50 χρόνια Kraftwerk σε ένα 24ωρο αφιέρωμα του Movement Radio || 2 Πάνελ Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020 || 2 Άρθρα : Μουσική Kraftwerk: Η μουσική σαν επιστημονική φαντασία  || Οι Κράφτβερκ σχολιάζουν το ναζισμό

CRAFTWORK

18 Δεκεμβρίου 2020 | 19:00 | online radio & Onassis Channel στο YouTube

Τι δέος και έκσταση προκαλούν οι Kraftwerk τόσα χρόνια μετά τη δημιουργία τους; Χωράει η μουσική ιδιοφυΐα τους σε 24 ώρες; Ένας εορτασμός για τα 50 χρόνια των καλλιτεχνών που άλλαξαν για πάντα την πορεία της μουσικής, με μια ψηφιακή διάσκεψη και μια ραδιοφωνική κατάληψη για ένα ολόκληρο 24ωρο. Συντονιστείτε στο Movement Radio.

Η Στέγη στο ραδιόφωνο. Το Movement Radio, ο διεθνής διαδικτυακός ραδιοφωνικός σταθμός με έδρα την Αθήνα, συνεχίζει να εκπέμπει ασταμάτητα από τις αρχές Νοεμβρίου, έχοντας προσελκύσει πάνω από 22 χιλιάδες ακροατές, από την Ελλάδα έως τη Σουηδία, από την Αγγλία έως την Ολλανδία, από τις ΗΠΑ έως τη Γαλλία, από το Βέλγιο έως την Ιταλία. Με πλήθος πρωτότυπων εκπομπών, σε επιμέλεια των DETACH (Voltnoi & Quetempo), το Movement Radio συντονίζεται τόσο με τον κόσμο, περιλαμβάνοντας σημαντικούς παραγωγούς από την εγχώρια και την παγκόσμια σκηνή, όσο και με τη στιγμή και την κατάσταση. Έτσι, μετά το αφιέρωμα στις αμερικανικές εκλογές στις 3 Νοεμβρίου, προτείνει, σε συνεργασία με το Goethe-Institut Athen, ένα ιδιαίτερο 24ωρο αφιέρωμα, στις 18 Δεκεμβρίου, γιορτάζοντας τα 50 χρόνια των Kraftwerk με μια ψηφιακή διάσκεψη και ένα μουσικό αφιέρωμα με τίτλο 50 Years Kraftwerk – Europe Endless.

 

Για τον εορτασμό των 50 ετών των Kraftwerk, το Movement Radio προτείνει μια e-conference στο YouTube Channel του Ιδρύματος Ωνάση και ένα ραδιοφωνικό/μουσικό αφιέρωμα από τους παραγωγούς και τους dj’s του στο movement.radio. Η ψηφιακή διάσκεψη αποσκοπεί να διερευνήσει την ιστορία της Ευρώπης μέσα από τους concept δίσκους τους (“Autobahn”, “Trans-Europe Express”, “Radioactivity”, “Man Machine” και “Computer World”), ενώ το μουσικό αφιέρωμα υπόσχεται να μας εκτοξεύσει στο απίθανο ταξίδι του πρωτοποριακού συγκροτήματος.

Μέσα από το ρετροφουτουριστικό αισθητικό τους σύμπαν, που συνίσταται από ήχο και τεχνολογία, γραφιστικό σχεδιασμό και περφόρμανς, οι πρωτοπόροι από το Ντίσελντορφ δημιούργησαν ένα αινιγματικό Gesamtkunstwerk, ένα συνολικό έργο τέχνης που άλλαξε για πάντα την πορεία της μουσικής. Αγνοώντας παντελώς τις δημοφιλείς ροκ παραδόσεις της εποχής τους, οι Kraftwerk έντυσαν με μουσική και στίχους το βιομηχανικό ηχοτοπίο της κοιλάδας του Ρήνου, τραγούδησαν για τον υλισμό της καθημερινής ζωής στη μεταπολεμική Ευρώπη –εργοστάσια, αυτοκινητόδρομους και σιδηρόδρομους, υπολογιστές, ρομπότ, πυρηνική ενέργεια– και δημιούργησαν ένα ήχο που ακόμα και τώρα που μιλάμε, μισό αιώνα αργότερα, μοιάζει πρωτογενής και ανέπαφος από τον χρόνο. Σύμφωνα με τον Uwe Schütte, συγγραφέα του βιβλίου “Kraftwerk: Future Music from Germany”, η μουσική τους μπορεί να εκληφθεί ως «μια συμβολή στην πολιτική, πολιτιστική και ηθική ανοικοδόμηση της Γερμανίας» μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τα θέματά τους εξέφραζαν το στραμμένο στο αύριο Zeitgeist της μεταπολεμικής γενιάς, την πίστη στην επιστήμη και την τεχνολογία ως κινητήριες δυνάμεις της ιστορίας και τον τόσο αναγκαίο κοινωνικό μετασχηματισμό για κοινωνίες που ισοπεδώθηκαν από τον πόλεμο και τον ναζισμό. Έναν κοινωνικό μετασχηματισμό εντός του νεοσύστατου τότε Ευρωπαϊκού Σχεδίου, που αντιπροσώπευε έναν χωρικό και πολιτισμικό αστερισμό κοσμοπολιτικών εθνών, συνδεδεμένων με αυτοκινητόδρομους (Autobahn) και τρένα (Trans-Europe Express).

Η μουσική των Kraftwerk εξέφραζε ένα συγκεκριμένο μεταπολεμικό φουτουριστικό φαντασιακό, γεμάτο κοινωνικές προσδοκίες για ένα λαμπρότερο μέλλον με περισσότερη ειρήνη, ισότητα και ευημερία. Αυτή η μελλοντική «ουτοπία» είναι ίσως το παρόν μας, μια περίοδος κατά την οποία αυτές οι προσδοκίες του παρελθόντος σταδιακά ξεφούσκωσαν μέσα από μια διαδικασία που ο Mark Fisher έχει περιγράψει ως «τη σταδιακή ακύρωση του μέλλοντος». Τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας μπορούν να καταδειχθούν στις τρέχουσες δυστοπίες μας μιας λιγότερη ενωμένης Ευρώπης, που χαρακτηρίζεται από ατελείωτες κρίσεις και μια έλλειψη οράματος για ένα (κοινό) μέλλον.

Το 50 Years Kraftwerk –Europe  Endless αποσκοπεί να επανεξετάσει την καλλιτεχνική παραγωγή των Kraftwerk και να την επαναπλαισιώσει εντός του αισθητικού και κοινωνικοπολιτικού διαλόγου του 21ου αιώνα. Αφήνοντας παράμερα τη νοσταλγία, αυτό το αφιέρωμα στη θεματική και μουσική παλέτα του συγκροτήματος μπορεί να αποτελέσει ένα όχημα για την επανεξέταση μιας εποχής προοδευτικών ιδεών και σημαντικών κοινωνικών μετασχηματισμών στη μεταπολεμική Ευρώπη, μιας εποχής που όχι μόνο διαμόρφωσε αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει το παρόν μας.

Τι μπορούν να μεταφέρουν αυτές οι αφηγήσεις στα κοινωνίες μας, σε μια περίοδο που τα όρια μεταξύ φυσικής, ψηφιακής και βιολογικής σφαίρας είναι δυσδιάκριτα, καθώς και ένα ακυρωμένο μέλλον; Θα μπορούσαμε να μετασχηματίσουμε τις σημασίες τους εκτός του οικοσυστήματός τους και να τις εντάξουμε σε μια κριτική του 21ου αιώνα;

Με τους: Uwe Schütte, συγγραφέα του βιβλίου “Kraftwerk: Future Music from Germany”· Daniel Miller, επικεφαλής της δισκογραφικής Mute Records· Jens Balzer, μουσικοκριτικό· David Stubbs, συγγραφέα του βιβλίου “Future Days: Krautrock and the Building of Modern Germany”· Lisa Blanning, συγγραφέα· Γιάννη-Ορέστη Παπαδημητρίου, δημοσιογράφο.

Πρόγραμμα

1ο Πάνελ | 19:00-20:00 | Onassis Channel στο YouTube
Daniel Miller (επικεφαλής της δισκογραφικής Mute Records)
Uwe Schütte (συγγραφέας του βιβλίου “Kraftwerk: Future Music from Germany”)
Συντονισμός: Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου (δημοσιογράφος)

2ο Πάνελ | 20:00-21:00 | Onassis Channel στο YouTube
David Stubbs (συγγραφέας του βιβλίου “Future Days: Krautrock and the Building of Modern Germany”)
Jens Balzer (μουσικοκριτικός, συγγραφέας)
Lisa Blanning (συγγραφέας)
Συντονισμός: Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου (δημοσιογράφος)

Ραδιοφωνική κατάληψη: Επιμέλεια προγράμματος από το movement.radio και τον Δημήτρη Παπαϊωάννου | http://movement.radio/

Μουσική Kraftwerk: Η μουσική σαν επιστημονική φαντασία Κατάδυση στο μουσικό και τεχνολογικό σύμπαν του γερμανικού γκρουπ που πολλοί συγκρίνουν με τους Beatles, ως προς την επιδραστικότητα, λίγο πριν από την πολυαναμενόμενη εμφάνισή τους στην Αθήνα

ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

1.3.2018 |  Οι Kraftwerk πήγαν εντελώς ενάντια στα δεδομένα. Το έκαναν όμως με μια βαθιά ειρωνική και κριτική διάθεση.       1 Μουσικά οράματα από το μέλλον ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ   Για ορισμένους η εμφάνιση των Kraftwerk στις 3 Μαρτίου στο Φάληρο είναι από τώρα η συναυλία της χρονιάς. Η πρώτη φορά που επισκέφτηκαν την χώρα μας ήταν πάλι στην ίδια τοποθεσία. Ήταν καλοκαίρι και έπαιξαν δίπλα στην θάλασσα το 2005, σε ανοικτό χώρο, στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ που διοργάνωσε τότε το Gagarin205. Για κάθε παλιό συγκρότημα που αποφασίζει να βγει στον δρόμο και να κάνει συναυλίες σε προχωρημένη ηλικία, πάντοτε υπάρχει μια σχετική δυσπιστία από μέρος του κοινού για το αν όλα αυτά είναι μια καλοστημένη αρπαχτή. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων κάτι τέτοιο ισχύει, μουσικοί και συγκροτήματα να εκμεταλλεύονται την πάλαι ποτέ φήμη τους για το χρήμα. Για όσους γνωρίζουν την ιστορία τον Kraftwerk, μια συναυλία τους δεν είναι ποτέ μια τυπική υπόθεση. Στην Ελλάδα μπορεί να έκαναν 13 χρόνια να έρθουν αλλά στο εξωτερικό έχουν μια σταθερή πορεία από ζωντανές εμφανίσεις όλα αυτά τα χρόνια. Η μόνη δεκαετία που είχαν εξαφανιστεί ήταν γύρω στα ’90s. Φέτος έρχονται με το σόου που παρουσίασαν για πρώτη φορά στο ΜοΜa το 2012 και τον επόμενο χρόνο στην Tate Modern, και τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν σε διάστημα ωρών.   Οι Kraftwerk δεν είναι ολογράμματα – αν και υποθέτω δεν θα τους χάλαγε, και ακόμη και σήμερα έχουν το βλέμμα τους στραμμένο προς το μέλλον, παρά το παρελθόν ή το παρόν. Μια τρισδιάστατη πλούσια φαντασμαγορική συναυλία στην οποία χρησιμοποιούν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας και λένε όλες σχεδόν τις επιτυχίες τους. Όταν ακούς για τρισδιάστατες συναυλίες το μυαλό σου δεν γίνεται να μην πάει απευθείας στην Hatsune Miku, το virtual idol από την Ιαπωνία που χρειάζεσαι ειδικά 3D γυαλιά για να την απολαύσεις ζωντανά. Η Miku είναι ολόγραμμα. Αρκετοί εικάζουν ότι έτσι θα είναι οι συναυλίες τα επόμενα χρόνια και ήδη, με αυτό τον τρόπο, αρχίζουν και ανασταίνονται οι συγχωρεμένοι θρύλοι της μουσικής. Οι Kraftwerk δεν είναι ολογράμματα – αν και υποθέτω δεν θα τους χάλαγε, και ακόμη και σήμερα έχουν το βλέμμα τους στραμμένο προς το μέλλον, παρά το παρελθόν ή το παρόν. Κατά κάποιο τρόπο τα τρισδιάστατα σόου τους δεν φαίνεται να διαφέρουν από τις κανονικές συναυλίες τους. Το ίδιο σκηνικό βλέπεις, τέσσερις μεσήλικες (τι μεσήλικες; O Ralf Hutter έχει περάσει τα 70 κι ας μην του φαίνεται) κοκαλωμένους μπροστά από τους υπολογιστές τους. Πίσω τους, υπάρχει μια τεράστια οθόνη που δείχνει εντυπωσιακές φουτουριστικές εικόνες.   Έμοιαζαν περισσότερο με προπολεμικούς μουσικούς του ’20 και του ’30. Η βασική τους επιρροή ήταν οι Βρετανοί εικαστικοί Gilbert and George. Ήταν τόσο παράξενη η αισθητική τους για την εποχή που στην αρχή τους αντιμετώπιζαν ως ανέκδοτο στον ξένο τύπο. To αιώνιο πρόβλημα μιας αμιγώς ηλεκτρονικής συναυλίας είναι το αν οι μουσικοί παίζουν στ’ αλήθεια μπροστά από τα λάπτοπ τους εκείνη τη στιγμή ή σε κοροϊδεύουν και απλά κοιτούν τα email τους. Για μερικούς είναι ίσως πιο σοκαριστικό θέαμα από το να δουν τον Iggy Pop με κατεβασμένα παντελόνια. Με τους Kraftwerk δεν χάνεται ποτέ η αίσθηση ότι πράγματι παίζουν μουσική εκείνη την στιγμή. Ακόμη κι αν δεν είναι εμφανές ότι κινούν τα χέρια τους, έχουν μια απόλυτα οργανική παρουσία πάνω στην σκηνή. Ξεπήδησαν από την Krautrock σκηνή της δεκαετίας του ’70. Ο Florian Schneider με τον Ralf Hutter γνωρίστηκαν το 1970 στο Ντίσελντορφ όπου σπούδαζαν κλασική μουσική. Οι τρεις πρώτες τους δουλειές είναι και οι μόνες στο πνεύμα της εποχής. Πιο πειραματικές σε ύφος λειτούργησαν ως βάση για το τι θα ακολουθούσε στην συνέχεια. Οι Kraftwerk (που σημαίνει στα γερμανικά εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας) στην ουσία αναγεννήθηκαν όταν έβαλαν μπροστά τα σχέδια τους για την δημιουργία μιας φρέσκιας γερμανικής ποπ μουσικής ταυτότητας, ελεύθερης από εξωτερικές επιρροές. Το κατάφεραν το 1975 με το τέταρτο άλμπουμ τους. Το «Autobanh» υμνούσε την ομορφιά του γερμανικού αυτοκινητόδρομου παρά το ντροπιαστικό χιτλερικό παρελθόν του. Μέχρι τότε οι περισσότερες μεταπολεμικές Γερμανικές ροκ μπάντες απέφευγαν κάθε αναφορά στην καταγωγή τους. Η γενιά που ακολούθησε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε αναπτύξει μια αποστροφή σε οτιδήποτε γερμανικό. Ήταν εύλογο οι νέοι μουσικοί να προτιμούν να κοπιάρουν αμερικανικά ή αγγλικά γκρουπ από το να αντλούν στοιχεία από την πλούσια κλασική παράδοση της χώρας τους. Οι Kraftwerk πήγαν εντελώς ενάντια στα δεδομένα. Το έκαναν όμως με μια βαθιά ειρωνική και κριτική διάθεση. Άρχισαν να τραγουδούν στα γερμανικά και να φορούν κουστούμια ενώ υιοθέτησαν αυστηρά κουρέματα σε πλήρη αντίθεση με τη χίπι κουλτούρα που επικρατούσε τριγύρω τους. Έμοιαζαν περισσότερο με προπολεμικούς μουσικούς του ’20 και του ’30. Η βασική τους επιρροή ήταν οι Βρετανοί εικαστικοί Gilbert and George. Ήταν τόσο παράξενη η αισθητική τους για την εποχή που στην αρχή τους αντιμετώπιζαν ως ανέκδοτο στον ξένο τύπο. Το άλμπουμ όμως είχε επιτυχία. Εκείνη την περίοδο έγιναν και επίσημα τετράδα με την προσθήκη των Karl Bartos και Wolfgang Flür στο γκρουπ. Να σημειωθεί εδώ ότι δεν θα ήταν ποτέ το συγκρότημα που γνωρίζουμε χωρίς την τεράστια συμβολή του ταλαντούχου εικαστικού Emil Schult. Ο Schult με το εξαιρετικά ιδιαίτερο στυλ του έπλασε στην κυριολεξία την εικόνα τους ενώ παράλληλα συνυπέγραψε τους στίχους πολλών κομματιών τους. Το γκρουπ τον θεωρούσε κάτι σαν τον Γερμανό Warhol κι εκείνος είχε διδαχτεί από κορυφαίους καθηγητές, εικαστικούς όπως οι Dieter Rot, Joseph Beuys και Gerhard Richter. Το 1978, με το άλμπουμ «Man-Machine», το όνομα των Kraftwerk συνδέθηκε άρρητα με τα ρομπότ πολύ πριν αυτά γίνουν μόδα στην ποπ κουλτούρα. Οι μηχανικές τους ρέπλικες κυριάρχησαν σε κάθε πτυχή του έργο τους. Ο Hutter δήλωνε τότε ότι ήταν «μουσικοί εργάτες». Μέχρι και σήμερα αποφεύγουν τις συνεντεύξεις. Λίγα πράγματα είναι γνωστά γι’ αυτούς, σχεδόν τίποτα για την προσωπική τους ζωή εκτός από το γεγονός ότι έχουν μια εμμονή με τα ποδήλατα. Αν κάποιος από αυτούς περπατάει στον δρόμο δίπλα σου είναι αμφίβολο αν θα τον αναγνωρίσεις. Δούλευαν και δουλεύουν σε πλήρη μυστικότητα. Το Kling Klang, το θρυλικό στούντιο τους, παραμένει ένα μεγάλο ερωτηματικό. Πάντοτε κλειστό στο ευρύ κοινό, μετά την πρόσφατη μετακόμιση του κανείς δεν γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκεται, κάπου δυτικά έξω από το Ντίσελντορφ. Υπάρχουν πολλές ιστορίες γύρω από το γκρουπ και τη σχεδόν καλογερική απομόνωση των μελών του. Η πιο χαρακτηριστική είναι με τον Chris Martin των Coldplay να τους ψάχνει απεγνωσμένα για να μπορέσει να πάρει την άδεια να χρησιμοποιήσει το μουσικό μοτίβο του «Computer Love» για το κομμάτι τους, «Talk» που αργότερα έγινε μια από τους πιο γνωστές τους επιτυχίες. Τελικά τους έστειλε ένα γράμμα για να λάβει μετά από πολλές εβδομάδες τη μονολεκτική απάντηση «Ναι», επίσης ταχυδρομικά. Σήμερα το μόνο ορίτζιναλ μέλος που παραμένει στο συγκρότημα είναι ο Ralf Hutter. Ο Florian αποχώρησε χωρίς αιτιολογία και χωρίς να το πάρει κανείς χαμπάρι το 2009 ενώ έχουν να κυκλοφορήσουν νέο υλικό από το 2003. Πλέον, τη δεκαετία που διανύουμε, υπάρχει μια κραυγαλέα καθολική αποδοχή για την προσφορά τους όλα αυτά τα χρόνια, καμιά φορά σε βαθμό παροξυσμού.   Στο Kling Klang studio στο Ντίσελντορφ το 1981. Σε όποιο άρθρο κι αν διαβάσεις ή σε όποιο ντοκιμαντέρ δεις για τη μουσική τους, όλοι οι σχολιαστές ανεξαιρέτως τους εξομοιώνουν με τους Beatles. Θεωρούν ότι είναι το μόνο γκρουπ με το οποίο μπορούν να σταθούν απέναντί του επί ίσοις όροις. Υπάρχουν και οι ακραίες απόψεις όπως αυτή του Paul Morley, γνωστού Βρετανού μουσικοκριτικού, που τους θεωρεί ακόμη πιο επιδραστικούς από τους Beatles. Σε άλλες εποχές θα είχαν χυμήξει να τον φάνε στη Βρετανία. Σήμερα δεν αντιδράει σχεδόν κανείς σαν να είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Πέρα από την υπερβολή, η σύγκριση με τους Beatles δεν είναι καθόλου άκυρη και όχι μόνο λόγω των στουντιακών πειραματισμών και των δύο συγκροτημάτων, που έχουν μείνει στην ιστορία. Οι Kraftwerk ήταν από τις πρώτες μεταπολεμικές γερμανικές μπάντες που κατάφεραν να ξεπεράσουν τα σύνορα της χώρας τους, να κατακτήσουν τη Βρετανία αλλά και να βρεθούν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, στην Αμερική – το μοναδικό συγκρότημα που το έκανε πετυχημένα, εκτός από αυτούς και ταυτόχρονα, ήταν οι Tangerine Dream. Κι αν οι Tangerine Dream έγιναν παρωχημένοι από ένα σημείο και έπειτα, οι Kraftwerk δημιούργησαν μια ηχητική παλέτα που ακόμη δεν φαίνεται να έχει ξεπεραστεί ή αντικατασταθεί.   Σήμερα το μόνο ορίτζιναλ μέλος που παραμένει στο συγκρότημα είναι ο Ralf Hutter. Η επιρροή τους ήταν καταλυτική σε όποιον άκουγε τη μουσική τους. Ο David Bowie δεν θα είχε πάει ποτέ στο Βερολίνο, ούτε θα έβρισκε μια αδελφή ψυχή στον Brian Eno αν δεν είχε παθιαστεί με τη μουσική τους. Το «Low» ίσως να μην είχε συμβεί ποτέ. Ο Andy McCluskey των OMD δεν θα είχε πετάξει την κιθάρα του για να αγοράσει συνθεσάιζερ αν δεν τους είχε δει live το 1975 στο Λίβερπουλ, μέσα στην έκρηξη του πανκ. Κάθε φορά που μιλάει γι’ αυτούς σου δίνει την εντύπωση ότι περιγράφει τους ηλεκτρονικούς Sex Pistols. Άγγιξαν κάθε πτυχή της ηλεκτρονικής μουσικής όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, από την electropop μέχρι το χιπ χοπ, την techno και το dubstep. Ο επαναληπτικοί ρυθμοί τους έγιναν μόδα.   29.11.2017 Οι Kraftwerk έρχονται στην Αθήνα για ένα μοναδικό οπτικοακουστικό 3-D show Η έμφασή τους στη χρήση των συνθεσάιζερ, η εννοιολογική προσέγγιση τους στη μουσική και η ιδιαίτερη ειρωνική αισθητική τους τούς διαφοροποιούσε από οτιδήποτε κυκλοφορούσε τότε στην μουσική.   Για τον σύγχρονο ακροατή, οι ηλεκτρονικές συνθέσεις τους σήμερα μπορεί να ακούγονται απλές και αθώες αλλά επιδεικνύουν μια απαράμιλλη ικανότητα για άχρονες ποπ αρμονίες. Οι μελωδίες τους, που στην πρώτη επαφή μαζί τους ακούγονται ψυχρές και απόμακρες, αποκτούν τεράστιο συγκινησιακό υπόβαθρο όσο περνάει ο χρόνος. Τέλος, ένα άλλο στοιχείο που τους κάνει ακόμη τόσο επίκαιρους είναι ότι κανένα άλλο συγκρότημα στην ιστορία δεν φαίνεται να έχει οραματιστεί με τόση διαύγεια το μέλλον, είτε έχει να κάνει με την μουσική, είτε με τις ανθρώπινες σχέσεις. Επανεξετάζοντας τις πιο σημαντικές δουλειές τους που εκτείνονται χρονικά από το 1974 έως το 1981 (τα «Autobahn», «Radio-Activity», «Trans-Europe Express», «The Man-Machine» και «Computer World») ενίοτε ακούγονται σαν να είχαν ήδη επισκεφτεί τη χρονική περίοδο που διανύουμε τώρα και γύρισαν πίσω για να διηγηθούν τις εμπειρίες τους από έναν κόσμο που ακόμη διαμορφώνεται από την τεχνολογία.   Εμείς θέλαμε να δημιουργήσουμε τη δική μας μουσική ταυτότητα, να βρούμε τη γλώσσα μας στη μουσική. Ξεκινήσαμε από το μηδέν, από τη σιωπή, και βρήκαμε τον ήχο και τη φωνή μας μέσα από τα synthesizers. Λίγο μετά, ήρθαν και τα ρομπότ…   Άνθρωπος / Φύση / Τεχνολογία ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ   Λίγο μετά τα αρχικά τους πειράματα με το Krautrock, ο Ralf και ο Florian ανακάλυψαν τις δυνατότητες που προσέφεραν στην ηχητική παλέτα της εποχής οι νέες ηλεκτρονικές γεννήτριες ήχου. Μια πρώτη απόπειρα για (σχετικά) πιασάρικη ψυχεδελική ποπ απέτυχε, αλλά στη συνέχεια άρχισε μια περίοδος, κατά την οποία η μπάντα μπορεί να άργησε να κερδίσει κάποιο «χιτ», αλλά, ωστόσο, είχε στην κατοχή της αμέτρητα πρωτοποριακά επιτεύγματα. H πορεία των Kraftwerk από τους περιορισμούς της ακαδημαϊκής ηλεκτρονικής μουσικής ή του πειραματικού αυτοσχεδιασμού προς το πιο πολιτιστικά καλλιεργημένο πεδίο της ποπ μουσικής προϋπέθετε μια αντιπαράθεση με τη μαζική κουλτούρα και μια αφοσίωση σε εκείνες τις νέες τεχνολογίες που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τη φιλοσοφία τους. Πάνω σε έναν ρυθμό που ακόμα δεν έβγαινε από ηλεκτρονικό υπολογιστή αλλά από αυτοσχέδια ηλεκτρονικά κρουστά, οι Kraftwerk ανακάλυψαν στη δεκαετία του ’70 ένα ύφος μουσικής που εφευρέθηκε μόλις στη δεκαετία του ’90: την techno.     Play 00:00 -03:30 Mute Settings Enter fullscreen Play Το παλαιότερο βίντεο του γκρουπ από το 1970, όπου ακούγεται η πρώτη techno Ένα καταπληκτικό επίτευγμα, αν σκεφτεί κανείς ότι στη σκηνή του rock τότε κυριαρχούσαν μόνο μακρυμάλληδες που έχαναν τον εαυτό τους σε ατελείωτα κιθαριστικά σόλο, ενώ στον αντίποδά της, οι punks κατηγορηματικά απέρριπταν κάθε υπερβολικά εξελιγμένη χειροτεχνία. Η προσέγγισή των Kraftwerk –να απαλλαγεί η μουσική από κάθε περιττό έρμα για να πλεύσει ισορροπημένα στον ωκεανό του ήχου και να μπορέσει με τη σειρά της να δείξει στους μουσικούς τον τρόπο να ελιχθούν μέσα από ένα παραπέτασμα νέων μηχανών– δεν ήταν μόνο επαναστατική, ήταν μοναδική. Από το 1974 μέχρι το 1981 και μέσα στα πέντε πιο σημαντικά (και εξαιρετικά) άλμπουμ της καριέρας τους, η μουσική ακουγόταν σαν επιστημονική φαντασία, όπου οι μηχανές είχαν την εξουσία και ο αυτοματοποιημένος ρυθμός της βιομηχανικής παραγωγής είχε τελικά γεννήσει μια νέα γλώσσα που θα μπορούσε να μιλήσει η ποπ κουλτούρα. Από τις στοιχειωμένες ορχηστρικές φωνές του σπάνιου οργάνου Orchestron (ακούγεται στο «Radio-Aktivität») μέχρι το αυτοσχέδιο Robovox, το πιο μυστηριώδες κομμάτι τεχνολογίας του Kling Klang στούντιο (χάρη σε αυτό ηχογραφήθηκαν σε πραγματικό χρόνο οι ρομποτικές φωνές του «Die Mensch·Maschine»), και από τα custom drum-pads μέχρι το modular Synthanorma Sequenzer, η αισθητική αυστηρότητα και η κρυστάλλινη μετρονομία της μουσικής των Kraftwerk σε αυτά τα πέντε άλμπουμ κατέρριψε κάθε επικρατούσα μουσική σύμβαση.     Τον Ιούνιο του 2005, λίγο μετά την εμφάνισή τους στο G Festival, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον Ralf. Ο Florian, o οποίος ήταν ακόμη στο line-up, ζήτησε ευγενικά να αποχωρήσει από το δωμάτιο και δεν συμμετείχε στη συζήτηση. Στη συνέντευξη που ακολούθησε, δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντηση ενός αληθινού καλλιτέχνη, ο οποίος με τη φωνή και την μουσική του έχει σημαδέψει τα καλύτερά μου χρόνια, όταν τον ρώτησα ποια είναι η πηγή έμπνευσης για τη μουσική τους. Μου είπε: «Η μουσική πηγάζει από τη σιωπή. Όπως ο βόμβος των εργοστασίων μέσα στην απέραντη ησυχία της φύσης. »Προσπαθούμε να εστιάσουμε στον ήχο που μας περιτριγυρίζει. Είναι σαν να φτιάχνουμε ένα ντοκιμαντέρ. Σαν να συνθέτουμε, για την ακρίβεια, τη μουσική του ντοκιμαντέρ που αφηγείται τις σκέψεις και τις ιδέες μας. »Είμαστε από τη Γερμανία. Μια χώρα, που μετά τον πόλεμο δεν έχει καταφέρει να χτίσει δική της μουσική ταυτότητα και που, εκτός από την κλασική μουσική και τα εμβατήρια, το μόνο που δέχεται ως ποπ είναι τα ξένα ακούσματα. »Εμείς θέλαμε να δημιουργήσουμε τη δική μας μουσική ταυτότητα, να βρούμε τη γλώσσα μας στη μουσική. Ξεκινήσαμε από το μηδέν, από τη σιωπή, και βρήκαμε τον ήχο και τη φωνή μας μέσα από τα synthesizers. Λίγο μετά, ήρθαν και τα ρομπότ…». Πηγή: www.lifo.gr

 

Οι Κράφτβερκ σχολιάζουν το ναζισμό Ο Χρήστος Τσανάκας γράφει στο LIFO.gr ένα εκτενές και απροσδόκητο δοκίμιο LIFOTEAM3.11.2013 

 Σε σύγκριση με οποιονδήποτε άλλο έντεχνο συνθέτη παγκοσμίως, ίσως να έγραψε τις πιο ονειρικές, παιδικής απλότητας και τρυφερότητας, ιδιοφυείς συνθέσεις για πιάνο: «Gnossiennes», «Gymnopedies», «Embryons Desseches» κ.λπ. Ωστόσο, στη σκελετική σύνθεσή του «Vexations», ένα στοιχειώδες μουσικό θέμα δεκαοχτώ φθόγγων για σόλο πιάνο, το πρώτο αμιγώς μίνιμαλ έργο στα χρονικά της σύγχρονης δυτικής μουσικής, προάγγελο του άλμπουμ «Music For Airports» του Μπράιαν Ίνο και του επαναληπτικού μινιμαλισμού κάθε αυστηρής electronica τελετουργίας, ο Ερίκ Σατί απαιτεί πλήρη αυτοσυγκέντρωση και ακινησία από τον ερμηνευτή, για αρκετή ώρα πριν αυτός επιδοθεί σε μια σταθερή επαναληπτική δράση, η οποία με τη σειρά της απαιτεί έναν ψυχρό αυτοέλεγχο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι το σώμα του μουσικού «μεταμορφώνεται», για όσο διαρκεί η ερμηνεία, στο βιολογικό ισοδύναμο ενός σερβομηχανικού ρομπότ!   Βλέποντας τουλάχιστον έναν αιώνα μπροστά από την εποχή του, ο μεγαλοφυής Γάλλος συνθέτης μοιάζει να οραματίστηκε μια εποχή όπου καμιά μουσική δεν μπορεί να παιχτεί από ανθρώπους χωρίς την υποστήριξη ρομποτικών μηχανισμών ή σκεπτόμενων τεχνημάτων, χωρίς έξυπνες προεκτάσεις των μυών και των νευρώνων μας. Στην πραγματικότητα, κάθε διαισθητικός άνθρωπος που ξεπερνά τις ανασφάλειές του αφουγκράζεται πεντακάθαρα το δυναμισμό του μέλλοντος γύρω του και ανελίσσεται μέσα στη διαβρωτική αχλύ του, αφημένος στο ρεύμα των εν τη γενέσει «τάσεων». Αυτό ακριβώς έκανε ο Ερίκ Σατί και, έναν αιώνα αργότερα, οι «ρομποτικοί» πρωτοπόροι Kraftwerk.       Ο Ραλφ Χούτερ και ο Φλόριαν Σνάιντερ (διαχρονικοί εγκέφαλοι των Κράφτβερκ) αφουγκράστηκαν νωρίς το μέλλον γύρω τους, αν και καθυστέρησαν να αποδώσουν ηχογλυπτικά το ακριβές σχήμα του. Ίσως γιατί οι ακαδημαϊκές θεωρίες των «δασκάλων» τους, Καρλχάιντς Στοκχάουζεν και Χανς Άιμερτ, δεν ενέπνεαν πειστικά την άμεση επαφή ανάμεσα στα συναισθήματα και τις ιδέες, τον μοναδικό εύφλεκτο τρόπο να κυοφορήσουν κάτι αποκαλυπτικά καλλιτεχνικό οι ιδέες, είτε τυπολατρικές είτε ριζοσπαστικές είναι αυτές. Μετά, λοιπόν, από το πειραματικό άλμπουμ «Tone Float» των προ-Κράφτβερκ Organisation (και μόνο η σύνθεση «Silver Forest» ανταγωνίζεται συλλήβδην το άλμπουμ «Electronic Meditation» των Tangerine Dream και πολλές ανάλογες προσπάθειες πρώιμης και όψιμης ηλεκτρονικής ψυχεδέλειας) ακολούθησαν άλλα τρία, φαινομενικώς παγερά και σχεδόν σαδομαζοχιστικής ψυχολογίας, αφαιρετικά άλμπουμ. Ίδιως τα δύο πρώτα από αυτά, που έφεραν ως τίτλο το όνομά τους, θύμιζαν απογυμνωμένες βιομηχανικές ζώνες στις οποίες αντηχούν εξπρεσιονιστικοί μανιοκαταθλιπτικοί αυτοσχεδιασμοί αφιερωμένοι στην καταστροφή της Γερμανίας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (άλμπουμ «Kraftwerk», του 1970) και στον ενοχικό αυτοευνουχισμό τής κουλτούρας της στο επόμενο διάστημα (άλμπουμ «Kraftwerk 2», του 1972).       Όσο για το άλμπουμ «Ralf & Florian», του 1973, αυτό βυθίζει τον ακροατή στην αβέβαιη σκιαγράφηση ενός αμιγώς τευτονικού τεχνοψυχεδελικού εξωτικού ονείρου. Ένα έργο προάγγελος των δυνατοτήτων που θα σμίλευαν τη δική τους «κλασική» μουσική στο μέλλον. Ήταν λες και επιχειρούσαν τη λύτρωση από την αγωνία της δημιουργίας αφημένοι σε μια διάθεση λυρικής αμεριμνησίας: παράγουν, με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια, ένα είδος μίνιμαλ ηχοεικαστικής διαφάνειας (με drum machine) από την οποία, σαν σκιά και σαν παλμός, εκδηλώνονται η προγλωσσική «αισθησιακή ομιλία» του σώματος, ένα μητρικό αγκάλιασμα των αισθήσεων με χλιαρούς ήχους και προστατευτικές επαναλαμβανόμενες μελωδίες, και το συνθετικό τραγούδι ενός ψεύτικου νησιού με πλαστικούς φοίνικες στην καρδιά μιας καλοκουρδισμένης ψυχοανωτικής χορογραφικής ουτοπίας. Το άλπμουμ «Ralf & Florian» ολοκλήρωσε τον κύκλο απελευθέρωσης των Κραφτβερκ από την ιστορικά επιβεβλημένη και κοινωνικά αποκρυσταλλωμένη «ωραιότητα» και, κυρίως, από τη στιβαρή κληρονομιά της γερμανικής κλασικής και πρωτοποριακής μουσικής, τη οποία οι Ραλφ Χούτερ και Φλόριαν Σνάιντερ είχαν σπουδάσει. Τώρα πια ξεδιπλωνόταν αβίαστα η παλέτα ενός γεμάτου αυτοπεποίθηση προσωπικού γούστου, αδιάφορου για τη διάκριση μεταξύ υψηλού γούστου και κιτς, «νοθευμένου» μόνο με άριστα αποστάγματα αισθητικής ιστορίας και αμιγους φαντασίας.   Στη συνέχεια, οι Κράφτβερκ (με έξτρα περκασιονίστες στη σύνθεσή τους) έγιναν επιτέλους παγκοσμίως γνωστοί με το πρώτο μηχανολογικό τους χιτ-σινγκλ, με φωνητικές αναφορές στους Μπιτς Μπόις, μέσα από το ομότιτλο άλμπουμ «Autobahn» (1974). Έκτοτε ο δρόμος άνοιξε, οι αναζητήσεις μεταμορφώθηκαν αισίως σε στέρεες κατευθύνσεις, το συναίσθημα απέκτησε παλλόμενη απαστράπτουσα μορφή, ο μινιμαλισμός δυναμική σεξουαλικότητα και ο Τζέιμς Μπράουν -ο ήρωας της ωριμότητας των Κράφτβερκ- ζευγάρωσε τηλεπαθητικά με τους συνθετητές και τα ρυθμοκουτιά, και προφητικά με το σινκλαβιέ και το ηχητικό σινεμά των «Άριων» αρχιτεκτόνων της ευρωντίσκο (Ντίσελντορφ-Βερολίνο), του χάουζ (Σικάγο), του ελέκτρο (Νέα Υόρκη), του τέκνο (Ντιτρόιτ), της άμπιεντ (Λονδίνο), του τεχνολάτιν (Σαντιάγκο), του ηλεκτρονικού νεοκλασικισμού (Τόκιο) και όποιου άλλου φουτουριστικού ή ρετροφουτουριστικού ψυχοδράματος εξελίσσεται ακόμη ανά τον κόσμο.       Εμείς τα ρομπότ   Η εικόνα των Κράφτερκ, λες και τους σκηνοθέτησε η Λένι Ρίφενσταλ, θυμίζει τα ανθρώπινα ρομπότ που κραύγαζαν «χάιλ Χίτλερ», αλλά και τα ρομαντικά ανδροειδή του Φίλιπ Κ. Ντικ ή, επίσης, άψυχες κούκλες βιτρίνας. Στα τραγούδια τους, όμως, το ανέμισμα της σβάστικας εξαφανίζεται μέσα σε μελωδικούς ψιθύρους αμφιλεγόμενου ερωτισμού, ηλεκτρονικά ρίγη οργασμού, χάδια σε ονειρομηχανές και φάνκι ολογράμματα μιας εξώκοσμης άφροηλεκτρονικής «τεταρτοκοσμικής» φαντασίας. Η αληθινή ταυτότητα των ιδιοφυών Μπιτλς του τέκνο, πρότυπων ηχοζωγράφων και ηχοχορογράφων για τον 21ο αιώνα, θα δίχαζε ακόμα και τους σπιούνους του Χάινριχ Γκέμπελς. Δεν διακινδυνεύω ελαφρά τη καρδία τον όρο «Μπιτλς του τέκνο» (ή Μπιτλς της τεχνο-ποπ).   Πράγματι, οι Μπιτλς και οι Κράφτβερκ είναι τα δύο κορυφαία -απρόσιτης ποιότητας- ποπ αρτ σχήματα του 20ού αιώνα, τα οποία έθεσαν τα δικά τους αξεπέραστα στάνταρντ αισθητικής, δημιουργώντας προσωπικό μουσικό ρεύμα, καλλιτεχνικά εφάμιλλο με αυτό που δημιούργησαν ο Κουρτ Βάιλ ή ο Φίλιπ Γκλας, αλλά σαρωτικά ευρύτερης συναισθηματικής αποδοχής. Επιπλέον έχουν αρκετά «εσωτερικά» κοινά στοιχεία. Λένον-Μακάρτνεϊ, η κινητήρια δύναμη στους Μπιτλς. Χούτερ-Σνάιντερ, η κινητήρια δύναμη στους Κράφτβερκ. Στα δύο αυτά καλλιτεχνικά δίδυμα το ατού της μελωδίας και της ευρυθμίας λειτούργησε τέλεια και άλλαξε για πάντα την ιστορία της μουσικής: παράδοση και πρωτοπορία, νοσταλγία και ριζοσπαστισμός, απλότητα και τελειομανία, μελοδραματισμός και βία, έμπνευση και τεχνολογία δημιούργησαν στο έργο τους ένα εκρηκτικό χαρμάνι το οποίο οδήγησε, σχεδόν αναπόφευκτα, σ’ ένα μουσικό θαύμα. Αν οι Μπιτλς σφράγισαν ανεξίτηλα την τραγουδοποιία των ηλεκτρικών εποχών, οι Κράφτβερκ σφράγισαν ανεξίτηλα την ηχογλυπτική των ψηφιακών καιρών. Επιπλέον, κανείς από τους επιγόνους αμφότερων δεν κατάφερε, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, να αγγίξει το επίπεδο της έμπνευσης, την ένταση της αμεσότητας και το δαιμόνιο της καινοτομίας των δύο «Νονών της ποπ». Μάλιστα, ακόμη και ένα από τα λιγότερο καταλυτικά άλμπουμ των Κράφτβερκ, το «Tour de France Soundtracks» (2003), πάντα με ιθύνοντες νόες τους Ραλφ Χούτερ και Φλόριαν Σνάιντερ, στέλνει στα σπίτια τους χιλιάδες επαγγελματίες του σάμπλινγκ, επίτιμους μυσταγωγούς της σύγχρονης ψυχαγωγίας ή επίδοξους ψυχογράφους της σχέσης ανθρώπων και μηχανών, και άλλους τόσους βαρύθυμους καθηγητές ηχογλυπτικής ή ακαδημαϊκούς εξερευνητές άμπιεντ ονείρων.       Ουσιαστικά, το παλιρροιακό κύμα μίνιμαλ διονυσιακών χορών, το οποίο έκανε δεόντως αισθητό τον χάιτεκ ωκεανό της νέας τεχνολογίας, δημιουργήθηκε στο ιδιωτικό εργαστήριο-στούντιο των Κράφτβερκ, το Κλινγκ Κλανγκ, στο Ντίσελντορφ, δίπλα στις ράγες των πανευρωπαϊκών σιδηροδρόμων και απέναντι από το σταθμό ενέργειας που ανέγειρε ο πατέρας του Φλόριαν Σνάιντερ – διόλου τυχαία, Κράφτβερκ σημαίνει «σταθμός ενέργειας». Στην ηρωική εποχή του Kraut Rock, 1968-1974, η καινούργια γερμανική μουσική ταυτότητα έβρισκε στους Faust, στους Can, στους Amon Duul II, στους Cluster και στους Tangerine Dream τους ιδανικούς εκφραστές της. Όλα αυτά όμως είχαν ελάχιστη απήχηση (και απόηχο) σε σύγκριση με όσα έμελλε να ακολουθήσουν, όταν πλέον οι Κράφτβερκ, μετά από τέσσερα άλμπουμ αναζήτησης και το χιτ-σινγκλ «Autobahn», βρήκαν επιτέλους το δρόμο τους μεταξύ ρομαντισμού, ψυχεδέλειας, φανκ και φουτουρισμού.   Τα απίστευτα, ακόμα και για την εποχή μας, άλμπουμ-καταλύτες «Radioactivity» (1975), «Trans Europe Express» (1977), «The Man Machine» (1978) και «Computer World» (1981), ανέτρεψαν τα πάντα για πάντα, θεμελιώνοντας και οριοθετώντας από την ηλεκτρονική νεοκλασική μουσική, την ευρωντίσκο, το new wave και το neue deutsche welle, έως την αγγλοσαξονική ηλεκτροπόπ και, με μια δεκαετία διαφορά, το χιπ χοπ, το ελέκτρο, το τέκνο, το χάουζ, την τρανς, το ντραμ εν μπέις, την ελεκτρόνικα κ.λπ. Προσέξτε όμως τη χρονική απόσταση: απόλυτα εμπνευσμένοι αλλά και με μεθοδολογία επιστημονικής ακρίβειας, οι Ραλφ και Φλόριαν πυροδότησαν με διαφορά πέντε, δέκα ή και είκοσι χρόνων τη μαζική εξάπλωση καίριων μουσικών ρευμάτων τα οποία μετάλλαξαν την παγκόσμια μουσική σκηνή, διατηρώντας όμως ανεξίτηλο το στίγμα των δύο οραματιστών σε κάθε έκφανση ή παραλλαγή τους. Αρκεί να (ξανα-)ακούσει κάποιος αριστουργηματικά τραγούδια όπως τα «Trans-Europe Express», «The Robots», «The Man Machine», «Metropolis», «The Model», «Spacelab», «Computer World», «Computer Love», «Numbers», «It’s More Fun to Compute», «Home Computer», «The Telephone Call», «Sex Object», «Showroom Dummies», «Radioactivity» ή «The Hall Of Mirrors» για να το αντιληφθεί.       Αυτό θα πει μουσική ιδιοφυία: αποκαλύπτει και εμψυχώνει ό,τι βαθύτερο φοβάται και ονειρεύεται μια κοινωνία. Οι Κράφτβερκ πήραν το ριθμ εν μπλουζ της εποχής του ατμού και το ταξίδεψαν στην καρδιά των δικτύων, στα κλαμπ των ρέιβερ και στα καμαρίνια των κλώνων, πριν καν η καρδιά των δικτύων, τα κλαμπ των ρέιβερ και τα καμαρίνια των κλώνων αποκτήσουν υπόσταση. Πήραν τη βρεφική ηλεκτροπόπ της δεκαετίας το 1960 και τη μετέτρεψαν σε τεχνομαντικό θέατρο ψηφιακού φετιχισμού. Πήραν το φυλετικό φανκ των γκέτο και καλωδίωσαν στο σεξ απίλ του ένα όλως σύγχρονο πυροκλαστικό μελό. Πήραν το space sound κατά Καρλχάιντς Στόκχαουζεν και κατά Πινκ Φλόιντ και το έκαναν ψυχοδηλωτικό sound space, κοινώς ambient. Έσπευσαν σουρεαλιστικά να δώσουν σε έναν Στοκχάουζεν του μελό, έναν Φριτς Λανγκ του τέκνο, έναν Μπάϊρον του Ίντερνετ και έναν Καντίνσκι του Στάρτρεκ, ραντεβού στο ίδιο τραγούδι. Ένα τραγούδι για τον καθένα μας και για τον καθένα από τους επιγόνους μας. Στις περισσότερες από τις ηχογραφήσεις τους ακούει κανείς μηχανικά μεταλλαγμένους ή ηλεκτρονικά προσομοιωμένους ήχους σειρήνων και τουρμπινών, ηλεκτρικών γεννητριών και ολόκληρων βιομηχανιών, ρομποτικών και διαστημικών εργαστηρίων, εξ ου και η ιδεολογία της μηχανοκίνητης και τηλεκινητικής έμπνευσης που ποτίζει άλλοτε με πλήρως αποανθρωποποιημένο και άλλοτε με ενδοσπλαχνικό ζωοαντανακλαστικό ρυθμό το έργο τους. Ήταν οι πρώτοι που εκπλήρωσαν με άψογο τρόπο τον πόθο των πρωτοπόρων Ιταλών φουτουριστών να ακούσουν τις μηχανές να τραγουδούν, και ακόμη περισσότερο να κάνουν το τραγούδι των μηχανών (και του αυτοματικού παρασυμπαθητικού ζωικού σύμπαντος που προϋπήρξε των μηχανών) τέχνη.   Όταν τον Δεκέμβριο του 1986 ο Ραλφ Χούτερ είχε βρεθεί για μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις του στα γραφεία της Αγγλικής ΕΜΙ, τη στιγμή ακριβώς που ακούστηκε απ’ έξω η σειρήνα ενός περιπολικού τίναξε ενθουσιασμένος προς την κατεύθυνση του ήχου το δάχτυλό του και διακόπτοντας τη συζήτηση φώναξε: «Μισό λεπτό, κάποιος παίζει ένα ρυθμικό τραγούδι εκεί έξω…». Οι Κράφτβερκ έκαναν κάτι σπουδαιότερο από το να αναβαθμίσουν σε τέλειο βαθμό κάτι που προϋπήρχε και να ανακαλύψουν κάτι που δεν υπήρχε. Εμψύχωσαν οτιδήποτε έμοιαζε «απάνθρωπο», «μηχανικό», «κρύο», «αυτόματο», «άψυχο», ως γνήσιοι ρομαντικοί σε καιρούς αποξένωσης και εσωστρέφειας, σαν τους εξπρεσιονιστές του Μεσοπολέμου. Ξεκινώντας με παγερά απόκοσμα χίπικα κοάν για φλάουτο, κρουστά και ηλεκτρονικά, κατάφεραν να συλλάβουν και να ηχοποιήσουν ρομαντικά ηλεκτροφόρα ιερογλυφικά που διάβρωσαν με λέϊζερ οξύτητα τη φαντασία μας, χορόπληκτα τραγούδια που από σώμα σε σώμα ακόμη εξακολουθούν να μεταλλάσσονται, διαχρονικά διαβατήρια της ηλεκτρονικής ποπ φιλοσοφίας προς κάθε μουσικό γκέτο του σήμερα και του αύριο.   Έγραψαν όντως μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές μουσικές στιγμές του αιώνα που έφυγε σοκαρισμένος από την ταχύτητα των αλλαγών, και μερικές από τις πιο ευφυείς προκλήσεις για τον αιώνα που ήρθε να μας πείσει ότι είμαστε ήδη cyborgs, βιολογικές προεκτάσεις της τεχνολογίας μας. Θα έλεγε κάποιος πως οι Κράφτβερκ χρειάστηκε να μεταμορφωθούν οι ίδιοι σε ρέπλικες προκειμένου να μας μυήσουν διονυσιακά (και, στις ονειρώδεις στιγμές τους, διαισθητικά) σε αυτό το τρομακτικό, αλλά και πολλά υποσχόμενο, ενδεχόμενο – κάθε εργαλείο, εξάλλου, από την προϊστορία μέχρι σήμερα, δεν είναι προέκταση του εαυτού μας σε καινούργιες δυνατότητες;       Κόκκινο και μαύρο Το πιο παράδοξο, όμως, στην εποποιία των Κράφτβερκ είναι η πιθανολογούμενη (εμμέσως διαφαινόμενη) διεστραμμένη συμπάθειά τους προς το ναζισμό, σε συνδυασμό με την παράδοξη σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα σε εκείνους και την προλεταριακή μαύρη κοινότητα των ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι, παρά τη φυλετική υπεροψία τους και παρά τις κατηγορίες περί νεοναζισμού που εκτόξευαν -δικαίως;- εναντίον τους οι σοβαρότεροι εκ των ροκ δημοσιογράφων (όπως ο Λέστερ Μπανκς), κατέληξαν να λατρευτούν από τις καταπιεσμένες έγχρωμες κοινότητες των γκέτο ως από μηχανής θεοί. Παρά τον συχνά μισαλλόδοξο γερμανικό εθνικισμό τους (διαφαίνεται στις ελάχιστες συνεντεύξεις τους), έμελλε να υλοποιήσουν το όνειρο των «ανένταχτων» και προλεταριοποιημένων μαύρων Αμερικανών να ξεφύγουν καλλιτεχνικά, με όχημα μια μουσική χρονομηχανή, τόσο από την κυρίαρχη αισθητική των επικυρίαρχων λευκών ή των επιφανών ομοφύλων τους όσο και από τη συνολική ανεπιθύμητη πραγματικότητα γύρω τους.   Αναπαράγοντας λοιπόν στη δεκαετία του 1980 ή του 1990 τους δίσκους των Κράφτβερκ της δεκαετίας του 1970, οι επιφανείς djs και το κοινό τους αποδρούσαν ψυχοσωματικά σ’ έναν μεθυστικό τεχνητό ηχόκοσμο, ο οποίος φαινόταν να καταφτάνει λαμπερός και παλλόμενος από το μέλλον ή από το έξω διάστημα, από χρόνους και τόπους μακρινούς, στους οποίους όμως η σεξουαλικότητα εξακολουθούσε να διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα ακόμα και τα άψυχα ρομπότ, τα ολογράμματα, τα καλώδια, τις πρίζες. Για παράδειγμα, ο Africa Bambaata, «Νονός του χιπ-χοπ», δημιούργησε τον ηλεκτροφάνκ ύμνο «Planet Rock» (1982) μειγνύοντας εν ψυχρώ συνθέσεις των Κράφτβερκ, με βάση το άλμπουμ «Trans Europe Express» (1977). Το ίδιο έκανε ο Γιούαν Άτκινς στο Ντιτρόιτ, πατεντάροντας το τέκνο κ.ο.κ. Αργότερα, οι επίγονοί τους άντλησαν έμπνευση και samples («μουσικά δείγματα» προς πάσης φύσεως αξιοποίηση) από το επίσης κορυφαίο άλμπουμ των Κράφτβερκ «Computer World» (1981), ακόμα και από το υποδεέστερο «Electric Cafe» (1987), αν όχι και από το αναδρομοδιασκευαστικό «The Mix» (1991).   Στην Αγγλία, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 μέχρι σήμερα, δεκάδες μουσικοί ακολούθησαν τα βήματα των Κράφτβερκ, από τον Ντέιβιντ Μπόουι, τον Μπράιαν Ίνο, τον Γκάρι Νιούμαν, τον Ντάνιελ Μίλερ, τους Human League, τους Eurythmics, τους O.M.D., τους New Order, τους Pet Shop Boys ή τους Depeche Mode, μέχρι τους Balanescu Quartet ή τις χιλιάδες εκτυπώσεις ψηφιακών χορογραφημάτων εκ μέρους ανεξάρτητων εταιριών και τα πιο πρόσφατα ιδιωτικά uploads στο διαδίκτυο. Για να μη μιλήσουμε καν για το γιαπωνέζικο κύμα που ακολούθησε την επιτυχία των Yellow Magic Orchestra (επίσης λάτρεις και «μαθητές» των Κράφτβερκ) και του Ryuichi Sakamoto αυτοπροσώπως ή για την εγγύτερη στους Κράφτβερκ τέκνο και ελεκτρόνικα σχολή του Βερολίνου, καταλήγοντας στον Καρλ Κρέιγκ ή στους δικούς μας Μίκρο κ.λπ. Ωστόσο, τη λάμψη των Κράφτβερκ επισκιάζει η ναζιστική απειλή. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται σαφώς και για δικούς μου μουσικούς ήρωες, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω στο χρονικό τους κάποιες πολύ περίεργες «συμπτώσεις».   Οργκανιζατσιόν (το πρώτο σχήμα των Χούτερ και Σνάιντερ, μαζί με τα μετέπειτα στελέχη των Neue!, Harmonia, La Dusseldorf, Ibliss κ.λπ.) ονομαζόταν η εταιρεία του αρχιτέκτονα-εργολάβου Τοτ, ο οποίος κατασκεύασε τα οχυρωματικά έργα των ναζί κατά μήκος των γαλλικών ακτών, αφού διεκπεραίωσε επιτυχώς το ψηφοθηρικό πρόγραμμα αυτοκινητοδρόμων (Autobahn) του Χίτλερ, με το οποίο δόθηκε δουλειά σε εκατομμύρια άνεργους Γερμανούς. Το μεγάλο προνόμιο της χιτλερικής προπαγάνδας ήταν, όμως, το ραδιόφωνο, στην ψυχολογική υποβολή του οποίου αναφέρθηκαν με δέος οι Κράφτβερκ στο άλμπουμ τους «Radio-Aktivität» του 1975 (οι πρωτότυποι τίτλοι των άλμπουμ τους είναι σχεδόν όλοι στα γερμανικά και με γερμανικούς στίχους). Επόμενο άλμπουμ, το «Trans Europa Express» (1977), κατά πάσα πιθανότητα μια ευθεία αναφορά στο γερμανικό δίκτυο σιδηροδρόμων, το οποίο μετέφερε ταχύτατα το γερμανικό στρατό στο ανατολικό μέτωπο αλλά και τους Εβραίους, τσιγγάνους, κομμουνιστές και ομοφυλόφιλους στα στρατόπεδα εξόντωσης. Ακολούθησε ο ύμνος στο απόλυτο όνειρο του Χίτλερ, τις ανθρωπομηχανές, με το άλμπουμ «The Man Machine» (1978) και τους Κράφτβερκ να φορούν από την κορυφή ως τα νύχια τα χρώματα του ναζιστικού Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, το κόκκινο και το μαύρο. Ευτυχώς δεν φορούσαν τη σβάστικα.   Στην υπόλοιπη δισκογραφία τους, οι ναζιστικές «αναφορές» γίνονται πιο αδιόρατες, όμως το ρομποτοειδές στιλ παραμένει, μαζί με το γκεμπελικό όραμα μιας «βιομηχανικής φολκ» (διακηρυγμένο ιδεώδες των Κράφτβερκ) και την αποθέωση του ρομαντισμού ως αμιγώς γερμανικού αισθητικού ιδεώδους: ο ρομαντισμός, ως καλλιτεχνικό ρεύμα του 19ου αιώνα, είναι όντως κάτι σαν σήμα κατατεθέν της «γερμανικής ψυχής», όπως ο ιμπρεσιονισμός της γαλλικής. Ακόμα και στις τελευταίες τους ηχογραφήσεις -απ’ όπου ξεπηδούν μίνι ηλεκτρονικές συμφωνίες για μύες, μυοκάρδια, νευρώνες και μικροτσίπ- ηχούν σαδιστικά στιλιζαρισμένοι, υπεροπτικά αλάνθαστοι και αμείλικτα αποστασιοποιημένοι (ίσως το παρακάνουν με τα ψηφιακά προγράμματα συνθετικής φωνής), στο επίπεδο ακριβώς της Λένι Ρίφενσταλ των ναζιστικών της ντοκιμαντέρ περί των ημίθεων αρετών της Άριας φυλής.   Παρόλα αυτά, ακόμα και τα λιγότερο καινοτομικά τραγούδια τους, όπως το «Tour de France», το «Elektro Kardiogramm» ή το «Aero Dynamik», κανείς άλλος δεν έχει ούτε την έμπνευση ούτε την εργονομική και καλλιτεχνική επάρκεια να μας προσφέρει – μέχρι αποδείξεως του εναντίον. Όσο για την πιθανολογούμενη σχέση τους με το ναζισμό, θα παραμένει πάντα σε εκκρεμότητα, ένα θέμα εσαεί ανοιχτό προς σχολιασμό. Υπάρχουν εξάλλου «ελαφρυντικά» και καίριος αντίλογος. Πρώτον, η εγγενής ιδιότητα της τέχνης να «σχολιάζει» (ακόμη και να σατιρίζει, συχνά πέραν καο των προθέσεων του δημιουργού) ό,τι προβάλλει, ιδίως σε υπερθετικό βαθμό όπως κάνουν οι Κράφτβερκ, χωρίς την υποχρέωση να προσφέρει ρητές εξηγήσεις και προφανείς εμρηνείες. Και δεύτερον, η ικανότητα των πιο ευφάνταστων λειτουργών της τέχνης να «παίζουν» εσαεί με καλειδοσκοπικές ενδείξεις και υπονοούμενα, να παγιδεύουν με διαισθητικές εκπλήξεις και πολυσχιδείς συμβολισμούς τα καλλιτεχνικά φαινόμενα που οι ίδιοι παράγουν. Άραγε, στην περίπτωση των Κράφτβερκ, τα φαινόμενα όντως απατούν ή όχι; Σχολιάζουν όντως δημιουργικά τον ναζιστικό ξεπεσμό ενός ολόκληρου έθνους και απαιτούν, πέραν της ενεργού συμμετοχής μας σε ένα αξιοθαύμαστα ψυχοσωματικό παίγνιο τέχνης, την εστίαση της προσοχής μας σε ένα «τραύμα» ανεπούλωτο που εξακολουθεί να απειλεί την πολιτισμένη ζωή; Ή, αντιθέτως, διαιωνίζουν τα περί φυλετικής ανωτερότητας με έναν πράγματι ιδιοφυή και αποστομωτικό τρόπο, όσο κανείς ναζιστής καλλιτέχνης δεν το έπραξε ποτέ, πλην της Λένι Ρίφενσταλ και του Ρίχαρντ Στράους; Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η εστέτ-ποπ τέχνη των Κράφτβερκ δεν δείχνει να φοβάται τις απαντήσεις. Πηγή: www.lifo.gr

https://www.lifo.gr/

Ξεκινούν τα διαδικτυακά Σεμινάρια Κινηματογράφου 2020-2021 :

1. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ 2. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ 3. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ 4. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΜΟΝΤΑΖ (Εκμάθηση Adobe Premiere). 

Πληροφορίες- δηλώσεις ενδιαφέροντος- Εγγραφές στο e-mail schoolofcinemagr@gmail.com και στο τηλέφωνο 6944143564.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: