Η Υπηρέτρια (The Handmaiden) του Παρκ Τσαν-γουκ (2016) στην ΕΡΤ 2 !! || Κριτικές για την Ταινία

Η Υπηρέτρια
The Handmaiden
του Παρκ Τσαν-γουκ ΕΡΤ2 στις 01.00
ΚΡΙΤΙΚΗ 9 OCT 2016
8 Στα 10 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

O Παρκ Τσαν-γουκ διασκευάζει το «Fingersmith» της Σάρα Γουότερς, παραδίδοντας την πιο σέξι ταίνια της χρονιάς!

Βασισμένο στο βιβλίο της Σάρα Γουότερς «Fingersmith», το «Handmaiden» μεταφέρει την δράση από την βικτωριανή Αγγλία στην Κορέα της δεκαετίας του ’30 η οποία βρισκόταν υπό Ιαπωνική κατοχή και στην οποία ένα βαθιά ταξικό σύστημα ήταν ακόμη δυνατά εδραιωμένο. Το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται σε μια απομονωμένη έπαυλη, το σπίτι ενός πλούσιου Κορεάτη που έχει πάρει το γιαπωνέζικο όνομα της πρώην συζύγου του και που έχει χτίσει το ερημητήριο τους τόσο σε βικτοριανό όσο και σε γιαπωνέζικο στιλ. Εκεί κατοικεί με την πλούσια γιαπωνέζα ανιψιά του, κληρονόμο μιας αμύθητης περιουσίας, την οποία φιλοδοξεί να παντρευτεί για της πάρει τα χρήματα προκειμένου να χρηματοδοτήσει την επέκταση της τεράστιας συλλογής του με σπάνια ερωτικά βιβλία.

Μόνο που στα σχεδία του θα μπει εμπόδιο ένας απατεώνας και παραχαράκτης ο οποίος θέλει να κάνει την πλούσια ανιψιά να τον ερωτευτεί και για να τα καταφέρει θα της συστήσει μια καινούρια καμαριέρα, η οποία στην πραγματικότητα είναι συνεργός του κι έχει σαν στόχο να επηρεάσει με όποιο τρόπο μπορεί την εργοδότριά της να παραδοθεί στον «έρωτα» του μνηστήρα της. Αυτό που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί όμως, είναι πως ανάμεσα στις δύο γυναίκες θα αναπτυχθεί μια τρυφερότητα που γρήγορα θα γίνει ερωτική και οι δυο τους θα ανακαλύψουν πως το μόνο που θέλουν είναι η μία την άλλη.

Όμως στο εξωφρενικά όμορφο και εξωφρενικά έξυπνο φιλμ του Παρκ Τσαν-γουκ, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, εκτός ίσως από την με κάθε δυνατή έννοια ερεθιστική δύναμη του γυναικείου ερωτισμού που κυριολεκτικά βάζει φωτιά στην οθόνη. Κι όχι όπως πιθανότατα θα περίμενε κανείς με μια αντρική ματιά πάνω στην επιθυμία, αφού εδώ το σεξ ανάμεσα στις δύο ηρωίδες είναι κάτι παραπάνω από απόλαυση είναι η έκφραση της δικής τους ύπαρξης και ομορφιάς, ένας τρόπος να απελευθερωθούν, αυτό που τις ξεχωρίζει από τον φτηνό, ψεύτικο ερωτισμό των ανδρών που συγκεντρώνονται στην βιβλιοθήκη του θείου για να ακούσουν μια γυναίκα να τους διαβάζει ερεθίστικές ιστορίες.

Κι αν ο ακατάσχετος ερωτισμός είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που κάνουν το φιλμ τόσο συναρπαστικό, οι απροσδόκητες τροπές και η συναρπαστική ίντριγκα το μεταμορφώνουν σε ένα από τα καλύτερα ερωτικά θρίλερ που είδαμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Χαρακτήρες που ο καθένας τους έχει την δική του ατζέντα, μια απροσδόκητη ανατροπή στην μέση της ιστορίας, λεπτομερής γνώση των κανόνων του είδους, χιούμορ αλλά και φλερτ με το γκροτέσκο, υπέροχες εικόνες και ακαταμάχητο στιλ, το φιλμ του Παρκ Τσαν-γουκ είναι σχεδόν αψεγάδιαστο.

Μια εξαιρετική απόλαυση για ενήλικες θεατές που θέλουν το σινεμά τους όπως θέλουν και το σεξ τους. Κάτι που να ερεθίζει όχι μόνο τις αισθήσεις, αλλά και το μυαλό.

https://flix.gr/

Κριτική

Η Υπηρέτρια

Από – 

Υπνωτιστικό και ταυτόχρονα διασκεδαστικό ερωτικό θρίλερ με καλοστημένες ανατροπές, το οποίο επαναφέρει τον σκηνοθέτη του «Oldboy» στην παλιά του φόρμα.

Η Ουαλή Σάρα Γουότερς ­είναι γνωστή για τα ευπώλητα μυθιστορήματά της («Ξαγρυπνώντας», «Χείλη σαν βελούδο», «Ανήλικος επισκέπτης»), τα οποία συνδυάζουν ατμόσφαιρα εποχής (από τη βικτοριανή περίοδο μέχρι τη δεκαετία του 1940), αγωνιώδη πλοκή με διαρκείς ανατροπές και λεσβιακούς έρωτες. Γι’ αυτό και τα περισσότερα έχουν μεταφερθεί με επιτυχία στη βρετανική μικρή οθόνη, ανάμεσά τους και η «Υπηρέτρια» του 2002, ένα από τα αγαπημένα βιβλία του Ντέιβιντ Μπόουι και υποψήφιο για τα βραβεία Booker και Orange. Τώρα η ιστορία της φτωχής­ κλέφτρας Σου (η Σάλι Χόκινς στο τηλεοπτικό «Fingersmith»), του σαγηνευτικού απατεώνα κ. Ρίβερς (Ρούπερτ Έβανς) και της ορφανής κληρονόμου Μοντ Λίλι (Ιλέιν Κάσιντι) μεταφέρεται από την Αγγλία του 19ου αιώνα στην υπό ιαπωνική κατοχή Κορέα του 1930 και δίνει στον ταλαιπωρημένο την τελευταία δεκαετία Παρκ Τσαν-Γουκ («I’m a Cyborg But That’s OK», «Δίψα», «Stoker») την ευκαιρία για δυναμική επιστροφή.

Σε μια γραφική, απομονωμένη έπαυλη που κρατάει μακριά τη σκληρή κορεατική καθημερινότητα, σημαδεμένη από την ιαπωνική καταπίεση, καταφθάνει η φοβισμένη νεαρή Σούκι. Πρόκειται να δουλέψει ως υπηρέτρια της Χιντέκο, μιας αλαφροΐσκιωτης πλούσιας κληρονόμου η οποία ζει μοναχική ζωή δίπλα στον αυταρχικό θείο της. Μέσα σε ένα κλίμα μυστηρίου, φόβου (η Χιντέκο βασανίζεται από εφιάλτες) αλλά και τρυφερότητας οι δύο γυναίκες θα έρθουν κοντά, η παρουσία του γοητευτικού Γιαπωνέζου κόμη Φουτζιβάρα όμως, ο οποίος φλερτάρει τη Χιντέκο, θα αρχίσει να περιπλέκει επικίνδυνα τα πράγματα.

Ακολουθώντας το μεθοδικό τρόπο με τον οποίο η Γουότερς περιγράφει τους χαρακτήρες και χτίζει γύρω τους το σασπένς, άμεσα συνδεδεμένο με τις άγνωστες στον αναγνώστη ειλικρινείς προθέσεις τους, ο Παρκ Τσαν-Γουκ προσθέτει μια ηχηρή χιτσ­κοκική νότα στο απόλυτα κοντρολαρισμένο εδώ στιλιζάρισμά του. Η βία, η σεξουαλική διαστροφή, οι καταπιεσμένοι πόθοι, η εκδίκηση, οι απαγορευμένοι έρωτες και οι σχέσεις τους με τους κοινωνικούς κανόνες, οι αγαπημένες του θεματικές δηλαδή, δίνουν βάθος σε αυτό το διασκεδαστικό, σέξι, ειρωνικό όσο και σοκαριστικό στα ξεσπάσματά του θρίλερ, το οποίο πατάει γερά σε μια επιδέξια γραμμένη και απολαυστικά αφηγημένη ιστορία.

Χωρίζοντας την ταινία σε τρία κεφάλαια και υιοθετώντας διαφορετική κάθε φορά οπτική απέναντι στα γεγονότα, ο δημιουργός του «Oldboy» χειρίζεται ταχυδακτυλουργικά το απρόοπτο και δημιουργεί στερεά δεδομένα, τα οποία ανατρέπει λίγο αργότερα με σαδιστική ευχαρίστηση, διεγείροντας, παραπληροφορώντας κι αιφνιδιάζοντας διαρκώς τον θεατή. Από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ στον Μαρκήσιο Ντε Σαντ, από το φετιχισμό στην πορνογραφία και από τη γοτθική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος σε ένα μοντέρνο «Ρασομόν», η «Υπηρέτρια» δεν φοβάται να φλερτάρει με ριψοκίνδυνες ιδέες, να κινηθεί σε διαφορετικά κινηματογραφικά ταμπλό και να μας κάνει συμμέτοχους σε ένα ηδονοβλεπτικό παιχνίδι πάνω στην αλήθεια, στο ψέμα, το φαίνεσθαι και το είναι.

Ν. Κορέα. 2016. Διάρκεια: 144΄. Διανομή: AMA FILMS.

 

«Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ» (THE
HANDMAIDEN): Η ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΡΚ ΤΣΑΝ ΓΟΥΚ

19 Οκτωβρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ [4/5]

Θα μπορούσα να έδινα και τον τίτλο «ΩΡΙΜΑΝΣΕΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ». Μια κι είχα αναφερθεί περί «ωρίμανσης» στην περίπτωση του Κριστιάν Μουντζίου με την «Αποφοίτηση». Ο Παρκ Τσαν Γουκ όμως είναι «άλλη» περίπτωση κι η «ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ» άλλου επιπέδου ταινία!

Οπότε, ναι μεν υπάρχει κι εδώ «ωρίμανση» αλλά προς διαφορετική κατεύθυνση. Κι η κατεύθυνση αυτή είναι  συγκεκριμένη: Ο ΠΑΡΚ ΤΣΑΝ ΓΟΥΚ ΑΠΌ AUTEUR ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ!!! Με όλα όσα ο όρος εννοεί κι η φράση υπονοεί.

Βέβαια το auteur– ίστικο το κουβαλά ακόμα μέσα του αλλά πλέον οι επιτεύξεις του σε αυτή την ταινία δείχνουν δικό του σκηνοθετικό προχώρημα.

Θαρρείς και μετά το «Oldboy» ήταν απαραίτητο να γυρίσει εκείνα τα ενδιάμεσα που γύρισε, και τα οποία ήταν ή αναμασήματα ή μετριότητες, ώστε να «τριφτεί» στο σινεμά, να μάθει πράγματα, να ελέγξει τα μέσα του και να έρθει φέτος με την «Υπηρέτρια», τη σημαντικότερη ταινία του μετά το «Oldbοy» η οποία αφηγηματικά είναι πιο στρωτή κι αισθητικά άπαικτη μα κι αισθησιακά βάζει τα γυαλιά σε πολλούς.

Το έργο είναι πλούσιο σε υπόθεση, είναι μυθιστορηματικό (βασίζεται άλλωστε σε βιβλίο αλλά ας μην αρχίσουμε πάλι τα «περί βιβλίου που μεταφέρεται στην οθόνη και το κατά πόσο είναι ή δεν είναι πιστό το φιλμ σε αυτό») και συγχρόνως υψηλής αισθητικής και ερεθιστικού αισθησιασμού όταν έρχεται η ώρα και δεν γίνεται ποτέ κατάχρηση.

Μας μεταφέρει στην ιαπωνοκρατούμενη Κορέα της δεκαετίας ’30 . Ανοίγω μια παρένθεση για να πω ότι καλό θα ήταν να μας τοποθετούσε τα χρόνο και τον τόπο με ένα τιτλάκι στο ξεκίνημα διότι χάσαμε πολύ από την παρακολούθηση- έχασα, για να μιλήσω σε πρώτο πρόσωπο- ώστε να καταλάβω από τα συμφραζόμενα που βρισκόμαστε και ποια είναι η εποχή ακριβώς και ποιοι είναι οι Κορεάτες και ποιοι οι Ιάπωνες κι εγώ υπέθεσα ότι είμαστε στη δεκαετία 30, επειδή γνώριζα την κατάληψη της Κορέας από την Ιαπωνία-οι θεατές που δεν το ξέρουν; Αυτό είναι σφάλμα της ταινίας και auter-ίστικο κατάλοιπο.

Μας μεταφέρει λοιπόν εκεί και παρακολουθούμε την ιστορία μιάς κλέφτρας , που κι η μάνα της ήταν κλέφτρα, την οποία ένας απατεώνας στέλνει , με ψεύτικες συστάσεις, ως υπηρέτρια σε ένα ιαπωνικό αρχοντικό για να πάρει με το μέρος της την νεαρή κυρά της, να την «ψήσει» υπέρ του απατεώνα που θα παρουσιαστεί ως Κόμης , να την κάνει να πιστέψει ότι ο «Κόμης» είναι ιδανική ευκαιρία για αυτήν. Διότι ο ψευτο-Κόμης έχει βάλει στο μάτι την τεράστια περιουσία και θέλει να την σφετεριστεί μέσω του γάμου. Μόνο που η νεαρή κυρά είναι κάτι σαν αιχμάλωτη του πύργου, θύμα ενός υποτιθέμενου θείου , που την έχει εξάρτημα του. Κι η όλη δουλειά πρέπει να γίνει με λεπτότητα και σύμφωνα με τους κανόνες περί κυριών κι υπηρετριών, περί Ιαπώνων και Κορεατών, περί εξουσιαστών κι εξουσιαζομένων και προπάντων μέσα από τα κοινά και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο κουλτούρες.

Κακώς διαφημίστηκε τόσο πολύ το λεσβιακό στοιχείο, που σίγουρα έγινε για να προωθήσει λίγο πικάντικα και σκαμπρόζικα την ταινία διότι σε άλλη περίπτωση, προσωπικώς αν εγώ αποφάσιζα, θα το κρατούσα μυστικό, σαν να ήταν το κλου της ταινίας, μια κι η απογείωση γίνεται στο φινάλε- σχεδόν. Στο πρώτο μέρος μόνο μια σκηνή υπήρχε και τίποτε άλλο όπου παράλληλα το ζητούμενο δεν ήταν γύρω από τη λεσβιακή σχέση. Η δε ανατροπή που γίνεται καθώς μπαίνουμε στο δεύτερο μέρος, μας απομακρύνει αρκετά από την πιθανή τέτοια περίπτωση, για να γίνουν όλα ανάστατα στο τέλος και να διαπιστώσουμε πως αυτό που βλέπαμε ήταν ένα έργο γύρω από την «ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ» δύο γυναικών από τον ίδιο άνδρα και πως κατέληξαν οι δύο γυναίκες μαζί. Και το κάνει με μια από τις πιο αισθησιακές ερωτικές σκηνές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, από το σεξουαλικό αναδύονται πάθος, πόθος και ποίηση.

Το μεγάλο ατού της ταινίας είναι ο όλος χειρισμός του έργου (όχι μόνο του ομοφυλοφιλικού κομματιού) από τον Παρκ Τσαν Γουκ και τα μεγάλα ρέστα τα δίνει στον τρόπο της αφήγησης και στο πως εντάσσει την αισθητική μέσα σε αυτό- ή κι ανάποδα, δηλαδή το πώς εντάσσει την αφήγηση μέσα στην αισθητική.

Διότι εδώ έχουμε σκηνογραφική ατμόσφαιρα από τις σπάνιες, διότι σε δυτική περίπτωση θα το αποκαλούσαμε «gothic» κι εδώ του έχει δώσει άρωμα Απω Ανατολής, διότι εμποτίζει την αφήγηση με μυστήριο,  διότι δεν φοβάται καθόλου το δράμα ούτε τις ακραίες καταστάσεις του κι είναι έτοιμος να καλωσορίσει και το μελό στην σύνθεση του, διότι (θα πάω τώρα στο μυθιστόρημα) κάπου συναντάμε καλά αφομοιωμένους τον Τσαρλς Ντίκενς (με την μικρή κλέφτρα-υπηρέτρια αλλά και με τα σκηνικά των απω ανατολίτικων «μεγάλων προσδοκιών») και την Δάφνη Ντυ Μωριέ (η «Ρεβέκκα» είναι εμφανής) και περνώντας στον κινηματογράφο συναντάμε εξίσου αφομοιωμένους τον Ντέηβιντ Λην και τον Αλφρεντ Χίτσκοκ κι ο Παρκ Τσαν Γουκ δείχνει σε τούτο το φιλμ πολύ πλούσιος, πολύ γεμάτος.

Θα τολμούσα να αναφέρω και τον Ανγκ Λι με το «Προσοχή πόθος» που σε αρκετές στιγμές μου θύμισε το κλίμα του και την ατμόσφαιρα του.

Για να ανατρέξουμε στο «Oldboy» και να διαπιστώσουμε πως ξέρει πολύ καλά ο Παρκ να διαχειρίζεται την αγωνία και το σπάσιμο του χρόνου και να θυμηθούμε ότι η φωτογραφία κι οι σκηνογραφικές επιλογές είναι αποδεδειγμένο προνόμιο του, ότι κι εκεί είχαν καθοριστική σημασία για την αγωνία και την ατμόσφαιρα, απλώς εκεί ήταν άλλο το θέμα κι εξ αυτού διαφορετική η διαχείριση.

Οι δύο ερμηνεύτριες μου άρεσαν αρκετά (ιδίως η «κυρά» με το ενδιαφέρον εκφραστικά πρόσωπο αλλά κι η «υπηρέτρια» με το γλυκό μουτράκι), δεν μπορώ όμως να πω το ίδιο και για τον ηθοποιό που παίζει τον ψευτο-Κόμη στον οποίο βρήκα μπόλικες υπερβολές, εκτός αν είναι στοιχεία εκφράσεων κι εκδηλώσεων εκείνων των λαών που η δυτική μου νοοτροπία αδυνατεί να προσλάβει.

Πάντως, επειδή την έχω ξεχωρίσει από πολλές ταινίες που είδα φέτος, αδυνατώ να συλλάβω το πνεύμα της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών που την τακτοποίησε μόνο με μια διάκριση στα τεχνικά επιτεύγματα και βέβαια επαναλαμβάνω πως η σκηνογραφία αξίζει πολλά. Κι εξ αυτής εμπνέονται η φωτογραφία κι η ενδυματολογία, κατεπέκταση η ίδια η σκηνοθεσία η οποία κάνει το παραπέρα βήμα και στον τρόπο αφήγησης, άρα έχουμε πολλά παραπάνω.

Η τέχνη της ανάγνωσης

old boy talks cinema

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Mε αφορμή την «Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ και την «Αποφοίτηση» του Κριστιάν Μουντζίου

Κείμενο: Old Boy [4/5]

Email: oldboy@elculture.gr

Koίταζα να δω τι είχα γράψει στο ελculture για τις δύο προηγούμενες ταινίες του Παρκ Τσαν-Γουκ, τη «Δίψα» και το «Stoker» και θα αντιγράψω κάτι που σημείωνα με αφορμή τη «Δίψα», γιατί νομίζω ότι βοηθάει και στον τρόπο προσέγγισης της «Υπηρέτριας»: «Ίσως τελικά αυτή να είναι η αισθητική του υπογραφή: σκηνοθεσία που νιώθει πάρα πολύ καλά στο να μας επιδεικνύει διαρκώς τις δυνάμεις της και σενάρια που νιώθουν πάρα πολύ καλά στο να αποκαλύπτουν σιγά – σιγά τη δύναμή τους».

«Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ

Η «Υπηρέτρια», λοιπόν, είναι χωρισμένη σε τρία κεφάλαια, αλλά η αφήγησή της είναι ουσιαστικά χωρισμένη στα δύο. Στο πρώτο κεφάλαιο παρακολουθούμε μια ιστορία απάτης και έρωτα, όπου τόσο η απάτη όσο και ο έρωτας μάς παρουσιάζονται ευθέως. Βρισκόμαστε στην υπό Ιαπωνική κατοχή Κορέα της δεκαετίας του ’30. Aπό τη μια πλευρά έχουμε μια συμμορία φτωχοδιαβόλων απατεώνων κι από την άλλη έναν Κορεάτη διερμηνέα που έκανε το σωστό γάμο με πλούσια Γιαπωνέζα και τώρα ζει με την ανιψιά του σε έπαυλη (χτισμένη η μισή σε δυτικό στυλ και η μισή σε απωανατολίτικο για να τιμήσει και τις δύο κουλτούρες,  επιτρέποντας έτσι και στον Παρκ Τσαν – Γουκ να κινείται σε δύο κόσμους).

Η γυναίκα του έχει πεθάνει, η ανιψιά έχει περιουσία, ο θείος, που είναι μανιώδης συλλέκτης βιβλίων και πινάκων, σκοπεύει να την παντρευτεί για να μεγαλώσει κι άλλο τη συλλογή του. Αλλά εδώ έρχονται στην εικόνα οι απατεώνες με το δόλιο σχέδιο σαγήνευσης και αποπλάνησης της ανιψιάς. Ένας από αυτούς, με ψευδή ταυτότητα θα της παραστήσει τον ερωτευμένο, προκειμένου να την κλέψει, να την παντρευτεί κρυφά και να βάλει χέρι στην περιουσία της. Και μάλιστα θέλει να κλείσει τη γυναίκα μετά στο φρενοκομείο, ώστε να την πάρει όλη μόνος του. Αλλά επειδή χρειάζεται κάποιον άνθρωπο από μέσα για να τον βοηθάει, καταφέρνει να προσληφθεί ως προσωπική της υπηρέτρια μια συνεργάτης του, ώστε να τον διευκολύνει, να του παρέχει πρόσβαση, να τους αφήνει μόνους του όταν πρέπει, να της βάζει λόγια για το πόσο ερωτευμένη δείχνει με τον άνδρα. Δυο απατεώνες λοιπόν με εντελώς συγκεκριμένο σκοπό, σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν τον έρωτα ως πρόσχημα για να κάνουν την πιο γερή μπάζα.

Και ναι, βλέπουμε ήδη από το πρώτο κεφάλαιο ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ότι ο έρωτας έχει τις δικές του παραξενιές και τους δικούς του κανόνες. Και τρυπώνει εκεί που δεν το περιμένεις: ανάμεσα στις δυο γυναίκες, ανάμεσα στην κυρία και την υπηρέτρια, ανάμεσα στην πάμπλουτη και την πάμφτωχη, ανάμεσα στην αθώα και την πονηρή, ανάμεσα στη Γιαπωνέζα και την Κορεάτισα. Και αυτός ο έρωτας μάς δίνεται με μια μικρή ελάχιστη αποστασιοποίηση, με μια μικρή ελάχιστη ειρωνεία ή έστω με ένα μικρό ελάχιστο παιχνίδισμα, σαν ο Παρκ Τσαν – Γουκ να μη θέλει να βουτήξει εντελώς με τα μούτρα, ή μάλλον σαν να βουτάει, αλλά αμέσως μετά να βγαίνει και να παίρνει ανάσες κλείνοντάς μας και λίγο το μάτι. Και όσο συμβαίνει αυτό, ενώ εννοείται απολαμβάνεις την ταινία, την εικονοποιία της, τη σκηνοθετική δεξιοτεχνία κι ενώ ταυτόχρονα αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η αισθητική επιλογή δεν είναι από το πουθενά, δεν θέλει να ξαναμιλήσει για τον έρωτα σαν πρωτάρης, δεν θέλει να πέσει στην παγίδα του γεμάτου μέλια ρομάντζου, ταυτόχρονα νιώθεις πως αυτό το κράτημα σε κρατάει κι εσένα ως ένα βαθμό, ώστε εκτός από το να απολαύσεις, να αγαπήσεις κιόλας την ταινία.

Σε μια ιστορία όλη η ουσία βρίσκεται στην αφήγηση, στον τρόπο που θα επιλέξεις να την αφηγηθείς

Αλλά ενώ η σκηνοθεσία είχε αποκαλύψει τη δύναμή της από την αρχή, το σενάριο αρχίζει να την αποκαλύπτει τώρα: το πρώτο κεφάλαιο θα τελειώσει με τον πιο απροσδόκητο τρόπο και από εκεί και πέρα όλα θα γυρίσουν τούμπα. Και το δίπολο έρωτας – απάτη θα αρχίσει να στροβιλίζεται και μαζί του κι εμείς. Μυθοποίηση – απομυθοποίηση – μεταμυθοποίηση, δόμηση – αποδόμηση – μεταδόμηση, ποιος θα κερδίσει τελικά, ο έρωτας ή η απάτη και ο έρωτας τίνος, η απάτη τίνος, ένας άντρας και δυο γυναίκες, τρεις άνθρωποι και δυο έννοιες. Θα το πει σε μια σκηνή της ταινίας και ο θείος: σε μια ιστορία όλη η ουσία βρίσκεται στην αφήγηση, στον τρόπο που θα επιλέξεις να την αφηγηθείς. Ο Παρκ Τσαν – Γουκ κάνει πρωταγωνίστρια την αφήγησή του, τεμαχίζοντας έτσι την ιστορία ώστε αυτή να είναι η αληθινή πρωταγωνίστρια, γιατί το σινεμά είναι μαζί εξαπάτηση και ερωτική σαγήνη. Με την «Υπηρέτρια» μάς ξεγελά και μας αποπλανεί, μας δείχνει προς ένα μέρος, ενώ στην πραγματικότητα μας δείχνει προς κάπου αλλού, χωρίς καθόλου να αποκλείεται να μας έδειχνε πάντα προς το μέρος που μας έδειχνε αρχικά, αλλά να ήθελε να οδηγηθεί στην κατάληξή του μέσα από την πιο γοητευτική διαδρομή, ώστε να καταφέρει να μιλήσει με τρόπο ολόφρεσκο για το πιο χιλιοφορεμένο θέμα.

«Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ

Ο απατεώνας ζούσε κάποτε στη Δύση. Εκεί όλοι θέλουν να γράψουν, λέει. Εδώ όμως, αντί για τη γραφή, σπουδάζεται η τέχνη της ανάγνωσης. Η ανιψιά εκπαιδεύεται σκληρά από το θείο, για να μάθει να διαβάζει σωστά, να μάθει να απαγγέλλει. Από τη ματαιοδοξία του είμαστε όλοι δυνάμει δημιουργοί, το εγώ μπαίνει στην υπηρεσία μιας άλλου τύπου ιεράρχησης: το θέμα δεν είναι η ακατάσχετη παραγωγή κειμένων και λέξεων, ώσπου οι λέξεις πια να μην έχουν καμιά βαρύτητα και καμία σημασία, το θέμα είναι η ανάδειξη εκείνων των λέξεων που έχουν ήδη γραφτεί και ξεχωρίσει, η υπηρεσία των κειμένων, η απόδοση σε αυτών των τιμών που τους πρέπει με την ανάγνωσή τους ενώπιον κοινού. Η ανιψιά διαβάζει επί σκηνής, φοράει ειδική στολή, έχει ειδικό μακιγιάζ και ειδική κώμη, το σώμα της είναι στητό καθώς κάθεται, πρόκειται περί θεατρικής τελετουργίας.

«Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ

Βέβαια το είδος της λογοτεχνίας που διαβάζει είναι συγκεκριμένο. Ο θείος της τη βάζει να διαβάζει ερωτική λογοτεχνία και το ολιγομελές κοινό είναι αυστηρά ανδρικό. Οι άντρες φτιάχνονται με τη φαντασίωση. Ο θείος θα τους προσφέρει μάλιστα και δρώμενα αναπαραστάσεων. Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, σαν άλλος θείος, ο Παρκ Τσαν – Γουκ ποτίζει τις αντρικές φαντασιώσεις με άφθονες σκηνές λεσβιακού σεξ. Στην «Υπηρέτρια» οι άνδρες αρκούνται στη φαντασίωση, στην παρατήρηση, αδυνατούν να περάσουν από την φαντασίωση στην πραγμάτωση, το δικό τους βασίλειο είναι της φαντασίωσης, ενώ των γυναικών της πράξης.

«Υπηρέτρια» του Παρκ Τσαν-Γουκ

Κι αν τα ανδρικά γεννητικά όργανα δεν θα βγουν ποτέ από τα παντελόνια, μέσα στα πόδια της ερωμένης της, η ηρωΐδα κοιτά υποτίθεται το αιδοίο της, ενώ κοιτά την κάμερα. Την κοιτά σαν να βλέπει το μυστικό της ζωής και μαζί την προέλευσή της, την κοιτά σαν να είναι το μέρος εκείνο από το οποίο όλα προέρχονται κι όλα γεννιώνται, σαν το πιο απόκρυφο και μαζί το πιο εκθαμβωτικό σημείο, σαν σάρκα, δέρμα, γεύση, οσμή κι ηδονή, σαν πόθο και μαζί σαν νόημα. Κάπως έτσι και το αληθινό σινεμά γεννιέται μέσα από τέτοιου είδους κάμερες και τέτοιου είδους κινηματογραφιστές, σαν πόθος και μαζί σαν νόημα.

https://www.elculture.gr/

Νεαρή κοπέλα προσλαμβάνεται ως υπηρέτρια πλούσιας κληρονόμου στην υπό ιαπωνική κατοχή Κορέα του 1930. Η δεύτερη δεν γνωρίζει το οργανωμένο σχέδιο εκείνης και νεαρού «Κόμη» που θέλουν να της φάνε την περιουσία. Και η πρώτη δεν γνωρίζει τι σχεδιάζουν για εκείνην οι δύο εραστές. Αλλά, πάλι, όσα γνωρίζουν όλοι μεταξύ τους μπορεί να είναι… ακόμη μια πλάνη.

Μετά από ένα αμερικανικό «πείραμα», ο Τσαν-Γουκ Παρκ επιστρέφει στα πάτρια, με τις ευλογίες των Καννών και έμπνευση ένα βιβλίο (το «Η Κλέφτρα» του 2002) της Ουαλής συγγραφέως Σάρα Γουότερς. Το σύνηθες σύμπαν των έργων τής τελευταίας χαρακτηρίζεται από την εμμονή στο βικτωριανής περιόδου φόντο και στη γυναικεία ομοφυλοφιλία. Το πρώτο στοιχείο εδώ μετακομίζει, προφανώς, διατηρώντας όμως μια σκηνογραφική άποψη η οποία «παντρεύει» την αισθητική των δύο παραδόσεων. Πολλές φορές, εκεί εντοπίζεται και η μεγαλύτερη νίκη της «Υπηρέτριας». Στο θέμα του σεξ, τα πράγματα είναι πολύ πιο… μπερδεμένα.

Από κάθε άποψη, ο Τσαν-Γουκ Παρκ είναι ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες που υπάρχουν στο σύγχρονο σινεμά. Παγκοσμίως. Το έλεγα από την πρώτη στιγμή που εκλιπαρούσα τους Έλληνες διανομείς να φέρουν στην Ελλάδα την «Τελευταία Εκδίκηση» (2002) και η απάντηση ήταν… γέλια και αδιαφορία, διότι το «κορεατικό θρίλερ» δεν πουλάει στο υποτιθέμενο «art-house» κοινό της χώρας (το έμαθε εμπράκτως αυτό η εταιρεία που είχε τολμήσει να φέρει το επίσης εξαιρετικό «Ο Κυνηγός» του Να Χονγκ-Τζιν…). Η φεστιβαλική εξέλιξη του Τσαν-Γουκ Παρκ και η διαχρονική φήμη (και αξία) του «Oldboy» (2003) είναι σχεδόν αποκλειστικά η αιτία που οι ταινίες του σκηνοθέτη διανέμονται και θα συνεχίσουν να διανέμονται εδώ. Εάν δεν «έπαιζε» στα φεστιβάλ, θα ήταν στα αζήτητα. Πόσο παράδοξο!

«Η Υπηρέτρια» είναι ένα απίστευτα φορτωμένο έργο. Ελαφρώς baroque, με μια βαθιά ειρωνεία απέναντι στο δράμα του, τους ρόλους και την ανθρώπινη συμπεριφορά, επιτρέπει (ασυνήθιστο για τον σκηνοθέτη) να υπάρξει ένα λυτρωτικό happy end που δεν θα στοιχειώνει τους ήρωές του (όσους ζουν μέχρι τέλους, έστω…) για το υπόλοιπο του άθλιου βίου τους σε τούτον τον κόσμο, δίχως ενοχές και αυτοκαταστροφικές εσωτερικά πτυχές της προσωπικότητάς τους. Για να φτάσει μέχρι εκεί, η αφήγηση περνά μέσα από χίλια μύρια κύματα σε μορφή flashback ή υποκειμενικής εξιστόρησης των πεπραγμένων, δημιουργώντας έναν δαίδαλο υπερφιλόδοξα σχεδιασμένο που διαρκώς συγκρούεται με τα όσα νόμιζες ότι γνώριζες περί των πραγματικών προθέσεων των χαρακτήρων του. Ενός ερωτικού τριγώνου που δεν αγαπά αλλά μονάχα εξαπατά. Αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για συναίσθημα. Ούτε καν τον παραμικρό οίκτο! Είναι μια πάλη των φύλων, της σεξουαλικότητας και της υπεροχής, της ισότητας ή της υποταγής. Με την αφελή πίστη πως δεν είναι ανόητο να αγαπάς κάποιον που σου μοιάζει…

Κάπως έτσι αισθάνεται και για τους ήρωές του ο Τσαν-Γουκ Παρκ. Δεν τους απεικονίζει με στοργή, δεν τους συγχωρεί γι’ αυτό που είναι, τους εκθέτει ως κοινούς απατεώνες, χωρίς διακρίσεις. Αλλά στο βάθος τού μυαλού του, έχει επιλέξει εκείνους που θα αγαπήσει. Επιτρέποντάς τους και την ολοκλήρωση, μέσω της σεξουαλικής επαφής, που μοιάζει με ένα παραμύθι το οποίο συναντούν οι άρρενες επισκέπτες της έπαυλης μονάχα σε διαστροφικά αναγνώσματα, γραμμένα για να ερεθίζουν και να προκαλούν στύσεις… ενοχής, καθώς τα αφηγείται χωρίς αιδώ η πλούσια κληρονόμος, υπό την καθοδήγηση του οικοδεσπότη / θείου της. Ανδρών που… δεν ξέρουν τι θέλουν οι γυναίκες. Πόσο πιο ευνουχιστικό να γίνει το σχόλιο που θέλει να αφήσει «Η Υπηρέτρια»;

Καθώς η πλοκή τού φιλμ αποκάλυπτε σταδιακά τις ανατροπές της, δεν μπόρεσα παρά να θυμηθώ την εξαιρετική τεχνική του σεναρίου τού Ντέιβιντ Μάμετ στη «Λέσχη της Απάτης» (1987), που εδώ κάπου συναντιέται, προφανώς, και με τις «Παράνομα Δεμένες» (1996) των αδελφών Γουατσόφσκι. Στην πρώτη περίπτωση, ο Τσαν-Γουκ Παρκ ξεχνά τις απαρχές της δικής του καριέρας και ενός μεγαλοφυούς σε σύλληψη και σε ρυθμούς αφήγησης… μινιμαλισμού. Απομακρύνεται από μια λιτότητα γραφής που, όπως οι (αγαπημένες του) συνθέσεις των waltzes, εδώ στροβιλίζει την ιστορία τόσες φορές γύρω από τον εαυτό της (ρίξε και μια ματιά στη διάρκεια), που στην τελική «ζαλίζει» τα πάντα. Φυσικά, σε άλλα χέρια, αυτό το υλικό θα κατέληγε σε γκροτέσκα τραγωδία… αποτυχίας. Με έναν τόσο σπουδαίο σκηνοθέτη, όμως, η ταινία δεν παραπατάει προς την ήττα ούτε χάνει διαρκώς τον δρόμο της, μπλεγμένη σε ένα timeframe που αγκομαχάει περίτεχνα και με αβάσταχτη κομψότητα (διάβολε, τι υπέροχοι χώροι και σκηνικά!) μέχρι να καταλήξει στη σειρά με την οποία θα σου ομολογήσει τα αληθινά πταίσματα των ηρώων της. Και την αληθινή αγάπη. Που κερδίζει, φυσικά!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ο φετινός… «Πορφυρός Λόφος», στο περίπου. Με περισσότερη απάτη και «διπλές» ταυτότητες, με μυστικά μονοπάτια και… επίπεδα, γοτθική ατμόσφαιρα, σκηνές σεξ που ερεθίζουν (τους ανόητους άνδρες, είπαμε) ή ομορφιά κατασκευής και πλανοθεσίας που η κριτική δεν ειρωνεύεται (πού να πηγαίνει ο λογισμός μου, άραγε;). Η πλοκή αντέχει (ή αντέχεται στο ξεχείλωμά της), κυρίως εξαιτίας του μαέστρου πίσω από την κάμερα (ένσημα και στον διευθυντή φωτογραφίας Τσανγκ-Χουν Τσανγκ, οπωσδήποτε). Εάν βαριέστε το ασιατικό στο γενικότερό του (ή συνηθίζετε να μπερδεύετε πρόσωπα και ονόματα…), δείτε και πάλι τη διάρκεια. Διότι, για κάποιους, το χάρμα οφθαλμών ποτέ δεν είναι αρκετό.

https://freecinema.gr/

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΑΚΗΣ ΛΑΚΤΑΡΙΔΗΣ laktaridis@doctv.gr 13 Οκτωβρίου 2016  [4/5]

Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Στην υπό γιαπωνέζικη κατοχή Κορέα της δεκαετίας του 30, η νεαρή Σούκι προσλαμβάνεται από έναν απατεώνα για να υπηρετήσει τη Γιαπωνέζα αριστοκράτισσα Χιντέκο, σε μια προσπάθεια, στο να κάνει την δεύτερη να τον ερωτευτεί, καθώς στοχεύει να κάνει δική του, την περιουσία της. Μεταξύ των δύο γυναικών όμως, θα γεννηθεί ένα πάθος απρόσμενο. Μετά από το άνισο πέρασμά του από την Αμερική με το Stoker ο Κορεάτης Τσαν-Γου Παρκ (Oldboy), επιστρέφει στα πάτρια εδάφη και διασκευάζει το μυθιστόρημα της Σάρα Γουότερς, Fingersmith (2002), το οποίο μεταφέρει από την Βικτωριανή Αγγλία, στην κατεχόμενη από τους Γιαπωνέζους Κορέα της δεκαετίας του 30, τονίζοντας πέρα από το ταξική και την πολιτική διάστασή του. Οι συσχετισμοί της βίαιης εξουσίας και του σεξ (με τον τρόπο που ο Παζολίνι διασκεύασε τα γραπτά του Ντε Σαντ, στο Salo), διαποτίζονται εδώ με το ιδιότυπο χιούμορ και την θεματική του Κορεάτη δημιουργού,σε ό,τι αφορά την σύγχυση της πραγματικότητας με την αναπαράστασή της. Η αφήγηση, στην αρχή αποτυπωμένη από την πλευρά της Σούκι ανατρέπεται αναπάντεχα στη μέση της διαδρομής για να περάσει στη συνέχεια, μέσα από φλας μπακ σε μια επαναληπτική και διαφωτιστική, επαναδιατύπωση της, με συμπληρωματικό τρόπο, από την πλευρά της Χιντέκο. 

 Με έναν ιδιαίτερα αισθησιακό, βίαιο και φετιχιστικό τρόπο (από τις σχέσεις των ηρώων μεταξύ τους, μέχρι στην αναπαράσταση της εποχής), ο Τσαν-Γου Παρκ υμνεί τον Έρωτα σαν επαναστατική πράξη, χωρίς να αμελήσει να επαναλάβει τις αναφορές του, στον Σέξπιρ, αλλά και στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Αν και οι φεμινίστριες, μάλλον τον περιμένουν στη γωνία, το να μιλήσει κανείς για την βία κατά των γυναικών χωρίς να την δείξει, εκτός από πολιτικά ορθό, είναι και άκαιρο στην περίπτωση του Ασιάτη στυλίστα, ειδικά εδώ, όπου με τον αέρα ενός Μάρκο Φερέρι (Η Τελευταία Γυναίκα), παρουσιάζει τους άντρες ως φορείς, όχι μόνο της βίας, αλλά και της διαστροφικής παρακμής. Info: Η Υπηρέτρια (Ah-ga-ssi/The Handmaiden). Ερωτικό Αισθηματικό Θρίλερ Εποχής. Κορέα 2016. Πρεμιέρα: Πέμπτη 13 Οκτωβρίου. Σκηνοθεσία: Τσαν-Γου Παρκ. Παίζουν: Γιούνγκ-Γου Χα, Μιν-Χι Κιμ, Γι-Γουνγκ Τζο, Τάε-Ρι Κιμ. Διανομή: Ama Films. [Πηγή: http://www.doctv.gr]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: