσαν τις τελευταίες επάλξεις της πόλης που πάνω τους φαινόταν να ξεκουράζεται η στέγη του ουρανού. Πιο πέρα δεν υπήρχε τίποτα, ολότελα τίποτα εκτός από ένα οδυνηρό κενό της ερήμου όπου ο άνθρωπος γρήγορα τρελαίνεται. σελ. 37

[…] Ξάπλωνε για ώρες στα άυλα χέρια ενός πεδίου αντιβαρύτητας, ενώ η συσκευή υπνώσεως άνοιγε το μυαλό του στο παρελθόν. Όταν η εγγραφή τελείωνε, η μηχανή θα διαλυόταν και θα εξαφανιζόταν –αλλά ο Άλβιν έμενε ακόμα ξαπλωμένος κοιτάζοντας την ανυπαρξία, προτού γυρίσει πίσω μέσα από τους αιώνες, για να συναντήσει πάλι την πραγματικότητα. σελ. 41

[…] Δεν του έκανε ερωτήσεις –πράγμα ασυνήθιστο-, καθώς το ταχύτατο οδόστρωμα τους μετέφερε έξω από το πολυσύχναστο κέντρο της πόλης. Μαζί είχαν βρεί το δρόμο τους στο κεντρικό υψηλής ταχύτητας τμήμα,[…]. Ένας μηχανικός του αρχαίου κόσμου θα τρελαινόταν σιγά σιγά προσπαθώντας να καταλάβει πως μια συμπαγής προφανώς λεωφόρος θα μπορούσε να είναι ακίνητη στα άκρα της, ενώ στο κέντρο της να κινείται με σταθερά αυξανόμενη ταχύτητα. Αλλά για τον Άλβιν και την Αλύστρα φαινόταν τελείως φυσικό ότι υπήρχαν τύποι ύλης που είχαν τις ιδιότητες του συμπαγούς στη μια κατεύθυνση και του ρευστού στην άλλη.

Γύρω τους τα κτίρια υψώνονταν όλο και ψηλότερα σαν να έπαιρνε δύναμη η πόλη απ’ τις επάλξεις της ενάντια στον εξωτερικό κόσμο. σελ.43

[…] όταν έφτασαν κοντά σε μια ήσυχη στάση αντίκρυ σε μια μεγάλη πλατφόρμα από γυαλιστερό χρωματιστό μάρμαρο. Πάτησαν μια στερεή περιστρεφόμενη ύλη, όπου ο κινούμενος δρόμος γύριζε πίσω στην αρχή του, και βρέθηκαν απέναντι σε έναν τοίχο διάτρητο από λαμπρά φωτισμένα τούνελ. Χωρίς να διστάσει ο Άλβιν διάλεξε ένα και προχώρησε μέσα με την Αλύστρα πίσω του. Το περισταλτικό πεδίο τους έπιασε αμέσως και τους προώθησε μπροστά, καθώς έγερναν πίσω πολύ απαλά, παρατηρώντας τριγύρω τους.

Φαινόταν απίθανο ότι βρισκόντουσαν σ’ ένα τούνελ αρκετά κάτω από την γη. Η τεχνική που είχε χρησιμοποιηθεί για τα σχέδια όλου του Ντίασπαρ, εδώ είχε σχεδόν εξαντληθεί για να δώσει γύρω τους ένα στερέωμα που έμοιαζε ανοιχτό στους ανέμους του ουρανού. Ολόγυρα ήσαν οι σπείρες της πόλης που γυάλιζαν στο φώς του ήλιου. Δεν ήταν η πόλη που ήξερε ο Άλβιν αλλά το Ντίασπαρ μιας πολύ παλαιότερης εποχής. Μολονότι τα περισσότερα από τα μεγάλα κτίρια ήταν γνώριμα, υπήρχαν λεπτές διαφορές που μεγάλωναν το ενδιαφέρον του σκηνικού. Ο Άλβιν θα’ θελε να αργοπορήσει, αλλά δεν είχε βρει ποτέ τον τρόπο να επιβραδύνει την πορεία του μέσα στο τούνελ.

Πάρα πολύ σύντομα σταμάτησαν απαλά κάτω σ’ έναν φαρδύ ελλειψοειδή θάλαμο, τριγυρισμένο από παντού παράθυρα. Μες απ’ αυτά μπορούσες να δεις τις βασανιστικές λάμψεις κήπων που τους έφλεγαν λαμπερά λουλούδια. Υπήρχαν ακόμα κήποι στο Ντίασπαρ, αλλά είχαν μείνει μόνο στο πνεύμα του καλλιτέχνη που τους είχε φανταστεί. Βέβαια, λουλούδια σαν κι αυτά ήταν ανύπαρκτα σήμερα στον κόσμο. σελ. 45

[…] Υπήρχαν εκατοντάδες τέτοιοι χώροι σε μισοέρημα κτίρια γύρω στην περιφέρεια του Ντίασπαρ, με τέλεια τάξη διατηρημένοι από κρυφές δυνάμεις που τους προφύλασσαν. σελ. 46

[…] Έξω απ’ την πόλη και μέρα και νύχτα, αλλά μέσα σ’ αυτή βασίλευε μόνο αιώνια μέρα. Καθώς ο ήλιος έδυε στον ουρανό, το Ντίασπαρ γέμιζε φως και κανείς δεν μπορούσε να διακρίνει πότε χανόταν ο φυσικός φωτισμός. […] οι άνθρωποι είχαν αποβάλει την ανάγκη του ύπνου. σελ. 54

[…] Οι τοίχοι της εκαλύπτοντο μ’ ένα μικροσκοπικά λεπτό σχέδιο άσπρων και μαύρων τετραγώνων∙ ήταν τελείως ακανόνιστο κι όταν το διέτρεξε γοργά με τα μάτια του, είχε την εντύπωση ότι εκινείτο ταχύτατα, μολονότι δεν άλλαζε. […] Εκείνες οι Τράπεζες είναι γύρω μας με τις αμέτρητες πηγές πληροφοριών καθορίζοντας ακριβώς την πόλη όπως είναι σήμερα. Κάθε άτομο του Ντίασπαρ είναι κατά κάποιο τρόπο κλειδωμένο από δυνάμεις ξεχασμένες, σε τύπους θαμμένους σ’ αυτούς τους τοίχους». σελ. 86

[…] «Αυτό δεν είναι μοντέλο, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Είναι απλώς η προβαλλόμενη εικόνα του σχεδίου που κρατούν οι Τράπεζες Μνήμης και συνεπώς απόλυτα όμοιο με την πόλη. Αυτές εδώ οι συσκευές μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να μεγεθύνει όποιο τμήμα θέλει, για να το δει στη φυσικη του διάσταση ή σε μεγαλύτερη. σελ. 87

[…] Συνεννοήθηκαν να συναντηθούν σε μια μικρή κυκλική αυλή όχι μακριά από την Αίθουσα του Συμβουλίου. Υπήρχαν πολλά τέτοια απόμονωμένα σημεία στην πόλη, ίσως μόνο λίγα μέτρα από κάποιο πολυσύχναστο δρόμο, όμως τελείως αποκομμένα απ’ αυτόν. Συνήθως μπορούσαν να πάνε μόνο πεζή και μετά από ένα κυκλικό περίπατο μερικές φορές, πράγματι, ήσαν στο κέντρο έξυπνα ενοποιημένων λαβυρίνθων που μεγάλωναν την απομόνωσή τους. […] Η αυλή είχε λιγότερο από πενήντα μέτρα διάμετρο και στην πραγματικότητα βρισκόταν βαθιά στο εσωτερικό κάποιου μεγάλου κτιρίου. Ωστόσο φαινόταν να μην έχει καθορισμένα φυσικά όρια, περιτρυγιρισμένη από ένα μισοδιάφανο πρασινογαλάζιο υλικό που έλαμπε μ’ ένα αδύνατο φως. Όμως, αν και δεν υπήρχαν ορατά όρια, η αυλή είχε έτσι σχεδιαστεί που δεν υπήρχε κίνδυνος να νιώσει κανείς χαμένος στο άπειρο. Χαμηλοί τοίχοι, όχι πιο πάνω από τη μέση, και σπασμένοι κατά διαστήματα, ώστε να μπορεί να περάσει κάποιος ανάμεσά τους, έδιναν την εντύπωση ασφάλειας και απομόνωσης. σελ. 99

[…] Ο δρόμος για την επιφάνεια περνούσε μέσα από ένα χαμηλό, πλατύ τουνελ στη μια πλευρά τηε υπόγειας αίθουσας –κι ανηφορίζοντας κατέληγε σε μια σειρά σκαλοπάτια. Κάτι τέτοιο ήταν εξαιρετικά σπάνιο στο Ντίασπαρ, οι αρχιτέκτονες της πόλης είχαν χτίσει κατηφορικούς ή επικλινείς διαδρόμους, όταν υπήρχε ανάγκη αλλαγής επιπέδου. Αυτό επιζούσε από τις μέρες που τα περισσότερα ρομπότ κινόντουσαν πάνω σε ρόδες και οι σκάλες ήταν έτσι ένα αδιαπέραστο εμπόδιο. σελ. 126

[…] με ένα μικρό όχημα που ο Χίλβαρ ονόμασε αυτοκίνητο εδάφους και το οποίο προφανώς δούλευε με το ίδιο σύστημα όπως η μηχανή που μετέφερε τον Άλβιν από το Ντίασπαρ. Στεκόταν στον αέρα λίγες ίντσες πάνω από την χλόη και μολονότι δεν υπήρχε κανένα ίχνος γραμμής, ο Χίλβαρ του είπε ότι τα αυτοκίνητα κινιόντουσαν σε προκαθορισμένους δρόμους. Όλα τα κεντρικά σημεία ενώνονταν με αυτόν τον τρόπο, αλλά, σ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο Λυς, ο Άλβιν δεν είχε δει να χρησιμοποιούν κανένα αυτοκίνητο εδάφους. σελ. 153

[…] Η μαύρη λίμνη είχε καταπιεί το φρούριο. Εκεί κάτω βρίσκονταν τα ερείπια μεγαλόπρεπων κάποτε κτιρίων, καταστραμμένων από το χρόνο. Αλλά δεν είχαν βυθιστεί όλα, γιατί στην άκρη του κρατήρα ο Άλβιν παρατήρησε τώρα σωρούς από ανάκατες πέτρες και μεγάλους όγκους που κάποτε θ’ αποτελούσαν μέρος από συμπαγή τείχη. Τα νερά αναπηδούσαν γύρω τους, αλλά δεν είχαν ακόμα ανυψωθεί αρκετά για να ολοκληρώσουν τη νίκη τους. σελ. 177

[…] Στο κέντρο του ανοίγματος βρισκόταν ένα μεταλλικό τρίποδο, σταθερά στερεωμένο στο έδαφος, και υποβάσταζε έναν κυκλικό δακτύλιο που είχε τέτοια κλίση προς τον άξονα του, σαν να σημάδευε ένα σημείο στον ουρανό. Με την πρώτη ματιά, ο δακτύλιος φαινόταν αδειανός ∙ μετά, καθώς ο Άλβιν κοίταξε πιο προσεκτικά, είδε ότι ήταν γεμάτος από άχνη ομίχλη που ενοχλούσε τα μάτια, ενεδρεύοντας στην άκρη του ορατού φάσματος. σελ. 181

[…] Ο διάδρομος, απ’ όπου είχαν έρθει, τελείωνε ψηλά στον τοίχο της αίθουσας –αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη θολωτή αίθουσα που χτίστηκε ποτέ από τον άνθρωπο- και από κάθε πλευρά επιμήκη κεκλιμένα επίπεδα έφταναν ως το πάτωμα. Εκατοντάδες μεγάλες λευκές κατασκευές κάλυπταν όλη την έξοχα φωτισμένη έκταση∙ σελ. 231

[…] Αυτά τα κτίρια φαινόταν πως είχαν κατοικηθεί απλώς, και οι υπάρξεις που είχαν ζήσει σ’ αυτά ήσαν περίπου ανθρώπινες όσο αφορά τις σωματικές τους διαστάσεις. Θα μπορούσαν να ήσαν άνθρωποι∙ ήταν αλήθεια ότι υπήρχε ένας εκπληκτικός αριθμός δωματίων και κλειστών χώρων, όπου μπορούσαν να μπουν μόνο ιπτάμενα πλάσματα, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι αυτοί που έχτισαν την πόλη είχα φτερά. Θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις ατομικές συσκευές της αντιβαρύτητας, που κάποτε ήσαν σε κοινή χρήση, αλλά που τώρα δεν υπήρχε ίχνος στο Ντίασπαρ. σελ. 291

[…] Δεν υπήρχαν καθόλου ίχνη από πάρκα ή ανοιχτούς χώρους, όπου μπορούσε να υπάρχει βλάστηση. σελ. 292

Άρθουρ Κλάρκ, ο προφήτης της διαστημικής εποχής

[ Νίκος Πράντζος / Κόσμος / 30.10.19 ]

Στις 19 Μαρτίου 2008, σε ηλικία 90 ετών, πέθανε στο Κολόμπο, πρωτεύουσα της Σρι-Λάνκα (Κεϋλάνη) ο Άρθουρ Κλάρκ, ένας από τους πιο γνωστούς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας στον κόσμο. Στη διάρκεια της εξαιρετικά μακρόχρονης καριέρας του συνέβαλε όσο λίγοι στον προβληματισμό πάνω στη σημασία της διαστημικής τεχνολογίας για τον πολιτισμό μας και γενικότερα πάνω στη θέση του ανθρώπου μέσα στο Σύμπαν.

Ο Άρθουρ Τσαρλς Κλαρκ γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1917 στην παραλιακή πόλη του

Μάινχεντ, στο Σομερσετ της Αγγλίας. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, και άρχισε να ασχολείται συστηματικά με τη μεγάλη του αγάπη, το διάστημα. Έγινε μέλος της Βρετανικής Διαπλανητικής Εταιρείας και άρχισε να γράφει διηγήματα επιστημονικής φαντασίας. Η καριέρα του διακόπηκε προσωρινά από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, στη διάρκεια του οποίου υπηρέτησε στη Βρετανική Αεροπορία ως αξιωματικός, χειριστής ενός από τα πρώτα συστήματα ραντάρ. Η εμπειρία από τη θητεία του αυτή αποδείχτηκε ιδιαίτερα χρήσιμη στη συνέχεια.

Το 1945, σε ηλικία 28 μόλις ετών, ο Κλαρκ δημοσίευσε στο περιοδικό «Ασύρματος Κόσμος» ένα προφητικό άρθρο, στο οποίο εξηγούσε τα χρησιμότητα της γεωσύγχρονης τροχιάς για τις τηλεπικοινωνίες μέσω δορυφόρων. Η γεωσύγχρονη τροχιά βρίσκεται σε απόσταση 36 000 χλμ., απόσταση στην οποία η βαρύτητα της Γης αναγκάζει ένα αντικείμενο να περιστρέφεται γύρω από τον πλανήτη μας σε 24 ώρες (ενώ αν βρίσκεται σε απόσταση 400 χλμ., όπως ο Διαστημικός Σταθμός, περιστρέφεται σε 100 μόλις λεπτά). Αν η τροχιά βρίσκεται πάνω από τον ισημερινό, το αντικείμενο αυτό βρίσκεται συνεχώς πάνω από το ίδιο σημείο της Γης. Μπορεί συνεπώς να έχει μόνιμη ραδιοεπαφή με το έδαφος, παίρνοντας σήματα από κάποιο πομπό και στέλνοντας τα σε δέκτες που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακρύτερα. Ο Κλαρκ συνειδητοποίησε τη σημασία των δορυφόρων για τις τηλεπικοινωνίες δώδεκα χρόνια πριν από την εκτόξευση του Σπούτνικ από τους Σοβιετικούς, ενώ το 1954 επισήμανε στον επικεφαλής της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ το ρόλο που θα μπορούσαν να παίξουν οι δορυφόροι στην πρόγνωση του καιρού. Σε αναγνώριση της συμβολής του στην ειρηνική χρησιμοποίηση του διαστήματος, η Διεθνής Αστρονομική Ένωση έδωσε το όνομα «Τροχιά Κλαρκ» στη γεωσύγχρονη τροχιά πάνω από τον ισημερινό.

Ο Κλαρκ έγραψε επιστημονική φαντασία (ΕΦ) για περισσότερα από εξήντα περίπου χρόνια και τα ογδόντα βιβλία του μεταφράστηκαν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και κυκλοφόρησαν σε περισσότερα από 150 εκατομμύρια αντίτυπα. Θυμάμαι ακόμη την εποχή που τα βιβλία του Κλαρκ έπιαναν ένα μεγάλο μέρος στις προθήκες και τα ράφια των βιβλιοπωλείων στην Ελλάδα, όπου κυκλοφορούσαν κυρίως από τις εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, και στο εξωτερικό. Το έργο του κατατάσσεται ξεκάθαρα στο χώρο της αποκαλούμενης «σκληρής» ή «ψυχρής» ΕΦ, όπου η επιστήμη και η τεχνολογία παίζουν σημαντικό ρόλο στην διήγηση και χρησιμοποιούνται με όσο γίνεται πιο σωστό τρόπο (δεν υπάρχουν, για παράδειγμα, διαστρικά ταξίδια που να παραβιάζουν το όριο της ταχύτητας του φωτός, αντίθετα με ότι γίνεται π.χ. στον πασίγνωστο «Πόλεμο των άστρων» του Τζωρτζ Λούκας).

Το έργο του Κλαρκ, που η αρχή του συμπίπτει με τη αποκαλούμενη «χρυσή εποχή» της ΕΦ (δεκαετίες 1950 και 1960), χαρακτηρίζεται από την πίστη του στο ότι το μέλλον του ανθρώπινου είδους βρίσκεται στο διάστημα, καθώς και στην ύπαρξη εξωγήινων πολιτισμών πολύ πιο εξελιγμένων από τον δικό μας. Οι περιγραφές της συνάντησης του γήινου με τον εξωγήινο πολιτισμό, όπως και οι συνέπειες της συνάντησης αυτής για την ανθρωπότητα, αποτελούν τον βασικό άξονα των έργων του. Στο «Συνάντηση με το Ράμα» οι γήινοι αστροναύτες περιπλανιούνται στο αχανές διαστημόπλοιο που εισβάλλει στο ηλιακό μας σύστημα χωρίς να συναντήσουν ίχνος εξωγήινου, και το διαστημόπλοιο τελικά φεύγει χωρίς να αφήσει καμιά απάντηση στα ερωτήματα που έφερε ο απροσδόκητος ερχομός του. Στο «Τέλος της παιδικής ηλικίας» (που έχει κυκλοφορήσει και με τον τίτλο «οι Επικυρίαρχοι») οι εκπρόσωποι μιας εξωγήινης φυλής έρχονται από το διάστημα και θέτουν υπό την κηδεμονία τους την ανθρωπότητα, σταματώντας τους πολέμους και τις ταραχές στη Γη. Σκοπός της κηδεμονίας αυτής, όπως φαίνεται προς το τέλος του βιβλίου, είναι η προετοιμασία ενός τμήματος της ανθρωπότητας για την ανέλιξη σε ένα υψηλότερο επίπεδο ανάπτυξης, που θα επιτρέψει την ένωσή της με τον μεγάλο διαγαλαξιακό πολιτισμό.

Το 1964 ο διάσημος ήδη σκηνοθέτης Στάνλεϋ Κιούμπρικ ζήτησε από τον Κλαρκ να τον βοηθήσει να φτιάξουν το «καλύτερο φιλμ ΕΦ όλων των εποχών». Ο Κλαρκ χρησιμοποίησε υλικό από δυο προηγούμενες νουβέλες του και δούλεψε σκληρά για τρία χρόνια πάνω στο σενάριο του έργου, στο οποίο ωστόσο ο Κιούμπρικ είχε τον τελικό λόγο. Με τίτλο «2001, η Οδύσσεια του διαστήματος» το φιλμ πρωτοπαίχτηκε την άνοιξη του 1968, ενώ το βιβλίο κυκλοφόρησε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς με μοναδικό συγγραφέα τον Κλαρκ (αφού ο Κιούμπρικ δε θέλησε να το υπογράψει). Σύμφωνα με το σενάριο, η επέμβαση ενός εξωγήινου πολιτισμού χάρισε την ευφυΐα στους μακρινούς μας προγόνους, πριν μερικά εκατομμύρια χρόνια στην αφρικανική σαβάνα. Στην αυγή του 21ου αιώνα η ανθρωπότητα ανακαλύπτει τα ίχνη αυτού του πολιτισμού στην αθέατη πλευρά της Σελήνης και στέλνει μια αποστολή στο διάστημα σε αναζήτησή τους. Ο κεντρικός πρωταγωνιστής της ταινίας δεν είναι άνθρωπος, αλλά ο υπερ-υπολογιστής του διαστημόπλοιου, ο περίφημος ΧΑΛ, που για κάποιο ανεξήγητο λόγο απορυθμίζεται και σκοτώνει τους αστροναύτες της αποστολής. Ο μοναδικός επιζών αστροναύτης έρχεται τελικά σε επαφή με τους εξωγήινους με έναν τρόπο εντελώς ακατανόητο στο φιλμ και κάπως περισσότερο κατανοητό στο βιβλίο.

Το «2001» εκπλήρωσε τη φιλοδοξία του Κιούμπρικ και παραμένει, σαράντα χρόνια μετά, το καλύτερο φιλμ ΕΦ όλων των εποχών. Αν και περιέχει 40 μόλις λεπτά διαλόγων σε συνολική διάρκεια 140 λεπτών, είναι η ταινία για την οποία έχουν γραφτεί τα περισσότερα σχόλια στην ιστορία του κινηματογράφου. Η επιστημονική ακρίβεια των εκπληκτικής αισθητικής σκηνών της παραμένει αξεπέραστη και τονίστηκε ακόμη περισσότερο από τις κατοπινές αποστολές των αμερικανών αστροναυτών στη Σελήνη. Ένας από τους αστροναύτες του «Απόλλων 8», που για πρώτη φορά αντίκρισαν την αθέατη πλευρά της Σελήνης το Δεκέμβριο του 1968, ομολόγησε αργότερα πως το πλήρωμα του διαστημόπλοιου μπήκε στον πειρασμό να στείλει μήνυμα στον έλεγχο πτήσης στο Χιούστον ότι έβλεπαν τα ίχνη των εξωγήινων του «2001».

Εκτός από κορυφαίος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, ο Κλαρκ ήταν ταυτόχρονα και ένας απαράμιλλος εκλαϊκευτής της επιστήμης. Και στον τομέα αυτό ο μεγάλος του ανταγωνιστής ήταν ο αμερικανός, ρωσικής καταγωγής, Ισαάκ Ασίμωφ. To μεταξύ τους «σύμφωνο Κλαρκ – Ασίμωφ» είναι αποκαλυπτικό, παρά το εμφανές χιούμορ του, της εγωπάθειας και των δύο: αναγνωρίζει την ιδιότητα του καλύτερου συγγραφέα ΕΦ του κόσμου στον ένα από τους δύο και αυτή του καλύτερου εκλαϊκευτή στον άλλο (χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζει ποιος ήταν τι…) Ανάμεσα στα εκλαϊκευτικά βιβλία του Κλαρκ, το «Προφίλ του Μέλλοντος», που γράφτηκε το 1962 και κυκλοφόρησε πολύ αργότερα στα ελληνικά με τον άκομψο τίτλο «Σήμερα, αύριο, και…», παρουσιάζει τους περίφημους «τρεις νόμους του Κλαρκ» :

Αν ένας φτασμένος επιστήμονας προβλέπει πως κάτι είναι δυνατό να γίνει, η πρόβλεψή του είναι πιθανότατα σωστή. Αν όμως προβλέπει πως είναι αδύνατο, είναι πιθανότατα λάθος.

Ο μόνος τρόπος για να εξερευνήσουμε τα όρια του δυνατού είναι να περιπλανηθούμε λίγο πιο πέρα, στην περιοχή του αδύνατου.

Οποιαδήποτε αρκετά αναπτυγμένη τεχνολογία μοιάζει, στα μάτια λιγότερο αναπτυγμένων πολιτισμών, με μαγεία.

Από το 1956 ο Κλαρκ εγκαταστάθηκε και έζησε μόνιμα στη Σρι-Λάνκα, γοητευμένος από τη μαγεία των βυθών του νησιού. Τις εμπειρίες του από τις καταδύσεις του στην Κεϋλάνη και στο Μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα της Αυστραλίας κατέγραψε με γλαφυρότατο τρόπο στα λίγα μη διαστημικού περιεχομένου διηγήματά του στη δεκαετία του 1950. Υπήρξε ο πρώτος ξένος που απέκτησε την υπηκοότητα της Σρι-Λάνκα (κρατώντας παράλληλα και τη βρετανική), και ίδρυσε με δικά του έξοδα στο Κολόμπο το Διεθνές Διαστημικό Πανεπιστήμιο το 1979. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε και ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματά του, το «Πηγές του Παράδεισου», η υπόθεση του οποίου εκτυλίσσεται στην Κεϋλάνη και έχει θέμα της το «διαστημικό ασανσέρ». Πρόκειται για την ιδέα που είχε διατυπώσει ένας σοβιετικός μηχανικός είκοσι χρόνια νωρίτερα και αφορά ένα καλώδιο μήκους 36000 χιλιομέτρων που θα συνδέει ένα σημείο του ισημερινού με ένα γεωσύγχρονο δορυφόρο. Θάλαμοι κινούμενοι με ηλιακή ενέργεια θα ανεβοκατέβαιναν κατά μήκος του καλωδίου με υπερηχητική ταχύτητα μεταφέροντας ανθρώπους και υλικά στο διάστημα μέσα σε μισή μέρα, με πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια και μικρότερο κόστος από ότι το διαστημικό λεωφορείο η οι συμβατικοί πύραυλοι. Πρόκειται για μια από τις πιο πρωτοποριακές και φιλόδοξες προτάσεις που έγιναν ποτέ για την πρόσβαση του ανθρώπου στο κοντινό διάστημα, αν και τα ανθεκτικά και πανάλαφρα υλικά που χρειάζονται για την κατασκευή ενός τέτοιου καλωδίου δεν υπάρχουν προς το παρόν.

Ο Κλαρκ υπήρξε ένας από τους κύριους σχολιαστές των αμερικανικών αποστολών στη Σελήνη, μαζί με τον Γουώλτερ Κρονκάϊτ, τον διάσημο ανταποκριτή του πολέμου στο Βιετνάμ, και ήταν εξαιρετικά δημοφιλής ανάμεσα στους αμερικανούς αστροναύτες. Σε αναγνώριση της συμβολής του στην τόνωση του ενδιαφέροντος του κοινού για την εξερεύνηση του διαστήματος, η ΝΑΣΑ έδωσε το όνομα του διαστημόπλοιου του «2001» Ντισκάβερυ (Ανακάλυψη) σε ένα από τα έξη διαστημικά λεωφορεία της. Εξαιτίας της βαρύνουσας γνώμης του σε διαστημικά θέματα, κλήθηκε να καταθέσει στην Επιτροπή Άμυνας του αμερικανικού κογκρέσου για το σχέδιο του Πολέμου των άστρων, που η κυβέρνηση Ρήγκαν προωθούσε στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ο Κλαρκ εξέφρασε την κατηγορηματική του αντίθεση στο παράλογο αυτό σχέδιο, κάτι που τον οδήγησε σε έντονη ρήξη με τον επίσης διάσημο (αν και πολύ μικρότερης εμβέλειας) αμερικανό συγγραφέα ΕΦ Ρόμπερτ Χενλάϊν. Ο οπαδός του Ψυχρού πολέμου Χενλάϊν, το χαρακτηριστικό έργο του οποίου Starship Troopers μεταφέρθηκε αργότερα στη μεγάλη οθόνη από τον Πωλ Βερχόφεν, καταλόγισε στον Κλαρκ ότι, σαν Βρετανός, δεν είχε καμιά δουλειά να ανακατεύεται σε υποθέσεις που αφορούσαν την άμυνα των ΗΠΑ.

Η συμβολή του Κλαρκ στην ειρηνική χρησιμοποίηση του διαστήματος αναγνωρίστηκε από τη διεθνή κοινότητα με την επιλογή του στη λίστα των υποψηφίων για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 1994 (χρονιά που το πήραν οι Αραφάτ, Πέρεζ και Ράμπιν για τη συμβολή τους στην ειρήνη στη Μέση Ανατολή). Το 1998 του απονεμήθηκε ο τίτλος του «Σερ» από τη βασίλισσα Ελισάβετ, σε αναγνώριση της προσφοράς του στη βρετανική λογοτεχνία. Η επίσημη απονομή του τίτλου έγινε ωστόσο το 2000 με τη ευκαιρία μιας επίσκεψης του πρίγκιπα Καρόλου στη Σρι-Λάνκα, μια που ο Κλαρκ είχε καθηλωθεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε αναπηρική πολυθρόνα και δεν μπορούσε να ταξιδεύσει.

Θα κλείσω αυτό το σύντομο σημείωμα για τη ζωή και το έργο του Κλαρκ με μερικές προσωπικές αναμνήσεις. Θυμάμαι καλά την φοβερή εντύπωση που μου είχε κάνει το φιλμ «2001» όταν το πρωτοείδα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στον κινηματογράφο «Αχίλλειο» της πόλης μας (του Βόλου), εντύπωση που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κατοπινή μου ενασχόληση με το διάστημα και την αστρονομία. Από τότε το ξαναείδα, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση, πάνω από τριάντα φορές, με τη ίδια πάντα ευχαρίστηση. Πολύ αργότερα διάβασα ότι ο σταρ των Μπητλς Τζών Λένον είχε δηλώσει πως το έβλεπε κάθε εβδομάδα (ίσως για τον ίδιο λόγο που είχε γίνει δημοφιλές την περίοδο εκείνη ανάμεσα στους χρήστες παραισθησιογόνων ουσιών στις ΗΠΑ: τη δωδεκάλεπτη «ψυχεδελική» σκηνή του ταξιδιού του τελευταίου επιζώντος αστροναύτη στον πλανήτη των εξωγήινων, που τη θεωρούσαν καλύτερη και από ένα «ταξίδι» με LSD…).

Το 2000 έστειλα στη διεύθυνση του Κλαρκ στο Κολόμπο του Σρι-Λάνκα την αγγλική έκδοση του βιβλίου μου «Η περιπέτεια του μέλλοντος», χωρίς πολλές ελπίδες για απάντηση. Προς μεγάλη μου έκπληξη, η απάντηση έφτασε πέντε μόλις μέρες μετά, προφανώς, με τον «διπλωματικό σάκο». Εκτός από τις ευχαριστίες και τα συγχαρητήρια του Κλαρκ, περιείχε και μια λίστα με τις προγραμματισμένες δραστηριότητες του για το 2001 που με άφησε με ανοιχτό το στόμα: επρόκειτο για την επανέκδοση (με καινούρια σχόλια, προλόγους κλπ) μιας ντουζίνας μυθιστορημάτων και διηγημάτων του, εμφανίσεις σε τηλεοπτικές εκπομπές, πολυάριθμες συνεντεύξεις σε περιοδικά και εφημερίδες (μεταξύ των οποίων το «Νάσιοναλ Τζεογράφικ» και το «Πλαίυμπόϋ»), και όλα αυτά από ένα άτομο 84 χρονών καθηλωμένο σε αναπηρική καρέκλα…

Το 2001 διοργανώθηκε στη μεγάλη αίθουσα του κτιρίου της ΟΥΝΕΣΚΟ στο Παρίσι ένα διήμερο επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «2001, το μέλλον του ανθρώπου στο διάστημα» και με τη συμμετοχή διαπρεπών επιστημόνων, υπευθύνων των αμερικανικών (ΝΑΣΑ) και ευρωπαϊκών (ΕΣΑ) διαστημικών υπηρεσιών, αμερικανών αστροναυτών, ρώσων κοσμοναυτών, κλπ. Σαν μέλος της οργανωτικής επιτροπής εισηγήθηκα την διοργάνωση «τηλε-συζήτησης» μέσω δορυφόρου με τον Κλαρκ στο Κολόμπο, κάτι που τελικά έγινε (αν και εξαιτίας τεχνικών προβλημάτων είχαμε μόνο φωνή, αλλά όχι και εικόνα). Είχα έτσι τη ευκαιρία να του απευθύνω μερικές ερωτήσεις, από τις οποίες θα αναφερθώ μόνο σε μια, σχετική με το μέλλον των επανδρωμένων διαστημικών πτήσεων στους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος. Τριάντα χρόνια μετά τη επιστροφή των τελευταίων αμερικανών αστροναυτών από τη Σελήνη, υπάρχει περίπτωση να ξαναδούμε κάποτε ανθρώπους σε κάποιο άλλο ουράνιο σώμα; Και για ποιο λόγο το κοινό θα υποστήριζε μια τόσο δαπανηρή προσπάθεια; Αναγνωρίζοντας ότι το διαστημικό άλμα της δεκαετίας του 1960 δεν στηριζόταν σε κάποιο ορθολογικό σχέδιο, αλλά ήταν ξεκάθαρα απόρροια του Ψυχρού πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, ο Κλαρκ υποστήριξε στην απάντησή του ότι τέτοιο κίνητρο θα μπορούσε να αποτελέσει η ανακάλυψη ιχνών εξωγήινης ζωής (εννοείται μικροσκοπικής) στον Άρη. Ο χρόνος θα δείξει αν είχε για μια ακόμη φορά δίκιο, αν και προσωπικά είμαι απαισιόδοξος, μια που δεν πιστεύω ότι θα βρεθεί ποτέ οποιαδήποτε μορφή ζωής στον κόκκινο πλανήτη.

Καλό ταξίδι στ’ αστέρια Σερ Άρθουρ! Και ελπίζω να βρεις εκεί πάνω κόσμους ακόμη πιο μαγευτικούς από αυτούς που μας χάρισες με τα βιβλία σου…

Παρίσι, 25-3-2008

*Δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 2008 στο περιοδικό ΟΥΡΑΝΟΣ της Εταιρείας Αστρονομίας και Διαστήματος

**Ο Νίκος Πράντζος είναι αστροφυσικός, κάτοχος Doctorat d’ Etat στην πυρηνική αστροφυσική του Πανεπιστημίου Paris 7. Είναι διευθυντής έρευνας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Γαλλίας(CNRS), και στέλεχος στο Ινστιτούτο Αστροφυσικής του Παρισιού. Διδάσκει στο μεταπτυχιακό Τμήμα Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Paris 6. Για την ερευνητική του δραστηριότητα του απονεμήθηκε το βραβείο της γαλλικής Αστρονομικής Ένωσης το 1994. Έχει δημοσιεύσει τέσσερα βιβλία εκλαΐκευσης της αστρονομίας στα γαλλικά, που έχουν μεταφραστεί αγγλικά, στα κινεζικά, στα πορτογαλικά, στα τουρκικά και στα κροατικά. Η γαλλική έκδοση του βιβλίου «Η περιπέτεια του μέλλοντος» τιμήθηκε με το βραβείο «Jean Rostand» το 1999.

http://artinews.gr/

Οn l i n e (διαδικτυακά) και Δια Ζώσης Σεμινάρια Κινηματογράφου 2020 !!

Συμπληρώστε τη δήλωση ενδιαφέροντος:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: