Η Αποπλάνηση (The Beguiled, 2017) της Σοφία Κόπολα στο STAR || Κριτικές για την Ταινία

STAR
00:45

Η Αποπλάνηση

Η Αποπλάνηση
The Beguiled

Δραματική 2017 | Έγχρ. | Διάρκεια: 93′

Αμερικανική ταινία της Σοφία Κόπολα, με τους Νικόλ Κίντμαν, Κόλιν Φάρελ, Κίρστεν Ντανστ.

Στη Βιρτζίνια του 1864 ένας τραυματισμένος στρατιώτης των Βορείων βρίσκει καταφύγιο σε ένα οικοτροφείο θηλέων, όπου ξυπνάει καταπιεσμένα ένστικτα και φονικές αντιπαλότητες.

Βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάνες για το «ηλεκτρισμένο» ριμέικ ενός κλειστοφοβικού γουέστερν του 1971 που υιοθετεί τη γυναικεία –και τολμηρά κυνική– οπτική πάνω στον πόλεμο των δύο φύλων και τον διαρκή αμερικανικό «εμφύλιο». Η Κόπολα έχει ενισχύσει το στοιχείο του θρίλερ και την υποβλητική, γοτθική ατμόσφαιρα, ενώ η Νικόλ Κίντμαν είναι για άλλη μία φορά αφοπλιστική.

Η ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ (2017)

(THE BEGUILED)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σοφία Κόπολα
  • ΚΑΣΤ: Κόλιν Φάρελ, Νικόλ Κίντμαν, Κίρστεν Ντανστ, Ελ Φάνινγκ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93′
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: UIP

 


Αμερικανικός Εμφύλιος. Λαβωμένος στρατιώτης των Βορείων κρύβεται σε εχθρικά εδάφη και εντοπίζεται από ανήλικο κορίτσι, μαθήτρια ιδιωτικού σχολείου θηλέων το οποίο θα τον περιθάλψει μέχρι την ανάρρωσή του. Η διαμονή του εκεί θα… ξυπνήσει τη γυναικεία φύση, την αντιπαλότητα που θα προκαλέσουν τα πάθη, αλλά και το ένστικτο επιβίωσης κάθε θηλυκού.

Μια γυναίκα μπορεί να καυλώσει έναν άνδρα με την ίδια ευκολία που μπορεί και να τον ευνουχίσει. Ασχέτως ηλικίας! Είναι μια ιδιαίτερα τολμηρή σκέψη, η οποία ίσως δεν περνά άμεσα από το μυαλό του θεατή της «Αποπλάνησης», αλλά σίγουρα γίνεται κατανοητή στην (ήδη all-time classic) σκηνή του δείπνου, παρουσία του μοναδικού άρρενος «καλεσμένου» όλων των θηλυκών του σχολείου, που για πρώτη φορά φτιασιδώνονται «στην τρίχα» για να διεκδικήσουν το μεγαλύτερο μερίδιο εκτίμησης και προσοχής τού… θηράματός τους.

Περισσότερο μια νέα μεταφορά του βιβλίου του Τόμας Κάλιναν παρά ένα «remake» του σαφώς ξεπερασμένου «Προδότη» (1971) του Ντον Σίγκελ, το φιλμ της Σοφία Κόπολα νοιάζεται κυρίως για τις ερμηνείες που δίνει στη γυναικεία ιδιοσυγκρασία, μέσα σε ένα κλειστό περιβάλλον το οποίο ασφυκτιά από τις σχέσεις ζήλιας και προδοσίας που αναπτύσσονται μεταξύ των ηρωίδων, με το μυαλό και το κορμί να σιγοβράζουν υπό την καταπίεση των κοινωνικών ρόλων αλλά και της «καλής συμπεριφοράς». Μην ξεχνάμε ότι ο χώρος δράσης είναι ένα αυστηρό ιδιωτικό σχολείο θηλέων, στο οποίο πλούσιες οικογένειες του αμερικανικού Νότου έστελναν τις θυγατέρες τους όχι μόνο για να διδαχθούν τα βασικά αλλά και για να επιστρέψουν στα αρχοντικά τους με τα… γαλλικά και το πιάνο τους, έτοιμες να νυμφευθούν (πιθανότερα) με ένα όσο το δυνατόν καλύτερο… συνοικέσιο συμφερόντων.

Σ’ αυτό το τεράστιο, επιβλητικό σπίτι του Νότου, ξαφνικά, οι κανόνες θα αντιστραφούν. Τα «φυλακισμένα» (από τα ήθη και τις αρχές τους) κορίτσια θα γίνουν οι… «δεσμοφύλακες» του ενός και μοναδικού άνδρα που θα γίνει (ουσιαστικά) ο κρατούμενός τους, θυμίζοντάς τους την πραγματική τους φύση. Ο πόθος θα αποσυντονίσει την όποια ισορροπία προσπαθούσαν να συγκρατήσουν μέχρι πρότινος οι (πιο ενήλικες, προφανώς, αν και όχι απαραίτητα «ώριμες») δασκάλες του σχολείου και κάπου εκεί θα ξεκινήσει ένα γαϊτανάκι κατάκτησης του αρσενικού, που μπορεί να υπόσχεται (από) την πρώτη σεξουαλική εμπειρία ή (και) ένα μέλλον φυγής από τον αυστηρό κλοιό ενός συνολικά «οικότροφου» βίου.

Ίσως να υπήρξε και η Κόπολα μια τέτοια περίπτωση, καθώς μεγάλωνε κάτω από τη σκιά της φήμης του πατέρα της, μέσα σε μια οικογένεια που ταυτίστηκε με τον χώρο του κινηματογράφου, γι’ αυτό και καταλαβαίνει ολόσωστα τους υπαινιγμούς του σεναρίου και καταφέρνει εδώ να κάνει ένα θαυμαστό comeback που αιτιολογεί την οντότητά της και τη σημασία του δικού της ονόματος, πια, με μια ταινία η οποία ταυτίζεται εσωτερικά με την ίδια. Η επιτυχία της «Αποπλάνησης» είναι ξεκάθαρα ολόδική της. Η νατουραλιστική αίσθηση του φωτός των εσωτερικών πλάνων (που ειδικά στα νυχτερινά τους διαγράφουν την ποιότητα της κινηματογράφησης με φιλμ), το ταίριασμα του αργού (αρχικά) ρυθμού με το ολοένα και πιο κλειστοφοβικό περιβάλλον του σπιτιού, η σχεδόν απειλητική παρουσία της φύσης εκεί έξω, η απουσία μουσικής (και η εξαιρετική επιλογή του ηλεκτρονικού soundscape που δημιούργησαν οι Phoenix για την κορύφωση του φινάλε), τα πάντα συντελούν σε μια άρτια σκηνοθετική δουλειά που κάπου μπορεί να φέρνει στον νου και «Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων» (1975) του Πίτερ Γουίαρ, χωρίς όμως τον αινιγματικό μυστικισμό που συνοδεύει το στοιχείο της φύσης εκεί.

Έργο παρατηρητικότητας, που δοκιμάζει την υπομονή στο συναίσθημα τόσο των ηρωΐδων του όσο και του θεατή, ενδεχομένως, «Η Αποπλάνηση» υποστηρίζεται από ένα απίστευτα λειτουργικό καστ (ειδικά στις γυναίκες) το οποίο έχει τοποθετηθεί καίρια… ηλικιακά, τονίζοντας το γεγονός ότι πίσω από την επιφάνεια κάθε θηλυκού, τα χρόνια δεν φέρνουν καμία διαφορά στη συμπεριφορά. Όλες τους έχουν γεννηθεί γι’ αυτόν τον πόλεμο. Η ηλικία ορίζει μονάχα τη θέση μάχης…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αναμφισβήτητα η καλύτερη ταινία του φετινού καλοκαιριού, ένα έργο που θα άντεχε στον ανταγωνισμό της κάθε εποχής, και μαζί μια δυναμική επιστροφή για τη Σοφία Κόπολα που λίγο έλειψε να μπει για τα καλά στη λίστα των «ξεγραμμένων» ύστερα από δύο τεράστιες αποτυχίες («Somewhere», «Οι Ύποπτοι Φορούσαν Γόβες»). Όχι ένα στερεοτυπικά γυναικείο φιλμ, σίγουρα, η «Αποπλάνηση» προσφέρει απολαύσεις για κάθε φύλου θεατή, αρκεί να μην περιμένει κανείς εκρήξεις δράσης ή αναφορές στο εμπόλεμο background. Σταδιακά, αποκτά διαστάσεις ψυχολογικού θρίλερ που αγγίζει κάπου και το goth, κάτι που θα ανακουφίσει σίγουρα τους (συνηθισμένους σε άλλους φιλμικούς ρυθμούς) αβόλευτους στο πρώτο μέρος του φιλμ. Είναι προφανώς μια πιο «παλιομοδίτικη» ταινία, που αναδίδει μια κάποια αίσθηση σεβεντίλας σκοπίμως, άρα το πιο adult κοινό θα την καταλάβει καλύτερα. Οι fans της Σοφία Κόπολα να σκεφτούν κάτι πιο κοντά στο «Αυτόχειρες Παρθένοι».  https://freecinema.gr/

Ενώ βρίσκεται φυλακισμένος στο Ομοσπονδιακό Οικοτροφείο Θηλέων, ένας τραυματισμένος στρατιώτης κερδίζει με τον τρόπο του τις καρδιές των μοναχικών γυναικών, προκαλώντας τες να στραφούν η μία ενάντια στην άλλη και τελικά εναντίον του. ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ 6.7.2017 [4/5]

Η ταινία The Beguiled έχει μια παράξενη φεστιβαλική διαδρομή: το πρωτότυπο φιλμ του 1971, σε σκηνοθεσία Ντον Σίγκελ, με τον Κλιντ Ίστγουντ, είχε προταθεί για το Φεστιβάλ Καννών εκείνης της χρονιάς με τη μεσολάβηση του επιδραστικού παράγοντα Πιερ Ρισιάν, αλλά οι Αμερικανοί παραγωγοί αρνήθηκαν τη συμμετοχή. Σαράντα έξι χρόνια μετά, το remake της Σοφία Κόπολα βρήκε μια θέση στο Διαγωνιστικό Τμήμα και τιμήθηκε με το Βραβείο Σκηνοθεσίας μόλις η δεύτερη γυναίκα που το καταφέρνει. Έτσι, η ιστορία ενός στρατιώτη που τραυματίζεται στο μέτωπο και καταλήγει στα περιποιητικά χέρια (και στα διψασμένα μάτια) ενός μικρού οικοτροφείου που εκπαιδεύει κορασίδες για να γίνουν σωστές κυρίες αλλάζει οπτική, και «εκθηλύνεται», σύμφωνα με την πάγια πρακτική της Αμερικανίδας σκηνοθέτιδος να διαβάζει την πλοκή μέσα από το πρίσμα του γυναικείου ψυχισμού – εξαίρεση το Somewhere. Η δεσποινίς Μάρθα της Νικόλ Κίντμαν κρατά τις ισορροπίες, ακολουθώντας τις χριστιανικές αρχές της ελεημοσύνης, τις ανθρώπινες της συμπόνιας και τις προσωπικές μιας γυναίκας με σύντομο «κοσμικό» παρελθόν και ισχυρή αίσθηση της προστασίας, μια αυτοάμυνα συντήρησης μαζί με την ευθύνη για το ντρεσαρισμένο ποίμνιο. Advertisement: 0:16 Ο πληγωμένος ήρωας δεν είναι πλέον το αρσενικό, απειλητικό αρπακτικό του Προδότη, όπως είχε μεταφραστεί η εκδοχή του Σίγκελ, αλλά ένας ύποπτος παρείσακτος σε έναν γυναικωνίτη, όπου τα μέλη, από την διευθύντρια και τη δασκάλα μέχρι τις μαθήτριες, τον κοιτάζουν αρχικά με φόβο και στη συνέχεια εξετάζουν όλες τις πιθανές, λογικές λύσεις για να τον ξεφορτωθούν ή να τον κρατήσουν, αλλά και να τον αξιοποιήσουν, αν μπορούν. Η έπαυλη, σαν ιερό που στεγάζει καλούς τρόπους και εκλεπτυσμένο πολιτισμό εν μέσω βαρβαρότητας, αποδίδεται εμφατικά, σαν ελληνικός ναός (με τις ιωνικές κολόνες και την Greek Revival τεχνοτροπία που είχε εξαπλωθεί το 19ο αιώνα σε ένα κομμάτι της ψαγμένης Αμερικής), αντιτίθεται στον ειδυλλιακό περίγυρο, που απεικονίζεται με μαλακό φως και παστοράλ αντανακλάσεις – μια όαση που λειτουργεί ως ουδέτερο καταφύγιο. Η δεσποινίς Μάρθα της Νικόλ Κίντμαν κρατά τις ισορροπίες, ακολουθώντας τις χριστιανικές αρχές της ελεημοσύνης, τις ανθρώπινες της συμπόνιας και τις προσωπικές μιας γυναίκας με σύντομο «κοσμικό» παρελθόν και ισχυρή αίσθηση της προστασίας, μια αυτοάμυνα συντήρησης μαζί με την ευθύνη για το ντρεσαρισμένο ποίμνιο. Οι υπόλοιπες κυμαίνονται από την αθωότητα ως την πονηριά, με ενδιάμεσο σταθμό-κλειδί τον πιο δύσκολο ρόλο, αυτόν της Εντουίνα της Κίρστεν Ντανστ, μιας εγκλωβισμένη ψυχής, που τοποθετείται ανάμεσα στο καθήκον και την απόδραση, την ερωτική αλλά και την πνευματική. Ανέκαθεν το ντεκόρ απασχολούσε σοβαρά τη Σοφία Κόπολα και η περίοδος του Αμερικανικού Εμφυλίου δεν αποτελεί μόνο μια αφορμή για ένα υπέροχο, συμβολικό σκηνικό αλλά και πρόθεση για αναφορά στα διλήμματα απέναντι στην υποδοχή και στη μεταχείριση του Ξένου – ειδικά όταν η σύγχρονη Αμερική προδίδει την έννοια της μετανάστευσης, ξεχνώντας πανηγυρικά τους καλούς της τρόπους αλλά και τους νόμους που τη θεμελίωσαν ως έθνος. Η πηγή της ταινίας, το μυθιστόρημα του Τόμας Κάλιναν, γράφτηκε το 1966 και σαφώς μιλάει για μια Αμερική στα πρόθυρα του διχασμού, άσχετα με τον χειρισμό του Ντον Σίγκελ και τη μάλλον απρόσμενη απόφαση του να καταπιαστεί με τόσους γυναικείους χαρακτήρες. Για την Κόπολα, η μετατόπιση του βλέμματος είναι φυσική και συμβαίνει οργανικά. Στην πιο άμεση ταινία της, περισσότερο και από τις Αυτόχειρες Παρθένους, καταφέρνει να διαβιβάσει τον προβληματισμό της για τη φύση και τη θέση της γυναίκας σε μια ακραία κατάσταση, χρησιμοποιώντας τον χαρακτήρα του λοχία Τζον Μακμπάρνι ως καταλύτη. Το κάνει αποτελεσματικά, με απλότητα και αφηγηματική οικονομία, χωρίς τη φιλοδοξία που πριν από χρόνια τής στοίχισε μια διχαστική υποδοχή για την αδικημένη, παραγνωρισμένη Μαρία Αντουανέτα, και πάλι στις Κάννες.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στην Καλλίπολη του Πειραιά. Σπούδασα Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Επιστήμες Τύπου και Πληροφόρησης, με κατεύθυνση στον κινηματογράφο, στη Σορβόνη. Ξεκίνησα να δουλεύω ως κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό Σινεμά και τον ΑΝΤΕΝΝΑ και συνεργάστηκα με εφημερίδες και περιοδικά σε μόνιμη βάση. Εδώ και μια δεκαετία, κάνω κριτικές σε ταινίες, συνεντεύξεις, ανταποκρίσεις από τα μεγάλα φεστιβάλ και ρεπορτάζ για τη LIFO και τον ALPHA TV. Πηγή: www.lifo.gr

Η Αποπλάνηση

Από – 

Στη Βιρτζίνια του 1864 ένας τραυματισμένος στρατιώτης των Βορείων βρίσκει καταφύγιο σε ένα οικοτροφείο θηλέων, όπου ξυπνάει καταπιεσμένα ένστικτα και φονικές αντιπαλότητες. Βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάνες για το «ηλεκτρισμένο» ριμέικ ενός κλειστοφοβικού γουέστερν του 1971, που υιοθετεί τη γυναικεία –και τολμηρά κυνική– οπτική πάνω στον πόλεμο των δύο φύλων και τον διαρκή αμερικανικό «εμφύλιο».

Ο υποψήφιος για δύο Όσκαρ σεναριογράφος και δηλωμένος κομουνιστής Άλμπερτ Μαλτζ είχε συμπεριληφθεί στη διαβόητη μακαρθική Μαύρη Λίστα και ήταν ένας από τους «Δέκα του Χόλιγουντ», τους κινηματογραφιστές που απολύθηκαν το 1947 από τη δουλειά τους και φυλακίστηκαν επειδή αρνήθηκαν να καρφώσουν συναδέλφους τους στην επιτροπή αντιαμερικανικών ενεργειών. Ανάμεσα σε άλλα, έγραψε το «Cloak and Dagger» (1946) του Φριτς Λανγκ και τη «Γυμνή Πόλη» (1948) του Ζιλ Ντασέν, με «βιτρίνα» τον Μάικλ Μπλάνκφορτ το «Σπασμένο Βέλος» (1950) του Ντέλμερ Ντέιβς και αργότερα τα «Οι Γύπες Πετούν Χαμηλά» (1970) και «Ο Προδότης» (1971), αμφότερα με σκηνοθέτη τον Ντον Σίγκελ και πρωταγωνιστή τον Κλιντ Ίστγουντ.

Βασισμένος σε μυθιστόρημα του ­Τόμας Κάλιναν, ο «Προδότης» είναι ένα ιδιότυπο γουέστερν που μας μετέφερε στη Βιρτζίνια του εμφυλίου την ώρα που έξω από την κινηματογραφική αίθουσα ο πόλεμος του Βιετνάμ κορυφωνόταν και δίχαζε την αμερικανική κοινή γνώμη. Στο φιλμ ένας τραυματισμένος στρατιώτης των Βορείων βρίσκει καταφύγιο σε ένα οικοτροφείο θηλέων. Η πρόθεση των γυναικών είναι να τον παραδώσουν στις περιπόλους των Νοτίων, όμως η διευθύντρια αποφασίζει να τον κρύψει και να τον περιθάλψει, γεγονός που θα ξυπνήσει κρυφούς πόθους και σφοδρούς ανταγωνισμούς ανάμεσα στις κοπέλες, τους οποίους ο στρατιώτης θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί για να διαφύγει. Πρόκειται για ένα κλειστοφοβικό δράμα που φλερτάρει με το θρίλερ και μια αλληγορία πάνω τόσο στη μάχη των δύο φύλων όσο και στην αμερικανική εσωτερική πολιτικοκοινωνική αντιπαράθεση της εποχής, ένα από τα ­λιγότερο γνωστά διαμάντια της φιλμογραφίας του Ίστγουντ.

Ευαίσθητη πάνω στα θέματα γυναικείας ενηλικίωσης («Αυτόχειρες Παρθένοι», «Χαμένοι στη Μετάφραση», «Μαρία Αντουανέτα»), η Σοφία­ Κόπολα διασκευάζει έπειτα από 36 χρόνια την ταινία του Σίγκελ, μένοντας πιστή στην πλοκή, μεταθέτοντας όμως ελαφρά το δραματικό βάρος προς τη θηλυκή πλευρά, η οποία είναι η πλέον αντιφατική και (γι’ αυτό) η πιο ενδιαφέρουσα. Γύρω από την αυστηρή και πειθαρχημένη μις Μάρθα τής για άλλη μία φορά υποδειγματικής Νικόλ Κίντμαν, διαφορετικές γυναικείες ψυχοσυνθέσεις δελεάζονται και απωθούνται από το επιβλητικό αρσενικό, αλλάζοντας έτσι τη δυναμική της απομονωμένης μικροκοινωνίας.

Η Κόπολα φορτίζει­ με μεγάλη ένταση την αναταραχή που προκαλεί ο στριμωγμένος από τις περιστάσεις στρατιώτης (ο οποίος εκμεταλλεύεται την εξουσία του φύλου του) και η οποία δεν αργεί να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Κρατώντας τον πόλεμο σε απόσταση, σπρώχνει σε δεύτερο επίπεδο την πολιτική παραβολή κι επικεντρώνεται στη μάχη μεταξύ αρσενικού και θηλυκού, δυναμώνει το σασπένς κι επιβάλλει μια γοτθική, απειλητική ατμόσφαιρα (φωτογραφία από τον Φιλίπ λε Σουρ του «The Grandmaster» του Γουόνγκ Καρ-Βάι), για να κερδίσει το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κανών και πιθανότατα αρκετές υποψηφιότητες στα επερχόμενα Όσκαρ.

ΗΠΑ. 2017. Διάρκεια: 94΄. Διανομή: UIP.

ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ ΚΡΙΤΙΚΗ 25 JUN 2017
6 Στα 10

Mε μαγική, υπνωτική κινηματογράφηση (που της χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες), πιο ανθρώπινους ήρωες, ένα βλέμμα κατανόησης και δαιμονισμένο χιούμορ, η Σοφία Κόπολα κατεβάζει τους τόνους στην ταινία του Ντον Σίγκελ, αλλά και ταυτόχρονα και την ένταση του σασπένς.

Βιρτζίνια, 1864. Ο Νότος διανύει την τρίτη χρονιά του Εμφυλίου Πολέμου, που έχει αποδειχθεί καταστροφικός. «Ο Νότος δεν συνειδητοποιεί τα τεράστια υλικά αποθέματα του Βορρά και ο Βορράς δεν συνειδητοποιεί το πείσμα για αντίσταση του Νότου» είχε πει προφητικά ο Στρατηγός Λι και είχε δίκιο. Οι οικογένειες που έχουν υποστεί το μεγαλύτερο πλήγμα έχουν αφήσει τα παιδιά τους σε οικοτροφεία, για να βρίσκουν τουλάχιστον πιο εύκολα ένα ζεστό φαγητό κι ένα ασφαλές περιβάλλον. Εκεί έχουν ξεχαστεί τα πέντε κορίτσια της ιστορίας – πολλά από αυτά έχοντας χάσει γονείς κι αδέλφια- στο σχολείο θηλέων της Μάρθα Φάρνσγουορθ, όπου καλλιεργούν τον κήπο και διδάσκονται γαλλικά, οικοκυρικά, καλούς τρόπους. Όταν η μικρή Εϊμι, στη συνηθισμένη της βόλτα στο δάσος για να μαζέψει μανιτάρια, πέφτει πάνω σ’ έναν λαβωμένο στρατιώτη του Βορρά, αυτοί οι καλοί τρόποι και το χριστιανικό καθήκον την οδηγούν να τον βοηθήσει. Να φέρει τον εχθρό στο σπίτι. Όλα τα κορίτσια, τόσο τα μικρότερα όσο και τα έφηβα, αλλά και οι δύο καθηγήτριες – η σοβαρή, συντηρητική Εντουίνα αλλά και η ίδια η μεσήλικη δειυθύντρια Φάρνσγουορθ αντιμετωπίζουν τον ερχομό του ξένου με ένα αρχικό φόβο, αλλά και αδιαπραγμάτευτο ηθικό χρέος. Να τον βοηθήσουν, να τον γιατρέψουν και μετά να τον παραδώσουν στον Συνομοσπονδιακό στρατό ως αιχμάλωτο. Σταδιακά όμως, ο στρατιώτης βρίσκει τον τρόπο να πλανέψει («beguile») τα κορίτσια – να ξυπνήσει ένστικτα κι ανάγκες που οι γυναίκες κουβαλούσαν σε λήθαργο: είτε γιατί άργησε η ενηλικίωσή τους, είτε γιατί λόγω πολέμου τούς είχε προσπεράσει οδηγώντας σε αδιέξοδη μοναξιά. Οσο ο αιχμάλωτός τους προσπαθεί να επιβιώσει και τις χειρίζεται για το συμφέρον του, τόσο ο γυναικείος ανταγωνισμός οδηγεί την ατμόσφαιρα στα άκρα. Και στο τέλος, ποιος εξαπατά ποιον;

Το 1971 η ομώνυμη ταινία του Ντον Σίγκελ, με πρωταγωνιστές τον Κλιντ Ιστγουντ στο ρόλο του λοχία Τζον ΜακΜπάρνεϊ και την Τζέραλντιν Πέιτζ ως διευθύντρια Μάρθα Φάρνσγουορθ είχε αφήσει το σημάδι της. Ενα γεμάτο σασπένς θρίλερ, όπου για πρώτη φορά η γυναικεία σεξουαλικότητα και διεκδίκηση έπαιρναν έναν πρωταγωνιστικό, ζοφερό ρόλο που κινούσε τα νήματα της πλοκής. Σκοτεινό, τολμηρό, αιχμηρό το «Beguiled» του Σίγκελ παρουσιάζε τον άντρα ως θήραμα και θύμα και τις γυναίκες ως κυνηγούς. Με ένα τίμημα, βέβαια. Οι πρωταγωνίστριες ήταν αρκετά σχηματικά κατασκευασμένες, στερεότυπα στερημένες, ανταγωνιστικές και σατανικές. Από την παρθένα μέχρι τη γεροντοκόρη κι από την ανταγωνιστική πιτσιρίκα στην καψωμένη έφηβη – ένας εύκολος αφηγηματικός δρόμος.

Πιστεύουμε ότι για αυτό η Σοφία Κόπολα («Αυτόχειρες Παρθένοι», «Χαμένοι στη Μετάφραση», «Somewhere») θέλησε να επαναφέρει αυτή τη συγκεκριμένη ιστορία στο κινηματογραφικό προσκήνιο. Στην πρώτη της αναμέτρηση με την πρόκληση ενός remake, η σκηνοθέτης που βυθίζεται πάντα με κατανόηση και τρυφερότητα στην γυναικεία καρδιά, θέλησε κι εδώ να αποδώσει με δικαιοσύνη την πλευρά των κοριτσιών – τα κίνητρα και τις προθέσεις τους. Η δική της Μάρθα Φάρνσγουορθ (με την Νικόλ Κίντμαν να ισορροπεί με χειρουργική ακρίβεια στο ρόλο) δεν είναι μία κομπλεξική, εκδικητική, στεγνή μεγαλοκοπέλα. Την ξαναέγραψε με ανθρωπιά, καλοσύνη, αίσθηση δικαίου – παρόλη την πειθαρχία και την αυστηρότητα που απαιτεί η θέση της. Η Κάρολ της Ελ Φάνινγκ δεν είναι μια απροκάλυπτα ξαναμμένη έφηβη, η οποία δε σταματά σε τίποτα. Είναι ένα κορίτσι με υγιή σεξουαλική περιέργεια. Η κουμπωμένη, πουριτανή Εντουίνα (η Κίρστεν Ντανστ της προσδίδει ισόποσα θλίψη και δύναμη) παίρνει το πάνω χέρι, έστω κι αργά στο να διεκδικήσει την ευτυχία της – με όποιο τίμημα. Κι όσο για τον λοχία του Κόλιν Φάρελ, η Κόπολα τον απογυμνώνει: ξεσκεπάζει μαζί με το σώμα του και τα κίνητρά του, τον δείχνει όσο χειριστικό και ωφελιμιστή είναι. Οι γυναίκες δεν «τρελάθηκαν». Τις τρέλανε εκείνος – είχε ρόλο κι ευθύνη σε αυτό.

Με μία κινηματογράφηση απαράμιλλης ομορφιάς, η Κόπολα πηγαίνει κι ένα βήμα πιο πέρα. Αποτυπώνει τα ληθαργικά τοπία του Νότου ως μεταφορά των ξεχασμένων, όσο οι άντρες πολεμούν, γυναικών: οι ακίνητες θεόρατες λεύκες που δεσπόζουν επιβλητικά και γεμίζουν την ατμόσφαιρα με ένα απόκρυφο πέπλο γύρης, τα βαλτωμένα νερά με τη σήμα κατατεθέν υγρασία να εντείνει την ηδονή της εικόνας, το πανόραμα της φύσης – όλα χρησιμοποιούνται υπόκωφα ως ο αφηγητής της ιστορίας, ως ένας ακόμα χαρακτήρας. Ενα ακόμα στοιχείο κατανόησης της ιστορικής στιγμής, της γυναικείας απομόνωσης, του λαβωμένου κοινωνικού ιστού.

Η Κόπολα επιλέγει να κρατήσει χαμηλόφωνους και βραδυφλεγείς ρυθμούς, όσο ο Σίγκελ έφτανε την υστερία στα κόκκινα. Να ενισχύσει το περιβάλλον της ταινίας με ελαφρότητα, σαρκασμό, δαιμονισμένο χιούμορ. Ειδικά οι σκηνές ενός καθωσπρεπισμού που καταρρέει με κρότο, οι διάλογοι στα γεύματα, οι ανταγωνιστικές θηλυκές σπόντες (όσο οι γυναίκες διεκδικούν την προσοχή και την προτίμηση του αρσενικού) αλλά κι ο τρόπος που οργανώνεται η εκδίκηση, έχουν ένα τόνο σαφέστατα σαρκαστικό και κατάμαυρα αστείο.

Όλες αυτές οι καλές προθέσεις όμως έχουν ένα μεγάλο μειονέκτημα: με τους χαρακτήρες πιο ανθρώπινους, την ένταση χαμηλωμένη και το χειρισμό στο correct, έχει χαθεί η αιχμηρότητα, η τολμηρότητα και η εξτρίμ διάσταση genre τρόμου και γκόθικ σασπένς, αλλά και του κοινωνικού σχόλιου για το σεξουαλικό παιχνίδι γάτaς-ποντικιού ανάμεσα στα δύο φύλα. Χωρίς διέγερση, εμμονές, φρενίτιδα, παραλήρημα η μακάβρια κοινή συνενοχή του τέλους δεν κολλάει τόσο. Δεν σε αφήνει με το ίδιο σοκ, την ενόχληση και την εσωτερική αναστάτωση της ταινίας των 70ς.

Πέρα από συγκρίσεις κι επί μέρους αντιρρήσεις όμως, η κάμερα της Κόπολα έχει πάντα αυτή την ήρεμη δύναμη, τη ξεκάθαρη γοητεία και τη γλυκύτητα με την οποία πλησιάζει και το πιο σκληρό θέμα της, που τελικά σε παρασύρει. Το βλέμμα της σκηνοθέτιδας είναι η πραγματική αποπλάνηση της ταινίας, πέρα και πάνω από ήρωες και ιστορίες.

https://flix.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: