Μια παράσταση του Γιώργου Μεράντζα στο YouTube || 2 Σπουδαίες Συνεντεύξεις: Γιώργος Μεράντζας : «Αν δεν είχα μπει στην Αριστερά θα είχα καεί» || «Ποτέ δεν είμαστε καλοί στις νίκες…»

Μια παράσταση του Γιώργου Μεράντζα, που ηχογραφήθηκε ζωντανά στα Antart Studios είναι τώρα διαθέσιμη στο YouTube. Συμμετέχουν: Διονύσης Θεοδόσης Dasho Kurti Μανόλης Πάππος Βασίλης Προδρόμου Δημήτρης Σίντος Δέσποινα Σπανού Αναστασία Χατζηαποστολίδου .

Καλή ακρόαση! 

https://www.tanea.gr/

Ζωή Λιάκα

Αναρωτιέμαι πώς επιλέγει κανείς τα τραγούδια που θα πει σήμερα ένας ερμηνευτής της δικής σας κοπής.

Κατ’ αρχάς υπάρχουν πάρα πολλά που μου αρέσει να τ’ ακούω από συγκεκριμένους τραγουδιστές και εννοείται δεν έχω δοκιμάσει ποτέ να τα πω εγώ. Αυτό συνδέεται με την επαφή έρωτα, σύγκρουσης και αναζήτησης που έχω αναπτύξει μαζί τους. Δεν τα ασπάζομαι για να τα κουβαλήσω, δεν είναι λουλούδι το οποίο προσέχω για να μη μαραθεί. Πρόκειται για μέταλλα τα οποία για να κολλήσουν χρειάζονται θερμοκρασία η οποία προκαλείται από τη φόρτιση.

Θέλετε να μου πείτε ένα παράδειγμα;

Στο τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου λέει «μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, κι εμείς γελούσαμε στις γειτονιές, την άλλη μέρα». Έψαχνα τον λυγμό και τον εντόπισα στις λέξεις «την άλλη μέρα». Η άλλη μέρα που έρχεται και κουβαλάει τη φουρτούνα της προηγούμενης. Άρα έχει σημασία να το πω. Γι’ αυτό τραγουδώ μόνο εκείνα που αγαπώ και με τρελαίνουν, που με πονάνε.

Ένα τέτοιο είναι η «Δίκοπη ζωή»;

Είναι ένα τραγούδι σημαδιακό. Ηταν η εποχή που έχω γνωρίσει τον Θάνο (Μικρούτσικο) και αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε. Ο Θάνος – ο αγαπημένος μου Φούλης όπως λέμε τον αδερφό στην Ήπειρο – ήταν πιο τετράγωνος. Όταν μου πρότεινε την ερμηνεία του λέω: «Θάνο μου, αυτό δεν λέγεται έτσι». «Και πώς λέγεται;» μου απαντάει (μαζί με κάποιες βρισιές). «Έχει πόνο, ρε συ Θάνο, δεν το ακούς τι λέει;». «Άει στο διάολο που μου ‘χεις στρογγυλέψει όλες τις νότες». Πάμε σε ένα στούντιο – 1975 – απέναντι από το πολυτεχνείο, Polysound, το οποίο είχε ο Γιάννης Συρναίος. Εκείνη την μέρα πιάνει μια καταιγίδα φοβερή και στη μέση του τραγουδιού πέφτει ένας κεραυνός και σταματάμε γιατί δεν έχουμε ρεύμα. Περιμένουμε μια ώρα για να ξαναφτιαχτούν οι ασφάλειες. Όταν το ηχογραφούσαμε διαπιστώσαμε ότι έβγαινε ένα περίεργο σίγμα διότι την προηγούμενη μέρα έσπασα ένα δόντι μου μ’ ένα καρύδι. Ο Θάνος έδωσε τη λύση. Πήρα δυο-τρεις τσίχλες, τις μάσησα και έφτιαξα κάτι σαν θήκη για να μην ακούγεται το ψεύδισμα.

Ζήσατε την ιστορία της γέννησης του ελληνικού τραγουδιού και μάλιστα των λαμπερών σελίδων. Παρ’ όλα αυτά κινηθήκατε σε πιο ήσυχους δρόμους.

Εχουμε μια ομάδα εδώ και 20 χρόνια με κάποιους φίλους και συνοδοιπόρους – την ομάδα της Παρασκευής – που συναντιόμαστε και μιλάμε. Ο μοναδικός όρος που έχουμε θέσει είναι ότι κανένας μας δεν έχει πάει ταμείο.

Τι εννοείτε;

Εξαργύρωση σε ό,τι έχει κάνει στη ζωή του ο καθένας. Κατά αυτή την έννοια, δεν θα ήθελα να μιλήσω για το τι έκανα. Ημουν και είμαι πάντα στην Αριστερά και μέχρι να πεθάνω ελπίζω να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Δεν έχει νόημα τίποτα άλλο.

Αυτό το ιδεολογικό σας φορτίο από αυτή την εποχή πέρασε στην ερμηνεία σας;

Βεβαίως, και ευχαριστώ αυτούς που με μύησαν γιατί αν δεν είχα μπει στην Αριστερά θα είχα καεί. Θυμάμαι εκείνη την εποχή, τις συναυλίες και τη βοή που ερχόταν από τους 150.000 που βρίσκονταν κάτω. Ακούγονταν συγκεκριμένα τραγούδια των Θεοδωράκη, Λοΐζου, Μαρκόπουλου, Λεοντή, Ξαρχάκου και Μικρούτσικου που μόλις είχε ξεκινήσει. Ελεγα ένα τραγούδι – περισσότερο σαν απαγγελία – που με έχει σημαδέψει. Είναι «Ο αντάρτης» (για τον Μανουέλ Ροδρίγες) σε μουσική Χρήστου Λεοντή και στίχους Δανάης Στρατηγοπούλου. Ερχεται ακόμη ο κόσμος και με ρωτάει γιατί δεν το βάζω στο πρόγραμμα.

Τι τους απαντάτε;

Ότι για να το πω πρέπει να ‘χει νόημα. Τώρα δεν βρίσκω τον λόγο. Γίνεσαι γνωστός, βγάζεις περισσότερα χρήματα. Και;

Θα είχατε πει και περισσότερα τραγούδια…

Οκ, αλλά κάποιος μπορεί να αφήσει το στίγμα του μόνο με ένα τετράστιχο, μπορεί να μείνει αξέχαστο το πρόσωπό του μόνο με ένα του βλέμμα. Ο λόγος τον οποίο επικαλούμαστε για να αποκτήσουμε αναγνωρισιμότητα (είτε για να βγάλουμε χρήματα, είτε για να έχουμε γκόμενες) εξευτελίζει το εγχείρημα. Εγώ έκανα αυτά που πίστευα ότι έπρεπε να δώσω.

Δεν υποχωρήσατε ποτέ;

Θυμάμαι με είχε καλέσει ο Μαρκόπουλος να συμμετάσχω στον «Θεσσαλικό κύκλο» και επειδή τότε συνεργαζόμουν με τον Χρήστο Λεοντή, θεώρησα ότι αν έλεγα ναι θα ήταν απάτη. Να φύγω δηλαδή από μια συνεργασία και να πάω σε άλλη. Και δεν μετανιώνω γι’ αυτό. Και εννοείται ότι είχα ανάγκη τη δουλειά και τα χρήματα. Δεν μεγάλωσα στα πούπουλα. Έκανα 17 χιλιόμετρα κάθε μέρα για να πάω να μάθω γράμματα.

Νιώσατε ποτέ ότι το σύστημα σας πετάει έξω εξαιτίας της εμμονής που είχατε σε αυτή τη σταθερά την ιδεολογική στη ζωή σας;

Δεν ήμουνα ποτέ μέσα σε κανένα σύστημα. Εξ αντανακλάσεως μόνο. Γι’ αυτό και δεν είχα απαιτήσεις. Ένας καλός μου φίλος, που είναι καθηγητής στο Παρίσι, μου λέει όταν του θυμίζω ότι είμαι από την Ήπειρο. «Α, ρε μπαγάσα, σε ζηλεύω. Αυτός ο τρόπος που αντιμετωπίζετε τη ζωή, που αντιλαμβάνεστε τον χρόνο, τον χώρο και τις υποχρεώσεις σε σχέση με την κοινωνία και το κράτος, είναι ασύλληπτος». Όλος ο κόσμος παραπονιέται γιατί έχει προβλήματα. Και ξαφνικά δείχνει η τηλεόραση μια γυναίκα πάνω στα Τζουμέρκα, χειμώνα, να βγαίνει έξω για να πάρει το φαγητό που της έχει ρίξει το ελικόπτερο. Τη ρωτάνε «Πώς είστε, θεία, εδώ;» και απαντάει: «Πώς να είμαστε, παιδί μου, αφού μας βρήκε το κακό αυτό με τα χιόνια; Χάσαμε καμιά σαρανταριά ζώα αλλά τι να κάνουμε; παράπονα στον Θεό επειδή έριξε χιόνι;». Αν δεν έχεις σκεφτεί ότι υπάρχει κάποιος που έχει ευθύνη γι’ αυτό πώς θα παραπονεθείς;

Σκεφτήκατε ποτέ ότι χάσατε τον στόχο της ζωής σας;

Βέβαια. Είναι η δύσκολη στιγμή μου. Έγινε 22 προς 23 Ιουνίου το 1990. ‘Ηταν μεγάλη στενοχώρια εξαιτίας των συμπεριφορών που χρειάστηκε να αντιμετωπίσω. Ήρθα σε σύγκρουση με έναν φίλο μου, τον πιο αγαπημένο, εξαιτίας κάποιων κουτσομπολιών τα οποία πραγματικά τα σιχαίνομαι και δεν καταλαβαίνω πώς ενεπλάκην. Θυμάμαι ότι μετά από κείνο τον καβγά βγήκα έξω από τον χώρο που ήμασταν, έκανα εμετό και είπα «δεν ξανατραγουδάω».

Ηταν τόσο σοβαρός ο λόγος για να σταματήσετε το τραγούδι;

Αυτός ο αδερφικός μου φίλος ήταν σπουδαίος τραγουδιστής και δουλεύαμε και μαζί. Υπήρχε βέβαια και κάτι άλλο που με βασάνιζε. Είχε περάσει η περίοδος της μεταπολίτευσης και θα έπρεπε να τραγουδάω σε μαγαζιά. Οπότε ο καβγάς που είχα ενίσχυσε τις αμφιβολίες που είχα. Επιτάχυνε, αν θέλεις, την απομάκρυνσή μου από το τραγούδι.

Πόσα χρόνια μείνατε εκτός;

Δεκαεπτά χρόνια. Πραγματικά σκέφτηκα πολύ αν έχει νόημα να κάνουνε τη συνέντευξη. Έπειτα όμως σκέφτηκα αυτό που βίωσα και θα σου περιγράψω τώρα. Τραγουδούσα μόνο στις παρέες που πηγαίναμε έξω για φαγητό. Μια μέρα κάποιοι φίλοι, το 2007, με πίεσαν πάρα πολύ να κάνω μια παράσταση. Είχα φέρει αντιστάσεις. Τους έλεγα εμένα δεν με θυμάται ούτε η μάνα μου. Θέλετε να γίνουμε ρεζίλι; Τα νέα παιδιά τότε δεν με ήξεραν. Κλείνουν τον «Ζυγό», βγάζουν προσκλήσεις την Τρίτη και με ειδοποιούν ότι την Πέμπτη έχω παράσταση. Είχε τρομερή επιτυχία. Έγραφαν οι εφημερίδες τόσο ωραία σχόλια που τα θυμάμαι και λέω υπερβολές. Έτσι ξεκίνησα. Έκανα αυτή την παράσταση για τους φίλους μου και από τότε συνεχίζω. Η αγάπη και η αλήθεια τους με κράτησαν.

Εξαιτίας ενός φίλου εγκαταλείψατε το τραγούδι, οι φίλοι σας όμως σας επανάφεραν.

Έτσι είναι ακριβώς. Θυμάμαι ότι εκείνο το πρώτο βράδυ στον «Ζυγό» ήρθαν μόνο για την παράσταση από την Αλεξανδρούπολη, από τις Σέρρες και άλλα μέρη.

Ήταν η ανταμοιβή σας;

Πήρα μια βαθιά εσωτερική ευχαρίστηση εκεί που νόμιζα ότι όλοι με έχουν ξεχάσει. Δεν βγάζω χρήματα από τις παραστάσεις για να ζήσω. Βιοπορίζομαι από αλλού. Είμαστε πέντε άτομα στην μπάντα, τραγουδάμε σε μικρούς χώρους και όλα τα μοιραζόμαστε. Είμαι εραστής του τραγουδιού πια.

http://www.katiousa.gr/

Γ. Μεράντζας: «Ποτέ δεν είμαστε καλοί στις νίκες…» – Συνέντευξη στην Κατιούσα (Α’ μέρος)

Μιλάει κοιτάζοντάς με ίσα στα μάτια. Με μια αμεσότητα που – κάποιες στιγμές – ξαφνιάζει. Ένα κρύο μεσημέρι του Φλεβάρη, ήρθε στο Cafe rue de Marseille, στην οδό Μασσαλίας, όπου ήταν το ραντεβού. Στην ώρα του. Τα υπόλοιπα θα τα ακούσετε και θα τα διαβάσετε παρακάτω…

 

Δεν μπήκα ακάλεστος στη ζωή του. Ο ίδιος με κάλεσε, χωρίς να με γνωρίζει. Όπως μας καλούν αυτοί που έχουν το χάρισμα και την ικανότητα να μπαίνουν βαθιά μες στην ψυχή μας, με το βάλσαμο της τέχνης τους να επουλώνουν τις πιο κρυμμένες πληγές της και να φουσκώνουν τα φτερά της ύπαρξής μας.

Συνάντησα τον Γιώργο Μεράντζα, για πρώτη φορά, μια Κυριακή βράδυ στην Απανεμιά. Από κοντά, γιατί η πρώτη μας συνάντηση έλαβε χώρα πολλά χρόνια πριν, πάνω στα χιλιοργωμένα αυλάκια ενός βινυλίου… Τον πλησίασα μόλις τελείωσε η πρόβα, λίγα λεπτά πριν ξεκινήσει η παράσταση που παρουσιάζει με τους εξαίρετους μουσικούς συνοδοιπόρους του, τον Μανώλη Πάππο, τον Ντάσο Κούρτι και τον Δημήτρη Σίντο, κάθε Κυριακή, τους τελευταίους μήνες. Ένα ζεστό σφίξιμο των χεριών και λίγα λόγια ήταν αρκετά για να σπάσει ο πάγος. Ποιος πάγος; Ο Γιώργος Μεράντζας είναι ένας άνθρωπος υψηλών θερμοκρασιών, είτε εμφανίζεται πάνω στη σκηνή, είτε συνομιλεί μαζί σου. Ακολούθησαν τρεισήμισι ώρες μαγικές, πλημμυρισμένες από τα χρώματα της υπέροχης φωνής του, που απ’ το απόγειο της ωριμότητάς της συγκινεί, ξυπνάει μνήμες, συναρπάζει, διεγείρει, αφυπνίζει, ταξιδεύει…

Λίγες μέρες μετά, κι ενώ μεσολάβησε ένα κείμενο στην Κατιούσα, σ’ ένα μικρό καφέ της Αγ. Παρασκευής, χωρίς μαγνητόφωνο, χωρίς χαρτιά, στυλό, σημειώσεις, μπήκαν οι «βάσεις» για τη συνομιλία που θα διαβάσετε παρακάτω. Ένα τραπέζι, δυο καρέκλες, δυο καφέδες και δυο άνθρωποι, ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο. Ένιωσα την ίδια ζεστασιά όπως όταν τον είχα απέναντί μου στη σκηνή της Απανεμιάς. Κανένα τουπέ, καμιά καχυποψία, έστω, για τον άγνωστο «εισβολέα»… – τι θέλει αυτός τώρα εδώ… Ο λόγος του Μεράντζα ορμητικός, φούσκωνε και ξεχυνόταν σαν τον ξεροπόταμο μετά τη βροχή. Όταν πέρασαν οι ώρες κι έπρεπε οι δρόμοι μας να χωρίσουν, του πρότεινα μια συνάντηση με μαγνητόφωνο πια, για μια συνομιλία που θα δημοσιευόταν στην Κατιούσα. Την αποδέχτηκε χαμογελαστός…

Ένα κρύο μεσημέρι του Φλεβάρη, ήρθε στο Cafe rue de Marseille, στην οδό Μασσαλίας, όπου ήταν το ραντεβού. Στην ώρα του. Τα υπόλοιπα θα τα ακούσετε και θα τα διαβάσετε παρακάτω.

Ο Γιώργος Μεράντζας παθιάζεται, οργίζεται, συγκινείται, κάνει σχέδια, ονειρεύεται, ξεκλειδώνει μνήμες, μιλάει για τα πρόσωπα που τον καθόρισαν, τις στιγμές που τον σημάδεψαν, το τραγούδι, την ποίηση, την αριστερά, το φασισμό. Μιλάει κοιτάζοντάς με ίσα στα μάτια. Με μια αμεσότητα που – κάποιες στιγμές – ξαφνιάζει. Ακόμα κι εκεί που διαφωνείς μαζί του, δεν μπορείς να μην του αναγνωρίσεις την ευθύτητα της άποψής του, που την εκφέρει χωρίς περιτύλιγμα…

Όπως ίσως καταλάβατε, δεν πρόκειται για μια τυπική συνομιλία, ούτε για κάποιo βγάλσιμο  υποχρέωσης, πόσο μάλλον για μια στημένη «συνέντευξη-προωθητική ενέργεια», σαν αυτές που κατακλύζουν τα μέσα και το διαδίκτυο… Μια αληθινή κατάθεση ψυχής.

Θα το σημειώσω: Πριν ξεκινήσουμε, μέχρι να στηθούν κάμερες και μικρόφωνα, του υπογράμμισα ότι χαίρομαι που δεν μου ζήτησε προκαταβολικά τις ερωτήσεις, κι επίσης που δεν πρότεινε να μου δώσει γραπτές απαντήσεις. «Αστειεύεσαι;», μου απάντησε αυθόρμητα και με ψηλό τόνο. «Αν ήταν έτσι γιατί να έρθω; Τι νόημα έχει, να κοροϊδεύουμε τον κόσμο;».

Πάρτε μια μικρή γεύση γι’ αυτά που θα διαβάσετε και θα ακούσετε:

Η συνομιλία μας κράτησε πάνω από δυόμιση ώρες. Το απομαγνητοφωνημένο κείμενο μεγάλο, θα δημοσιευτεί σε δυο μέρη. Προβληματίστηκα αν θα έπρεπε να κόψω κάτι, και τότε άρχισαν να μου επιτίθενται με καταιγιστικό ρυθμό οι ενοχές και τα διλήμματα… Έκανα κι εγώ πίσω. Οι όποιες επεμβάσεις μου είχαν σκοπό να «τιθασευτεί» ο χειμαρρώδης λόγος του Γιώργου Μεράντζα, όσο γινόταν…

Την οπτικοακουστική κάλυψη (φωτογραφίες-βίντεο) της συνομιλίας επιμελήθηκε η ομάδα The MVP Project (Γιώργο, Ελπίδα, πολλά ευχαριστώ…)

Α’ μέρος

Έχεις χαρακτηρίσει το «Φαβορί» κατά κάποιο τρόπο ως την αυτοβιογραφία σου. Γιατί;

Καταρχήν έχει σημασία πότε έγινε αυτό. Είχα σταματήσει να τραγουδάω επαγγελματικά – ίσως θα θυμάσαι – δεκαεφτά χρόνια. Στην πορεία με πιέζανε οι φίλοι κι έκανα μια παράσταση στο Ζυγό.  Στη συνέχεια μου λέγανε να κάνουμε ένα σι-ντι, κι εγώ τους έλεγα τι νόημα έχει αφού έχω αποσυρθεί, δε γουστάρω, δεν τραγουδάω επαγγελματικά. Μετά από τόση επιμονή μπήκα στην περιπέτεια να μπω ξανά στο στούντιο. Ο Οδυσσέας Ιωάννου έγραψε αυτό το στιχάκι γνωρίζοντας την πορεία μου και τη νοοτροπία μου.

Το γουστάρω πολύ αυτό το «ποτέ δεν ήμουν φαβορί», όχι γιατί είχα επιλέξει να μην είμαι φαβορί – εξάλλου δεν το επιλέγεις αυτό – αλλά κατά ένα τρόπο, από μια άλλη προσέγγιση, έχει σημασία πώς πορεύεσαι, αν σκοπός σου είναι να γίνεις, ή όχι, φαβορί. Αυτό δεν θα το ήθελα ποτέ. Μ’ αυτόν τον τρόπο, έτσι πορεύτηκα, καλώς ή κακώς, στη ζωή μου.  Στο  τραγούδι λέει ο στίχος «οι ήττες κάτι σου μαθαίνουν, οι νίκες όμως σε πεθαίνουν»… Ποτέ, κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν έχουμε κατανοήσει, δεν έχουμε αποφασίσει, και δεν έχουμε ουσιαστικά προχωρήσει μέσα απ’ τις νίκες. Ποτέ δεν είμαστε καλοί στις νίκες,  ή αρκετά καλοί…

«Κι αν πήρα καναδυό γαλόνια ποτέ δεν ήμουν φαβορί». Ποια είναι τα δικά σου «γαλόνια»;

Είναι μια πορεία με βήματα συγκεκριμένα, χωρίς να παίρνω υπόψη τι με συμφέρει επί της ουσίας και τι όχι, όπως αυτό κυκλοφορεί στο σύστημα.  Μια πορεία συγκεκριμένη, σ’ αυτό που πιστεύεις, που δεν τη χαρακτηρίζει το συμφέρον, αλλά βασικές αρχές που έχεις στη ζωή, πώς θέλεις να πορεύεσαι, με ποιους είσαι…

Θεωρείς λοιπόν γαλόνια την πορεία σου…

Ακριβώς… Ανατρίχιασα όταν μου έκανε η Λίντα η Ζαφειροπούλου ένα αφιέρωμα στο ραδιόφωνο, τότε που αποφασίσαμε να κάνουμε την παράσταση στο Ζυγό, όταν είδα  τα εκατοντάδες μηνύματα που έρχονταν  απ’ όλο τον κόσμο. Ήταν χαρά, ταυτόχρονα και μια τιμή. Αισθάνθηκα περίεργα, μετά από δεκαεφτά χρόνια που σε ξεχνάει κι η μάνα σου… Αυτό για μένα είναι το γαλόνι, που δε σε ξεχνάει ο κόσμος. Στις μέρες μας αυτό είναι πολύ δύσκολο.

Δεκαεφτά χρόνια είναι πολλά. Έρχονται στην Απανεμιά παιδιά 19-20 χρονών και μου λένε «δεν σε ξέραμε κύριε Γιώργο». Κι είναι λογικό. Όταν ήταν μικρά παιδιά, εγώ δεν υπήρχα στα ακούσματά τους. Με συγκλονίζει που έρχονται στις παραστάσεις αρκετοί νεολαίοι. Τα πρώτα χρόνια, μετά την επάνοδό μου, ήρθαν αυτοί που θυμούνταν. Σιγά σιγά, επειδή πάντα υπάρχει ένα κομμάτι της νεολαίας που αναζητάει, ήρθαν και οι νεότεροι. Αυτά είναι τα γαλόνια μου.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με το τραγούδι;

(Γελάει). Θυμήθηκα τον φίλο μου τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, όταν τον ρωτάγανε πώς ξεκίνησες έλεγε «ανάσκελα»! Μου άρεσε πολύ αυτή η απάντηση (γέλια). Λοιπόν, ξεκίνησα το τραγούδι σαν ανάγκη, όπως όλα τα παιδιά στην επαρχία. Τραγουδάς για να μη φοβάσαι τις νύχτες…τραγούδαγα από μικρός, τότε που δούλευα με τον πατέρα μου – να μη λέω τώρα ολόκληρες ιστορίες… Όταν ήρθα στην Αθήνα έδωσα εξετάσεις στην Ιατρική, ήταν δικτατορία, ασχολήθηκα με τις οργανώσεις, ενάντια στη χούντα… Τραγούδαγα για μας, τραγούδαγα για μένα πρώτα απ’ όλα. Και μ’ ακούσανε διάφοροι άνθρωποι. Ο Αχιλλέας ο Θεοφίλου μου είπε να πάω να μ’ ακούσουν στην Κολούμπια. Σκεφτόμουν, γιατί να πάω; Στο μυαλό μου κυριαρχούσε ότι στην επαρχία όλοι οι άνθρωποι τραγουδάνε, ας μην είναι καλλίφωνοι. Δεν το είχα στο μυαλό μου να γίνω επαγγελματίας. Έτσι ξεκίνησα.

Ποια ήταν τα πρώτα σου ακούσματα;

Είναι ωραίο αυτό που με ρωτάς… Όταν ήρθα στην Αθήνα αντιπαθούσα δυο όργανα: το σαξόφωνο γιατί δεν ήταν κλαρίνο και το σνερ, το ταμπούρο στη ντραμς, που με εκνεύριζε. Η πλάκα είναι ότι μετά από χρόνια αυτά είναι από τα πιο αγαπημένα μου όργανα! Γιατί, για όλα χρειάζεται παιδεία για να τα παρακολουθήσεις. Αν πάρεις ένα άτομο, από την Αθήνα, από την επαρχία, από παντού, και του βάλεις ν’ ακούσει τζαζ, σύγχρονες μουσικές κλπ, θα τ’ ακούσει; Μπορεί να τ’ ακούσει; Μπορεί να ακούσει τη μέγιστη Μαρία Κάλλας; Την αναφέρω ως παράδειγμα, επειδή είναι κι Ελληνίδα. Για όλα χρειάζεται παιδεία. Και για τα λόγια που διαβάζεις χρειάζεται παιδεία, και για να κατανοήσεις τα ποιήματα χρειάζεται παιδεία, όσο κι αν είναι γραμμένα για τον κόσμο. Κι έχει σημασία το μέγεθος της κατανόησης, όχι μόνο αν κατάλαβες στο περίπου τι λέει.

Και τ’ ακούσματα που αγαπούσες;

Τ’ ακούσματα τα κουβαλάς… Μεγάλωσα με τα ηπειρώτικα τραγούδια, κι ό,τι έπαιζε το ραδιόφωνο, όταν πήραμε ραδιόφωνο…

Πόσο χρονών ήσουν τότε;

Νομίζω ότι το ραδιόφωνο το πήραμε όταν πήγαινα στην έκτη δημοτικού ή πρώτη γυμνασίου. Η γιαγιά μου είχε πει τότε ένα ωραίο για το ραδιόφωνο. Ακουγόταν ένα τραγούδι κι έλειπε η μάνα μου απ’ το σπίτι, και λέει η γιαγιά «ζήβα το παιδί μου, να ’ρθει κι η μάνα σου να τ’ ακούσει»… Νόμιζε πως μπορείς να το σταματήσεις! Να ’ρθει να τ’ ακούσει κι η μάνα…  Είχε πολύ πλάκα. Δεν ήξερε πώς λειτουργεί το ραδιόφωνο. Και ποιος ήξερε τότε; Αυτά κουβάλαγα εγώ…

Είχες πρότυπα κάποιους τραγουδιστές όταν ήσουν παιδί;

Βεβαίως. Εκτός από αυτούς του δημοτικού, όταν ήρθε το ραδιόφωνο, οι δυο από τις μεγαλύτερες φωνές που υπήρχαν ήταν ο Καζαντζίδης κι ο Μπιθικώτσης. Αυτοί ακούγονταν πιο πολύ στο ραδιόφωνο. Σαφώς μετά κι ο Πάνος Γαβαλάς και άλλοι, αλλά αυτοί οι δυο ήταν σημαδιακοί για μένα. Και με την ευκαιρία θέλω να σου πω ότι ο Μανώλης Αγγελόπουλος για παράδειγμα, ένας μέγας τραγουδιστής, μέγας δάσκαλος, δεν έκανε δισκογραφία με τραγούδια που μπορούν να μείνουν στο χρόνο και γνωρίζω το λόγο – όχι μόνο εγώ, γνωρίζουν κι άλλοι. Ο Αγγελόπουλος ήταν φόβος και τρόμος για τους ανταγωνιστές του. Δεν υπάρχει λόγος να σου πω και λεπτομέρειες αλλά ξέρω ότι κάποιος μεγάλος τραγουδιστής πλήρωνε για να μη φτάσουν τραγούδια  στον Αγγελόπουλο. Πολύ μεγάλος ερμηνευτής, πολύ μεγάλη φωνή, πραγματικά δάσκαλος…

Από τους δημοτικούς τραγουδιστές ποιους ξεχώριζες, ποιοι σε συγκινούσαν;

Όταν ήμουν μικρός, στο γάμο της αδελφής μου γνώρισα για πρώτη φορά τον Φώτη τον Χαλκιά. Ήταν ένας «οχετός», εννοώ στον όγκο, στη χοάνη, που έβγαζε αυτός ο άνθρωπος με τη φωνή του. Ξεκινούσαν από την Τετάρτη, κοιμόντουσαν οχτώ το πρωί μέχρι τις δέκα έντεκα η ώρα και ξανανοίγαν το μεσημέρι να τραγουδήσουν. Σταμάταγαν λίγο το απόγευμα και ξανά όλη νύχτα μέχρι το πρωί. Χωρίς μικροφωνικές, πέντε βράδια μέρα νύχτα να τραγουδάνε! Είχα μείνει άναυδος με τον τρόπο που τραγουδούσε. Φοβερός τραγουδιστής…

Το 1973, συνάντησα ως τραγουδιστής τον αδελφό του, τον μπαρμπα Τάσο το Χαλκιά, με τον οποίο συνεργαστήκαμε σε κάτι παραστάσεις με τον Σαββόπουλο, στο Κύτταρο. Όταν πήγα να μ’ ακούσει  ο μπαρμπα Τάσος, και είπα κάποια τραγούδια, μου λέει «ποιο άλλο θέλεις Γιωργάκη μου»; Του λέω, θέλω να πω το «τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, τώρα οι πέρδικες γλυκολαλούν και λένε ξύπνα αγάπη μου, ξύπνα και πάει γιόμα»… Και μου λέει «μωρ’ συ Γιωργάκη μου…να το κοιτάξουμε λίγο αυτό…».  Ήταν το τραγούδι του Φώτη, του αδελφού του… Ο μπαρμπα Τάσος μου είπε ότι ο Φώτης Χαλκιάς ήταν πάρα πολύ καλός στο βιολί, όταν ξεκίνησε, αλλά τον «πείραξε» το όργανο, και το γύρισε μόνο στη φωνή. Τον «πείραξε» το όργανο…συναισθηματικά, το καταλαβαίνεις; Του δημιουργούσε αναστάτωση στον ψυχικό του κόσμο, και για να μπορεί να ισορροπεί δεν ξαναέπαιξε αυτό το όργανο…

Αυτό ακούγεται παράξενο σήμερα…

Κοίταξε ποια ήταν η αντίληψη αυτωνών και πώς αντιλαμβάνονταν τη σχέση με το όργανο  και την εκφραστικότητα…

Άνθρωποι που δεν σπούδασαν τη μουσική…

Ακριβώς. Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος, στο λαϊκό τραγούδι αυτός, ήταν ο Στράτος Παγιουμτζής. Ο τρόπος που μετέφερε τα λόγια… Είναι από τους λίγους, τους πρώτους που τραγούδησε και είπε «ααα», «οοο»… Γιατί συνήθως στο ρεμπέτικο τα ψιλομασάγανε, σα νοοτροπία, κλειστό το στόμα κλπ. Αυτός λοιπόν ο μέγιστος τραγουδιστής στο δημοτικό τραγούδι και στην εκφορά του λόγου, ο Φώτης ο Χαλκιάς, ήταν πραγματικά ένας κορυφαίος ερμηνευτής…

Θα μπορούσες να πεις ότι καθόρισε κατά κάποιο τρόπο την πορεία σου;

Μπορώ να στο πω με σιγουριά.

Υπάρχουν κι άλλοι;

Αρκετοί. Ξεχωρίζω τον τρόπο και τη διαδρομή του ηχητικού αποτελέσματος της φωνής του Μπέλλου… Δεν με έχει ξαναρωτήσει ποτέ κανένας γι’ αυτό… Άκου τώρα τι μου θυμίζεις… Όταν τον πρωτοάκουσα να τραγουδάει… Τον θυμάσαι τον Μπέλλο, ήταν καθηγητής…

Αναφέρεσαι στον Στυλιανό Μπέλλο…

Ναι. Αυτός αγάπαγε πραγματικά το δημοτικό τραγούδι. Μπορεί να μην έκανε για να μπει σ’ ένα σχήμα και να εξυπηρετήσει ένα γλέντι, γιατί είχε μια αποστασιοποίηση απ’ αυτό, και σαν νοοτροπία, αλλά ο τρόπος που τραγούδαγε – και,  επαναλαμβάνω, τον κρίνω μόνο γι’ αυτό, για την ικανότητά του και ποιες διαδρομές κάνει η φωνή του – με είχε συγκλονίσει…

Είχε πει ένα τραγούδι… «Κίνησε η Όλγα μας πρωί, η Όλγα του Στραβάκου, τη μάνα της να πάει να δει…», και τη σκοτώσανε στο δρόμο. Αυτό το τραγούδι, μ’ άρεσε τόσο πολύ τότε. Το καλοκαίρι που μας πέρασε ήμουν στους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας, σ’ ένα φίλο μου. Είναι στην παρέα κι ένας τύπος που φτιάχνει καταπληκτικά κρασιά. Μου λέει «ρε συ Γιώργο, αυτό ήταν το τραγούδι του πατέρα μου, πες το και θα σου δώσω ό,τι θέλεις». Και του το ’πα το τραγούδι, τον πιάνουν τα κλάματα – κοίτα τι είναι η ζωή, τώρα μ’ αυτά που με ρωτάς – και μου λέει «έλα το πρωί στο οινοποιείο και πες μου τι θέλεις».

Πήγα και του λέω, κοίταξε έχω έναν ξενώνα πάνω στα βουνά. Εσύ κάνεις καταπληκτικά κρασιά, δώσε μου τη δυνατότητα  να ’χω ένα καλό κρασί να σερβίρω τους φίλους μου. «Πόσο κρασί θέλεις;», με ρωτάει. Ε, πόσο να θέλω, ένα βαρέλι από αυτά που έχεις εδώ, τα εκατοντάδες που είχε με καταπληκτικά κρασιά. Και μου λέει «πήγαινε γράψε τ’ όνομά σου σ’ όποιο βαρέλι θέλεις»! Ένα τραγούδι «στοίχισε» ένα βαρέλι κρασί! (γέλια) Αυτό το τραγούδι… Με την ερώτηση που μου ’κανες κοίτα που πήγε το μυαλό μου… 300 μπουκάλια κρασί από ένα τραγούδι που το άκουσα από τον Μπέλλο τότε και το λάτρεψα…πολύ δύσκολο τραγούδι με περάσματα…

Θυμάμαι τον Στυλιανό Μπέλλο από τις ασπρόμαυρες εικόνες της ΕΡΤ, να στέκεται μπροστά στην ορχήστρα και να τραγουδάει αγέρωχος, άκαμπτος, κι αναρωτιόμουν πώς έβγαινε από ένα άκαμπτο σώμα αυτή η φωνή…

Ναι, σα να είναι μηχάνημα! Δεν θα μπορούσες ποτέ να πάρεις τον Μπέλλο σε γλέντι, δεν ήταν γι’ αυτά. Να τον έχεις ηχογραφημένο, να σου πει πράγματα, σαν υλικό, είναι αριστούργημα.

Ξεχωρίζεις κάποια στιγμή ή στιγμές στην πορεία σου που θα μπορούσες να πεις ότι είναι οι πιο σημαντικές;

Υπάρχουν δυο τρεις, δεν είναι μόνο μία. Αρχικά, η σχέση μου και τα πρώτα βήματα που έκανα επαγγελματικά με τον Λεοντή. Το ότι τραγούδαγα και μου ’λεγαν ότι τραγούδαγα καλά, δεν σημαίνει τίποτα. Ήταν η πρώτη εμπειρία, επαγγελματικά.

Πόσο χρονών ήσουν;

Εικοσιτεσσάρων. Πήγαμε στην Πλάκα. Αυτό κουβαλάει και μια ιστορία. Είχα κάνει ένα συμβόλαιο μες στη δικτατορία, με τη Μίνος, με τον Θεοφίλου που με είχε δει. Έφυγα, γιατί ήθελα να πάω να δω τη Σοβιετική Ένωση, να δω πως είναι τα πράγματα εκεί. Τυχαία μπαρκάρισα Παρασκευή και το Σάββατο έγινε η επιστράτευση κι οι φίλοι μου μου φώναζαν που το ήξερες και δεν μας είπες κι εμάς τίποτα… Όταν κάποια στιγμή πήρα τηλέφωνο τον αδελφό μου, να δω τι γίνεται στην Ελλάδα, μου λέει σε ψάχνει κάποιος Θεοφίλου, που είσαι;

Επέστρεψα και πήγα σ’ ένα ραντεβού στη Χαριλάου Τρικούπη. Ήταν μαζεμένοι εκεί γύρω απ’ τον Θεοδωράκη, περίπου τριάντα άτομα και θ’ άκουγαν ένα δίσκο του Λεοντή, το «Αχ έρωτα». Πρώτη φορά τους συναντούσα όλους αυτούς. Μ’ έβαλε ο Μίκης και τραγούδησα ένα πολύ ωραίο ιστορικό. Ήταν όλοι εκεί, μια παρέα, και κουβεντιάζανε κι εγώ περίμενα μέχρι να τελειώσουν τη συζήτηση. Έτσι γνώρισα προσωπικά – φαντάσου! – το Μίκη από κοντά. Δεν μπορείς να φανταστείς πώς ένιωσα…

Πώς τον είχες στο μυαλό σου;

6,70 επί 4,40 ας πούμε… σα μια μπουλντόζα που όταν κατεβαίνει θα γκρεμίσει τα κτίρια. Θυμάμαι ότι ο Μίκης ήξερε ότι θα πω κάτι απ’ την «Κατάσταση πολιορκίας». Μου λέει «πώς σου ’ρθε τώρα αυτό, να το πεις χωρίς όργανα».  Εμείς βάζαμε στο κασσετόφωνο χρησιμοποιημένες μπαταρίες, για να γυρίζουν αργά και να προλαβαίνουμε να γράφουμε τους στίχους απ’ τα τραγούδια, δεν είχαμε και τα μέσα, ήταν κι η δικτατορία… Έτσι συνάντησα τον Μίκη!  Ήταν συγκλονιστικό. Αν μπορώ να ξεχωρίσω λοιπόν κάποιες σημαντικές στιγμές, μια είναι η πρώτη συνεργασία με το Λεοντή, σ’ ένα μαγαζί στην Πλάκα την Αγρύπνια. Το μαγαζί αυτό τα προηγούμενα χρόνια στη δικτατορία το είχε ο Χατζιδάκις και μετά πήγαμε εμείς, δυο χρόνια, με τον Λεοντή.

Μια άλλη σημαντική στιγμή, ήταν οι συγκλονιστικές συναυλίες, μ’ αυτές τις συγκεντρώσεις, που είχαν μια δύναμη…

Εννοείς τις συναυλίες του 1981 που ηχογραφήθηκαν κιόλας;

Όχι, νωρίτερα, τις  συναυλίες που γίνονταν στο Σύνταγμα με 100 χιλιάδες κόσμο και στα γήπεδα με 40, 50 χιλιάδες κόσμο…

Συμμετείχες σ’ αυτές τις συναυλίες;

Δεν είναι ότι συμμετείχα απλώς… Είχα πει ένα τραγούδι από το θεατρικό έργο «Η Χιλή θα νικήσει» σε στίχους του Πάμπλο Νερούδα, που απέδωσε στα ελληνικά η Δανάη Στρατηγοπούλου, μεταφράστρια και φίλη του Νερούδα. Ήταν ένα έργο που, αν θυμάμαι καλά, το είχε σκηνοθετήσει ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. Το τραγούδι έλεγε «Να πάψουν πια οι κιθάρες/ έχει η πατρίδα πένθος./ Σκοτάδι πέφτει στη γη μας,/ μάς σκότωσαν τον αντάρτη/ Μανουέλ Ροδρίγες./ Τα χρώματά μας κλαίνε./ Ας βουβαθούμε». Αυτό ήτανε! Αυτό το τραγούδι έγινε σήμα κατατεθέν, όλων των συγκεντρώσεων, των πολιτιστικών εκδηλώσεων, των διαδηλώσεων στους δρόμους,  των συναυλιών, παντού. Σου λέω την αλήθεια – είμαι τόσο χρονών, δεν έχει νόημα να λέω κουταμάρες, που να έχουν σχέση με το επάγγελμα – όταν έλεγα αυτό το τραγούδι κι έφτανε το σημείο κι έλεγα «Μανουέλ Ροντρίγκεζ», γινόταν κάτι  σαν σεισμός, ερχόταν μια δύναμη που μ’ έσπρωχνε στον ώμο και με πήγαινε πίσω από το μικρόφωνο. Ήταν τέτοια η βουή των ανθρώπων, με τις φωνές τους, με τα πόδια τους… Ήταν μια εκτόνωση, είχε προηγηθεί η δικτατορία. Αφού σώθηκα τότε απ’ αυτό, δεν πήραν τα μυαλά μου αέρα και δεν τρελάθηκα…

Δύσκολο να σωθείς;

Σώθηκα γιατί είχα κάνει επιλογές κι έψαχνα πράγματα και διάβαζα κι ήμουν οργανωμένος… Η αλήθεια είναι ότι εύκολα καταστρέφεσαι από τέτοιου είδους στιγμές, ιστορικές και επιτυχίας. Υπάρχουν και μετά ξεχωριστές στιγμές, που γνώρισα τον Μάνο Ελευθερίου, τον Θάνο Μικρούτσικο, συνεργασίες και συναυλίες καταπληκτικές. Είναι πολλά τα κομμάτια, αλλά τότε ήταν η πρώτη φορά. Και δεν το φανταζόμουν ποτέ πώς θα είναι. Δεν ξανάχαμε δει  100 χιλιάδες κόσμο, να τραγουδάς και  να ορμάνε πάνω σου…

Δεν νομίζω να ξαναείδαμε από τότε…

Όχι και γι’ αυτό δεν μπορώ να το μεταφέρω σήμερα. Να πω σε κάποιους που λένε «ήταν πολύ μεγάλη η συναυλία, είχε πέντε χιλιάδες κόσμο, συγκλονιστική». Δεν είναι λίγο να έχεις πέντε χιλιάδες κόσμο σήμερα, αλλά αν σκεφτείς τι γινότανε τότε, είναι φοβερό…

Νοιώθεις να οφείλεις κάτι σε κάποιον, σε κάποιους;

Πολλά οφείλω, σε πολλούς, αλλά έτσι δεν διαμορφωνόμαστε; Συγκεκριμένα σε κανέναν, με την έννοια ότι έχω οφειλές και είμαι χρεωμένος, καμία. Σαφώς και κουσούρια έχω και λάθη έχω κάνει, αλλά επαναλαμβάνω αυτό μου με ενδιαφέρει σαν απάντηση στο ερώτημά σου είναι αν οφείλω σε κάποιον συγκεκριμένα πράγματα κι μπορώ να τα εξαγοράσω να του δώσω κάτι. Δεν οφείλω σε κανέναν με την έννοια αυτή, ούτε το ζήτησα, ούτε το επιδίωξα ποτέ, ούτε και το γουστάριζα να το κάνω και να ‘χω τέτοιου είδους αλισβερίσι. Φιλικές, συναισθηματικές, ανθρώπινες οφειλές; Είμαι από τους πιο τυχερούς ανθρώπους. Η μεγαλύτερη περιουσία είναι οι φίλοι μου, πολλά οφείλω σ’ αυτούς. Άλλου είδους οφειλή…

Οφείλω πολλά πράγματά στη σοφία της μάνας μου, και σε κάποιους συγκεκριμένους φίλους που, στις όποιες παρεκτροπές μου σαν νέος, μου είπανε «κάτω Γιώργο, εδώ»… Αυτό ναι, αλλοίμονο δεν υπάρχει κανένας που είναι αυτόφωτος κι έρχεται απ’ το σύμπαν, έτοιμος, τελειωμένος. Λέω ότι είμαι ο πιο πλούσιος άνθρωπος. Ειλικρινά το πιστεύω αυτό και μερικές φορές νοιώθω την ανάγκη να το πω. Δεν ξέρω κατά πόσο μου αξίζει κιόλας αυτή η μεγάλη αγάπη απ’ τους φίλους, γι’ αυτό σου είπα ότι είναι η μεγαλύτερή μου περιουσία. Αλλά βέβαια τίποτα δεν είναι τυχαίο, δε σου χαρίζεται τίποτα, είναι τόσο μεγάλη αυτή η αγάπη που με συγκλονίζει πραγματικά…

Νοιώθεις να σε βαραίνει κάποιες στιγμές; 

Όχι, είναι πολύ όμορφο συναίσθημα. Το αισθάνομαι κι εγώ απέναντί τους αυτό. Λέω ρε παιδί μου, έχω κουσούρια πολλά, έχω κάνει και πράγματα, ασυνείδητα έστω, αλλά το να εισπράττεις αυτό… Ακόμη και για να το καταλάβεις, πρέπει να έχεις τα εργαλεία, γιατί μπορεί να μην πάρεις μυρωδιά. Ξέρω ανθρώπους, έχω δει κινήσεις στις παρέες μας, που κάποιος δεν πήρε μυρωδιά τι συνέβαινε. Όλα τα φώτα στράφηκαν πάνω του, όλη η ενέργεια ήταν γι’ αυτόν και δεν πήρε μυρωδιά. Δηλαδή σκέψου  να κάνει ο άλλος μια πορεία δέκα χιλιόμετρα, να δώσει σ’ ένα κορίτσι ένα λουλούδι κι εκείνη να μην πάρει μυρωδιά…

Είπες ότι έκανες λάθη. Έχεις κάνει συμβιβασμούς όλ’ αυτά τα χρόνια, υποχωρήσεις;

Αν θέλω να ’μαι σοβαρός άνθρωπος, πρέπει να πω ναι, αλλά δεν θυμάμαι ένα να σου απαντήσω. Δεν ξέρω ακριβώς για ποιο συμβιβασμό μπορώ να σου πω. Αν μιλάμε για βασικές αρχές, δεν έχω κάνει. Μπορεί ν’ ακούγεται σκληρό αυτό κι ελπίζω να μην ακούγεται κι εγωιστικό. Δεν ήμουν στα τριάντα, στα σαράντα, στα πενήντα, όπως ήμουνα στα είκοσι – εικοσιπέντε. Οι πράξεις μου, όλα αυτά που έκανα δεν ήταν ίδια.  Δεν ξέρω αν αυτό είναι συμβιβασμός. Στην πορεία έρχεται και μια σοφία. Περνάς μια δεύτερη φορά τα πράγματα απ’ το μυαλό σου, να δεις ποιο είναι πιο σωστό. Για παράδειγμα, δεν είμαι πια τόσο επιθετικός στη διαφορετική άποψη, όπως ήμουν στα εικοσιπέντε. Δεν είναι συμβιβασμός. Θα υπερασπιστώ την άποψή μου, στη συζήτηση – θα γίνει χαμός! – αλλά με αγάπη.

Είναι κι ότι αναπτύσσεται  το αίσθημα της αυτοσυντήρησης με τα χρόνια;

Δεν είναι μόνο αυτό. Έχεις περισσότερες δυνατότητες και δρόμους για να κάνεις κάτι που θέλεις. Αλλά αν μιλάμε για συμβιβασμό, ότι έπρεπε να κάνεις αυτό κι έκανες το άλλο, αν  εννοούμε συμβιβασμό να υποχωρήσω, να κάνω πως δεν καταλαβαίνω – πχ διώξανε στη δουλειά τον συνάδελφό μου και προκειμένου να έχω εγώ δουλειά δε λέω κουβέντα, ή να γλείψω το αφεντικό – όχι.

Τώρα σκέφτηκα μια εικόνα – πάντα με εικόνες σκέφτομαι, έτσι και τραγουδάω. Δεν θυμάμαι τόσες δεκαετίες, μέχρι σήμερα, να δω κάποιον στο δρόμο και να στρίψω. Θυμάμαι πολλά περιστατικά που έχουν στρίψει γνωστοί άνθρωποι που έρχονταν απέναντι. Εγώ δεν το έχω κάνει ποτέ. Κατ’ αυτή την έννοια, δεν είμαι τίποτα σημαντικό. Όπως λέει κι ο Ρίτσος «μόνο που σε βρήκα και με βρήκες»… Αυτόν τον δρόμο επέλεξα, αυτός μου άρεσε κι έτσι μπορούσα κι ήμουν ήσυχος κι αισθανόμουν και καλά. Κι αν θες, επειδή πάντα υπάρχει και λίγος εγωισμός, γουστάριζα που το έκανα έτσι, γιατί έτσι μου άρεσε περισσότερο. Είναι τι θέλεις να κερδίσεις απ’ αυτό που κάνεις: το μεροκάματο, μια σχέση, να έχεις μια πόρτα ανοιχτή; Έτσι αρχίζεις, λίγο λίγο και στο τέλος που πάμε; Μπάζουμε από παντού, ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα που λέει και το ανέκδοτο…

Μίλησες για κέρδος. Λεφτά έχεις βγάλει απ’ το τραγούδι;

Πάρα πολλά και τα έχω στο υπόγειο σε τενεκέδες (γέλια). Λέω στα παιδιά μου, αν πάθω κάτι μη στεναχωριέστε. Ανοίξτε έναν τενεκέ τη δεκαετία και θα περάσετε.

Έχεις συνεργαστεί με μεγάλους δημιουργούς. Υπάρχουν σήμερα μεγάλοι δημιουργοί;

Εξαρτάται πώς κάνουμε τη σύγκριση. Όταν είχαμε τον εμφύλιο, δημιουργήθηκαν φοβερές συγκρούσεις, τα γεγονότα ήταν πάρα πολύ σκληρά και δύσκολα. Δεν μπορούμε να κάνουμε σύγκριση των ανθρώπων και των συγκρούσεων εκείνης της περιόδου με μια άλλη περίοδο ειρήνης. Τους μεγάλους, τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι που ήταν μουσικοί με σπουδές και γνώστες της μουσικής γραφής, τον Τσιτσάνη, τον Βαμβακάρη, διαδέχτηκε μια άλλη γενιά: ο Λοΐζος, ο Μικρούτσικος, ο Λεοντής, ο Μαρκόπουλος, ο Μούτσης και μετά, ένα παράδειγμα, ο Χάρης κι ο Πάνος Κατσιμίχας κι άλλοι. Καινούριες ιδέες, καινούργια σχήματα, καινούργια ακούσματα. Πάντα υπάρχουν δημιουργοί. Το πόσο μεγάλοι είναι, είναι και θέμα εποχών. Δεν υπάρχει περίπτωση, πάντα, κάθε εποχή θα βγάλει τους δικούς της δημιουργούς. Αυτό δεν συμβαίνει κάθε δέκα χρόνια, τόσο εύκολα. Θα συμβούν τα γεγονότα…

Για παράδειγμα, κανένας δεν έλεγε στη Γαλλία ότι θα εμφανιστούν τα «κίτρινα γιλέκα» – ποιος το είχε δει; Δεν θέλω να του δώσω μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ αυτές που έχει, αλλά είναι από μόνο του σημαντικό. Άρα οι εξεγέρσεις που γίναν εδώ, το μέγεθος και η διάρκεια που πήραν, αυτό που έρχεται, το ίδιο το κίνημα κι ο αναβρασμός στην κοινωνία, θα φτιάξει τους δικούς του. Όποιοι κι αν είμαστε εμείς, όσο συμβιβασμένοι κι αν είμαστε, η ζωή θα γεννήσει αυτούς που χρειάζεται για να πάει μπροστά και θα μας αφήσει εμάς πίσω. Κατ’ αυτή την έννοια έχουμε και σήμερα δημιουργούς. Σαφώς δε μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτά τα μεγέθη, η εποχή είναι διαφορετική, οι ταχύτητες είναι φοβερές.

Υπάρχουν σήμερα δημιουργοί, που μου αρέσουν πολύ. Άκουσα ένα παιδί 26-27 χρονών τον Δημήτρη Μπάκουλη, που είδα πώς γράφει και μια άλλη τραγουδίστρια την Αναστασία Χατζηαποστολίδου, που τραγούδησε ένα βράδυ στην Απανεμιά. Ξαφνικά είδα αυτά τα δυο νέα τα παιδιά, είδα τι γράφουν και πώς τραγουδάνε – και οι δυο γράφουν τραγούδια – με μια προσέγγιση που μοιάζει στη νοοτροπία κόντρα στο σύστημα, όπως ήταν πριν τριάντα χρόνια, των μεγάλων δημιουργών – μιλάμε για μια άλλη εποχή βέβαια.

Σκέψου, τι δρόμο δύσκολο περπατάνε αυτοί οι άνθρωποι. Μου είχε κάνει αίτημα να γίνουμε φίλοι στο facebook ο Δημήτρης ο Μπάκουλης. Δεν τα κοιτάω συχνά αυτά, δεν τα ξέρω και καλά… Μου είχε προτείνει λοιπόν τον Μάιο να πω ένα τραγούδι στο δίσκο του κι εγώ είδα το μήνυμα το Δεκέμβρη! Κι όλο αυτό το διάστημα, χωρίς να έχω δει το αίτημα φιλίας, μιλούσα γι’ αυτόν στους συναδέλφους μου.

Όταν τελικά τον παίρνω τηλέφωνο δεν το σηκώνει και μου στέλνει μήνυμα: «κύριε Γιώργο δεν πρόλαβα να το σηκώσω και δεν έχω ρε γαμώτο και μονάδες να σας απαντήσω, αν θέλετε πάρτε με». Δεν έχει μονάδες στο τηλέφωνό του αυτός που γράφει τέτοια τραγούδια, που τ’ άκουσα και συγκλονίστηκα, κι έχουν εκατομμύρια μονάδες άσχετοι άνθρωποι, ελεεινοί και τρισάθλιοι, χωρίς αισθητική… Αγριεύω, όχι με συναδέλφους που κάνουν εμπορικό τραγούδι αλλά για σκύβαλα αισθητικά και κοινωνικά και καλλιτεχνικά… Μήπως πλατιάζω; Θέλεις να είναι πιο σύντομες οι απαντήσεις μου;

Να απαντάς όπως θέλει κι όπως νοιώθεις. Τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο εδώ. Οι δημοσιογραφικοί κανόνες λένε ότι οι συνεντεύξεις πρέπει να είναι σύντομες και περιεκτικές. Επίσης, στο διαδίκτυο είναι κυρίαρχη η άποψη ότι τα κείμενα πρέπει να είναι μικρά, γιατί αλλιώς δεν διαβάζονται.

Μπορεί να έχουν δίκιο, αλλά ποιος αποφασίζει γι’ αυτό; Ποιος φτιάχνει τους κανόνες; Δεν το λέω για να υπερασπιστώ τη μια ή την άλλη άποψη, αλλά αυτό που μου λες τώρα, εμένα με τρελαίνει. Λέει, πρέπει να κάνεις αυτό, με αυτό τον τρόπο γίνεται, πρέπει να μιλάς στους φίλους έτσι, πρέπει να είναι οι σχέσεις σου έτσι. Ποιος το λέει; Και θέλει το καλό μου αυτός που το λέει; Τον ενδιαφέρει το καλό όλων μας; Αυτός πώς το έχει ψάξει;  Υπάρχει μια έρευνα επί της ουσίας κι όχι για κάποια συγκεκριμένα οφέλη;

Το αν διαβάζει ο κόσμος, γενικά και στο διαδίκτυο, κι αν το μέγεθος ενός κειμένου είναι αυτό που θα τον κάνει να το διαβάσει, χωράει πολλή συζήτηση. Πες μας όμως, ενώ έχεις ξεκινήσει και γίνεσαι γνωστός, εξαφανίζεσαι για 17 χρόνια. Τι ήταν αυτό που σ’ έκανε να σταματήσεις και τι έκανες όλα αυτά τα χρόνια;

Συνήθως δεν λέω γιατί ακριβώς έγινε, γιατί είναι μια ιστορία πολύ ειδική, μια ιστορία που με πονάει πολύ… Υπήρξε μεταπολίτευση. Κι αφού ολοκληρώθηκε ο κύκλος της μεταπολίτευσης μπήκαμε στην εποχή αυτού που λέμε «λαϊφστάιλ». Δεν έχει νόημα να το χαρακτηρίσω εγώ αυτό, από μόνο του έχει αποδειχτεί τι ήταν και τι κακό έκανε. Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να έχουμε μια ζωή με νοοτροπία μεταπολίτευσης – εννοώ που ήταν τόσα χρόνια τα στόματα κλειστά κλπ. Κι αυτό πρέπει να εκτονωθεί και να πάρει μια πορεία η κοινωνία, να μπούνε τα πράγματα σε μια σειρά, έτσι όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι να διεκδικούν και να κερδίζουν πράγματα, και να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Αυτός δεν είναι ο στόχος; Λέω, όμως, ότι φεύγοντας απ’ το ένα και πηγαίνοντας στην άλλη άκρη, με όλη αυτή τη νοοτροπία που διαμορφώθηκε και το ρόλο που έπαιξε αυτός με τα περιοδικά, το «Κλικ» και τ’ άλλα…

Ο Κωστόπουλος…

Ναι… που… μας εκμοντέρνισε όλους… που έβγαλε – πώς το είπε; – τη βλαχιά από πάνω μας…

«Ξεβλάχεψα την Ελλάδα» είπε…

Αν αισθάνεται αυτός ότι είχε βλαχιά και την έβγαλε, δεν με αφορά. Εγώ δεν θέλω να βγάλω τίποτα από πάνω μου, αυτό που λέει αυτός βλαχιά. Δεν θα με κάνει αυτός ιμιτασιόν, να μην είμαι τίποτα απ’ αυτά που θέλω. Έπαιξε αρνητικό ρόλο στη νεολαία, στο ντύσιμο, στη νοοτροπία, στην επικοινωνία, στις σχέσεις… Είναι τραγικό. Η ιστορία θα το δείξει αυτό και το ’χει ήδη ακουμπήσει.

Όταν μπήκε λοιπόν το  «λαϊφστάιλ» είπα, εγώ τώρα τι κάνω; Έτσι κι αλλιώς τα μαγαζιά δεν τα γουστάρω, και δεν με γουστάρουν κι αυτά. Άρα πρέπει να κάνω υποχωρήσεις – που με ρώτησες πριν. Μα δεν μπορώ να τ’ αντέξω αυτό. Άρα, λέω, δεν τραγουδάω επαγγελματικά. Έκανα κάποια πράγματα στη ζωή μου, έκανα 1600 συναυλίες – τις επαγγελματικές εννοώ, αυτές που πληρωνόμουν, γιατί έκανα κι εκατοντάδες που ήταν αλληλέγγυες, κινήματα, πολιτικές κλπ. Ό,τι είναι να κάνω το έκανα. Δε γουστάρω να κάνω αυτή την υποχώρηση, να  πρέπει να είμαι στο μαγαζί, να ’ρθεις να με δεις, ν’ ανοίξεις μπουκάλι, μια διαδικασία που τη σιχαινόμουνα, με αλισβερίσια… Άρα δεν θέλω να τραγουδάω κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες.

Επίσης συνέβηκε και κάτι άλλο που με στενοχώρησε. Είχα μια σχέση φιλική, αγαπημένη, μ’ έναν αγαπημένο μου φίλο, τον Δημήτρη Μητροπάνο, που γνωριστήκαμε στο στρατό, στο κελί… Δεν έχει νόημα να επεκταθώ, άλλωστε ό,τι έγινε δεν έχει να κάνει με τον Δημήτρη, το τονίζω αυτό, αλλά με τον περίγυρο… Στις 22 Ιουλίου του 1990 βγήκα από μια συνάντηση που ήταν κι ο ίδιος, με κάποιους άλλους ανθρώπους, και είπα τέρμα, δεν ξανατραγουδάω, δεν έχει νόημα. Σιχάθηκα από κάποια πράγματα… Ήταν μια μεγάλη συγκίνηση και φόρτιση με τον Δημήτρη, και είπα τέρμα. Για 17 χρόνια τραγούδαγα για τους φίλους μου, σε καμιά ταβέρνα, αλλά επαγγελματικά τίποτα.

Ήταν εύκολο;

Καθόλου. Έκανα καινούργια δουλειά, ασχολήθηκα με τα χρηματοοικονομικά και τα ασφαλιστικά για να ζήσω την οικογένειά μου. Θυμάμαι μια φορά πέρασα ευθεία έξω απ’ το γραφείο και δεν μπήκα μέσα, γιατί σκεφτόταν άλλα πράγματα το μυαλό μου. Είχα βρεθεί σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση, να το αποδεχτώ όλο αυτό. Ένας φίλος μου ψυχίατρος είχε βγάλει στα συνέδρια της ψυχιατρικής το σλόγκαν «από χειροκροτούμενος χειροκροτητής». Δεν είναι καθόλου εύκολο… Όμως το κατάφερα. Μου έκανε καλό ότι  κατάφερα αυτό να το διαχειριστώ και να το αντέξω. Μέχρι που μετά από τόσα χρόνια, δεκαεφτά, μου είπαν οι φίλοι «κάνε κάτι ρε μπαγάσα και για μας, κάτι κανονικό, μια παράσταση κανονική». Κι έτσι άρχισα να ξαναμπαίνω στα πράγματα…

Όταν επέστρεψες τι βρήκες; Πόσο είχαν αλλάξει τα πράγματα;

Στην αρχή νόμιζα πως είναι άλλο πράγμα. Πως οι μουσικοί δεν είναι άνθρωποι, για τις κακές αμοιβές, για τις μέρες, για τον τρόπο δουλειάς, κάθε πότε δουλεύουνε, πόσα λεφτά παίρνουν… Δεν το πίστευα. Δεν πίστευα πως είχαν αλλάξει τόσο πολύ και μάλιστα σε βάρος των συναδέλφων μου, μουσικών και τραγουδιστών. Τελείως άλλη κατάσταση, και επαγγελματικά και συνολικά. Όμως, ουδέν κακόν αμιγές καλού. Αυτό που έγινε με τα Μουσικά Λύκεια είναι από τα ωραιότερα πράγματα που έχουν γίνει στην Ελλάδα στο χώρο του πολιτισμού. Γέμισε η Ελλάδα καταπληκτικά παιδιά, μουσικούς και ανθρώπους. Με μεγάλο σεβασμό στη μουσική. Υπήρχε μια φοβερή φατρία, τότε στις «ωραίες μέρες», με τα πολλά λεφτά, που δεν μπορούσες με τίποτα να μπεις μέσα. Τριάντα μουσικοί έλεγχαν όλο το χώρο, τα καλύτερα μαγαζιά, τα στούντιο κλπ. Κοιμόντουσαν και βγάζανε λεφτά… Τον ξύπναγαν τον άλλο και τον κράταγαν δεμένο στην καρέκλα για να παίζει… Είχε φτάσει σε σημείο να ψιλοκοιμάται και να παίζει, χτίζοντας πολυκατοικίες. Δεν υπάρχει αυτό σήμερα. Χάσαμε πολλά, δεν υπάρχουν δισκογραφίες, τα ’χουν πουλήσει όλα, παράνομες εγγραφές στο Περιστέρι… πολλά πράγματα… Ποιος κατέστρεψε το τραγούδι; Ποιος έδιωξε τους δημιουργούς;

Ποιος;

Οι εταιρείες δίσκων. Ήταν πιο εύκολο έτσι να διαχειριστούν τους τραγουδιστές με χαμηλότερο υπόβαθρο, πιο εύκολο να τους ελέγξουν. Και οι δημιουργοί απ’ έξω, ως προς τα ποσοστά κι όχι μόνο. Δεν είναι τυχαίο. Για να κάνουν οι εταιρείες ό,τι θέλουν. Πήγαινες ας πούμε στον Άκη Πάνου κι έλεγε εγώ δε δίνω τραγούδια – μη σου πω τώρα το βρίσιμο που έλεγε – θέλεις να κάνουμε δίσκο σε κάποιον τραγουδιστή;  Θα πω εγώ σε ποιον και θα αποφασίσω εγώ ποια τραγούδια, ποιοι στίχοι κλπ. Σου λέει εγώ έχω το έργο, θα επιλέξουμε κάποιον που επίσης είναι σημαντικός για να το πει. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να είμαι ένα μηχάνημα που δίνω τραγούδια…

Αναφέρθηκες στη δισκογραφία. Παρά το ότι είσαι πολλά χρόνια στο τραγούδι, η δισκογραφία σου, αριθμητικά, είναι σχετικά μικρή. Να υποθέσουμε ότι δεν υπήρχαν τα ανάλογα ερεθίσματα, οι κατάλληλες προτάσεις ή μήπως είσαι δύσκολος στις συνεργασίες; 

Σου είπα πριν ότι έχει να κάνει με το δρόμο που ακολουθείς…

Δύσκολο να βρεις συνοδοιπόρους;

Μπορείς να βρεις, αρκεί να αναγνωρίσεις και τους άλλους δρόμους. Με ό,τι σημαίνει αυτό. Δεν αλλάζεις ένα δρόμο κι είναι όλα καλά. Εγώ δενόμουνα και συναισθηματικά με τους ανθρώπους στις συνεργασίες, και δεν κοίταζα αναλόγως τι με διευκολύνει στη δεδομένη στιγμή. Μου δόθηκε πχ μια άλλη ευκαιρία, να πάρω πίσω το λόγο μου, και να φύγω.  Όταν έχεις αυτή τη νοοτροπία, κι αυτή τη συμπεριφορά, το γνωρίζει κι ο χώρος, άρα κι αντιστοίχως οι προτάσεις θα είναι λιγότερες. Ξέρουν το χαρακτήρα σου… Με βάση αυτό, κι αφού ήθελα να εκφράζομαι και να λέω τραγούδια τέτοια που να ’χουν σχέση και με τη ζωή που κάνω – και που να τα λέω; σε μαγαζιά που ανοίγουν μπουκάλια, ή σε παραστάσεις, συναυλίες σ’ όλη την Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο – θα έπρεπε να μπορώ να επιλέγω τραγούδια που να μπορώ να τα λέω σ’ αυτό το κοινό, μ’ αυτόν τον τρόπο. Αν θέλεις να τα πεις αλλού, τότε θέλεις άλλα τραγούδια. Είναι άλλη διαδικασία κι άλλη συνεργασία. Μ’ αυτή την έννοια έχω 4-5 προσωπικούς δίσκους και άλλες μισές συμμετοχές σε άλλους πέντε, μαζί με όλα τα τελευταία που έχω κάνει.

Αναγκάζομαι να πω κάτι… μπορεί να είναι και αδυναμία μου… ίσως κάποιος μπορεί να πει ότι είναι αδυναμία μου. Ξέρω ανθρώπους που έχουν πει τρία τραγούδια κι έχουν μείνει, λέω, στην ιστορία,  και κάποιους που έχουν πει 1500 και δεν έμεινε κανένα. Δεν είναι μόνο ο όγκος. Αν έχεις κάνει 15 μεγάλους δίσκους και δεν έχει μείνει κανένα τραγούδι απ’ αυτά, τότε τι έχεις κερδίσει; Μακάρι να κάνεις 15 και να ’χουν μείνει κι οι 15.

Με τον Νταλάρα είχα μια κόντρα, από τότε που φτιάξαμε το σωματείο των τραγουδιστών και δεν μιλάγαμε. Όταν είχαμε κάνει μια παράσταση για τους πρόσφυγες, αφιερωμένη στον Ντάσο Κούρτι, τότε για πρώτη φορά ο Νταλάρας έριξε τον εγωισμό του κι ήρθε να μιλήσουμε. Μου είπε και του είπα κι εγώ πράγματα… Τότε με τα μνημόνια, που έκανε τις δωρεάν συναυλίες, κι έβγαινε στα κανάλια και μίλαγε, αναγκάστηκα να του απαντήσω σ’ ένα περιοδικό που μου ζήτησαν τη γνώμη μου. Είπα απευθυνόμενος στον Νταλάρα, ότι «είσαι ο πιο τυχερός, αφού έχεις πει τα περισσότερα καλά τραγούδια απ’ αυτά που κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Αυτό είναι σίγουρο. Αλλά, Γιώργο μου, να μας πεις και τι θα κάνουμε τώρα»…  Είναι σπάνια περίπτωση ο Νταλάρας. Τώρα γιατί και πώς, πόσο δικαίως και τι έχει γίνει, δεν έχει νόημα, γιατί θα φανεί ότι «α, εσύ δεν έχεις κάνει καριέρα και κατηγορείς τον Νταλάρα», καταλαβαίνεις τώρα. Εγώ, παρά την κόντρα μου με τον Νταλάρα, αναγνωρίζω ότι έχει πει τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια. Δηλαδή, απ’ αυτά που έχει πει, τουλάχιστον μέχρι μια περίοδο, τα εννιά στα δέκα είναι τραγούδια που θα μείνουν. Τώρα, αν πραγματικά αυτό έγινε σωστά ή όχι, ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει. Είναι μια άλλη ιστορία και άλλη συζήτηση, πολύ δύσκολη και δύσκολο άμα καταγραφεί να την αντιληφθεί ο κόσμος και να την εκτιμήσει. Το πιθανότερο είναι, αν πω κάτι εγώ που ξέρω τι και πώς γίνεται, οι περισσότεροι να πουν ότι αυτός το λέει ανταγωνιστικά, ζηλεύει.  Οπότε δεν έχει νόημα να το πω. Όμως ξαναλέω ότι απ’ όλους τους άλλους ο Νταλάρας έχει πει τα περισσότερα πολύ ωραία τραγούδια.

Έχεις πει κι εσύ πολύ ωραία τραγούδια. Για παράδειγμα, η ερμηνεία σου στη «Δίκοπη ζωή» είναι εμβληματική. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια γι’ αυτό το τραγούδι, πώς γράφτηκε και τι προηγήθηκε μέχρι να φτάσει στ’ αυτιά μας;

Θ’ αρχίσω αλλιώς… Όταν κάναμε ένα αφιέρωμα στον Ιανό για τον Μάνο Ελευθερίου, κι εγώ είχα επιστρέψει αλλά στην πραγματικότητα επαγγελματικά δεν δούλευα ακόμα, ήμασταν εκεί όλοι οι τραγουδιστές, Νταλάρας, Αλεξίου, Γαλάνη, Γλυκερία, πάρα πολλοί τραγουδιστές που είχαν συνεργαστεί με τον Ελευθερίου. Κάθε τόσο σηκωνόταν ο Μάνος κι έλεγε κάτι σ’ αυτόν που θα τραγουδούσε. Σηκώνεται κάποια στιγμή και λέει «είμαι πάρα πολύ τυχερός γιατί στα τραγούδια μου βάλαν μουσική καταπληκτικοί δημιουργοί και τα τραγουδήσανε πάρα πολύ μεγάλοι ερμηνευτές, μεγάλη μου τύχη και τιμή κλπ. Όμως, θέλω να σας πω ότι μερικοί απ’ αυτούς έχουν ξεφύγει απ’ τα όρια, κι έχουν γίνει μύθος. Κι έχει γίνει μύθος ένας απ’ αυτούς κι είναι τώρα εδώ, μαζί μας»… Και μου πλέκει το εγκώμιο. Επέλεξε εμένα ανάμεσα σ’ όλους αυτούς για να πει ότι είμαι μύθος! Από τη μια χάρηκα κι απ’ την άλλη αισθάνθηκα λίγο άβολα. Έτσι είμαι σαν άνθρωπος, παρόλο το κουράγιο που έχω γενικότερα στη ζωή. Δηλαδή με ευχαρίστησε αυτό, μεγάλη μου τιμή – ο Μάνος που δεν χαρίζεται κιόλας και δε λέει κουβέντες ποτέ – μπροστά σ’ όλους αυτούς…

Αυτό λοιπόν το τραγούδι το τραγούδησα το 1975, τέλος, προς ’76, στον Σμυρναίο, στο στούντιο  Polysound, απέναντι απ’ το Πολυτεχνείο. Μου είχε δώσει ο Θάνος το τραγούδι σε μια κασέτα, να το μάθω μαζί με την Κιβωτό και άλλα, διάβασα τα λόγια – καταλαβαίνεις ποια εποχή – συγκλονίστηκα. Μεγάλη μου τιμή… Στίχοι του Μάνου Ελευθερίου και μουσική του Θάνου του Μικρούτσικου – να ’ναι καλά τώρα, στη μάχη τη μεγάλη που δίνει, ο φίλος μου…

Είχα σπάσει τότε ένα δόντι κι έβαλα μια τσίχλα στο κενό γιατί ψεύδιζα. Χρειαζόταν τότε κάποιες μέρες για να φτιαχτεί μια θήκη και κάποιος μου είπε «βάλε μια τσίχλα για να μη βγαίνει η γλώσσα έξω». Έτσι τραγούδησα αυτό το τραγούδι, με την τσίχλα στο στόμα! Και δεν έφτανε αυτό, πέφτει ένας κεραυνός και σταματάει να λειτουργεί το στούντιο, στη μέση της ηχογράφησης! Ξέρεις, τότε διάλεγες ένα τρακ, δεν υπήρχε η δυνατότητα να διορθώσεις ψηφιακά. Άντε πάλι ξανά να διορθώσεις απ’ την αρχή, με ταινία… Και την ώρα που είχαμε κάνει μια καλή ερμηνεία και φτάναμε στη μέση, πέφτει απ’ τον κεραυνό το ρεύμα. Μετά  από μια ώρα τα καταφέραμε και ξεκινήσαμε. Ήταν σημαδιακό το τραγούδι (γέλια).

Με την τσίχλα στο στόμα;!

Ναι, με την τσίχλα στο στόμα. Το θυμάμαι, ήταν συγκλονιστικό. Το είδα που ήταν σε ρυθμό τρία τέταρτα τσάμικο και μου ήταν εύκολο, γιατί έχω τις μνήμες, αλλά προσπαθούσα να καταλάβω τα λόγια, τι ακριβώς λένε τα λόγια. Να σου πω όμως κάτι; Παρόλο που διάβαζα, παρόλο που είχα μεγάλη χαρά που θα έλεγα αυτό το τραγούδι, δεν έχει καμιά σχέση πώς το αντιλαμβάνομαι σήμερα, ή χρόνια μετά από τότε, μετά τα σαράντα. Το ίδιο ποίημα πώς το κατανοώ τώρα, και πώς τώρα το ερμηνεύω. Συγνώμη για τη φράση μου, χρειάζεται να κάνεις διαδρομή… Όπως γίνεται και με τα βιβλία. Πολλές φορές τα ξαναδιαβάζουμε κι έχουμε περισσότερα και διαφορετικά συμπληρωματικά συναισθήματα και καταστάσεις που μεταφέρονται, ενώ το ίδιο έχεις διαβάσει…

Είναι μια διαδικασία που δεν σταματάει αυτή…

Ποτέ. Ας πούμε, τι ανακάλυψα τελευταία; Το τετράστιχο το συγκλονιστικό είναι «Κρυφά και φανερά σ’ ακολουθούνε/ οι συμμορίες κι οι βασανιστές/ και ψάχνουν μέρα – νύχτα να σε βρούνε,/ μα δεν υπάρχει δρόμος να διαβούνε/ γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές,/ το χώμα που πατούν να προσκυνούνε». Αυτό που ανακάλυψα, εκτός απ’ αυτό το τετράστιχο, είναι: «και να ’σαι το πουλί κι ο κυνηγός/ στις μαύρες λαγκαδιές του παραδείσου». Αυτό που είχα κατανοήσει, τότε, είχα κατανοήσει. Αυτό που κατανοώ σήμερα είναι να είσαι το πουλί κι ο κυνηγός ταυτόχρονα, στις μαύρες λαγκαδιές του παραδείσου… Μετά από τριάντα – σαράντα χρόνια… Η «Δίκοπη ζωή» αξιολογήθηκε ως ένα από τα 25 καλύτερα τραγούδια των τελευταίων τριάντα χρόνων. Λέω καμιά φορά, να, λίγα έχω τραγούδια έχω πει αλλά μπορεί να είμαι τυχερός (γέλια).

Νιώθεις τυχερός;

Ε, βέβαια, βέβαια. Σε μια άλλη εκδήλωση που τιμήσαμε τον Μάνο Ελευθερίου, στο Γκάζι, θα έλεγα κι εγώ δυο τραγούδια. Μου λέει ο Μάνος «Μεράντζα, να σου πω κάτι. Θυμάσαι τι είχα πει στον Ιανό, έτσι; Σου έχω μια αδυναμία, μεγάλη. Εσύ σώθηκες, δεν καταστράφηκες. Μ’ αυτό που έπαθες και έφυγες κουρδίστηκες και πήρες πράγματα, πάρα πολλά, φορτία μεγάλα, και ξαναήρθες κι είναι σα να ’σαι καινούργιος, άλλος. Άκουσα κάπου, σε πιάνει μια τρέλα όταν τραγουδάς στις παραστάσεις και έξω απ’ τις πρόβες που ’χεις κάνει με τους μουσικούς και αρχίζεις και λες και τραγούδια α καπέλα κλπ. Άκουσα, μου το φέραν ηχογραφημένο ένα κομμάτι από τα «Τροπάρια για φονιάδες» που λέει «Κώστα Μίχο γιατί κρύβεις τ’ όνομά σου;/ Στα καφενεία που συχνάζεις δεν κατοικούν οι παντοκράτορες/ Κώστας Καρυωτάκης γράφει κι η ταυτότητά σου,/ πρίγκηπας επάγγελμα, πρίγκηπας για τη γενιά σου./ Παραμονεύουν οι φασίστες με τους ψευδομάρτυρες». Το άκουσα και τρελάθηκα. Μπορείς να μου κάνεις τη χαρά και να το πεις, ένα τετράστιχο – δυο, εδώ; Και πες μετά τ’ άλλα τραγούδια». Πάει σε μια άκρη απέναντι, με το καπέλο του, και μόλις τον είδα λέω τι τιμή, να μου έχει παραγγείλει και να περιμένει ο Μάνος Ελευθερίου να του πω α καπέλα ένα από τα τραγούδια που έχει γράψει. Πρόκειται για πολύ ιδιαίτερο τραγούδι. Ο Θάνος έχει κάνει μια ενορχήστρωση με πνευστά κλπ, πάρα πολύ δύσκολη, που δεν πρόκειται κανένας να το παίξει έτσι. Γι’ αυτό το λέω κι εγώ α καπέλα, γιατί αλλιώς πρέπει να κάνουμε έξι μήνες πρόβες για να μπορούμε να το παίξουμε!

Το είπα, κι όταν τελείωσε με πλησίασε ο Μάνος και μου είπε «αυτό που σου είπα να θυμάσαι, γιατί δεν ξέρω πόσες φορές θα βρεθούμε στο μέλλον. Να το πεις και στ’ άλλα παιδιά αυτό: Έχει σημασία να ξέρουμε τι στάση κρατάμε κι ας μην είμαστε συνέχεια μπροστά. Να παίρνουμε αποστάσεις. Εμένα μου έμαθες πολλά από αυτό που έκανες»…

Ξανασυναντηθήκατε από τότε;

«Έφυγε»… Δεν τα έχω πει ποτέ αυτά… Παράγγειλε να του πω κάτι, με τον τρόπο που μου το ζήτησε, ένας άνθρωπος με αυτές τις ιδιομορφίες και τις ιδιαιτερότητες, μέγιστος… Όχι μόνο χάρηκα που το είπα, αλλά αυτή η συμβουλή που μου έδωσε είναι για μένα ο τραπεζικός μου λογαριασμός…

Είναι ένα γαλόνι;

Ε, βέβαια. Συγνώμη, αλλά τεράστιο. Κατά τη γνώμη μου, δεν με νοιάζει τι λέει ο κόσμος. Τεράστιο… Αυτός ο άνθρωπος, και μερικοί άλλοι, σπάνια μιλάνε. Τώρα θα πει κάποιος το λες γιατί στο είπε εσένα. Ξέρουν όλοι στην πιάτσα ότι ο Μάνος σπάνια μιλάει. Να πει κουβέντα, δεν είσαι καλά… Ο Μάνος δεν έγλειφε κανένα. Δεν μπορούσες να τον βάλεις στο λούκι. Ο Μάνος ήταν μόνος του, δεν έβγαινε, δεν πήγαινε πουθενά, δεν μπορούσες να τον χειριστείς. Όσοι τον ξέραμε, έτσι τον αγαπούσαμε. Όσοι τον κάναμε παρέα ξέραμε όλοι ότι ο Μάνος δεν ήταν να αγοράσεις κάτι, με κάποιο κόστος.

Καινούργια τραγούδια υπάρχουν στα σκαριά; Ετοιμάζεις κάτι;

Στο χωριό μου λένε σκατά στο στόμα μου… (γέλια). Τυχαίνει να στο πω εσένα ότι θα κάνω ένα σιντί, καινούργιο, θα μπούμε στο στούντιο. Απλώς, δεν ξέρω τώρα τι να κάνω… Επειδή μου έκανε ο Δημήτρης ο Σίντος ένα τραγούδι του Βάρναλη – μου άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος που ο Δημήτρης προσέγγισε μουσικά τον Βάρναλη κι είναι κι επίκαιρο αυτό το ποίημά του –  έλεγα να συμπληρώσω με άλλα οχτώ τραγούδια με στίχους ποιητών.  Να τελειώσω δηλαδή έτσι όπως ξεκίνησα, γιατί περνάνε και τα χρόνια… Και ψάχνω να βρω τα υπόλοιπα. Αλλά από την άλλη μεριά έχουν έρθει κι άνθρωποι και μου δίνουν τραγούδια, επειδή συγκινούνται μ’ αυτές τις παραστάσεις στην Απανεμιά. Βρίσκομαι σε δίλημμα.

Γιατί επέλεξες να εμφανίζεσαι στην Απανεμιά των μερικών δεκάδων θέσεων και όχι σε μια μεγάλη μουσική σκηνή;

Μου αρέσει η ερώτηση. Όταν λοιπόν επανήλθα έκανα διάφορες παραστάσεις κάθε χρόνο, 5-6 παραστάσεις στο Γυάλινο, στο Ρυθμός Stage, που χωράνε πολύ περισσότερα άτομα. Στεναχωριόμουν κάθε φορά γιατί ερχόταν κόσμος που έβλεπα πόσο ωραία πέρναγε. Μου έλεγαν «Γιώργο, πόσο ωραία ήτανε, θέλουμε να ξανάρθουμε αλλά πώς να πληρώσουμε;». Το εισιτήριο είχε 12 ευρώ για όρθιους, λίγες όμως οι θέσεις και αν καθόσουν σε τραπέζι είχε 30 ευρώ ελάχιστη κατανάλωση. Και τι να τους πω εγώ; Ότι δεν έχω σχέση μ’ αυτά και ότι δεν τα παίρνω εγώ; Ποιος σε πιστεύει;

Η Απανεμιά είναι ιστορικό μαγαζί. Ξέρω ποιοι ξεκίνησαν από εκεί, συνθέτες, τραγουδιστές, στιχουργοί. Είναι ένα εργαστήρι πολιτισμού και δεν το λέω για να παινέψω το μαγαζί, αυτή είναι η αλήθεια. Όσοι έχουν μια ηλικία το γνωρίζουν αυτό. Όταν μου έκαναν πρόταση και μου είπαν ότι θα έχει 10 ευρώ το εισιτήριο μαζί με το ποτό, χωρίς όρθιους – όλοι κάθονται, και δεν σε υποχρεώνουν να πάρεις δεύτερο – αυτός ήταν ο πιο σημαντικός λόγος που επέλεξα την Απανεμιά. Το αποτέλεσμα; Ξεκινήσαμε για 5-6 Κυριακές, έχουμε φτάσει 16-17 και θα ξεπεράσουμε όπως φαίνεται και τις είκοσι. Υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν παρέες που έρχονται κάθε Κυριακή. Κάθε Κυριακή! Αισθάνομαι μεγάλη χαρά γι’ αυτό. Αυτός είναι ο λόγος. Και συναισθηματικά και σαν χώρος, αλλά και το οικονομικό, για τον κόσμο. Πολύ σημαντικός αυτός ο λόγος ειδικά στις μέρες μας, με τη ζωή που ζούμε. Έτσι βλέπω εγώ τα πράγματα. Άλλος θα έλεγε «εγώ τραγουδάω, παίρνω ένα μεροκάματο, τι να κάνω, αυτές είναι οι τιμές»… Δεν μπορείς να επιβάλλεις ελάχιστη κατανάλωση σ’ αυτόν που θα έρθει στο μαγαζί. Να, βλέπεις σε τι διαδικασίες μπαίνεις, άμα δουλεύεις στα μαγαζιά; Κοίτα τι αλισβερίσι γίνεται: τι τιμές θα βάλει, πόσο θα χρεώσει αυτό, πόσο εκείνο, τα ποσοστά, να έχεις πόρτα, οι προσκλήσεις, οι δικοί του, οι άλλοι… Τι σχέση έχει όλο αυτό με το τραγούδι;

(συνεχίζεται)

 

Ένα κρύο μεσημέρι του Φλεβάρη, συναντηθήκαμε στο Cafe rue de Marseille, στην οδό Μασσαλίας. Ο Γιώργος Μεράντζας παθιάζεται, οργίζεται, συγκινείται, κάνει σχέδια, ονειρεύεται, ξεκλειδώνει μνήμες, μιλάει για τα πρόσωπα που τον καθόρισαν, τις στιγμές που τον σημάδεψαν, το τραγούδι, την ποίηση, την αριστερά, το φασισμό. Μιλάει κοιτάζοντάς με ίσα στα μάτια. Με μια αμεσότητα που – κάποιες στιγμές – ξαφνιάζει. Ακόμα κι εκεί που διαφωνείς μαζί του, δεν μπορείς να μην του αναγνωρίσεις την ευθύτητα της άποψής του, που την εκφέρει χωρίς περιτύλιγμα…

Δείτε εδώ το Α’ μέρος της συνέντευξης

Δεν πρόκειται για μια τυπική συνομιλία, αλλά για μια αληθινή κατάθεση ψυχής, που κράτησε πάνω από δυόμιση ώρες (μια μικρή γεύση πήρατε από το βίντεο, εδώ). Προβληματίστηκα αν θα έπρεπε να κόψω κάτι, και τότε άρχισαν να μου επιτίθενται με καταιγιστικό ρυθμό οι ενοχές και τα διλήμματα… Έκανα κι εγώ πίσω. Οι όποιες επεμβάσεις μου είχαν σκοπό να «τιθασευτεί» ο χειμαρρώδης λόγος του Γιώργου Μεράντζα, όσο γινόταν…Το απομαγνητοφωνημένο κείμενο μεγάλο, δημοσιεύεται σε δυο μέρη. Παρακάτω θα διαβάσετε (και θα δείτε στα ένθετα βίντεο) το δεύτερο μέρος.

Την οπτικοακουστική κάλυψη (φωτογραφίες-βίντεο) της συνομιλίας επιμελήθηκε η ομάδα The MVP Project (Γιώργο, Ελπίδα, πολλά ευχαριστώ…)

Γ. Μεράντζας: «Να πω εγώ για τον εαυτό μου καλλιτέχνης; Ποτέ!» – Συνέντευξη στην Κατιούσα (Β’ μέρος)

Β’ μέρος

Όταν τραγουδάς στη σκηνή κλείνεις τα μάτια. Τι σκέφτεσαι εκείνες τις στιγμές; Ποια συναισθήματα σε πλημμυρίζουν;

Είναι ένας τρόπος έκφρασης. Το σκέφτηκα πολλές φορές αυτό. Μου έλεγε ένας φίλος μου μου αρέσει πολύ όταν έχεις κλειστά τα μάτια. Ένας άλλος μου έλεγε μου αρέσει πολύ όταν έχεις ανοιχτά τα μάτια και χαμογελάς ή τσατίζεσαι κλπ. Ίσως ασυναίσθητα… Τις περισσότερες φορές κλείνω τα μάτια γιατί συγκεντρώνομαι στις εικόνες που βλέπω. Για να μην επηρεαστώ, ίσως, λέω, απ’ το περιβάλλον. Από μια φάτσα, από μια συμπεριφορά… Κι άλλες στιγμές που φορτίζεται ο ψυχικός μου κόσμος από κάποιον στίχο, τότε δεν υπάρχει περίπτωση να κλείσω τα μάτια.

Άρα το επιλέγεις…

Βεβαίως. Κι όταν κλείνω τα μάτια βλέπω. Βλέπω τις εικόνες μου. Θα σου πω μια ιστορία, ένα παράδειγμα. Όταν η κόρη μου ήταν έξι χρονών με ρώτησε «βρε μπαμπά, σου αρέσουν τα τραγούδια που ακούμε εδώ στο πάρτι;». Της λέω, εντάξει, καλά είναι. Σε μια εκδρομή που είχαμε πάει, ακούγανε τα παιδιά τον Σάκη – ήταν φίρμα τότε – και χορεύανε.

Λέω στην κόρη μου, να σου πω ένα τραγούδι; Και της λέω αυτό του Λειβαδίτη που λέει «την πόρτα ανοίγω το βράδυ». Της λέω θα στο πω, αλλά πρώτα θα σου πω την εικόνα, για να καταλάβεις τι λέει αυτό το τραγούδι. Είναι ένας ποιητής μέσα σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα ύψωμα, και σκέφτεται τον κόσμο και γράφει και επικοινωνεί.  Κι όπως υπάρχει ο φάρος μπροστά στο λιμάνι που μπαίνουν τα πλοία, αυτός έχει μια λάμπα αναμμένη, γιατί μπορεί να έρθει κάποιος να μπει. Να μπει, όχι μόνο στο σπίτι και στη ζεστασιά του, είναι κι άλλου είδους επικοινωνία. Κι άρχισα να της εξηγώ…

Συγκινήθηκε η κόρη μου και το απόγευμα, χωρίς να μου το πούνε, πήγαν με μια φίλη της – μικρή κι αυτή, στην ηλικία της – κι αγόρασαν το δίσκο και μάθαν το τραγούδι και μου το τραγουδήσανε. Για να μου κάνουν το χατίρι, επειδή τους άρεσε η εικόνα που τους περιέγραψα. Με είχαν πιάσει τα κλάματα. Απ’ την εικόνα περισσότερο ακούσανε το τραγούδι που τους τραγούδησα στην παραλία.

Αυτό έχει να κάνει και με τους χώρους που τραγουδάς;

Σαφώς! Αν για παράδειγμα είχα την εμπορική επιτυχία, κι έλεγα ναι, να πάω σ’ ένα μεγάλο μαγαζί, με τα τραγούδια που διαλέγω να πω, πώς θα τα πω σε 800 άτομα έτσι όπως είναι τα μαγαζιά σήμερα; Λέω αν και επαναλαμβάνω το αν, για να μη πουν κάποιοι… Άρα, έπρεπε να πω άλλα τραγούδια. Ή τα ίδια, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Δεν ξέρω, δεν βρίσκω τον τρόπο. Μπορεί να μην έχω την ικανότητα να πάω σ’ αυτούς τους χώρους, ενώ στη συναυλία που είναι 10 – 20.000 κόσμος μου είναι πιο εύκολο να επικοινωνήσω. Σ’ αυτά τα μαγαζιά που γίνεται χαμός πήγα καναδυό φορές και δεν αισθάνθηκα καλά. Είδα και κάποιους συναδέλφους μου, που τους εκτιμώ πολύ, ν’ αδικούν οι ίδιοι τον εαυτό τους. Έτσι αισθάνομαι. Θα πει κάποιος είναι και το βιοποριστικό στη μέση. Όμως αισθάνομαι πραγματικά ότι το έργο που παράγεται εκεί είναι κατώτερο απ’ αυτό που αξίζουν οι ίδιοι. Που εγώ νομίζω ότι αξίζουν, αλλά όχι μόνο εγώ…  Πολλές φορές κι οι ίδιοι μου το λένε… «Τι να πεις εκεί Γιώργο μου, δε βλέπεις τι γίνεται;»…

Αυτό που ακούμε σήμερα από τους περισσότερους καλλιτέχνες είναι ένα κάλεσμα να περάσουμε δυο ώρες καλά, να ξεχαστούμε. Αντίθετα, εσύ επιμένεις να τραγουδάς για «όσα μας πονάνε». Γιατί;

Καταρχήν αισθάνθηκα κάπως όταν είπες «καλλιτέχνες». Τι είναι καλλιτέχνες; Δεν ξέρω ποιος θα το ορίσει. Ποιος το λέει αυτό; Να πω εγώ για τον εαυτό μου καλλιτέχνης; Ποτέ! Μετά θάνατο ας το πει ο κόσμος, αν είμαι λίγο, στις παρυφές, μέσα, απ’ έξω, ή μακριά. Μισώ αυτή τη λέξη να τη λέει κάποιος για τον εαυτό του. Ας αφήσουμε λοιπόν τη λέξη καλλιτέχνης. Επαγγελματίας στο χώρο της μουσικής… Να περάσουμε δυο ώρες καλά; Έξω πουλάνε χάπια που σε κάνουν να περνάς καλά. Να τ’ αγοράσουμε; Τι εννοούμε να περάσουμε καλά, τι είναι το καλά;

Να ξεχαστούμε, θα σου πουν…

Από τι να ξεχαστώ;

Από τα προβλήματα, βρε αδερφέ, από τις δυσκολίες της ζωής…

Δεν θέλω να ξεχαστώ, από τίποτα. Να θυμάμαι θέλω. Αλίμονό μου! Αυτοί που είναι άρρωστοι και τους χάνουμε στο δρόμο έχουν ξεχαστεί. Αυτό θέλουμε; Να ξεχαστώ;! Αγριεύομαι μόνο που τ’ ακούω. Να ξεχαστούμε, λέει, να περάσουμε καλά… Πώς θα περάσουμε καλά; Με ποιον τρόπο; Αν περνάς έτσι καλά, πάρε και κανένα βαρβιτουρικό… να δέσει… Είναι υποτιμητικό για τους ίδιους να το λένε. Αν περνάς έτσι καλά, αν χάνεσαι, αν δεν καταλαβαίνεις, δεν νιώθεις, δεν συγκινείσαι, δεν, δεν… αν αυτό είναι καλά, τότε ζήσε μ’ αυτό…

Εσένα τι σε πονάει;

Η αλήθεια. Αυτό που με συγκλονίζει, αυτό με πονάει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο συγκινητικό απ’ την αλήθεια. Ακόμα κι όταν δε συμφωνείς μ’ αυτή την αλήθεια, του όποιου. Η αλήθεια είναι πολύ σημαντική υπόθεση. Τώρα θα μου πεις ποια αλήθεια, δεν είναι μια η αλήθεια. Η αλήθεια σου. Όταν θα μου πεις για τον εαυτό σου, γι’ αυτά που ζεις, για την αλήθεια σου, δεν μπορεί αυτό να μη με συγκινήσει. Όλα τ’ άλλα είναι φτιαχτά. Πώς να μιλήσουμε για πράγματα που δεν έχουν αξία κι είναι φτιαχτά, πλαστικά…

Το κοινό έρχεται για να σε ακούσει. Εσύ έχεις τρόπους ν’ ακούς το κοινό;

Νομίζω ναι. Δεν ξέρω αν το καταφέρνω πάντα, αλλά μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ… Πολλές φορές μου λένε οι φίλοι μου πώς γίνεται ρε μπαγάσα να γίνεται σιγή…η εκκλησία δεν δίνει τη διάσταση αυτή που συμβαίνει. Πολλές φορές – θα με πουν τώρα μεταφυσικό – νιώθω ν’ ακούω τον χτύπο, ενιαίο χτύπο της καρδιάς των ανθρώπων που είναι μέσα. Σα να τον ακούω με τ’ αυτιά μου. Ακούω τον κόσμο, όχι για να του πω αυτό που θέλει – εγώ θα πω αυτά που θέλω, αυτά που εγώ αποφασίζω και γιατρεύομαι. Κι αν γιατρεύονται κι αυτοί… Δεν θα πω τραγούδια για να γίνω αρεστός. Πολλές φορές το παρακάνω κιόλας. Αν είναι μέσα σ’ αυτά που γουστάρω και με τρελαίνουν, τότε ναι, και χαρά μου μεγάλη. Κι έτσι συμβαίνει τις περισσότερες φορές. Ακούω το σφυγμό του κόσμου που έρχεται να μ’ ακούσει, βλέπω τη συγκίνησή του. Το βλέπω στα μάτια τους…

Στην παράσταση ανάμεσα στα τραγούδια διαβάζεις στίχους του Τάσου Λειβαδίτη.

Ναι, εδώ και τρία χρόνια.

Τι θέση έχει η ποίηση στη ζωή σου;

Την πρώτη. Τον λίγο ελεύθερο χρόνο που έχω, διαβάζω στο ξενοδοχείο, πάνω στα βουνά. Έχω στη βιβλιοθήκη όλους τους ποιητές για να διαβάζει κι ο κόσμος. Διαβάζω δέκα σελίδες από έναν ποιητή που μ’ αρέσει, Έλληνα ή ξένο, και γίνομαι καινούργιος, ή μπαίνω σε προβληματισμούς… Είναι φοβερό πράγμα η ποίηση…

Ποιους άλλους ποιητές ξεχωρίζεις εκτός από τον Λειβαδίτη;

Είχα και προσωπική σχέση κι αγαπάω πάρα πολύ τον Ρίτσο. Παλιότερα δεν ήταν στις επιλογές μου και στο μυαλό μου ο Καβάφης. Ο Ρίτσος μου είπε ότι  ο Καβάφης είναι ο πιο ποιητής απ’ τους ποιητές, όσο αφορά τη γραφή, ο τρόπος που χειρίζεται τη γλώσσα είναι ο τέλειος. Τότε μου φάνηκε περίεργο. Περνώντας τα χρόνια αντιλαμβάνομαι πόσο μέγιστος ποιητής είναι. Δεν είναι όμως η πρώτη μου επιλογή. Ο Λειβαδίτης είναι πολύ αγαπημένος μου ποιητής, ο Γιάννης ο Ρίτσος, με συγκλονίζουν κάποια του Σεφέρη, παρόλο που γενικότερα, σαν στάση ζωής…δεν μπορώ να το αγνοήσω αυτό. Μου αρέσει πάρα πολύ ο Καββαδίας. Τι γραφή… Θα σου πω κάτι… Κάνουμε πρόβες με τον Λεοντή κι έρχεται ένας γεράκος μ’ ένα καπελάκι και μια χλαίνη. Διακόπτει την πρόβα ο Λεοντής και πάει και μιλάει για λίγο μαζί του. Φεύγει μετά αυτός. Την άλλη μέρα ξαναήρθε πάλι, πάλι ο Λεοντής σταμάτησε την πρόβα και μας λέει να σας συστήσω, ο Καββαδίας. Τότε εμείς, ξέρεις, επαναστατημένη νεολαία, δεν είχα διαβάσει ποιήματά του, είχα ακούσει μόνο ότι ήταν σημαντικός ποιητής. Κοίταζα το βλέμμα του. Θυμάμαι το βλέμμα του… Πέντε λέξεις μόνο είπε. Κι όταν αργότερα διάβασα και διαβάζω ποιήματά του, το μυαλό μου πάει στο βλέμμα του. Σε διαπερνούσε το βλέμμα του…

Αυτοί είναι οι πιο αγαπημένοι μου. Επίσης κάποια κομμάτια του Ελύτη, αλλά οι πιο αγαπημένοι μου είναι αυτοί οι τρεις.

Θυμάμαι όταν κάναμε παραστάσεις πάνω στο βουνό, στα 1500 μέτρα υψόμετρο, στην Ήπειρο, με τον τίτλο Φωνή βουνόντων, και βάλαμε κρεμώντας σε μια  διαδρομή τριών χιλιομέτρων τα τετράστιχα των ποιητών. Μάζεψα όλη τη νεολαία και τους παππούδες ένα βράδυ γύρω απ’ τη φωτιά, για ν’ αποφασίσουμε ποια τετράστιχα θα κρεμάσουμε στα έλατα στη διαδρομή προς το φεστιβάλ, κι ερχόταν νεολαία και κόσμος, μεγάλοι, για να υπερασπιστούν το τετράστιχό τους. Ένας πρότεινε τους στίχους του Ρίτσου «Να με θυμόσαστε – είπε./ Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα/ χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,/ για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα». Ή θυμάμαι ας πούμε του Ελύτη «Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος· κι αν είδες, είδες»… «Κι αν δεν πεθαίνουμε ο ένας για τον άλλον», λέει ο Λειβαδίτης, «είμαστε κιόλας νεκροί»… Υπάρχουν πτυχές των ποιητών, του Ρίτσου και άλλων, που δεν τις γνωρίζει ο πολύς ο κόσμος. Έχουν γράψει κι άλλα πράγματα, δεν είναι μόνο αυτό που είναι μπροστά, το έργο τους έχει κι άλλες πλευρές.

Σε βλέπουμε να συνεργάζεσαι επί σειρά ετών με τους ίδιους συνεργάτες…

Μόνο με τους ίδιους. Μόνο.

…Ντάσο Κούρτι, Δημήτρη Σίντο, Μανώλη Πάππο, Βασίλη Προδρόμου…

Και Βασίλη Κετεντζόγλου.

Με ποια κριτήρια επιλέγεις τους συνεργάτες σου;

Με παρακίνησε κάποτε μια συνάδελφος να πάμε σε μια παράσταση. Ήταν το πρώτο ταρακούνημα: «Γιώργο, έλα κάπου να πεις δυο τραγούδια στον κόσμο». Με κάλεσε να κάνουμε μια πρόβα επειδή εγώ δεν τραγούδαγα τότε επαγγελματικά. Πήγα κι εκεί συνάντησα τον Ντάσο Κούρτι και τον Βασίλη Κετεντζόγλου. Όπως παίξαμε στην πρόβα – για πρώτη φορά! – σα να έγινε κάτι μαγικό.

Ένας λόγος που τραγουδάω είναι κι οι συνεργάτες μου, που με κάνουν και νιώθω καλά στο πάλκο. Γιατί είναι και μουσικάρες και δημιουργοί και καταπληκτικά παιδιά. Δεν είχα γνωρίσει στην προηγούμενη επαγγελματική μου ζωή τέτοια ποιότητα ανθρώπων και μουσικών, παρόλο που έκανα παρέα με τους καλύτερους. Είναι άλλη γενιά, άλλη νοοτροπία. Είναι φοβερό, αυτά που κουβεντιάζουμε, οι αναζητήσεις τους…

Ο Πάππος δουλεύει τέσσερις πέντε μέρες τη βδομάδα σε άλλους χώρους και τις Κυριακές είμαστε μαζί στην Απανεμιά. Μου είπε τις προάλλες, «κοίτα Γιώργο, τώρα που τελείωσαν οι γιορτές συνήθως τα προγράμματα κάνουν μια κοιλιά. Δεν με νοιάζει το μεροκάματο, αν θα το πάρουμε, μη σταματήσουμε γιατί εγώ περιμένω να έρθει η Κυριακή να γίνω καλά». Δεν έχω και την άδειά του για να το πω, αλλά συγκλονίστηκα μ’ αυτό που είπε… Κι όλοι ξέρουν ποιος είναι ο Μανώλης Πάππος, και τι συμπεριφορά έχει. Δεν μασάει και δεν τον νοιάζει να πει λόγια, δεν καταλαβαίνει από τέτοια…

Ξέρεις τι χαρά μου δίνουν οι συνεργάτες μου όταν έρχονται μετά από οχτώ ώρες πρόβα, που έκαναν αλλού, και μου λένε «ήρθαμε τώρα εδώ για να ευχαριστηθούμε τη βραδιά»;! Είναι μεγάλο πράγμα…

Πότε θεωρείς ότι ήταν πιο δύσκολο να ξεκινήσει ένας νέος τραγουδιστής, την εποχή που ξεκίνησες εσύ ή σήμερα και γιατί;

Νομίζω σήμερα, γιατί καταρχήν η δουλειά τότε – για κάποιον που έβρισκε δουλειά – ήταν  τουλάχιστον έξι μέρες. Σήμερα είναι μια ή σπάνια δυο μέρες την εβδομάδα. Από μόνο του αυτό είναι δύσκολο. Δεύτερο, δεν υπάρχουν δισκογραφικές εταιρείες κι ό,τι σημαίνει αυτό, προτάσεις, στούντιο κλπ. Τρίτο, ο δημιουργός για να υπάρχει σήμερα, πρέπει να εμφανίζεται στο πάλκο. Διαφορετικά πώς θα ζήσει, αν είναι στιχουργός, αν είναι συνθέτης, από πού θα πληρωθεί; Αφού τους δίσκους τους κάνουν με έξοδα οι ίδιοι. Ό,τι και να σου λένε σχεδόν όλοι έχουν συμμετοχή, το ογδόντα τοις εκατό των περιπτώσεων τον δίσκο τον πληρώνουν οι ίδιοι. Από πού θα πάρει λεφτά κάποιος που γράφει τραγούδια και είναι συνθέτης αν δεν εμφανίζεται ο ίδιος με κάποιο τρόπο σε μια παράσταση; Σαφώς είναι πιο δύσκολο σήμερα.

Και για να γίνει γνωστός;  Η τεχνολογία σήμερα δεν τον βοηθάει να γίνει πιο εύκολα πιο γρήγορα γνωστός; Το διαδίκτυο, το YouTube;

Ναι, αλλά το διαδίκτυο, έχει κι αυτό το δικό του πλαίσιο του και τους δικούς του όρους. Τι προτείνει συνήθως; Αν είσαι στις επιλογές της μειοψηφίας που έχει έναν άλλο τρόπο σκέψης, εντάξει σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις ένα δίσκο και με μια κιθάρα, ένα μικρόφωνο να σε δουν στο διαδίκτυο. Αλλά ακόμα κι αυτό, το πώς θα σε δουν και κάτω από ποιες  συνθήκες… Κι όλα τα παιχνίδια που παίζονται, τα οικονομικά, είναι τραγικό… Έχω τέτοια παραδείγματα, τι προωθούν και με ποιον τρόπο και με τι μηνιαίες συμβάσεις, ραδιόφωνα, διαδίκτυο κλπ, δεν μπορείς να φανταστείς. Δεν είναι δικαιολογίες. Μισώ αυτά που λένε κάποιοι «άμα λάχει, εγώ μεγάλε πόσο άξιζα και με ρίξανε οι κουφάλες», δεν τα γουστάρω αυτά. Όποιος αξίζει, μπορεί να μην κερδίσει αυτό που του αξίζει, αλλά δεν μπορεί να τον θάψει κανένας. Είναι πιο δύσκολο σήμερα, πιο δύσκολο.

Τα τηλεοπτικά «τάλεντ σόου»;

Είναι τάλεντ σόου, σόου ή, όπως το λέει κι ένας φίλος μου… ζώου! Ξέρεις πόσα παιδιά έχουν καταστραφεί απ’ αυτά; Κάποια λίγα μπορεί να έχουν βοηθηθεί, αλλά τα περισσότερα έχουν καταστραφεί. Είναι ένα προϊόν για το οποίο το κανάλι δεν πληρώνει τίποτα και παίρνει και διαφήμιση. Ποιον πληρώνει για τρεις ώρες η παραγωγή; Κάποιους παρουσιαστές. Αυτοί οι οποίοι δίνουν τη ζωή τους τι παίρνουν;

Πληρώνει και τους κριτές…

Αυτό λέω, ποιον κριτή πληρώνει, ποιος είναι κριτής; Δεν είναι σωστό να μιλάω για συναδέλφους, αλλά ποιος είναι κριτής; Έχει σημασία ποιος σε κρίνει και ποιος λέει ότι αξίζεις ή όχι. Εγώ δεν κάνω για κριτής, ούτε το λέω σε αντιδιαστολή για να καλέσουν εμένα, έτσι κι αλλιώς δεν θα με καλέσουν ποτέ και δε θα πάω και ποτέ. Αυτό που λέω δεν έχει σχέση με μένα, αλλά είμαι μέσα στα πράγματα και καταλαβαίνω κάποια πράγματα. Είναι τυχαίο ότι αυτοί είναι οι κριτές, ότι αυτή είναι η τηλεόραση; Αυτοί που κάνουν τις μεσημεριανές εκπομπές, αυτά τα φρόκαλα έχουν ένα κόσμο δικό τους και κουτσομπολεύονται μεταξύ τους. Αυτοί είναι ο κόσμος τους, ο περίγυρός τους και μιλάνε γι’ αυτούς, τι έκανε ο ένας, ο άλλος, αυτό είναι φλερτ, τον πήδηξε, είναι αδερφή δεν είναι. Μεταξύ τους τρώγονται και σκοτώνονται, δε με αφορά είναι σε άλλο πλανήτη. Ένας πλανήτης που ασχολούνται αυτοί με τον εαυτό τους κι ένας άλλος είναι ο κόσμος. Αλλά έτσι όμως τα κανάλια σε αυτές τις δύσκολες μέρες τη βγάζουν καθαρή, τυχαίο είναι;

Τα παιδιά πρέπει να συμμετέχουν;

Σαφώς όχι. Πιστεύουν ότι τους δίνεται η ευκαιρία να βγουν. Αν όμως ο τρόπος που τους δίνεται η ευκαιρία ταυτόχρονα τους κάνει και κακό; Μαθαίνεις στον τρόπο αυτόν, της συνδιαλλαγής, να επενδύσεις στους συγκεκριμένους τρόπους, να σου πουν τι πρέπει να κάνεις. Είναι τυχαίο ότι αυτά, τα ίδια, γίνονται παντού; Είναι μήτρα συγκεκριμένη, με εισαγωγικό σημείωμα, πώς ανοίγει, τι λες, τι δε λες κλπ. Σε κάποιους θα φανούν περίεργα αυτά που λέω. Θα πουν, από πού έρχεται αυτός ο μπάρμπας και τι μας λέει… Εντάξει, κάνε αυτό που θες παιδί μου, αλλά κοίτα και τι γίνεται γύρω σου. Έτσι δεν ήταν κι οι εκπομπές που βγάζαν ανθρώπους με προβλήματα και κάποιοι αυτοκτόνησαν στο τέλος και δεν πληρώσανε και μια αυτοί οι παρουσιαστές; Γι’ αυτά τα παιδιά που καταστρέφονται ποιος πληρώνει; Δε λέω να μην υπάρχουν κάποιες εκπομπές. Οι εκπομπές του λόγου που υπήρχαν στην τηλεόραση, το να μαθαίνουμε να μιλάμε ελληνικά, ας πούμε, δεν αξίζει; Να υπάρχει μια επιτροπή για να ακούσει τραγούδια. Ο Θέμης ο Αδαμαντίδης βγήκε από μια τέτοια εκπομπή. Ανεξάρτητα αν συμφωνώ εγώ με τον Κατσαρό, τον Παπαδόπουλο,  ήταν οι κριτές κι είχαν αυτό το επίπεδο που ξέραμε ότι έχουν και τις γνώσεις και την απήχηση. Και, επαναλαμβάνω, ήταν μακριά από τα δικά μου οράματα, τα μέτρα και σταθμά.

Τι θα συμβούλευε… αυτός ο μπάρμπας τα νέα παιδιά που θα ’θελαν να κάνουν σήμερα τα πρώτα τους βήματα;

Ότι είναι βαριά η καλογερική, τα μέταλλα τα πολύτιμα είναι κάτω, αρκετά μέτρα κάτω απ’ το χώμα και θέλει σκάψιμο. Ό,τι βρίσκεις στην επιφάνεια, στο χωριό μου λένε είναι πάφ’λας, τενεκές. Είναι δύσκολα τα πράγματα, αλλά τι ωραία που είναι όμως η διαδρομή, αυτό είναι το παν. Πώς μπορείς να αντέξεις στη ζωή αν δεν αγαπάς; Αν φτάσεις στο σημείο να μπορείς ν’ αγαπήσεις τα μέσα σου και τα έξω σου, αγαπάς και τον κόσμο. Είναι η εικόνα που μπορείς να βλέπεις τα πράγματα που σε πάει κάπου, που σου δίνει κουράγιο, αντοχή. Που στήθηκε ο άλλος στον τοίχο, επειδή αγαπούσε τη ζωή. Είπε όχι. Για ποιο λόγο το έκανε, είχε κανένα συμβόλαιο, πήρε τίποτα; Και γιατί στήνεται κι είναι χαμογελαστός; Ρε γαμώτο… Και γιατί με τόσες κακουχίες άντεξε, ενενήντα χρονών και πέθανε κι ήταν φρέσκος; Γιατί αγαπούσε τη ζωή. Μόνο μέσα από αυτή την εικόνα, απ’ αυτή την οπτική γωνιά μπορεί να παίρνεις κουράγιο και να χαίρεσαι τη ζωή, γιατί δεν ξέρεις, όσο περνάνε τα χρόνια αν αύριο θα ξαναδείς το φως της μέρας. Και πρέπει να μπορείς να τη ζεις μέσα απ’ τις δυσκολίες. Μπορεί να μην έχεις να πληρώσεις την τράπεζα, μπορεί να μην έχεις να πληρώσεις το ρεύμα, αλλά ταυτόχρονα να ζεις και με το φίλο σου και με το γείτονά σου και στην πορεία χέρι – χέρι. Και στον έρωτα και στα λάθη. Έχει σημασία να ’χεις μια ποιότητα σαν άνθρωπος, να ’χεις κατασταλάξει, πού είναι τα βασικά πράγματα στη ζωή. Τα άλλα είναι μόνο λόγια. Ωραία λόγια σωρό, να σου πω εγώ, ένα σωρό συμβουλές. Τα κάνουμε αυτά στην πράξη; Ή το μόνο που έχουμε να πούμε είναι πρωτάθλημα κι όλα αυτά που λένε οι άλλοι είναι λάθη; Στο χώρο μας και στην αριστερά, ποιοι είναι οι συγγενείς μας, με ποιους μπορούμε να κάνουμε την έγερση ή την εξέγερση; Άμα δεν αγαπάς, άμα λες μόνο εγώ έχω δίκιο κι όλοι οι άλλοι είναι για πέταμα… Ποιος μας δίνει το διαβατήριο ότι έχουμε μόνο εμείς δίκιο;

Έχεις γυρίσει ολόκληρο τον κόσμο κι έχεις συμμετάσχει σε 1600 συναυλίες; Ποια ήταν η ανταμοιβή σε εμπειρίες και συναισθήματα;

Ο κόσμος που έφτιαξα στο μυαλό μου, ποιο είναι το νόημα στη ζωή, για ποιο λόγο ζεις. Στην άβυσσο του χρόνου η παρουσία μας δεν είναι ούτε κόκκος άμμου. Τι έχεις καταλάβει από τη ζωή; Αν δεν δεις αυτούς τους πολιτισμούς, αυτούς τους ανθρώπους, αυτές τις συμπεριφορές… Αυτό το πράγμα είναι μαγικό. Αυτό δεν είναι το πέρασμά σου; Αν έχει νόημα να κάνεις κάποια πράγματα, ποια είναι; Βρήκες μια τρύπα, σκάβεις και βγάζεις έξι εκατομμύρια τόνους χρυσού και το βάζεις κάπου και το φυλάς, έχει νόημα; Φαίνεται αστείο, αλλά υπερβάλω για να δώσω ένα νόημα σε αυτό που θέλω να πω. Αξίζει να δεις τους πολιτισμούς, τους ανθρώπους, τις συμπεριφορές, φτιάχνεις μια εικόνα στο σύνολο και βγάζεις μια συνισταμένη, ένα ζουμί, πόσο όμορφο είναι κι αυτό κι αυτό. Περαστικός είσαι, το θέμα είναι να μην είσαι ελικόπτερο που περνάς και φωτογραφίζει και φεύγει χωρίς να αντιλαμβάνεται ούτε τι συμβαίνει. Ούτε συναισθήματα, ούτε συγκινήσεις, ούτε υγρά ούτε τίποτα… Αυτό μαθαίνεις. Θα αγάπαγα τόσο το χωριό μου – που γύρισα και ό,τι είχα και δεν είχα το έβαλα εκεί και κινδυνεύω και να το χάσω, έτσι όπως είναι η κρίση και οι τράπεζες – αν δεν είχα αυτή την εμπειρία απ’ τον κόσμο κι αν δεν ήμουνα χορτασμένος; Θα ήμουν αδικημένος «άμα λάχει, να ξέρεις πόσο άξιζα αλλά ας όψεται κι έμεινα εδώ στο χωριό» όπως λεν μερικοί; Αν όμως έχεις μια πληρότητα, έχεις νοιώσει ότι έχουν συμβεί πράγματα στη ζωή σου και γουστάρεις να πεις σε κάποιον για την αγάπη σου, τα συναισθήματά σου, να τον βοηθήσεις, ν’ ανοίξεις ένα παράθυρο, να μπει φως σε κάποιον, να του πεις μια κουβέντα… Έτσι γυρίζεις πίσω, έτσι και αλλιώς σε βαράνε οι μνήμες απ’ τα παιδικά σου χρόνια. Αλλιώς τι ήρθες να κάνεις εδώ στο χωριό; Αν αισθάνεσαι χορτάτος, αν έχεις γεμάτο το σακίδιό σου τι ωραία που είναι και με επιτυχίες και με αποτυχίες και με λάθη. Είναι ωραίο να είναι γεμάτο ή να έχει φορτία.

Θα σου πω τρία ονόματα και θέλω να μας πεις τι σου έρχεται πρώτο-πρώτο στο μυαλό ακούγοντάς τα. Γιάννης Ρίτσος.

Μεγαλείο ποιητικό κι ανθρώπινο. Όταν συμβαίνουν και τα δυο και συμβαδίζει η τέχνη με τη ζωή είναι μαγικό.

Είχατε προσωπική σχέση. 

Βέβαια, τιμή μου μεγάλη. Μου έλεγε και μου έμαθε πολλά πράγματα. Θυμάμαι όταν με είχαν διαγράψει, που του είπα κάποια πράγματα… Είχαμε κάνει μια συζήτηση και μου είπε κι αυτός κάποια πράγματα που του είχαν συμβεί στα Μακρονήσια και είδα την άλλη διάσταση. Κοίτα, με ποιο τρόπο προσέγγισε αυτός την αγωνία μου και πώς αισθάνθηκα εγώ τότε που ήμουν σε ένα πολιτικό φορέα που με διέγραψε. Δεν μου έκανε τον πόνο μικρότερο, μου έδωσε μια άλλη εικόνα, μου άνοιξε ένα άλλο παράθυρο, να δω τα πράγματα πώς είναι. Ότι δεν έχει αξία αυτό στην πραγματικότητα, μη μένουμε σ’ αυτά. Η ουσία είναι από κάτω.

Νομίζω πως αξίζει να καταγραφεί εδώ αυτό που μου είχες πει για τον Ρίτσο και τα παιδιά.

Ένα περίεργο πράγμα… Αντί να είναι ένας άνθρωπος ηλικιωμένος, που έχει τις δυσκολίες του… Τελευταία η ζωή του ήταν συνδεδεμένη με το διάλειμμα στο σχολείο, που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι του. Ήμουν εκεί μια φορά και τον ρώτησα πώς περνάει στη ζωή του κι ενώ περίμενα να μου μιλήσει για δυσκολίες, μου λέει  «περίμενε και θα δεις σε λίγο τι είναι η ζωή». Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι και βγήκαν τα παιδιά μες στην τρελή χαρά. «Αυτό είναι η ζωή!», μου λέει. Ο Ρίτσος άκουγε το γέλιο και τις φωνές των παιδιών κι ήταν ο κι ίδιος μες στη χαρά, αυτή ήταν η ζωή. Το ίδιο μου διηγήθηκε κι ένας φίλος του πως του συνέβη, αυτό ήταν η επωδός του. Αντί να είναι ενοχλητικό, να η ζωή…

Θάνος Μικρούτσικος.

Λέω συνήθως, όταν ακούω τ’ όνομά του, ο αγαπημένος μου φούλης – το λέμε στην Ήπειρο,  από το αδερφούλης. Έζησα καταπληκτικά πράγματα μαζί του και μουσικά και δισκογραφικά και εμπειρικά και με τις κόντρες μας ενδιάμεσα… Αγαπημένος φίλος, που δίνει τώρα μια μεγάλη μάχη και κάθε φορά που το λέω αυτό και στο μαγαζί κάθε Κυριακή, στέλνω μια αύρα στον Θάνο να τα καταφέρει. Δίνει μια πολύ μεγάλη μάχη. Σίγουρα είναι, όχι μόνο για μένα, ένας δημιουργός από την καινούρια γενιά που έχει προσφέρει πολύ σημαντικά πράγματα και διαφορετικά. Στην αρχή αμφιλεγόμενος, αλλά ένα στίγμα φοβερό. Δηλαδή δεν πέρασε από δω κι είπε δυο τρία πραγματάκια, όπως γίνεται συνήθως, με διάφορους. Είδες πως κάναν με τον Θεοδωράκη στην αρχή. … «Τι είναι αυτά τώρα, τι είναι αυτά που γράφει ο άνθρωπος»… Έτσι λέγαν και για τον Θάνο. Άνθρωποι που έχουν αφήσει πολύ μεγάλη παρακαταθήκη και πρέπει να τους ευγνωμονούμε γι’ αυτό.

Είχα σημειώσει να σε ρωτήσω για τον Μάνο Ελευθερίου αλλά αναφέρθηκες νωρίτερα. Θα σε ρωτήσω για τον Χρήστο Λεοντή που ήταν και η πρώτη σου συνεργασία.

Ο Χρήστος είναι ένας πολύ ωραίος και αθώος άνθρωπος. Δεν ασχολείται με τη δουλειά του εκτός από την ώρα που δημιουργεί πρωτογενώς το προϊόν του. Αυτό του ήρθε εκείνη τη στιγμή, το έκανε στο πιάνο, θα το ενορχηστρώσει κι από εκεί και πέρα… Θα έπρεπε να ζει σ’ έναν άλλο κόσμο, σουρεαλιστικό, που λέμε εμείς οι ιδεολόγοι, που να ενδιαφέρονται οι άλλοι για την προώθηση του έργου του. Δεν ανακατεύεται πουθενά. Αυτό είναι μεγάλο μειονέκτημα στη σημερινή κοινωνία, όταν δεν ασχολείσαι, δεν κάνεις αλισβερίσι. Να πας να κάνεις εγγραφή, να δεις τους ανθρώπους που θέλουν να το τραγουδήσουν, να πας στο στούντιο, ν’ ακούσεις ανθρώπους που έχουν ενδιαφέρον, να κλείσεις παραστάσεις. Τίποτα. Και ζει όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να έχει καμιά συμμετοχή σ’ όλ’ αυτά. Γράφει μουσική για θέατρα, γράφει τραγούδια, είναι απέξω, είναι μακριά, δεν θέλει να ασχοληθεί μ’ αυτά. Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο αυτό. Ο Χρήστος το αντέχει γιατί είναι ένας ιδιαίτερος άνθρωπος.

Έγινε όμως πρόεδρος της ΕΡΤ…

Εγώ δεν το πίστεψα, δεν το πίστευα… Στενοχωρήθηκα και με το Διονύση (Τσακνή), με τη συμπεριφορά του, από κάποια πράγματα… Γενικά, όταν μεταφερόμαστε εύκολα και λέμε ωραία λόγια κι όλο δικαιολογίες από δω κι από εκεί, γίνομαι έξω φρενών. Δηλαδή, προκειμένου να κερδίσουμε την όποια επιλογή μας, ρίχνουμε χρυσόσκονη… Από κάτω όμως έχει σαβούρα. Δεν συμβαίνει αυτό με τον Χρήστο το Λεοντή, κι απόρησα ποιος του έκανε την πρόταση. Ήθελα να ’ξερα πραγματικά ποιος απ’ την κυβέρνηση του έκανε την πρόταση…

Οι περισσότεροι σε γνωρίζουν από τη θητεία σου στο σύγχρονο τραγούδι, όμως ερμηνεύεις με τρόπο ιδιαίτερο παραδοσιακά τραγούδια, κυρίως Ηπειρώτικα, τραγούδια του τόπου σου. Υπάρχουν δυο τουλάχιστον που όταν τα ερμηνεύεις, ξεσηκώνεις τον κόσμο και  συγκινούν βαθιά. Γνωρίζω ανθρώπους που όταν σε ακούν στη «Μαριόλα» ή στα «Ξεχωρίσματα» κλαίνε. Το ένα είναι μοιρολόι και το άλλο τραγούδι της ξενιτιάς. Έχεις κάποια ιδιαίτερη σχέση μ’ αυτά τα τραγούδια; Πώς νοιώθεις ο ίδιος και ποια σχέση έχεις με την ηπειρώτικη μουσική γενικότερα, πώς τη βιώνεις;

Είναι πολύ δύσκολο να πω στον κόσμο πώς βιώνω την ηπειρώτικη μουσική και τι είναι η ηπειρώτικη μουσική. Όταν είχα δώσει μια συνέντευξη στο Documento, είχαν την ίδια Κυριακή, έναν Αμερικάνο που ήρθε στην Ελλάδα κι ασχολείται με την ηπειρώτικη μουσική. Αυτός έχει τρελαθεί με τους ανθρώπους που λένε μοιρολόγια, αντί να κλαίνε… Δεν λένε μοιρολόγια για να κλάψουν και να στεναχωρηθούν, αλλά για να βγάλουν από μέσα τους τον πόνο.  Είναι σαν να ξαλαφρώνουν και τους βλέπεις χαμογελαστούς. Αναρωτιέται, είναι δυνατόν να λες μοιρολόι και να χαμογελάς και να είναι το πρόσωπό σου τόσο γλυκό; Δεν είναι διασκέδαση, είναι ψυχαγωγία. Μεγάλωσα με το ηπειρώτικο τραγούδι και το αγαπάω. Κι επειδή το αγαπάω πραγματικά, έψαξα να βρω εκδοχές κι ερμηνείες γύρω από αυτό.

Όσον αφορά τη Μαριόλα, όταν το πρωτοέβαλα σ’ ένα δίσκο, το 1986, έγραψα γι’ αυτό το τραγούδι ότι αισθάνομαι όπως μια μάνα που έχει ένα μικρό παιδί, δεν έχει που να το αφήσει και το παίρνει πάντα μαζί της. Έτσι το παίρνω κι εγώ. Ήταν το αγαπημένο τραγούδι της μητέρας μου. Μου είχε πει όταν ήταν στο νοσοκομείο, αν τυχόν φύγω αυτές τις μέρες απ’ τη ζωή και το βράδυ έχεις συναυλία κοίτα μη δεν τραγουδήσεις, απλώς θα μου το αφιερώσεις… Κατά σύμπτωση ήμουν σε περιοδεία, κοντά στην Ήπειρο, στην Πρέβεζα και την άλλη μέρα είχα παράσταση στο Καναλάκι Πρεβέζης, όταν με ειδοποίησαν ότι πέθανε… Έγινε η κηδεία το μεσημέρι και το βράδυ πήγα να τραγουδήσω. Θυμάμαι μου είπαν οι μουσικοί, που με είδαν συγκινημένο, Γιώργο παίξε, τραγούδα και στα μαύρα (στο πιάνο), τραγούδα και στα άσπρα, όπου θες και στις χαραμάδες, εμείς θα παίξουμε. Εκείνο το βράδυ έκανα τον αυτοσχεδιασμό, ενδιάμεσα, που είναι ένα προσωπικό μοιρολόι, σκεφτόμενος τη μητέρα μου. Το τραγούδι κρατάει τρία λεπτά κι εκείνο το βράδυ κράτησε επτά λεπτά. Έκτοτε το λέω όπως έγινε εκείνο το βράδυ, γιατί ήταν αφιερωμένο στη μητέρα μου.

Και τα «Ξεχωρίσματα»… Θυμάμαι τις εικόνες, όταν αποχαιρετούσαν τα νέα παιδιά ή τους συζύγους να πάνε για εργάτες στη Γερμανία…

Τις έζησες αυτές τις εικόνες;

Βεβαίως, όλη η οικογένεια μαζί, κλάμα και χαμόγελο μαζί… Να ρίξουν νερό για να ξαναβρείς το δρόμο να γυρίσεις. Αυτή η σκηνή… Να τη δεις… Αυτή η συγκίνηση και το νερό που ρίχναν οι γυναίκες πίσω από τον άνθρωπο που φεύγει, σα να πήγαινε μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας, θα γυρίσει δε θα γυρίσει, θα τον χάσουμε ή τον μισοχάνουμε…

«Αυτού μακριά που βρίσκεσαι, στον Καναδά, στην Αστραλία, στείλε μου το κορμάκι σου σε μια φωτογραφία». Αυτού μακριά που είσαι… Δεν υπήρχαν τότε μηχανήματα να τους δεις, σου ’στελνε μια φωτογραφία να δεις πώς ήταν πια ο γιος σου, η κόρη σου ή και το εγγόνι σου, που δεν έχεις δει ποτέ, που τώρα μπορεί να είχε παντρευτεί. Το κορμάκι σου στείλε μου, σε μια φωτογραφία… Και τώρα παρόμοιο σκηνικό, δεν φεύγουν εργάτες για τη Γερμανία, αλλά νέα παιδιά με πολλά πτυχία και πολύ ταλέντο κι όρεξη για ζωή. Ήταν ανάγκη να χρειαστεί πάλι να λέγονται τέτοια τραγούδια στον κόσμο; Μακάρι να μην ήταν…

Ποια η διαφορά ανάμεσα σε έναν τραγουδιστή και έναν ερμηνευτή;

Είναι ξεκάθαρη. Όταν βάζεις τη φωνή σου πάνω σε μια μελωδική γραμμή, δηλαδή σαν ένα όργανο, αυτό λέμε χοντρικά για να καταλαβαίνει κι ο κόσμος, ότι είσαι τραγουδιστής. Μπορείς και τραγουδάς, λες τις νότες, μια χαρά. Ερμηνευτής – επειδή μιλάμε για στίχο, κι εν αρχή ην ο λόγος – είναι να μπορείς να μεταφέρεις τις εικόνες και τα συναισθήματα απέναντι. Όχι να πεις τα λόγια, για ν’ ακουστεί η μελωδία, αλλά να περάσεις τα λόγια και τα νοήματα που κρύβουν. Αυτό είναι πολύ δύσκολη δουλειά…

Διδάσκεται;

Όχι. Κυρίως εμπειρικά, αν θέλεις κι αν το ψάχνεις, κατά τη διάρκεια της άσκησης αυτού του επαγγέλματος. Ακούγοντας πράγματα από τους παλιότερους, ψάχνοντας τι είναι αυτό, γιατί το λέει έτσι, γιατί κάνει αυτό το τριμητόνιο, αυτή τη τζαλκάντζα, τι θέλει να πει…

Τι ρόλο παίζει η παιδεία σ’ αυτό;

Τον σημαντικότερο. Κυρίως η παιδεία. Μόνο μέσα απ’ αυτή τη λογική και την αναζήτηση… Η παιδεία είναι μια δύσκολη διαδικασία. Πρέπει να βγάζεις πράγματα από πάνω σου, λέπια, τοξίνες, αυτό είναι η παιδεία. Δεν είναι αγοράζω για να ’χω κάτι ακόμα. Είναι πρώτα να καθαρίσω για να δεχτώ πράγματα. Δεν υπάρχει χώρος, έχουμε γίνει αλεξίσφαιροι, δεν μας τρυπάει τίποτα…

Υπηρέτησες το πολιτικό τραγούδι. «Πάνε» αυτές οι εποχές Γιώργο; Γράφεται στις μέρες μας πολιτικό τραγούδι;

Πες μου ένα τραγούδι που δεν είναι πολιτικό. Θα μου πει κάποιος ότι υπερβάλλω. Πολιτικό συνήθως λέμε όταν το περιεχόμενο είναι πιο ξεκάθαρο κι αναφέρεται σε θέματα της κοινωνίας κλπ. Και ποιο δεν είναι θέμα και στάση ζωής; Δεν είναι ο έρωτας, όταν ο λόγος κι ο στίχος αναδεικνύουν τον έρωτα; Δεν είναι ο θάνατος; Δεν είναι η ζωή; Δεν είναι το όνειρο; Συνήθως πολιτικό λέμε κάποιο ακραίο πράγμα που να βγάζει σλόγκαν. Αυτό δεν είναι καν τραγούδι. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ’ναι τραγούδι. Αν είναι τραγούδι τότε είναι όλα μαζί, και κοινωνικό και πολιτικό και συγκινητικό και θεραπευτικό. Λέει ο στίχος στην Ήπειρο: «στο καρ’διτσόφλι λούζεσαι κι όξω νερό δε χύνεται, αμυγδαλοματούσα μου, και καγκελοφρυδούσα μου»… Κοίτα με ποιον τρόπο προσεγγίζει τη γυναίκα. Αναρωτιέμαι, το αντίστοιχο στις μέρες μας είναι «ανεπανάληπτος θα είμαι εγώ για σένα»; Φλερτάρεις μια γυναίκα και της λες ανεπανάληπτος θα είμαι εγώ για σένα; Μπορείς να φλερτάρεις και να μιλάς για τον εαυτό σου;

Πιστεύεις ότι δεν γράφονται τραγούδια με αυτή τη λογική σήμερα;

Γράφονται, αλλά… Εκνευρίζομαι… Είναι σα να έχουμε κατασκευές. Αυτός βγάζει σάντουιτς, αυτός κάνει πατάτες τηγανητές… Πολιτικό τραγούδι… Δεν πιστεύω ότι κάποιος που προσπαθεί να καταλάβει την ουσία βάζει ταμπέλες. Βάζει ταμπέλες αυτός που θέλει να παίξει το ρόλο του και να ησυχάσει. Είχα την τύχη να συνεργαστώ – ήμουν τυχερός και σ’ αυτό – με ανθρώπους με τεράστια κουλτούρα και ήθος, όπως ο Νίκος Ξυλούρης κι ο Μάνος Λοΐζος. Τους έζησα, έχω φοβερές εμπειρίες. Μέσα απ’ την εικόνα και την αθωότητα του Νίκου Ξυλούρη μπορείς να δεις τι είναι τραγούδι και τι δεν είναι. Μέσα από τη σπουδή, την καλλιέργεια και τη λεπτότητα του Μάνου Λοΐζου μπορείς να δεις τι είναι τραγούδι και τι δεν είναι. Και πώς είναι η συμπεριφορά τους στη ζωή, γιατί ωραία τα λόγια… Αν αυτό το αντιληφθείς τότε καταλαβαίνεις τι είναι τραγούδι και τι δεν είναι, τι είναι πολιτικό και τι όχι. Διαφωνώ με όλους αυτούς τους διαχωρισμούς. Λέει ο άλλος, λαϊκό τραγουδάς ή ελαφρολαϊκό; Δηλαδή το λαϊκό είναι πάνω απ’ τα δυο κιλά και το ελαφρολαϊκό ένα οχτακόσια; Τι τίτλοι είναι αυτοί; Έντεχνο, λέει. Μισώ αυτή τη λέξη. Ξέρεις, έχω την εντύπωση ότι έντεχνο είπανε την εποχή που εμφανίστηκαν οι συνθέτες που κατείχαν την τέχνη της γραφής. Αλλιώς, δηλαδή, ο Τσιτσάνης κι ο Βαμβακάρης είναι άτεχνοι;!

Όσοι βάζουν ετικέτες δεν έχουν πάντα αγαθά κίνητρα…

Ε, βέβαια. Κάνουμε μια πλάκα στο μαγαζί: Λέει ο άλλος, εσείς δε λέτε ερωτικά τραγούδια, είστε αριστεροί, δεν ξέρετε απ’ αυτά… Ναι, εμείς δεν έχουμε συναισθήματα, δεν ερωτευόμαστε, δεν κάνουμε οικογένειες, δεν, δεν…δεν ξέρουμε!

Τι φοβάσαι περισσότερο σήμερα;

Σε προσωπικό επίπεδο, δεν ξέρω να σου πω αν πέρναγα αυτό που περνάει ο Θάνος, ας πούμε, αν θα σου έλεγα αν φοβάμαι ή αν δε φοβάμαι. Έχω φτάσει σε σημείο να νομίζω πως δε φοβάμαι το θάνατο, αλλά φοβάμαι για τη διαδικασία. Έχω πει σε φίλους γιατρούς, αν μπω σε διαδικασία που δεν γίνεται τίποτα, κάντε μου μια ένεση να τελειώνω. Δεν θέλω να στεναχωρώ τους ανθρώπους που αγαπάω, ούτε να γίνομαι ρεζίλι. Έχω δικαίωμα για το πώς θα φύγω. Το πώς ήρθα το αποφάσισαν οι γονείς μου, το πώς θα φύγω θα το αποφασίσω εγώ. Θέλω με την αξιοπρέπειά μου. Πώς τον λέγαν αυτό τον δημοσιογράφο που ήταν στο κανάλι του Κουρή…

Τον Αλέξανδρο Βέλιο λες…

Ναι, τον εκτίμησα πάρα πολύ μ’ αυτό που αποφάσισε να κάνει. Για την αξιοπρέπειά του να «φύγει» χωρίς να επιβαρύνει περισσότερο τα αγαπημένα του πρόσωπα.

Όσο αφορά στην κοινωνία;

Δεν φοβάμαι, καθόλου. Γιατί έχει δείξει η ιστορία στους αιώνες ότι δεν υπάρχει τίποτα στάσιμο. Μπορεί να περάσεις βάσανα πολλά και δεσμά φοβερά και δυσκολίες και να χάσεις πράγματα και κατακτήσεις και δικούς σου ανθρώπους, αλλά ξέρω, το βλέπω, το έχω δει, ότι πάντα έρχεται το νέο, δεν το σταματάει τίποτα… Κι όπως λέει ένας αγαπημένος φίλος μου  «μαζεύουμε ξύλα για τις μεγάλες φωτιές του μέλλοντος που έρχονται». Έτσι κι αλλιώς θα ’ρθούνε. Δεν ισορροπεί το σύμπαν διαφορετικά. Οι καιροί είναι δανεικοί, το ποιος υπερισχύει και πώς. Συμβαίνουν πράγματα και θα συμβαίνουν πάντα. Μπορείς σε κάποιες περιόδους όχι με τον ίδιο τρόπο, ή με την ίδια ένταση. Δεν έχω καμιά αμφιβολία γι’ αυτό και δεν με νοιάζει που δεν το ’ζησα εγώ. Εγώ κρίνομαι τώρα για τη συμπεριφορά μου, στους δίπλα μου, στους ανθρώπους που έχω στη δουλειά, στο πάλκο, στους συναδέλφους μου, στο ραντεβού μαζί σου, για το πόσο είμαι συνεπής. Καθημερινά κρίνομαι. Αυτό με προετοιμάζει για να παραδώσω τη σκυτάλη, και θα ’ρθει αυτή η ώρα που ’ναι να ’ρθει… Γιατί έτσι κι αλλιώς έρχονται οι εξελίξεις. Μπορεί όχι όπως τις έχει ο καθένας στο μυαλό του. Πολλές φορές ο καθένας έχει στο μυαλό του ό,τι τον βολεύει…

Σε τρομάζει η άνοδος του φασισμού;

Ναι, αλλά μπορεί να παίξει και θετικό ρόλο. Δεν το λέω αυτό για να το απονευρώσω, για να το αντέξω. Γιατί όταν συμβαίνουν αυτά θα υπάρξει και αντανάκλαση. Όσο είσαι πλαδαρός, και χλιαρός και τ’ αφήνεις… κοίτα που φτάσαμε. Βεβαίως πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας, αλλά για ό,τι συμβαίνει θα συμβεί και το άλλο που σου είπα. Και δεν θα συμβεί επειδή κάθομαι και το κοιτάω αλλά γιατί ήδη αγρίεψα. Δεν περιμένω τους φυσικούς νόμους της εξέλιξης για να το αποδείξω. Η ιστορία το έχει δείξει. Ήμασταν σκλάβοι κι είχαμε κρίκους στα πόδια και μια έκταση να κινηθούμε τριάντα μέτρα. Κι όμως κάποιοι κόψανε τις αλυσίδες. Και ξέρεις πόσο στοίχισε αυτό το κόψιμο, και πόσοι χάθηκαν. Αλλά συνέβηκε. Πάντα υπάρχουν οι άνθρωποι, πάντα υπάρχει ένα κομμάτι στην κοινωνία, ένα μικρό ποσοστό 7, 8, 10% που πάει κόντρα στο ρεύμα. Και λοιδορείται γι’ αυτό. Όμως, κάποια στιγμή, και παρά τα όσα κάνει το σύστημα, ο κόσμος παίρνει το μέρος της μειοψηφίας. Έγινε η Γαλλική επανάσταση, έγινε η Οχτωβριανή επανάσταση… Αυτό το πράγμα που το λοιδορείς και το κοροϊδεύεις, κάποια στιγμή γίνεται, από κάτω κι όχι τυχαία…

Άρα η χόβολη της ελπίδας, που λέει ο Λειβαδίτης, δε σβήνει ποτέ…

Ποτέ! Όχι γιατί μας αρέσει, γιατί αρέσει σε μένα, αποδεικνύεται ιστορικά.

Τι θα ήθελες να γραφτεί δίπλα από τ’ όνομά σου στο μεγάλο βιβλίο της μουσικής;

Ήταν με τη μουσική, με τους ανθρώπους, με την επικοινωνία. Ήταν ένα μικρό κομμάτι από μας, από αυτό που έχουμε ανάγκη. Αν το πούνε αυτό θα νιώσω μεγάλη ευχαρίστηση. Κουβάλησα ένα κομμάτι, ένα μικρό κομμάτι του μεγάλου πόνου, και της αναζήτησης του τραγουδιού. Ένα κομμάτι του μικρό αλλά ωραίο…

Στην Τσόπελα έχεις φτιάξει έναν ξενώνα, το “Ξενείον”, όπου καλωσορίζεις τους επισκέπτες με τα παρακάτω λόγια: «Σας καλωσορίζω στο χώρο που ονειρεύτηκα μικρός, αφήστε τα πρέπει, τις τυπικότητες, τη στημένη ευγένεια, που κρύβουν απέραντη μοναξιά, σηκώστε λίγο το γείσο από το καπέλο και ελάτε να σας περπατήσω στη χαρά μου. Αν νοιώσετε καλά, φιλόξενα και οικεία, θα είναι για μένα διπλή χαρά. Γιατί αν κάποιος φύγει από εδώ και δεν έχει μια γλυκιά μελαγχολία στα μάτια έχω αποτύχει». Τι ήταν αυτό που ονειρεύτηκες μικρός και ποια είναι η χαρά σου στην οποία καλείς να μας περπατήσεις;

Ότι όταν παλέψεις σκληρά τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα (συγκινείται). Δεν ήξερα ότι το ξέρεις αυτό…  Μιας και με ρωτάς… Πριν είκοσι τριάντα χρόνια, δε θυμάμαι ακριβώς πότε, είχα δει μια συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου. Τι εντύπωση μου έκανε αυτός ο άνθρωπος… Την αλήθεια του έλεγε, βέβαια, αλλά δεν είχε κανένα επηρεασμό, κανένα φόβο. Είχε μια φρασεολογία κι ένα ήθος κι ένα ύφος που δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Πόσες φορές τον φέρνω στο μυαλό μου… Από τις δυο τρεις πιο σημαντικές συνεντεύξεις που έχω δει στη ζωή μου…

Είχα πάει να φάμε με μια φίλη που είχε την επιμέλεια του έντυπου υλικού για το ξενοδοχείο. Με ρώτησε γιατί έφτιαξα το ξενοδοχείο. Της λέω, μικρός έπαιρνε ο αέρας τη σκεπή απ’ το σπίτι, κι έμενα με τη μάνα μου, μόνος μου, κι έβρεχε και το νερό έμπαινε μέσα. Κι είπα όταν θα μεγαλώσω θέλω να κάνω ένα σπίτι που να μην παίρνει ο αέρας τη σκεπή,  και να ’χει φαγητό για τουλάχιστον πενήντα μέρες το χειμώνα, γιατί στεναχωριόταν ο πατέρας που ερχόταν απ’ τις 20 Δεκέμβρη μέχρι τέλος Γενάρη. Γιατί τελειώναν τα λεφτά και δεν είχαμε άλλα. Να ’χουμε φαγητό για πενήντα μέρες και να μην παίρνει ο αέρας τη σκεπή. Της έλεγα αυτό που διάβασες στην ερώτηση και δεν πήρα είδηση ότι το είχε γράψει. Και το έβαλε στο έντυπο. Δεν είχα καταλάβει ότι το είχε γράψει… (συγκινείται).

Ζεις ένα διαρκές ταξίδι. Τσόπελα – Αθήνα, Αθήνα – Τσόπελα, με το αυτοκίνητο, κάθε βδομάδα…

Τι ωραίο!

Πώς συνδυάζονται το χωριό και η πόλη μέσα σου και τι ρόλο έπαιξαν στη ζωή σου;

Θέλω να ζω εκεί, και να ’ρχομαι εδώ για να «φέρνω τα ξύλα που μαζεύω». Έρχομαι για ψυχοθεραπεία, τις Κυριακές στην Απανεμιά, αλλά και για την οικογένειά μου, τη γυναίκα μου και τις δυο κόρες μου, που είναι εδώ. Στην πραγματικότητα εκεί θέλω να ζω.

Ποια είναι η πιο δυνατή μνήμη που σ’ ακολουθεί στη ζωή σου;

Τα παιδικά μου χρόνια. Όταν ήρθα στην Αθήνα, είδα ένα παιδάκι πίσω απ’ τα κάγκελα μιας πολυκατοικίας στου Ζωγράφου. Με ρώτησε «κύριε, τι ώρα είναι;». Κοίταζα το μουτράκι του πίσω απ’ τα κάγκελα κι ήταν σα να βρισκόταν στη φυλακή. Εγώ δεν μεγάλωσα έτσι. Μπορεί να ήμουνα ξεβράκωτος, αλλά ήμουνα στη φύση. Εκτεθειμένος σε πολλούς κινδύνους, αλλά στη φύση. Με προσλαμβάνουσες που ένα παιδί της Αθήνας δεν μπορούσε να διανοηθεί.  Όλοι ήμασταν στην ίδια μοίρα, όλοι ξυπόλητοι, όλοι χωρίς φαγητό, αλλά μες στην τρελή χαρά. Αν είναι έτσι η χαρά, γιατί την ψάχνουμε αλλού; Αν είναι να τα ’χω όλα και να μην είμαι χαρούμενος, τότε τι τα θέλω; Γι’ αυτό λέω ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό, γιατί με καθορίζει και μετά. Τα παιδικά μου χρόνια φωτίζουν την πορεία μου, ήταν οδηγός στην πορεία μου.

Αν μπορούσες να γυρίσεις το χρόνο πίσω θα άλλαζες κάτι;

Μπα, γιατί ν’ αλλάξω; Τι το μεγαλειώδες περιμένεις να κάνεις δηλαδή στη ζωή; Το θέμα είναι να κάνεις πράγματα μέσα απ’ αυτό που σου συμβαίνει. Δεν είναι να σε βάλουν σ’ ένα άλλο χώρο για να δημιουργήσεις, σ’ ένα γυάλινο κουτί. Τι νόημα έχει τότε; Έχει αξία, ότι όπου κι αν είσαι, απ’ όπου κι αν έρχεσαι, να μπορείς να ψάξεις, να αναζητήσεις, να παλέψεις, να χάσεις, να κερδίσεις, να αγαπήσεις. Θα έκανα δηλαδή μια μεγαλύτερη πορεία, θα έβγαζα περισσότερα λεφτά, θα έλεγα καλύτερα τραγούδια; Τι να τα κάνω αν δεν ξέρω τι να τα κάνω αυτά; Αν μου χαλάσουνε και την ουσία, τότε τι να τα κάνω; Μ’ αυτή την έννοια δεν θέλω ν’ αλλάξω. Όχι ότι δεν υπάρχουν πράγματα που θέλω να κάνω, αλλά δεν τελειώνει ποτέ αυτό. Σήμερα είναι δύσκολα τα πράγματα, δεν έχω δουλειά, δεν έχω να πληρώσω το νοίκι μου, εκείνο, το άλλο. Αλλά παράλληλα πρέπει να είσαι άνθρωπος. Μπορείς να βοηθήσεις το διπλανό σου κι ας μην έχεις να πληρώσεις το νοίκι σου. Αυτό σε χαρακτηρίζει.

Πώς θα ήθελες να σε θυμούνται, για τα τραγούδια σου ή σαν καλό άνθρωπο;

Μαζί, ένα πράγμα είμαι, αυτό είμαι. Όσο καλός είμαι, ας πούμε, κατά κάποιο τρόπο κι ό,τι έχω κάνει. Δεν με νοιάζει αν μου βάλουν και μεγάλο βαθμό… Είμαι αρκετά ευχαριστημένος. Με αδυναμίες και με λάθη, αλλά αρκετά ευχαριστημένος από αυτά που έκανα, γιατί έρχομαι απ’ το πουθενά. Εντάξει, έκανα μια διαδρομή, έζησα τόσα πράγματα, δεν έχω παράπονο. Όσοι με θυμούνται θα με θυμούνται για δυο τρία πράγματα που είχαν νόημα, και χαρήκανε που ήταν μαζί μου και που πορευτήκαμε μαζί. Είπα και δυο τρία πράγματα που θα ακούγονται και μετά αφού θα φύγω. Ίσως. Ωραία θα ’τανε, αν θ’ ακούγονται…

Αναφέρθηκες περιγραφικά νωρίτερα στη σχέση σου με το διαδίκτυο; Γνωρίζεις την Κατιούσα στην οποία θα δημοσιευτεί η συνομιλία μας;

Ναι, βέβαια. Τώρα την έχω μάθει έτσι κι αλλιώς. Χρησιμοποιώ το διαδίκτυο για τη δουλειά μου, για το ξενοδοχείο κλπ. Αναγκαστικά έχω μάθει. Δεν είμαι ο μέσος χρήστης, αλλά μου αρέσει πολύ και φροντίζω να μαθαίνω. Έχω μια αντιπάθεια για το Facebook, όπου γίνεται πολύ κουτσομπολιό… Έχω επιλέξει από ποια σάιτ ενημερώνομαι. Για κάποια άλλα έχω πολλές αμφιβολίες. Μέσα στις επιλογές μου είναι και η Κατιούσα. Είδα τι γράφει, τι λέτε και πώς τα λέτε. Για μένα αυτό είναι σημαντικό. Ωραίο δεν είναι ό,τι αρέσει σε μένα ή συμφωνούμε απαραίτητα. Αν επιλέγεις μόνο αυτά που συμφωνείς, τότε έχεις προβλήματα, δεν έχεις κάνει ούτε ένα βήμα. Γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άλλο να λέει «α, δεν θέλω εγώ τέτοια, εγώ θέλω να είμαι ήσυχος». Με τι να είσαι ήσυχος; Εδώ γίνεται χαμός κι εσένα σε νοιάζει να πας να κοιμηθείς ήσυχος; Δεν γίνεται.

Αν και με όλα όσα μας είπες αυτές τις δυόμιση σχεδόν ώρες στέλνεις πολλά μηνύματα, σε διάφορους αποδέκτες…

Συ είπας!

…θα ήθελες με μια δυο προτάσεις να στείλεις ένα μήνυμα σ’ αυτούς που θα διαβάσουν τη συνομιλία μας;

Είναι πάρα πολύ ωραία η ζωή κι αν βρεις τον δρόμο και τον τρόπο, όσο περνάει ο καιρός, να καθαρίζεις τον εαυτό σου απ’ τα φάρμακα και τις τοξίνες που μας έχουν βομβαρδίσει, κι αγαπήσεις την ψυχούλα σου, όσο γίνεται, και τον κόσμο, τότε μπορείς να ζήσεις πολύ ωραία, με πολύ λίγα ή με λίγα. Είναι πάρα πολύ ωραία η ζωή, πάρα πολύ ωραία…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: