Ο θάνατος του Μπερτράν Ταβερνιέ, αφήνει ένα κενό στο γαλλικό σινεμά

Γιώργος Κρασσακόπουλος

Σκηνοθέτης δημοφιλών ταινιών με υψηλή καλλιτεχνική αξία, αγαπητός και πολυπράγμων, ο σκηνοθέτης που πέθανε την Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021 στα 79 του, υπήρξε ένας ευγενής του γαλλικού σινεμά.

Bertrand Tavernier

Σκηνοθέτης περισσότερων από 30 ταινιών και αρκετών ντοκιμαντέρ, με το τελευταίο του τρίωρο «Voyage à Travers le Cinéma Français» να αποτελεί ένα γοητευτικό ταξίδι στο ίδιο το γαλλικό σινεμά, ο Μπερτράν Ταβερνιέ υπήρξε συχνός επισκέπτης των μεγαλύτερων φεστιβάλ του πλανήτη, με το «Μια Κυριακη στην Εξοχή» να έχει βραβευτεί για την σκηνοθεσία του στις Κάννες το 1984 και το «Μεσάνυχτα και Κάτι» να έχει κερδίσει Όσκαρ μουσικής για τον Χέρμπι Χάνκοκ και μια υποψηφιότητα πρώτου Ανδρικού για τον πρωταγωνιστή του Ντέξτερ Γκόρντον.

round midnight 607 Round Midnight

Ξεκινώντας την καριέρα του ως κριτικός κινηματογράφου και publicist ο Μπερτράν Ταβερνιέ σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία «L’Ηorloger de Saint-Paul» το 1974, η οποία κέρδισε την Χρυσή Αρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου εκεινης της χρονιάς. Η συνεργασία του με τον πρωταγωνιστή του Φιλίπ Νουαρέ θα ήταν καταλυτική αφού στην πορεία της καριέρας του, θα δούλευαν πολύ συχνά μαζί, όπως και με την Ιζαμπέλ Ιπέρ που κρατούσε κι αυτή έναν από τους βασικούς ρόλους στο φιλμ.

L'Ηorloger de Saint-Paul 607

Ανάμεσα στις πιο γνωστές ταινίες του μετράμε «Το ξεκαθάρισμα», το «Νόμος 627», τη «Γλυκιά Νοσταλγία», το «Λοχαγός Κόναν» ή το «Η Πριγκίπισσα του Μονπενσιέ», ταινίες που διατρέχουν τα είδη, αλλα και τις χώρες αφού ο Ταβερνιέ δούλεψε τόσο με γάλλους όσο και με αμερικάνους ηθοποιούς όπως ο Χάρβεϊ Καϊτέλ στην ταινία επιστημονικής φαντασίας «Death Watch», αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, γυρίζοντας το 2009 το «Καταιγίδα στην Ομίχλη» με πρωταγωνιστή τον Τόμι Λι Τζόουνς.

coup de torchon 607 Το Ξεκαθάρισμα

Αθεράπευτα σινεφίλ, υπήρξε πρόεδρος του Ινστιτούτου Λιμιέρ κι αθεράπευτος σινεφίλ ως το τέλος. Λίγα χρόνια πριν, σε μια συνέντευξή του στο flix έλεγε μεταξύ άλλων: «Εξακολουθώ να έχω το ίδιο πάθος για το σινεμά. Θέλω να βιώσω την έκπληξη, να διασκεδάσω ή να συγκινηθώ από μια ταινία. Ελπίζω ότι είμαι, ακόμα, πολύ νέος σ’ αυτόν τον τομέα. Σαν παιδί, θέλω να βλέπω πράγματα που με κατακλύζουν.»

https://flix.gr/

Μπερτράν Ταβερνιέ: «Έκανα μια ταινία για την επανάσταση» || Συνέντευξη στη Λήδα Γαλανού

Ο Γάλλος σκηνοθέτης που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του μισό αιώνα ευρωπαϊκού πολιτισμού, μιλά στο Flix, με αφορμή την πρόσφατη ταινία του, «Η Πριγκίπισσα του Μονπενσιέ».

Είναι εβδομήντα ετών, ξεκίνησε ν’ ασχολείται με το σινεμά γράφοντας για τα «Cahiers du Cinema» και το «Positif» και δούλεψε ως βοηθός του Ζαν-Πιερ Μελβίλ. Με τις δικές του, περίπου τριάντα, ταινίες, σαν το «Autour de Minuit», ή το «Life and Nothing But», αφήνει τη σφραγίδα του στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο της πολιτικής συνείδησης και της λατρείας του πνεύματος. Κι όμως, βλέποντας σινεμά, αισθάνεται ακόμα παιδί…

Με ποιον τρόπο μπορεί μια ταινία εποχής να γίνει σύγχρονη; Αυτό εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεσαι το αντικείμενό σου, ή πώς προσεγγίζεις το θέμα σου. Μια ερωτική ιστορία έχει αντιστοιχία σε κάθε εποχή. Οφείλεις, όμως, να σεβαστείς το περιβάλλον και τον πολιτισμό της εποχής που περιγράφεις κι εκεί να βρεις σύγχρονα στοιχεία και νοήματα. Από τον τρόπο που θα σκηνοθετήσεις κι απ’την επιλογή των ηθοποιών εξαρτάται αν θα κάνεις το κοινό να ταυτιστεί με την ταινία εποχής.

Στην «Πριγκίπισα του Μονπενσιέ», η κεντρική ηρωίδα είναι η Μαρί, αλλά το βάρος της ταινίας μοιάζει να πέφτει στον Κόμη Σαμπάν. Αυτός ήταν ο στόχος σας; Είναι και οι δύο στο επίκεντρο. Εκείνη συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη συναισθηματική ένταση, την εξωστρέφεια, το πάθος. Ο Σαμπάν φέρνει στην εξίσωση το πλαίσιο, την εμπειρία, τη γνώση, αλλά και τον κυνισμό. Μαζί εκφράζουν την ελπίδα ότι μπορείς να επιτεθείς στη μισαλλοδοξία, να βρεις την ειρήνη και την αγάπη, όποια κι αν είναι η ηλικία σου ή οι καταβολές σου. Οι δυο τους είναι αντίθετες δυνάμεις που εξισορροπούν η μια την άλλη και, ταυτόχρονα, ο καθένας κάνει το χαρακτήρα του άλλου πιστευτό.

Ποιες ήταν οι διαφορές στη σκηνοθεσία των σκηνών πλήθους, μάχης και των προσωπικών σκηνών εσωτερικών χώρων; Ηταν και τα δύο δύσκολα. Σε μια σκηνή οικειότητας λίγων προσώπων, πρέπει να βρεις το στοιχείο του συναισθήματος. Για μένα η δυσκολότερη ταινία που έγινε ποτέ, από την πλευρά του σκηνοθέτη, είναι η «Περσόνα» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Σε μια προσωπική σκηνή δεν έχεις να βασιστείς σε τίποτα, πρέπει μόνο να βρεις το σωστό τόνο. Οι σκηνές μάχης, αντίθετα, είναι σωματικά εξαντλητικές. Μπορείς βέβαια να χρησιμοποιήσεις ειδικά εφέ, μεγάλο μέρος της δουλειάς γίνεται στο εργαστήριο. Εμείς, όμως, τις γυρίσαμε μονοκάμερες, μέσα σε δυο μέρες, σε ένα μόνο σκηνικό, κυρίως με μακρινά πλάνα. Κάποιος μου είπε ότι οι σκηνές μάχης της «Πριγκίπισας του Μονπενσιέ» του θυμίζουν τις «Καμπάνες του Μεσονυχτίου» του Ορσον Γουελς κι αυτό είναι, νομίζω, το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μου έχουν κάνει ποτέ.

Η «Πριγκίπισα του Μονπενσιέ» περιγράφει διαφόρων ειδών σχέσεις υποταγής. Είναι ο τρόπος σας να μιλήσετε για την ανεξαρτησία; Είναι μια ταινία για την επανάσταση! Θα μπορούσε ν’ αναφέρεται σ’ένα νέο αγόρι ή κορίτσι 15 χρόνων που ζει στην Ινδία, ή στα βάθη της Τουρκίας, ή είναι Μορμόνος κι έχει ν’ αντιμετωπίσει μια μοίρα που δεν έχει επιλέξει. Πρέπει να μάθει να επιβιώνει, διατηρώντας την υπερηφάνεια και την ελευθερία του. Πρέπει ν’ αποκτήσει γνώση, γιατί ο πολιτισμός και η καλλιέργεια είναι όπλα. Οι κοπέλες στο Αφγανιστάν περπατούν κάθε μέρα 20 χιλιόμετρα για να πάνε σχολείο και το κάνουν γιατί ξέρουν ότι αυτό θα τις βοηθήσει να πολεμήσουν στη ζωή. Αυτήν την επιθυμία τη βρίσκω πολύ συγκινητική, του ανθρώπου που δεν παραδίνεται.

Τι σας έκανε να επιλέξετε τη Μελανί Τιερί για πρωταγωνίστριά σας; Είναι απλό: τη λατρεύω. Δουλεύει πολύ σκληρά κι έχει εξαιρετικό αυτό. Η χήρα του Φιλίπ Νουαρέ μου είπε ότι η Μελανί είναι «ένα Στραντιβάριους». Ο,τι της ζητήσεις, μπορεί αμέσως να σου το δώσει: μπορεί να γίνει από αισθησιακή, παιχνιδιάρα και αθώα, μέσα στην ίδια λήψη.

Ξεκινήσατε την καριέρα σας γράφοντας στα «Cahiers du Cinema» και στο «Positif». Θεωρείτε ότι η κριτική κινηματογράφου έχει αλλάξει; Εγώ ξεκίνησα να γράφω απλώς επειδή έπρεπε να κάνω κάποια δουλειά για να βγάζω λίγα χρήματα. Ναι, θεωρώ ότι η κριτική κινηματογράφου έχει αλλάξει, και για καλό και για κακό. Ο χώρος έχει συρρικνωθεί. Παλιά έγραφαν δυο σελίδες για μια ταινία, άνθρωποι που ήταν καταπληκτικοί συγγραφείς. Τώρα γράφουν για το σινεμά ακόμα κι άνθρωποι που δεν έχουν την παραμικρή ιδέα. Αλλά έχει αλλάξει και η δημοσιογραφία γενικά. Βλέπεις μικροκάψουλες αντί για άρθρα. Αστεράκια αντί για ανάλυση. Τους παίρνει δύο δευτερόλεπτα να γράψουν για μια ταινία κι εσένα άλλα δύο για να τους διαβάσεις. Όταν, παλαιότερα, διάβαζα ένα ωραίο κείμενο κριτικής μου προκαλούσε την επιθυμία να δω την ταινία. Αυτό τώρα συμβαίνει σπάνια. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν σήμερα καταπληκτικά βιβλία για τον κινηματογράφο, που παλιότερα τα έψαχνες.

Εχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο βλέπετε ταινίες εσείς ο ίδιος; Καθόλου, νομίζω. Εξακολουθώ να έχω το ίδιο πάθος. Θέλω να βιώσω την έκπληξη, να διασκεδάσω ή να συγκινηθώ από μια ταινία. Ελπίζω ότι είμαι, ακόμα, πολύ νέος σ’ αυτόν τον τομέα. Σαν παιδί, θέλω να βλέπω πράγματα που με κατακλύζουν.

Προς ποια κατεύθυνση πιστεύετε ότι κινούνται οι νέοι Γάλλοι, ή Ευρωπαίοι, σκηνοθέτες; Οι Ευρωπαίοι σκηνοθέτες είχαν και έχουν μια εξαιρετική ιδιότητα: κάνουν ταινίες που εκφράζουν την αμφιβολία. Οι Αμερικανοί είναι σίγουροι για τους εαυτούς τους. Ο ήρωάς τους έχει όλες τις απαντήσεις. Είναι η λεγόμενη «αρχή της επίλυσης». Αυτό δεν ισχύει για τους Ευρωπαίους, για τον Μπέργκμαν, για τον Λόουτς, για τον Ρενουάρ, τον Οφίλς, αλλά ούτε και για τους νεότερους. Οι δικές τους ταινίες δραματοποιούν τις ερωτήσεις, την αμφιβολία. Ο αμερικανικός κινηματογράφος απαντάει σε όλα και, όσο γενικότερο είναι το ερώτημα, τόσο γενικότερη και η απάντηση. Ενώ άνθρωποι σαν τον Φελίνι, τον Ρενουάρ, τον Αγγλόπουλο ακόμα, θέτουν το ερώτημα κι διαμορφώνει τον τρόπο σκέψης μας.

https://flix.gr/

»Στη μνήμη του σημαντικού Γάλλου σκηνοθέτη Bertrand Tavernier που πέθανε στις 25/3/2021» BERTRAND TAVERNIER(1941-2021)

Ο Bertrand Tavernier υπήρξε ένας από τους πιο παραγωγικούς αλλά και πλούσιους σε ποικιλόμορφη θεματολογία Γάλλους σκηνοθέτες. Το θεματικό φάσμα των ταινιών εκτείνεται από τις οικογενειακές σχέσεις, τους Παγκόσμιους Πόλεμους και φτάνει μέχρι τα σύγχρονα κοινωνικά δεινά. Ανεξάρτητα από τα θέματα που εξερευνά, ο Tavernier προσέδωσε στις ταινίες του μεγάλη ενδοσκόπηση και ανθρωπισμό, κάτι που τον καθιέρωσε ως μια από τις πιο προοδευτικές και συμπονετικές φιγούρες του γαλλικού κινηματογράφου. Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από αμερικανούς σκηνοθέτες όπως ο Joseph Losey, ο John Ford, ο Samuel Fuller και ο William Wellman, και – κατά τη διάρκεια μιας περιόδου στο Sorbonne, όπου σπούδασε νομικά – ασχολήθηκε με τη βιομηχανία του κινηματογράφου ως βοηθός σκηνοθέτη . Θεωρώντας ότι δεν ήταν πολύ καλός για αυτή τη δουλειά, έγινε κριτικός κινηματογράφου. Ενώ εργαζόταν για εκδόσεις με κύρος όπως το «Positif» και το «Cahiers du Cinema», έγραψε δύο βιβλία για τον αμερικανικό κινηματογράφο, ένα από τα οποία είχε πολλές εκδόσεις. Έκανε το ντεμπούτο του ως βοηθός του Ζαν Πιερ Μελβίλ στην ταινία «Léon Morin, prêtre»  (The Forgiven Sinner,1961) και με την πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε, «Ο ωρολογοποιός του Σαν Πολ» (1974), από το μυθιστόρημα του Ζορζ Σιμενόν, απέσπασε την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Τα επόμενα έργα του, «Que la fête commence..» (1975) και « Le juge et l’assassin»(1976) τον καθιέρωσαν σαν δημιουργό. Το 1977 ήταν σκηνοθέτης αλλά και για πρώτη φορά συμπαραγωγός στην ταινία «Des enfants gâtés», ενώ το 1980 γύρισε την αγγλόφωνη ταινία «La mort en direct/ Death Watch» στην Σκότια με πρωταγωνιστές την Ρόμι Σνάιντερ και τον Χάρβεϊ Καιτέλ, ταινία που του χάρισε την διεθνή αναγνώριση. Την ίδια χρονιά γύρισε και το φιλμ «Une Semaine de Vacances». Η αγάπη του για τον αμερικανικό νουάρ κινηματογράφο και γενικότερα την αμερικανική κουλτούρα εκφράστηκε στην ταινία «Το ξεκαθάρισμα» (1981), μια μεταφορά στην Αφρική του αστυνομικού μυθιστορήματος του Τζιμ Τόμσον. Το 1984, ο Ταβερνιέ κέρδισε αρκετά βραβεία με την ταινία «Un dimanche à la campagne», ανάμεσα στα οποία ήταν και εκείνο της σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ των Καννών, το βραβείο κριτικών της Νέας Υόρκης και το βραβείο Βρετανών κριτικών. Η επόμενη ταινία του, «Round Midnight» (1985) ήταν μια ταινία για τη τζαζ μουσική που κέρδισε το OSCAR καλύτερης μουσικής επένδυσης. Οι ταινίες «La Passion Béatrice»(1987) και «La Vie et rien d’autre»(1989) έγιναν γνωστές για τις εξαιρετικές ερμηνείες τους. Αργότερα ο Ταβερνιέ άρχισε να γυρίζει ντοκιμαντέρ όπως οι ταινίες «Mississipi Blues» και «The Undeclared War», μια 4ωρη ταινία για τον πόλεμο στην Αλγερία. Η ταινία «L.627» (1991) αναφέρεται στον νόμο “627” του γαλλικού ποινικού κώδικα που αφορά τη χρήση ναρκωτικών και αποτελεί τον “μπούσουλα”, τη Βίβλο, με την οποία κινείται ο αστυνόμος της Δίωξης Ναρκωτικών. Ο Ταβερνιέ δεν υπερασπίζεται φυσικά την ύπαρξη μιας καταπιεστικής αστυνομίας, αλλά προτείνει να γίνει η αστυνομία πιο αποτελεσματική. Το 1995 ήταν η χρονιά του να βραβευτεί με την Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία «The Bait», ενώ το 1996 του απονεμήθηκε το βραβείο CESAR από τους συμπατριώτες του για την σκηνοθεσία της ταινίας «Captain Conan». Αργότερα η ταινία «It All Starts Today» (1999) απέσπασε το βραβείο κοινού στο Σαν Σεμπάστιαν. O Ζακ Γκαμπλέν πήρε την Αργυρή Άρκτο καλύτερης ερμηνείας στο φεστιβάλ Βερολίνου για το «Safe Conduct» (2002), ενώ πρωταγωνίστησε και στην επόμενη ταινία του Ταβερνιέ «Holy Lola» (2004). Το «In the Electric Mist» (2009) βασίζεται στο best seller του Τζέιμς Λι Μπερκ «In the electric mist with confederate dead». Διαδραματίζεται στην Λουιζιάνα και έχει σαν κεντρικό χαρακτήρα έναν ντετέκτιβ -τον υποδύεται ο Tommy Lee Jones- που κυνηγάει έναν μανιακό δολοφόνο που έχει ως θύματά του νεαρές γυναίκες… Η ταινία «La princesse de Montpensier» (2010) διαδραματίζεται στη Γαλλία το 1562. Σχολιάζοντας την ποικιλομορφία των ταινιών ο Tavernier δήλωσε «Το να μεταφέρεσαι από τη σύγχρονη Λουιζιάνα στη Γαλλία του 16ου αιώνα και από εκεί στους Βαλκανικούς Πολέμους και από εκεί στους επικίνδυνους δρόμους του Παρισιού του ’90 και από εκεί στο Παρίσι της δεκαετίας του 1950 την εποχή που η τζαζ μεσουρανούσε, είναι ταξίδια ανεκτίμητα και πολύτιμα».

CINEπιλογές FACEBOOK

ONLINE 1. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ 2. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ 3. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ 4. ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΜΟΝΤΑΖ (Εκμάθηση Adobe Premiere).  Πληροφορίες- δηλώσεις ενδιαφέροντος- Εγγραφές στο e-mail schoolofcinemagr@gmail.com και στο τηλέφωνο 6944143564.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: