Νίκος Μπελογιάννης: Το Ξένο Κεφάλαιο Στην Ελλάδα | εκδόσεις Άγρα || Αναλυτική Παρουσίαση -Κριτικές για το Βιβλίο

Για την Ελλάδα, η ιστορία του ξένου κεφαλαίου είναι στενά δεμένη με την πολιτική ιστορία των 120 χρόνων της ελεύθερης ύπαρξης του έθνους μας. Όποιος θελήσει να ανιστορήσει τούτη την περίοδο, πολλές φορές θα χρειαστεί να ζητήσει στους ξένους τοκογλύφους και στα κράτη που τους προστάτευαν τις αίτιες για πολλές συμφορές που βρήκαν τη χώρα μας. Κι όποιος πάλι θελήσει να γράφει για το ξένο κεφάλαιο και ιδιαίτερα για τα εξωτερικά δάνεια, δεν μπορεί να μη δέσει την ιστορία τους με πολλά από τα κυριότερα πολιτικά γεγονότα, που ξετυλίχτηκαν στην Ελλάδα τούτα τα 120χρόνια.

Νίκος Μπελογιάννης

Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και τη μητέρα μου, την Έλλη Παππά, να μιλάει για «το χαμένο βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη για τα αναπτυξιακά δάνεια του 19ου αιώνα και την υποδούλωση στο ξένο κεφάλαιο». Τα χειρόγραφα τα είχε δώσει, μάλλον αμέσως μετά τη Βάρκιζα, για δημοσίευση στην ΚΟΜΕΠ και από τα πρώτα πράγματα που της είχε πει εκείνος όταν γνωρίστηκαν, ήταν η πικρία του που δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ. Μοναδική γραπτή αναφορά στην ύπαρξη των χειρογράφων έχουμε στήν τελευταία επιστολή του Ν. Μ. από το κελί των μελλοθανάτων (12.3.52): «… Ή ανάπαυλα του 1945 μου έδωσε την δυνατότητα να συνεχίσω διάφορες μελέτες μου και να τελειώσω και δυο βιβλία μου: Η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και Η ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας, που όμως είναι ακόμη και τα δύο ανέκδοτα, γιατί οι νέοι διωγμοί εμπόδισαν την έκδοσή τους.» (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

Ο Νίκος Μπελογιάννης γράφει ένα βιβλίο για το ρόλο του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα για να επιβεβαιώσει, στο πεδίο τής οικονομίας και στη συνάφειά της με την κοινωνία και την πολιτική, το παραπάνω θεώρημα. Έτσι λοιπόν, κατά τον συγγραφέα, ο ανολοκλήρωτος αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός, η αρπακτικότητα της «αστοκοτζαμπάσικης » συμμαχίας, οι δεσμοί εξάρτησης και υποταγής στον ξένο παράγοντα που ως εγγυητή τους είχαν τη μοναρχία και ως ιδεολογικό επικάλυμμα τη Μεγάλη Ιδέα, τέλος, η ψευδής θεωρία της φτώχειας ως εγγενούς χαρακτηριστικού της ελληνικής πραγματικότητας, ήταν οι μεγάλοι ένοχοι για την ψεύτικη ανεξαρτησία, την οικονομική καχεξία της χώρας και τη δυστυχία του λαού. Η υλικότητα της οικονομίας, και μάλιστα το μέρος που σχετίζεται με το δανεισμό και τη διαχείριση των σχετικών πόρων, επιλέγεται ως προνομιακό πεδίο για την κορύφωση της κριτικής του Μπελογιάννη στο κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό σύμπλεγμα και τη συμμαχία του με το ξένο κεφάλαιο, η δράση των οποίων σκιαγραφείται ως ένα αμοραλιστικό συνεχές συνωμοσιών και δολοπλοκιών εις βάρος του λαού.

Συγγραφέας:

Μπελογιάννης, Νίκος
Εκδότης:

Άγρα

Σελίδες:

413

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΤΟ ΞΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Παρουσίαση

Μετά το Σχέδιο για μια ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας – Οι πρώτες μακρινές ρίζες, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα και το δεύτερο βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη, που γράφτηκε σε συνθήκες φυλάκισης και παρανομίας μεταξύ 1938-1945. Έγινε επιμέλεια και παραβολή με τα πρωτότυπα χειρόγραφα που βρέθηκαν πρόσφατα.

Για την Ελλάδα, η ιστορία του ξένου κεφαλαίου είναι στενά δεμένη με την πολιτική ιστορία των 120 χρόνων της ελεύθερης ύπαρξης του έθνους μας. Όποιος θελήσει ν’ ανιστορήσει τούτη την περίοδο, πολλές φορές θα χρειαστεί να ζητήσει στους ξένους τοκογλύφους και στα κράτη που τους προστάτευαν τις αίτιες για πολλές συμφορές που βρήκαν τη χώρα μας. Κι όποιος πάλι θελήσει να γράφει για το ξένο κεφάλαιο και ιδιαίτερα για τα εξωτερικά δάνεια, δεν μπορεί να μη δέσει την ιστορία τους με πολλά από τα κυριότερα πολιτικά γεγονότα, που ξετυλίχτηκαν στην Ελλάδα τούτα τα 120χρόνια.

  • Νίκος Μπελογιάννης

ΑΠ’ ΟΤΑΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ, θυμάμαι και τη μητέρα μου, την Έλλη Παππά, να μιλάει για «το χαμένο βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη για τα αναπτυξιακά δάνεια του 19ου αιώνα και την υποδούλωση στο ξένο κεφάλαιο». Τα χειρόγραφα τα είχε δώσει, μάλλον αμέσως μετά τη Βάρκιζα, για δημοσίευση στην ΚΟΜΕΠ και από τα πρώτα πράγματα που της είχε πει εκείνος όταν γνωρίστηκαν, ήταν η πικρία του που δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ. Μοναδική γραπτή αναφορά στην ύπαρξη των χειρογράφων έχουμε στην τελευταία επιστολή του Ν. Μ. από το κελί των μελλοθανάτων (12.3.52): «… Ή ανάπαυλα του 1945 μου ‘δοσε την δυνατότητα να συνεχίσω διάφορες μελέτες μου και να τελειώσω και δυο βιβλία μου: Η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και Η ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας, που όμως είναι ακόμη και τα δύο ανέκδοτα, γιατί οι νέοι διωγμοί εμπόδισαν την έκδοσή τους.»

Τα γράμματα της Έλλης Παππά στον γιο της Νίκο Μπελογιάννη, που μόλις «έφυγε» || Στέλιος Κούλογλου

Από τον πρόλογο της έκδοσης

Ο ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ γράφει ένα βιβλίο για το ρόλο του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα για να επιβεβαιώσει, στο πεδίο τής οικονομίας και στη συνάφειά της με την κοινωνία και την πολιτική, το παραπάνω θεώρημα. Έτσι λοιπόν, κατά τον συγγραφέα, ο ανολοκλήρωτος αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός, η αρπακτικότητα της «αστοκοτζαμπάσικης » συμμαχίας, οι δεσμοί εξάρτησης και υποταγής στον ξένο παράγοντα που ως εγγυητή τους είχαν τη μοναρχία και ως ιδεολογικό επικάλυμμα τη Μεγάλη Ιδέα, τέλος, η ψευδής θεωρία της φτώχειας ως εγγενούς χαρακτηριστικού της ελληνικής πραγματικότητας, ήταν οι μεγάλοι ένοχοι για την ψεύτικη ανεξαρτησία, την οικονομική καχεξία της χώρας και τη δυστυχία του λαού. Η υλικότητα της οικονομίας, και μάλιστα το μέρος που σχετίζεται με το δανεισμό και τη διαχείριση των σχετικών πόρων, επιλέγεται ως προνομιακό πεδίο για την κορύφωση της κριτικής του Μπελογιάννη στο κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό σύμπλεγμα και τη συμμαχία του με το ξένο κεφάλαιο, η δράση των οποίων σκιαγραφείται ως ένα αμοραλιστικό συνεχές συνωμοσιών και δολοπλοκιών εις βάρος του λαού.
Το πρωτότυπο χειρόγραφο μαζί μ’ ένα ακόμη αντίγραφο θα ακολουθήσουν την περιπετειώδη και ταυτόχρονα γοητευτική πορεία που αφηγείται στο προλογικό του σημείωμα, το όποιο συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτήν την έκδοση, ο γιος του συγγραφέα Νίκος Μπελογιάννης.
Ανεξαρτήτως πάντως της αγνοίας των συγκεκριμένων λεπτομερειών σχετικά με το χρόνο και τις συνθήκες της συγγραφής, το βέβαιο είναι ότι το Ξένο κεφάλαιο είναι κυρίως ένα βιβλίο της φυλακής. Άλλωστε το πάθος και η οργή, χαρακτηριστικά που σφραγίζουν τη γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα, πέραν του ούτως ή άλλως πολεμικού χαρακτήρα της κομμουνιστικής ιδεολογίας και του σχετικού γλωσσικού ιδιώματος του Μεσοπολέμου, δεν μπορεί παρά να σχετίζονται με τις έκτακτες συνθήκες του εγκλεισμού και το ήδη πλούσιο επαναστατικό βιογραφικό του συγγραφέα.

Από την εισαγωγή της έκδοσης

Οι ακριβείς συνθήκες κάτω από τις όποιες ο Νίκος Μπελογιάννης έγραψε το βιβλίο του Τό ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα δεν είναι γνωστές και μάλλον δεν είναι πλέον δυνατόν να γνωσθούν πλήρως. Από το περιεχόμενο ωστόσο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η συγγραφή του πρέπει να ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1930, κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του από το 1938 στις φυλακές της Αίγινας, στην Ακροναυπλία, στα ιταλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κατούνα και στη Βόνιτσα, στα δύο πρώτα χρόνια της Κατοχής, και τέλος στο νοσοκομείο « Σωτηρία », απ΄ όπου δραπέτευσε τον Σεπτέμβριο του 1943. Η πρώτη εκδοχή του χειρογράφου πρέπει να είχε ολοκληρωθεί πριν από τη δραπέτευση. Η συγγραφή συμπληρώθηκε πιθανόν στο μικρό διάστημα που μεσολάβησε από τη δραπέτευση μέχρι την έξοδο στο βουνό το 1943, ενώ το βιβλίο πήρε την τελική μορφή του άμέσως μετά την απελευθέρωση, το 1944-1945, οπότε και αντίγραφο του υποβλήθηκε προς δημοσίευση στην ΚΟΜΕΠ.

Διαβάσαμε: Νίκος Μπελογιάννης – Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα
Ένα ξεχωριστό εργαλείο κατανόησης της πορείας της χώρας στο πέρασμα του χρόνου.

Σταύρος Στριλιγκάς
08.04.2015

Για κάποιον που δεν έχει επαφή με τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας από την Επανάσταση του 1821 ως σήμερα, μια χρήσιμη εισαγωγή στο ιδιαίτερο αυτό θέμα είναι δύο βιβλία: το «Ιστορία (Κωμικοτραγική) του Νεολληνικού Κράτους 1830-1974» του Βασίλη Ραφαηλίδη και «Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα» του Νίκου Μπελογιάννη. Τα βιβλία λειτουργούν και συμπληρωματικά το ένα προς το άλλο, αποκαλύπτοντας – με τον μοναδικό τρόπο των δύο αυτών σπάνιων προσωπικοτήτων – την αδιανόητη πορεία μιας χώρας από τον έναν εξευτελισμό στον επόμενο, από την μια τραγωδία στην επόμενη, από τους προδότες της μιας εποχής στους επόμενους. Η ιστορία της πατρίδας μας είναι ένα ανέκδοτο, πικρόχολα αστείο, τόσο τραγικό που καταντάει ένα μυθιστόρημα που ούτε η πλουσιότερη φαντασία δεν θα μπορούσε να σοφιστεί.

Στο «Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα», γράφοντας εν μέσω κατοχής και Εμφυλίου, ο Μπελογιάννης προσπαθεί να συγκεντρώσει σε έναν τόμο την πλουσιότατη ιστορία των δανείων που έχει πάρει το παντέρμο Ελληνικό κράτος από το 1821 ως την εποχή του. Για μια ευνομούμενη πολιτεία, κάτι τέτοιο θα ήταν εύκολο. Για την Ψωροκώσταινα όμως που πάει διαρκώς από την μια καταστροφή στην άλλη και που ακόμα και στον 21ο πρώτο αιώνα απέχει άρδην από το να νοείται ως σύγχρονο κράτος, και μόνο η καταγραφή της αλυσίδας των δανείων είναι ένα δύσκολο πόνημα. Ο Μπελογιάννης όμως, τα συνοδεύει και με την δέουσα ιστορική ανάλυση της εποχής, προσφέροντας μας ένα ξεχωριστό εργαλείο κατανόησης της πορείας της χώρας στο πέρασμα του χρόνου.

Το πρώτο δάνειο που πήρε η χώρα το 1824 ήταν 800.000 λίρες. Από αυτές στη χώρα εφτασαν 310.000 λίρες και μάλιστα με πολλές περιπέτειες. Τα χρήματα φαγώθηκαν αμέσως από τους ηγέτες της Επανάστασης. Το δεύτερο δάνειο ήταν για 2.000.000 λίρες και στην Ελλάδα ήρθαν 232.000! Με το δάνειο αυτό παραγγείλαμε και πληρώσαμε και έξι πολεμικά πλοία, τα οποία δεν ήρθαν τελικά ποτέ στη χώρα! Του 1832 το δάνειο ήταν για 60.000.000 και πήραμε 9.000.000, τα οποία και αυτά τα έφαγαν οι Βαυαροί του Όθωνα! Του 1879 ήταν για 60.000.000 και πήραμε τα 44.000.000. Του 1884 ήταν για 100.000.000 και πήραμε 69.800.000. Του 1887 ήταν 135.000.000 και πήραμε 90.000.000 και υποχρεωτικά πήραμε 3 θωρηκτά από τη Γαλλία σε υπερβολική τιμή των 26.000.000. Και πάει λέγοντας.

Αυτό το τροπάρι τραβάει για 130 χρόνια (ως την εποχή που γράφει ο Μπελογιάννης). Η Ελλάδα είναι διαρκώς με άδεια ταμεία, επαιτεί ασταμάτητα για δάνεια (εξωτερικά και εσωτερικά από τοκογλύφους όπως ο Συγγρός και η Εθνοτράπεζα), οι ξένες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Γερμανία) μας διαπομπεύουν ασύστολα και μας δίνουν δάνεια όταν θέλουν και με ό,τι όρους θέλουν, παίρνοντας ως αντάλλαγμα πολύ περισσότερα ακόμα κι απ’ όσα ζητούν (τα έσοδα των τελωνείων, έγγυες προσόδους, κλπ).

Πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν τους ξένους τοκογλύφους, εννοείται σε βάρος της Ελλάδας, είναι οι Έλληνες πολιτικοί και το Παλάτι. Ο Μπελογιάννης δεν χαρίζεται σε κανέναν: Όθωνας, Καποδίστριας, Γεώργιος Α’ Γλύξμπουργκ, Μαυροκορδάτος, Κωλέττης, Συγγρός, Βούρος, Ευταξίας, Δεληγιάννης, Βούλγαρης και πολλοί άλλοι παρουσιάζονται στις πραγματικές τους διαστάσεις, ως εθνικοί προδότες, ματαιόδοξοι για εξουσία και διαρκώς υπεξαιρούντες το ταμείο της χώρας. Μόνο ο Τρικούπης και ο Βενιζέλος προσπάθησαν να δώσουν ώθηση στη χώρα, κατά τον συγγραφέα, αλλά νικήθηκαν από τις συνθήκες της εποχής.

Τα νούμερα είναι διαρκώς απίστευτα, τα περιστατικά δε που τα συντροφέουν είναι και σπαρταριστά. Πάμπολλα χρόνια πληρώναμε σε δάνεια και τόκους σχεδόν το 50% των εσόδων του κράτους! Το 1930 έγινε Νόμος που διευθετούσε τις ομολογίες του 1824(!): 100 χρόνια μετά, ακόμα πληρώναμε τα ομόλογα της Επανάστασης! Παίρναμε δάνεια ως κράτος για να πληρώνουμε 300.000 λίρες/έτος τον Γλύξμπουργκ και για να προικίσουμε όλα τα παιδιά του!

Είχαμε υπουργικά συμβούλια που γίνονταν στα γαλλικά, ενώ οι Έλληνες πολιτικοί δεν μιλούσαν γαλλικά. Είχαμε Υπουργό Οικονομικών ακόμα και παράφρονα (ο Σιλήβεργος)! Είχαμε εκλογές κάθε λίγους μήνες και αλλάξαμε σε 20 χρόνια 47 Υπουργούς Οικονομικών! Είχαμε Πρωθυπουργό που κυκλοφορούσε με 140 μπράβους και ήταν τόσο κλέφτης, ώστε ακόμα και η Βουλή αναγκάστηκε να αποφασίσει τη δήμευση της περιουσίας του (Κωλέττης)! Οι ξένοι που φέρναμε για να μας φτιάξουν τις σιδηροδρομικές γραμμές, έτρωγαν τα λεφτά και άφηναν τα έργα, εκβιάζοντας για να πάρουν νέα λεφτά για να τα τελειώσουν.

Οδηγηθήκαμε από τις Δυνάμεις και τους πολιτικούς μας στον στημένο πόλεμο του 1897 και χάσαμε χωρίς καν να πολεμήσουμε, ακριβώς για να πέσουμε στα νύχια του διαβόητου Διεθνή Οικονομικού Ελέγχου για δεκαετίες. Οι δε Δυνάμεις υπαγόρευαν στον Χαμίτ τι αποζημίωση να ζητήσει από την Ελλάδα, ώστε να τους πληρώσει τα δάνεια που τους χρωστούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έπειτα, ζήσαμε τα ίδια και καταλήξαμε να καταστραφούμε άλλη μια φορά το 1922.

Τελειωμό δεν έχουν οι κωμικοτραγικές περιπέτειες της Ελλάδας και όπως γίνεται αντιληπτό, το γιατί παραμείναμε ένα μη νεωτερικό κράτος για αιώνες δεν είναι και τόσο δύσκολο να εξηγηθεί. Όταν πληρώνουμε επί αιώνες ληστρικά δάνεια που δεν έχουμε καν εισπράξει, είναι παράλογο να ελπίζουμε σε οποιαδήποτε πρόοδο.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα.

https://popaganda.gr/

Κυριακή 14 Ιούνη 1998 ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα

Η έκδοση της μελέτης του Νίκου Μπελογιάννη από τη «Σύγχρονη Εποχή», «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα», αφιερώνεται στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τα 80 χρόνια του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.
Η εμφάνιση του βιβλίου δεν αποτελεί απλώς μόνο εκδοτικό στόχο, αλλά έχει επιστημονική διαχρονική σημασία με ευρύτερη οικονομική, πολιτική, ιδεολογική και ιστορική εμβέλεια.

Η εργασία αυτή διαφυλάχτηκε επί δεκαετίες, βρισκόταν στο αρχείο του ΚΚΕ και για πρώτη φορά δίνεται σε δημοσιότητα. Η έκδοση του βιβλίου του Νίκου Μπελογιάννη για το ξένο κεφάλαιο και τις οδυνηρές του επιπτώσεις στην Ελλάδα, αποτελεί φόρο τιμής στο λαογέννητο κομμουνιστή συγγραφέα και εκπλήρωση ενός χρέους προς αυτή τη σπάνια ηγετική κομμουνιστική μορφή επαναστάτη. Αλλωστε ήταν και η επιθυμία του. Στο τελευταίο γράμμα του στις 12/3/52 από το κελί του μελλοθανάτου, ο Νίκος Μπελογιάννης ανάμεσα στ’ άλλα γράφει: «Η ανάπαυλα του 1945 μου ‘δωσε τη δυνατότητα να συνεχίσω διάφορες μελέτες μου και να τελειώσω και δύο βιβλία μου: «Η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας» και «Η ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας», που όμως είναι και τα δύο ανέκδοτα, γιατί οι νέοι διωγμοί εμπόδισαν την έκδοσή τους».

(Πηγή: Νίκος Μπελογιάννης – Εθνικός Ήρωας της Ελλάδας, εκδοτικό «Νέα Ελλάδα» 1952, σελ. 69).

Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν μεγάλος πατριώτης και διεθνιστής, αγωνίστηκε και υπεράσπισε τη μαρξιστικο – λενινιστική ιδεολογία του ΚΚΕ. Στην απολογία του δήλωσε: «Εμείς πιστεύουμε στην πιο σωστή θεωρία, που διανοήθηκαν τα πιο προοδευτικά μυαλά της ανθρωπότητας. Και η προσπάθειά μας, ο αγώνας μας, είναι να γίνει η θεωρία αυτή πραγματικότητα για την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο» (Πηγή: στο ίδιο, σελίδα 51).


Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν μια δυναμική προσωπικότητα που μελέτησε τα νεοελληνικά προβλήματα έχοντας αφομοιώσει βαθιά το μαρξισμό – λενινισμό. Στην εργασία του, που έχει ο αναγνώστης στα χέρια του, χρησιμοποίησε την υλιστικο – ιστορική αντίληψη εξέλιξης της οικονομίας και του πολιτικού εποικοδομήματος. Αποκάλυψε το ρόλο του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου στη χώρα μας, τις αρνητικές του επιπτώσεις στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Στο βιβλίο του ο Νίκος Μπελογιάννης σημειώνει:
«Η πολιτική ζωή της χώρας μας μέσα στα 120 χρόνια της ελεύθερης ύπαρξής της επηρεάστηκε σημαντικά από τις θελήσεις και τα συμφέροντα των ξένων κεφαλαιούχων και των χωρών τους. Και τα συμφέροντα αυτά ήταν πάντοτε αντίθετα με τα συμφέροντα της Ελλάδας και του λαού της. Παρ’ όλα αυτά όμως, οι ελληνικές κυβερνητικές κλίκες, όταν έφταναν στο σταυροδρόμι που οδηγούσε ή στην υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της πατρίδας τους ή στην υποταγή στις επιθυμίες και στους εκβιασμούς των ξένων, προτίμησαν πάντοτε, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το δεύτερο δρόμο» (σελ. 363).

Το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα», αποτελείται από δύο μέρη. Στα 20 κεφάλαια του πρώτου μέρους ο συγγραφέας αναλύει τη διείσδυση και το ρόλο του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα, κυρίως με τη μορφή των δανείων. Επισημαίνει την υποτέλεια της άρχουσας τάξης της χώρας μας και την αδηφαγία της στην αρπαγή του πλούτου σε βάρος των λαϊκών μαζών. Στο δεύτερο μέρος, σε 6 κεφάλαια, αναφέρονται οι καταστρεπτικές συνέπειες της διείσδυσης του ξένου κεφαλαίου στη χώρα μας.



Όταν ο συγγραφέας ετοίμαζε αυτό το βιβλίο, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις των ΗΠΑ, Αγγλίας, Γαλλίας με κάθε τρόπο παρεμπόδισαν έστω και αυτή την καπιταλιστική εκβιομηχάνιση της Ελλάδας. Ο καθηγητής Λέανδρος Νικολαϊδης αναφέρει χαρακτηριστικά σε μια εργασία του ότι οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι υποστήριζαν ότι: «Η Ελλάς είναι μια χώρα γεωργική και οφείλει να παραμείνει τοιαύτη… Η μικρά κατανάλωσις της Ελλάδας θα εδικαιολόγει την ίδρυσιν ενός και μόνου το πολύ εργοστασίου δι’ έκαστον είδος».
(Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος, 9/7/1971 σελ. 9, 10).

Ο Νίκος Μπελογιάννης με επιστημονική γλαφυρή γλώσσα, με αυστηρές εκτιμήσεις και τεκμηριωμένα επιχειρήματα εκφράζει όλο τον πλούτο των σκέψεών του για το ξένο κεφάλαιο και τους αστοκοτζαμπάσηδες. Η καθαρή μορφή περιγραφής και ιδιαίτερα το περιεχόμενο του βιβλίου παρακινεί το ενδιαφέρον.

Στον πρόλογό του ο συγγραφέας δίνει το στίγμα, το χαρακτήρα των δανείων. Συγκεκριμένα γράφει:

«Τονίζω ιδιαίτερα τα εξωτερικά δάνεια γιατί η μορφή τούτη του ξένου κεφαλαίου, στάθηκε η μεγαλύτερη σε ποσότητα και η καταστρεπτικότερη… Και κοντά σε αυτό είναι πιο στενά και φανερά δεμένη με την πολιτική μας ιστορία, τα δημόσια οικονομικά και γενικότερα με την κοινωνική μας ζωή… Τα πρώτα – τα δημόσια δάνεια – μοιάζουν με την παγωνιά που μαραίνει κάθε χλωρό κλαρί. Το δεύτερο – το ιδιωτικό ξένο κεφάλαιο – μοιάζει με το κρυφό σαράκι που σακατεύει ακόμα και γίγαντες. Εκτός από αυτά, το δημόσιο δάνειο είναι που προετοίμασε το δρόμο και στον άλλον σύντροφό του» (σελ. 27).


Ο συγγραφέας εκτεταμένα περιγράφει τους οικονομικούς μηχανισμούς, τον έλεγχο, τις μηχανορραφίες των ξένων δανειστών με σκοπό να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη από τα δάνεια που χορήγησαν στα χρόνια 1824 – 1893 και μετέπειτα. Με συγκεκριμένα στοιχεία αναφέρει τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα ονομαστικά και πραγματικά δάνεια από την οποία διαφορά η Ελλάδα είχε τεράστια χρηματική απώλεια. Είναι προφανές ότι η εξυπηρέτηση του μεγάλου εξωτερικού χρέους με τη μορφή χρεολυσίων και τόκων, απαιτούσε χρήματα και για την εξασφάλισή τους οι ελληνικές κυβερνήσεις, βάζανε αβάσταχτους φόρους στις λαϊκές μάζες, κυρίως στην εργαζόμενη αγροτιά και ζητούσαν νέα εξωτερικά δάνεια.
Μεγάλο μέρος των βαρών της αποπληρωμής των δανείων (τοκοχρεολύσια) πέρασε στις επόμενες γενιές. Ετσι η αγροτιά και οι άλλοι εργαζόμενοι δούλευαν για τους ξένους δανειστές και για τους αστοκοτζαμπάσηδες. Ο συγγραφέας γράφει: «Οι άτυχοι δουλευτάδες του θεσσαλικού κάμπου δεν είχαν ακόμη καλά καλά γλιτώσει από τους Τούρκους και έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων τοκογλύφων και τσιφλικάδων» (σελ. 101).

Όσον αφορά τις δυνατότητες της οικονομικής ανάπτυξης, ο Νίκος Μπελογιάννης στο βιβλίο του εκτιμά ότι: «Υστερα από το 1898, με το έμπα του καινούριου αιώνα, είχε αρχίσει για την Ελλάδα μια καινούρια περίοδος σχετικής οικονομικής ανάπτυξης. Μια μικρή βιομηχανία, η ναυτιλία, τα δολάρια που αρχίσανε να στέλνουν οι ξενιτεμένοι Έλληνες και κυρίως τα μεγάλα κεφάλαια, που συγκέντρωσαν με τις ληστρικές τοκογλυφικές τους επιχειρήσεις οι τράπεζες, όλα τούτα τα στοιχεία θα μπορούσαν να γίνουν η βάση για μια ολόπλευρη ανάπτυξη των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και της εθνικής μας οικονομίας προς όφελος του λαού και της Ελλάδας. Λέμε όμως «μπορούσανε» γιατί πάνω από το λαό στεκόταν ο ΔΟΕ των ξένων τοκογλύφων και των ντόπιων αστοτσιφλικάδων, που έστυβε πια και ξεζούμιζε μόνιμα και συστηματικά τη χώρα καταδικάζοντάς τη να μαραζώνει» (σελ. 154).

Ο συγγραφέας του βιβλίου κατακρίνει πρώτα την κυρίαρχη τάξη της χώρας μας, τους αστοτσιφλικάδες για την πολιτική τους που καταστρέψανε και μαραζώσανε τις πλουτοπαραγωγικές δυνάμεις της Ελλάδας και στη δεύτερη σειρά το ξένο κεφάλαιο που βρήκε πρόθυμους τους εγχώριους κεφαλαιούχους και τους κυβερνώντες.

Τη θεωρία της «ψωροκώσταινας» και της «Μεγάλης Ιδέας» την αποκάλυψε και τη χτύπησε το ΚΚΕ. Τεκμηρίωσε επιστημονικά ότι η Ελλάδα δεν είναι φτωχή όπως την παρουσιάζουν. Η φτώχεια είναι για το λαό, ενώ για τα μονοπώλια είναι πηγή κερδών. Το κόμμα του Νίκου Μπελογιάννη από το 1934 και στο 7ο Συνέδριό του, θεμελίωσε επιστημονικά το πρόγραμμα της κοινωνικο – οικονομικής ανάπτυξης.

Πολλές σελίδες αφιερώνει ο Νίκος Μπελογιάννης για το αγροτικό πρόβλημα, για τη μεγάλη εκμετάλλευση της εργαζόμενης αγροτιάς και τη μεγάλη φορολογία. «Κάθε χρόνο, χιλιάδες αγρότες οδηγούνται σιδεροδεμένοι στις φυλακές από τις κουστωδίες των χωροφυλάκων λες και ήταν κοινοί εγκληματίες ή λωποδύτες. άλλοι βασανίζονταν μέσα στα κρατητήρια και πολλές άλλες χιλιάδες πούλαγαν ό,τι είχαν και δεν είχαν για να πληρώσουν τους φορατζήδες» (σελ. 300).


Από τον καιρό που έγραψε το βιβλίο αυτό ο Νίκος Μπελογιάννης, άλλαξαν πολλά πράγματα στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ενδιάμεση και εξαρτημένη θέση στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η χρηματιστική ολιγαρχία διατηρεί στενούς δεσμούς και με τα τρία ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η άρχουσα τάξη της χώρας μας, μέσα στα πλαίσια της ΕΕ μετέχει ενεργά στη διεθνή ληστεία. Το διεθνές κεφάλαιο ελέγχει βασικούς τομείς της οικονομίας της χώρας μας. Το ελληνικό κεφάλαιο διαπλέκεται όλο και περισσότερο με τα συμφέροντα του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου.
Ο Νίκος Μπελογιάννης γράφει στο βιβλίο του για αγώνες και αντίσταση. Έχουμε χρέος να τους συνεχίσουμε και να τους αναπτύξουμε. Η αντίσταση και η οργανωμένη λαϊκή πάλη ενάντια στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, σε ρήξεις με την ΕΕ, είναι η μόνη δύναμη για την ανατροπή της ολέθριας πολιτικής της άρχουσας τάξης. Το κόμμα του Νίκου Μπελογιάννη το ΚΚΕ, δείχνει και προχωρά στο δρόμο της αντίστασης και της σύγκρουσης με τις δυνάμεις που υπηρετούν το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο και επιδιώκουν να εγκλωβίσουν το λαό στο δόκανο της κοινωνικής συναίνεσης και του διαλόγου, να τον υποτάξουν, να χτυπήσουν την αξιοπρέπειά του. Είναι ο δρόμος της οικοδόμησης του Αντιιμπεριαλιστικού – Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου Πάλης. Είναι ο δρόμος που υπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των πιο πλατιών λαϊκών στρωμάτων της πόλης και του χωριού.

Είναι ο δρόμος προς την κοινωνική πρόοδο και το σοσιαλισμό για τον οποίο αγωνίστηκε και έδωσε την ίδια του τη ζωή, ο Νίκος Μπελογιάννης!

Νίκος ΚΥΡΙΤΣΗΣ

Σημ.: Αποσπάσματα από την παρουσίαση του βιβλίου, στην εκδήλωση προς τιμή του Ν. Μπελογιάννη, στην Αμαλιάδα.

Ο Νίκος Κυρίτσης είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ και Διευθυντής του ΚΜΕ.

https://www.rizospastis.gr/

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Ο Νίκος Μπελογιάννης και το ξένο κεφάλαιο

του Γιάννη Αντωνίου

Τις μέρες αυτές κυκλοφορεί, σε νέα επιμελημένη έκδοση, από τις εκδόσεις «Άγρα», η μελέτη του Νίκου Μπελογιάννη Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, έκδοση η οποία βασίζεται σε δύο νέα χειρόγραφα (το πρωτότυπο του Νίκου Μπελογιάννη και ένα αντίγραφο), που βρέθηκαν το 2006: την περιπέτεια αυτή αφηγείται γλαφυρά στον Πρόλογο ο γιος του συγγραφέα, Νίκος Μπελογιάννης. Με μεγάλη χαρά και συγκίνηση, δημοσιεύουμε σήμερα ένα άρθρο του Γιάννη Αντωνίου, ο οποίος έχει γράψει και την εισαγωγή στον τόμο, καθώς και ένα απόσπασμα από το κείμενο Μπελογιάννη.
Τη Μεγάλη Τρίτη 30 Μαρτίου, στη Στοά του Βιβλίου (ώρα 12.30) θα παρουσιαστούν Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα και το Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας του Νίκου Μπελογιάννη, καθώς και το βιβλίο της Έλλης Παππά «Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου». Η εκδήλωση έχει χαρακτήρα φιλολογικού μνημοσύνου, καθώς πραγματοποιείται την επέτειο της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη. Θα μιλήσουν ο Γιάννης Αντωνίου (ιστορικός), η Χριστίνα Ντουνιά (συγγραφέας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων) και ο Νίκος Μπελογιάννης (χημικός μηχανικός), ενώ αποσπάσματα θα διαβάσει ο ηθοποιός Νίκος Καραμίχος.

Το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα είναι ένα βιβλίο της φυλακής. Η συγγραφή του ξεκίνησε πιθανόν στα τέλη της δεκαετίας του 1930, το 1938, όταν άρχισε η πενταετής περίοδος φυλάκισης του συγγραφέα από τη μεταξική δικτατορία και τις κατοχικές αρχές στη συνέχεια. Η πρώτη εκδοχή του χειρογράφου πρέπει να είχε ολοκληρωθεί πριν τη δραπέτευση του συγγραφέα από το νοσοκομείο Σωτηρία το 1943. Η συγγραφή συμπληρώθηκε πιθανόν στο μικρό διάστημα που μεσολάβησε από τη δραπέτευση μέχρι την έξοδο στο βουνό το 1943, ενώ το βιβλίο πήρε την τελική μορφή του αμέσως μετά την Απελευθέρωση, το 1944-1945, οπότε και αντίγραφό του υποβλήθηκε προς δημοσίευση στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση. Το πρωτότυπο χειρόγραφο μαζί μ’ ένα ακόμη αντίγραφο θα ακολουθήσουν περιπετειώδη πορεία, μέχρι το 2006, που έφτασαν στα χέρια του γιου του συγγραφέα, Νίκου Μπελογιάννη.

Το ιστοριογραφικό σχήμα του Μπελογιάννη και η «αστικοδημοκρατική επανάσταση»

Το ιστοριογραφικό σχήμα μέσα στο οποίο εντάσσει ο Μπελογιάννης την αφήγησή του είναι αυτό που διαμορφώθηκε και κυριάρχησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, μετά την επέμβαση της Κομιντέρν στα εσωτερικά του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Σύμφωνα μ’ αυτό, η Επανάσταση του 1821, παρά τη λαογέννητη αφετηρία της και την έμπνευσή της από τις ιδέες του Διαφωτισμού, δεν ευοδώθηκε. Η εθνική ανεξαρτησία δεν καταχτήθηκε τελικά, το κράτος που ιδρύθηκε το 1830 ήταν προϊόν του συμβιβασμού των κοτζαμπάσηδων και της αστικής τάξης — του μετώπου του «αστικοτζαμπασισμού», σύμφωνα με την κομμουνιστική διάλεκτο της εποχής– και των μηχανορραφιών των μεγάλων δυνάμεων. Στο πλαίσιο αυτής της παραδοχής, η αστική τάξη δεν εκπλήρωσε την ιστορική της αποστολή, την αστικοδημοκρατική επανάσταση, η πραγματοποίηση της οποίας πλέον εγγραφόταν στα καθήκοντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, ως αναγκαίο στάδιο προς τη σοσιαλιστική επανάσταση.
Το σχήμα αυτό αποκρυσταλλώθηκε το 1934 με τη μελέτη του Γιάννη Ζεύγου Γιατί η επανάσταση στην Ελλάδα θ’ αρχίσει σαν αστικοδημοκρατική, κλονίζοντας τη μέχρι τότε ισχύουσα θεώρηση, ότι στην Ελλάδα η αστικοδημοκρατική επανάσταση είχε ήδη συντελεστεί, η αστική τάξη ολοκλήρωσε την ιστορική αποστολή της και ότι στις συνθήκες πλέον του ώριμου καπιταλισμού ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης αποτελούσε η πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής προλεταριακής επανάστασης, κύριος εκφραστής της οποίας υπήρξε ο Γιάνης Κορδάτος, με το βιβλίο του Η κοινωνική σημασία της Επαναστάσεως του 1821, που εκδόθηκε το 1924.

Η ουσιοκρατία της ταξικής πάλης

Στη μία ή την άλλη εκδοχή του πάντως, το μαρξιστικό σχήμα ερμηνείας της ιστορίας των ελλήνων κομμουνιστών του Μεσοπολέμου στην αντιπαράθεσή του με το επίσημο εθνικό αφήγημα της τριχοτομημένης, πλην όμως αρραγούς συνέχειας, της μεγάλης ουσίας του έθνους του Κ. Παπαρρηγόπουλου, αντιπαρέβαλε μια άλλη δική του μεγάλη ουσία, την ουσία της ταξικής πάλης. Στην ουσιοκρατία του αστισμού οι μαρξιστές απαντούσαν με τη δική τους ουσιοκρατία. Όλα έπρεπε να βολευτούν μέσα σ’ αυτό το σχήμα και να υποταγούν στο σιδερένιο ντετερμινισμό των νόμων της Ιστορίας. Στο πλαίσιο αυτό, η αδικία και η δικαιοσύνη υποστασιοποιούνταν και γίνονταν αντιληπτές ως σταθερές υποβάθρου των υποτιθέμενων φορέων τους. Οι κυρίαρχοι ταυτίζονταν με το άδικο και οι κυριαρχούμενοι, ο λαός εν γένει, με τη δικαιοσύνη. Εν προκειμένω η έκβαση της αναμέτρησης ανάμεσα σ’ αυτές τις μεγάλες ουσίες και τους φορείς τους ήταν προδιαγεγραμμένη. Ο θρίαμβος της δικαιοσύνης και η λύτρωση του λαού ήταν βέβαιη, γιατί ήταν ιστορικά αναγκαία. Όπως έγραφε ο Άγγελος Ελεφάντης, ο λόγος του ΚΚΕ στον Μεσοπόλεμο δεν απείχε από την πολιτική μεταφυσική. Στην εποχή του σταλινισμού η μεταμόρφωση της κομμουνιστικής επαγγελίας σε εκκοσμικευμένη θρησκεία είχε ολοκληρωθεί, εξ ου και οι προφήτες, οι πατερούληδες, οι μάρτυρες και οι αποσυνάγωγοι. Ούτως ή άλλως η έντονη ενδοκομμουνιστική διαμάχη για το χαρακτήρα της ελληνικής επανάστασης και τον κοινωνικό ρόλο της αστικής τάξης δεν αφορούσε τόσο αυτές καθ’ εαυτές τις ιστορικές πλευρές του ζητήματος, όσο κυρίως την πολιτική του χρήση στο ιστορικό παρόν και την ανάλογη διατύπωση της γραμμής του κόμματος. Το σχήμα Ζεύγου, εκτός του ότι ευθυγραμμιζόταν με τις αναλύσεις της Κομιντέρν και της Βαλκανικής Διεθνούς για τον ιστορικό συμβιβασμό της αστικής τάξης με τη φεουδαρχία, απογύμνωνε τον ελληνικό αστισμό από οποιοδήποτε πρόσημο προοδευτικότητας, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα ως μοναδικά υποκείμενα του κοινωνικού μετασχηματισμού τους προλετάριους και τους αγρότες. Στο πολιτικό επίπεδο η αφήγηση αυτή νομιμοποιούσε, τουλάχιστον μέχρι το 1935, τον μοναχικό δρόμο των κομμουνιστών, την άρνηση της οποιασδήποτε πολιτικής συνεργασίας με υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις εκτός ΚΚΕ, οι οποίες κατατάσσονταν σε ποκιλώνυμες φασιστικές ή φασίζουσες συνομοταξίες: «μοναρχοφασίστες», «βενιζελοφασίστες», «σοσιαλφασίστες» κλπ. Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπαράθεση των κομμουνιστών με το φάντασμα του πανφασισμού προβαλλόταν ως πολιτικός μονόδρομος. Η πολιτική των λαϊκών μετώπων που εισηγήθηκε το 1935 η Κομιντέρν και υιοθετήθηκε και από το ΚΚΕ δεν οδήγησε ωστόσο και στην αλλαγή της εκτίμησης για τον ιστορικό ρόλο της αστικής τάξης στην Ελλάδα και την πορεία του κράτους από την ανεξαρτησία έως το Μεσοπόλεμο. Ο Νίκος Μπελογιάννης γράφει ένα βιβλίο για το ρόλο του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα για να επιβεβαιώσει, στο πεδίο της οικονομίας και στη συνάφειά της με την κοινωνία και την πολιτική, το παραπάνω θεώρημα. Έτσι λοιπόν, κατά το συγγραφέα, ο ανολοκλήρωτος αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός, η αρπακτικότητα της «αστοκοτζαμπάσικης» συμμαχίας, οι δεσμοί εξάρτησης και υποταγής στον ξένο παράγοντα που ως εγγυητή τους είχαν τη μοναρχία, και ως ιδεολογικό επικάλυμμα τη Μεγάλη Ιδέα, επίσης η θεωρία της εγγενούς φτώχειας, στηλιτεύονται ως οι μεγάλοι ένοχοι για την ψεύτικη ανεξαρτησία, την οικονομική καχεξία της χώρας και τη δυστυχία του λαού. Η υλικότητα της οικονομίας και μάλιστα το μέρος που σχετίζεται με τον δανεισμό και τη διαχείριση των σχετικών πόρων επιλέγονται ως προνομιακό πεδίο για την κορύφωση της κριτικής του Μπελογιάννη στο κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό σύμπλεγμα και τη συμμαχία του με το ξένο κεφάλαιο, η δράση των οποίων σκιαγραφείται ως ένα αμοραλιστικό συνεχές συνωμοσιών και δολοπλοκιών σε βάρος του λαού. Ο Μπελογιάννης φιλοδοξεί να αναμετρηθεί με την οικονομική σκέψη του ελληνικού αστισμού, διατυπώνοντας ταυτόχρονα τον αντίπαλο οικονομικό λόγο των κομμουνιστών.

Η διάρθρωση του βιβλίου

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο εξετάζει τη διείσδυση του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα από το 1824 έως το 1940, από τα δάνεια της ανεξαρτησίας έως και τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ακολουθώντας την περιοδολόγηση της ιστορίας των δανείων την οποία πρωτοδιατύπωσε ο Ανδρεάδης και συμπλήρωσαν ο Στεφανίδης και ο Αγγελόπουλος, δηλαδή πρώτη περίοδος 1823-1893, δεύτερη 1893-1922 και τρίτη 1922-1932. Η πινακοθέτηση των σχετικών περιόδων με το ύψος των δανείων, τα ονομαστικά και πραγματικά κεφάλαια, τους τόκους κλπ., είναι πιστή αναπαραγωγή των πινάκων που παραθέτει ο Ά. Αγγελόπουλος στο βιβλίο του Το δημόσιον χρέος της Ελλάδος, στο οποίο αναφέρεται ρητά ο Μπελογιάννης. Στο δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας επιχειρεί μια συστηματική αποτίμηση των συνεπειών του δανεισμού, δημόσιου και ιδιωτικού, για την ελληνική οικονομία, επικεντρωνόμενος σε θέματα όπως η αγροτική οικονομία, η Εθνική Τράπεζα, τα δημόσια οικονομικά κ.ο.κ. Μελετώντας κανείς τη σχετική οικονομική βιβλιογραφία της εποχής (Ανδρεάδης, Αγγελόπουλος, Ζολώτας, Στεφανίδης), που αποτέλεσε τη βασική πηγή για τη συγγραφή του πονήματος του Μπελογιάννη, διαπιστώνει ότι ο συγγραφέας δεν κομίζει κάτι καινούργιο από την άποψη του πραγματολογικού υλικού, όσον αφορά το ύψος των δανείων και τους επαχθείς όρους δανειοδότησης. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, υιοθετεί και τις ίδιες εκτιμήσεις σχετικά με τη διασπάθιση των σχετικών κεφαλαίων και τον αρνητικό ρόλο των δανείων στην αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της χώρας, που υποστηρίζουν οι αστοί οικονομολόγοι του Μεσοπολέμου με τους οποίους συνομιλεί. Η διαφορά έγκειται κυρίως στην υπαγωγή όλης αυτής της περιπέτειας του δανεισμού σ’ ένα μεγάλο σχέδιο, μια μεγάλη συνωμοσία των ξένων με το εντόπιο κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό μπλοκ, που, κατά το συγγραφέα, είχε ως στόχο του την υπονόμευση της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας και την εκμετάλλευση του λαού. Και είναι ακριβώς αυτό το πεδίο στο οποίο διαλέγει ν’ αντιπαρατεθεί με τους συνομιλητές του, κυρίως με τους φιλελεύθερους Ανδρεάδη, Αγγελόπουλο και Ζολώτα, όταν, παρά τις διαπιστώσεις τους για τους επαχθείς όρους του δανεισμού, την κακοδιαχείριση των σχετικών πόρων, τους άστοχους δημοσιονομικούς χειρισμούς των κυβερνήσεων, ή ακόμα την άσκηση οικονομικής πολιτικής με εξωοικονομικά κριτήρια δεν αρνούνται την αναγκαιότητα του δανεισμού αλλά και τη συμβολή του στη μακρά διάρκεια στον εκσυγχρονισμό και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Αντίθετα, πολλές φορές δεν τσιγκουνεύεται θετικά σχόλια για την αντικειμενικότητα της κριτικής και του γενικού σκεπτικισμού για την πολιτική του δανεισμού που εκφράζει ο προστατευτιστής και οπαδός του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου Δ. Στεφανίδης. Το εγχείρημα του Ν. Μπελογιάννη, εκτός από την αυτονόητη κατάταξή του στην παράδοση της κομμουνιστικής φιλολογίας του Μεσοπολέμου, εκ των πραγμάτων εντάσσεται και σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό που χαρακτηρίζεται από την υποχώρηση του οικονομικού φιλελευθερισμού και την κυριαρχία των οικονομικών συνταγών του προστατευτισμού, της αυτάρκειας και της ιδεολογίας του οικονομικού εθνικισμού που ηγεμόνευσαν στη δεκαετία του 1930 και στην Ελλάδα. Η κυριαρχία αυτών των τάσεων βεβαίως δεν εξαντλήθηκε στο οικονομικό επίπεδο αλλά συμπαρέσυρε και όλη την πολιτική παράδοση του φιλελευθερισμού, προς δόξαν των ποικίλων ολοκληρωτισμών της εποχής. Η συντεταγμένη νεωτερικότητα ερχόταν να αντικαταστήσει τη φιλελεύθερη που δοκιμάστηκε σκληρά στη δεκαετία του 1920. Οι κομμουνιστές και ο Μπελογιάννης βεβαίως διαλέγουν το στρατόπεδο του οικονομικού εθνικισμού, όχι τόσο για λόγους οικονομικούς αλλά κυρίως για πολιτικούς. Η αυτάρκεια, ο προστατευτισμός, η εθνική περιχαράκωση προβάλλονται ως τα κατεξοχήν εμπόδια για την ανάσχεση της κοσμοπολίτικης επεκτατικότητας του κεφαλαίου, της οποίας ο δανεισμός αποτελούσε τη σωματοποιημένη αποτύπωση. Στο πλαίσιο αυτό, η δαιμονοποίηση του ξένου κεφαλαίου αποτελούσε οργανικό στοιχείο της κριτικής στο οικονομικό και πολιτικό σύστημα αλλά και μια βασική αφετηρία για τη διατύπωση της επαγγελίας της επανάστασης και του λαοκρατικού μέλλοντος της χώρας, η οποία ωστόσο δεν ευοδώθηκε, γιατί απλώς ήταν αδύνατη.


Η έκδοση του βιβλίου στις παρούσες συνθήκες, με τα δελτία των οχτώ να παίζουν κάθε βράδυ παραλλαγές της φρικαλέας προοπτικής της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας, αποκτά εκ των πραγμάτων μια επικαιρότητα, η οποία προκαλεί μοιραία συνειρμούς, παρωθώντας σε παραλληλισμούς ανάμεσα στις περιπέτειες του τότε και στα πάθη του σήμερα. Όσο με αφορά, πρόθεσή μου ήταν να τοποθετήσω το βιβλίο στο πλαίσιο της εποχής, στην ευρύτερη ιδεολογική διαμάχη του Μεσοπολέμου για το κράτος και τα δημόσια οικονομικά, αντιμετωπίζοντας με κριτικό τρόπο τον λόγο του Μπελογιάννη και των κομμουνιστών, και όχι να αναδείξω τις όποιες ομοιότητες ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα, με στόχο τη δικαίωση της οπτικής του συγγραφέα και για τότε και πολύ περισσότερο για το σήμερα. Η επιλογή μου αυτή δεν σχετίζεται μόνο με το ότι ο αναχρονισμός αποτελεί βαρύ ατόπημα στη σύγχρονη ιστοριογραφία, αλλά και επειδή θεωρώ ότι ο οποιοσδήποτε παραλληλισμός εν προκειμένω, αν δεν τον παρακινεί η πολιτική ιδιοτέλεια, είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένος, απλουστευτικός και εν τέλει άστοχος.

Ο Γιάννης Αντωνίου είναι ιστορικός και διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Το κείμενο αποτελεί σύνοψη της εισαγωγής του στο βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα».

Νίκος Μπελογιάννης
Ο ρόλος του ΔΟΕ
(απόσπασμα από τη μελέτη «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα», Άγρα 2010, σ. 370-371)

Ο ΔΟΕ είναι ένα από τα δώρα που χάρισε στην Ελλάδα η πολιτική των αστοκοτζαμπάσηδων και το ξένο κεφάλαιο. Είναι το σήμα κατατεθέν της ιεράς συμμαχίας των ντόπιων με τους ξένους κεφαλαιούχους. Όλος ο κόσμος βουίζει πως η επιβουλή του αποτέλεσε και αποτελεί σοβαρή μείωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας. Και όμως εμείς, η «επίσημη» Ελλάδα, καμαρώνουμε γιατί τάχα ο ΔΟΕ έσωσε την Ελλάδα!
Δεν είναι λίγοι οι αστοί πολιτικοί και οικονομολόγοι που τον υμνήσανε και τον δοξολογήσανε επειδή, καθώς λένε, έσωσε τον τόπο μας από την οικονομική καταστροφή.
Ανάφερα αρκετά στο κεφάλαιο που περιγράφω τον τρόπο της επιβολής του. Ακόμα κι ο Άγγελος Αγγελόπουλος το 1937 έγραφε ότι «η εγκαθίδρυσις του ελέγχου είχεν αναμφισβητήτως αγαθά αποτελέσματα επί της ελληνικής οικονομίας».
Το πιο αξιοθρήνητο για την κυρίαρχη τάξη είναι που προσπαθεί να ξεμοναχιάσει την οικονομική πλευρά του ζητήματος, χωρίς να δίνει καμιά σημασία στην πολιτική, χωρίς να δίνει καμιά σημασία στην πολιτική, προσπαθεί να ξεχωρίσει το ΔΟΕ από τους ξένους τοκογλύφους, λες κι αποτελεί κανένα ανεξάρτητο οικονομικό οργανισμό που δουλεύει για τα συμφέροντα της χώρας.
Εκεί είναι πιο εύκολο να θολώσεις τα νερά με χίλιους δυο ταχυδακτυλουργικούς λογαριασμούς και με γελοία σοφίσματα. Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική.
Ο ΔΟΕ επιβλήθηκε με τη βία από το ξένο κεφάλαιο και τους ντόπιους αστοκοτζαμπάσηδες, με μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει μια για πάντα τα συμφέροντα των ξένων και ντόπιων τοκογλύφων. Όταν πάρουμε σαν βάση αυτή την ολοφάνερη διαπίστωση, τότε αμέσως βγαίνει το συμπέρασμα ότι όποιος παινεύει το ΔΟΕ ή είναι άθλιος πράκτορας αυτών που μας τον επιβάλανε ή δεν ξέρει τι του γίνεται και λέει κουραφέξαλα.
Γιατί είναι αφάνταστο ένας ληστρικός οργανισμός, που μοναδικός του σκοπός είναι να ξεζουμίζει το λαϊκό εισόδημα μιας χώρας, να συντελεί ταυτόχρονα και στην πρόοδο αυτής της χώρας!
Όλο τον 20ό αιώνα, ο λαός μας γίνεται όλο φτωχότερος και μια από τις κυριότερες αιτίες είναι ότι το ότι ένας μεγάλο μέρος από το εθνικό εισόδημα πήγαινε στο εξωτερικό ή συγκεντρώθηκε στα χέρια των ντόπιων πλουτοκρατών. Και το έργο αυτό ανάλαβε να το εκτελεί ο ΔΟΕ. Έτσι, σιγά σιγά, το αγαπημένο τούτο παιδί τους γινόταν ο εισπράκτορας και ταμίας του λαϊκού ιδρώτα, που τον μάζευε με τη μορφή φόρων και δασμών, για να τον στείλει στους ξένους, μα και στους δικούς μας τοκογλύφους.
Οι θεωρητικοί απολογητές του όμως δεν περιορίζονται σε γενικές γνώμες, μα φέρνουν και συγκεκριμένα επιχειρήματα. Εκείνο που κανοναρχάνε πιο συχνά είναι ότι ο ΔΟΕ πέτυχε τη νομισματική και συναλλαγματική μας εξυγίανση. Απ’ αυτή όμως την εξυγίανση μόνο ο ΔΟΕ βγήκε περισσότερος κερδισμένος, γιατί έτσι, καθώς είδαμε, μας άρμεγε καλύτερα και συστηματικότερα. Δεν την προκάλεσε όμως αυτός, ίσα ίσα, το άγριο ξεζούμισμα του αναιμικού μας προϋπολογισμού θα ’φερνε με μαθηματική ακρίβεια καινούργιο πληθωρισμό μόλις θα ’λειπαν καινούργια δάνεια. Τη σταθεροποίηση της δραχμής την προκάλεσε την περίοδο εκείνη πρώτα πρώτα η αύξηση του εθνικού εισοδήματος και των εξαγωγών μας και κοντά σ’ αυτό τα κέρδη της ναυτιλίας και τα εμβάσματα των ομογενών, που άρχισαν τότε να μπαίνουν στην Ελλάδα.

https://enthemata.wordpress.com/

Υπάρχει στο Διαδίκτυο

Ξεκινάει το Σεμινάριο Ιστορίας Κινηματογράφου στην Αθήνα την Κυριακή 1ου Νοεμβρίου 2020 στις 16.00.  Παρακαλώ τακτοποιήστε το Θέμα της εγγραφής σας όσοι δεν το έχετε κάνει. 

[ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΠΑΤΡΑΣ Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2020-2021 και Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου 2020-2021 Παρουσίαση-Ανοιχτό Μάθημα το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020 στις 16.00 στο Dansarte της Τατιάνας Λοβέρδου ΚΑΡΟΛΟΥ 1 ΚΑΙ ΟΘΩΝΟΣ ΠΑΤΡΑ. Δηλώστε συμμετοχή και για την παρουσίαση λόγω των υγειονομικών μέτρων στο 6944143564 όπου μπορείτε να πάρετε πληροφορίες αναλυτικά και να εγγραφείτε στα Σεμινάρια] 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: