Η Νύχτα, 1961 του Μικελάντζελο Αντονιόνι στο Κανάλι της Βουλής ||| αναλυτική παρουσίαση, κριτικές για την ταινία

Κανάλι Βουλής 5 3 2021 22.00

La notte
(Η νύχτα, 1961)
του Michelangelo Antonioni

Η ταινία καταγράφει το 24ωρο της ζωής ενός παντρεμένου ζευγαριού σε κρίση. Ο επιτυχημένος συγγραφέας Τζιοβάνι και η γυναίκα του Λίντια, επισκέπτονται στην κλινική τον φίλο τους Τομάζο που είναι βαριά άρρωστος∙ μετά πηγαίνουν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Τζιοβάνι (στην σεκάνς εμφανίζεται φευγαλέα, νεαρότατος, ο Ουμπέρτο Έκο).

Η Λίντια κάποια στιγμή, βαριεστημένη φεύγει από την εκδήλωση και τριγυρνά άσκοπα στην πόλη∙ το βράδυ πηγαίνουν σ’ ένα νάιτ-κλαμπ, αλλά φεύγουν κι από κει για να πάνε σ’ ένα πάρτι στη βίλα ενός βιομηχάνου. Και εκεί η Λίντια παραμένει απαθής και κλεισμένη στον εαυτό της, ενώ πληροφορείται το θάνατο του Τομάζο. Αποδέχεται το επίμονο φλερτ ενός άγνωστου άνδρα, φεύγουν παρέα, αλλά αρνείται να κάνει έρωτα μαζί του, ενώ ο Τζιοβάνι πολιορκεί ερωτικά την πανέμορφη κόρη του βιομηχάνου, Βαλεντίνα, γεγονός που δεν περνά απαρατήρητο από την Λίντια, η οποία όμως μοιάζει να αδιαφορεί. Η αυγή τους βρίσκει στο πάρκο της βίλας. Εκείνη του λέει ότι δεν τον αγαπά πια και του διαβάζει ένα παθιασμένο ερωτικό γράμμα που της είχε στείλει κάποτε και εκείνος δεν αναγνωρίζει καν ότι είναι δικό του…
Η Νύχτα είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Μικελάντζελο Αντονιόνι με θέμα τη μοναξιά και την αποξένωση, η οποία άρχισε με την Περιπέτεια και ολοκληρώθηκε με την Έκλειψη. Κινώντας τους ήρωες στο μεγαλοαστικό περιβάλλον του Μιλάνου, ο Αντονιόνι κινηματογραφεί με στιλιστική αυστηρότητα και αρχιτεκτονική σύνθεση των πλάνων, την έκλειψη των συναισθημάτων, το υπαρξιακό κενό και το τέλος μιας σχέσης. Η μοναδική του ικανότητα να αντανακλά τις βαθύτερες ψυχικές καταστάσεις των ηρώων στην επιφάνεια εργασίας, δεν είναι παρά δείγμα μιας αδιαφιλονίκητης κινηματογραφικής ιδιοφυίας: η ψυχρότητα που εκπέμπει το μέταλλο και το γυαλί της πόλης του Μιλάνου, στην εκπληκτική εναρκτήρια σκηνή, αντικατοπτρίζει τον πυρήνα της σχέσης∙ η τοποθέτηση των ηρώων στις άκρες του κινηματογραφικού πλάνου, υποδηλώνει την ψυχική απόσταση που τους χωρίζει∙ τα ασύμπτωτα βλέμματά τους, που σχεδόν ποτέ δεν συναντώνται, υποδεικνύουν μια συναισθηματική απονέκρωση που έχει ήδη αρχίσει. Κοιτάζοντας με διαυγές όσο και πικρό βλέμμα στο εσωτερικό των άρρωστων από την ανία και ηττημένων από τη δύναμη της συνήθειας ηρώων του, καταγράφει το άδειο του μέσα κόσμου, την ανικανότητα και την έλλειψη θέλησης να κατανοήσουν, να αγαπήσουν και να συναντήσουν ξανά ο ένας τον άλλο. Η νύχτα (από τις αγαπημένες ταινίες του Αντρέι Ταρκόφσκι), κυριολεκτικά και μεταφορικά, είναι ένα έργο τέχνης για το σκοτάδι της ζωής όταν σβήσει η φλόγα του έρωτα και της αγάπης.

Η νύχτα / La notte (Ιταλία – Γαλλία, 1961). Σκηνοθεσία: Μικελάντζελο Αντονιόνι. Με τους: Jeanne Moreau, Marcello Mastroianni, Monica Vitti. Διάρκεια: 122΄. Ασπρόμαυρη.

(δ.τ.)

http://cinephilia.gr/

Ο κινηματογράφος του Αντονιόνι είναι ο κινηματογράφος της μοναξιάς. Η μοναξιά μέσα στον κόσμο, η αλλοτρίωση των συναισθημάτων, η αδυναμία επικοινωνίας γενικά και η αδυναμία επικοινωνίας των δύο φύλων ειδικότερα. Δεν τον απασχολεί η μοίρα των ηρώων ούτε συνδέει τη τύχη τους με την κοινωνική τους τοποθέτηση, για τον Αντονιόνι οι άνθρωποι είναι μόνοι απέναντι στον εαυτό τους και στη προσπάθεια τους να επικοινωνήσουν αλληλοπληγώνονται. Με τη δημιουργία της τριλογίας η”Περιπέτεια”, η “Νύχτα” και η “Έκλειψη”, ο αρχικός του προβληματισμός ξεκαθαρίζει και ενδύεται με τη φόρμα του απόλυτου μινιμαλισμού που όχι μόνο αυξάνει το αισθητικό ενδιαφέρον των ταινιών του αλλά προσδιορίζει καλύτερα και το περιεχόμενο τους.

Στη “Νύχτα” τη δεύτερη ταινία της τριλογίας παρακολουθούμε το μισό εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός ζευγαριού σε μια συγκεκριμένη πόλη το Μιλάνο και σε μια συγκεκριμένη εποχή, εκείνη του ανοικοδομητικού οργασμού της δεκαετίας του ΄60 . Ο Τζιοβάνι (Marcello Mastroianni) ένας επιτυχημένος νέος συγγραφέας και η γυναίκα του Λίντια (Jeanne Moreau), επισκέπτονται στο νοσοκομείο τον ετοιμοθάνατο φίλο τους Τομμάσο . Στη συνέχεια παρευρίσκονται σ’ ένα πάρτι για το καινούργιο βιβλίο του Τζιοβάνι και στη δεξίωση ενός επιχειρηματία που θέλει να προσλάβει το συγγραφέα προκειμένου να του γράψει την ιστορία της επιχείρησής του. Εκεί και οι δυο τους θα φλερτάρουν επιδεικτικά, ο Τζιοβάνι μάλιστα με τη 18χρονη Βαλεντίνα (Monica Vitti) την κόρη του επιχειρηματία. Με το τέλος της νύχτας και τον ερχομό της επόμενης ημέρας ο φίλος τους και ο έρωτας τους θα έχουν πεθάνει.

Και αυτή η ταινία του Αντονιόνι χαρακτηρίζεται από τη σχηματοποιημένη λιτότητα. Η αφήγηση περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα. Οι διάλογοι είναι τυπικοί , συμβατικοί , ελλειπτικοί. Ο ρυθμός εξαιρετικά αργός, κάθε σκηνή όμως είναι μια ταινία μέσα στην άλλη ταινία.. Η μινιμαλιστική αυτή μορφή συμβάλλει στην απογύμνωση των συναισθημάτων των ηρώων και στην ανάδειξη της κενότητας των ανθρωπίνων σχέσεων. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωες είναι αυτό της μέσο-μεγαλοαστικής τάξης των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η ψυχρότητα και η επιθετικότητα του περιβάλλοντος θα παίξει σημαντικό ρόλο. Η παγερότητα των νέων πολυτελών και άψυχων κτιρίων, οι αγχωτικές σκηνές μποτιλιαρίσματος και τα σκληρά και περιοριστικά καδραρίσματα έρχονται σε πλήρη συμφωνία με τα εσωτερικά αδιέξοδα των ηρώων.

Η έναρξη της νύχτας περικλείει ήδη το τέλος της ιστορίας αφού η επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο φίλο παραπέμπει στο θάνατο της δικής τους σχέσης . Από την αρχή μέχρι το τέλος οι ήρωες κινούνται γύρω από οδυνηρές και ταυτόχρονα λυτρωτικές καταστάσεις. Οι χαρακτήρες διαγράφονται με τρόπο ακριβή και αποστασιοποιημένο, ενώ ο Αντονιόνι εμβαθύνει στην ανδρική και γυναικεία ψυχοσύνθεση, χωρίς να εμμένει σε στερεότυπα και κοινωνικές συμβάσεις. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους κορυφαίους νεωτεριστές δημιουργούς και ως ανατόμος των ανθρωπίνων σχέσεων. Ταυτόχρονα θεωρείται μαζί με τους Ντράγιερ, Μισογκούτσι και Μπέργκμαν ως ένας από τους σκηνοθέτες των γυναικών και αυτό γιατί στα έργα του η γυναίκα είναι πιο ευαίσθητός δέκτης της πραγματικότητας γεγονός εμφανές και στη “Νύχτα”. Ο χαρακτήρας της Λίντια αποτελεί το συνδετικό κρίκο μιας σχετικής σταθερότητας στη ταινία, παρουσιάζεται ευαίσθητη, συνεπής και οξυδερκής. Δε παρασύρεται από τη γοητεία της προβολής στη δεξίωση για το βιβλίο ούτε ενδίδει στο επίμονο φλέρτ του πλούσιου άνδρα. Αντίθετα επιχειρεί τη σύνδεση με το παρελθόν- το παρελθόν των φίλων, της ερωτευμένης νεότητας, της παλιάς γειτονιάς. Αυτή είναι που θα επισημάνει πρώτη και τα αδιέξοδα ομολογώντας αρχικά στη νεαρή Βαλεντίνα πόσο μεγάλο είναι το βάρος των μάταιων χρόνων που κουβαλάει και στη συνέχεια παραδεχόμενη πως όλα έχουν ένα τέλος αποκαλύπτοντας έτσι μια θανατερή αγωνία και μια ουσιαστική συνειδητοποίηση. Από την άλλη ο Τζιοβάνι, χαρακτήρας περισσότερο αινιγματικός αποδεικνύεται αδιάφορος, επιπόλαιος, εγωιστής, αδυνατεί να κατανοήσει τα μηνύματα του χρόνου και να προσαρμοστεί στις εξελίξεις. Η εμφάνιση της νεότερης Βαλεντίνας υπογραμμίζει την αρχή της ψυχολογικής ανάγκης των ανδρών για επιβεβαίωση και το ρόλο που μηχανικά και χωρίς σκέψη έχουν στην κοινωνία. Η Βαλεντίνα με το Τζιοβάνι έχουν ως κοινό σημείο μια εφηβική ανωριμότητα « Βρίσκομαι σε γενική κρίση» λέει εκείνος, «Όχι είσαι αδύναμος σαν και εμένα» του απαντάει αυτή. Η φθορά στη σχέση του ζευγαριού προκύπτει μέσα από δυο σύντομες αλλά χαρακτηριστικές λεπτομέρειες, από την αδιαφορία με την οποία ο Τζιοβάνι δίνει στη σύζυγό του το σφουγγάρι όταν αυτή κάνει μπάνιο, μια σκηνή που ο θεατής έχει συνηθίσει να βλέπει με άλλες προεκτάσεις και από την ανία του ζευγαριού κατά τη νυχτερινή τους έξοδο.

Πριν από τη σπουδαία τελική σκηνή, η επιγραμματική και σκληρή περιγραφή των στοιχείων που συνθέτουν τη ζωή των ηρώων ολοκληρώνεται με σαφήνεια: το ψυχρό και απάνθρωπο αστικό τοπίο, ο καλλιτεχνικός κόσμος με τα συμβατικά του ψεύδη, η ρουτίνα των φιλικών και ερωτικών σχέσεων, το κούφιο κοινωνικό περιβάλλον και ο κενός τρόπος διασκέδασης. Δε μένει επομένως παρά μια τελειωτική σκηνή σαν κάθαρση και σαν κορύφωση. Ο σκηνοθέτης αδειάζει το κάδρο απ’ όλα τα περιττά. Οι ήρωες απομακρύνονται από την έπαυλη για να καταλήξουν σ’ ένα άδειο λιβάδι χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας, χωρίς διέξοδο και κυρίως χωρίς αιτία. Προχωρούν με περπάτημα αφύσικο και σταματούν σε στάση εξίσου αφύσικη. Η γυναίκα επηρεασμένη από το θάνατο του Τομμάσο αποκαλύπτει στον άνδρα ότι πλέον δεν είναι ερωτευμένη μαζί του. Η συνειδητοποίηση την κάνει να θέλει να πεθάνει τώρα που έχασε τη μόνη της βεβαιότητα την αγάπη της γι’ αυτόν. Ο Τζιοβάνι στο άκουσμα της ομολογίας αντιδρά με φόβο και αδυναμία, δε θέλει να αποδεχθεί την αλήθεια. Το τρυφερό άγγιγμα του χεριού του από εκείνη του δίνει θάρρος να ξεκινήσει ερωτικές περιπτύξεις. Εκείνη δεν τον απωθεί αλλά ούτε του λέει πως τον αγαπά. Ο φακός απομακρύνεται . Ίσως και να αγαπιούνται. Ίσως και να συνεχίσουν μαζί. Ίσως και όχι.

Κείμενο: Πλάτων Ριβέλλης: Η φανερή γοητεία και η κρυφή συγκίνηση του κινηματογράφου, “Εκδόσεις Φωτοχώρος”, Michelangelo Antonioni/Κείμενα και συνεντεύξεις, “Εκδόσεις Αιγόκερως”

Τίτλος: La Notte (Η Νύχτα)
Σκηνοθέτης: Michelangelo Antonioni
Παραγωγή: 1961

«Μα κάθε φορά που ετοιμάζομαι να επικοινωνήσω με κάποιον, η αγάπη εξαφανίζεται.»
– Valentina (Monica Vitti)

Τι σκέφτονται άραγε οι ήρωες του Αντονιόνι όταν παρατηρούν τους άλλους ανθρώπους; H Lidia (Jeanne Moreau) περπατά μόνη στους άδειους δρόμους του Μιλάνου. Δεν γνωρίζουμε αν έχει κάποιον συγκεκριμένο προορισμό. Ένας εργάτης φαίνεται να τρώει το κολατσιό του ακουμπώντας την πλάτη του σε έναν τοίχο. Η Lidia σταματά για λίγα δευτερόλεπτα, τον παρατηρεί. Όταν αυτός γυρίσει και την κοιτάξει αυτή τον προσπερνά, μόνο και μόνο για να ξαναγυρίσει το κεφάλι της και να τον περιεργαστεί γι άλλη μια φορά. Ο λόγος άγνωστος. Τι συμβαίνει στο μυαλό και την ψυχή της ηρωίδας; Γιατί περιεργάζεται τον κόσμο, ακόμα και τον ίδιο τον σύζυγό της λες και βλέπει για πρώτη φορά άνθρωπο; Τι προσπαθεί να «διαβάσει»; Την ίδια νύχτα σε ένα κοσμικό πάρτι, στον κήπο βρίσκεται μια γάτα ανάμεσα στο πλήθος, στέκεται σαν στήλη άλατος, κοιτάζοντας έντονα ένα μικρό άγαλμα απέναντι της. «Κοιτάζει αυτό το άγαλμα όλη τη νύχτα», θα πει η οικοδέσποινα στη Lidia κάποια στιγμή αναφερόμενη στη γάτα. «Ποιος ξέρει τι σκέφτεται; Ίσως και να το περιμένει να ζωντανέψει… Οι γάτες είναι παράξενες…» Οι παραπάνω δύο σκηνές δεν διαρκούν παρά μόνο ελάχιστα δευτερόλεπτα, σε σημείο που ο θεατής μπορεί καν να μην τις προσέξει, αφού πρόκειται για λεπτομέρειες. Είναι όμως ακριβώς αυτές οι λεπτομέρειες μιας καθημερινής μέρας που συνήθως περνούν απαρατήρητες, αλλά εν τέλει ίσως και να είναι άμεσα συνδεδεμένες, αποτελώντας μυστηριώδεις αλλεπάλληλους υπαινιγμούς για την ύπαρξή μας, μέσα σε ένα δαιδαλώδες σύμπαν, το οποίο μπορεί να είναι το ένα και το αυτό είτε διαρκεί μία ολόκληρη ζωή, είτε απλά 24 ώρες.

Το La Notte (που πράγματι διαδραματίζεται μέσα σε ένα 24ωρο) αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Αντονιόνι για την αποξένωση και έλλειψη επικοινωνίας στις ανθρώπινες σχέσεις: το L’ Avventura (Η Περιπέτεια) είναι η πρώτη ταινία, ακολουθεί το La Notte (Η Νύχτα), και η τριλογία κλείνει με το L’ Eclisse (H Έκλειψη), κριτική της οποίας μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Δύο είναι οι κεντρικοί ήρωες στην ταινία: Η προαναφερθείσα Lidia, τον ρόλο της οποίας υποδύεται εκφραστικότατα η Jeanne Moreau, και ο σύζυγός της, ο πετυχημένος συγγραφέας Giovanni Pontano (Marcello Mastroianni). Ταιριάζει γάντι στον Mastroianni ο ρόλος του γοητευτικού και μελαγχολικού, διανοούμενου γυναικοκατακτητή (!). Νομίζω ότι είναι από τις μεγαλύτερες ερμηνείες του, αφού κατά τη διάρκεια της ταινίας τα βάθη της προσωπικότητάς του ρόλου που υποδύεται παραμένουν ένα αίνιγμα: λατρεύει τις νυχτερινές εξορμήσεις και τις ωραίες γυναίκες, παρορμητικός, αλλά ταυτόχρονα βαθιά στοχαστικός, ενώ τα μάτια του προδίδουν μια κάποια μελαγχολία. Ο χαρακτήρας του συνοψίζεται με τα ίδια τα λόγια του σε μία μεταφορική ιστορία που διηγείται σε μία θαυμάστριά του: «Θα σου πω την ιστορία ενός ερημίτη, ενός διανοούμενου φυσικά, τρεφόταν μόνο με δροσοσταλίδες, μέχρι που έφτασε στην πόλη…όπου δοκίμασε κρασί και κατέληξε αλκοολικός.»

Σε αντίθεση με τον Giovanni, η Lidia φαίνεται συνεχώς να αποφεύγει τον κόσμο. Και όταν έρχεται τελικά σε επαφή μαζί του προτιμά να τον παρατηρεί σιωπηλή. Η ταινία ξεκινά με το ζευγάρι να επισκέπτεται έναν ετοιμοθάνατο φίλο τους στο νοσοκομείο. Εκεί είναι η Lidia αυτή που δεν θα αντέξει την κατάσταση του ασθενούς και θα βγει έξω για να κλάψει. Ο σύζυγός της, αντιθέτως, όχι μόνο θα παραμείνει, αλλά αποχωρώντας από το νοσοκομείο δεν θα διστάσει να αφεθεί στα χάδια μιας ανεξέλεγκτης ασθενούς που θα τον παρασύρει στο δωμάτιό της. Με αυτή την μυστηριώδη και κάπως αρρωστημένη σκηνή ο Αντονιόνι μας προδιαθέτει για την συγκεχυμένη, παρορμητική προσωπικότητα του Giovanni και μας προετοιμάζει για τις επόμενες πράξεις του.

Αντονιόνι, Η Νύχτα, κριτική ταινίας

Καθώς η μέρα κυλά αργά, η Lidia θα περιπλανιέται στους δρόμους του Μιλάνου -αφού θα έχει πρώτα “δραπετεύσει” από μία αποπνικτική παρουσίαση του βιβλίου του Giovanni- παρατηρώντας αδιάκοπα σαν μικρό παιδί τα διάφορα μέρη και τον κόσμο που συναντά. Η φυγή της από την βιβλιοπαρουσίαση και η βόλτα που θα την οδηγήσει στο να διαλύσει τον καβγά μιας συμμορίας, τονίζουν τον τρόπο με την οποίο η ηρωίδα αρνείται να παραδεχθεί (ή να αποδεχθεί) την υποκρισία και την έλλειψη ανθρωπιάς γύρω της. Άραγε αποτελεί αφορμή για αυτή της την στάση η επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο φίλο της ή την απασχολούσε κάτι βαθύτερο από πριν;

Η μέρα θα φύγει και τους δυο πρωταγωνιστές θα τους βρει η νύχτα μαζί με την απότομη απόφαση της ηρωίδας να δεχτεί την πρόταση για ένα κοσμικό πάρτι (κάτι που αρχικά είχε αρνηθεί). Το κλίμα της αποξένωσης που κυριαρχούσε στο πρώτο μισό της ταινίας, δεν φαίνεται να υποχωρεί στο δεύτερο μισό που διαδραματίζεται ανάμεσα σε πολλούς καλεσμένους, στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, στο πάρτι της υπερπολυτελούς έπαυλης ενός εφοπλιστή. Οι δύο πρωταγωνιστές θα πάρουν διαφορετικούς δρόμους. Ο Giovanni θα επιχειρήσει να αναμειχθεί και να γνωρίσει νέο κόσμο. Η Lidia, από την άλλη, βρίσκεται την περισσότερη ώρα μόνη και αποφεύγει οποιαδήποτε γνωριμία. Ακόμα και όταν μία φίλη της της προτείνει να την συστήσει σε έναν γοητευτικό άνδρα, αυτή αρνείται πεισματικά και σηκώνεται να φύγει. Αν και η Lidia θα συναντήσει ξανά τυχαία τον ίδιο άνδρα, κι ενώ φαίνεται να της αρέσει, θα συνεχίσει να τρέχει μακριά του, σαν να θέλει να αποφύγει οποιαδήποτε έντονη σχέση, όχι μόνο μαζί του αλλά με οτιδήποτε ζωντανό. Ωστόσο, η ίδια η Lidia είναι αυτή που θα παροτρύνει τον Giovanni να γνωρίσει μία όμορφη καλλονή η οποία φαίνεται να πλήττει ολομόναχη μες στην έπαυλη όσο οι άλλοι διασκεδάζουν έξω στον κήπο. Αυτή η καλλονή που ακούει στο όνομα Valentina (Monica Vitti) θα υπάρξει το τρίτο σημαντικό πρόσωπο της ταινίας. Πολλά θα διαδραματιστούν σε αυτό το νυχτερινό πάρτι και δεν υπάρχει λόγος να αναφέρω εδώ, αφού η μαγεία στις ταινίες του Antonioni έγκειται ακριβώς στην έλλειψη μιας συγκεκριμένης πλοκής, όπου ο θεατής θα περίμενε με αγωνία να δει την εξέλιξή της.

Συγκεκριμένα, ο σκηνοθέτης αφήνει τον θεατή να εντρυφήσει στην απλή καθημερινότητα των δύο ηρώων του χωρίς να ανοίγει τελείως τα χαρτιά του για τις εμμονές που απασχολούν τους χαρακτήρες τους. Μέσα από λήψεις και τοποθετήσεις της κάμερας με γεωμετρική αυστηρότητα και ακρίβεια (τεχνικές που θα βρούνε την ωρίμανση τους στην Έκλειψη), θα κάνει παραλληλισμούς ανάμεσα στη διαμόρφωση του χώρου -άλλοτε άδειου και κενού και άλλοτε μες στο χάος του πλήθους και των αυτοκινήτων- και του ψυχισμού των ηρώων του. Πολύ έξυπνη και η χρήση του ήχου: στο πρώτο μισό της ταινίας ακούμε απειλητική φασαρία από ελικόπτερα, ρουκέτες, αυτοκίνητα, και σταδιακά, καθώς πέφτει η νύχτα, jazz μελωδίες θα αρχίσουν να συνθέτουν τη φιλάρεσκη ατμόσφαιρα των νυχτερινών γνωριμιών που ως συνήθως μυρίζουν προσδοκία.

Από τις ταινίες της τριλογίας, το La Notte είναι κατά τη γνώμη μου αυτή όπου η προσπάθεια του σκηνοθέτη να επικοινωνήσει με τον θεατή και να τον κάνει να νιώσει τα αόρατα ρεύματα της αποξένωσης είναι πιο διακριτική και ειλικρινής: τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι ανεπαίσθητα ακόμα και στον μυημένο σινεφίλ. Επιπλέον, είναι πιστεύω η ταινία που περιέχει περισσότερο συναίσθημα σε σχέση με τις υπόλοιπες δύο, αν και αυτό φυσικά αφήνεται στην ιδιοσυγκρασία του καθενός. Οι δύο κεντρικοί ήρωες, που στην πορεία γίνονται τρεις, φαίνονται να δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με τα άτομα που πραγματικά τους ενδιαφέρουν και πέφτουν θύματα παρορμητικών αποφάσεων και επιλογών: ο καθένας μοιάζει να βρίσκεται (ή να είχε βρεθεί) με το σωστό άτομο στο λάθος χώρο, τη λάθος στιγμή. Αυτό που αρχικά ξεκινά σαν μία συνάντηση όλο προσδοκία, συχνά καταλήγει να φαίνεται μάταιο και ρηχό. Πρόκειται για μία κατάσταση όχι πολύ διαφορετική από αυτήν που περιγράφει η όμορφη Valentina όταν εξομολογείται, «Ένιωθα δυστυχισμένη αυτή τη βραδιά, αλλά το παιχνίδι μας μου ‘φτιαξε το κέφι, τώρα όμως η δυστυχία εισχωρεί πάλι μέσα μου σαν τη μελαγχολία ενός σκύλου.»

Προσωπική Αξιολόγηση: 10/10

Πρωτοδημοσιεύθηκε: 14/10/09

https://thehigharts.gr/

Η ιστορία αφηγείται τη σχέση ενός ζευγαριού υπό φθορά. Εκείνος γίνεται ένας διάσημος συγγραφέας και αυτή μένει στη σκιά του. Ένας στενός τους φίλος πεθαίνει και όταν βρεθούν στο πάρτι ενός βιομηχάνου, η όμορφη νεαρή κόρη του θα εισδύσει στη ζωή τους. Δεύτερο μέρος της ανεπανάληπτης τριλογίας του Αντονιόνι σχετικά με την αποξένωση και μνημειώδης στοχασμός στην αλλοτρίωση.

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί είναι η ακόλουθη:

«Ο κινηματογράφος του Αντονιόνι είναι ο κινηματογράφος της μοναξιάς. Η μοναξιά μέσα στον κόσμο, η αλλοτρίωση των συναισθημάτων, η αδυναμία επικοινωνίας γενικά και η αδυναμία επικοινωνίας των δύο φύλων ειδικότερα. Δεν τον απασχολεί η μοίρα των ηρώων ούτε συνδέει την τύχη τους με την κοινωνική τους τοποθέτηση. Για τον Αντονιόνι, οι άνθρωποι είναι μόνοι απέναντι στον εαυτό τους και, στην προσπάθειά τους να επικοινωνήσουν, αλληλοπληγώνονται. Με τη δημιουργία της τριλογίας ”Η Περιπέτεια”, “Η Νύχτα” και “Η Έκλειψη”, ο αρχικός του προβληματισμός ξεκαθαρίζει και ενδύεται με τη φόρμα του απόλυτου μινιμαλισμού, που όχι μόνο αυξάνει το αισθητικό ενδιαφέρον των ταινιών του, αλλά προσδιορίζει καλύτερα και το περιεχόμενο τους.

Στη “Νύχτα”, τη δεύτερη ταινία της τριλογίας, παρακολουθούμε το μισό εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός ζευγαριού σε μια συγκεκριμένη πόλη, το Μιλάνο, και σε μια συγκεκριμένη εποχή, εκείνη του ανοικοδομητικού οργασμού της δεκαετίας του ΄60. Ο Τζιοβάνι (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι), ένας επιτυχημένος νέος συγγραφέας, και η γυναίκα του Λίντια (Ζαν Μορό), επισκέπτονται στο νοσοκομείο τον ετοιμοθάνατο φίλο τους Τομάσο. Στη συνέχεια παρευρίσκονται σ’ένα πάρτι για το καινούργιο βιβλίο του Τζιοβάνι και στη δεξίωση ενός επιχειρηματία που θέλει να προσλάβει το συγγραφέα προκειμένου να του γράψει την ιστορία της επιχείρησής του. Εκεί και οι δυο τους θα φλερτάρουν επιδεικτικά, ο Τζιοβάνι μάλιστα με τη 18χρονη Βαλεντίνα (Μόνικα Βίτι), την κόρη του επιχειρηματία. Με το τέλος της νύχτας και τον ερχομό της επόμενης ημέρας, ο φίλος τους και ο έρωτάς τους θα έχουν πεθάνει.

Και αυτή η ταινία του Αντονιόνι χαρακτηρίζεται από τη σχηματοποιημένη λιτότητα. Η αφήγηση περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα. Οι διάλογοι είναι τυπικοί, συμβατικοί, ελλειπτικοί. Ο ρυθμός εξαιρετικά αργός, κάθε σκηνή όμως είναι μια ταινία μέσα στην άλλη ταινία… Η μινιμαλιστική αυτή μορφή συμβάλλει στην απογύμνωση των συναισθημάτων των ηρώων και στην ανάδειξη της κενότητας των ανθρωπίνων σχέσεων. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωες είναι αυτό της μεσο-μεγαλοαστικής τάξης των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η ψυχρότητα και η επιθετικότητα του περιβάλλοντος θα παίξει σημαντικό ρόλο. Η παγερότητα των νέων πολυτελών και άψυχων κτιρίων, οι αγχωτικές σκηνές μποτιλιαρίσματος και τα σκληρά και περιοριστικά καδραρίσματα έρχονται σε πλήρη συμφωνία με τα εσωτερικά αδιέξοδα των ηρώων.

Η έναρξη της νύχτας περικλείει ήδη το τέλος της ιστορίας, αφού η επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο φίλο παραπέμπει στο θάνατο της δικής τους σχέσης. Από την αρχή μέχρι το τέλος, οι ήρωες κινούνται γύρω από οδυνηρές και ταυτόχρονα λυτρωτικές καταστάσεις. Οι χαρακτήρες διαγράφονται με τρόπο ακριβή και αποστασιοποιημένο, ενώ ο Αντονιόνι εμβαθύνει στην ανδρική και γυναικεία ψυχοσύνθεση, χωρίς να εμμένει σε στερεότυπα και κοινωνικές συμβάσεις. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους κορυφαίους νεωτεριστές δημιουργούς και ως ανατόμος των ανθρωπίνων σχέσεων. Ταυτόχρονα, θεωρείται – μαζί με τους Ντράγιερ, Μιζογκούτσι και Μπέργκμαν – ως ένας από τους σκηνοθέτες των γυναικών και αυτό γιατί στα έργα του η γυναίκα είναι πιο ευαίσθητος δέκτης της πραγματικότητας, γεγονός εμφανές και στη “Νύχτα”. Ο χαρακτήρας της Λίντια αποτελεί το συνδετικό κρίκο μιας σχετικής σταθερότητας στην ταινία: παρουσιάζεται ευαίσθητη, συνεπής και οξυδερκής. Δεν παρασύρεται από τη γοητεία της προβολής στη δεξίωση για το βιβλίο ούτε ενδίδει στο επίμονο φλερτ του πλούσιου άνδρα. Αντίθετα, επιχειρεί τη σύνδεση με το παρελθόν – το παρελθόν των φίλων, της ερωτευμένης νεότητας, της παλιάς γειτονιάς. Αυτή είναι που θα επισημάνει πρώτη και τα αδιέξοδα, ομολογώντας αρχικά στη νεαρή Βαλεντίνα πόσο μεγάλο είναι το βάρος των μάταιων χρόνων που κουβαλάει και στη συνέχεια παραδεχόμενη πως όλα έχουν ένα τέλος, αποκαλύπτοντας έτσι μια θανατερή αγωνία και μια ουσιαστική συνειδητοποίηση. Από την άλλη ο Τζιοβάνι, χαρακτήρας περισσότερο αινιγματικός, αποδεικνύεται αδιάφορος, επιπόλαιος, εγωιστής, αδυνατεί να κατανοήσει τα μηνύματα του χρόνου και να προσαρμοστεί στις εξελίξεις. Η εμφάνιση της νεότερης Βαλεντίνας υπογραμμίζει την αρχή της ψυχολογικής ανάγκης των ανδρών για επιβεβαίωση και το ρόλο που μηχανικά και χωρίς σκέψη έχουν στην κοινωνία. Η Βαλεντίνα με τον Τζιοβάνι έχουν ως κοινό σημείο μια εφηβική ανωριμότητα. «Βρίσκομαι σε γενική κρίση» λέει εκείνος, «Όχι, είσαι αδύναμος σαν και εμένα» του απαντάει αυτή. Η φθορά στη σχέση του ζευγαριού προκύπτει μέσα από δυο σύντομες, αλλά χαρακτηριστικές, λεπτομέρειες: από την αδιαφορία με την οποία ο Τζιοβάνι δίνει στη σύζυγό του το σφουγγάρι όταν αυτή κάνει μπάνιο, μια σκηνή που ο θεατής έχει συνηθίσει να βλέπει με άλλες προεκτάσεις και από την ανία του ζευγαριού κατά τη νυχτερινή τους έξοδο.

Πριν από τη σπουδαία τελική σκηνή, η επιγραμματική και σκληρή περιγραφή των στοιχείων που συνθέτουν τη ζωή των ηρώων ολοκληρώνεται με σαφήνεια: το ψυχρό και απάνθρωπο αστικό τοπίο, ο καλλιτεχνικός κόσμος με τα συμβατικά του ψεύδη, η ρουτίνα των φιλικών και ερωτικών σχέσεων, το κούφιο κοινωνικό περιβάλλον και ο κενός τρόπος διασκέδασης. Δεν μένει επομένως παρά μια τελειωτική σκηνή σαν κάθαρση και σαν κορύφωση. Ο σκηνοθέτης αδειάζει το κάδρο απ’όλα τα περιττά. Οι ήρωες απομακρύνονται από την έπαυλη για να καταλήξουν σ’ένα άδειο λιβάδι χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας, χωρίς διέξοδο και κυρίως χωρίς αιτία. Προχωρούν με περπάτημα αφύσικο και σταματούν σε στάση εξίσου αφύσικη. Η γυναίκα, επηρεασμένη από το θάνατο του Τομάσο, αποκαλύπτει στον άνδρα ότι πλέον δεν είναι ερωτευμένη μαζί του. Η συνειδητοποίηση την κάνει να θέλει να πεθάνει τώρα που έχασε τη μόνη της βεβαιότητα, την αγάπη της γι’ αυτόν. Ο Τζιοβάνι στο άκουσμα της ομολογίας αντιδρά με φόβο και αδυναμία, δεν θέλει να αποδεχθεί την αλήθεια. Το τρυφερό άγγιγμα του χεριού του από εκείνη του δίνει θάρρος να ξεκινήσει ερωτικές περιπτύξεις. Εκείνη δεν τον απωθεί, αλλά ούτε του λέει πως τον αγαπά. Ο φακός απομακρύνεται. Ίσως και να αγαπιούνται. Ίσως και να συνεχίσουν μαζί. Ίσως και όχι…»

ΔΕΚΑ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΤΗ «ΝΥΧΤΑ»

Εξάλλου, 10 λόγοι για να μην χάσετε τη Νύχτα είναι:

Για τους άψογους ρόλους που συνθέτουν ένα τρίγωνο ανταγωνισμού και απελπισίας.
Για την εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Τζιάνι ντι Βενάντσο, που ακολουθείται επίσης από καταπληκτικούς φωτισμούς που οριοθετούν το είδος της ταινίας.
Γιατί χάρις στους εκπληκτικούς φωτισμούς, τα κοντράστ της φωτογραφίας και τις εξπρεσσιονιστικές λήψεις, η ταινία εισδύει στο χώρο του νουάρ.
Για την εκπληκτική χρήση των ντεκόρ.
Για τους εύκολους μεν αλλά πανέξυπνους συμβολισμούς.
Για τον μοναχικό περίπατο της Ζαν Μορό, που μοιάζει με φόρο τιμής στον ανάλογο περίπατο στο Ασανσέρ για δολοφόνους του Λουί Μαλ.
Για την εκπληκτική δομή του φιλμ, που ουσιαστικά μπορεί να ανθολογηθεί και στις δημιουργίες του φανταστικού. Η μεν νύχτα είναι το πεδίο των φαντασιώσεων για την δήθεν εκπλήρωση των επιθυμιών, ενώ η μέρα είναι η πραγματικότητα, ο ρεαλισμός, η αλλοτριωμένη ζωή.
Γιατί ο Αντονιόνι εισδύει δευτερογενώς στο χώρο του πλούτου και της συναλλαγής αλλά ουσιαστικά γνωρίζει πως η φθορά έρχεται από αλλού.
Γιατί με το τέλος ο Αντονιόνι αποδεικνύει πως οι ξαφνικοί συναισθηματισμοί δε μπορουν με τίποτα να λύσουν τα πραγματικά προβλήματα.
Γιατί Η Νύχτα ξεπερνά τα κινηματογραφικά είδη, ξεπερνά και τον Μπέργκμαν και καταλήγει σε μια τελεσίδικη απόφαση που εδώ και δεκαετίες παραμένει διαχρονική.

https://alterthess.gr/

30/07/2020
Γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1912 και πέθανε στις 30 Ιουλίου 2007. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, μοντέρ, ζωγράφος και συγγραφέας. Πολυβραβευμένος, είναι ένας από τους τρείς σκηνοθέτες που έχoυν λάβει Χρυσό Φοίνικα, Χρυσή Άρκτο και Χρυσό Λιοντάρι, ενώ είναι ο μόνος που έχει βραβευτεί και με Χρυσή Λεοπάρδαλη (Στο Λοκάρνο για την Κραυγή το 1957). Πολύ καλός βιολιστής, παράτησε τη μουσική για τον κινηματογράφο, ενώ η ζωγραφική τον συνόδεψε σε όλη του τη ζωή. Το 1940 ο Αντονιόνι εγκαθίσταται στη Ρώμη και γράφει για το περιοδικό Cinema, φασιστική έκδοση του Βιττόριο Μουσολίνι, γιού του Μπενίτο Μουσολόνι. Λίγο αργότερα απολύεται και εγγράφεται στο περίφημο Centro Sperimentale di Cinematografia απ’ όπου επίσης φεύγει μετά από τρεις μήνες. Τελικά κατατάσσεται στο στρατό και στο τέλος του πολέμου γλιτώνει την εκτέλεση ως μέλος της αντίστασης.

Ο Αντονιόνι ξεκίνησε με ταινίες όπου το σενάριο παίζει καθοριστικό ρόλο και ακολουθούν τις κλασικές τεχνικές του αφηγηματικού κινηματογράφου. Το Χρονικό ενός Έρωτα, Η Κυρία Χωρίς Καμέλιες, Οι Νικημένοι και το μέρος που σκηνοθέτησε στο L’amore in città φανερώνουν έναν σκηνοθέτη με βαθιές ανησυχίες στη φόρμα, αλλά και με προσοχή στην αφηγηματική δομή του σεναρίου. Έντονα επηρεασμένος από τον ιταλικό νεορεαλισμό και με κάποια ψήγματα μοντερνισμού, ο Αντονιόνι συνδυάζει τις επιρροές του με την οπτική του στον κινηματογράφο και τα πράγματα. Πλαν σεκάνς, σκηνοθεσία σε βάθος πεδίου και στιβαρά κάδρα στα οποία αναδεικνύεται η αγάπη του Αντονιόνι για την αρχιτεκτονική είναι στοιχεία που ανιχνεύονται και στις μετέπειτα δημιουργίες του. Ο ισχυρός κοινωνικός προβληματισμός αποδεσμεύεται από χαρακτήρες χαμένους, μπερδεμένους, αναποφάσιστούς.

Στις Φίλες τού 1955 ο Αντονιόνι παρουσιάζει πολλά απ’ τα κατοπινά θεματικά μοτίβα του, με κύριο αυτό της αλλοτρίωσης. Η αστική συνήθεια της απόδρασης στην εξοχή γίνεται αφορμή για να ξεσπάσουν προβλήματα, έχθρες και κακίες, ενώ γίνεται σαφής η αποξένωση της πρωταγωνίστριας από το περιβάλλον της. Οι ήρωες δηλώνουν τον ψυχικό τους κάματο και η ανάγκη τους για επικοινωνία είναι αδύνατο να ευοδωθεί. Μετά από τη μεταβατική αυτή ταινία ακολουθεί η Κραυγή, μια εκπληκτική δημιουργία, με έντονα κοινωνικά στοιχεία. Εδώ, ο ήρωας είναι ένα αντικείμενο της Ιστορίας, καθώς στη μέση του δρόμου, σε ένα βενζινάδικο, διαδραματίζεται μια ζωή που του έτυχε και καθόλου δεν την επιδίωξε. Η κινηματογραφική γλώσσα του Αντονιόνι έχει αρχίσει να βγάζει βαθιές ρίζες καθώς στην Κραυγή αναπτύσσει τη θεματική που πάντα τον ενδιέφερε συνδυασμένη με μια σκηνοθετική αντίληψη προσανατολισμένη στο βάθος πεδίου, στα μεγάλα πλαν σεκάνς, στη γεωμετρική σύνθεση των κάδρων του.

Αρχιτεκτονικοί όγκοι ρίχνουν τις σκιές τους σε ανθρώπους – σκιές
Η Περιπέτεια, Η Νύχτα, Η Έκλειψη. Η τριλογία της αλλοτρίωσης. Η αλλοτρίωση του ενός ανθρώπου από τον άλλον, αλλά και από τον εαυτό του. Η αλλοτρίωση από το περιβάλλον του. Ο άνθρωπος όπως όταν πρωτοπερπάτησε στον κόσμο. Μόνος του, ίσως όχι έρμαιο της φύσης, όμως έρμαιο της έλλειψης επικοινωνίας και του μοντέρνου κόσμου. Αρχιτεκτονικοί όγκοι ρίχνουν τις σκιές τους σε ανθρώπους – σκιές, οι ανθρώπινες φιγούρες πολύ συχνά κομμένες, καδράρονται σαν ο ουρανός να πέφτει πάνω τους. Οι πλοκές προσχηματικές, οι διάλογοι στοιχειώδεις όμως ακριβείς και ουσιαστικοί. Ο μοντερνισμός του Αντονιόνι έγκειται στην εναλλαγή εικόνων που άλλοτε ξεχειλίζουν και άλλοτε μένουν ανολοκλήρωτες. Η σύλληψη ενός “υψηλού” αιχμαλωτίζεται σε έναν μελαγχολικό ίλιγγο, καθώς τα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου λειτουργούν ως τέτοια και χάνουν οποιαδήποτε περαιτέρω σημασία. Ανέφικτες γωνίες λήψεις αδυνατούν να ενώσουν τα θραύσματα του χρόνου που είναι οι σκηνές του Αντονιόνι, όμως αυτή είναι η γοητεία που πλημμυρίζει την τριλογία του. Το κάδρο αδειάζει και αυτό που μένει μοιάζει με ένα τοπίο συναισθημάτων κάποιες φορές πλήρες και κάποιες άλλες κενό. Συναντήσεις ζευγαριών στην ύπαιθρο ή στα προάστια, κομμένα μέλη και λεπτομέρειες αντικειμένων, σιωπές. Ο χειρισμός του μέσου στα ακροδάχτυλα του ταχυδακτυλουργού Αντονιόνι, που μόνο εκείνος θα μπορούσε να δημιουργήσει μια σεκάνς όπως η τελευταία της Έκλειψης. Μια σεκάνς που ο ρυθμός, η αφάιρεση, η συγκοπή, οι τονισμοί, παραπέμπουν στη μουσική, ίσως σε κάποια σύνθεση του Στραβίνσκι.

Η αρχιτεκτονική στον Αντονιόνι δεν είναι μια παράθεση, μια ανούσια τοποθέτηση στο σώμα της ταινίας, μα μια αρχή, ένας ηθικός κανόνας. Ο εσωτερικός χώρος, και κυρίως η κατοικία, στον Αντονιόνι παρουσιάζεται ως η αιτία της κρίσης. Η κρίση του κατοικείν λοιπόν. Αυτή οδηγεί στην περιπλάνηση των ηρώων, στην μέχρι τέλους περιπλάνηση. Έτσι, στην Κόκκινη Έρημο, που σηματοδοτεί το τέλος της ασπρόμαυρης περιόδου του, η αίσθηση παράδοσης, παραίτησης, εγκατάλειψης κάθε ονείρου και προσδοκίας πηγάζει από την μετουσίωση της κατοικίας σε κάτι ξένο, ανοίκειο. Οι επιφάνειες και οι χώροι έχουν φυλακίσει τον άνθρωπο, ενώ τα βιομηχανικά απόβλητα γίνονται η ταφόπλακα της ανθρώπινης επικοινωνίας: “Υπάρχει κάτι τρομερό μέσα στην πραγματικότητα και δεν ξέρω τι είναι. Κανείς δε μου λέει”. Η σπαρακτική Μόνικα Βίττι ισορροπεί ανάμεσα στον αισθησιασμό και τις λαίμαργες υψικαμίνους, σύμβολο και τοτέμ του κυνισμού των γύρω.

Τα τρία πρόσωπα είναι μια ταινία ελάσσονος σημασίας, στην οποία ο Αντονιόνι έχει σκηνοθετήσει ένα από τα τρία μέρη (τα άλλα δύο οι Mauro Bolognini και Franco Indovina) και πράγματι είναι πολύ μεγάλη η διαφορά στον σκηνοθετικό χειρισμό καθώς ακόμα και εδώ μπορούν να ανιχνευθούν τολμηρά κοψίματα με μεγάλο ενδιαφέρον, παιχνίδι με τις αντανακλάσεις των αρχιτεκτονικών επιφανειών και προσεκτικός χρωματικός σχεδιασμός. Τα δύο μέρη που ακολουθούν είναι πραγματικά σαν ερασιτεχνική δουλειά και ειδικά εν συγκρίσει με το πρώτο.

Ο Αντονιόνι θα γυρίσει την επόμενη ταινία του στην Αγγλία σε μία παραγωγή στην οποία συμμετέχει και η MGM (θα βρίσκεται στην παραγωγή στο Zabriskie Point και στο Επάγγελμα: Ρεπόρτερ). Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στη σύντομη ιστορία του Χούλιο Κορτάσαρ Blow – Up. Τα ίχνη, τα θραύσματα, οι ψηφίδες της πραγματικότητας αυτό είναι το θέμα του Blow-Up. Ευρηματικό και πρωτότυπο, μια σαφής υποδήλωση για τη δύναμη της φαντασίας και της δημιουργίας εν γένει, το Blow-Up αναιρεί σε κάθε καρέ το προηγούμενο καρέ. Έξω από τη θεώρηση της ταινίας ως ένα αρμονικό σύνολο, ο Αντονιόνι μπορεί να δημιουργεί αυτοτελείς σκηνές εκπληκτικής δύναμης και στοχασμού. Μια συρραφή από μικρότερες ταινίες μέσα σε μια μεγάλη από όλες τις απόψεις ταινία.

Το Zabriskie Point αποπνέει τον ενθουσιασμό και τη ζωτικότητα των νέων στο χαμηλότερο σημείο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Καλιφόρνια, όπου ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι μονόδρομος και ταυτόχρονα αδιέξοδο, με τις αμμώδεις επιφάνειές της και την διαρκή περιπλάνηση γίνεται πεδίο μάχης. Η ταξική πάλη παίρνει μια άλλη διάσταση την ώρα που στο Βιετνάμ οι Ηνωμένες Πολιτείες βιώνουν μια άνευ προηγουμένου ήττα. Και πρέπει να τη βιώσουν είναι σαν να λέει ο Αντονιόνι όχι ως τιμωρία αλλά ως βάλσαμο. Το βάλσαμο που δεν είναι άλλο από τα κομματιασμένα αντικείμενα της τελικής έκρηξης. Της μοναδικής έκρηξης στην ιστορία του κινηματογράφου, καμία άλλη δεν μπορεί να σταθεί δίπλα σε αυτή. “Να τι ζητώ γενικά από το σινεμά: Έναν κορεσμό από θαυμάσια σημεία που λούζονται στο φως της έλλειψης νοήματος”. Λόγια του Μανουέλ ντε Ολιβέιρα που άψογα εφαρμόζονται σε κάθε καρέ του Αντονιόνι.

Ένας κορεσμός από θαυμάσια σημεία που λούζονται στο φως της έλλειψης νοήματος
Το 1972 μετά από πρόσκληση του Τσου Εν Λάι, ο Μικελάντζελο Αντονιόνι ταξιδεύει στην Κίνα για να σκηνοθετήσει το ντοκιμαντέρ Chung Kuo – Cina. Εδώ η κάμερα καταγράφει πτυχές της ζωής των κινέζων και ο Αντονιόνι προσπαθεί να ερμηνεύσει τις αντιφάσεις στην κουλτούρα των κινέζων, ενός λαού πολύ διαφορετικού από τους υπόλοιπους, τουλάχιστον τότε. Ίσως ο Αντονιόνι θέλει να συνοψίσει την οπτική του απέναντι στην Κίνα, με την τελευταία μεγάλη σεκάνς στο θέατρο, όπου λαμβάνει χώρα μια επίδειξη ιδιαιτέρως περίπλοκων ακροβατικών: εξωτισμός, όμως ένας εξωτισμός που γεννά το θαυμασμό και την ανάγκη για ανακάλυψη και ερμηνεία των μυστικών ενός σοφού λαού.

Το Επάγγελμα: Ρεπόρτερ έρχεται το 1975 με τον Τζακ Νίκολσον να είναι αντιμέτωπος με την ατομικότητά του, με την έλλειψη ταυτότητας και με τη σαρκοβόρα διάθεση της κοινωνίας. Συνθλίβεται, όπως ο ίδιος συνθλίβει ένα έντομο στο λευκό τοίχο, μόνο που μαζί με το έντομο πέφτει και ένας σοβάς. Ενώ εκείνος εκτελείται στα βουβά, στα τυφλά, χωρίς κανέναν αντίκτυπο. Όπως εκείνοι στις εικόνες από τα επίκαιρα που παρεισφρέουν στο σώμα της ταινίας: κάπου στο χώρο και το χρόνο της Ιστορίας, ίσως άνθρωποι, ίσως σκιές.

Στο Μυστήριο του Όμπερβαλντ ο Μικελάντζελο Αντονιόνι με τον Τονίνο Γκουέρα βασίζονται σε ένα θεατρικό του Ζαν Κοκτώ με τίτλο L’aquila a due teste. Η μεταφορά έχει έντονα θεατρικά χαρακτηριστικά. Ο Αντονιόνι με αλλαγή φίλτρων κατά τη διάρκεια των πλάνων αλλά και με την ιδιαίτερη χρωματική επεξεργασία της ταινίας επιχειρεί να εισάγει και την κινηματογραφική έκφραση, όμως η αλήθεια είναι ότι η θεατρικότητα της ταινίας υπερκαλύπτει κάθε άλλο μέσο. Το Identificazione di una donna είναι η τελευταία μεγάλη ταινία του Αντονιόνι. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, η κάμερα άλλοτε απελευθερώνεται δίνοντας εντυπώσεις και αισθήσεις και άλλοτε μένει αυστηρά σταθερή. Η ζωγραφική βρίσκεται παντού μέσα στην ταινία, ενώ υπάρχει μια εκπληκτική σεκάνς, όπου σε ένα ομιχλώδες τοπίο, η αίσθηση της τυφλότητας και του χασίματος είναι τόσο ζωντανή που προκαλεί ίλιγγο.

Η Έκλειψη σβήνει στο λυκόφως του δειλινού
Ο Αντονιόνι σκηνοθέτησε επίσης το Πέρα από τα σύννεφα μαζί με τον Βιμ Βέντερς και ένα μέρος από το Eros (τα άλλα δύο οι Στίβεν Σόντερμπεργκ και Γουόνγκ Καρ Γουάι). Υπήρξε ένας μοντέρνος στοχαστής της σχέσης του ανθρώπου με το χώρο. Ένας εραστής της κινηματογραφικής έκφρασης, που έγινε δεύτερή του φύση. Αυτό που απομόνωνε η αισθητική του ήταν ένα θραύσμα, μια έμμονη φόρμα που την έκανε έμβλημα. Το φως καθοδηγητικό, θεμελιώδες ακόμα και στις μικρότερης σημασίας ταινίες του. Το λυκόφως είναι ο χαρακτηριστικός τόνος καθώς Η Περιπέτεια και Η Νύχτα τελειώνουν στο λυκόφως της αυγής ενώ Η Έκλειψη και το Επάγγελμα: Ρεπόρτερ σβήνουν στο λυκόφως του δειλινού.

Πραγματικός απελευθερωτής του κινηματογραφικού βλέμματος, τα μονοπλάνα του είχαν τόσο μεγάλη διάρκεια, γεγονός για το οποίο δέχτηκε επικρίσεις. Άδικα! φωνάζουμε όλοι όσοι μαγευτήκαμε από τη δύναμη των συνθέσεών του, την στοχαστική παλινδρόμηση και τη γοητευτική προσωπικότητα αυτού του σπουδαίου υπαρξιστή.

Ανδρέας Άννινος

https://cinepatra.gr/

1. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ 2. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ 3. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ 4. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΜΟΝΤΑΖ (Εκμάθηση Adobe Premiere). 

Πληροφορίες- δηλώσεις ενδιαφέροντος- Εγγραφές στο e-mail schoolofcinemagr@gmail.com και στο τηλέφωνο 6944143564.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: