Rosebud: η ζωή του Όρσον Γουέλς || David Thomson || Εκδόσεις Πάπυρος || Μετάφραση: Δημήτρης Νόλλας || Κριτικές Παρουσιάσεις του Βιβλίου

Στα δύο του χρόνια ήξερε να διαβάζει, στα τρία του έπαιζε πιάνο και στα έξι του σκηνοθετούσε Σαίξπηρ. Λίγα χρόνια αργότερα, θα ξεκινήσει την καριέρα του παίζοντας στο θέατρο, διασκευάζοντας Σαίξπηρ και σκηνοθετώντας πρωτοποριακές θεατρικές παραστάσεις. Θα γίνει από τους πρώτους ολοκληρωμένους κινηματογραφικούς δημιουργούς, όντας ο ίδιος σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός των ταινιών του. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία «Πολίτης Κέιν» συμπυκνώνει πρώιμα όλη την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα και αναγγέλλει τη μετέπειτα πορεία του: ιλιγγιωδώς μοντέρνα και πρωτοποριακή, η ταινία που εξακολουθεί να διδάσκεται και να αναλύεται στις σχολές κινηματογράφου γνώρισε την καταξίωση των κριτικών αλλά και την εμπορική αποτυχία.


 

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2020-2021: Δημιουργία Ταινίας Μικρού Μήκους || Πρώτο Μάθημα (Ανοιχτό-Δωρεάν για Αναποφάσιστους) Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020 στις 15.00

Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου 2020-2021 || Ανοιχτό ΔΩΡΕΑΝ Μάθημα την Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020 στις 18.30

Αυτή θα είναι, λίγο ως πολύ, η μοίρα των ταινιών του Γουέλς: ένας σύγχρονος κλασικός του κινηματογράφου, που στην εποχή του δοξάστηκε από τους κριτικούς, αγνοήθηκε από το κοινό, θαυμάστηκε αλλά και αποβλήθηκε από το κινηματογραφικό κατεστημένο. Η ζωική του δύναμη και η μοναδική του γοητεία έφερνε γύρω του ισχυρούς φίλους και μοιραίες γυναίκες. Πολλοί πιστεύουν πως υπήρξε ο σημαντικότερος και αυθεντικότερος όλων των δημιουργών του αμερικάνικου κινηματογράφου. Άλλοι μιλούν για έναν μεγαλοφυή νάρκισσο με αυτοκαταστροφικές διαθέσεις και ημιτελή έργα.

Ο συγγραφέας Ντέιβιντ Τόμσον -καθηγητής κινηματογράφου και ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους κριτικούς- μας μεταφέρει στα πλατό όπου γυρίστηκαν γνωστές ταινίες του Γουέλς («Οι υπέροχοι Άμπερσον», «Η κυρία από τη Σαγκάη», «Μάκβεθ», «Οθέλλος») και, συνομιλώντας με έναν φανταστικό εκδότη, παραθέτει λεπτομερείς πληροφορίες για τα παρασκήνια των γυρισμάτων, τη σχέση του Γουέλς με τους συνεργάτες του αλλά και τη συναρπαστική ζωή του βραβευμένου σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή.

16 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2019
Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ «ΔΙΚΗΣ»
Η βουλιμική ενέργεια του Όρσον Γουέλς

Το κείμενο που ακολουθεί είναι της Λίλυς Εξαρχοπούλου (από το site enet.gr) και έχει ως αφορμή την κυκλοφορά του βιβλίου του Ντέιβιντ Τόμσον «Rosebud: Η ζωή του Όρσον Γουέλς» (σε μετάφραση του Δημήτρη Νόλλα), εκδόσεις Πάπυρος.

Ο Ντ. Τόμσον, καθηγητής και κριτικός κινηματογράφου, ξεκινά τη βιογραφία τού Γουέλς μυθιστορηματικά: «Ηταν μόνος του τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Οκτωβρίου του 1985, που δεν θα πει έρημος». Στα δύο πρώτα μέρη, «Το παιδί από την Κενόσα 1915-39» και το «Εν λευκώ, 1939-42», επιχειρεί να συνθέσει τα διάφορα στοιχεία που θα εξηγήσουν τη μοναδική περίπτωσή του. Χρησιμοποιεί επίσης ένα ακόμη μυθοπλαστικό στοιχείο, τις υποθετικές συζητήσεις του συγγραφέα με κάποιον άλλο, που σύντομα ανακαλύπτουμε ότι θα μπορούσε να ήταν ο εκδότης του. Συχνά απευθύνεται απροκάλυπτα στον αναγνώστη, αν και η επίκλησή του θυμίζει περισσότερο έναν κομπέρ: «Κυρίες και Κύριοι, σ’ αυτό το σημείο της αφήγησής μας…», δηλαδή κάποιον σαν τον Όρσον που συνάρπαζε το κοινό με τη βαθιά φωνή και την αφηγηματική του δεινότητα.

Το λεπτομερέστερο και καλύτερο μέρος του βιβλίου αφορά το παιδί-θαύμα, νεαρό ευφυή Γουέλς, ο οποίος καλλιεργεί συστηματικά τον ίδιο του τον μύθο, τον οποίο αργότερα θα αφηγείται. Γεννημένος στην Πολιτεία του Ιλινόις το 1915, μεγαλώνει σε ένα μη συμβατικό περιβάλλον, χάνει και τους δύο γονείς του πριν από τα 16 του και η μόνη συστηματική μόρφωση που λαμβάνει είναι στην αγγλοπρεπή σχολή Τοντ. Μετά την αποφοίτηση μετέχει σε θεατρικές παραγωγές στην Ιρλανδία· επιστρέφει και, το 1935, από την κομβική συνάντηση με τον παραγωγό Χάουσμαν, θα προκύψει μια σειρά παραστάσεων. Παράλληλα αρχίζει καριέρα αφηγητή στο ραδιόφωνο και γράφει σενάρια για ραδιοφωνικές εκπομπές. Ο Χάουσμαν τον φέρνει σε επαφή με το Νίγκρο Θίατερ Πρότζεκτ του Ομοσπονδιακού θεάτρου και ανεβάζουν Σαίξπηρ «με και για μαύρους» στο Χάρλεμ· για πρώτη παράσταση επιλέγεται ο Μάκβεθ. Σε μια περίοδο έντονων φυλετικών εντάσεων η παράσταση και ο ενθουσιασμός γύρω από αυτήν αφήνουν εποχή. Επόμενος σταθμός στην καριέρα του, ένα ακόμη έργο ρεπερτορίου: ο Δόκτωρ Φάουστους του Μάρλοου, ο απόλυτος θρίαμβος της θεατρικής πλευράς (διασκευής, σκηνοθεσίας, ηθοποιίας) του Γουέλς. Όλα αυτά ο Γουέλς τα πραγματοποιεί με απίστευτη ενέργεια, ενώ ταυτόχρονα αφιερώνει πολύ χρόνο στις ραδιοφωνικές εκπομπές· χρειάζεται λίγο ύπνο, αλλά επιπλέον, συχνά, καταφεύγει σε «ουσίες κι οινοπνεύματα».

Σύντομα οι Γουέλς και Χάουσμαν δημιουργούν την ομάδα Μέρκιουρι δηλώνοντας πως: «Ενώ το κοινωνικά ασύνειδο θέατρο είναι αδιανόητο, δεν επιτρέπεται να υποκατασταθεί το θέαμα από την κοινωνική συνειδητοποίηση». Το ρεπερτόριο είναι και πάλι κλασικό και σύσσωμη η κριτική υμνεί την παράσταση του Ιουλίου Καίσαρα. Μεσολαβούν κάποιες αποτυχίες, όμως ισοφαρίζονται από τις πολύ επιτυχημένες ραδιοφωνικές εκπομπές: το Θέατρο Μέρκιουρι στον αέρα, στο CBS. Αποφασίζουν να ανεβάσουν στο ραδιόφωνο τον Πόλεμο των Κόσμων του Χ. Γκ. Γουέλς. Ύστερα από αυτή την εκπομπή δημιουργείται ο διαβόητος πανικός: η φωνή του Γουέλς ήταν τόσο πειστική που οι ακροατές πίστεψαν ότι οι Αρειανοί βρίσκονταν στο Μανχάταν. Το όλο επεισόδιο παρατίθεται από τον Τόμσον για να επισημάνει την αλαζονική στάση του Γουέλς μετά το συμβάν. Το κείμενο είναι συγκλονιστικό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την 11/9. Ενδεικτικά: «Καπνοί παντού… Μαύρος καπνός σκεπάζει την πόλη. Οι άνθρωποι στους δρόμους τώρα τον βλέπουν… Οι άνθρωποι τρέχουν να ξεφύγουν… αλλά ματαίως. Πέφτουν σαν τις μύγες». Όταν το εγχείρημα Μέρκιουρι τελειώνει, δέχεται την πρόταση ενός παραγωγού της ΡΚΟ για δύο ταινίες, στις οποίες θα ήταν σεναριογράφος, παραγωγός, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής. Ο Γουέλς επιτυγχάνει εξαιρετικούς όρους συμβολαίου, δική του διανομή και τελικό μοντάζ. Οι ταινίες αυτές έμελε να είναι τα δύο αριστουργήματά του, ο Πολίτης Κέιν και οι Υπέροχοι Άμπερσον.

Ο Πολίτης Κέιν καταλαμβάνει συνεχώς, τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’60, μία από τις πρώτες θέσεις στη λίστα με τις δέκα καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Η ταινία έπρεπε να γυριστεί ενώ ο Γουέλς έκανε ακόμη ραδιόφωνο στην ανατολική όχθη. Ετσι εμπιστεύτηκε το σενάριο στον Μάνκιεβιτς (υπό την εποπτεία και συνδρομή του Χάουσμαν) και προέκυψε ο Κέιν. Ο Τόμσον θεωρεί δεδομένο ότι πρότυπο του Κέιν δεν ήταν μόνον ο μεγιστάνας του Τύπου Χιρστ, αλλά και ο ίδιος ο Γουέλς. Όταν παρέλαβε το σενάριο, ως σκηνοθέτης τού άλλαξε κάποια στοιχεία: διέγραψε πολλές σκηνές κι ενίσχυσε τις δραματικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πράξεων. «Το μεγαλείο απασχολεί τον Κέιν, όχι με όρους πλούτου και δύναμης αλλά με τη σαιξπηρική προσέγγιση του ηρωικού μεγαλείου. Σ’ αυτό το σημείο ο Κέιν είναι ο Γουέλς». Η ταινία έχει γίνει θρύλος για πολλούς λόγους, ανάμεσά τους οι έξοχοι φωτισμοί του Τόλαντ, τα εξαιρετικά σκηνικά του Φέργκιουσον, η πρωτότυπη μουσική του Χέρμαν. Πάνω απ’ όλα ήταν μια μοναδική ταινία που δοκίμαζε, από κινηματογραφική άποψη, πάρα πολλά καινούρια πράγματα. Ο Τόμσον παρατηρεί για τον Γουέλς: «…ο δημιουργικός έλεγχος και η καινοτομία που του προκαλούσαν διέγερση». Η ταινία ωστόσο, πέρα από τους επαίνους της κριτικής, ήταν πολύ γρήγορη για το κοινό, που δυσκολευόταν να την παρακολουθήσει, και πολύ διαφορετική από τις έως τότε ταινίες. Επιπλέον κυνηγήθηκε άγρια από τον Χιρστ. Η επόμενη ταινία, Οι υπέροχοι Αμπερσον, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μπουθ Τάρκινγκτον, δεν έχει την ίδια καλή τύχη με τον Κέιν. Το στούντιο επενέβη στο μοντάζ και η ταινία κόπηκε άκομψα κατά 44′!, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί το πνεύμα του σκηνοθέτη και να αλλάξει το τέλος. Ο Γουέλς ωστόσο βρισκόταν ήδη στη Βραζιλία σχεδιάζοντας μια νέα σπονδυλωτή ταινία, το Όλα είναι αλήθεια.

Στα επόμενα δύο μέρη του βιβλίου, «Δίκαιη τιμωρία 1942-58» και «Ξαναντού 1958-85», ο Τόμσον αποκαθηλώνει τον Γουέλς με περισσό ζήλο, παρότι ομολογεί πως είναι και δικό του είδωλο. Ήδη ο Γουέλς έχει χάσει την απόλυτη ελευθερία που είχε στον Κέιν, τον έλεγχο των Άμπερσον και εγκαταλείψει στη μοίρα της την Αλήθεια. Αφόρητα κακομαθημένος και αλαζόνας, κυνηγημένος από τις αμερικανικές φορολογικές αρχές, αρχίζει και παίζει σε πολλά ανούσια έργα και διαφημίσεις. Στη συνέχεια μετακομίζει στην Ευρώπη, επαφιέμενος στις παλιές του δάφνες, στην ικανότητα του αφηγητή και στα μαγικά κόλπα που επιδεικνύει σαν ταχυδακτυλουργός. Η σκληρότητα του Τόμσον είναι συνειδητή και συχνά ομολογημένη. Ο υπέρβαρος τυχοδιώκτης, καλοπερασάκιας Γουέλς τού είναι απεχθής. Θεωρεί ότι ένα τέτοιο εγωπαθές άτομο, που υπήρξε πάντα ο πόθος πολλών γυναικών -αλλά και ανδρών-, ήταν ανίκανο να αγαπήσει, και γι’ αυτό και οι τρεις γάμοι του (Βιρτζίνια Νίκολσον, Ρίτα Χέιγουορθ, Πάολα Μόρι), από τους οποίους απέκτησε τρεις κόρες, απέτυχαν. Αντιθέτως, θεωρεί ότι οι γυναίκες που τον συγκίνησαν πραγματικά ήταν η μιγάδα τραγουδίστρια Λένα Χορν και, πολύ αργότερα, η τελευταία σύντροφός του, η Γιουγκοσλάβα γλύπτρια Όγια Κόνταρ. Όλα αυτά τα χρόνια, από το ’42 μέχρι το ’85 ο Γουέλς ταξιδεύει πολύ, συμμετέχει ως ηθοποιός -αλλά ακόμη και ως σκηνοθέτης- σε ταινίες μικρότερες του εκτοπίσματός του (και ο Τόμσον χαρακτηρίζει έτσι και ταινίες που έχουν μαγέψει άλλους κριτικούς, όπως οι: Η κυρία από τη Σαγκάη, Ο ξένος, Ο κύριος Αρκαντιν). Βαθιά σαιξπηρικός, λόγω μελέτης και ιδιοσυγκρασίας, κατορθώνει με πάμπολλες καθυστερήσεις να τελειώσει κάποιες ταινίες-μακρόπνοα σχέδια, όπως: Μάκβεθ (ο Τόμσον επισημαίνει πως το κλειδί του Γουέλς για τους Μάκβεθ είναι πως «ο φόνος είναι το αληθινό τους παιδί, ο αληθινός τους γόνος»), Οθέλλος (βραβείο Καννών 1952) και τις Καμπάνες του μεσονυχτίου (μια διασκευή των σαιξπηρικών Ερρίκων με πρωταγωνιστές τον πρίγκιπα Χαλ και τον αγαπημένο του Φάλσταφ). Ας σημειωθεί ότι την εποχή που γραφόταν η βιογραφία, δεν είχε ακόμη εντοπιστεί κόπια του Δον Κιχώτη. Κατά τον βιογράφο, ιδιαίτερη προσοχή αξίζουν επίσης: Η δίκη, εξαιρετική διασκευή του καφκικού έργου, και Η αλήθεια και το ψέμα, ένα «επιδέξιο μαγείρεμα δοκιμίου, ρεπορτάζ, μυθοπλασίας, σινεμά και γνήσιας γοητείας».

Τα υπόλοιπα ζητήματα που υπογραμμίζονται είναι: η ελάχιστη επαφή με τις κόρες του, η γνήσια αδιαφορία του για το χρήμα, που σε συνδυασμό με την τάση για καλοπέραση, τα αλλεπάλληλα ταξίδια, τη συνεχή αλλαγή τόπων διαμονής, τις διατροφές και τα χρέη των ταινιών συχνά τον οδηγούν σε οικονομικό αδιέξοδο· η συνεχής ενημέρωση του για τα τεκταινόμενα στη διεθνή πολιτική σκηνή· οι αντιρατσιστικές αντιλήψεις· η συμπάθεια προς τα φτωχά στρώματα που τον κάνει ύποπτο για το FBI. Ωστόσο, ο Τόμσον τον καταβαραθρώνει επίμονα, υποστηρίζοντας πως ήταν πολύ εγωπαθής και μεγαλόστομος για να είναι πραγματικός ριζοσπάστης. Επιπλέον θεωρεί ότι τα μεγάλα στούντιο τον κυνήγησαν, όχι μόνο γιατί ήταν ασυμβίβαστος και εγωπαθής, αλλά κι επειδή τον θεωρούσαν επιπόλαιο, φαφλατά, ικανό να τους φαλιρίσει. Από τα πρώτα κεφάλαια σημειώνει την πλατυποδία του -από νεαρή ηλικία τού δημιουργούσε κινητικά προβλήματα- και την αυξανόμενη παχυσαρκία του. Δεν ασχολείται όμως επαρκώς με τα στοιχεία εκείνα που, τουλάχιστον σε νεαρή ηλικία, τον έκαναν αντικείμενο του πόθου. Πάντως, αναδεικνύει την αγάπη του Γουέλς για τον Σαίξπηρ, τους κλασικούς και για σενάρια που περιέχουν τη μάχη ή τον ανταγωνισμό δύο ανδρών, στο τελευταίο μάλιστα μέρος ομολογεί τη διαπάλη βιογράφου/βιογραφούμενου. Καταγράφει τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις, στέκεται στον Τρίτο άνθρωπο και στον Άνθρωπο για όλες τις εποχές, δεν παραλείπει να αναφέρει τις επαφές του με σπουδαίους θεατράνθρωπους, όπως ο Ολίβιε και η Λη, τη φιλία του με την Ντίτριχ, τις ιδέες του για ταινίες του Τσάπλιν ή τις εμφανίσεις και σκηνοθεσίες σε θεατρικές παραστάσεις ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, ούτε τη μονομανή αγάπη του για την Καρδιά του σκότους και τον ρόλο του Κουρτς. Ωστόσο ο Τόμσον δίνει την εντύπωση πως δεν κατορθώνει να συλλάβει πλήρως αυτό τον ιδιαίτερο άνθρωπο, πιθανόν διότι είναι κριτικός και όχι συγγραφέας, ώστε να διατυπώσει σκέψεις σαν αυτές του Κοκτώ: «Ο Όρσον είναι ένα είδος γίγαντα με παιδικό πρόσωπο, ένα δέντρο γεμάτο πουλιά και σκιά, ένα σκυλί που ‘χει σπάσει την αλυσίδα του και ξαπλώνει σε ανθισμένο λιβάδι, ένας δραστήριος αργόσχολος, ένας σοφός τρελός, ένα νησί περιτριγυρισμένο από ανθρώπους, ένας μαθητής που κοιμάται στην τάξη, ένα στρατηγικό μυαλό που παριστάνει τον μεθυσμένο όταν θέλει να τον αφήσουν ήσυχο». Τα ένθετα αποσπάσματα σεναρίων ή βιβλίων και οι φωτογραφίες βοηθούν στην ποίκιλση της βιογραφίας, η οποία ευτύχησε να μεταφραστεί από τον Δημήτρη Νόλλα.

https://kemes.wordpress.com/

 

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2020-2021: Δημιουργία Ταινίας Μικρού Μήκους || Πρώτο Μάθημα (Ανοιχτό-Δωρεάν για Αναποφάσιστους) Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020 στις 15.00

Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου 2020-2021 || Ανοιχτό ΔΩΡΕΑΝ Μάθημα την Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020 στις 18.30

Η αποδόμηση του Όρσον Γουέλς


Αυτάρεσκος, εγωπαθής, ξεροκέφαλος, επικίνδυνος, επιδειξιμανής, κακομαθημένος, χωρίς αρχές, άπληστος, επαγγελματίας κυνικός όπως πρέπει να είναι ένας κανονικός μάγος, άνθρωπος που πάντα μεταμορφωνόταν σε κύριο κάθε γεγονότος αφού εκείνο είχε λάβει χώρα. Οι εκφράσεις και οι χαρακτηρισμοί που ο συγγραφέας Ντέιβιντ Τόμσον χρησιμοποιεί για να φτιάξει το πορτρέτο του ιδιοφυούς ηθοποιού και σκηνοθέτη Όρσον Γουέλς στη βιογραφία «Rosebud, Η ζωή του Όρσον Γουέλς» όχι μόνο δεν είναι κολακευτικές αλλά ενίοτε σοκάρουν με την κυριολεκτικά ταπεινωτική τους διάθεση.

του Γιάννη Ζουμπουλάκη
1 Νοεμβρίου 2009 ||  tovima.gr

Αυτάρεσκος, εγωπαθής, ξεροκέφαλος, επικίνδυνος, επιδειξιμανής, κακομαθημένος, χωρίς αρχές, άπληστος, επαγγελματίας κυνικός όπως πρέπει να είναι ένας κανονικός μάγος, άνθρωπος που πάντα μεταμορφωνόταν σε κύριο κάθε γεγονότος αφού εκείνο είχε λάβει χώρα. Οι εκφράσεις και οι χαρακτηρισμοί που ο συγγραφέας Ντέιβιντ Τόμσον χρησιμοποιεί για να φτιάξει το πορτρέτο του ιδιοφυούς ηθοποιού και σκηνοθέτη Όρσον Γουέλς στη βιογραφία «Rosebud, Η ζωή του Όρσον Γουέλς» όχι μόνο δεν είναι κολακευτικές αλλά ενίοτε σοκάρουν με την κυριολεκτικά ταπεινωτική τους διάθεση. Τουλάχιστον δύο φορές τον αποκαλεί «τσόγλανο» και την ίδια ώρα ο Τόμσον σχεδόν αναγκάζει τον αναγνώστη να λυπηθεί τον Όρσον Γουέλς, χρησιμοποιώντας φράσεις όπως εκείνη της Ζαν Μορό:«Μοιάζει τόσο πολύ με έκπτωτο βασιλιά… επειδή δεν υπάρχει βασίλειο στον κόσμο αρκετά καλό για τον Όρσον Γουέλς».

Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, το «Rosebud, Η ζωή του Όρσον Γουέλς» θυμίζει περισσότερο ψυχογράφημα του Όρσον Γουέλς γραμμένο ως μυθιστόρημα, παρά βιογραφία με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Ο Τόμσον, διακεκριμένος ιστορικός του κινηματογράφου, πρώην καθηγητής Κινηματογράφου, συνεργάτης έγκριτων εφημερίδων όπως ο «Guardian» και συγγραφέας πολλών βιογραφιών και άλλων βιβλίων, ανάμεσα στα οποία και το μνημειώδες «Βiographical Dictionary of Film» (Βιογραφικό Λεξικό Κινηματογράφου), αποπειράται μια προσωπική κατάθεση σκέψεων (που ορισμένες φορές θυμίζει επίθεση) για έναν μύθο που δεν πρόκειται ποτέ να σβήσει και που έχει επηρεάσει όσο λίγοι την πορεία και την εξέλιξη της Έβδομης Τέχνης. Δεν βρήκα και τόσο επιτυχημένη την ιδέα των σποραδικών συζητήσεων του συγγραφέα με έναν φανταστικό εκδότη (τι νόημα έχει;), αλλά χάρηκα τις πολύτιμες πληροφορίες και τα αληθινά περιστατικά που σε βοηθούν να διαμορφώσεις γνώμη για τον χαρακτήρα αυτής της μυστηριώδους προσωπικότητας. «Κανείς άλλος Αμερικανός δεν είχε την ελευθερία που είχε ο Όρσον Γουέλς και κανείς άλλος δεν αντλούσε τόσο πολλή χαρά από αυτό» παρατηρεί ο Τόμσον. «Ήταν βίαιος σε πάρα πολλά, στο να μιλάει άγρια στους άλλους, στο φαγητό, στη δουλειά, στις γυναίκες».

Βουλιμική, τυχοδιωκτική ιδιοφυΐα
Από παιδί ακόμη ο κατά Τόμσον Τζορτζ Όρσον Γουέλς που γεννήθηκε στις 6 Μαΐου του 1915 στην Κενόσα του Γουισκόνσιν (μια πολίχνη 80 χιλιόμετρα βόρεια του Σικάγο) είχε στο αίμα του την πρόκληση. Γεννήθηκε πέντε κιλά και συνέχισε να παίρνει υπερβολικό βάρος ως τον θάνατό του, στις 10 Οκτωβρίου του 1985 στο Χόλιγουντ, το μέρος που τον αγάπησε και τον μίσησε, τον αποθέωσε και τον απέρριψε όσο κανένα άλλο. Στη Σχολή Τοντ έγινε διάσημος επειδή καταβρόχθιζε τεράστιες ποσότητες γλυκών, τουρτών και άλλων εδεσμάτων. «Ακόμη τρως;» τον ρωτούσαν. «Ακόμη πεινάω!» απαντούσε. Από τα 14 όμως άρχισε να παίζει θέατρο και ρόλοι όπως ο Φάουστ, ο Ανδροκλής, ο Δόκτωρ Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ αλλά και η Παρθένος Μαρία εμπλουτίζουν τις πρώτες ερασιτεχνικές προσπάθειές του.

Τυχοδιωκτικός τύπος από την εφηβεία του, παράτησε τα πάντα για να ανακαλύψει την Ιρλανδία, όπου σε ηλικία 16 ετών έπαιξε θέατρο δίπλα στον καταξιωμένο ηθοποιό Μάικλ Μακ Λιαμόιρ. Ύστερα από ένα πέρασμα στην Ισπανία, επέστρεψε στην Αμερική. Ο μεγάλος αδελφός του έγκλειστος στο ψυχιατρείο, η οικογένειά του διαλυμένη και ο Όρσον 18 χρόνων βυθισμένος στον κόσμο του θεάτρου. Δέχθηκε καλές κριτικές ερμηνεύοντας Μερκούτιο στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ (δίπλα σε έναν 40χρονο Μπέιζιλ Ράθμποουν ως Ρωμαίο). Η παράσταση αυτή υπήρξε κομβική για το μέλλον του Γουέλς, γιατί τον πρόσεξε ο Τζον Χάουσμαν, ένας 32χρονος φέρελπις σκηνοθέτης και παραγωγός του νεοϋορκέζικου θεάτρου. Η σχέση του Γουέλς με τον Χάουσμαν, με τον οποίο ίδρυσε τον θρυλικό Θίασο Μέρκιουρι, απ΄ όπου επί της ουσίας αρχίζει η καριέρα του πρώτου (εμπνεύστηκαν τον τίτλο από ένα περιοδικό δίπλα στο τζάκι), ήταν αντάξια σαιξπηρικού έργου όπου «η αδερφική αγάπη και η προδοσία γίνονται κουβάρι». Ο ίδιος ο Γουέλς θεωρούσε κορυφαία στιγμή της καριέρας του το ότι με τον Θίασο Μέρκιουρι κατάφερε να ανεβάσει «Μάκβεθ» στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης με μαύρο ηθοποιό. Ο Χάουσμαν, που θα γνώριζε την προσωπική αναγνώριση στη δεκαετία του ΄70 με τον ρόλο του αυστηρού αλλά ανθρώπινου καθηγητή πανεπιστημίου στην ταινία και στη σειρά «Χάρτινες χειροπέδες», ήταν ένας από τους πρώτους ανθρώπους που (σύμφωνα με τον συγγραφέα) αναγνώρισαν ότι η κατάθλιψη του Γουέλς ήταν συστατικό ενός κεφάτου παιδιού-θαύματος. Μέρες ραδιοφώνου, ψήγματα μικροψυχίας
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του Τόμσον είναι ότι αυτό που είδε ο Γουέλς στον κινηματογράφο ήταν μια μαγεία πολύ πιο συγγενή με το ραδιόφωνο παρά με το θέατρο. Πράγματι, το ραδιόφωνο έπαιξε τεράστιο ρόλο στην άνοδο και στην ωρίμανση του Όρσον Γουέλς, παρ΄ ότι κάποιοι, όπως ο Έρνεστ Χεμινγκγουέι, είχαν σοβαρές ενστάσεις για τη φωνή του Γουέλς (ο Χεμινγκγουέι ζήτησε να μη σπικάρει ο Γουέλς ένα κείμενό του για το ντοκιμαντέρ «Τούτη τη γη της Ισπανίας» επειδή «κάθε φορά που ο Όρσον αρθρώνει τη λέξη “πεζικάριοι”, ακούγεται σαν να στραβοκαταπίνει ένας πούστης»). Ωστόσο ο πρώτος θρίαμβος του Γουέλς ήταν αποτέλεσμα ραδιοφωνικής παράστασης. Ο «Πόλεμος των Κόσμων» μεταδόθηκε στις 30 Οκτωβρίου του 1938, την ημέρα της γιορτής του Ηalloween (γιορτή των Αγ. Πάντων) και ήταν τόσο πειστική η απόδοση του κειμένου του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς από τον Όρσον Γουέλς που ο κόσμος πίστεψε ότι είχαν όντως προσγειωθεί Αρειανοί στη Γη εξολοθρεύοντας τους κατοίκους της. Οι πολίτες πήραν τους δρόμους σε κατάσταση πανικού αναζητώντας καταφύγια, κάποιοι βρέθηκαν στα πρόθυρα καρδιακού επεισοδίου, το CΒS απ΄ όπου έγινε η μετάδοση απειλήθηκε με μηνύσεις και την επομένη εφημερίδες όπως η «Νew Υork Daily Νews» και οι «Τimes» της Νέας Υόρκης είχαν πρωτοσέλιδα με τίτλους όπως «Ραδιοφωνικός πόλεμος-απάτη ξεσηκώνει τρόμο στις ΗΠΑ» και «Ακροατές σε πανικό εκλαμβάνουν πολεμικό δράμα για πραγματικότητα». Το επεισόδιο, που αναλύεται εξονυχιστικά στο βιβλίο του Τόμσον, υπήρξε το εισιτήριο του Γουέλς για το Χόλιγουντ, παρ΄ ότι την επομένη του συμβάντος ο Γουέλς αντιμετώπισε με αλαζονεία και εμπαιγμό την αντίδραση του κόσμου σε συνέντευξη Τύπου που αναγκάστηκε να παραχωρήσει. Κατά τον συγγραφέα όμως η επιτυχία του «Πολέμου των Κόσμων» στο ραδιόφωνο έβγαλε στην επιφάνεια και τα πρώτα δείγματα μικροψυχίας του Γουέλς, τα οποία αργότερα θα έγραφαν Ιστορία με την περίπτωση του Χέρμαν Μάνκιεβιτς, σεναριογράφου του «Πολίτη Κέιν». Συγκεκριμένα, ο Γουέλς προσπάθησε να καρπωθεί τη δουλειά του σεναριογράφου του «Πολέμου των Κόσμων» Χάουαρντ Κοχ λέγοντας ότι η ιδέα της εκπομπής και το μεγαλύτερο μέρος της επεξεργασίας και της εκτέλεσής της ήταν δικό του.

Το γεγονός είναι ότι, 23 μόλις χρόνων τότε, ο Γουέλς είχε ήδη αρχίσει να προκαλεί το ενδιαφέρον του Χόλιγουντ. Αρνήθηκε μάλιστα την πρόταση του Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ να παίξει τον ρόλο του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν . Και το αξιοθαύμαστο με το βιβλίο είναι ότι βρίσκεσαι μόλις στη σελίδα 151 (από τις 516) και έχουν γίνει όλα τα προαναφερθέντα. Τόσο πλούσια ζωή, γεμάτη εμπειρίες και εναλλαγές εικόνων, δεν μπορεί να μην είναι αξιοζήλευτη. Και δεν έχουμε καν φθάσει ακόμη στον «Πολίτη Κέιν», εκεί όπου ακούγεται η μυστηριώδης λέξη «rosebud» (ροδανθός) που στολίζει τον τίτλο του βιβλίου.

Ο «Πολίτης Κέιν» και ο κλέφτης δημιουργός

Σε στούντιο του ΑΒC για μια από τις θρυλικές ραδιοφωνικές εκπομπές του 2. Με την αγαπημένη (;) Ρίτα Χέιγουορθ στα γυρίσματα της ταινίας «Η κυρία από τη Σανγκάη»

Σε στούντιο του ΑΒC για μια από τις θρυλικές ραδιοφωνικές εκπομπές του 2. Με την αγαπημένη (;) Ρίτα Χέιγουορθ στα γυρίσματα της ταινίας «Η κυρία από τη Σανγκάη»
Στο δεύτερο και πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου που τιτλοφορείται «Εν λευκώ» ο Τόμσον ρίχνει φως στην περίοδο 1939-1942, το διάστημα κατά το οποίο ο Γουέλς έγινε «το πιο απείθαρχο παιδί, άξιο επιπλήξεων και τιμωριών, αλλά και ο σημαντικότερος και αυθεντικότερος όλων των ανθρώπων του σινεμά της Αμερικής». Το πρώτο κινηματογραφικό σχέδιό του ήταν η «Καρδιά του σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ, που 40 χρόνια αργότερα επρόκειτο να γυρίσει ο Φράνσις Κόπολα στο «Αποκάλυψη τώρα!». Ο Τόμσον παραλληλίζει τον Κουρτς του Κόνραντ με τον Τσαρλς Φόστερ Κέιν που θα υποδυόταν ο ίδιος ο Γουέλς στο αριστούργημά του «Πολίτης Κέιν», που έμελλε τελικά να είναι η πρώτη του ταινία. Το σημαντικότερο τμήμα της βιογραφίας του Τόμσον δεν θα μπορούσε βέβαια παρά να είναι όλο το δυσάρεστο αλλά και μαγικό παρασκήνιο της δημιουργίας του «Κέιν». Η γνωριμία του Γουέλς με τον έκπτωτο τότε συγγραφέα Χέρμαν Μάνκιεβιτς υπήρξε δημιουργική αλλά έκλεισε άδοξα όταν ο Γουέλς άρχισε να διαδίδει σε συνεντεύξεις ότι ο ίδιος είχε γράψει το σενάριο του «Πολίτη Κέιν» ή ότι στην πραγματικότητα υπήρχαν δύο σενάρια. Η αλήθεια είναι ότι το σενάριο της ταινίας γράφηκε σε μια καλύβα της ερήμου Μοχάβι από τον Μάνκιεβιτς και τον παλιό συνεργάτη του από τον Θίασο Μέρκιουρι, τον Τζον Χάουσμαν, τον οποίο ο Γουέλς είχε καλέσει και πάλι κοντά του. «Όρσον Ή μήπως επειδή ο Γουέλς, δαιμόνιος καθώς ήταν, προέβλεψε ότι ο Μάνκιεβιτς και ο ίδιος θα μπορούσαν να εμπλακούν σε έναν καταστροφικό ανταγωνισμό; Όπου και αν βρίσκεται η αλήθεια, ο Μάνκιεβιτς απεκάλεσε αργότερα τον Γουέλς «ενήλικο εγκληματία και κλέφτη τίτλων που ξεκίνησε με τον “Πόλεμο των Κόσμων” και συνεχίζει με ακάθεκτη σταθερότητα». Στην υπόθεση έμπλεξαν δικηγόροι και νομικές υπηρεσίες, γεγονός που φόρτωσε την ταινία με ακόμη περισσότερα προβλήματα πέραν του βασικότερου, που ήταν η αντίδραση του εκδότη Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ, τον οποίο ο Γουέλς στην ταινία «φωτογραφίζει» ως Τσαρλς Φόστερ Κέιν. Ο πόλεμος που άνοιξε ο Χερστ εναντίον της ταινίας είχε αποτελέσματα και ο Τόμσον μάς θυμίζει ότι έναν χρόνο μετά την έναρξη των προβολών στις αίθουσες ο «Πολίτης Κέιν» αποσύρθηκε ζημιωμένος κατά 150.000 δολάρια.

Η επιτυχία της νιότης, η παρακμή των γηρατειών

Με τη Ζαν Μορό,στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 4. Με τη Μαρλένε Ντίτριχ σε παράσταση στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για την ψυχαγωγία των στρατιωτών 3. Με τη Ζαν Μορό,στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 4. Με τη Μαρλένε Ντίτριχ σε παράσταση στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για την ψυχαγωγία των στρατιωτών
«Ξεκίνησα από την κορυφή και κατρακύλησα» είπε κάποτε ο Όρσον Γουέλς μιλώντας για την καριέρα του. Ο «Πολίτης Κέιν» επρόκειτο να θεωρηθεί μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, αλλά ο Γουέλς δεν θα ξέφευγε από τη σκιά του. Καμία από τις επόμενες ταινίες του (αρκετές έμειναν ανολοκλήρωτες) δεν επρόκειτο να φθάσει την αξία του «Κέιν», ενώ οι διαρκείς διαμάχες του με τα στούντιο τον ανάγκασαν να φύγει από την Αμερική, «αφήνοντας να πλανάται η φήμη ότι η Αμερική τον έδιωξε», σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Τόμσον. Κάνοντας «βουτιές» στα πλατό των ταινιών του Γουέλς- τους «Υπέροχους Άμπερσον», την «Κυρία από τη Σανγκάη», τον «Μάκβεθ», τον «Οθέλλο», τον «Άρχοντα του τρόμου», τη «Δίκη»- ο Τόμσον δίνει στον αναγνώστη μια εικόνα από το πώς η θεαματική επιτυχία της νιότης ακολουθήθηκε από μια αργόσυρτη καμπύλη ξεπεσμού. Το τρίτο μέρος του βιβλίου έχει τίτλο «Δίκαιη τιμωρία» και αναφέρεται στα χρόνια 1942-1958, ενώ το τελευταίο, «Ξαναντού», αρχίζει το 1958 και τελειώνει το 1985, χρονιά θανάτου του Όρσον Γουέλς. Εξίσου ενδιαφέρουσα άποψη για την κατάρρευση του Γουέλς έχει η άποψη του συγγραφέα για την ιδιότροπη, ρομαντικά αρνητική στάση του απέναντι στις οικονομικές δοσοληψίες.

«Ο Γουέλς πίστευε ότι τα οικονομικά πρέπει να τα διεκπεραιώνουν μόνον εκείνοι που πιστεύουν στο χρήμα» λέει ο Τόμσον. «Θα το θεωρούσε προσβολή για τον ίδιο αν διέθετε επιχειρηματικό πνεύμα, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί φιλί του θανάτου για έναν άνθρωπο του κινηματογράφου στην Αμερική». Βέβαια, το χιούμορ του συγγραφέα γίνεται ενίοτε κρύο όποτε θέλει να γίνει «κακός» απέναντι στον Γουέλς: «Ο Γουέλς με τον διευθυντή του ξενοδοχείου Κάρλτον, στις Κάννες- παζαρεύοντας, ίσως, τον λογαριασμό;» αναφέρει σε μια από τις λεζάντες της φτωχής σε φωτογραφικό υλικό βιογραφίας.

Η Ρίτα και οι άλλες

Σε πολλά σημεία του βιβλίου ο Τόμσον πιθανολογεί παραθέτοντας δικές του εκδοχές της αλήθειας. «Τα παιδιά της ηλικίας του θα πρέπει να ανατρίχιαζαν με τον Όρσον και να τον απέφευγαν…»λέει για τα παιδικά χρόνια του ηθοποιού. «Είναι πιθανόν κατά καιρούς να του έλεγαν οι γονείς του “μη βωμολοχείς με τον Βέρντι ή τον Βιβάλντι” ή “όχι, μην παίζεις στο χιόνι με αυτά τα ρούχα”» γράφει όταν αποπειράται να φανταστεί την προβληματική σχέση του νεαρού Όρσον με τον αλκοολικό πατέρα και την ασθενική μητέρα του.

«Στο Μεξικό», αναφέρει πολλές σελίδες αργότερα, «ξεφυλλίζοντας ένα παλιό τεύχος του “Life”,ο Γουέλς θα πρέπει να είδε μια φωτογραφία της εκθαμβωτικής Ρίτα Χέιγουορθ να γονατίζει πάνω σ΄ ένα κρεβάτι. “Να κάτι που πρόκειται και εγώ να κάνω!” είπε».

Ασφαλώς η Ρίτα Χέιγουορθ που τον αγάπησε, τον παντρεύτηκε και εν ίσως εν τέλει να τον μίσησε έχει τη «μερίδα του λέοντος» στις γυναίκες του Γουέλς. Η παρουσία της υποσκελίζει την πρώτη σύζυγό του Βιρτζίνια Νίκολσον, την τρίτη του Πάολα Μόρικαι τις εφήμερες σχέσεις του με τις μπαλαρίνες Βέρα Ζορίνα και Ταμάρα Τουμάνοβα, την ιρλανδή ηθοποιό Τζεραλντίν Φιτζέραλντ , την ηθοποιό Ντολόρες ντελ Ρίο και την τραγουδίστρια Έλενα Χορν, η οποία τον απέρριψε στέλνοντάς τον στην αγκαλιά της Χέιγουορθ. Ο Τόμσον αποκαλεί τη Χέιγουορθ «καλογυαλισμένο πολεμικό υπερόπλο, ικανό να προκαλέσει την απόλυτη καταστροφή, καθώς το χαμόγελό της σε όλες τις φωτογραφίες προϊδέαζε με κραυγαλέο τρόπο για το είδος της ανταμοιβής που θα περίμενε τον υποψήφιο “φονιά” της».

«Τις γυναίκες τις έπαιρνε σαν να ήθελε να αποφύγει να σχετιστεί μαζί τους» γράφει ο Τόμσον για τη σχέση του Γουέλς με το ασθενές φύλο, αποκαλώντας μάλλον φτηνά τον Γουέλς «γαμίκο». «Δεν τις γνώριζε και δεν ενδιαφερόταν γι΄ αυτές. Είμαι πεπεισμένος ότι ο νεαρός Γουέλς δεν αγάπησε ποτέ κάποια γυναίκα».

Ανεξάρτητα από το αν όλα αυτά τα γεγονότα στηρίζονται στην πραγματικότητα ή όχι, ο Τόμσον ξέρει να πλάθει εικόνες και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι καίριος στις παρατηρήσεις του για τον Γουέλς: «Ήταν ένας άνθρωπος που λάτρευε το αθώο κοινό και αργότερα κατάφερε να αποκοπεί ολοκληρωτικά από αυτό».

 

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2020-2021: Δημιουργία Ταινίας Μικρού Μήκους || Πρώτο Μάθημα (Ανοιχτό-Δωρεάν για Αναποφάσιστους) Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020 στις 15.00

Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου 2020-2021 || Ανοιχτό ΔΩΡΕΑΝ Μάθημα την Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020 στις 18.30

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: