Jackie του Πάμπλο Λαραΐν (2016) στην ΕΡΤ2 σήμερα στις 22.00 ||| αναλυτική παρουσίαση , κριτικές που γράφτηκαν για την ταινία, αστεράκια

ΕΡΤ2
22:00
Jackie του Πάμπλο Λαραΐν | 2016 | Έγχρ. | Διάρκεια: 100′

Αμερικανικογαλλική ταινία του Πάμπλο Λαραΐν, με τους Νάταλι Πόρτμαν, Πίτερ Σάρσγκαρντ, Μπίλι Κράνταπ. Μία εβδομάδα μετά τη δολοφονία του άντρα της, του προέδρου των ΗΠΑ Τζον Κένεντι, η πρώην πρώτη κυρία δίνει συνέντευξη σε έναν δημοσιογράφο και ανακαλεί στη μνήμη της τις τελευταίες χαοτικές ημέρες.
Ο σκηνοθέτης του «No» βιογραφεί αντισυμβατικά, «εσωτερικά» και… ύπουλα μια αμφιλεγόμενη διασημότητα, αναρωτώμενος πάνω στη φήμη, την εξουσία, την αλήθεια και τη μυθοποιημένη εικόνα της. Βραβείο σεναρίου στη Βενετία και τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ.

1. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ 2. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ 3. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ 4. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΜΟΝΤΑΖ (Εκμάθηση Adobe Premiere). 

Πληροφορίες- δηλώσεις ενδιαφέροντος- Εγγραφές στο e-mail schoolofcinemagr@gmail.com και στο τηλέφωνο 6944143564.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ 26 DEC 2016 Δημήτρης Δημητρακόπουλος [3,5/5]

Ένα απρόσμενα σύνθετο πορτρέτο, μια καλοδεχούμενα «πειραγμένη» βιογραφία, μια σύνθετη εξερεύνηση του πόσο μπορεί τελικά κάποιος να ορίσει την εικόνα που θα κληροδοτήσει στη συλλογική μνήμη. Η Νάταλι Πόρτμαν μπορεί να είναι η Τζάκι, όμως ευτυχώς η «Jackie» είναι ξεκάθαρα μια ταινία της δημιουργικής τρέλας του Πάμπλο Λαραΐν.

Στις 22 Νοεμβρίου του 1963, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στο Ντάλας, ο Τζον Φ. Κένεντι δολοφονείται και το ροζ ταγέρ της Τζάκι Κένεντι ποτίζεται από το αίμα του συζύγου της. Ο κόσμος της και η πίστη της θρυμματίζονται. Παρά το τραύμα της, μια εβδομάδα μετά καλείται να αντιμετωπίσει το αδιανόητο: να παρηγορήσει τα δυο της μικρά παιδιά, να αδειάσει το σπίτι που ανακαίνισε με πολύ κόπο και να οργανώσει την κηδεία του άντρα της. Η Τζάκι συνειδητοποιεί γρήγορα ότι οι επόμενες εφτά μέρες θα καθορίσουν πώς η ιστορία θα καταχωρίσει την κληρονομία του συζύγου της, αλλά και το πώς θα μείνει η ίδια στην ιστορία.

Και ο Πάμπλο Λαραΐν είναι αποφασισμένος να εξερευνήσει στο έπακρο αυτή την ανάγκη ουσιαστικά της Τζάκι Κένεντι να ορίσει η ίδια την εικόνα που θα αφήσει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Για αυτό το λόγο η «Jackie» του δεν είναι μια τυπική βιογραφία που βασίζεται ξερά στο τι ακριβώς συνέβη. Ούτε είναι μια στείρα καταγραφή γεγονότων που στόχο έχουν απλά να αξιοποιήσουν την γοητεία που de facto χαρακτηρίζουν τις αληθινές ιστορίες.

Αντιθέτως, το φιλμ του Λαραΐν είναι μια αντισυμβατική καταγραφή του τι ακριβώς περνάει μέσα από το μυαλό της Τζάκι Κένεντι τις κρίσιμες μέρες μετά τη δολοφονία του άντρα της, μια αποτύπωση ενός συναισθηματικού τυφώνα και της προσπάθειας που καταβάλει ένας άνθρωπος για να τον θέσει υπό έλεγχο (και μάλιστα μπροστά στα εκτυφλωτικά φώτα της διασημότητας) και, ουσιαστικά, ένα λεπτομερές γυναικείο πορτρέτο που δεν χάνεται σε γενικότητες ή πληθώρα πληροφοριών αλλά παρουσιάζει αφοπλιστική συγκέντρωση σε αυτό ακριβώς που θέλει να παρουσιάσει.

Κανονικά κάτι τέτοιο δε θα έπρεπε να προκαλεί εντύπωση. Ο Λαραΐν δεν έχει κάνει ποτέ πραγματικά κακή ταινία, ακόμα και όταν δεν πετυχαίνει απόλυτα σε αυτό που θέλει να παρουσιάσει (το «Post Mortem» του για παράδειγμα αστοχεί να παρουσιάσει μια νευρώδη κεντρική ιστορία αλλά και πάλι παραμένει ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην έμμεση σκιαγράφηση του δικτατορικού κλίματος). Πιο συγκεκριμένα, η φιλμογραφία του έχει αποδείξει ότι ο Λαραΐν πάντα κατέχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να εκθέτει το θέμα του χωρίς να αναφέρεται άμεσα σε αυτό ή να αποδεικνύεται υπερβολικά διδακτικός. Το «NO» του μοιάζει με μια χαμένη βιντεοκασέτα από το παρελθόν της Χιλής που αποφεύγει τεχνηέντως κάθε πολιτική υπερβολή, ο «Tony Manero» του προβάλει την μανία ενός ανθρώπου για τον πρωταγωνιστή του «Saturday Night Fever» ως κουρτίνα μπροστά στην δικτατορία του Πινοσέτ, ακόμα και η σχετικά αφηγηματικά ευθεία «Μυστική Λέσχη» του φέρει ένα μόνιμο παραμορφωτικό παραπέτασμα στις άκρες του κάδρου που θολώνει κάθε έννοια της πραγματικότητας.

Ομοίως και στην «Jackie», ο Λαραΐν ανατρέχει στο τηλεοπτικό φακό της ιστορίας για να αποτυπώσει την εικόνα της εποχής, αλλοιώνει την φωτογραφία της ταινίας του χρησιμοποιώντας τον έντονο κόκκο για να κάνει ακόμα πιο χτυπητό το ροζ σακάκι της Τζάκι Κένεντι και μπλέκει το «αρχειακό» υλικό με τα δικά του πλάνα για να δημιουργήσει ουσιαστικά κάτι που μοιάζει με χαμένο επεισόδιο της ιστορίας, όσο πιο μακριά γίνεται από μια βαρετή βιογραφία της Τζάκι Κένεντι. Η δε αφήγησή του δεν έχει χρονολογική ανάπτυξη αλλά περισσότερο κινείται γύρω από έναν συναισθηματικό άξονα, οι μεταβολές του οποίου κατευθύνουν την Τζάκι Κένεντι από σκηνή σε σκηνή, όσο αποκωδικοποιείται σταδιακά ο αληθινός άνθρωπος πίσω από το ψυχρό προσωπείο της.

Ο Λαραΐν παίζει συνεχώς με την αντίθεση μεταξύ της ιδιωτικής και της δημόσιας εικόνας της Τζάκι Κένεντι και κρύβει την ηρωίδα του είτε πίσω από τζάμια γεμάτα αντανακλάσεις του πλήθους είτε κάτω από το μαύρο πένθιμο βέλο που μετακινείται στιγμιαία αφήνοντας τον ήλιο να αποκαλύψει το πρόσωπό της είτε κάτω από τις πιτσιλιές του αίματος του συζύγου της που ψυχορραγεί στα γόνατά της. Για τον Λαραΐν, η Τζάκι είναι ένα φάντασμα, ένα ον με υπολογισμένες κινήσεις μπροστά τον κόσμο και με άγαρμπες αντιδράσεις όταν κλείσουν οι κάμερες, μια ηρωίδα που βλέπει τον κόσμο να παραμορφώνεται μπροστά στα μάτια της, ακριβώς όπως και οι ιδιοφυείς νότες της Μίκα Λέβι μοιάζουν να αλλοιώνουν ένα παραδοσιακό μουσικό σκορ σε παράφωνες μελωδίες.

Μέσα σε όλα αυτά, η Νάταλι Πόρτμαν είναι τόσο απρόβλεπτη όσο και η ματιά του Λαραΐν, κατά στιγμές υπερβολική, κατά στιγμές ταιριαστά σιωπηλή, άλλοτε παίζοντας λεπτά με τη γλώσσα του σώματος και άλλοτε παραδίδοντας την ερμηνεία της σε υπέρμετρες ερμηνευτικές κορώνες από εκείνες που εύκολα εντυπωσιάζουν το οσκαρικό κοινό.

Όμως, στην πραγματικότητα, αυτή είναι η Τζάκι της ταινίας. Eνα σύνολο ακραίων αντιδράσεων, ένα φοβισμένο κορίτσι και μια θρασύτατη Πρώτη Κυρία ταυτόχρονα, μια συνεχή αλληλουχία θορύβου και ησυχίας που απαιτεί την προσοχή όταν είναι μπροστά στο κοινό αλλά παραδίδεται στο φόβο της όταν μένει μόνη της. Το κομμάτι της υπερβολής που περιέχει μια τέτοια ερμηνεία είναι ακριβώς εκείνη η υπερβολή που δείχνει πόσο τεταμένη είναι η ψυχοσύνθεση αυτής της Τζάκι. Ακόμα κι αν υπάρχουν σκηνές όπου ερμηνευτικά μπορεί να φλερτάρουν με τον θόρυβο, αφηγηματικά βγάζουν νόημα και εν τέλει συνθέτουν ένα πορτρέτο που θέλει να «δείχνει» τέλειο ακόμα και όταν δεν είναι, σε απόλυτη ταύτιση με τις προσπάθειες της ηρωίδας Τζάκι Κένεντι.

Καλώς ήρθες στο Χόλιγουντ, Πάμπλο Λαραΐν. Κανένα Κάμελοτ.

https://flix.gr/

 Κριτική  [3,5/5]

Jackie 

Από – 

Μία εβδομάδα μετά τη δολοφονία του άντρα της, του προέδρου των ΗΠΑ Τζον Κένεντι, η πρώην πρώτη κυρία δίνει μια εξομολογητική συνέντευξη σε έναν δημοσιογράφο και ανακαλεί στη μνήμη της τις τελευταίες χαοτικές ημέρες. Ο σκηνοθέτης του «No» βιογραφεί αντισυμβατικά, «εσωτερικά» και… ύπουλα μια αμφιλεγόμενη διασημότητα αναρωτώμενος πάνω στη φήμη, την εξουσία, την αλήθεια και τη μυθοποιημένη εικόνα της. Βραβείο σεναρίου στη Βενετία και τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ.

Ο Χιλιανός Πάμπλο Λαραΐν, ο κορυφαίος αυτήν τη στιγμή Λατινοαμερικανός σκηνοθέτης, έχει υπογράψει μια σειρά πολιτικών ταινιών άμεσα συνδεδεμένων με την πρόσφατη Ιστορία της χώρας του («Tony Manero», «Post Mortem», «No») οι οποίες­, όπως και η βιτριολική απέναντι στην καθολική εκκλησία «Μυστική­ Λέσχη», βασίζονται σε πραγματικά­ γεγονότα. Ακολουθώντας την ίδια τακτική, γύρισε πέρυσι δύο βιογραφικά δράματα, με την ύστερη «Jackie» (βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ Βενετίας) να φτάνει νωρίτερα από τον «Νερούδα» (πρεμιέρα στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών των Κανών) στις ελληνικές αίθουσες. Το τελευταίο φιλμ του Λαραΐν, λοιπόν, είναι και το πρώτο­ του στην αγγλική γλώσσα, κάτι που δεν αλλάζει στο ελάχιστο την αντισυμβατική ματιά με την οποία ο 40χρονος δημιουργός κοιτάζει στα μάτια την ηρωίδα του, ένα από τα διασημότερα pop icons του δημόσιου βίου τον αιώνα που πέρασε.

Θέλοντας να μιλήσει για τη διασημότητα, τη γοητεία και το τίμημα της εξουσίας αλλά και το πόσο πιο φωτογενής είναι ο μύθος από την αλήθεια («Ρrint the legend»), ο Λαραΐν δεν θα μπορούσε να επιλέξει καλύτερο αφηγηματικό όχημα από την Τζάκι Κένεντι. Έναν χαρακτήρα αγαπητό όσο και αμφιλεγόμενο, λαμπερό μα και τραγικό, τον αστραφτερότερο εκφραστή της εποχής όπου τα πάντα περνούν μέσα από την εικόνα. Μόνο που η «Jackie» δεν είναι η ακαδημαϊκή εξιστόρηση της μεταμόρφωσης της Νεοϋορκέζας καλλονής Ζακλίν Μπουβιέ σε πρώτη κυρία­ των ΗΠΑ και κατόπιν σε Τζάκι Ο. Το περίτεχνο σενάριο του Νόα Οπεγχάιμερ (των sci-fi «Λαβύρινθος» και «Η Τριλογία της Απόκλισης: Αφοσίωση»!) εστιάζει στη συνέντευξη της Τζάκι Κένεντι σε έναν δημοσιογράφο (ο Θίοντορ Γουάιτ του «Life», χωρίς να κατονομάζεται) μία εβδομάδα μετά τη δολοφονία του συζύγου της στο Ντάλας στις 22/11/1963.

Μέσα από αυτήν τα πρόσφατα γεγονότα ξετυλίγονται στη μνήμη της πρώην πρώτης κυρίας, η οποία από ατσαλάκωτη προσωποποίηση του αμερικανικού ονείρου μετατράπηκε αίφνης στη διασημότερη χήρα του πλανήτη. Με τη βοήθεια μιας εξαιρετικής, υποψήφιας για Όσκαρ, Νάταλι Πόρτμαν, η οποία τονίζοντας εύστοχα τα δραματικά κομμάτια του ρόλου δίνει βάθος σε έναν χαρακτήρα που θα μπορούσε να περάσει ως υπερφίαλα ρηχός, ο Λαραΐν αντανακλά στην παγιδευμένη στο μύθο της Τζάκι μια ολόκληρη εποχή και μια ολόκληρη χώρα. Πιστός στο ανθρώπινο στοιχείο και σε ένα πένθος που είναι αυστηρά προσωπικό και την ίδια στιγμή εθνικό, ακόμη και παγκόσμιο, περιγράφει με συμπόνια όσο και σαρκασμό, με καθαρό βλέμμα και χωρίς λαϊκίστικη καταγγελτική διάθεση, έναν πολιτισμό που από την πολιτική μέχρι τις οικογενειακές σχέσεις μετατρέπει τα πάντα σε θέαμα (αριστουργηματική η τηλεοπτική εκπομπή πάνω στον ανακαινισμένο Λευκό Οίκο). Ακόμη και τον ίδιο το θάνατό του.

ΗΠΑ, Χιλή, Γαλλία. 2016. Διανομή: FEELGOOD ENT.  

https://www.athinorama.gr/

Του Νίνου Φένεκ Μικελίδη [3/5]

«Τζάκι»: διαμορφώνοντας το μύθο του Κένεντι.

Jackie. ΗΠΑ, 2016. Σκηνοθεσία: Πάμπλο Λαρέν. Σενάριο: Νόα Όπενχαϊμ. Ηθοποιοί: Νάταλι Πόρτμαν, Πίτερ Σκάρσγκαρντ, Γκρέτα Γκέργουικ, Μπίλι Κρούνταπ, Τζον Χέρτ. 100′

Το πορτρέτο μιας πενθούσας Τζακελίν Κένεντι φτιάχνει ο Χιλιανός σκηνοθέτης Πάμπλο Λαρέν («Neruda», «Post Mortem»), στην υποψήφια για τρία Όσκαρ ταινία του «Τζάκι», που πρωτοείδαμε στο φεστιβάλ της Βενετίας, με μια εξαιρετική, υποψήφια, Τρίτη φορά, για το Όσκαρ ερμηνείας, Νάταλι Πόρτμαν στο ρόλο της Πρώτης Κυρίας των ΗΠΑ.

Η ταινία του Λαρέν ακολουθεί την Τζάκι στις επόμενες τρεις μέρες μετά τη φριχτή τραγωδία, καταγράφοντας την τραυματική εμπειρία της (η ίδια βρισκόταν δίπλα στον άντρα της, όταν οι δυο σφαίρες – η μία στο λαιμό και η άλλη στο κεφάλι του – σκότωσαν τον πρόεδρο Τζον Κένεντι).

Η ταινία ξεκινά από μια συνέντευξη που έδωσε η Τζάκι σε Αμερικανό δημοσιογράφο, ενώ, παράλληλα παρακολουθούμε όλα όσα συνέβηκαν τις προηγούμενες μέρες, μαζί με ένα παλιότερο πρόγραμμα της αμερικανικής τηλεόρασης, όπου η Πρώτη Κυρία ξεναγεί τους τηλεθεατές στο Λευκό Οίκο.

Εκείνο που τελικά βγαίνει μέσα από την ταινία είναι το διπλό πρόσωπο της Τζάκι: από τη μια, το οικείο πρόσωπο, εκείνο της γυναίκας που ενδιαφέρεται για τα δυο μικρά παιδιά της (παρόλο που τα παίρνει μαζί της στην πορεία προς το νεκροταφείο του Άρλκινγκτον, για δει ο κόσμος, όπως αναφέρει σε μια στιγμή, τα ορφανά χωρίς πατέρα παιδιά.

Όταν, όμως, εκ των υστέρων, μαθαίνει τη ξαφνική δολοφονία του Οσβαλντ, τρομοκρατείται και τα βάζει με τον Τζακ Κένεντι που δεν την προειδοποίησε και την άφησε να πάρει τα παιδιά μαζί της στην πορεία προς το νεκροταφείο), και από την άλλη, εκείνο της γυναίκας που ενδιαφέρεται για τη δημιουργία της σημαντικής προσωπικότητάς του Κένεντι, θέλοντας η ίδια να παρουσιάζεται πάντα σωστή και αγαπητή στο κοινό (στις σκηνές των γυρισμάτων της τηλεόρασης βλέπουμε τη βοηθό της να της συστήνει τρόπους με τους οποίους να αντιμετωπίσει την κάμερα αλλά και τον αμερικανικό λαό), και πάνω απ΄όλα να συμβάλει ώστε ο δολοφονημένος Πρόεδρος να πάρει τη μυθική, όπως πιστεύει, θέση που του αξίζει στην αμερικανική ιστορία.

Ο Λαρέν φτιάχνει, χωρίς συναισθηματισμούς, το πολύπλευρο αυτό πορτρέτο της χήρας του Κένεντι, αποφεύγοντας τις γνωστές βιογραφικές συνταγές, αποσπώντας μια εξαιρετική ερμηνεία από την Νάταλι Πόρτμαν, που δίνει όλες τις πλευρές του χαρακτήρα της τραγικής Πρώτης Κυρίας: χαμένη, μετά την τραυματική της εμπειρία, να μιλάει για πράγματα άσχετα, αποφασιστική και έτοιμη να συγκρουστεί με την υπόλοιπη οικογένεια Κένεντι όταν πρόκειται για το πού και πώς πρέπει να θαφτεί ο άντρας της, επίμονη στις λεπτομέρειες του ντυσίματός της και της παρουσίασης του πορτρέτου της στη συνέντευξη που δίνει. 

https://www.enetpress.gr/

Στις 22 Νοεμβρίου του 1963, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στο Ντάλας, ο John F. Kennedy δολοφονείται και το ροζ ταγέρ της Jackie ποτίζεται από το αίμα του συζύγου της. Ο κόσμος και η πίστη της θρυμματίζονται. Παρά το τραύμα της, μια εβδομάδα μετά καλείται να αντιμετωπίσει το αδιανόητο: να παρηγορήσει τα δυο μικρά παιδιά της, να αδειάσει το σπίτι που ανακαίνισε με πολύ κόπο και να οργανώσει την κηδεία του άντρα της.

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος  26.1.2017 [4/5]

Όταν ο Ντάρεν Αρονόφσκι είδε το El Club στο Φεστιβάλ Βερολίνου πλησίασε τον δημιουργό Πάμπλο Λαραΐν, του δήλωσε τον θαυμασμό του και του ζήτησε να σκηνοθετήσει τη βιογραφία της Τζάκι Κένεντι σε σενάριο του Νόα Οπενχάιμ. «Ετοιμαζόμουν να γυρίσω το Νερούδα και μου ζητήθηκε να ξεκινήσω γυρίσματα αμέσως μετά. Στα 39 μου χρόνια δεν γινόταν να προσπεράσω τέτοια ευκαιρία» δήλωσε ο Χιλιανός, που δέχτηκε την πρόκληση για το αγγλόφωνο ντεμπούτο του. Ο Αρονόφσκι έψαχνε έναν μη Αμερικανό για να δώσει τη δική του ματιά σε ένα πρόσωπο οικείο, σχεδόν μπανάλ, προτιμώντας κάποιον με μεγάλο ταλέντο, χωρίς τις προκαταλήψεις και τις κοινότοπες προσλαμβάνουσες που έχουν αποκτήσει οι Αμερικανοί με τα χρόνια. Είχε απόλυτο δίκιο! Η Τζάκι του Λαραΐν, υποβοηθούμενη από το στοιχειωτικό μουσικό σκορ της Μίκα Λέβι κι ένα καθηλωτικό μοντάζ, δεν είναι απλώς απαλλαγμένη από τους βαρετούς πλατειασμούς και τις συνηθισμένες πρακτικές των σύγχρονων βιογραφιών αλλά ακολουθεί τη μύχια προσέγγιση που τόσο πρωτότυπα εφάρμοσε ο σκηνοθέτης στο επερχόμενο Νερούδα και αποκαλύπτει, αντί να περιγράφει, πράγματα που ήδη γνωρίζουμε.

Στο ενδιάμεσο στάδιο, που αποτελεί και τον κύριο όγκο του Τζάκι, η αντίφαση εγκράτειας και συντριβής είναι αυτό που χαρακτηρίζει μια αποφασιστική γυναίκα, που μόνο πολύ αργότερα έπαψε να θεωρείται μια «ελαφρόμυαλη debutante».

Καλύπτοντας τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κένεντι στο Ντάλας, το φιλμ δεν απομακρύνεται από το τραγικό συμβάν αλλά ενώνει το αρχειακό υλικό της πρωτοφανούς και δημοφιλέστατης ξενάγησης/παρουσίασης που έκανε η Πρώτη Κυρία στον άρτι ανακαινισθέντα Λευκό Οίκο μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, με μια συνέντευξη που έδωσε σε έναν μάλλον πιεστικό δημοσιογράφο, στο Hyannis Port, μόνη και ασυνόδευτη, χωρίς προσωπικό και παρατρεχάμενους. Στο προεδρικό μέγαρο φαίνεται το τρακ της περφόρμανς, το άγχος της να αρέσει, η επιθυμία της να παρουσιάσει άρτια τη «διακοσμητική» πλευρά της και η ανάγκη της να σταθεί σωστά ως νεαρή και κομψή σύζυγος του δυνατού άνδρα, δείχνοντας προς τα έξω τη βιτρίνα που καλλιέργησε με επιστημονική ευλάβεια. Στη συνέντευξη της ξεφεύγουν η οργή, η πίκρα και ο πόνος, αλλά επανέρχεται αστραπιαία και σχεδόν απαγορεύει στον ρεπόρτερ να δημοσιεύσει αυτά που δεν εννοεί πραγματικά, από τα πολλά που του λέει. Στο ενδιάμεσο στάδιο, που αποτελεί και τον κύριο όγκο του Τζάκι, η αντίφαση εγκράτειας και συντριβής είναι αυτό που χαρακτηρίζει μια αποφασιστική γυναίκα, που μόνο πολύ αργότερα έπαψε να θεωρείται μια «ελαφρόμυαλη debutante». Η παρουσία του Τζον Κένεντι δηλώνεται ως η επίδραση ενός ανθρώπου με αδυναμίες και αρετές και όχι ως η σκιά ενός γίγαντα που στις μέχρι τώρα αναφορές κυμαινόταν από την πολιτική παντοδυναμία ως την τερατώδη απιστία, χωρίς μεσαία στάδια. Εδώ είναι κοντά, δίπλα, μέσα στην ψυχή της Τζάκι και η ταινία τον υπολογίζει στο μέγεθος της απόγνωσης και της απώλειας που εκείνη νιώθει, βίαια και εσπευσμένα, καθώς υποχρεώνεται να τον αποχαιρετήσει δημόσια και να αλλάξει ζωή μέσα σε λίγες ημέρες.

Η παρουσία του Τζον Κένεντι δηλώνεται ως η επίδραση ενός ανθρώπου με αδυναμίες και αρετές και όχι ως η σκιά ενός γίγαντα που στις μέχρι τώρα αναφορές κυμαινόταν από την πολιτική παντοδυναμία ως την τερατώδη απιστία, χωρίς μεσαία στάδια.

Κατά κανόνα, οι ταινίες με θέμα τον –ή τους– Κένεντι επικεντρώνονται στο τέλος της πολιτικής αθωότητας για την Αμερική, σε μια απότομα ματαιωμένη, εξιδανικευμένη θητεία, και ιχνογραφούν την επιμελημένη φιγούρα της Τζάκι και όχι ακριβώς την ίδια, τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Ο Λαραΐν αναζητά την μπερδεμένη ψυχή της, την κυριολεκτικά ματωμένη της εμφάνιση, τον επιθετικό εκνευρισμό της, τη ρήξη και το άδοξο τέλος του οικογενειακού Κάμελοτ – σαν το μιούζικαλ που τόσο αγαπούσε ο Κένεντι και ακούμε σε σκηνές-κλειδιά, που στήθηκε σαν παραμύθι και έληξε σαν αδόκητος εφιάλτης, μέσα σε αναπάντητα ερωτήματα και βεβιασμένες κινήσεις. Τα πλάνα της διαδρομής του μοιραίου αυτοκινήτου και της κηδείας είναι γυρισμένα από γωνίες που δεν έχουμε ξαναδεί και διαθλούν το déjà vu που γεννιέται με την επανάληψη. Επιπρόσθετα, η αποχώρηση της μητέρας με τα δυο παιδιά από το μέγαρο, οι συζητήσεις με τους δικούς της ανθρώπους και κυρίως με τον Μπόμπι Κένεντι, οι διαφωνίες με τον Τζακ Βαλέντι, οι γεμάτες νόημα, κλεφτές ματιές στην εγκατάσταση των Τζόνσον στον Λευκό Οίκο ενισχύουν την έξτρα διάσταση της Τζάκι, μιας γυναίκας σίγουρα όχι ζεστής, αγαπητής για τον αέρα και το στήσιμό της και παρεξηγημένης για τους λάθος λόγους.

Στο Νερούδα ο Χιλιανός αναρωτήθηκε τι πραγματικά απασχολούσε τον εμβληματικό ποιητή της χώρας του και κινήθηκε γύρω από τον αληθινό χαρακτήρα του, ενσωματώνοντας αφήγηση μέσα στην αφήγηση. Αποφεύγει τη γραμμική διαδρομή, αλλά δεν γίνεται ποτέ ανακόλουθος. Ίσα ίσα, το στυλ του είναι απαιτητικό και αποζημιώνει. Το δύσκολο εγχείρημα λειτούργησε περίφημα, αλλά ευτυχώς στο Τζάκι δεν επαναλαμβάνει το ίδιο ιμπρεσιονιστικό πείραμα. Το κατατμημένο παζλ μιας προσωπικότητας πολυφωτογραφημένης και ταυτόχρονα αινιγματικής αποκτά ζωή πέρα από τα όρια του εγκεκριμένου μύθου. Για να το θέσω διαφορετικά, αν ζούσε η Τζάκι Κένεντι, μάλλον δεν θα ενέκρινε τέτοιου τύπου βιογραφική ταινία. Όχι γιατί βγάζει στη φόρα απόρρητες συνομιλίες ή απαγορευμένα μυστικά αλλά γιατί διαπερνά αποτελεσματικά, σαν έργο ενός pointilliste με κρυφή κάμερα, το τείχος μιας ντελικάτης ιδιωτικής στιγμής και ξεγυμνώνει μια γυναίκα που υπερασπίστηκε σφοδρά τα κίνητρα πίσω από τις επιλογές της, προβάλλοντας μια αντισηπτική εικόνα τελειότητας «υψηλής ραπτικής». 

https://www.lifo.gr/

JACKIE (2016)
ΕΙΔΟΣ: Δραματική Βιογραφία
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πάμπλο Λαραΐν
ΚΑΣΤ: Νάταλι Πόρτμαν, Πίτερ Σάρσγκααρντ, Γκρέτα Γκέργουιγκ, Μπίλι Κρούνταπ, Τζον Χερτ
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100′
ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

της Βαρβάρας Κοντονή [3/5]

Το πορτραίτο της πρώην Πρώτης Κυρίας της Αμερικής, Τζάκλιν – κατά κόσμον Τζάκι – Κένεντι, στον απόηχο της δολοφονίας του Προέδρου Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι. Η σοκαριστική απώλεια, η μοναξιά και η διατήρηση, πάση θυσία, της ιστορικής κληρονομιάς.

Αυτή ήταν μια καλή χρονιά για τον Πάμπλο Λαραΐν. Μετρώντας ήδη μια δραματική βιογραφία με το «Νερούδα», μια ταινία που προκάλεσε ρίγη φεστιβαλικού ενθουσιασμού και που σύντομα πρόκειται να παρακολουθήσουμε και σε μια αίθουσα δίπλα μας, σειρά έχει το αγγλόφωνο ντεμπούτο του Χιλιανού δημιουργού με το «Jackie», μια βιογραφία διαφορετική από τις άλλες, η οποία βρίσκει τη Νάταλι Πόρτμαν στην πρωτοκαθεδρία για τη διεκδίκηση του δεύτερου χρυσού αγαλματιδίου τής καριέρας της. Δεδομένης της απόδοσής της εδώ, ίσως και να τα καταφέρει.

Το «Jackie» δεν αποτελεί μια ακόμη τυποποιημένη βιογραφία / αγιογραφία «της σειράς» και αυτό φροντίζει να το καταστήσει σαφές από το ξεκίνημα κιόλας, εισάγοντας στην οθόνη το πρόσωπο της Πόρτμαν υπό τη συνοδεία του συναρπαστικά ανατριχιαστικού «μουσικού χαλιού» της Αγγλίδας Μίκα Λέβι, που θυμάσαι να σου παγώνει την ύπαρξη με το… εξωγήινα αιθέριο soundtrack του «Κάτω από το Δέρμα». Μόνο που στην περίπτωση της κινηματογραφικής αποτύπωσης ενός προσώπου με όνομα βαρύ σαν ιστορία, δεν περιμένεις πως η διαχείριση του υλικού θα είναι κάπως πιο ακαδημαϊκή, πιο «καθωσπρέπει» στην καταγραφή της και πιο αποστειρωμένη στην (ανα)διήγηση των ιστορικών πεπραγμένων; Το περιμένεις, γι’ αυτό και η «στρατηγική» τοποθέτηση του μουσικού θέματος της Λέβι στην αρχή του φιλμ δεν αφήνει περιθώρια για προσωπικούς συναισθηματικούς εγκλωβισμούς: αυτή είναι μια βιογραφία που θα θυμάσαι.

Με τον Λαραΐν να καταθέτει τα σκηνοθετικά του διαπιστευτήρια εδώ και μια δεκαετία, αυτό που ξαφνικά φαίνεται να (υπο)στηρίζει συνολικά και στιβαρά το εγχείρημα του «Jackie», είναι το σενάριο του Νόα Όπενχαϊμ, πράγμα αξιοπερίεργο, ιδιαιτέρως αν αναλογιστεί κανείς πως οι προηγούμενες δύο συγγραφικές του δουλειές για το σινεμά, περιλαμβάνουν τις κινηματογραφικές μεταφορές των νεανικών μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας, «Ο Λαβύρινθος» και «Η Τριλογία της Απόκλισης: Αφοσίωση»! Το σενάριο του Όπενχαϊμ, σφιχτοδεμένο και οξυδερκές, αποτελεί το ιδανικό απομυθοποιητικό υλικό για τη σκιαγράφηση ενός ανθρώπου σε σύγχυση και πλήρη εσωτερική διάλυση, μιας γυναίκας που τη μια στιγμή έχει τα πάντα και την αμέσως επόμενη απολύτως τίποτα – εκτός ίσως από μια βαθύτερη ανάγκη για την εξασφάλιση της πολυπόθητης προεδρικής υστεροφημίας.

Ενδεχομένως και να μιλούσαμε για μια διαφορετική ταινία αν η Νάταλι Πόρτμαν δεν κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Υιοθετώντας στο έπακρο την κινησιολογία και τον – ομολογουμένως ξεχωριστό – τόνο ομιλίας τής πάλαι ποτέ Πρώτης Κυρίας, «καταβυθίζεται» ολοκληρωτικά μέσα στον χαρακτήρα, δίνοντας μια από τις πιο ξεχωριστές ερμηνείες της καριέρας της. Αφήνοντας στην άκρη την έτσι κι αλλιώς ιντριγκαδόρικη φύση της περσόνας που υποδύεται, η Πόρτμαν βρίσκει την ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην προσγειωμένη δυναμική του σεναρίου και την προσωποκεντρική σκηνοθεσία του Λαραΐν, βιώνοντας προοδευτικά τα διαφορετικά στάδια της απώλειας: πρώτα η στιγμή της απόλυτης φρίκης, στη συνέχεια η συνειδητοποίηση του τραγικού χαμού, κατόπιν ο θρήνος, το αναπόφευκτο μούδιασμα και έπειτα η «απομόνωση» για τη φροντίδα του κοινωνικοπολιτικού κληροδοτήματος που άφησε πίσω του ο Κένεντι. Μη φανταστείτε πως δεν υπάρχει τίποτα το εγωιστικό σε τούτη την ταινία. Κάθε άλλο. Ο Λαραΐν σκηνοθετεί διαρκώς την πρωταγωνίστριά του με τρόπο αμφίσημο, που σε συνδυασμό με την υποκριτική ικανότητα της Πόρτμαν λειτουργεί καταλυτικά στη διαμόρφωση μιας γυναικείας ψυχοσύνθεσης χωρίς σαφή κίνητρα και επιδιώξεις, χαμένης μεταξύ της εμμονής της για κάποιο «ιερό», δημόσιο καθήκον προάσπισης της μνήμης του αποθανόντος Προέδρου – συζύγου και την ανάγκη προστασίας τής προσωπικής της ζωής.

Χρησιμοποιώντας ως αφηγηματικό κορμό την περίφημη τηλεοπτική ξενάγηση που πραγματοποίησε η Τζάκι Κένεντι στον Λευκό Οίκο τον Φεβρουάριο του 1962 και τη συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό LIFE λίγο καιρό μετά τον θάνατο του Αμερικανού Προέδρου, ο Λαραΐν χτίζει την ταινία του πάνω στη χωροχρονική αντίθεση του «πριν» και του «μετά», αφενός ενισχύοντας την ένταση του δράματος, αφετέρου διατηρώντας τον έλεγχο της ιστορίας πάνω σε μια προσωπικότητα που (στα λάθος χέρια) εύκολα θα μπορούσε να μετατραπεί σε καρικατούρα. Το «Jackie» έχει σίγουρα τα θέματά του, όπως για παράδειγμα την αφηγηματική προσθήκη του πάτερ (Τζον Χερτ) που κάπως αποπροσανατολίζει τη γραμμή την οποία ακολουθεί ο Λαραΐν από την αρχή, με το τέλος να έρχεται με έναν μάλλον τετριμμένο τρόπο. Όπως και να ’χει, όμως, αυτή είναι μια από τις πιο προσεγμένες παραγωγές της σεζόν – αρκεί να σκεφτεί κανείς πόσος κόπο απαιτήθηκε για τη λεπτομερέστατη αναπαράσταση των εσωτερικών χώρων του Λευκού Οίκου ή για τη συρραφή των αυθεντικών στιγμιοτύπων από την ξενάγηση της Τζάκι Κένεντι, σε συνδυασμό με το υλικό της ταινίας. Το αγγλόφωνο ντεμπουτάρισμα του Πάμπλο Λαραΐν είναι, δίχως αμφιβολία, το απόλυτο one woman show για την Πόρτμαν και ένα biopic που δεν θέλει να πλέξει το εγκώμιο κανενός. Απλώς, αφήνει την Ιστορία να μιλήσει από μόνη της.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Βιογραφικό δράμα για τα συζυγικά μεθεόρτια μιας από τις πιο σοκαριστικές στιγμές της σύγχρονης ανθρώπινης Ιστορίας, με περιτύλιγμα οσκαρικών προδιαγραφών και μια παραδοσιακά καλή Νάταλι Πόρτμαν. Αν ψηφίζεις Ακαδημία… δαγκωτό, θα το εκτιμήσεις δεόντως. Αν, πάλι, είσαι του δακρύβρεχτου, η «παραφωνία» αυτής της φιλμικής Τζάκι θα σε βγάλει off.  

https://freecinema.gr/

Τζάκι
Jackie

Ο Πάμπλο Λαραΐν παίρνει την πιο γνωστή Πρώτη Κυρία στην ιστορία των ΗΠΑ και φτιάχνει έναν χαρακτήρα που που όσο περισσότερο τον κοιτάς, τόσο λιγότερα μοιάζει να ξέρεις γι’ αυτόν.

Από τον Τάσο Μελεμενίδη [3/5]
Η πολυφωτογραφημένη Τζάκι, μια γυναίκα-σύμβολο για τη δεκαετία του 60 στις ΗΠΑ, όχι μόνο για τις συγκλονιστικές ώρες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Τζον Κένεντι, αλλά και για τη δημόσια παρουσία της πολύ πριν από το τραγικό συμβάν, έχει μελετηθεί τόσο πολύ που πιθανά να έμοιαζε άσκοπη μια ακόμη βιογραφία της. Με αυτή την ιδέα μάλλον ξεκίνησαν τη δουλειά τους ο παραγωγός Ντάρεν Αρονόφσκι και ο χιλιανός σκηνοθέτης Πάμπλο Λαραΐν (στο ντεμπούτο του εκτός χώρας), με τον δεύτερο να χρησιμεύει και ως εξωτερικός παρατηρητής, δουλεύοντας αποστασιοποιημένα και μην έχοντας εγγεγραμμένες στο μυαλό του όλες τις κατά καιρούς απόπειρες των αμερικανικών μέσων να μπουν στο κεφάλι της πρώην Πρώτης Κυρίας.

Η Τζάκι τους βασίζεται σε μια συνέντευξη που έδωσε η ίδια, λίγο καιρό μετά τη δολοφονία, σε έναν δημοσιογράφο, μόνη και μακριά πια από τον Λευκό Οίκο, που περισσότερο από συνέντευξη μοιάζει με μια μακρά διαπραγμάτευση γύρω από την εικόνα της. Μπερδεμένη, οργισμένη αλλά και συνάμα ευαίσθητη, η Τζάκι καθοδηγεί την κουβέντα, λέει πράγματα που δεν είχε ξαναπεί και βγάζει μια εικόνα πολύ διαφορετική από αυτή της τέλειας Πρώτης Κυρίας που προωθούσε στα Μέσα, με κύριο παράδειγμα την ιστορική ξενάγηση που έκανε στον Λευκό Οίκο για την αμερικανική τηλεόραση, μιλώντας και χαμογελώντας αμήχανα. Παράλληλα, μετά από κάθε ξέσπασμά της, φιλτράρει τα όσα έχει πει κι απαιτεί κάποια αυτά να διαγραφούν από τη μνήμη και το μπλοκάκι του δημοσιογράφου, σε ένα διαρκές σχόλιο γύρω από το τί σημαίνει εικόνα δημοσίου προσώπου και το αν τελικά φτάνει ποτέ σε εμάς αληθινή.

Όσο αυτή η διαπραγμάτευση των 2 συνεχίζεται, γίνεται όλο και πιο εμφανής η σύγχυση της ηρωίδας για τις επιλογές της, το πως βλέπει το αμερικανικό κοινό αλλά και το άγχος της για το πως την βλέπει αυτό – υπάρχει μια διαρκής ανασφάλεια στα λόγια της, πως για πολύ κόσμο, εντός και εκτός πολιτικής σκηνής, είναι μια ανόητη, πλούσια κοπέλα που σκορπά λεφτά του λαού. Η εικόνα αυτή μάλλον θα στενοχωρούσε σήμερα την ίδια, όμως το φιλμ δε γίνεται ποτέ επιθετικό, ούτε προσπαθεί να την γελοιοποιήσει μόνο και μόνο για την πρόκληση. Οι βιογραφίες, έστω κι αυτές που μελετούν ένα μικρό κομμάτι της ζωής του αντικειμένου τους, συχνά ακολουθούν έναν συγκεκριμένο χάρτη προσέγγισης του ήρωα και εξιστορούνται υπό την παράλληλη προσπάθεια εύρεσης του βάθους μέσα σε αυτόν, με βάση το οποίο πορεύονται. Πολλές φορές οι δημιουργοί τους όμως ξεχνούν πως μπορεί να μην υπάρχει αυτό το βάθος ή να είναι τόσο αδύναμο που δεν μπορεί να σηκώσει μια ιστορία. Ο Λαραΐν δεν ισχυρίζεται πως το βάθος δεν υπήρχε, ούτε και το αντίθετο, αλλά πως τέτοιες προσωπικότητες προστατεύθηκαν και απομακρύνθηκαν τόσο πολύ από το εξωτερικό περιβάλλον, που όλη αυτή η συζήτηση θα είναι μονίμως υπό διαρκή αμφιβολία.

Αν υπάρχει όμως κάτι που ο Λαραΐν μοιάζει να δηλώνει πιο ξεκάθαρα είναι πως η Τζάκι Κένεντι ήταν το peak της ζωής της Τζάκι. Δεν είναι μόνο η επιλογή της μιας συγκεκριμένης εβδομάδας για να αφηγηθεί την ιστορία της, αλλά κυρίως παρουσίασή της υπό τους ήχους της Μίκα Λέβι που φτιάχνει ένα συνεχές ρέκβιεμ το οποίο δένει θαυμάσια με τα flashbacks και θρηνεί για τις τραγικές σκηνές της δολοφονίας του Κένεντι στο Ντάλας και τα όσα ακολούθησαν μετά. Ο θρήνος πηγαίνει περισσότερο για την ίδια τη Τζάκι, το θάνατο μιας αθώας Πρώτης Κυρίας (και κατ’ επέκταση μιας αθώας εποχής που είχε αρχίζει στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 50) που δε θα ήταν ποτέ η ίδια μετά από αυτό το γεγονός και πως έστω και αν παρέμεινε στα φώτα της δημοσιότητας ως το θάνατό της, περισσότερο προσπαθούσε να αναβιώσει τις δόξες μιας μοναδικής για την ίδια εποχής.

Η στήριξη της Πόρτμαν στο εγχείρημα του Λαραΐν βοηθά στο να μην πέσει η όλη προσπάθεια στο κενό. Η ίδια μοιάζει να γίνεται καλύτερη με τα χρόνια, εκεί που πιστεύαμε πως με τον Μαύρο Κύκνο είχε φτάσει στο υποκριτικό ζενίθ της, ενώ φαίνεται πως έχει μελετήσει πολύ την ομιλία και τις κινήσεις της Τζάκι, ειδικότερα στην επανεγγραφή του βίντεο με την παρουσίαση των εσωτερικών του Λευκού Οίκου. Αλλάζει άνετα ύφος, από μία γλυκιά ύπαρξη που προκαλεί θαυμασμό σε ένα εριστικό, ανόητο κορίτσι ανάξιο λόγου, χωρίς να καταφεύγει στην υπερβολή. Χτίζει έναν χαρακτήρα που όσο περισσότερο τον κοιτάς (και τον κοιτάς πολύ με τα πολλά close-ups στο πρόσωπό της) τόσο λιγότερα μοιάζει να ξέρεις γι’ αυτόν.  

Jackie (2,5/5) Ιωσήφ Πρωϊμάκης 

Βιογραφικό δράμα υποψήφιο για 3 Όσκαρ και για βραβεύμενο για Καλύτερο Σενάριο στο Φεστιβάλ Βενετίας, σε σκηνοθεσία του Pablo Larrain και σενάριο του Noah Oppenheim, με τους Natalie Portman, Billy Crudup, Peter Sarsgaard και Greta Gerwig, διάρκειας 100 λεπτών, σε διανομή της Feelgood Entertainment

Στον κόσμο αρέσει να πιστεύει στα παραμύθια, και μετά την δολοφονία του JFK, ο κλήρος έπεσε στην Jackie να γράψει με χρυσά γράμματα το δραματικό φινάλε μιας ιστορίας που ξεκίνησε γεμάτη ελπίδες και κατέληξε γεμάτη δάκρια και αίμα: την ιστορία του Camelot.

Προσεγγίζοντας τη φόρμουλα της βιογραφικής ταινίας με τη βαριοπούλα του ντεστρουκτουραλισμού στο χέρι, ο Pablo Larrain στο πρώτο του αγγλόφωνο project επιχειρεί όχι απλώς δυναμικό μπάσιμο, αλλά σχεδόν εκρηκτικό ριφιφί στο Hollywood, αφού βάζει στόχο να αποδομήσει όχι μόνο την φόρμα της βιογραφικής ταινίας (που άλλο είδος πιο κοντά στην καρδιά του θείου Όσκαρ δεν έχει υπάρξει), αλλά και την εικόνα μιας απ’ τις πιο αγαπητές φιγούρες της αμερικανικής εικονογραφίας: αυτήν της Πρώτης Κυρίας των Πρώτων Κυριών, της Jackie Kennedy (πριν γίνει Ωνάση). Προσεγγίζοντας ένα πρόσωπο του οποίο το μεδούλι της ύπαρξης της ίδιας αποτελεί μια σπουδή στο θόλωμα των ορίων ανάμεσα στην δημόσια εικόνα και την ιδιωτική πραγματικότητα, ο Larain επιχειρεί να ξεγυμνώσει μια ψυχοσύνθεση ντυμένη με πολλαπλά επίπεδα επανεφεύρεσης του εαυτού της, χρησιμοποιώντας για κερκόπορτα την ίσως πιο αδύναμη στιγμή ολόκληρής της της ζωής.

Αποφεύγοντας του σενσεσιοναλισμούς, αλλά χωρίς να θέλει να χάσει την συναισθηματική αβάντα που προσφέρει η σοκαριστική δολοφονία των ελπίδων της προοδευτικής Αμερικής για ένα προοδευτικότερο μέλλον, ο πολυβραβευμένος Χιλιανός σκηνοθέτης του El Club (2015) και του No (2012) εντοπίζει την ηρωίδα του στιγμές μετά τη στιγμή που άλλαξε όχι μόνο της δική της ζωή, αλλά πιθανότατα και τον ρου της Ιστορίας ολόκληρης, και κλειδώνει την κάμερα πάνω της, προσπαθώντας να δημιουργήσει μια πρισματική εκδοχή της βιογραφικής αφήγησης: με αφηγηματικά νήματα να ξετυλίγονται δεξιά κι αριστερά απ’ τη μέρα που βρέθηκε να κρατάει το άψυχο σώμα του JFK στην αγκάλη της, και με το εύρημα μιας φιξιόν συνέντευξης που δεν δόθηκε ποτέ, ως κινηματογραφική του αφετηρία, το φιλόδοξο εγχείρημα του Larain προδίδεται κατ’ αρχάς απ’ την πρωταγωνίστριά του.

Η Natalie Portman, που για αποστολή της είχε να μας οδηγήσει πίσω απ’ το κατασκεύασμα που ήταν η δημόσια εικόνα της Τζάκι, και να μάς δείξει τον άνθρωπο που αποφάσισε ότι θα γίνει αυτό το κατασκεύασμα, δεν καταφέρνει ούτε κι η ίδια να βρει το θήραμά της, και παραδίδει μια απ’ τις πιο δύσκαμπτες ερμηνείες της καριέρας της, περιορίζοντας την προσέγγισή της σε ρεσιτάλ εκλεπτυσμένης μούτας και φτιασιδωμένης μίμησης. Παρά την ανεπάρκεια της Portman ωστόσο, το πρόβλημά του Larain είναι κυρίως τονικό, με την αφασική συμπεριφορά που είναι εύλογη κι ευπρόσδεκτη στην κεντρική του ηρωίδα, να εκβάλει και στην ίδια την αφήγηση, με συνέπειες πολύ πιο σοβαρές, αφού εκφυλίζει κάθε υπόσχεση ιντριγκαδόρικης ψυχολογικής αποκάλυψης, σε ξενερωτικές και άκαρπες (μολονότι πανέμορφης αισθητικές) στιλιστικές ασκήσεις μινιμαλισμού. Την μινιμαλιστική πρόθεση του σκηνοθέτη ωστόσο, πραγματώνει απείρως πιο εύστοχα η Mica Levi στη μουσική μπάντα της ταινίας, αντλώντας έμπνευση απ’ τις προσεγγίσεις του Johnny Greenwood στην έννοια της μουσικής επένδυσης, για να παραδώσει ένα soundtrack που μπορεί να μην είναι το πιο ευχάριστο στην stand alone ακρόαση, αλλά ένα απ’ τα πιο χαρακτηριστικά των τελευταίων ετών σίγουρα, κι ανεβάζει την ίδια την ταινία δυο-τρία επίπεδα τουλάχιστον.  

https://popaganda.gr/

Λήδα Γαλανού [2,5/5]

efsyn.gr

Ο Πάμπλο Λαραΐν, ο Χιλιανός σκηνοθέτης του «No», του καθηλωτικού «El Club» και της ανατρεπτικής βιογραφίας του Πάμπλο Νερούδα που θα δούμε σύντομα στο «Neruda», δεν ακολουθεί ποτέ την πεπατημένη, δεν ξαποσταίνει ποτέ στα δεδομένα, πάντα ανακαλύπτει μια διαφορετική οπτική γωνία για να παρουσιάσει και να σχολιάσει το αντικείμενό του. Το ίδιο κάνει και στο «Jackie», αλλά με λιγότερη επιτυχία.

Η ταινία παρακολουθεί τις ημέρες της Τζάκι Κένεντι, όπως τις αφηγείται σ’ έναν απρόθυμο δημοσιογράφο, από τη στιγμή που ο Τζον Φ. Κένεντι δολοφονήθηκε κυριολεκτικά πάνω της, στην αυτοκινητοπομπή στο Ντάλας, μέχρι τη νεκρώσιμη πομπή της κηδείας στην Ουάσινγκτον, μια εβδομάδα αργότερα.

Γνωρίζοντας καλά ότι η απεικόνιση αυτών των στιγμών στον κόσμο και στα media θα καθορίσει την υστεροφημία του Κένεντι, αλλά και το δικό της προφίλ, η Τζάκι επιμένει να διατηρήσει μια βίαιη θεατρικότητα: από το αιματοβαμμένο ροζ ταγέρ που αρνείται να βγάλει, ώς την εικόνα της μαυροντυμένης χήρας που περπατά για χιλιόμετρα προστατεύοντας τα μικρά παιδιά της από τη μοίρα, η Τζάκι δίνει ένα οπερατικό ρεσιτάλ συναισθηματικού χειρισμού.

Το ίδιο έχει ως πρόθεση να κάνει και η ταινία: παίζοντας δραματικά με τον ήχο και την απουσία του, πλησιάζοντας την ηρωίδα τόσο κοντά, σχεδόν παραμορφωτικά, στριφογυρίζοντας με την κάμερα σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από την Τζάκι, μετατρέποντας εσωτερικούς μονολόγους σε ιστορικούς διαλόγους.

Όμως αυτή η αισθητική και δραματουργική υπερβολή (για την οποία, άλλωστε, η Νάταλι Πόρτμαν είναι υποψήφια για Οσκαρ, όπως και τα Κοστούμια και η Μουσική), δεν φτάνει ποτέ αρκετά μακριά ώστε να γίνει αληθινά γκροτέσκα και δεν φτάνει ποτέ αρκετά κοντά ώστε να γίνει προσωπική, αφήνοντας από την ταινία μια αίσθηση έλλειψης πειστικότητας, συγκεχυμένων προθέσεων και ενός ενδιαφέροντος, αλλά αποτυχημένου πειράματος.

Ζουμπουλάκης Γιάννης [3/5]

Ακτινογραφία ψυχής

Κλασική περίπτωση ταινίας που ξεχωρίζει κατ’ αρχάς για την κεντρική ερμηνεία της, η «Jackie» (ΗΠΑ, 2016), πρώτη αμερικανική παραγωγή του εξαιρετικού χιλιανού σκηνοθέτη Πάμπλο Λαρέν, επικεντρώνεται στη Ζακλίν Κένεντι τις πρώτες μέρες μετά τη δολοφονία του συζύγου της και προέδρου των ΗΠΑ Τζον Φ. Κένεντι.
Ο Λαρέν δεν θέλει να κάνει μια «κλασική» βιογραφία και αυτή, βέβαια, είναι η ομορφιά της ταινίας. Αναμειγνύοντας το παρόν με το παρελθόν με άξονα μια συνέντευξη που η Κένεντι έδωσε μετά τη δολοφονία, ο σκηνοθέτης με τη βοήθεια του προσγειωμένου σεναρίου του Νόα Οπενχάιμ περνά στον θεατή περισσότερο τη δική του άποψη για το πώς θα μπορούσε να νιώθει μόνη μέσα στο πανδαιμόνιο η Κένεντι. Στην ουσία σκηνοθετεί την ψυχή της ηρωίδας. Ο περιβάλλων χώρος και το παρασκήνιο της τραγωδίας και όχι η αναπαράστασή της είναι το φόντο που αφορά τον Λαρέν, όπως είχε γίνει με την εξαιρετική ταινία του «Post Mortem» όπου το θέμα ήταν ο αντίκτυπος της δολοφονίας του Σαλβαδόρ Αλιέντε.
Και ναι, η ταινία περιέχει πραγματικά δυνατές σκηνές, όπου βλέπουμε την πρώην Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ να παλεύει με το πένθος, με την παρηγοριά των παιδιών της αλλά και τον προσδιορισμό της πολιτικής κληρονομιάς του συζύγου της. Και φυσικά, η Νάταλι Πόρτμαν που την υποδύεται οφείλει να κάνει θαύματα εφόσον ο φακός του σκηνοθέτη είναι στραμμένος κατά το 100% πάνω της. Η ήδη βραβευμένη με Όσκαρ Α’ ρόλου για τον «Μαύρο κύκνο» ηθοποιός διεκδικεί και πάλι το ίδιο βραβείο ενώ έχει προταθεί δύο ακόμη υποψηφιότητες για Όσκαρ: κοστουμιών και μουσικής (Mίκα Λεβί).

1. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ 2. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ 3. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ 4. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΜΟΝΤΑΖ (Εκμάθηση Adobe Premiere). 

Πληροφορίες- δηλώσεις ενδιαφέροντος- Εγγραφές στο e-mail schoolofcinemagr@gmail.com και στο τηλέφωνο 6944143564.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: