Η Βούλα Παπαϊωάννου και O Ανθρωπιστής Φωτογράφος | Κορυφαία Ελληνίδα Φωτογράφος του 20ου Αιώνα

Παπαϊωάννου Βούλα

Η Βούλα Παπαϊωάννου Γεννήθηκε το 1898 στη Λαμία τρίτο παιδί από από τα πέντε της Αφροδίτης και του Αξιωματικού Θεοχάρη Παπαϊωάννου. Έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στη θαλπωρή και την τάξη μιας καλοβαλμένης αστικής οικογένειας των αρχών του αιώνα. Η ανατροφή της στηρίχθηκε στην αγάπη για την πατρίδα την κοινωνική συνεισφορά, την έφεση για καλλιέργεια, την εργατικότητα και τη συνέπεια, αρχές που σταθερά ακολούθησε στο έργο της.
Το έντονο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική την ώθησε να ακολουθήσει σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών και συγχρόνως της έδωσε το έναυσμα για την ενασχόλησή της με τη φωτογραφία.

Ο αγαπημένος αδελφός της Τάκης που χάθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα το 1947, μύησε τη Β. Π. στην τέχνη και το μεράκι της φωτογραφίας. Κοντά στο γνωστό φωτογράφο, Πάνο Γεραλή, αδελφό των ζωγράφων Αποστόλου και Λουκά, μυήθηκε στα μυστικά της φωτογραφικής τέχνης γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’30. Η πρώτη της επαγγελματική δουλειά έγινε το 1939 σε συνεργασία με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Την περίοδο της Κατοχής με την κάλυψη της Ελβετικής επιτροπής του Διεθνούς Ερυθρού σταυρού αποτύπωσε τις τραγικές εικόνες της περιόδου. Τα χρόνια της μεταπολίτευσης, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, αναλαμβάνει τη διεύθυνση του φωτογραφικού τμήματος της Ούνρα UNRRA (United Nations Rehabilitation Relief Aid). Ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα και καταγράφει τις καταστροφές και τις συνθήκες ζωής της υπαίθρου.
Καταξιωμένη πλέον φωτογράφος, με εκθέσεις και δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά, περιοδεύει στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά με δική της πρωτοβουλία, ή σε συνεργασία με τον Οργανισμό Τουρισμού, με στόχο το ελληνικό τοπίο, την ελληνική γη, τα θραύσματα του αρχαίου κόσμου.
Το 1952 γίνεται μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας και της διεθνούς FIAR. Το 1990 φεύγει απ’τη ζωή αφήνοντας πίσω της ένα πλούσιο και σημαντικότατο έργο που εμπιστεύθηκε στο Φωτογραφικό Αρχείο Μπενάκη. Οι φωτογραφίες της ταξίδεψαν στην Ελλάδα και σε ευρωπαϊκές πόλεις κατατάσσοντας τη δημιουργό τους στο διεθνές πάνθεον των φωτογράφων ανάμεσα στους μεγάλους εκπροσώπους τους ανθρωπιστικού ρεύματος. Φωτογραφίες της έχουν δημοσιευθεί στο «Illustrated London News» και σε άλλα διεθνή περιοδικά.

Μεταξύ άλλων έχουν εκδοθεί τα λευκώματα: La Grèce à ciel ouvert, photographies de Voula Papaioannou (κείμενα Pierre Jacquet), Lausanne, La Guilde du Livre, 1953, Iles Grecques, images Voula Papaioannou (κείμενα Μιμίκα Κρανάκη), Lausanne, La Guilde du Livre, Clairefontaine, 1956, Βούλα Παπαϊωάννου: Φωτογραφικές αναφορές 1940-1960, Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη Φωτογραφικό Αρχείο – Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τραπέζης, 1994, Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη (κείμενα Φανή Κωνσταντίνου, Πλάτων Ριβέλλης, Johanna Weber, Τασούλα Βερβενιώτη), Αθήνα, Άγρα – Μουσείο Μπενάκη, 2006.
Η Βούλα Παπαϊωάννου εντάσσεται στο ρεύμα της «ανθρωπιστικής φωτογραφίας» που αναπτύχθηκε ως αντίδοτο της κατάλυσης των ανθρωπίνων αξιών εξαιτίας του πολέμου. Ο αγώνας των συμπατριωτών της για επιβίωση, όπως αποτυπώθηκε από το φακό της με σεβασμό, καθαρή ματιά και διακριτική συμμετοχή, αποκτά παγκοσμιότητα και αντανακλά την πίστη στη δύναμη του απλού ανθρώπου και στην αξία της ζωής.

 κείμενο: Τσιούρη θεοδώρα, (αναδημοσίευση)

O Ανθρωπιστής Φωτογράφος
Μερικές φορές τα λόγια είναι πολύ φτωχά για να αποτυπώσουν το μέγεθος, τη βαρύτητα του έργου και της συμβολής κάποιων ανθρώπων. Τι να πει κανείς για το φωτογραφικό έργο της Βούλας Παπαϊωάννου που είναι ολόκληρη η Ελλάδα! Οι φωτογραφίες της αποτελούν ακτίδες φωτός για την εύρεση του είναι μας. Καταγράφουν την ιστορία του πληγωμένου μας τόπου. Μιας χώρας που λεηλατήθηκε ανελέητα από πολέμους, εμφυλίους, επανωτές συμφορές… Μνήμη, συγκίνηση, αλήθεια, πόνος και λύτρωση είναι οι φωτογραφίες μνημεία της Βούλας Παπαϊωάννου για να θυμίζουν τις ρίζες μας και να κραυγάζουν για τους κινδύνους του σήμερα. Συνείδηση αυτοκριτική και ζωή μέσα απ’ το θάνατο. Ό,τι χρειάζεται η χώρα μας για να υπάρξει μέσα απ’ τις λεηλασίες του σήμερα και να προχωρήσει πραγματικά μπροστά αγέρωχη όπως αξίζει στους Έλληνες. Φωτογραφίες αέναη πηγή, χνάρια που κάνουν τον άνθρωπο.

Ο Διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη κ. Άγγελος Δεληβορριάς στον αποχαιρετιστήριο λόγο του χαιρέτησε τη Βούλα Παπαϊωάννου στο Α’ Νεκροταφείο με τα εξής λόγια: «Ο τελευταίος χαιρετισμός προς τη Βούλα Παπαϊωάννου είναι μία οφειλή της Ελλάδας απέναντι στον ταπεινό καταγραφέα της εποποιίας της, ένα χρέος στον ψυχικό πλούτο μιας ζωής που αναλώθηκε για να αποτυπώσει το ιστορικό βίωμα. Στην αισθαντικότητα του μεγάλου καλλιτέχνη που υπηρέτησε πιστά τη μικρή αυτή χώρα, με μια απλή φωτογραφική μηχανή στον ώμο και με τα μάτια της καρδιάς». Ο Άλκης Ξανθάκης ESFIAP, Ιστορικός Φωτογραφίας χωρίζει χρονικά το έργο της σε τρεις περιόδους της ελληνικής φωτογραφίας: «Ξεκίνησε στα τέλη της εικοσαετίας 1920-40, εργάστηκε στο κοινωνικό φωτορεπορτάζ στη δεκαετία 1940-50 και ασχολήθηκε με την καλλιτεχνική φωτογραφία τα επόμενα δέκα χρόνια. Ουσιαστικά όμως το δημιουργικό της έργο ξεκινά, με ιδιαίτερα δυναμικό τρόπο, με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.»

Η Φανή Κωνσταντίνου, Υπεύθυνη του Φωτογραφικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη, γράφει για την κορυφαία φωτογράφο: «Είμαστε στην Κατοχή, στις εφιαλτικότερες ημέρες της Κατοχής… με τον τρόμο της πείνας επάνω στα πρόσωπα, με τον κίνδυνο, με το θάνατο. Τότε έπαιρνε την φωτογραφική της μηχανή, όπως παίρνει ένας άνδρας το ντουφέκι του, το πιστόλι του και χαμένη μέσα στον κόσμο έκανε αντίσταση του ματιού της ελληνικής μνήμης. Τον καιρό που το μάτι έβλεπε μόνο με την καρδιά κι η μνήμη ήτανε η τιμή μας, το τελευταίο που μας έμεινε.» (βλ. Η Καθημερινή «Επτά Ημέρες» Η Ελλάδα του 1940-1960 Με το Φακό της Βούλας Παπαϊωάννου) «Το υλικό αυτό η φωτογράφος διαφύλαξε ευλαβικά ως το 1976 όπου ηλικιωμένη πλέον αποφάσισε να το εμπιστευθεί στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, μαζί με το σύνολο του φωτογραφικού της έργου. Δώδεκα χιλιάδες αρνητικά, πολλές φωτογραφίες και λευκώματα που ταξινομήθηκαν προσεχτικά και στη συνέχεια παραδόθηκαν στην νεότερη ιστορία του τόπου μας». Η πρώτη επαγγελματική της δουλειά πραγματοποιήθηκε το 1939 όπου αποτύπωσε κάτω από την εντολή του διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αλέξανδρου Φιλαδέλφεια, τους ελληνικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς προκειμένου να τυπωθούν επιστολικά δελτάρια (καρτ ποστάλ), με εκπληκτική ιδιαίτερη ματιά αναδεικνύοντας το κάλλος και την ιδιαιτερότητα του πολιτισμού μας. Το ελληνικό τοπίο και οι αρχαιότητες θα επανέρχονται συνεχώς στο έργο της.
Με την κήρυξη του πολέμου του ’40’ η Βούλα Παπαϊωάννου έδωσε και αυτή τη δική της φωτογραφική μάχη μαζί με ολόκληρο τον ελληνικό λαό που αγωνιζόταν για την επιβίωση. Ο φακός της θα αποτυπώσει τον αποχαιρετισμό των στρατευμάτων, τη φροντίδα των πρώτων τραυματιών και την προετοιμασία για την αντιμετώπιση των έκτακτων αναγκών της πρωτεύουσας. Με κοινωνική συνείδηση, ανθρωπιά και μεγαλείο ψυχής θα κατορθώσει με το φωτογραφικό της φακό και την κάλυψη της Ελβετικής επιτροπής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, να φωτογραφίσει τα νοσοκομεία, τους αναπήρους… τα σκελετωμένα παιδιά και τους λιμοκτονούντες ενήλικες κατά το διάστημα 1940-1944. Φωτογραφίες πραγματικά συγκλονιστικές….
Το υλικό αυτό με τη βοήθεια του χαράκτη Ι. Κεφαλληνού θα γίνει χειροποίητο λεύκωμα και θα φυγαδευτεί στο εξωτερικό καταγγέλλοντας στην παγκόσμια κοινή γνώμη το ανοσιούργημα που επιτελέστηκε στην ελληνική πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι της Αθήνας επιστρατεύουν τις σωματικές και ηθικές τους δυνάμεις για να κρατηθούν στη ζωή. Η απόγνωση, το παράλογο έγκλημα επισημάνθηκαν τέλεια στην αρχή του λευκώματος όπου αντί προλόγου παραθέτει τους ακόλουθους εύγλωττους στίχους του Ευριπίδη: «Τι με χρη σιγάν; Τι δε μη σιγάν; Τι δε θρηνήσαι;» Την ατμόσφαιρα αυτού του τραγικού χειμώνα 1941-42, αποδίδει τόσο χαρακτηριστικά η Ρίτα Μπούμη Παπά στο διήγημά της «Στις σκάρες της Ομόνοιας»: «Ένα καρότσι φτιαγμένο από κάσες που το σπρώχναν κάτι ξυπόλητοι, μισόγδυτοι και πεινασμένοι άγγελοι. Τα παιδιά. Μ’ένα τέτοιο καρότσι πολέμαγαν το θάνατο τα πιτσιρίκια. Και καμιά φορά μάλιστα τον νικούσαν! … Ήταν αληθινή η κουβέντα του, πως στις σκάρες της Ομόνοιας πεθάνανε τουλάχιστο ζεστά. Γι’αυτό πολλοί σαν φτάνανε στο νυν και αεί, τρέχαν να πάρουν θέση. Να ξαπλώσουν. Μα δεν χωρούσαν κι όλοι. Και κράταγαν σειρά. Σαν πέθαινε κανένας, έτρεχε ευθύς ο αστυφύλακας και φρόντιζε για τη μεταφορά του. Ερχόταν το καρότσι και τον έπαιρνε. Τότε η θέση άδειαζε. Την έπιανε εκείνος που είχε σειρά. Εκτός, αν ήτανε νέος πολύ και ο κατοπινός γέροντας. Τότε υποχωρούσε ο μπροστινός…».

Οι εκτιμήσεις μεταπολεμικών δημοσιευμάτων υπολογίζουν τα θύματα της πείνας σε 360.000 νεκρούς. Πιο πρόσφατες μελέτες τους εκτιμούν από 100.000 έως 300.000. Οι φωτογραφίες αυτές που μπορεί να δει ο επισκέπτης της έκθεσης πραγματικά τραντάζουν συθέμελα τον άνθρωπο και δεν μπορούν ν’αφήσουν ασυγκίνητο τον επισκέπτη. Φωτογραφίες εξάλλου από το Βρεφοκομείο, από τις ουρές των συσσιτίων και από τις διανομές ιματισμού και συσσιτίων, αποτυπώνουν αυτό που η ιστορία αποσιωπά. Την καθημερινή αντίσταση του άμαχου πληθυσμού. Με την αποχώρηση των γερμανών, η φωτογράφος δεν καταγράφει μόνο τους έξαλλους πανηγυρισμούς του λαού μας για την απελευθέρωση αλλά και τα συγκλονιστικά μηνύματα των φυλακισμένων στις φυλακές Μέρλιν που άφησαν πίσω τους λίγο πριν θυσιαστούν για την ελευθερία.
Σημειωτέον ότι οι φυλακές κατεδαφίστηκαν το 1970, σε έναν τόπο όπου «η μνήμη θεωρείται επουσιώδης υπόθεση!…», αποτελώντας σήμερα μοναδική μαρτυρία. Κατά την περίοδο του Εμφυλίου όπου η Ελλάδα δοκιμαζόταν από τον πιο στυγνό αδελφοκτόνο πόλεμο, η Βούλα Παπαϊωάννου θ’αναλάβει τη διεύθυνση του φωτογραφικού τμήματος της Ούνρα (U.N.R.R.A.) (United Nations Rehabilitation Relief Aid), συμμαχική οργάνωση που στέλνει δωρεάν βοήθεια σε τρόφιμα και ρουχισμό στις σκληρά δοκιμαζόμενες περιοχές. Ταξιδεύοντας από τη Μακεδονία ως την Κρήτη και αποτυπώνοντας με τον φωτογραφικό της φακό τις καταστροφές και τις συνθήκες ζωής των κατοίκων της υπαίθρου, συγκέντρωσε πολύτιμα ιστορικά και κοινωνικά τεκμήρια για τη μεταπολεμική Ελλάδα.
Μοναδικές προσωπογραφίες παιδιών, μανάδων και οικογενειών όπως τυφλό παιδί που προσπαθεί ρακένδυτο με το ανοιχτό βιβλίο στο χέρι του να μάθει διαβάζοντας με την αφή του, κοριτσάκι όπου χαμογελά στηριγμένο σε πατερίτσες δίχως το ένα του πόδι, αγέροχες μαυροντυμένες γυναίκες, υποσιτισμένες μάνες της κατοχής που στηρίζουν την οικογένεια, θυλάζουν τα εξαντλημένα παιδιά με το γάλα της στέρησης, ρακένδυτα παιδιά, ερειπωμένα χωριά… αισθανόμενος απέραντο θαυμασμό για την αξιοπρέπεια, τη δύναμη και την εσωτερική ελευθερία του απλού έλληνα…
Ο αγωνιζόμενος έλληνας που έμαθε να αντέχει, να αντιπαλεύει και να επιβιώνει ακόμη και στα πιο ισχυρά χτυπήματα, αποτυπώνεται σε φωτογραφίες της Β. Παπαϊωάννου σε όλη την Ελλάδα και την Ήπειρο. Μαθήματα στην ύπαιθρο το 1946, εξαιτίας της απουσίας σχολικών κτιρίων και θρανίων στα καμένα χωριά της Ηπειρωτικής γης, ο συλλογικός μόχθος της ανέγερσης και ανόρθωσης της κατεστραμμένης από τον πόλεμο πατρίδας, μαθήματα ύφανσης και κεντητικής από την αποστολή στήριξης της U.N.R.R.A. και τόσες υπέροχες εικόνες ζωής μέσα από το θάνατο, απεικονίζει με το φωτογραφικό της φακό.
Ο Κώστας Μπαλάφας γράφει χαρακτηριστικά για την φωτογράφο: «Η Βούλα Παπαϊωάννου ήταν μία προικισμένη φωτογράφος με σπάνια χαρίσματα και αισθητική καλλιέργεια που έκαμε από κάθε έννοια εθνική φωτογραφία… Ξεχώριζε απ’τους γνωστούς φωτογράφους του καιρού της τόσο για την καθαρότητα της δουλειάς της όσο και για την προσπάθεια τολμηρών αναζητήσεων στη φωτογραφική έκφραση και την τεχνική πρακτική. Είναι απ’ τους λίγους που έκαμαν ποίηση με τη φωτογραφία και η μόνη απ’τους παλιούς φωτογράφους που άφησε έργο κοινωνικού προβληματισμού με διεισδυτική ματιά, καλοσύνη και ποιότητα ανθρωπιάς».

«Το αγαθό της ελευθερίας στάθηκε πάντα ακριβό για τους Έλληνες και στοίχισε αμέτρητες συμφορές σε αίμα και δάκρυα. Γι’αυτό είναι ανάγκη ο λαός να ξέρει το χρέος του και να τιμά τη μνήμη αυτών που υπέφεραν ή έπεσαν γι’ αυτές τις αξίες. Αυτοί ήταν οι αγωνιστές της γενιάς του ’40’ που εξαγόρασαν με το αίμα τους το δικαίωμα να ζουν λεύτεροι και μια από τις τόσες άξιες γυναίκες που αγωνίστηκαν ήταν η Βούλα Παπαϊωάννου».
Aξίζει πραγματικά να επισκεφθεί κάθε Hπειρώτης, κάθε έλληνας την έκθεση της φωτογράφου που ο φωτογραφικός της φακός είναι η Ελλάδα. Αυτή που χάνεται στους γρήγορους ρυθμούς των πόλεων και καταστρέφεται συστηματικά από τις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες όπου ο άνθρωπος δεν αποτελεί πρωταρχική αλλά ύστατη αξία καθώς το όραμα του σύγχρονου κόσμου αναλώνεται κυρίως ή αποκλειστικά στο κέρδος, στην εγωιστική υλική αυταπάτη της ευμάρειας και της κοινωνικής ανέλιξης σε βάρος κάθε ανθρώπινης αξίας στις ατομικιστικές αμοραλιστικές κοινωνίες που ζούμε, τον απάνθρωπο, τεχνοκρατικό και βάναυσο κόσμο μας. Το μοναδικό της έργο αποτελεί αντίσταση, πηγή ζωής, ήθους και αξιοπρέπειας. Ένα διαρκές σχολείο, γνώσης, αυτογνωσίας, έμπνευσης και ελευθερίας, όπως ακριβώς είναι ο έλληνας, και ο πολιτισμός του.
Η Βούλα Παπαϊωάννου κατέχει μια εξέχουσα θέση ανάμεσα στους εκπροσώπους της ανθρωπιστικής φωτογραφίας. Την κρίσιμη για την Ελλάδα δεκαετία του ’40 έστρεψε το φακό της προς τον απλό άνθρωπο που σιωπηρά έφερε στους ώμους του το βάρος των ιστορικών γεγονότων. Η απόδοση από την ευαίσθητη ματιά της του γενναίου αγώνα που έδωσε ο άμαχος πληθυσμός της χώρας της «καταχωρίζεται», όπως αναφέρει ο Αγγελος Δεληβορριάς, «στα όχι καλά μελετημένα κεφάλαια μιας υποβαθμισμένης αλλά μεγαλόπνοης ιστορίας: της περιπέτειας του Ανθρώπου που δεν παύει ποτέ να διεκδικεί τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στα δρώμενα των εκάστοτε περιστάσεων».
Σημαντική στιγμή της δημιουργίας αυτών των χρόνων αποτελεί η έκδοση του «Μαύρου Λευκώματος» της Κατοχής. Το χειμώνα του ’41-’42, η Β. Παπαϊωάννου φωτογράφισε παιδιά και ενήλικους που η ασιτία είχε οδηγήσει στα πρόθυρα του θανάτου. Το 1943 η φωτογράφος ζήτησε από τον χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνό να αναλάβει το σχεδιασμό ενός χειροποίητου λευκώματος με το συγκλονιστικό αυτό υλικό. Το «Μαύρο Λεύκωμα», όπως η ίδια το αποκάλεσε, περιλαμβάνει 83 φωτογραφίες με πορτρέτα σκελετωμένων παιδιών και ενηλίκων, επικολλημένες σε 56 φύλλα από μαύρο χαρτόνι. Το σκληρό εξώφυλλο επίσης είναι κατάμαυρο, χωρίς τίτλο.
«Το σύνολο του έργου της», τονίζει η Φανή Κωνσταντίνου , «αποτελεί ένα σημαντικό ντοκουμέντο ιστορικής αξίας, μολονότι δεν απαθανατίζει σημαντικά γεγονότα, προσωπικότητες της δημόσιας ζωής ή πολεμικές συγκρούσεις. Με διακριτικότητα, σεβασμό και συγκρατημένη συναισθηματική συμμετοχή …κατορθώνει να συλλάβει βλέμματα, εκφράσεις και χειρονομίες, που υπαινίσσονται μάλλον παρά καταγράφουν, που δονούν τις αισθήσεις παρά αφηγούνται. Χάρη μάλιστα στις φωτογραφικές της αρετές, τη λιτότητα στην έκφραση και την αφαίρεση περιγραφικών λεπτομερειών, συχνά τα θέματά της αποκτούν διαχρονικότητα και αντανακλούν την πίστη στην ανθρώπινη δύναμη, αλλά και την αισιοδοξία που πηγάζει μέσα από ανατρεπτικές καταστάσεις».
Τη δεκαετία του 1950, η Β. Παπαϊωάννου έδωσε την προσωπική της φωτογραφική εκδοχή για το ελληνικό τοπίο, σε σχέση με τους ανθρώπους της υπαίθρου και με τα απομεινάρια της ιστορίας του. Αποτυπώνει φωτογραφικά την ελληνική ύπαιθρο, συχνά συμμετέχοντας σε εξορμήσεις της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας, της οποίας υπήρξε σημαντικό μέλος. Η τραχιά γη, οι ηλιόλουστες παραλίες, τα κάτασπρα γεωμετρικά σπίτια, το άπλωμα των διχτυών από τους ψαράδες, γίνονται συχνά φωτογραφικά στερεότυπα που αποδίδονται με γραφικότητα.

 

Πορτραίτα Ιστορίας: Βούλα Παπαϊωάννου – Δημήτρης Χαρισιάδης 1940-1960
5 Απριλίου 2017
Την Πέμπτη 6 Απριλίου 2017, στις 20.00, θα γίνουν τα εγκαίνια της έκθεσης «Πορτραίτα Ιστορίας. Βούλα Παπαϊωάννου – Δημήτρης Χαρισιάδης 1940-1960. Έργα από τα Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη», στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (Αποθήκη Α’, 1ος όροφος, Λιμάνι).

Η έκθεση παρουσιάζει φωτογραφίες των Παπαϊωάννου- Χαρισιάδη, δύο κορυφαίων φωτογράφων του 20ου αιώνα, στις οποίες αποτυπώνεται η Ελλάδα κατά το κρίσιμο διάστημα 1940-1960, που περιλαμβάνει τη γερμανική κατοχή, την Α’ μεταπολεμική περίοδο και την ανασυγκρότηση.

Βούλα Παπαϊωάννου, Καθρέφτης στην αυλή σχολείου, 1946

Στην έκθεση περιλαμβάνει 200 περίπου έργα, καθώς και άλλο πρωτότυπο ιστορικό υλικό, μαζί με δύο πορτραίτα των φωτογράφων από την τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ. Ακόμη, παρουσιάζονται σε πλήρη μορφή, τα δύο σπάνια κατοχικά λευκώματα τα: «Μαύρο Λεύκωμα» της Βούλας Παπαϊωάννου και «Σούπα του παιδιού» και «ΙΚΑ Πειραιώς» του Δημήτρη Χαρισιάδη, όπου αντανακλάται το σκληρό πρόσωπο του Πολέμου και ο αγώνας για επιβίωση.

Κατά τη διάρκεια της έκθεσης, το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης θα διοργανώσει παράλληλες δράσεις (προβολές, εκδηλώσεις λόγου, κ.ά.).

Οι επιμελητές της έκθεσης, Αλεξάνδρα Μόσχοβη και Μανώλης Σκούφιας, σημειώνουν τα εξής:

«Η έκθεση παραβάλλει το βλέμμα δύο φωτογράφων στα μέσα του εικοστού αιώνα, που κατέγραψαν συστηματικά μια μεταβατική πολιτικά, αβέβαιη οικονομικά και εμπερίστατη κοινωνικά περίοδο της Ελλάδας. Η Βούλα Παπαϊωάννου και ο Δημήτρης Χαρισιάδης, σχεδόν αυτοδίδακτοι στη φωτογραφία, ωριμάζουν δημιουργικά κατά την εικοσαετία 1940-1960. Οι φωτογραφίες τους από τον πόλεμο και την περίοδο της ανασυγκρότησης, αποτελούν κατεξοχήν δείγματα του φωτογραφικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, όπως αυτός εκφράστηκε μέσα από δύο κυρίαρχες κατευθύνσεις: την ανάδειξη της «καθαρής» (ή «ανόθευτης» κατά τον Χαρισιάδη) φωτογραφίας, αλλά και την ανάπτυξη ενός νέου είδους ανθρωπιστικής φωτογραφίας κοινωνικής καταγραφής. Αμφότεροι ιδρυτικά μέλη της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας (1952), χωρίς να απομακρύνονται πλήρως από τις αρχαιολογικές, λαογραφικές εμφάσεις και τον εν γένει συντηρητισμό της, καταφέρνουν να αναπτύξουν ένα ιδιαίτερο βλέμμα στο επαγγελματικό και προσωπικό τους έργο. H επαγγελματική τους δραστηριότητα στη μεταπολεμική περίοδο αποτελείται κατά βάση από αναθέσεις: αρχικά από διεθνείς οργανισμούς αρωγής και κατόπιν από εγχώριους κρατικούς οργανισμούς. Το προσωπικό τους έργο, όπως αυτό προβάλλεται σε εκδόσεις και εκθέσεις της εποχής, επικεντρώνεται σε οιονεί σημεία ελληνικότητας: το εθνικό τοπίο, έθιμα και παραδόσεις, η ζωή στην ύπαιθρο, το ελληνικό πνεύμα.

Δημήτρης Χαρισιάδης Σίφνος, Μάιος 1956.

Χρονικά, η έκθεση ξεκινά με φωτογραφίες από το Αλβανικό Μέτωπο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Η Παπαϊωάννου χρησιμοποιεί τη δραματουργία του «ανθρώπινου ντοκουμέντου», είδος φωτογραφίας καταγραφής που εμφανίστηκε στην Αμερική τη δεκαετία του 1930, για να αποδώσει την τραγικότητα στο βλέμμα της μάνας που αποχωρίζεται τον γιο στην επιστράτευση, την καρτερικότητα αυτών που συνωστίζονται στα υπαίθρια συσσίτια, την απόγνωση των λιμοκτονούντων τον χειμώνα του 1941-42. Από τις πρώτες φωτογραφίες του στο Αλβανικό Μέτωπο, ο Χαρισιάδης διατηρεί μια εξίσου άμεση αλλά πιο αποστασιοποιημένη προσέγγιση. Οι εικόνες του από το Ι.Κ.Α. Πειραιώς, για παράδειγμα, θυμίζουν ανθρωπομετρικές φωτογραφίες του προηγούμενου αιώνα, παρουσιάζοντας τους «οιδηματίες» γυμνούς χωρίς συνθετική ή σκηνοθετική επιτήδευση.

Η αισθητική στροφή στο βλέμμα των δύο φωτογράφων, γίνεται απτή στον κορμό της έκθεσης που εστιάζει στην ερμηνεία της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της χώρας. Ως φωτογράφος της UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration), η Παπαϊωάννου θα καταγράψει όλες τις δράσεις του οργανισμού, από τις πρώτες αποστολές των προμηθειών, τη διακίνηση τροφίμων και ρουχισμού στις πόλεις και στην επαρχία, έως την εκπαίδευση του πληθυσμού σε νέες τεχνολογίες. Ταυτόχρονα, εικονογραφεί τη δραματική διάσταση του Εμφυλίου και της δύσκολης διαβίωσης στην ελληνική επαρχία: τα καμένα χωριά, τις βομβαρδισμένες υποδομές, τις μαυροφορεμένες γυναίκες, τα ρακένδυτα παιδιά στα υπαίθρια σχολεία. Αντίθετα, κατ’ ανάθεση του Υπουργείου Ανασυγκρότησης και διεθνών αποστολών, οι φωτογραφίες του νεοσύστατου δημοσιογραφικού πρακτορείου «Δ. Α. Χαρισιάδη», σκιαγραφούν την εικόνα μιας χώρας που μοιάζει να αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της: βιομηχανικά κτήρια και κατασκευές δεσπόζουν στο τοπίο και χαρωποί εργάτες χειρίζονται μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας στα νέα εργοστάσια. Οι επαγγελματικές αναθέσεις των δύο φωτογράφων, επέβαλαν ένα σαφές πλαίσιο αναφοράς το οποίο καθόριζε, όχι μόνο την οπτική ερμηνεία των γεγονότων, αλλά και την ίδια τη φωτογραφική πρακτική, μετατοπίζοντας το βάρος από την «ανόθευτη» φωτογραφία, σε μια ενορχηστρωμένη φωτογραφία καταγραφής.

Ωστόσο, την ίδια περίοδο, οι φωτογράφοι δημιούργησαν σημαντικό προσωπικό έργο στο περιθώριο των προαναφερόμενων αναθέσεων. Τα λευκώματα της Παπαϊωάννου Hellas (1949), La Grèce à ciel ouvert (1952) και Iles Grecques (1956) συνδυάζουν τη φωτογραφική απεικόνιση της αρχαίας και μεσαιωνικής κληρονομιάς με απόψεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, που η φωτογράφος απαθανάτισε κατά την εντεταλμένη περιοδεία της στην επαρχία. Παράλληλα, με τις επαγγελματικές του αποστολές στην επικράτεια και ακολουθώντας το ευφορικό συναίσθημα της μεταπολεμικής ανθρωπιστικής φωτογραφίας, ο Χαρισιάδης σκιαγράφησε σε δεξιοτεχνικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, μια ρομαντική προ-βιομηχανική όψη της χώρας στα βουκολικά τοπία, στην τοπική αρχιτεκτονική, στα παραδοσιακά επαγγέλματα.

Οι σχέσεις που αναπόφευκτα αναπτύσσονται με την παραβολή των φωτογραφιών στην παρούσα έκθεση αναδεικνύουν, όχι μόνο τις διαφορετικές ερμηνείες της Ιστορίας, αλλά και τα μορφολογικά και οντολογικά στοιχεία που συνθέτουν τον μοντερνιστικό κανόνα στην ελληνική φωτογραφία, στα μέσα του εικοστού αιώνα. Παρότι οι αντιλήψεις περί ρεαλιστικής απεικόνισης, εξιδανίκευσης και αληθοφάνειας είναι πολύ διαφορετικές σήμερα, ο τρόπος με τον οποίο οι δύο φωτογράφοι απεικόνισαν την κρίση και την ανασυγκρότηση, μπορεί να προσφέρει ένα σημείο αναστοχασμού για τη σύγχρονη ελληνική φωτογραφία».


Δημήτρης Χαρισιάδης

Ο Δημήτρης Χαρισιάδης (1911-1993)[1], σπούδασε Χημεία στη Λοζάνη, ενώ η φωτογραφία από νωρίς τράβηξε το ενδιαφέρον του. Αφετηρία της φωτογραφικής του πορείας αποτέλεσε το αλβανικό μέτωπο (1940), όταν ο Χαρισιάδης ως έφεδρος αξιωματικός και επίσημος φωτογράφος του στρατού, απαθανάτισε τη ζωή των στρατιωτών και την επέλαση της ελληνικής στρατιάς στη Βόρεια Ήπειρο. Μετακληθείς λόγω της γλωσσομάθειάς του, στην Αθήνα, κατέγραψε τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ως ανταποκριτής του ευρωπαϊκού τύπου φωτογράφησε τα «Δεκεμβριανά» και τον Εμφύλιο. Μετά την Απελευθέρωση και για λογαριασμό των ξένων αποστολών βοήθειας, τεκμηρίωσε φωτογραφικά την άφιξη και τη διανομή της αμερικανικής βοήθειας προς τη χώρα. Αργότερα, με εντολή του Υπουργείου Ανασυγκρότησης κατέγραψε την οικονομική ανάκαμψη της χώρας και τα μεγάλα έργα.

Υπήρξε από τους πρωτεργάτες στην ίδρυση της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας το 1952. Από το 1956 έως το 1985, διατηρούσε το γνωστό φωτογραφικό πρακτορείο «Δ.Α. Χαρισιάδης» με το συνεργάτη του Διονύση Ταμαρέση. Στο πλαίσιο των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, κατέγραψε την εκβιομηχάνιση της χώρας, την ανάπτυξη της ναυτιλίας και την εξάπλωση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Ως φωτογράφος του Εθνικού Θεάτρου εντρύφησε και στη θεατρική φωτογραφία, καταθέτοντας πολυτιμότατο υλικό για την ιστορία του.

Παράλληλα με την επαγγελματική φωτογράφηση, το προσωπικό του ενδιαφέρον στράφηκε προς το ελληνικό τοπίο, τους οικισμούς, την καθημερινή ζωή των ανθρώπων της υπαίθρου και των πόλεων, και τέλος προς τον ίδιο τον άνθρωπο, Η διεθνής αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας του έργου του ήρθε από νωρίς. Ήταν ο μόνος Έλληνας που συμμετείχε στη μεγάλη έκθεση «The Family of Man» στη Νέα Υόρκη το 1955. Επίσης πήρε μέρος στις εκθέσεις: «Greece seen by eleven Greek photographers» στο Σικάγο το 1957, «The Pace of the European» στο Μόναχο το 1959 και πολλές άλλες.


Βούλα Παπαϊωάννου

Η Βούλα Παπαϊωάννου (1898-1990)[2] ασκήθηκε κατ’ αρχάς με επιτυχία σε λήψεις τοπίου, μνημείων και αρχαιολογικών εκθεμάτων. Στροφή στην πορεία του έργου της αποτέλεσε η κήρυξη του πολέμου του ’40 και ιδιαίτερα τα δεινά του άμαχου πληθυσμού της Αθήνας, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, που ενεργοποίησαν την κοινωνική συνείδηση της φωτογράφου. Έγινε μάρτυρας στον αποχαιρετισμό των στρατευμένων, στις ετοιμασίες της πόλης για την αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών και στη φροντίδα των πρώτων τραυματιών. Όταν η πείνα έπληξε την πρωτεύουσα, κατήγγειλε τη φρίκη του πολέμου με τις συγκλονιστικές μορφές των αποσκελετωμένων παιδιών.

Μετά την Απελευθέρωση ως υπεύθυνη του φωτογραφικού τμήματος της UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration), περιηγήθηκε τη ρημαγμένη ελληνική ύπαιθρο και κατέγραψε τις δύσκολες συνθήκες επιβίωσης των κατοίκων της. Στη δεκαετία του ’50, το έργο της εκφράζει την αισιοδοξία που επικρατούσε μετά τον πόλεμο για το μέλλον της ανθρωπότητας και ιδιαίτερα την τάση στην επάνοδο των παραδοσιακών αξιών. Η Βούλα Παπαϊωάννου εντάσσεται στο ρεύμα της «ανθρωπιστικής φωτογραφίας», που αναπτύχθηκε ως αντίδοτο της κατάλυσης των ανθρωπίνων αξιών, εξαιτίας του πολέμου.

Κατερίνα Χουζούρη

[1] http://www.benaki.gr

[2] http://www.benaki.gr

[ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΑΣ Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου θα διεξάγεται για το επόμενο διάστημα έως το Καλοκαίρι του 2021 κυρίως online όπως και τα υπόλοιπα Σεμινάρια με κυριότερα το Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου και Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους και το Σεμινάριο Ιστορίας και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ. Στην Πάτρα το Εργαστήρι Κινηματογράφου θα πραγματοποιήσει online παρουσίαση στις 21 Νοεμβρίου 2020  στις 19.00. Και στην Πάτρα τα Σεμινάρια το πιθανότερο θα διεξάγονται κυρίως online μέχρι το Καλοκαίρι του 2021. Σε κάθε Περίπτωση και Εφόσον τα μέτρα το επιτρέπουν μία φορά το μήνα θα πραγματοποιείται σε Πάτρα και Αθήνα Επίγεια Συνάντηση  μέχρι το Καλοκαίρι του 2021 και αν όλα πάνε καλά από το Φθινόπωρο του 2021, 2 φορές το μήνα]. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: